Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- πάρτη
- η· πάρτε.
[Από το ιταλ. - βενετ. parte. Ο τ. σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 11, 24, 47 κ.α., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 102, 103, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 55, Μανούσ., Θησαυρ. 9, 1972, 24, κ.α.), 17. (Κρ. συμβόλ. 147, Μέρτζιος, ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 104, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, <1965> 1968, 81, 110, Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 181, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 429, 479, 27, 1984, 364, κ.π.α.), 18. αι. (Βουρδουμπάκης, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 410) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πάρτα· για χρ. του τ. σήμ. στο κρητ. ιδίωμα βλ. Βουρδουμπάκης, Χρ. Κρ. 1, 1912, 479). Τ. πάρτες η σε έγγρ. του 17. αι. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1984, 104). Τ. πάρτα σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Χατζ., Λεξ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Κουκ., ΕΕΚΣ 3, 1940, 43 σημ. 8), 17. (Κρ. συμβόλ. 104, 152, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 92, 104 κ.α., Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974/75, 111, Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 10, 1979, 159, κ.α.), 18. αι. (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 448) και σήμ.]
1) α) (Σε σχ. κατά το νοούμενο) μέρος ενός συνόλου ανθρώπων: πάρτη απ’ εμάς διψούσασι δεν είχασι να πιούσι Διήγ. ωραιότ. 240· (προκ. για στρατιωτικό τμήμα): Επηαίνασιν ομπρός οι καβαλλάροι| μια πάρτε και οξοπίσω οι γιανιτσάροι Λεηλ. Παροικ. 54· β) τμήμα, μέρος γεγονότων που αφηγείται κάπ.: ετώρα βούλομαι κι εγώ άρχοντες ν’ αρχίσω| τά είδασι τα μάτια μου μίαν πάρτη να μιλήσω. Γιατί κατέχω δεν μπορώ όλα να σας τα δώσω Διήγ. ωραιότ. 104· γ) στάδιο διαδικασίας: Η πρώτη πάρτε του καρτιτζαρίσματος ... έναι να αλαργάρεις … Η δευτέρα πάρτε έναι … Η τρίτη πάρτε έναι του ρετούρνου ήτοι του εγυρίσματος Μαρτολόγιον (1540) 106· δ) περιουσιακό μερίδιο, κληρονομικό μερτικό: η κερά Εργίνα Βαρουχοπούλα … δίδει και πουλεί τη πάρτε τση, το δρυ, ήγου το τρίτον, όπου τση τοκάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 253· ο κυρ Αντρέας Βαρούχας Ξερίτης … δίδει και πουλεί απού τη πάρτεν τα χωράφια απού του έταξεν ο μισέρ Τζουάνες Βαρούχας, ο κύρης του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 363· να ’ναι υποθεκάδα μου σπετσιαλμέντε για την πάρτε του υιού μου του παπά ο μαγαντζές και αργαστήρι … και για την πάρτε του υιού μου του Μιχελή τα άνωθε λιβέλα των Καφάτων Μορεζίν., Διαθ. 484· ε) μεριά, πλευρά· (εδώ προκ. για αντίπαλη στρατιωτική παράταξη): Οληνυκτίς αμόλερναν μπάλες με στια γεμάτες,| κι εσπούσαν κι εσκοτώνασι προς των Τουρκών τες πάρτες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19220. 2) α) Απόφαση: Πώς επιάσθη η πάρτη διά να παραδοθούσι (ενν. οι Χανιώτες) Διακρούσ. 9123· β) δικαστική απόφαση: ο ποίος (ενν. αγοραστής) να μπορεί να το καταστιχάρει (ενν. το χωράφι) με τσι νόμους και πάρτες τση δικαιοσύνη μας Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 20615· γ) απόφαση της βενετικής γερουσίας που αφορά συγκεκριμένη υπόθεση (πβ. Boerio, λ. parte, Παναγιωτοπούλου [Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. σ. 136-7]): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 11. Η λ. ως επίρρ. = 1) α) (Προκ. για σύνορα ιδιοκτησίας) κατά ένα μέρος: το ποίο (ενν. σώχωρο) συνορεύει ανατολικά με στράτα και δυσικά και βορεινά με χωράφι και πάρτε με αγωγό του άνωθεν κυρ Τζανή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 328· β) (προκ. για αφήγηση) εν μέρει, κατά ένα μέρος: τά λέγω γροικήσαμεν πάρτη από τις γονιούς μας Διήγ. ωραιότ. 125· γ) έκφρ. πάρτη … πάρτη = κατά ένα μέρος (τους) ... κατά ένα άλλο μέρος· άλλοι ... άλλοι (βλ. μέρος Εκφρ. 11α): Από σεισμούς τις φοβερούς πολλοί και δυνατοί ’σαν| πάρτη σπίτια εχαλάσασι και πάρτη εραγίσαν Διήγ. ωραιότ. 264. 2) Ξέχωρα, χώρια: Πού να πατήσει άνθρωπος από τους σκοτωμένους,| που κείτουνταν εδώ κι εκεί, και πάρτε λαβωμένους Διακρούσ. 8924.
πουνέντες- ο, Πορτολ. A 22, 2 κριτ. υπ., 517, 613, 74, 92, 14, 103, 10, 141 κ.α., Μαρτολόγιον (1540) 106 δις, 107, Κυπρ. χφ. 161· πονέντες, Διήγ. εκρ. Θήρ. 1118, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52612· πουνέντης, Πορτολ. A 1916, 19220 κ.α.
Από το ιταλ. ponente (βλ. Battaglia, λ. ponente, ΛΚΝ, λ. πουνέντες). Ο τ. πονέντες σε έγγρ. του 16. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 502 και ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 524) και σήμ. Ο τ. πουνέντης (από μεταπλ.) και σήμ. Η λ. σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 475 και 503, Καδάς, Βυζαντ. 14, 1988, 357) και σήμ. ναυτ.
1) α) (Ως κύρ. όν.) η Δύση: τότες ήλθαν και οι Φράγκοι εις την Κωνσταντινούπολιν από τον Πουνέντην και επέρασαν εις την Ανατολήν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 321v· β) (επιρρ., συν. με τη λ. λεβάντε) από ή προς τα δυτικοανατολικά (για τη σημασ. πβ. Battaglia, ό.π.): από το Τζερόρ ως το Σετεγράδι, πουνέντη λεβάντη, έναι μίλια ή Πορτολ. A 1926· έκφρ. περ πονέντε = προς τα δυτικά: εσύ την στράταν έσφαλες κι επήγες περ πονέντε,| κι εγκρέμνισάν μας τα νερά ως μίλια δεκαπέντε Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 163. 2) Οι χώρες της Δύσης, της Δυτικής Ευρώπης: από τούτον εβγήκαν δέκα βασιλείς και άλλοι αυθέντες ... και άλλοι πολλοί του πουνέντη οι αφέντες όλοι Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 113v. 3) (Ναυτ.) ο δυτικός άνεμος, ο ζέφυρος: η Ορά έναι καλό πόρτο διά πάσα άνεμον πουνέντη γαρμπή Πορτολ. A 35827. — Βλ. και πονέντε.
πριντσιπάλες,- επίθ.· άκλ. πριζιπάλ, Ξόμπλιν φ. 130r· πριτζιπάλ, Ξόμπλιν φ. 131v· πριντσιπάλε, Μαρτολόγιον (1540) 106.
Από το ιταλ. principale (Battaglia, λ. principale). Οι τ. πριζιπάλ, πριτζιπάλ από το γαλλ. principal (πβ. και βενετ. principal, βλ. Boerio). Ο τ. πριζιπάλ στο Γιαγκουλλής, Κυπρ. διαλ. Τ. πριντσιπάλ σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 369). Γεν. πληθ. πριντσιπάλωνε σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 521)· βλ. και Κρ. συμβόλ. 74. Ο τ. πριντσιπάλε (και πληθ. πριντσιπάλι) σε έγγρ. του 16. αι. (Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′ 31, 3, 171‑2, 731, κ.α., Β́ 1541, 4, 1582, 1624, κ.α., Γ́ 783‑4, κ.α., Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 112, 115, 119). Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, 1961-62, 260, Κασιμ., Έγγρ. 283 (392)).
Πρωτεύων, βασικός, κύριος: όλα του τα καλά, μόμπελε και στάμπελε, ..., του ομπλεγάρει για το αυτό χρέος πιέτζος και πριντσιπάλες πλερωτής ... ο ευλαβέστατος αφέντης πατέρας Γεράσιμος Δημητρόπουλος Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6858· ο κυρ Γεωργιλάς ... απομένει ... πριντσιπάλες παγαδόρος εις όλα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5329.
ρέγουλα- η, Rechenb. 481, 618, 11, 6714, 28, 765, 775, 8511, 884, Μαρτολόγιον (1540) 110, Κυπρ. χφ. 162· ρέουλα, Rechenb. 8315.
Από το παλαιότ. ιταλ. regula. Ο τ. ρέουλα σήμ. ιδιωμ. (Χατζ., Λεξ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Τ. ρέγολα σε έγγρ. του 17. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 533), 18. (Μπουμπ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 118), 19. αι. (Έγγρ. Σύρου Ά 267) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′). Η λ. το 10.-11. αι. (LBG), στο Somav., σε έγγρ. του 19. αι. (Σοφιανός, ΕΕΚυκλ.Μ 11, 1979-1981, 372) και σήμ.
Κανόνας: Η πρώτη πάρτε του καρτιτζαρίσματος έναι να αλαργάρεις ..., εις το οποίον εβγαίνουν οκτώ πράγματα ... Η δευτέρα πάρτε έναι αν αβατζάρει ... Η τρίτη πάρτε έναι του ρετούρνου ήτοι του εγυρίσματος ... Αυτή εστίν η ρέουλα ίτις η διέτα Μαρτολόγιον (1540) 106. Έκφρ. ρέγουλα των τριών = (μαθημ.) μέθοδος επίλυσης προβλημάτων, κατά την οποία από τρία δεδομένα ποσά βρίσκεται το ζητούμενο τέταρτο, η μέθοδος των τριών: βάλε το εις την ρέγουλαν των τριών και ειπέ· εάν το ένα πρόσωπον έχει τούβλα ͵Ϛ.δή, τα δ́ πρόσωπα τι ήθελαν έχει; Rechenb. 8711.
ρετόρνο- το, Μαρτολόγιον (1540) 106 δις, 109· ρετούρνο, Μαρτολόγιον (1540) 106 δις, 108, 111 δις.
Από το ιταλ. ritorno. (Για την τροπή ‑ι‑ σε ‑ε‑ και ‑ο‑ σε ‑ου‑ βλ. Μωυσιάδης, Ετυμ. 102, 110.)
Η επιστροφή· (εδώ ναυτ.) η κίνηση για να επιστρέψει το πλεούμενο στην αρχική του κατεύθυνση (βλ. Kahane-Bremner, Gloss. portol. 103, λ. ritorno): Η πρώτη πάρτε (ενν. του καρτιτζαρίσματος) ... έναι να αλαργάρεις ... Η τρίτη πάρτε έναι του ρετούρνου ήτοι του εγυρίσματος Μαρτολόγιον (1540) 106.
σέτζια- η.
Από το ιταλ. sèggia.
Ξεκούραση, ανάπαυση· βοήθεια, διευκόλυνση (για τη σημασ. βλ. Battaglia, λ. sèggia σημασ. 5): λοιπόν αυτόν εδώ οπού εγροίκησεν όλον τον καπίτουλον του μαρτολογίου, το ανέβαν και κατέβα το οποίον εκαλάρισες και έσμιξες και είδες όλην την ρέγουλαν, το οποίο έναι μεγάλην σέτζιαν εις ανθρώπους (έκδ. ανους· διορθώσ.) γραμματισμένους και διά τούτο έναι εις τοιούτον λογαριασμόν, ότι ημπορείς να ναβιγάρεις αμέντε χωρίς χαρτί Μαρτολόγιον (1540) 110.
σουμάρω,- Rechenb. 385, 604, 797, 8, 8922, 99b8, 9, 10, Μαρτολόγιον (1540) 108 δις, Καραβ. 4927, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 199, 979, 11833 κ.α., Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 252.
Από το βενετ. sumàr (Boerio). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 100 κ.α.), 17. (Έγγρ. Σύρου 274 κ.α.), 18. αι. (Βερβιτζ., Πρωτόκ. 3917 κ.α.) και σήμ. λαϊκ. Βλ. και LBG, λ. σουμμαρίζω.
Α´ (Μτβ.) αθροίζω, προσθέτω: σουμάρισον τα δ́ και τα β́ και γίνονται ς́ Rechenb. 755. Β´ (Αμτβ.) δίνω άθροισμα· ανέρχομαι συνολικά, συμποσούμαι σε: σουμάρουν όλα τα άνωθεν υπέρπυρα ρογ́, ήγου εκατόν εβδομήντα τρία Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1159.
σουμάτος,- επίθ.
Από το παλαιότ. ιταλ. sumato (Battaglia, λ. sommato1).
Αθροισμένος: το αβάντζο του αλαργαρίσματος από μίαν κάρταν είναι 98 και από δύο είναι 92 και από τρεις είναι 83· σουμάτα κάμνουν 273 Μαρτολόγιον (1540) 109 (γρ. σούματα). — Βλ. και σουμάδος.
ταξίδεμα- το.
Από το ταξιδεύω και την κατάλ. ‑μα. Τ. ταξίδευμα στο Somav. Η λ. στο Βλάχ. (λ. ταξίδι) και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα, όπου και τ. ταξίδεμαν.
Ταξίδι: Αρχή του Μαρτολογίου το οποίο διαχωρίζεται σε τέσσερα μέρη για ταξίδεμα με απολογισμό. Το πρώτο τμήμα του ταξιδέματος είναι της απομάκρυνσης και έτσι στο πρώτο μέρος του Μαρτολογίου είναι ν’ απομακρυνθείς Μαρτολόγιον (1540) 111 δις.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η· πάρτε.