Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 61 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher)

  • αγέλαστα,  
    επίρρ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 21732.
    Από το αρχ. επίθ. αγέλαστος. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
    Χωρίς γέλιο: ω κακώς ιδόντες οφθαλμοί και διά τούτο θρηνούντες αγέλαστα Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 21732.
       
  • αγροικικός,  
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. αγροικικός.
    1) Αγροτικός, άκομψος: Όλος ο χιτών ακαλλής και οίον αγροικικώτερος Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 1711. 2) Άξεστος (Η σημασ. μτγν., L‑S): υπερηφάνῳ και απλήστῳ αγροικικῄ καρδίᾳ αιρετικός Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 5010 (κριτ. υπ.).
       
  • αιθέριος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 29, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17213, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 1730.
    Το αρχ. επίθ. αιθέριος.
    Υψηλός, υπέροχος: Επέχεις σου τους κεραυνούς, τας φλόγας, τους πρηστήρας,| αιθέριε την φρόνησιν, εμπύριε τας χείρας Γλυκά, Στ. Β′ 29· και όλη αιθέριος, το σχήμα σεμνή, χαρίεσσα μέντοι το πρόσωπον Μακρεμβ., Υσμ. 17213.
       
  • αίμα(ν)  
    το, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 495, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 16613, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1629. Ασσίζ. (Σάθ.) 23622, 26913, 35612 (γεν. αιμάτου), 35823 (γεν. αιμάτου), 46523, Βέλθ. (Κριαρ.) 176, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6157, Μαχ. (Dawk.) 51418, 5269, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) II 6, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 523, Συναξ. γυν. (Krumb.) 327, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 1624, 381, 412, 4520, 5728, 9310, 1235, 12627, 14510, Πεντ. (Hess.) Γέν. XLIX 11, Λευιτ. XV 25, Δευτ. ΧΧΙΙ 8, XXVII 25, XXXII 14, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 11136, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́ 447, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. γ́́ 12, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 238, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ́́ 178 (γεν. αιμάτου), Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 124, Β́́ 213, Ιντ. β́́ 9, Έ́ 106, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1986, 22814, 35616, 54613, 5562, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8916, 9715, 10610, 1109· γαίμα, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 9749· αίμας, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 4914, 8933, 13737.
    Το αρχ. ουσ. αίμα. Η λ., καθώς και οι τ. γαίμα και αίμας, και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Απόσταγμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): εσκαμμάτισε ( = εκαθάρισε) με το κρασί το φόρεμά του και με αίμα σταφυλιών το απανωφόρι του Πεντ. Γέν. XLIX 11· β) οίνος της θείας μετάληψης (Η σημασ. ήδη μτγν., καθώς και οι τ. γαίμα και αίμας, Lampe, Lex. στη λ. Ε 1): Ο σιρ Τζάκες τε Σάντα Μικέλ είπεν του: «Αφέντη, μόννω σου απάνω εις το τίμιον σώμα και αίμαν του Κυρίου … ότι απού ούλες τες γραφές, ταξίματα και άλλα όπου σου εμήνυσεν ο ρήγας, να τα κρατήσει καλά και στερεωμένα με το δίκαιόν του πογέριν» Μαχ. 51418. 2) α) Ζωή, υπόσταση: ο βασιλιός μ’ αλλάσσει| και του οκουθρού του αιμάτου μου για ποθητή με τάσσει Ροδολ. (Μανούσ.) Δ́́ 178· Εμείς μοναχοί μας δεν υπαγαίνουμε να βάλομε χέρι εις το αίμας του γένους του Οτωμάνου Χρον. σουλτ. 13737· β) βαθύτερη υπόσταση, ουσία: Κι εμέν τα πάθη γαίμαμ μου γινήκασιν Κυπρ. ερωτ. 9749· γ) ο ίδιος ο άνθρωπος: καταραμένος οπού παίρνει φιλοδωριά να δείρει ψυχή αίμα καθάριο Πεντ. Δευτ. XXVII 25. 3) Έθνος, λαός: Εάν εις αίμα εθνικόν υπάγεις και αποσώσεις| και ποίσεις τον δουλείας του και από ταύτας εύρεις| πληρώματα των δεουσών, τιμάς, δόξας και πλούτη Βέλθ. 176. 4) Πόλεμος (πβ. αίματος άνδρες δυσμενέστατοι, Τυπικόν Μιχαήλ Παλαιολόγου 61, 58, BZ 10, 1901, 535): Άνδρες αιμάτων απηνείς και πλήρεις από δόλου,| άρπαγες, υπερήφανοι και τέκνα του διαβόλου Διακρούσ. 1109. 5) α) Καταδίκη σε θάνατο: και ανήρ ός να πλαγιάσει με τη γεναίκα του πατρός του ασκημιά του πατρός του αποσκέπασεν, θανατωμό να θανατωθούν οι δυο τους· τα αίματα εις αυτουνούς Πεντ. Λευιτ. ΧΧ 11· β) εκδίκηση εξαιτίας θανάτου: Περί εκείνου του ανθρώπου ού περί εκείνης της γεναίκας οπού ένι φονεμένη και ουδέν έχει κανένα συγγενή ού αγνώριμον να γυρέψει το αίμαν της και ο αυθέντης της χώρας ένι κρατούμενος να (το) γυρέψει, κατά το κείμενον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 26913. 6) Οργή: Πάνθεια προς την κόρην άγει τους οφθαλμούς, όλους θυμού, όλους ζήλου και πλήρεις αίματος Μακρεμβ., Υσμ. 16613. Φρ.   1) Χύνω αίμα: Και ο καθείς εκ τους εχθρούς πόσ’ αίμα θέλει χύσει Κορων., Μπούας 1624 (πβ. η χύσις των αιμάτων Κορων., Μπούας 14510). 2) Πίνω αίμα (πβ. πόσιν αίματος, Ευστ. 1677, 20): Οι Τούρκοι μου θα μπούσι| μέσα να σάσε σφάξουσι το αίμα σας να πιούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1986. 3) Το αίμα τρέχει (Η φρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): κι ως ποταμός το αίμα των έτρεχεν όπου χύθη Κορων., Μπούας 5728. 4) Βγάνω αίμα και βγαίνει αίμα (Η φρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Αμμέ αν ένι ότι είς Σαρακήνος δέρει έναν χριστιανόν και εβγεί αίμαν εξ αυτόν, τουτέστι να του ποίσει πληγήν φανερήν Ασσίζ. 23622· κι η χέρα μου κι εμέ μπορεί κι άξιά ’ναι να πληγώνει,| κι αίμα να βγάνει από τς εχθρούς και να τς αποζυγώνει Ερωφ. Ιντ. γ́́ 12. 5) Βάζω αίματα: και να μη βάλεις αίματα εις το σπίτι σου, ότι να πέσει οπού πέφτει από αυτό Πεντ. Δευτ. ΧΧΙΙ 8· 6) Γίνομαι αίμα (Η φρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1) = κοκκινίζω: κι ο ποταμός κοκκίνησε κι έγινεν όλος αίμα Κορων., Μπούας 381. Ιδιάζουσες χρήσεις: 1) Ρίχνω αίμα και βρέχει αίμα (πβ. αιματοέσσας δε ψιάδας κατέχευεν Ιλ. ΙΙ 459): αλλ’ αίμα ρίξε, ουρανέ, και πλιο νερό μη βρέξεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 22819· μα πάλι εις τη χώρα μου αίμα για μένα ας βρέξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5562. 2) Σταλάζει αίμα: Αίμαν ευθύς εστάλαξεν εκ την ψυχήν εκείνου Καλλίμ. 1629.
       
  • αισθητικώς,  
    επίρρ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 2097, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3159, Λίβ. (Wagn.) N 3741· αιστητικώς, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2702, Λίβ. (Wagn.) N 2394.
    Το αρχ. επίρρ. αισθητικώς. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ. στη λ. 2).
    1) Αισθησιακά, φιλήδονα: Οφθαλμούς γαρ μοι και όσον αισθητικότερον η παρθένος ερωτικώς εξωνήσατο Μακρεμβ., Υσμ. 2097. 2) Πραγματικά, αληθινά: Είπα τον: «Ναι, παράξενον όνειρον εφαντάχθην·| το βλέπω, είπα, αιστητικώς και ιδού αφηγούμαι σε το» Λίβ. Esc. 2702. Πβ. αισθητά 1, αισθητώς.
       
  • ακατάληπτος,  
    επίθ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17229-30, Θρ. Κων/π. P suppl. 24823.
    Το αρχ. επίθ. ακατάληπτος.
    α) Που δεν μπορεί ο νους να τον κατανοήσει, ακατανόητος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ 2) και σήμ., ΙΛ λ. ακαταλάβητος): Εντεύθεν εφιλοσοφούμεν τα των γυναικών σχήματα και τα μέχρι του γ’ εφ’ ημίν κατελαμβάνομεν ακατάληπτα Μακρεμβ., Υσμ. 17229-30. Συνών. ακατανόητος 1·   β) (προκ. για το Θεό) που δεν μπορεί ο νους του ανθρώπου να τον συλλάβει, ασύλληπτος (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex. στη λ. Β 1α): Φρίξον, ήλιε, στέναξον, η γη, και καλουμένη βόησον: Ακατάληπτε Κύριε, δόξα σοι Θρ. Κων/π. P suppl. 24823.
       
  • ακροβολίζω,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 1859, 21030.
    Το αρχ. ακροβολίζομαι. Το ενεργ. στον Ησύχ. και στην Παλατινή Ανθολογία 7, 546.
    Καταχέω: Ο μεν ουν βαρύς κόπος τον ύπνον ως εκ μηχανής τινος επί τους οφθαλμούς ηκροβόλιζεν Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 21030.
       
  • άμα,  
    επίρρ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 18227, Ασσίζ. (Σάθ.) 11411, 13118, 21428, 21516, 27018, 42110, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 547, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 284, Λίβ. (Lamb.) N 133, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2101, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1171, Έκθ. χρον. (Lambr.) 1612, 2410, 407, 5217, 5511, 6929, 7213, 748, 807, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 356, Πικατ. (Κριαρ.) 169, Φαλιέρ., Ενύπν. (Ζώρ.) 100, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 386, 10311, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 5113, Χρον. (Kirp.) 309, Σοφ. πρεσβ. (Schick) B 217, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 58, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 762, Θυσ. (Μέγ.)2 669, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. β΄ [3], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 23512, 3091· άμαν, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 386, Αχιλλ. (Haag) L 1050, Αχιλλ. (Hess.) L 1030, Θησ. (Foll.) I 43, 80, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 27, Πικατ. (Κριαρ.) 172, 282, 347, 382, 389, 391δις.
    Το αρχ. επίρρ. άμα. Ο τ. άμαν από επίδρ. του συνδ. όταν (ΙΛ). Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
    Α´ Επίρρ. Με τον ίδιο τρόπο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): διά να έχουν το φως του ήλιου άμα ο είς, ώσπερ τον άλλον, ότι, αν έβαλαν τον έναν εις την ανατολήν του ηλίου και τον άλλον εις την δύσιν του ηλίου, ήθελεν είσθαι άδικον Ασσίζ. 21428. Εκφρ. (1) Άμα‑άμα = γρήγορα γρήγορα: και άρπαξε το βούνευρο κι έφαγεν άμα‑άμα Αιτωλ., Μύθ. 386. (2) Ως άμα = με έντονο ρυθμό, γρήγορα: και τα του γάμου ο βασιλεύς ηυτρέπιζεν ως άμα Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547. (3) Εν τῳ άμα = (α) αμέσως: εχάρην το κατά πολλά και λέγει εν τῳ άμα Παλαμήδ., Βοηβ. 762· στο μοναστήρι έστειλε να δούσι πώς το κάμα| κι αν το καταχαλάσασιν οι Τούρκοι εν τῳ άμα Τζάνε, Κρ. πόλ. 23512· (β) μαζί: ότι αν είχεν ποίσει παιδία απ’ αυτήν την ορμασίαν όσον ήσαν εν τῳ άμα Ασσίζ. 11411. Β´ Ως πρόθ. 1) Με την πρόθ. μετά + αιτ. = μαζί με (κάποιον): ο Κύριος την ευλόγησε και μετά σένα άμα| τον Ισαάκ εσπείρετε κι εκάμετε αντάμα Θυσ.2 669. 2) Με ονοματικό απαρέμφ. (Πβ. Sophocl. στη λ. 3 και ΙΛ στη λ. Α3) = συγχρόνως με (γεγονός): άμα γαρ του ελθείν τον αυθέντην εν τῃ πόλει εποίησαν βουλήν οι γενίτσαροι Έκθ. χρον. 5217· άμα δε του βασιλεύσαι απέκτεινε τον καπετάνιον ονόματι Τζαφέρ αγά διά το είναι αυτόν άρπαγα Έκθ. χρον. 6929· και άμα τῳ σώσειν ήρπαξεν πάραυτα το τιμόνιν Απόκοπ. 356· και τάχα πόρταν ήνοιγε κι είπε μου να σιμώσω| και άμαν τ’ ανοίξει πάραυτα εμπήκαμεν απέσω Πικατ. 282. Έκφρ. Άμα πρωί = μόλις ξημέρωσε (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ. 2): άμα δε πρωί, ... επορεύθη προς τον πατέρα αυτού Έκθ. χρον. 5511. 3) Με γεν. = μαζί με...: στραφείς δε ο πένης άμα του μοσχαριού Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 12921· ο βασιλεύς κατέλαβεν άμα τον πατρικίου καί πάσης της συγκλήτου Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 14521. Γ´ Ως σύνδ. 1) (Χρον.) όταν (Πβ. Sophocl. στη λ. 3. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1 β): άμα τους βόας συσκεφθείς, δράμε γοργόν εις αύτους Πόλ. Τρωάδ. 284· συνών. αν 5. 2) (Αιτιολ.) αφού, εφόσον: ... από σήμερον κράτησον τον θυμόν σου,| άμαν ετόσες χάριτες σ’ εχάρισεν η τύχη Αχιλλ. L 1050· τις η αιτία ήτονε και ο άνθρωπος να γένει,| άμαν βαστά τον θάνατον κι άμαν στον Άδην μπαίνει; Πικατ. 391. 3) (Υποθ.) εάν (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): Λοιπόν ρωτώ σε· πες μου το, Χάρε, ανέν και ορίσεις| και άμαν το ξεύρεις, άρχισε να το διαχωρίσεις Πικατ. 389.
       
  • αμάραντος,  
    επίθ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17317, 28528, Πένθ. θαν. (Μπουμπ.) K f 30r, Λίμπον. (Legr.) 393.
    Το μτγν. επίθ. αμάραντος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., Βλαστού, Συνών.).
    1) α) Που δε μαραίνεται: της ετέρας και τρίτης τον εξ ανθέων στέφανον, τον εξ αμαράντων φυτών Μακρεμβ., Υσμ. 17317· β) (προκ. για ξύλο) άφθαρτος: εν αμαράντοις ξύλοις και λίθοις αδάμασιν Ερμού γραφίδι ... τα καθ’ ημάς στηλογραφηθήσεται Μακρεμβ., Υσμ. 28528. 2) (Μεταφ.) αιώνιος, αθάνατος (Η σημασ. ήδη μτγν., Bauer, Wört. στη λ. 2): της αμαράντου δωρεάς των πραγμάτων των θείων Πένθ. θαν. K f 30r.
       
  • άμαστος,  
    επίθ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17130‑1.
    Από το στερ. α‑ και το ουσ. μαστός.
    Που δεν έχει μαστούς: άμαστον είποις ιδών γεγράφθαι την κόρην Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17130‑1.
       
  • αμβλύνομαι,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 18513, 16‑7.
    Το αρχ. αμβλύνομαι.
    Χαλαρώνομαι, παραλύω, αποχαυνώνομαι: Εγώ δε μάλλον την ήτταν αιδούμενος αντέχομαι βιαιότερον και μόλις νικώ και νικών ηττώμαι και αμβλύνομαι. Άμα γαρ η χειρ περί τον της κόρης μαστόν και χαυνότης όλη περί την εμήν καρδίαν επέρρευσεν Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 18513.
       
  • αμνηστία  
    η, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher), 23625, Αναγν., Στ. πολιτ. 46.
    Το μτγν. ουσ. αμνηστία. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (ΙΛ).
    Συγχώρηση (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. 2): Ταύτα σοι, νέε, προσφωνώ σος μήστωρ Κωνσταντίνος| της αμνηστίας φάρμακον της εμής σῃ καρδίᾳ Αναγν., Στ. πολιτ. 46· Και συ μεν αμνηστίαν ίσης επεγκαλέσεις ημίν Μακρεμβ., Υσμ. 23625.
       
  • αναγώγια  
    τα, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 2735.
    Τα μτγν. ουσ. αναγώγια.
    Τραγούδια χαράς (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. και λ. αναβατήριον): σώστρα θύουσιν ως επ’ αναβιούσι παισίν, άδουσιν αναγώγια και χορεύσουσιν επινίκια Μακρεμβ., Υσμ. 2735.
       
  • αναδιδάσκω,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 22117, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 9, Λίβ. (Μαυρ.) P 1144, 2129, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1458, 1742, 1934, 2334, Λίβ. (Lamb.) Esc. 84, 802, 839, 2602, 2898, 3097, 3521, Λίβ. (Lamb.) N 103, 173, 678, 802, 839, 965, Λίβ. (Wagn.) N 715, 2299, 2585, 2766, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 9213.
    Το αρχ. αναδιδάσκω.
    α) Πληροφορώ: κι επήγεν, ανεδίδαξεν Χρυσόν τον βασιλέα| απλώς διά την κατούνα μου και απέ τους εδικούς μου Λίβ. Esc. 802· και τον εμόν τον έρωτα πάλιν ανεδιδάχθην Λίβ. Sc. 2334· β) διηγούμαι: να κάτσεις να με αφηγηθείς και να με αναδιδάξεις| τά έπαθες Λίβ. Sc. 1934· —Συνών.: αναδιγούμαι· γ) συνεχίζω τη διήγηση: Φίλε μου, ας σε περικόψω (παραλ. 1 στ.) και πάλι ενθυμίζω (χφ αναθυμούμαι· διορθώσ. κατά N 715) σε του να με αναδιδάξεις Λίβ. Esc. 839.
       
  • αναζωννύομαι,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 16431, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2311, 3357, Δούκ. (Grecu) 2893.
    Το μτγν. αναζώννυμι. Πβ. ΙΛ, λ. αναζώνω.
    1) Φορώ: Η δ’ ανεζώσατο τον χιτώνα Μακρεμβ., Υσμ. 16431. 2) (Προκ. για εξουσία) αναλαμβάνω, παίρνω στα χέρια μου: ακούσας τον θάνατον του γαμβρού αυτού Μοράτ και τον Μεχμέτ την ηγεμονίαν αναζωσάμενον Δούκ. 2893.
       
  • ανακαχλάζω,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 24123-4, Πρέσβ. ιππ. 135· ανακοχλάζω, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1997.
    Το μτγν ανακαχλάζω. Τ. αναχοχλάζω και σήμ. (Δημητράκ., λ. ανακοχλάζω).
    1) (Προκ. για νερό) βρίσκομαι σε βρασμό: ταύτας δε τας πηγάς ανακαχλάζειν είποις ιδών Μακρεμβ., Υσμ. 24123-4· Πέφυκε σφόδρα καυστηρόν ύδωρ ανακοχλάζον Παϊσ., Ιστ. Σινά 1997. 2) Ταράσσομαι (ψυχικώς): Ανακαχλάζει τῳ θυμῴ, σφοδρώς εξαγριούται Πρέσβ. ιππ. 135.
       
  • ανακηρύττω,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 18225, Φλώρ. (Κριαρ.)1112, Λίβ. (Μαυρ.) P 956, 986, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1219, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2324, Λίβ. (Wagn.) N 2095, 2934· ανεκηρύττω, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2366.
    Το αρχ. ανακηρύσσω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Προκ. για βασιλείς και άρχοντες) επευφημώ (μαζί με άλλους) για να εκδηλώσω τη χαρά και την ικανοποίησή μου (Πβ. την αρχ. σημασ., Steph., Θησ.): Ήκουσαν, ευχαρίστησαν Χρυσόν τον βασιλέα·| ανευφημίζουν δεύτερον, τρανώς ανακηρύττουν Λίβ. P 986. 2) Αναγορεύω (κάποιον) βασιλέα, άρχοντα (Η σημασ. ήδη στον 5. αι. μ.Χ., Sophocl.): Ανεκηρύχθη βασιλεύς από το πλήθος όλον Λίβ. Sc. 1219· Στέμμαν βασιλικότατον ενόμιζον, υιέ μου,| να σε φορέσω, βασιλιάν να σε ανακηρύξω Φλώρ. 1112· Χώρας μεγάλης δέσποιναν σε θέλω ανακηρύξει Λίβ. N 2934. Πβ. αναγορεύω 1. 3) Ονομάζω, χαρακτηρίζω, διαλαλώ (Πβ. τη σημασ. «διαπομπεύω» στο Λέοντα Χοιροσφάκτη, Κουκ., ΒΒΠ Γ́, 186 σημ. 4): ξυγκοιμηθήσομαι τῃ παρθένῳ και νήδυμον τον ύπνον ανακηρύξω ποιητικώς Μακρεμβ., Υσμ. 18225.
       
  • ανακυρτούμαι,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 1643.
    Από την πρόθ. ανά και το κυρτούμαι (Η λ. στον Ησύχ.: ανακυρτάσαι· βλ. και Lampe, Lex., λ. ανακυρτόομαι).
    Ανασηκώνομαι και γίνομαι κυρτός: ... δοκείν το ύδωρ κινείσθαι διηνεκώς και κατακυματούσθαι και οίον ανακυρτούσθαι Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 1643.
       
  • ανανεύω,  
    Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher)1684, Ερμον. (Legr.) B 216, Χ 365.
    Το αρχ. ανανεύω.
    Σηκώνω το κεφάλι μου (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. II 1): Ανένευσεν η κόρη και ατενώς ιδούσα με μικρόν εμειδίασε και πάλιν κατένευσε κἂν εγώ τοις έρωσιν ουκ επένευον Ερμον. (Legr.) B 216, Χ 365.
       
  • ανάπαυλα  
    η, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 1 rr (χφφ. CSA) (κριτ. υπ.), Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 16414, 1702, Ιερακοσ. (Hercher) 49219.
    Το αρχ. ουσ. ανάπαυλα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Καταφυγή, παραμυθία (Πβ. L‑S στη λ. I 2): Προς όρμον και ανάπαυλαν πάντων των εν ανάγκαις Προδρ. IV 1 rr (χφφ CSA) (κριτ. υπ.).
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης