Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 343 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μαλαξός, Νομοκ.

  • γελλού  
    η, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 317· γιλλού, Πουλολ. 428, Μαχ. 2164‑5.
    Από το αρχ. κύρ. όνομ. Γελλώ (L‑S). Για τους τ. της λ., αλλά και για το πράγμα λαογραφικώς και ιστορικώς, βλ. και Κουκ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 328-9, Χατζ., Διασπ. 51 κ.ε., Οικονομ., Λαογρ. 30, 1975- 76, 246-263, ιδίως σ. 256 και Χατζ., Λαογρ. Κύπρος 15, 1985, τεύχ. 35, σ. 1-4. Η λ. ως κύρ. όνομ. στη Legrand, BGV Β΄ XVIII και ο τ. στο Ψελλού, Δεισ. 575. Για την ετυμ. της λ. βλ. και Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. σ. 27-8. Η λ. και σήμ. στην Κάλυμνο στον τ. Γιαλλού (η) (Παπαμανώλη, Παραδ. Κόσμημα σ. 40). Η λ. και στον Κατσαΐτ., Θυ. Ε΄ 394 και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. Γιλλού).
    1) Λάμια που αρπάζει και θανατώνει τα βρέφη: Μαλαξός, Νομοκ. 455· (εδώ σε θέση επιθ.): Είπερ εισί γελλούδες γυναίκες, αναρρώσαι το αίμα των βρεφών και θανατούσαι αυτά; Μαλαξός, Νομοκ. 456. 2) (Προκ. για γυναίκα υβριστ.) στρίγγλα (Βλ. και Σπυριδ., ΕΛΑ 3, 1941/42, 72 σημ. 10): να πα γυρεύγω μια γελλού, ρουφιάνα, μια ξοξίνα Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 317· και το τρυγόνιν θλιβερά λέγει προς την κορώνην· (παραλ. 2 στ.): «Αιγύπτισσα με το μανδίν, γιλλού με το καρκάλιν» Πουλολ. 428.
       
  • κοκκί(ο)ν  
    το, Σταφ., Ιατροσ. 16441· κοκκίν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XIII 95· κούκκι, Δεφ., Λόγ. 216· κουκκί, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 167, Σαχλ., Αφήγ. 148, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 299, Rechenb. 394, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 377, Γαδ. διήγ. 248, Πανώρ. Γ΄ 260, Κατά ζουράρη 60, Στάθ. (Martini) Α΄ 168, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 179, 198, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιγ́ 19· κουκκίν, Γλυκά, Στ. 183, Προδρ. (Eideneier) IV 143 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 23725, 2454, 10, 12, 22, 48723· κουκκί(ο)ν, Σταφ., Ιατροσ. 5116, Σοφιαν., Παιδαγ. 288, Rechenb. (Vog.) 13, 541, Μαλαξός, Νομοκ. 447, Πηγά, Χρυσοπ. 327 (4), 328 (5, 6), 337 (13), Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45.
    Το μτγν. ουσ. κοκκίον. Ο τ. κούκκι από μετρ. αν. Ο τ. κουκκί και σήμ. Ο τ. κουκκίν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 238), όπου και τ. κουτσίν (Λουκά, Γλωσσάρ. και 253, Σακ., Κυπρ. Β΄ 608 και Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. 305). Η λ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) Σπόρος, σπυρί, κόκκος: Βάτου καρπόν, ήτοι τα κουκκία του Σταφ., Ιατροσ. 5118· εις τον σίτον έρχεται και [τα] κουκκιά συνάζει Φυσιολ. (Legr.) 1081· Έπαρον στρύχνον, ... κοπάνισον τούτον, θέλεις τα κουκκία του, θέλεις τα φύλλα του Σταφ., Ιατροσ. 14· Ένα πουλί πιάστηκε κι έκλαιγε ’τ’ εχαλάσθη,| σίτου κουκκί να ορεχθεί εις την παγίδα πιάστη Αιτωλ., Μύθ. 542. 2) Ο καρπός της κουκιάς, κουκί: ρύζι, ροβίθια και κουκκιά, φακήν τε και κριθάρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1304· πολλά φασούλια εφέρασιν, πολλά κουκκιά καθόλου Σαχλ., Αφήγ. 220. 3) (Φαρμακευτικός) κόκκος: εξ αυτού τῳ ιέρακι δώσεις εκάστῃ ημέρᾳ οφάς τρεις, τουτέστι κοκκία γ΄ Ορνεοσ. αγρ. 5253. 4) Μονάδα βάρους (Βλ. Schilb., Byz. Metrol. 185-6) ή νομισματική μονάδα: το δ’ εξάγιον κουκκίων ην κα΄ Rechenb. (Vog.) 11· Απέ την στύψην κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα ρ΄ πέρπυρα να λάβουν πέρπυρα ια΄, κουκκία ε΄ Ασσίζ. 48729· οίδας ότι τα ϛ΄ κουκ(κία) του ν(ομίσματος) δ΄΄ υπερπύρου εισί Rechenb. (Vog.) 5414· Τα λεφτοκάρυα εβγαλμένα έξω της χώρας, κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τον μόδην κουκία γ΄ Ασσίζ. 24415.
       
  • μοιχεύω  
    Φυσιολ. (Offerm.) G 9411, Φυσιολ. (Kaim.) 78α10, 79α10, Ελλην. νόμ. 5388, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 377r, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414, Χρον. βασιλέων 1094, 1105, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. 1 134, 154, κ.α.
    Το αρχ. μοιχεύω Τ. μοιχεύγω στο Βλάχ. και σήμ. στη Χίο (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ.· μτβ. και αμτβ. 1) α) Διαπράττω μοιχεία: Ελλην. νόμ. 53810, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 415, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 175v, Τζάνε, Κατάν. 396· β) (μεταφ.): μοιχεύει πνευματικώς Ιστ. πατρ. 14417. 2) Συνουσιάζομαι· (εδώ προκ. για ζώα): ο άρρην μοιχεύει την θήλειαν (ενν. έχιδνα) Φυσιολ. (Offerm.) M 479· ο κόραξ μοιχεύει Φυσιολ. (Kaim.) 78b10. 3) Μεταφ. α) μολύνω ηθικά: αυτός ο παρανομότατος Αρσένιος, ζώντος αυτού του γνησίου αρχιερέως, έλαβε τον θρόνον αυτού … και εμοίχευε την εκκλησίαν Χριστού του Θεού Ιστ. πατρ. 14313· β) παραποιώ, αλλοιώνω, διαστρέφω: μοιχεύει (ενν. ο Φαρισαίος) με το ψεύδος την αλήθειαν Πηγά, Χρυσοπ. 291 (36)· γ) λατρεύω είδωλα: εκείνοι (ενν. οι Ιουδαίοι) … εμοίχευσαν το ξύλον και λίθον Φυσιολ. 35717. IΙ. (Μέσ. προκ. για γυναίκα) διαπράττω μοιχεία, γίνομαι μοιχαλίδα: Βακτ. αρχιερ. 170, Χρον. βασιλέων 1038, Αλεξ. 288, Καλλίμ. 2308, Μαλαξός, Νομοκ. 166.
       
  • μολύβδι  
    το, Προσκυν. Ιβ. 845 2531225.
    Το ουσ. μολύβδιον, που απ. στον Ιπποκράτη.
    α) Το μέταλλο μόλυβδος, μολύβι: το μάλαμα και το ασήμι, το χάρκωμα, το σίδερο, τον κασσίδερο και το μολύβδι Πεντ. Αρ. XXXI 22· β) (ως μέσο μαντικής· βλ ά. μολύβι 1 δ): Είτινες υπάγουν … να τους χύσει κερί ο μάντης ή μολύβδι, χρόνους έξι μη κοινωνήσουν Μαλαξός, Νομοκ. 417.
       
  • μολυβδοχύτης  
    ο, Μαλαξός, Νομοκ. 417, 429, 444.
    Από το ουσ. μολύβδι και το χύνω. Η λ. απ. σε Νομοκάνονες του 16., 17. και 18.αι. (Βλ. Κουκ., Λαογρ. 9, 1926-8, 74, 104 [= Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 230, 258]).
    Αυτός που χύνει μολύβι· (εδώ για μαντικούς σκοπούς· για το πράγμα βλ. ά. μολύβι 1 δ): Ο γόης και ο μάγος και ο μάντης και ο κηροχύτης και ο μολυβδοχύτης … οι τοιούτοι χρόνους κ’ μη κοινωνήσουν Μαλαξός, Νομοκ. 419.
       
  • μολύβι  
    το, Gesprächb. 1235, Ροδολ. Β΄ 255· βολύμιον, Μπερτολδίνος 91· μολύβι(ν)· μολύβιν, Σπανός (Eideneier) Β 203, 204, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2695, Προσκυν. Κουτλ. 390 12517, Διήγ. πανωφ. 58, Ροδινός (Βαλ.) 213.
    Το μτγν. ουσ. μολύβιον ( L‑S, λ. μολίβιον και Steph., Θησ., λ. μολύβιον). Ο τ. μολύβιν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 664). Η λ. και σήμ.
    1) α) Το μέταλλο μόλυβδος, μολύβι: να βάλει εις το χωνευτήριον χρυσάφι, ασήμιν, κύπρον, μολύβιν, σίδερον Διήγ. Αγ. Σοφ. 15611· η άλλη (ενν. τούρλα του ναού) είναι … με το μολύβιν σκεπαστή Προσκυν. Κουτλ. 390 12527· Τους ψεματάρους κι άτυχους και εκείνους που μανίζουν| θα στέκουν να κοπιούσινε μολύβια να τραβίζουν Τζάνε, Κατάν. 470· β) (σε παροιμιακή φρ.· η χρ. και σήμ.· βλ. Πολ. Ν., Παροιμ. Γ΄ 37-8): εβούλισεν σαν μολύβι εις νερά αντρειωμένα Πεντ. Έξ. XV 10· γ) (σε ιατρ. χρ.)· έκφρ. μολύβιν πλακερόν = μολύβδινη πλάκα (Βλ. Oikonomu [Ιατροσόφ. σ. 158]): απάνω (ενν. εις το σπάσμαν) θες μολύβιν πλακερόν και δέσε το σφικτά Ιατροσόφ. (Oikonomu) 886· δ) (ως μέσο μαντικής· για τη μολυβδομαντεία βλ. Αθανασόπουλος, Λαογρ. 8, 1921, 565-6 και Παπαδ. Α., ΗΜΕ 1923, 150-1· πβ. Κουκ., Λαογρ. 9, 1926-8, 74 [= Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 230]): ο μάντης και εκείνος οπού χύνει το κερί ή το μολύβι … χρόνους είκοσι να μηδέν μεταλάβει Μαλαξός, Νομοκ. 418 σημ. 4· Νέαν γενεάν ειδωλολατρίας ευρήκασιν οι άνθρωποι, όσοι … με τα μολύβια την μαντικήν θεοποιούσι Πηγά, Χρυσοπ. 337 (13). 2) (Συνεκδ. - περιληπτικά) βλήματα πυροβόλων όπλων: οι στρατιώται …| στάρι, σαλμίτρο, πόλβερην, μολύβιν εβαστούσαν Αχέλ. 1610. 3) Οργανο γραφής, μολύβι: πολλάκις αποτόρμησα να γράψω| κι εις τούτα τα χαρτιά να ζωγραφίσω| ή με μολύβιν τάχα να τα σκιάσω Κυπρ. ερωτ. 711.
       
  • μονάστρια  
    η, Ταμυρλ. 57, Δούκ. 37133, 3731 Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 252, Προσκυν. Ιβ. 845 461, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 410, Μαλαξός, Νομοκ. 223.
    Από το ουσ. μοναστής και την κατάλ. ‑τρια. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
    1) Μοναχή, καλόγρια: μοναζουσών δε σκήνωμα υπάρχει των απόρων,| εκείσε γαρ μονάστριαι είκοσι κατοικούσι Παϊσ., Ιστ. Σινά 2177· Ο αρπάζων μονάστριαν ... ρινοκοπείσθω Μαλαξός, Νομοκ. 352. 2) ? Παρθένος: γεννάται (ενν. ο Μεσσίας = ο Αντίχριστος) εκ μαινάδος,| τάχατε εκ μοναστρίας| μιαράς, εσπιλωμένης Λέοντ., Αίν. V 8.
       
  • μόνον,  
    επίρρ., Σπαν. A 426, Κομν., Διδασκ. Δ 254, 402, Βέλθ. 64, 380, Χρον. Μορ. H 628, 8855, Πτωχολ. (Κεχ.) P 121, 328, 347, Δούκ. 2577, 22, 3817, Απόκοπ.2 82, 219, 433, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 76v, 165r, 244r, Μαλαξός, Νομοκ. 341, 343, Πανώρ. Δ΄ 295, 296 δις, Ε΄ 165, Ερωφ. Β΄ 370, 437, Δ΄ 442, Ιντ. δ΄ 71, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1175, 1889, Β΄ 574, Γ΄ 119, κ.π.α.· μόν’, Φαλιέρ., Ιστ.2 92, Θησ. (Foll.) I 39, 61, 68, Αλεξ. 522, 752, 1831, Ερωφ. Α΄ 152, 302, Γ΄ 121, Ε΄ 672, Σταυριν. 359, 460, 739, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ΄ [46, 65], κ.π.α.· μόνε, Κομν., Διδασκ. Δ 173, Πεντ. Γέν. VI 5, VII 23, IX 5, XV 4, Έξ. IX 26, X 17, XXXI 13, Αρ. XXVI 33, XXXI 23, Δευτ. XXVIII 13, 29, Χρον. σουλτ. 5816, 598, 6518, 13512, Ιστ. Βλαχ. 410, 680, 706, κ.π.α.· μόνι, Χρον. Μορ. H 800, 1792, 3015, 3199, 3946, 4666, 6315, 6952, 6994, 7668, 8740, κ.α.· μόνο, Βέλθ. 855, Πανώρ. Πρόλ. 54, 77, Α΄ 94, 376, Β΄ 454, 568, Ε΄ 41, 236, Ερωφ. Α΄ 121, 197, Ιντ. α΄ 32, Β΄ 415, Ιντ. β΄ 35, Γ΄ 51, 168, 303, 347, Δ΄ 220, 355, Ε΄ 220, 400, 466, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 829, 882, Β΄ 909, 992, 995, Ε΄ 262, κ.π.α.· μόνουν, Πένθ. θαν.2 484 κριτ. υπ.· μούνε, Σπαν. O 147.
    Το αρχ. επίρρ. μόνον. Ο τ. μόν’ στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 45, Δ΄ 129, στο Βηλαρά (Βλ. Κριαρ., Ν. Εστ. 94, 1973, 19) και σήμ. Ο τ. μόνε στο Βλάχ., σε δημ. τραγ. του 19. αι. (Λουκάτ., Κεφαλλ. Χρον. 1, 1976, 190· έκδ. μονέ από μετρ. αν.) και σήμ. ιδιωμ. (Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. 219 και Αθ. 37, 1925, 145). Ο τ. μόνι και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Μάνεσης, ΛΔ 5, 1950, 124). Τ. μο σήμ. στη Μάνη (Βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 532). Τ. μόνου σε έγγρ. του 18. αι. (Βλ. Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 15, (1968) 1972, 36· έκδ. μονού) και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Βογιατζ., Αθ. 37, 1925, 146 και Λουκά, Γλωσσάρ. 318). Η λ. και ο τ. μόνο και σήμ.
    Α´ (Ως επίρρ.) 1)   α) Μόνον, αποκλειστικά (για να δηλωθεί περιορισμός ή αποκλεισμός προσώπου ή γεγονότος): Πανώρ. Πρόλ. 74, Χρον. Μορ. H 2813, Αλεξ. 438, 155, Χρον. Τόκκων 2703· (σε επανάληψη επιτ.): όντεν είσαι εις τον Γιάφα, ανοίγεις το ακρωτήριν της Κάρμηλος· μόνον την Ταρτούζαν σκεπάζεις την μόνον μόνον Πορτολ. A 1806· β) (στο σχήμα όσο μόνε + ειδική πρόταση για να δηλωθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός): οι άλλοι πρίντζιποι δουκάδες τον εδεχόντησαν, όσο μόνε ότι τον εφιλεύανε Χρον. σουλτ. 3620· γ) (επιτ. με τα ένας, μοναχά, μοναχός): Αγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλια παρ’ άλλο| και μόνο ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 40· μοναχά μόνε με τον Μωσέ εσύντυχεν ο Κύριος; Πεντ. Αρ. XII 2· Ετούτος λαόν δεν έχει, αλλά μόνον μοναχός περιπατεί Διγ. Άνδρ. 39017· δ) απλώς και μόνον, απλώς: όσα φουσκώσου κύματα στο βράχος δε μπορούσι| ποτέ τως να με ρίξουσι γή αλλιώς να με ζημιώσου,| θωρώντας μόν’ ως άστρο μου λαμπρό το πρόσωπό σου Ερωφ. Αφ. 64· η ποια (ενν. πεθυμιά μου) νιώθω στον Άδην με πεσώννει| μόνον για να ʼρτω στο δεντρόν να ʼγγίσω| εκείνον τον καρπόν τον φουμισμένον Κυπρ. ερωτ. 1312·· έτοιο λογισμόν αψήφιστο να βάλει| που μόνο να το θυμηθώ ...| νεκρώνουνται τα μέλη μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 925· άσκημο βοσκό αναψηφισμένο| θέλει σου δώσου γι’ άντρα σου, θωρώντας τονε μόνο| στα σωθικά παντοτινά να ’χεις μεγάλον πόνο Πανώρ. Γ΄ 245· ε) (για να δηλωθεί εξαίρεση) παρά μόνον, εκτός: Πάντως, κακομουζάκωτε, τα κρέη σου ου τρώγουν| εξόν μόνον οι μύρμηγκες και η σκύλα του τσαγγάρη Πουλολ. (Τσαβαρή)2 49· Άλλος τινάς δε μου ʼφταιξε, μόνον η γι-όρεξή μου Πανώρ. Ε΄ 205· Στη γέμιση του φεγγαριού άλλο δεντρό δεν πιάνει,| μόνο τσ’ αγάπης το δεντρό, που πάντα ρίζες κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 316· πλην δεν είχανε βαστά μόνον ψωμί και κρασί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 132r· (με προηγ. την πρόθ. παρά): ο θάνατος είναι κοινός τοις πάσι και ουδείς γινώσκει την ημέραν και την ώραν του τέλους του παρά μόνον είς, ο Θεός Σεβήρ., Διαθ. 189· ξεφάντωση καμιά δε βρίσκω παρά μόνο| στα δάση ʼλάφια και λαγούς κι αγρίμια να ζυγώνω Πανώρ. Γ΄ 163· (με επόμ. το σύνδ. και): ο Θεός ουδέν του έδωκεν υιόν διά κληρονόμον (παραλ. 2 στ.) μόνι και θηλυκά παιδία έχει διά κληρονόμους Χρον. Μορ. H 6284· ουκ είχαν πλέον το τι να φάουν, μόνον και τα κορμιά τους Χρον. Μορ. H 2933· Ποιον άλλο γένος σήμερον ευρίσκεται εις τον κόσμον| να τους πουλούν ως αμάλωτα, μόνον και τους Ρωμαίους; Χρον. Μορ. H 1261· ς) (με αριθμτ.) παρά μόνον, το πολύ πολύ: ουδέν ηθέλησεν ποσώς μετ’ αύτον να επάρει,| μόνον δύο καβαλαρίους και δώδεκα σεργέντες Χρον. Μορ. P 1899· Μόν’ τρεις ημέρες έκαμαν εκεί οπού σταθήκαν Βίος Δημ. Μοσχ. 513v· οι Φράγκοι γαρ ουκ ήσασιν, πεζοί και καβαλάροι,| μόνι (έκδ. μόνοι· διόρθ. Κεχ., Ελλην. 27, 1974, 264) εφτακόσιοι μοναχοί, τόσους τους εγνωμιάσαν Χρον. Μορ. H 1731· ο Αδάμ δεν εστάθηκεν εις τον Παράδεισον, μόνον έξι ώρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 75r. 2) (Στο σχήμα μόνον πως δεν ...) μόνο που δεν ..., λίγο έλειψε να ...· (Βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 174 1β σημ.): Ο δε Αχμάτ παντελώς τα λόγια του Κατιλερκέρη δεν τα εδέχθη, μάλιστα μετά πολλού θυμού τον ύβρισε και μόνον πως δεν τον έδειρε Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 341. 3) (Χρον.) α) πια, τελικά: πρόβατα είδ’ από μακριά οπού ʼσανε κοπάδι| και όσον να πα στα πρόβατα έσωσε μόν’ το βράδι Σταυριν. 664· β) τότε ακριβώς, αμέσως: Τότε μπαίνει (ενν. η Σωσάννα) στο λουτρό κι εκ το νερόν επαίρνει·| μόνε θωρεί τους γέροντες οπού ʼσανε κρυμμένοι Δεφ., Σωσ. 110. Β´ (Ως σύνδ.) 1) Αντιθετικός α) (μετά από αρνητ. πρόταση) παρά μόνον: γλώσσα δεν έχει (ενν. ο ξένος) να το πει, χείλη να ʼμολογήσει,| μόνον γογγά ο ʼλεεινός και συχνοαναστενάζει Περί ξεν. V 74· μέρα και νύκτα δεν σιγώ, μόν’ κάθομαι και κλαίω Θρ. πατρ. 63· β) (επιτ.) αποκλειστικά και μόνο για ..., μόνο και μόνο για ...: γκρέμισα στο πέλαγος μόνο για να γλυτώσω| εκ την περισσά συμφορά κι εκ το κακόν το τόσον Γαδ. διήγ. 475· για τούτο ήρθα ως επά μόνο για να σε δούσι| τ’ αμμάτια μου τση ταπεινής να παραλαφρωθούσι Ερωφ. Γ΄ 77· η Ευδοξία, ηξεύρετε, Χρυσόστομον Ιωάννην| ʼκ την Πόλη τον εξόρισε μόνον για ν’ αποθάνει Βεντράμ., Γυν. 46· (με προηγ. το σύνδ. και): Να κιλαδείς ουκ ημπορείς, να παίζεις ουκ ηξεύρεις,| και μόνον ήλθες, άτυχε, φοβέριστρον του γάμου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 11· γ) (για να δηλωθεί περιοριστική αντίθεση) παρά μόνον: δεν έβανε (ενν. ο Γολιάθ) εις τον νου του τίποτες άλλο, μόνον επίστευε να τον θανατώσει τον Δαβίδ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 191r· Σ’ άλλο δεν ήσουνε καλός, μόνε να με πλανήσεις Ζήνου, Βατραχ. 172· έχω σήμερο τρεις τέσσερις χρόνους οπού τηνε πορεύομαι Κάστρο και Ρέθεμνος και δεν πορώ ν’ αναβατζάρω τίποτις, μόνε όσο πεσκουλάρω τα ξένα σολδία Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 172· δ) (στο σχήμα ου μόνον ..., αλλά και ή μα μάλιστα για σύνδεση επιδοτική· βλ. Τζάρτζ., ό.π. Β΄ 44): ου μόνον τότε η φροντίς, αλλά και νυν τυγχάνει Προδρ. IΙΙ 132e χφφ CSA κριτ. υπ.· Ου μόνον συμβουλεύω σε να ʼλθείς να πολεμήσεις,| μα μάλιστα ορίζω σε οπίσω να γυρίσεις Αλεξ. 1783· ε) αλλά, όμως: ο σουλτάνος δεν εστάθη εις τον λόγο του, μόνε τους αποκεφάλισε όλους Χρον. σουλτ. 11813· ηβλέποντας τούτο ο Δαβίδ δεν του εφαίνετον πλέον καλόν να στέ­κει να διαλέγεται μετ’ αυτόν, μόνον παρευθύς άρπαξε την σφεδόνα του από την τσέπην του και μίαν πέτραν και ... κτυπάγει τον Γολιάθ εις την κεφάλην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 191r· θεγατέρα του πατρός μου αυτή· μόνε όχι θεγατέρα της μάννας μου Πεντ. Γέν. XX 12· ς) (με βουλητική συν. πρόταση για να δηλωθεί όρος, προϋπόθεση) αρκεί να ..., φτάνει να ...· (Βλ. Τζάρτζ., ό.π. Α΄ 308 σημ. β΄ και Β΄ 41): πίνω το αίμα του, μόν’ να βρεθεί ομπρός μου Άλ. Κύπρ. 1752· ελπίζω πρώτα στους θεούς κι εις την ομόνοιά μας,| νικούμε τον τον Δάρειον, μόν’ να ʼνʼ καλή η καρδιά μας Αλεξ. 710· Ας κάμουν ό,τι θέλουσι, μόνον ας μας αφήσου Πανώρ. Δ΄ 95· εδά στο Ζόρου ας πάγομεν οπού ʼνʼ κι εκεί λαγκάδι| κι αν θέλεις, ας νυχτώσομεν, να πάμεν μόνε βράδι Ευγέν. 490· μόνον ας έβλεπεν τινάν καλόν εις την καβάλαν,| τα πράγματά του έδιδε να επόταζεν τοιούτον Ιμπ. 25. 2) (Εναντιωματικός με προηγ. ή επόμ. το και) αν και, παρόλο που, μολονότι: Μόνον κι είναι πουλλίν, παντές λυπάται| τα πάθη μου κι εκείνον και θρηνίζει Κυπρ. ερωτ. 249· Έτσι επαρατσάκισαν (ενν. οι Τούρκοι), εκίνησαν να φεύγουν| και μόνον ότι είχε ολίγους Ερκούλιος εδικούς του Χρον. Τόκκων 2418. 3) (Συμπερασμ.) α) (για να εκφράσει προτροπή· βλ. Τζάρτζ., ό.π. Β΄ 50 σημ. και 175) λοιπόν: ο Χριστός σου δεν σου θέλει δώσειν τινά βοήθειαν, μόνον κάμε αυτό οπού σε λέγομεν και γενού συγκοινωνός μας Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 165145· Μόν’ κι εσείς όλοι, αδελφοί μου| και συντρόφοι εδικοί μου,| κάμετε ως ανδρειωμένοι Τριβ., Ταγιαπ. 129· ειπέτε του Δαρείου ότι εγώ είμαι ητοιμασμένος, μόνον, όταν θέλει, ας έλθει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 215r· β) σίγουρα, βέβαια: έκραξεν ο Αβιμελέκ το Ιτσχάκ και είπεν: «Μόνε ιδού γεναίκα σου αυτή» Πεντ. Γέν. XXVI 9· είπεν αυτουνού ο Λάβαν: «Μόνε κόκκαλό μου και κριάς μου εσύ», και έκατσεν μετ’ αυτόν μηνού μέρες Πεντ. Γέν. XXIX 14· εβγήκεν ο ένας από εμέν και είπα: «μόνε αρπαγμό αρπάχτην και δεν είδα ος εδώ» Πεντ. Γέν. XLIV 28. 4) (Χρον. στο σχήμα και μόνο να ...) (αμέσως) μόλις, ευθύς ως (Πβ. Κριαρ., Ελλην. 22, 1969, 223 σημ.): ήστεκεν εις τη Τζιλοτζά και μόνο να γροικήσει| το φτύσμα μου το αδυνατό ντελόγκο είχε γυρίσει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 739. 5) (Συνδετικός για να δηλωθεί αντίθεση ή περιορισμός): χαθώς να τρώγετε το αλάφι και το ζαλκάδι, έτσι να το φας· ... μόνε δυναμώσου να μη φας το αίμα, ότι το αίμα αυτό η ψυχή Πεντ. Δευτ. XII 23· τον ξένο να στεναχωρέσεις και το ος να είναι εσέν με τον αδερφό σου απαφήσει το χέρι σου· μόνε ότι να μην είναι εις εσέν πένητος, ότι ευλογημένο να σε ευλογήσει ο Κύριος εις την ηγή Πεντ. Δευτ. XV 4· να μη μπορέσεις να δώσεις απάνου σου ανήρ ξένος, ος όχι αδερφός σου αυτός· μόνε να μη πληθύνει αυτουνού άλογα και να μη στρέψει τον λαό εις την Αίγυπτο Πεντ. Δευτ. XVII 15. 6) (Αιτ. στο σχήμα μόνε να) (ακριβώς) επειδή: Μόνε να είμαι εγώ καλή, αρχόντισσά μου, είμαι εδώ πρόθυμος να τηνε δουλεύσω Μπερτολδίνος 137. Εκφρ. μόνον και (με αριθμτ.) = έστω και: βλ. ά. και εκφρ. — Βλ. και ά. μοναχά.
       
  • μονοπροσώπως,  
    επίρρ.
    Το μτγν. επίρρ. μονοπροσώπως (Lampe, Lex.). Η λ. στον Τζέτζη (L‑S, λ. μονοπρόσωπος) και στον Πορφυρογ., Έκθ. (Βόνν.) A΄ 69520-21.
    (Πιθ.) αναφορικά με ένα μόνο πρόσωπο ή κατηγορία προσώπων, αποκλειστικά (εδώ προκ. για ευθεία γραμμή συγγένειας· για τη σημασ. πβ. Ahrweiler, BCH 84, 1960 [= Ahrweiler, Études VIII], 5 σημ. 7): μονοπροσώπως (ενν. να γίνεται το συνάλλαγμα), καθώς και εις την υιοθεσίαν, ήγουν εις ανιόντας και εις κατιόντας, ήτοι εις γονείς και εις παιδία, ουχί δε εις τους αδελφούς, τους οποίους λέγει ο νόμος πλαγίους Μαλαξός, Νομοκ. 301· Η συγγένεια του αγίου βαπτίσματος δεν έρχεται εις κληρονομίαν, ώσπερ τα παιδία οπού γεννήσουν τινές, ... μόνον εις τους βαθμούς εξετάζονται ώσπερ και την εξ αίματος ... μονοπροσώπως Μαλαξός, Νομοκ. 304.
       
  • μουντζώνω· 
    μοντζώνω· μουζώνω, Πτωχολ. (Κεχ.) P 79· μουτζώνω, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 295.
    Από το ουσ. μούντζα και την κατάλ. ‑ώνω. Βλ. και Συμεων., Balkan Studies 22, 1981, 182. Ο τ. μουζώνω στο Βλάχ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ και Ϛ΄, λ. μουζωμένος). Τ. μουζώννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 667, λ. μουζόννω, Λουκά, Γλωσσάρ. 319). Ο τ. μουτζώνω στο Du Cange (λ. μουτζούν) και σήμ. Η λ. στο Somav. και σήμ.
    I. Ενεργ. α) αλείφω το πρόσωπο κάπ. με καπνιά ή ακαθαρσίες για τιμωρία και διαπόμπευση· εξευτελίζω: μούτζωσέ τον και κάτσε τον εις τον γάιδαρον και πόμπεψέ τον εις όλον το παζάρι Νομοκριτ. 73· Όσοι αφόβως ... κατακρίνουσι και βλασφημούσι και παραδίδουσι και αναθεματίζουσι και μουζώνουσι και επικαλούνται τον Θεόν διά κακόν ετέρου Νομοκ. 38711· β) προσβάλλω, ντροπιάζω κάπ., προκαλώ όνειδος σε κάπ. με τις πράξεις μου: επεί μάθει μαντεύματα, τότε τον κατορθώνει,| όσον γελού οι χριστιανοί και αυτείνη τού μοντζώνει (ενν. του άνδρα της) Σπαν. (Ζώρ.) V 643· (εδώ πιθ. με υβριστική χειρονομία): Μήνα εμούτζωσες ιερέα ή έβρισες αυτόν; Μαλαξός, Νομοκ. 412· γ) (υβριστ.): κακά σου δέκα Σάββατα και μουντζωμένη σου εορτή Σπανός (Eideneier) Β 170. IΙ. (Μέσ.) αλείφω το πρόσωπό μου με καπνιά, στάχτη, μουτζουρώνομαι: έμπασεν (ενν. ο μάγειρος) τον πρίντζην εις το μαγειρείον ... κι εφόρησέν του τα ρούχα του κοπέλλου και εμουζώθην και έβαλεν ... και έναν χαρκόπουλλον εις το χέριν του λαλώντα «πα να τα γανώσει» Μαχ. 4008.
       
  • μυλών  
    ο, Μαλαξός, Νομοκ. 396· μύλων, Κυνοσ. 59422, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 2285, 86, 87, Διαθ. Αγ. Γεωργ. Μαγγ. 47· μύλωνας, Γράμματα Μετεώρ. 4421.
    Το αρχ. ουσ. μυλών. Ο τ. μύλων, με αναβιβ. του τόνου, ήδη στον Αριστοτέλη (Steph., Θησ.)· πβ. όμως και Henrich, Κλητ.-γεν. σε -ο 9. Η λ. και ο τ. πολλ. σε μοναστηριακά έγγρ. (Braat, Trav. et Mém. 9, 1985, 391, Act. Saint-Pantél. 913, 14, 17, Act. Doch. 818, κ.π.α.).
    To κτίσμα όπου στεγάζεται και λειτουργεί ο μύλος· μύλος: Μαλαξός, Νομοκ. 396· ανήγειραν οι μοναχοί τον μύλωνα Γράμματα Μετεώρ. 4411.
       
  • νεωτερίζω. 
    Το αρχ. νεωτερίζω.
    (Μέσ.) μιμούμαι τους νέους, φέρομαι με νεανική ελαφρότητα: Ει μοναχός ορχίζεται ή τραγωδεί ή πράττει τά άπερ οι νεωτεριζόμενοι πράττουσιν, αφοριζέσθω χρόνους γ΄ Μαλαξός, Νομοκ. 210.
       
  • νηπιότης  
    η.
    Το αρχ. ουσ. νηπιότης.
    Η ιδιότητα του νηπίου, το να βρίσκεται κάπ. στη νηπιακή ηλικία: τα παιδία δεν ηξεύρουν (ενν. ή είναι βαπτισμένα ή ουχί) από την νηπιότητα και από το ατελείωτον της ηλικίας αυτών Μαλαξός, Νομοκ. 253.
       
  • νηστεύω,  
    Προδρ. III 272 g χφ g κριτ. υπ., Ιατροσ. 21103, Διγ. Z 1584, Φυσιολ. B 53, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 60r, 76v, 77r πολλ., 77v, Προσκυν. Κουτλ. 156 8216, Παϊσ., Ιστ. Σινά 63, Βίος αγ. Νικ. 60, Διγ. Άνδρ. 34822, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 86r, Μαλαξός, Νομοκ. 186· νηστεύγω, Μαχ. 2649, Δεφ., Σωσ. 302, 307 δις, 309, 312, 317.
    Το αρχ. νηστεύω. Ο τ. στο Βλάχ.· πβ. τ. νηστεύκω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 674). Η λ. και σήμ.
    Α´ Αμτβ. 1) Απέχω από τροφή, μένω νηστικός: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 661· θέλω υπάγει εις τον ποταμόν του Ιορδάνου να σταθώ μέσα εις το νερόν εβδομήντα πέντε ημέρας να νηστέψω, μήπως ο Θεός ... μας ελεήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 77r· εάν θελήσει (ενν. ο όφις) νέος γενέσθαι, πολιτεύεται και νηστεύει τεσσαράκοντα νύκτας έως το δέρμα αυτού χαυνωθεί Φυσιολ. M 144· ούτος (ενν. ο γυψ) μεν νηστεύει ημέρας τεσσαράκοντα, και πάλιν όταν ευρεθεί εν βρώμασιν, εσθίει λίτρας μ’ και αναπληροί των τεσσαράκοντα ημερών την νηστείαν Φυσιολ. 35318. 2) α) (Θρησκ.) απέχω από ορισμένες τροφές κατά τις καθορισμένες από την Εκκλησία νηστείες, νηστεύω: κι εσύ ουν, νοητέ άνθρωπε, ενήστευσας ημέρας τεσσαράκοντα, ελόμενος την του Κυρίου Ανάστασιν Φυσιολ. 3532· Σάββατο μέρα ήτονε, Ύψωσις του Σταυρού μας| κι όλοι μας ενηστεύαμεν δι’ αγάπην του Χριστού μας Διήγ. ωραιότ. 180· Νηστεύγεις και καταλαλείς, νηστεύγεις και υβρίζεις,| νηστεύγεις και μνησικακείς και σωτηριά ολπίζεις; Δεφ., Σωσ. 299· η αρχαία Εκκλησία, η από τον καιρόν των Αποστόλων, πάντοτε είχε την συνήθειαν της νηστείας και ενήστευον κάθε καιρόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 77· β) (για θρησκ. λόγους) μένω νηστικός: Σαράντα μέρες στο βουνίν ήργησε να κατέβει,| νύκτα και μέρα στον Θεόν ο Μωυσής νηστεύει Χούμνου, Κοσμογ. 2702. Β´ Μτβ. 1) Απέχω από ορισμένες τροφές α) (εδώ προκ. για εκδήλωση πένθους): Πεινώμεν, αποθνήσκομεν νηστεύοντες το κρέας Καλλίμ. 1513· β) (για θρησκ. λόγους): αυτείν’ οι γέροντες που κρίνασιν ομάδι| κι εδείχναν ’τι νηστεύγασι ψωμί, κρασί και λάδι,| και ενήστευγαν κι εκάμνασι κι οι δυο ξεροφαγία| και αυτείνοι εζιγανεύγασιν με ψεύτικην καρδία Δεφ., Σωσ. 294. 2) Τηρώ κάπ. νηστεία καθορισμένη από την Εκκλησία: εκείνοι οπού δεν νηστεύγουσι την αγίαν τως Σαρακοστή Αποκ. Θεοτ. I 214. 3) (Μεταφ.) απέχω από …: καλή ’ναι η νήστεια, νήστευε· μα νήστευε και τ’ άλλα·| την έχθρα και καταλαλιά, που ’ναι κακά μεγάλα Δεφ., Σωσ. 303· νήστευγε αυτείνη την πορνειά, μοιχειά και αδικία Δεφ., Σωσ. 305.
       
  • νόσημα  
    το, Προδρ. I 21, Διγ. (Trapp) Gr. 1342, 3402, Βίος Αλ. 3005, Ιατροσ. κώδ. ρκβ΄, ρνα΄, Σφρ., Χρον. μ. 722, Ch. pop. 481, Μαλαξός, Νομοκ. 180· νόσημαν, Σταφ., Ιατροσ. 11298.
    Το αρχ. ουσ. νόσημα. Η λ. και σήμ.
       
  • νοτάριος  
    ο, Ελλην. νόμ. 5174, 9, 5441, 6, 5613, 57115, Ωροσκ. 3925, 436, Metrol.2 673, 10, 16, Μαχ. 1625, 50431, Μαλαξός, Νομοκ. 519, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1646, 16542, Ψευδο-Σφρ. 3767, Διαθ. 17. αι. 183-4, 29, 12, 47, 310, 316, 328, 46, 99, 5181, 188, 7192, 216, 8,7, 9, 49, 912, 18, 190, 202, 106, 8, 11188.
    Το λατ. notarius· η λ. ήδη στο Έδικτο του Διοκλητιανού (L‑S Suppl.), στο Meursius, σε έγγρ. του 11. και 12. αι. (Act. Lavr. 3248, 3627, 6822, κ.α., Act. Ivir. 2710, 39, Act. Saint-Pantél. 31, 9, 33, Act. Doch. 135, 54, κ.α.), καθώς και των 16. - 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 19, 25, κ.π.α., Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 125, 127, Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 97, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 488, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 21, 42, 78, κ.π.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 420, Λάζαρης, Λευκαδ. 117).
    1) Γραμματικός, γραμματέας· (εδώ) γραμματέας δικαστηρίου: ταύτα πάντα γράφει ο νοτάριος λόγον προς λόγον ούτως ως τον ερωτούν τον μάρτυραν έμπροσθεν του κριτού Ελλην. νόμ. 5221. 2) α) Αξιωματούχος με καθήκοντα γραμματέα, καθώς και άλλες αρμο­διότητες, στην υπηρεσία κοσμικού ή εκκλησιαστικού άρχοντα (Βλ. Schilbach [Metrol.2 σ. 152], Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 218, Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 442· πβ. Lampe, Lex. στη λ. 2 και 7): μοναύτα έβγαλε από την φυλακήν το σιρ Τζάκο τε Πολονία τον νοτάριον, οπού ʼχεν πέψειν ο ρήγας διά μαντατοφόρον Μαχ. 17210· Τα ονόματα των ιβ΄ υπογεγραμμένων συμβουλατόρων του δουκάτου ... ο ζ΄ μισέρ Τζουάνε τε Φουτάνε νοτάριος Μαχ. 13612· ο πατριαρχικός έξαρχος και νοτάριος και ταβουλάριος Μονεμβασίας Byz. Kleinchron. A΄ 3247· πρώτοι ιερείς γινόμεθα και σακελλάριοι και νοτάριοι και πρωτοψάλται Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 45· β) το παραπάνω αξίωμα: Ταύτα (ενν. τα οφφίκια) δίδονται εις τους λαϊκούς: Του πρωτονοταρίου, του λογοθέτου ... του νοταρίου, του ταβουλαρίου Μαλαξός, Νομοκ. 517. 3) Συμβολαιογράφος (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄ 223, Νεράντζη-Βαρμάζη, Ελλην. 35, 1984, 261-2): ήκραξα εσένα τον παρών νοτάριον πούμπλικον ... οδιά να γράψεις … το παρόν μου τεσταμέντο Διαθ. 17. αι. 711· — Νοτάριο χρειάζομαι να γράψω τα καλά μου,| ν’ αφήσω εις τες εκκλησιές, γυναίκα και παιδιά μου. — Ξαργούμε, δεν είν’ πλια καιρός να κάμνεις διαθήκες Αλφ. 1151. — Βλ. και ά. νοδάρος, νοτάρης και νοτάρος.
       
  • νύμφη  
    η, Ερμον. Δ 270, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 551, Σφρ., Χρον. μ. 188, 10818, Φαλιέρ., Ιστ.2 459, Δωρ. Μον. XLI, XLII, Διγ. Άνδρ. 36130, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [54], Διγ. O 1475· πληθ. νυμφάδες, Θησ. ΙΑ΄ [71], Διγ. O 1472· νύφη, Σπανός (Eideneier) Α 475, 479, Β 221, D 1727, 1728, Χρον. Μορ. P 6288, Γράμμα κρ. διαλ. 7, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 217v, Πεντ. Γέν. XI 31, Λευιτ. XX 12, Δευτ. XXV 7, 9, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1068, Δ΄ 455, Ευρετ. Ερωτοκρ. 770508, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 600, Γ΄ 48, Ε΄ 164, 338, 339, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 202, 287, 350· πληθ. νυφάδες, Σπαν. (Ζώρ.) V 587, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 197v, Απόκοπ.2  230, 472, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 83, Ιστ. Βλαχ. 2842.
    Το αρχ. ουσ. νύμφη. Ο τ. στο Meursius και σήμ.
    1) α) Γυναίκα την ημέρα του γάμου της, νύφη: Χίκα, Μονωδ. 28· όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1374· ουδέ φλακή ουδέ σίδερα ουδ’ εκατό θανάτοι| θέλουσι κάμει να με πας σα νύφη στο παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 492· β) γυναίκα που μόλις παντρεύτηκε, νιόπαντρη: Βέλθ. 1040, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 666· πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα,| πόσα γοργό μ’ εκάματε νύφη γιαμιά και χήρα! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 486. 2) Γυναίκα, σύζυγος: Τζάνε, Κρ. πόλ. 7218· νύφη καλή, σαν έν’ και αυτός, να δω και να γυρέψω| ... να τον παντρέψω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 649· ετούτη η κοπελιά για νύφη τού ταιριάζει (ενν. του Φορτουνάτο) Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 431. 3) Μνηστή, μελλόνυμφη: Εσ’ είσαι νύμφη σήμερον και να το πεις ξεφεύγεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [864]· δε σκολάζει η γλώσσα του τα πλουμισμένα κάλλη| τσ’ όμορφης νύφης να επαινά με δόξα τση μεγάλη Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 152. 4) (Θρησκ.) έκφρ. νύμφη Χριστού = α) (προκ. για την Εκκλησία, για να δηλωθεί η συμβολική της ένωση με το Χριστό· βλ. Lampe, Lex. στη λ. Α): η Εκκλησία, η νύμφη του Χριστού Ροδινός (Βαλ.) 79· β) (προκ. για αγίες της χριστιανικής πίστης, για να δηλωθεί η συμβολική τους ένωση με το Χριστό· βλ. Lampe, Lex. στη λ. C): ωραιοτάτη εικών της πανσόφου και αγίας Αικατερίνης ... όντως νύμφη και αληθής βασίλισσα του νυμφίου και βασιλέως Χριστού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 158. 5) Σύζυγος ή μνηστή γιου: να γλύσει αυτός (ενν. ο Νώε) και η φαμελία του, ήγουν η γυναίκα του και τα παιδία του και οι νυφάδες του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 95v· μήτηρ ... έλα ... να ιδείς την καλήν μου, την νύμφην σου Διγ. Άνδρ. 33725· πάλιν τα παιδία σου, εάν τα υπανδρεύσεις,| θέλουν σε υβρίζει άσχημα οι δόλιες σου οι νυφάδες Σπαν. (Ζώρ.) V 470. 6) Σύζυγος αδελφού: έκανεν παιδί με την γυναίκαν αυτήν την νύμφη του, ήγουν την γυναίκα του αδελφού του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 256r· επαίρνω του αδελφού του γαμβρού μου την γυναίκα, ήγουν την νύμφην του Μαλαξός, Νομοκ. 298. Φρ. 1) Γίνομαι νύμφη με κάπ. = παντρεύομαι κάπ.: Ή πεθαμένη ή ζωντανή νύμφη μ’ εμέ να γένεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [I486]. 2) (Ε)παίρνω (για) νύφην, βλ. ά. επαίρνω 2 ε. 3) Λαμβάνω νύμφην = παντρεύομαι (πβ. και ά. λαμβάνω Φρ. 2γ): Την Αρμονίαν Κάδμος ουν ώδε λαμβάνει νύμφην Βίος Αλ. 2311. 4) Λαμβάνω εις νύμφην, βλ. ά. λαμβάνω Φρ 10· πβ. και ά. γυνή 4 φρ.
       
  • νυχθήμερο(ν)  
    το, Κρασοπ. (Eideneier) V 87(90), L 44(90), I 123(90), Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 301r, Μαλαξός, Νομοκ. 411· νυκτήμερο(ν).
    Το μτγν. ουσ. νυχθήμερον. Ο τ. σε Γλωσσάρ. (L‑S).
    Η διάρκεια μιας μέρας και μιας νύχτας, μερόνυχτο: η νύκτα της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου (ενν. έναι) άλλον νυχθήμερον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 301r· αν έπιναν οι άγγελοι κρασίν ώσπερ εμέναν| και να εκάθιζα ομού μετά των αρχαγγέλων,| εις εκατόν νυχθήμερα ήθελα τους μεθύσει Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 90· δώδεκα ... νυκτήμερα να ποιήσω εις τα εδικά μου| και άλλα εικοσιτέσσερα ώστε να πάγω, νά ʼρθω Διγ. (Trapp) Esc. 371. Η αιτιατ. επιρρ. = κατά τη διάρκεια ενός ημερονυκτίου: Όταν ... ο άνθρωπος ... προαιρείται ίνα ποιῄ μέρος μετανοίας, κατά το δυνατόν αυτού, το νυχθήμερον, ... κατεβάζεις ένα χρόνον παρακάτω από το μέτρον της Κοινωνίας Μαλαξός, Νομοκ. 411. — Πβ. και ά. νυκτοήμερο(ν).
       
  • ξενώνω, 
    Λόγ. παρηγ. L 25, Λόγ. παρηγ. O 26, Καλλίμ. 2391, Ασσίζ. 2675, Βέλθ. 13, Φλώρ. 907, 908, Λίβ. P 2495, 2555, 2564, 2599, Λίβ. Sc. 1329, 2579, 2764, 2964, 3085, 3090, Λίβ. Esc. 3745, 3921, 4136, 4246, Λίβ. N 3184, 3667, 3672· προστ. αορ. ξενώθησε, Λίβ. Sc. 1223, Λίβ. N 2058.
    Το αρχ. ξενόω. Η προστ. αορ. ανώμαλος σχηματ. Η λ. στο Βλάχ.
    I. Ενεργ. 1)   α1) Αναγκάζω κάπ. να φύγει μακριά από την πατρίδα, εξορίζω: Επαίρνουν με, ξενώνονν με και πλέον ουδέν με βλέπεις Φλώρ. 1025· Δεύτερον πράξιν έποικες νυν τε εις την ωραίαν| να την ξενώσεις εις μάκρους τόπους να μην την βλέπω Φλώρ. 1084· α2) (εδώ συνεκδ. για εκούσια απομάκρυνση): την κόρην οπού εξένωσεν ίδιους εκ τα δικά των| μετά μου να συμπερπατούν, να την αναγυρεύουν Φλώρ. 1522· β) (μεταφ. προκ. για την εκδίωξη του ανθρώπου από τον Παράδεισο): βουλόμενος ξενώσαι με (ενν. ο τύραννος = ο διάβολος) εις χώραν ξενοτέραν,| εις θλίψιν ατελεύτητον και πόνους βαρυτέρους Νεόφ. Έγκλ. Β́ 17· γ) απομακρύνω, αποσπώ κάπ. από κάπου (εδώ σε μεταφ.): η ζηλοφθονια εργάζεται ... να με ξενώσει εκ το σκαλίν της ευτυχοτυχίας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 24. 2) α) Απομακρύνω κάπ. από τους δικούς του, τον κάνω να τους αποχωριστεί: αλλ’ όνπερ ευηργέτησας πολλάς ευεργεσίας (παραλ. 4 στ.) και σε κακώς διέθηκεν, εξ ύψους| έρριψέ σε και συγγενών εστέρησεν, εξένωσε φιλτάτων Γλυκά, Στ. 388· οπόταν με εξένωσε η τύχη μου από σένα Λίβ. N 3561· β) (μεταφ.) απομακρύνω, αποξενώνω: ως σκλάβαν με επουλήσασιν διά να με ξενώσουν| καθόλου απέ τον πόθον σου Φλώρ. 1021· γ) (μεταφ. για συναισθήματα, εμπειρίες) αποβάλλω, διώχνω: τους οπίσω πικρασμούς ρίψε, ξενώθησέ τους,| χάρησε, ζήσε, σκίρτησε Λίβ. Sc. 1223. 3) Αφαιρώ, αποστερώ από κάπ. κ.: ειδέ και τολμήσει ... να τα επάρει (ενν. όσα πράγματα ... αφιερώθησαν) και ξενώσει εκ τον ναόν του θεού, ... να κανονίζεται ώσπερ τους ιεροσύλους Μαλαξός, Νομοκ. 198· Δεν σε έσωσεν (ενν. χρόνε κακότατε) οπού μας υστέρησες βασίλεια, οπού μας επήρες πλούτους, οπού μας εξένωσες ευγένειες Χίκα, Μονωδ. 90. 4) (Εδώ) στερώ από κάπ. τη συμμετοχή του σε κ., τον εξαιρώ, αποκλείω: ο Θεός εξαρχής εξένωσε τον πατριάρχην αντών (ενν. των Αγαρηνών) και αυτούς της διαθήκης αυτού και της χάριτος Ψευδο-Σφρ. 46626. 5) (Εδώ νομ.) εκχωρώ, μεταβιβάζω σε τρίτο πρόσωπο το δικαίωμα κυριότητας κάποιου πράγματος, που παράνομα το κατέχω (προκ. να μην το διεκδικήσει ο νόμιμος κάτοχος): Περί εκείνου ού εκείνης οπού κρατεί κανένα πράγμαν ξένον και βάνει το αμάχι ού πολεμά να το ξενώσουν με καμία αφορμήν διά να μηδέν έρτει εις δικάσιμον Ασσίζ. 42727. IΙ. Μέσ. 1) α) Ξενιτεύομαι: μετά σου να ξενωθώ και μετά σου να έλθω| εις χώρας ξένας εθνικάς Βέλθ. 61· Και ο λογισμός συχνώς με συμβουλεύει| και λέγει μου: «Μη ξενωθείς και χάσεις την φουδούλαν» Φλώρ. 243· β) (μεταφ. προκ. για την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Παράδεισο): ημάς προς Σε ανακάλεσαι από της ξενιτείας,| μη μακρυνθώμεν παντελώς και ξενωθώμεν άγαν Νεόφ. Έγκλ. Β́ 32. 2) α) Φεύγω μακριά, απομακρύνομαι από κάπ. ή κ., αποχωρίζομαι (με επόμ. γεν. ή εμπρόθ. προσδιορ.): μόνος εγώ ουκ απέρχομαι ’ς τόπον ουδέ εις σκολείον| να ξενωθώ από την εμήν ερωτικήν ωραίαν Φλώρ. 240· το μονωθήναι|και ξενωθήναι των πολλών ανάπαυσιν ευρίσκει Καλλίμ. 2263· πάλιν αρχήν του στεναγμού και της εμής οδύνης, ίν’ απ’ εμένα ξενωθείς, φίλε μου Κλειτοβώντα Λίβ. P 2551· β) απομένω μόνος: σκύλων εθνών Σαρακηνών να πουληθώ ως κακούργα!| Εις ξένους τόπους να με υπάν, να ξενωθώ καθόλου! Φλώρ. 1044. 3) (Μεταφ. προκ. για την αγάπη) χάνομαι, σβήνω: η αγάπη η πολλή φέρνει να έναι φόβος| μη αστοχήσει τίποτα και ξενωθεί η αγάπη Χρον. Τόκκων 3019. 4) (Μεταφ.· προκ. εδώ για την ψυχή) εκπλήσσομαι, παραξενεύο­μαι: ως το έχω από αφηγήματος να ξενωθεί η ψυχή σου Λίβ. P 636. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = ξενιτεμένος και συνεκδ. στερημένος από όλα: αδιάκριτος μηδέν γενείς σ’ εμέν τον ξενωμένον,| ότι από εδά συνέχει με ο πόνος της αγάπης Φλώρ. 1545.
       
  • ξεπέφτω, 
    Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1536, Χρον. Μορ. H 1202, 7332, 7655, 7720, 7988, Γεωργηλ., Θαν. 169, Βεντράμ., Φιλ. 6, Δεφ., Λόγ. 38, Μαλαξός, Νομοκ. 288, Lucar, Sermons 83, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 456, Ιστ. Βλαχ. 1368, 1805, 1969, 2372, 2414, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [989], Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 270· υποτ. αορ. εξεπέσω, Χριστ. διδασκ. 128.
    Από τον αόρ. εξέπεσα του αρχ. εκπίπτω. Τ. ξηπέφτω στο Meursius (λ. ξηπέφτειν) και ξηπέφτω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 691). Η λ. σε έγγρ. των αρχών του 17. αι. Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12222, 17213 , 3338, 73511), στο Βλάχ. και σήμ.
    1) α) Πέφτω κάτω: εξέπεσεν η Μαξιμού από το ιππάριν κάτω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1589· εξηστρεφτήν του έδωσα απάνω εις τον βραχίοναν| και το σπαθίν του εξέπεσεν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1272· σου λέγει η θεία Γραφή πως οι αστέρες έσονται εκπεπτώτες, θέλουσι ξεπέφτει οι αστέρες του ουρανού ... Θες να μάθεις ... πώς θέλουσιν πέφτειν οι αστέρες ...; Πηγά, Χρυσοπ. 130(15)· β) (για κτίσμα) γκρεμίζομαι, καταρρέω: Εξέπεσεν η τρούλλα της εκκλησίας ... και ελαλήθην ο λόγος τότε εις όλον το νησίν ότι χαλά ο ναός του μεγάλου Θεοδώρου Χειλά, Χρον. 349. 2) α) Χάνω, παύω να έχω την οικονομική, κοινωνική ή πολιτική μου ισχύ, ξεπέφτω: Ήσαν και κάποιοι πλούσιοι εις την Μονοβασία ... κι εξεπέσασι Βεντράμ., Φιλ. 340· εξέπεσα και πτώχαινα Σαχλ., Αφήγ. 83· παρεύθυς εσκόνταψεν το γένος των Σπαταίων·| αχάμνισαν, εξέπεσαν και ήλθαν παρακάτω Χρον. Τόκκων 178· Ήσαν και άλλοι πλούσιοι ρηγάδες που ξεπέσαν,| που οκ την πολλήν φιλαργυριάν εις τον Θεόν εφταίσαν Βεντράμ., Φιλ. 239· β) (εδώ μτβ. με αντικ. σε γεν. ή με τις προθ. από, εκ + αιτιατ.): για τα πολλά μου κρίματα και τες παρανομίες| ... εξέπεσα του Θρόνου Θρ. Κων/π. B 71· εκ το μεγαλείον η Μίρτζαινα εξέπεσεν και από τον τόσον βίον Αιτωλ., Βοηβ. 369· εξεπέσαμεν από την βασιλείαν Ιστ. Βλαχ. 2769· (εδώ σε μεταφ.): ύβρισα οκάτι σοβαρώς την πικροδνυστυχίαν| και τώρα τσιγαρίζομαι στ’ ανώφορον ετούτο| και είδα ότι εξέπεσα του βαθμιδίου τό είχον Λόγ. παρηγ. O 410· γ) χάνω, στερούμαι (κ. καλό): εφθόνησέ τους (ενν. ο διάβολος) και ηθέλησεν ότι να τους κάμει να ξεπέσουν απ’ αυτήν την χαράν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 371r· πόσοι λογιάζεις είναι απ’ τ’ εμάς οπού μετά το ν’ ασπασθούσι και να διαπιασθούσιν εις την αγάπην του κόσμου ξεπέφτουσιν από τον δείπνον εκείνον Πηγά, Χρυσοπ. 223 (38)· στέκου …| … εμπρός στους δούλους σου αφέντης υψωμένος| διά να στέκεται σωστή της αφεντιάς η τάξις,| να μη ξεπέσεις της τιμής και πώς να την φυλάξεις! Ιστ. Βλαχ. 1618· Απής λοιπόν οι άρχοντες της Τρανσυλιβανίας| είδασιν πως εξέπεσε ο Μιχάλης της αξίας (παραλ. 1 στ.), ... δεν τον εντηρούνταν πλια Παλαμήδ., Βοηβ. 1098. 3) α) Ολισθαίνω ηθικά, αμαρτάνω: είχε (ενν. ο Aδάμ) ... τόσην αθανασίαν και δικαιοσύνην με το αυτεξούσιον, κύριον, να δύναται, αν θέλει, να κρατιέται εις τέτοιαν κατάστασιν σαν θέλει πάλιν να ξεπέσει ... Πηγά, Χρυσοπ. 177 (14)· πάσα άνθρωπος οπού να θέλει να εναντιείται τους λόγους του Θεού ... ξεπέφτει και χάνεται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 26r· β) (εδώ προκ. για την πτώση του διαβόλου και των δαιμόνων): να έχει ο Αδάμ απόφασιν, να γνωρίζει τον κύριόν του, να ταπεινοφρονά και να φυλάγεται να μην υπερυψωθεί και ξεπέσει, καθώς εξέπεσεν ο διάβολος Πηγά, Χρυσοπ. 180 (23)· είναι η πολυστένακτος αύτη περηφανία| και απ’ αυτήν εξέπεσε Σατάν ο Εωσφόρος Ιστ. Βλαχ. 1603· το τάγμα που εξέπεσεν εξ ουρανού τα ύψη| απ’ αυτουνούς (ενν. τους καλογέρους) να γεμισθεί ...| απ’ αυτουνούς να γεμισθεί το ξεπεσμένον τάγμα,| έτσι μας λέγει η Γραφή Ιστ. Βλαχ. 1811. 4) Υποβαθμίζομαι πνευματικά, κατέρχομαι σε κατώτερο πνευματικό επίπεδο: διά την μακράν και πικροτάτην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε και ουδέ καν αναθυμάται την προκοπήν όπου είχαν οι προγονοί μας Σοφιαν., Παιδαγ. 259· σύγνεφον μέγα και βαρύ αυτό της αμαθείας| εσκέπασε τα γράμματα και δόξαν της σοφίας.| Εξέπεσαν οι άνθρωποι, σαν ζώα περπατούσι,| γράμματα δεν ηξεύρουσι και πώς να φωτισθούσι; Ιστ. Βλαχ. 2225. 5) α) Καταντώ, περιπίπτω σε μια (άσχημη) κατάσταση: Ω κόσμος σας επαίνεσα όλος εις την σοφίαν.| Τώρα πώς εξεπέσετε εις ταύτην την σκλαβιάν; Γέν. Ρωμ. 14· Εσένα (ενν. Επτάλοφε) σε ευλόγησαν οι άγιοι πατέρες και τώρα πώς εξέπεσες κι έχεις κακές ημέρες; Γέν. Ρωμ. 54· την γνώμην του μετάστρεψεν και λέγει: «ας φυλάγω| να μη ξεπέσω πια κακά, ...| ’πειδή βλέπω και τον καιρόν και πάγει εναντία» Παλαμήδ., Βοηβ. 986· ας έναι στην υπακοή, στης Εκκλησιάς την ζέση,| μηδέν το πάθει ως τον Αδάμ και εις Άδην να ξεπέσει (έκδ. εξεπέσει· διόρθ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 143). Φαλιέρ., Λόγ. 38· β) (μεταφ. για ζώο): σαν άρχισε κι ετράνευεν (ενν. το λυκόπουλον), άρχισε να ξεπέφτει,| την τάξιν του επίασε τα πρόβατα να κλέφτει Αιτωλ., Μύθ. 703· γ) υποκύπτω (σε κ.): πώς είναι μπορεζάμενον ποτέ της να μπορέσει (ενν. η Ερωπρικούσα)| ν’ αντισταθείτον έρωτος και να μηδέν ξεπέσει; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [760]· Εις του Μιρτίνου βέβαια δεν είναι να μπορέσει (ενν. η Ερωπρικούσα),| στα λόγια του ν’ αντισταθεί και να μηδέν ξεπέσει.| Γιατί κι εγώ καλότατα κατέχω τι μπορούσι| λόγια και παρακάλεσες να κάμουν …|  … σε μιαν καρδιάν καημένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1068]· δ) (μεταφ.- με την πρόθ. εις, σε + αιτιατ.): εξεπέσασιν εις πάθη ατιμίας| και εις αδόκιμόν τε νουν της αρρενομανίας Ιστ. Βλαχ. 2743· αν ίσως καμία (ενν. γυναίκα) ήθελεν ξεπέσει σε καμίαν λωλάδαν ή φαντασίαν ανάποδην, ευρίσκονται από το εναντίον εκατόν τιμιότατοι και καλαί Μπερτόλδος 15· 6) Εξασθενώ ψυχικά, αισθάνομαι κατάπτωση ή συντριβή: ο έρωτας κάθ’ άνθρωπον τον κάμνει και ξεπέφτει,| γιατί σιμώνει (έκδ. στημόνει) άφαντα και την καρδιά του κλέφτει Μαρκάδ. 257· ποια λωλάδα έτσι βαριά επήρε το μυαλόν της| και την ζωήν την ήφερε να την καταφρονέσει;| ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ: Ο θάνατος ενού αλλουνού την κάνει να ξεπέσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [152]. 7) Σκοτώνομαι, πεθαίνω: τ’ αλόγου του ο χαλινός εκόπηκεν λιάκιν,| μέσα στας χείρας των Τουρκών μπαίνει με φουργοσύνην| και παρευθύς εξέπεσεν με την ταπεινοσύνην Θρ. Κύπρ. M 212. 8) α) Ξεφεύγω, παρεκκλίνω (με την πρόθ. από + αιτιατ.): πασαένας από τούτους, οπού διά να μη στολιστούσιν τα όμορφα και να μη κρατούσιν δεσπότην, όχι μόνον ξεπέφτουσιν από την τάξιν της Εκκλησίας, αμή ... συγχύζουσι τους ορθοδόξους Πηγά, Χρυσοπ. 132(20)· αλλ’ η σπουδή και ο στοχασμός ουδέν αφήνει τον λόγον να εξεπέσει από την πρέπουσαν συμμετρίαν Σοφιαν., Παιδαγ. 274· β) (μεταφ.) εγκαταλείπω κ., απομακρύνομαι, παραιτούμαι από κ.: γέμει η καρδιά μου συμφοράς, γομάρια φορτωμένα (παραλ. 1 στ.) και ακόμη ουκ εξέπεσες απέ το αγέρωχόν σου Λίβ. Esc. 1623. 9) Υστερώ στην επίδοσή μου, μένω πίσω (εδώ σε παιγνίδι): Μα την αλήθεια, εξέπεσες, Φροσύνη, να σε πιάσω,| να φύγεις θέλεις, αμή εγώ σφικτά θα σ’ αγκαλιάσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [203]. 10) Πέφτω στα χέρια κάπ. (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): εγώ έσωσα πλούσιους πολλά περίσσα,| αιφνίδιως εξεπέσασιν ’ς Τούρκους Βεντράμ., Φιλ. 344. 11) α) (Για πλοίο) παρασύρομαι από τον άνεμο· ναυαγώ: ήρκονταν δύο καραβόπουλα ... και το μεν ένα εξέπεσε μακρά από το νησί Διήγ. εκρ. Θήρ. 11025· β) (για φορτίο πλοίου) χάνομαι στη θάλασσα: Αρχή καράβια κάγησαν κι οι πραματείες ξεπέσα,| εκείνος ’ς μιο εχάθηκεν ’κ τη Βενετία μέσα Βεντράμ., Φιλ. 361. 12) Ρίχνομαι, βουτώ (στη θάλασσα): Εφτάσασιν τα κάτεργα και άλλοι τότ’ εμπαίναν,| άλλοι ξεπέφταν στον γιαλόν και πλέον δεν έβγαιναν Αχέλ. 2531. 13) (Αμτβ., για ακίνητη περιουσία και εξουσία) περιέρχομαι στη δικαιοδοσία κάπ.: απόθανεν ο μισίρ ... (παραλ. 1 στ.), εξέπεσεν ο τύπος του κι η αφεντια όπου είχεν| του κόντου Γατιέρη του υιού εκείνου του κόντου Ούγγου Χρον. Μορ. H 7266· ως έθνηκεν άνευ παιδί να αφήκει κληρονόμον,| εξέπεσεν ο τόπος του, το κάστρον της Ακόβου| ετούτης μου της αδελφής όπου ένι κληρονόμος Χρον. Μορ. H 7432. 14) (Παθητ.) Χάνομαι: ’Σ τούτο σας δίδω θύμησιν, ως για παραγγελία, βασίλεια ξεπέσασιν οκ την φιλαργυρια Βεντράμ., Φιλ. 10. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Αμαρτωλός: το ξεπεσμένον ανθρώπινον γένος Χριστ. διδασκ. 403. 2) Που έχει χάσει την κοινωνική ή οικονομική του ισχύ· δυστυχής, ταλαίπωρος: εις τους παπάδες φίλος,| εις τες χηράδες βοηθός, στους ξεπεσμένους στύλος Λίμπον. 176. 3) Αδύναμος, εξαντλημένος· γερασμένος: Ασήκω με, παιδάκι μου, ότι τα ξεπεσμένα| να τα σηκώσω δεν μπορώ μέλη χωρίς εσένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1172]. 4) Απρόκοπος: τσ’ άνεργους ... και τσι παραθεσμιάρους,| τσ’ ανάμελους και τους οκνούς …| στη σβίγα μου ζερβά πάλι τουσε γυρίζω| και κάτω προς τα βάθη τση ... τσι γκρεμίζω.| Και δε λογιάζουν οι λωλοί πως η παραθεσμιά τως,| η δείλιαση, η ανάπαψη, πως η αναμελιά τως| είναι αφορμή και στέκουσι πάντα τως ξεπεσμένοι| και από τιμές πολλά γδυμνοί, φτωχοί και ρημασμένοι,| μα λέσι πως το Ριζικό τώς φταίγει Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 29. 5) (Προκ. για γέροντα) ανόητος, ξεκούτης, ξεμωραμένος: Πήγαινε στη δουλειά σου,| γέροντα ξεπεσμένε Πιστ. βοσκ. V 4, 97· δεν εντρέπεται η ζαβή ’νους γέρο ξεπεσμένου,| ανήμπορου και ανάστολου και ξετραχηλισμένου| μια κορασίδα ωσάν αυτή στα χέρια του να βάλει; Φορτουν. (Vinc.) Β́ 261· είσαι γέρος και άνοστος, λωλός και ξεπεσμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 356. — Βλ. και εκπίπτω.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης