Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 15 εγγραφές  [0-15]

  Βιβλ.αναφορά : Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.)

  • ανακαλώ,  
    Σπαν. (Λάμπρ.) Va 97, Στ. Αδάμ (Merc. S. G.) 31, Φυσιολ. (Legr.) 816, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) XII 37.
    Το αρχ. ανακαλώ. Η λ. και σήμ. λόγ. και με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
    Ά́ Ενεργ. 1) α) Προσκαλώ (Η σημασ. αρχ., σε έγγρ. του 1694, ΕΜΑ 3, 1950, 163, και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): τότε ανακάλεσε και δέξου αυτόν εις φίλον Σπαν. V 97· —Συνών.: ανακράζω 6α· β) (προκ. για το Χριστό) καλώ κοντά μου: και τον προπάτορα ημών και πάντας τους αγίους| λαβών απεκατέστησες προς την αρχαίαν πατρίδα| και ημάς προς σε ανακάλεσε από της ξενιτείας Στ. Αδάμ 31· επί σταυρού ανυψωθείς πάντας ανακαλέσει Φυσιολ. 816· πβ. ανακράζω 5. 2) Καλώ πίσω: οι εδικοί μας οπού έχασαν την σοφίαν από τον βάρβαρον ζυγόν και έπρεπε να πάθουν και να κάμουν πολλά να ανακαλέσουν την σοφίαν διά την ωφέλειαν του κοινού Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 366. Β́ (Μέσ.) θρηνώ (Για τη σημασ. βλ. Κριαρά, Ανακάλ. 8 και 8 σημ. 22, καθώς και Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 168 σημ. 7· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B3· για την παλαιότ. μεσν. χρήση βλ. Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 119 και 126 σημ. 7 και Κ. Ρωμαίου, Κοντά στις ρίζες, σ. 370 κε.): Και προς τον τάφον έδραμεν και κλαίει και ανακαλιέται Χούμνου, Π.Δ. XII 37. Πβ. ανακάλημα.
       
  • αντιβολώ,  
    Διγ. (Mavr.) Gr. IV 1032, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 248, Απολλών. (Janssen) 729, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 436, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1401.
    Το αρχ. αντιβολέω.
    Παρακαλώ, ικετεύω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αντιβολέω 5): αξιώ και αντιβολώ της σης δόξης το κράτος| αγαπάν το υπήκοον, ελεείν πενομένους Διγ. Gr. IV 1032· Και ει τις εναντιωθεί, τ’ αντιβολώ και γράφω,| δέομαι ως αμαρτωλός ου μη βληθήν’ εν τάφῳ Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1401· δέομαι και αντιβολώ να με κάμουν ετούτην την ευεργεσίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 370.
       
  • απαραλλάκτως,  
    επίρρ., Ερμον. (Legr.) E 241.
    Το μτγν. επίρρ. απαραλλάκτως. Πβ. ΙΛ, λ. απαράλλαχτα.
    Χωρίς καμία διαφορά, εντελώς όμοια (Η σημασ. μτγν., L‑S): γραμμήν ομοίαν| την του ταυ απαραλλάκτως Ερμον. (Legr.) E 241· απαραλλάκτως εξ εκείνου ... γενομένη μετάφρασις Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 363.
       
  • αισθητήριο 
    το.
    Το αρχ. ουσ. αισθητήριον. Η λ. και σήμ.
    Η δυνατότητα να αισθάνεσαι: να έχομεν εις την καρδίαν μας την βρύσιν τον ζωντανού νερού ... οπού δροσίζει και παρηγορεί όλα τα αισθητήρια της ψυχής Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 365.
       
  • αντιπροσώπως, 
    επίρρ.
    Η λ. στον Αριστοτέλη (L‑S, λ. αντιπρόσωπος).
    Με τρόπο που να είναι το ένα απέναντι στο άλλο: Η Καινή Διαθήκη ... εν ῃ αντιπροσώπως το τε θείον πρωτότυπον και η ... γενομένη μετάφρασις άμα ετυπώθησαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 363.
       
  • άρτιος, 
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. άρτιος. Η λ. και σήμ.
    Ολοκληρωμένος, τέλειος: ίνα άρτιος ῃ ο του Θεού άνθρωπος, προς παν έργον αγαθόν εξηρτισμένος Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 365.
       
  • βγαίνω,  
    Σπαν. A 642, Πουλολ. 225, Ζήν. Β΄ πριν στ. 1, Φυσιολ. (Legr.) 421, Μαχ. 64015, Γαδ. διήγ. 141, Πικατ. 22, Κορων., Μπούας 34, 51, Δεφ., Σωσ. 262, Πεντ. Λευιτ. IX 24, Αρ. XX 11, Αχέλ. 2490, Ιστ. πατρ. 1346, 1592, Πανώρ. Α΄ 186, Ε΄ 78, Ιστ. Βλαχ. 1605, 2363 [= Γέν. Ρωμ. 6], Σουμμ., Ρεμπελ. 171, 172, 186, Ερωτόκρ. Β΄ 1811, 2028, Γ΄ 1049, Ε΄ 563, 808, Συναδ., Χρον. 39, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 17, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11110, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1150], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 130, Β΄ 488, Γ΄ 442, Ζήν. Α΄ 72, Διγ. O 2904, Διακρούσ. 6911, Τζάνε, Κρ. πόλ. 38219, 4231, 49423, 51023, κ.π.α.· βιγαίνω, Έγγρ. του 1643 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1968, 11025)· εβγαίννω, Μαχ. 783, 55028· εβγαίνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 550, Ασσίζ. 821, 2810, 747, 2256, 4891, 3, Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 2646‑7, Χρον. Μορ. H 4332, Ιατροσ. κώδ. φκε΄, Διήγ. παιδ. 572, 898, Λίβ. P 465, 943, Λίβ. (Lamb.) N 340, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 477, Αχιλλ. (Haag) L 1345, Χρησμ. (Βέης) 1423, Rechenb. 236, 662, Γαδ. διήγ. 146, Απόκοπ. 178, Σαχλ., Αφήγ. 167, Πικατ. 98, 259, Κορων., Μπούας 75, Δεφ., Λόγ. 36, Πεντ. Έξ. VIII 16, XIV 8, XXV 33, Αρ. I 20, XX 18, XXI 13, ΧΧΧV 26, Δευτ. XV 16, XIX 5, Χρον. σουλτ. 598, 12013, Ιστ. πατρ. 13619, Μηλ., Οδοιπ. 640, Ερωτόκρ. Α΄ 307, Δ΄ 1014, Ε΄ 1114, Ευγέν. Πρόλ. 94, Στάθ. Γ΄ 158, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [145], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 486, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26028, κ.π.α.· (ε)γβαίνω, Ευγέν. 367· αόρ. έβγην, Θρ. Κύπρ. M 25, 120, 200, Μπερτόλδος 35· ήβγα, Διγ. A 1409, 2302, Ερωτοπ. 419, Απολλών. 79, 629, Αχιλλ. L 831, 1055, Παλαμήδ., Βοηβ. 147, Διήγ. πανωφ. 59, Διγ. O 2480.
    Από το αρχ. εκβαίνω (Κοραή, Άτ. Α΄ 219, 225). Ο τ. γβαίνω μτγν. (Preisigke-Kiessling, λ. εκβαίνω) και σήμ. στον Πόντο (Andr., Lex., λ. εκβαίνω).
    1) α) Βγαίνω, εξέρχομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1· βλ. και ΙΛ στη λ. Α9β): εσύ απ’ τούτην τη φλακή ώστε να ζει δε βγαίνεις Ερωτόκρ. Ε΄ 808· από το στήθος μου αναπνιά σαν πρώτας πλιο δε βγαίνει Πανώρ. Ε΄ 78· αν εβγωμό να έβγει ο φονεάς το σύνορο κάστρου Πεντ. Αρ. XXXV 26· (προκ. για μιλιά, ήχο, κλπ.): απιλογιά οχ το στόμα τζη, ουδέ μιλιά δε βγαίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1049· ύστερα βγαίνει μια βροντή μεγάλη και μουγκάται Τζάνε, Κρ. πόλ. 49423· αυτός ο θρηνισμός εβγαίνει εκ το φουσσάτο ... Πικατ. 259· φρ. (1) βγαίνουν τα μάτια μου = (κυριολ.) εξορύσσονται (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1δ): τα αίματα να τρέχουσιν, τ’ αμμάτια τους να βγαίνουν Πουλολ. 225· (μεταφ.) «τυφλώνομαι» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 φρ.): εκ τον πολύν τον κονιορτόν τα μάτια τους εβγαίναν Κορων., Μπούας 51· βλ. και ασβολώ 2· (2) βγαίνω από (εκ) το νου (κάπ.) = ξεχνιέμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 φρ.): λόγια που δεν μπορούσι μπλιο να βγούσ’ από το νου μου Ερωτόκρ. Β΄ 2028· (3) βγαίνω από (εκ, οκ) τον νουν (μου) ή βγαίνω του λογισμού μου = παραλογίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α16 φρ.): η αρματιά σου σ’ έκαμε κι εβγήκες οκ τον νου σου Δεφ., Σωσ. 262· (4) (προκ. για θαλασσινά νερά) εμπαίνω και εβγαίνω = πηγαινοέρχομαι, ανεβοκατεβαίνω: εκείνα τα ύδατα της θαλάσσης εμπαίνουν και εβγαίνουν Μηλ., Οδοιπ. 640· (5) μπαίνω βγαίνω = «στριφογυρίζομαι», κατορθώνω, επιτυχαίνω: να μπεις να βγεις να κάμομε, σαν πεθυμώ, το γάμο Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 488· βλ. και αξιώνω Β2, αποσώνω Β3· β) πεθαίνω (Η σημασ. και σήμ., Μέγας, Λαογρ. 9, 1926, 256, 264, 327): Ζώντα σας ελογίζοντα άλλους, τούς αγαπούσαν·| να λείψετε εσπουδάζασιν, να εβγείτ’ επεθυμούσαν Απόκοπ. 178· φρ. (1) βγαίνω από τον κόσμον, βγαίνω από το πρόσωπο της γης = πεθαίνω: πώς δε λαμβάνεις θάνατον να εβγείς απέ τον κόσμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 477· εβγήκε ... από το πρόσωπο της γης και επήγε εις το ανάθεμα Σουμμ., Ρεμπελ. 172· βλ. και ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω 5 φρ. β, απεκβαίνω γ, αποθαίνω, απονεκρώνω Β1, απορίχνω Α1, αποτελειώνω Β, αράζω Α7, αφήνω φρ. 6, βλέπω 6 φρ., παραδίδω, τελειώνω· (2) βγαίνει η ψυχή μου ή το πνεύμα μου = πεθαίνω (Η χρ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I2 και σήμ., ΙΛ στη Α1 φρ.): η ψυχή μου εβγαίνει ’δά και ο άγγελος με φωνάζει Αχιλλ. (Haag) L 1345· κάτεχε πως μονοτάρου βγαίνει (ενν. το πνέμα μου) Πανώρ. Ε΄ 304· (3) βγαίνει η καρδιά μου = πεθαίνω: πλια γλήγορα ήθελε βγει η καρδιά μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 442· γ) υφίσταμαι έξωση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β9γ): ουδέ εκείνος να εβγεί οπού ενοικίασεν το σπίτιν Ασσίζ. 747· δ) (προκ. για κλήρο) βγαίνω: Λοιπόν ο λύκος να γενεί ναύκλερος του τυχαίνει,| ποδότας ο κυρ γάδαρος μπαλότα τού εβγαίνει Γαδ. διήγ. 146· 2) (Προκ. για προϊόντα) εξάγομαι: όλα τα πράγματα τά εβγαίνουν απέ την γην να τα πάρου εις την Σαρηκηνία κελεύει το δίκαιον Ασσίζ. 4893. 3) α) Απομακρύνομαι, φεύγω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α16): μη σφάλεις εις την πίστην σου κι εβγείς εκ την αλήθειαν Σπαν. A 642· είτις το ποίσει εντέχεται να εβγεί απέ την συντροφίαν τους άλλους κριτάδες Ασσίζ. 2810· να μην έβγω από εσέν ότι αγάπησά σε Πεντ. Δευτ. XV 16· βλ. και απομακρύνω Β, αποτάσσω (I)1· φρ. βγαίνω από το μέσον =απομακρύνομαι: προς το παρόν εβγάτ’ από το μέσον| να έλθει και ο έλεφας ο και συγκάθεδρός μου Διήγ. παιδ. 898· βλ. και απεκβαίνω α, απεμπρός 2 φρ. β, από (I)1α φρ., απομπροστά φρ., αποχωρίζω (II), μακραίνω, ξεκόβω, φεύγω· β) απομακρύνομαι από υπηρεσία, παραιτούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): με τον καιρόν εβγήκε από το οφίτσιο ετούτο Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ειδέ και δεν το στέργεις, να έβγεις να καθίσει εκείνος πατριάρχης Ιστ. πατρ. 13619. 4) α) Αποβιβάζομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α18): ήρθανε με τα κάτεργα στο Κάστρο κι όξω βγαίνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 4231· β) (προκ. για πλοίο) ετοιμάζομαι να προσορμιστώ, φτάνω: η αρμάδ’ η φράγκικη επήε κει και βγαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 38219. 5) α) (Προκ. για δόντια) πέφτω: δύο δόντια τού βγήκασι και τ’ άλλα ξεκουνήσα Ερωτόκρ. Β΄ 1811· β) ξεφεύγω: να κουντηθεί το χέρι του εις το τσικούρι να κόψει το ξύλο και να έβγει το σίδερο από το ξύλο και να εύρει το σύντροφό του και να πεθάνει Πεντ. Δευτ. XIX 5. 6) Απαλλάσσομαι (από πάθος, υποχρέωση, κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): Περί τους εγγυτάδες οπού θελήσουν να εβγούν απέ την εγγυμασίαν Ασσίζ. 821· απού τες έγνοιες τσι άμετρες απού ’βανεν εβγαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 486. Βλ. και αλαφρός 6, αλαφρυνίσκω, αναπαύω Β4, ξεγνοιάζομαι, ξεμπερδένω. 7) Παρουσιάζομαι, φαίνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α14): η πίστη δεν αποκοτά, μηδ’ η τιμή να εβγούσι Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [145]· Και βγαίνει ο Λογγίνος μαύρα ντυμένος και λέγει Ζήν. Β΄ πριν στ. 1· και εβγαίνει και τους εγκαλεί Σπαν. (Ζώρ.) V 550· εβγήκεν ’στιά αποομπροστά του Κύριου Πεντ. Λευιτ. IX 24· βλ. και ανατέλλω Α1γ, αναφαίνω Βα, ανεβαίνω 3β, προβαίνω, φανερώνω· (προκ. για εκδήλωση αρρώστιας): Εις το να έβγουν σκούληκες εις το οφτίν ή εις άλλον τόπον Ιατροσ. κώδ. φκε΄· φρ. (1) βγαίνω εις την μέσην = παρουσιάζομαι: εβγαίνω εις την μέσην,| μέσον της ρέντας ίσταμαι Λίβ. P 943· (2) βγαίνω εις το φως = εμφανίζομαι: εκείνα (δηλ. τα τέκνα) βγαίνουν εις το φως κι εκείνη αποθνήσκει Φυσιολ. (Legr.) 421. 8) (Προκ. για τον ήλιο, κλπ.) ανατέλλω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α11): όλες τσι χάρες, σαν εβγεί, ο ήλιος τού τσι δίδει Ερωτόκρ. Ε΄ 1114. Βλ. και ανατέλλω Α1β ανεβαίνω 6. 9) (Προκ. για νερά, δάκρυα, κλπ.) αναβλύζω, αναβρύζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1ε): έδειρεν την πέτρα με το ραβδί του δυο φορές και εβγήκαν νερά πολλά Πεντ. Αρ. XX 11· Ώρες τα δάκρυα χώνουνταν κι ώρες απόξω βγαίνα Ερωτόκρ. Ε΄ 563. Βλ. και αναπιδύω. 10) (Προκ. για ποταμό) πηγάζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α12): αποεκεί εσυνεπήραν και απλίκεψαν από το πέραμα του Άρνον ος εις την έρημο οπού εβγαίνει από το σύνορο του Έμορι Πεντ. Αρ. XXI 13. Βλ. και αναβλυστάνω, αναβρύζω. 11) (Προκ. για μυρωδιά) αναδίδομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α10): Οχ την σπηλιάν την άγιαν βρόμος πλέον δεν βγαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1150]. 12) α) Φανερώνομαι: από λόγου της (δηλ. από την Κρήτη) περίφημοι και θαυμαστοί άνδρες εβγήκασιν Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 17· φρ. βγαίνω από τη μήτρα = γεννιέμαι: παιδία μέσα από την κοιλία,| διατί εσκοτωθήκαν κι απ’ τη μήτρα δεν εβγήκαν Διακρούσ. 6941· β) (προκ. για πουλί) εκκολάπτομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1ς): ωσάν από μικρόν αβγό μικρό πουλίν εβγαίνει Ερωτόκρ. Α΄ 307. 13) α) Προέρχομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β11): Αποτ’ εσάς η φρόνησις και η σοφία όλη| εβγήκε και εξάπλωσε στην οικουμένην Ιστ. Βλαχ. 2363 [=Γέν. Ρωμ. 6]· βλ. και ανατέλλω Α3, ανεβαίνω 15· β) ξεπετιέμαι: αξάφν’ ανεμοστρόβιλος από τη γης εβγαίνει Ερωτόκρ. Δ΄ 1014· και η πέτρα οπού εφάνη εις την θάλασσαν εβγήκεν από το βάθος της θαλάσσης Διήγ. εκρ. Θήρ. 11110· γ) (προκ. για καπνό, σκόνη, κλπ.) ανεβαίνω: από την σκόνην που ’βγαινεν ως νέφη προς τα ύψη| και τότ’ εκεί κατέβαινεν τους πάντας να καλύψει Αχέλ. 2490· φρ. βγαίνω από πάνω (σε κάπ.) = ορμώ εναντίον (κάπ.): εκίνησεν να πιλαλεί απάνω μου να βγαίνει Πικατ. 22. Βλ. και ανεμούμαι, αράσσω Β1α, βάνω (I)Α39. 14) Φυτρώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): τα έξι καλάμια οπού εβγαίνουν από την λυχνιά Πεντ. Έξ. XXV 33. Βλ. και ανθώ Β1. 15) (Προκ. για διαταγή) εκδίδομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β20): φεϊτφάς εβγήκε Ιστ. πατρ. 1592. 16) (Προκ. για λόγο, φήμη, «όνομα», κ.λ.π.) διαδίδομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β 20β, Β22): ωσάν έγινε πατριάρχης, εβγήκε κακόν όνομα κατ’ αυτού Ιστ. πατρ. 1346· να πείτε να εβγεί ο λόγος ότι οι Ρωμαίοι στείλουνε βοήθειαν Χρον. σουλτ. 598. Βλ. και αναπηδώ 3, απλώνω Γ3. 17) (Προκ. για μαθηματικό εξαγόμενο) προκύπτω (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 12): πάλιν τα αυτά μερίσας με τα δ΄́ είτι έβγει εις τον μερισμόν, εστίν του τρίτου Rechenb. 236. 18) (Συχνά με το επίρρ. έξω) αποπλέω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): Ευθύς εκάμαν άρμενα, στο πέλαγος εβγήκαν Γαδ. διήγ. 141· Του Τούρκου τα πλεούμενα έξω να μην εβγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 26028. Βλ. και αρμενίζω Α1β. 19) Ξεκινώ (για πόλεμο, αγώνα, κυνήγι, αναζήτηση, κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): με μια γυναίκα ’ς πόλεμο να βγω είναι ντροπή μου Διγ. O 2904· να έβγεις εις αναζήτησιν της κόρης της Ροδάμνης Λίβ. (Lamb.) N 340· καβαλικεύεις το πουρνό, εις τους λαγούς εβγαίνεις Σαχλ., Αφήγ. 167· με το σπαθί να έβγω συναπαντίς σου Πεντ. Αρ. XX 18· και παίρνει στάμενα πολλά και ήβγεν κατά κόσμου Απολλών. 79· βλ. και κινώ· φρ. εβγαίνω στρατιά = στρατεύομαι ως στρατεύσιμος: παν αρσενικό ... οπού εβγαίνει στρατιά Πεντ. Αρ. I 20. 20) Κατευθύνομαι: είπεν ο Κύριος προς τον Μωσέ: «Ταχύνεψε το πουρνό και στάσου ομπροστά στο Φαρώ· ιδού εβγαίνει εις το νερό και να πεις προς αυτόν» Πεντ. Έξ. VIII 16. Βλ. και ανατρέχω 1α. 21) Προχωρώ, πηγαίνω: εις τόπον γαρ και συμφωνίαν να έβγει με τον λαόν του Χρον. Μορ. H 4332· παιδιά του Ιαραέλ εβγαίνουν με χέρα ψηλή Πεντ. Έξ. XIV 8· βλ. και βαίνω Α1α, βάλλω 23, διαβαίνω, οδεύω· φρ. βγαίνω εις την άκραν (κάπ. πράγματος) = τα καταφέρνω, πετυχαίνω: να δω αν ημπορήσω να βγω εις την άκραν του και να κάψω το βρομονήσσιν της Κύπρου Μαχ. 64015. Βλ. και άκρα 9 φρ. 22) (Προκ. για πέρασμα) βγάζω, οδηγώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β17β): το κατώφλιν όπου εβγαίνει εις το κλόστριν Μαχ. 783. 23) (Προκ. για λογιστικό ποσό) ανεβαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β16· βλ. και ΙΛ στη λ. Β6): στιμάροντάς τα όλα τα άνωθεν τά βιγαίνουσι του άνωθεν γαμπρού διά χαρίσματά του πέρπυρα 900 Έγγρ. του 1643 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1968, 11025). 24) Εξαφανίζομαι (Βλ. και ΙΛ στη λ. Α4): Πώς είναι μπορεζάμενο ...| τα πάθη μου να πάψουσι κι οι πόνοι μου να βγούσι; Πανώρ. Α΄ 186· φρ. (1) βγαίνω (ομπρός) από τα μάτια (κάπ.) = εξαφανίζομαι: Ω άνανδρε και οκνηρέ, είπεν, ουδέν εβγαίνεις| εμπρός από τα μάτια μου Κορων., Μπούας 75· Διά νά ’βγει από τα μάτια της θάνατον να της δώσει Ευγέν. Πρόλ. 94· βλ. και αποφαίνω Β3, αφανίζω Β1· (2) βγαίνω από την μέσην = εξαφανίζομαι: εβγάτ’ από την μέση μας, εμαγαρίσατέ μας Διήγ. παιδ. 572. 25) (Προκ. για χρέος) εξοφλούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β4): δεν έπαιρνεν τίποτες από τα δικαιώματα εωσού εβγήκεν όλον το χρήμα (πιθ. γρ. χρέωμα) Συναδ., Χρον. 39. Βλ. και αμεριμνώνω Β. 26) (Προκ. για μήνα, κλπ.) τελειώνω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω IIb· βλ. και L‑S, λ. εκβαίνω II5· η σημασ. και σήμ. ΙΛ στη λ. Α20): εβγαίνοντι ινδ. ιβ́ Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 2646‑7. 27) Παρεκκλίνω, παραστρατίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω I3): απ’ ό,τι ορίζει η εκκλησιά ας βλέπουν να μην έβγουν Δεφ., Λόγ. 36. Βλ. και ντεσβιάρω. 28) Εκπίπτω (από προηγούμενη κατάσταση): και ο πρωτόπλαστος Αδάμ εκ της τιμής εβγήκε Ιστ. Βλαχ. 1605. 29) Πραγματοποιούμαι, συντελούμαι, επαληθεύομαι, γίνομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω II1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Β8, 11γ): όμως δεν τους εβγήκε καλά στο μυστήριό τους Σουμμ., Ρεμπελ. 186· οι ολπίδες τως ανάποδα εβγήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 51023. Βλ. και αποκαθιστώ Β2. 30) (Με κατηγορ.) αποδεικνύομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εκβαίνω II2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 φρ., Β19 και 10): αν εβγεί δικαιωμένος ... εντέχεται να μείνει αμέριμνος ... απ’ εκείνον τον φόνον Ασσίζ. 2256. Βλ. και αποφαίνω Β2α, βεβαιώ Β2β. 31) Καταλήγω, καταντώ: Τα ανακατώματά σου| τα στείλασι οι ορανοί για νά ’βγου εισέ χαρά σου Στάθ. Γ΄ 158. Βλ. και αποβγαίνω 7, αποδίδω 6γ. 32) (Με κατηγορ. ή εμπρόθ. προσδιορ.) αναδεικνύομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β9): να μου βοηθά στες πράξες μου και νικητής να βγαίνω Ζήν. Α΄ 72· ανισωστάς και βγούμενε με νίκη Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 130. Βλ. και απομένω. 33) (Μτβ.) α) βγάζω: Γλυκύτερον του μέλιτος λόγους βγαίν’ εκ το στόμα Κορων., Μπούας 34· β) βγάζω από πάνω μου κ.· χάνω κ.: Έκείνος λοιπόν οπού εμποδίζει τον λόγον, φράττει την ακοήν, φράττοντας την ακοήν εβγαίνει την πίστιν Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 364. 34) (Μτβ.) ξεριζώνω: να τον ιδείτε| πώς εβγαίνει τα μαλλιά του Χρησμ. (Βέης) 1423. Βλ. και απορριζώ, βγάζω 6, βγάνω 6. 35) (Μτβ.) κερδίζω: να εβγαίνει καθ’ ημέρα άσπρα μ́ Rechenb. 662. Βλ. και αποκερδαίνω α, βγάνω 34α, κερδαίνω.
       
  • βγάλλω,  
    Κυπρ. ερωτ. 484· βγάλλω ή εβγάλλω, Θρ. Κύπρ. M 393· εβγάλλω, Αιν. άσμ. 45, Ασσίζ. 12226, 22622‑3, Απολλών. 536, Αχιλλ. L 80, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 840, Μαχ. 4433, 26631‑2, Νεκρ. βασιλ. 20, Χρον. σουλτ. 6817.
    Από το αρχ. εκβάλλω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Βγάζω έξω, εξάγω κάπ. ή κ. (από κάπου) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Εβγάλλει η μητέρα μου, η πολυπόθητή μου,| μετά χαράς και δίδει με εκείνο τό πεθύμουν·| δίδει με τρίχινο ραβδί και ξύλινο δισάκιν Αιν. άσμ. 45· βλ. και βγάζω 1· β) αφαιρώ: και όσοι μεταγράφετε να γράφετε ως ένι·| μη εβγάλλετε, μη βάλλετε απ’ εκείνον τό γράφει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 840. Βλ. και παίρνω· γ) απομακρύνω κ. που μου ανήκει· χάνω: εβγάλλοντας την πίστιν πώς θέλουσιν επικαλεσθεί εις τον οποίον δεν επίστευσαν; Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 364. 2) Βγάζω έξω, παρουσιάζω (Βλ. και ΙΛ στη λ. Α1α): εβγάλλουν την (δηλ. την κόρην) στην αγοράν με άλλους αιχμαλώτους Απολλών. 536. Βλ. και αναφανίζω (I) Α. 3) (Προκ. για ρούχα, κλπ.) βγάζω από πάνω μου (Βλ. και ΙΛ στη λ. Α1ιγ): το στέμμαν εκ της κεφαλής εβγάλλει Αχιλλ. L 80· εβγάλλω τη μπερέττα μου Νεκρ. βασιλ. 20. Βλ. και βγάζω 5. 4) (Προκ. για μαχαίρι, κλπ.) ανασύρω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1δ): εβγάλλει το μαχαίριν του και έκοψεν την κεφαλήν του Μαχ. 26631‑2. Βλ. και βγάζω 3, βγάνω 8. 5) (Προκ. για λιτανεία ή παρουσίαση εικόνας) παρουσιάζω και περιφέρω σε λιτανεία: Του Κύκκου το εικόνισμαν μοναστήριν πρωτάτον| αγίου Λουκά ευαγγελιστού ήτανε ζωγραφιά του·| άλλη της Τροοδίτισσας και η της Τρικουκκίας,| που τες εβγάλλαν πάντοτες καιρόν της ανεδρίας| κι εκάμνασιν παράκλησες Θρ. Κύπρ. M 393. Βλ. και βγάνω 9. 6) (Προκ. για σύμπτωμα αρρώστιας) προκαλώ: το χιόνιν πάλε βγάλλει μαργωμάδαν Κυπρ. ερωτ. 484. 7) Εξαιρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β8β): «Μόννω εις τα άγια του Θεού ευαγγέλια να βλεπίσω ως όσον ήτον αφέντης μας, τον αφέντην της Τύρου κατά πρόσωπα πάσα ανθρώπου εβγάλλοντα το κορμίν του αφέντη μας του ρηγός, του ποίου είμεστεν κρατούμενοι με όρκον» Μαχ. 4433· Βουστρ. 506. Βλ. και βγάνω 26. 8) Κερδίζω ποσό αντίστοιχο με κ. (Βλ. και ΙΛ στη λ. Β9α): εντέχεται να πλερώσει όσα έχει και τα δελοιπά εντέχεται να ομόσει επάνω εις τα άγια ότι να του δώσει όσον να κάμει εβγάλλοντα την έξοδόν του Ασσίζ. 12226. Βλ. και αβαντζιάζω, κερδαίνω. 9) (Με υποκ. λ. που δηλώνει γη ή τμήμα γης) παρέχω (ορυκτό): εις τον τόπον οπού έναι το βουνό οπού εβγάλλει το αλάτι Χρον. σουλτ. 6817.
       
  • διανίσταμαι, 
    Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 364, Ψευδο-Σφρ. 4281.
    Το μέσ. του αρχ. διανίστημι.
    Σηκώνομαι (Πβ. τη σημασ. στον Αριστ., L‑S, λ. διανίστημι II): ο δε εις γόνυ διαναστάς ημύνετο Ψευδο-Σφρ. 4281.
       
  • εξαρτίζω. 
    Το μτγν. εξαρτίζω. Η λ. και σε επιγρ. (L‑S).
    1) (Προκ. για πλοίο ή στόλο) εφοδιάζω με τα κατάλληλα εξαρτήματα, εξοπλίζω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II): εξαρτίσας στόλον ικανόν Ψευδο-Σφρ. 24215. 2) (Μεταφ.) εξοπλίζω· παρασκευάζω: ο του Θεού άνθρωπος προς παν έργον αγαθόν εξηρτισμένος Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 365.
       
  • μεθερμηνεύω,  
    Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 237.
    Το μτγν. μεθερμηνεύω.
    Μεταφράζω: υπηρετών και μεθερμηνεύων τα λεγάμενα παρά των πρέσβεων προς τους μεσάζοντας του ποτέ Μαχουμέτ ηγεμόνος Δούκ. 22922-3· ο άγιος Ιερώνυμος ... μεθηρμήνευσε την θείαν γραφήν εις την εδικήν του γλώσσαν την ιλλυρικήν Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 368.
       
  • μεταχειρίζω,  
    Σπαν. A 400, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 426, Ερμον. Γ 34, Λίβ. P 932, Λίβ. N 1223, 2987, Δούκ. 40725-6, Αιτωλ., Μύθ. 420, 1912, 2816, 9422, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [49]· ματαχερίζομαι· μεταχερίζομαι, Λίβ. Esc. 2295, 3360.
    Το αρχ. μεταχειρίζω. Το μέσ. μεταχειρίζομαι και σήμ.
    I. (Ενεργ.) χειρίζομαι· χρησιμοποιώ: γράφει (ενν. ο Απόστολος Παύλος) εις όλες του τες επιστολές … εις τες οποίες είναι κάποια δυσκολογροίκητα, τα οποία οι αμαθείς και αβέβαιοι τα μεταχειρίζουσιν ωσάν και τες άλλες γραφές Χριστ. διδασκ. 9· (εδώ σε μεταφ.): να μεταχειρίζουσι το ξεγδικιωτικόν τους σπαθί με δικαιοσύνην και με ισότητα Χριστ. διδασκ. 447. IΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) (Με αντικ. τη λ. κοντάρι) κρατώ, «παίζω» στο χέρι· κραδαίνω: να παίζει το φαρίν μου και να μεταχειρίζομαι, φίλε μου, το κοντάριν Λίβ. N 2028. 2) Χειρίζομαι (υπόθεση), διευθετώ, αντιμετωπίζω: γνωρίζω πως έκαμνα άδικον της υποθέσεως οπού εμεταχειρίσθηκα (έκδ. εμεταχαρίσθηκα· διορθώσ.· βλ. ά. μεταχαρίζομαι) Ροδινός (Βαλ.) 203· αν τον έλθει τίποτε, να το σηκώσει ως άνδρας,| να το μεταχειρίζεται, να το δουλαγωγήσει Κομν., Διδασκ. I 375. 3) Χρησιμοποιώ κάπ. ή κ. για εξυπηρέτηση ή ωφέλειά μου, κλπ.: να τον μεταχειρίζεται και να τον έχει φίλον| και να τον έχει εις θέλημα καθολικόν δικόν του Φλώρ. 1323· βλέπει (ενν. ο Λίβιστρος), μεταχειρίζεται τους φυλακάτοράς μου,| χρήματα τους εχάρισεν και πολεμεί τους φίλους Λίβ. Sc. 2349· να κόπτει την καρδίαν μου, να την καταπικραίνει.| Και τι από τότε ερωτικόν ουκ εμετεχειρίσθην; Λίβ. Sc. 2177. 4) (Προκ. για χρήματα) διαχειρίζομαι, κάνω χρήση: Σφρ., Χρον. μ. 16021· μόνον ένα σκοπόν έχει (ενν. ο ιερεύς): πώς να συνάξει χρήματα να τα μεταχειρισθεί εις τες ηδονές του Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 366. 5) Επιχειρώ: Όσα εματαχερίστηκεν, όλα καλά του ήλθαν Χρον. Τόκκων 3100· ει μέν εν τῃ Θράκῃ ή άλλη επαρχία της δύσεως τούτο μεταχειρίσηται, ευκόλως εμπεσείται πάλιν εν ταις άρκυσι (έκδ. άρκοις· διορθώσ.· βλ. ά. άρκος, II) του βασιλέως Δούκ. 21318. 6) (Προκ. για πόλεμο) διεξάγω: τας ψυχάς γαρ αιδεσθείτε| και τον πόλεμον ανδρείως| μεταχερισθείτε πάντες Ερμον. Ρ 183. Β´ Αμτβ. α) Χειρίζομαι κάπ. κατάσταση: Κι εκείνος, ως ήτον φρόνιμος, καλά εμετεχερίστη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψε, τον πρίγκιπα Γυλιάμον και τον αφέντην Αθηνών, ομοίως τους Ευριπιώτες·| με εκείνους εβοήθηκεν κι απέρασε την μάχην Χρον. Μορ. H 3081· β) χρησιμοποιώ τρόπους, ενεργώ, επιδιώκω: ο κυρ Παύλος| μεταχειρίζεται, δουλώνεται να εβγάλει αδελφήν του| με δώρα, με χαρίσματα, με εξαγοράν μεγάλην Χρον. Τόκκων 415· μεταχερίζεται (ενν. ο δούκας) ως μπορεί αφέντη να τον κάμουν Χρον. Τόκκων 1183.
       
  • μισθαποδότης  
    ο, Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 370.
    Το μτγν. ουσ. μισθαποδότης. Η λ. και σήμ. σε εκκλησιαστικά κείμ.
    Αυτός που αποδίδει μισθό, που ανταμείβει· (εδώ προκ. για το Θεό): κάμνει χρεία εκείνος οπού σιμώνει εις τον Θεόν να πιστεύσει ότι είναι Θεός και ότι εις εκείνους οπού του γυρεύουσι γίνεται μισθαποδότης Χριστ. διδασκ. 101.
       
  • οικοδομή  
    η, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14824,28,36, Ψευδο-Σφρ. 34227.
    Το μτγν. ουσ. οικοδομή· για πιθ. παλαιότ. μνεία βλ. L-S. Η λ. και σήμ.
    1) α) Οικοδόμηση, χτίσιμο, ανέγερση: Όλων δε εκείνων οπού εσυνδράμανε αντάμα μου εις την οικοδομήν της εκκλησίας, ο Θεός να τους ενθυμηθεί Διαθ. Νίκωνος 25499· ο άγιος υπήγεν εις τους χριστιανούς ζητώντας βοήθειαν διά να κτίσει αυτήν την εκκλησίαν, και αυτοί ... του έδιδαν περισσότερον από ό,τι εζήτα ... διά την οικοδομήν της εκκλησίας Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. Κ 45-6· β) (μεταφ., προκ. για την εδραίωση και την ανάπτυξη της χριστιανικής εκκλησίας): να τυπωθεί το παρόν βιβλίον εις δόξαν Θεού και οικοδομήν της εκκλησίας Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 370· γ) (μεταφ.) πνευματική καλλιέργεια, μόρφωση· χριστιανική αγωγή: ο σκοπός όλος εκεινών οπού αναγινώσκουνται εις την εκκλησίαν είναι διά οικοδομήν· και η οικοδομή είναι διά της γνώσεως εκεινών οπού λέγονται Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 367 δις. 2) Οχύρωση: Νυν δε εγώ μέν απέρχομαι προς οικοδομήν καλλίω του Εξαμιλίου Σφρ., Χρον. (Maisano) 981. 3) α) Οικοδόμημα, κτίσμα: εγένετο ο εμπρησμός εν Βενετίᾳ ... και κατεκάησαν οικίαι παμπληθείς και εργαστήρια και οικοδομαί Byz. Kleinchron. Ά́ 31213· β) ικρίωμα, σκαλωσιά: εδιόρθωσεν ο δούκας ο αφέντης| ανθρώπους επιδέξιους, δόκιμους εις το πράγμα,| με σκάλες, με οικοδομήν εύκολα να το κλέψουν (ενν. τον πύργο) Χρον. Τόκκων 784. 4) Το σύνολο των οικοδομικών υλικών που χρησιμοποιούνται για κάπ. οικοδόμημα (εδώ κυρίως για πολυτελή υλικά): έγραψε (ενν. ο βασιλεύς) εις πάσαν αφέντην ανατολής και δύσεως ... όπου εύρουν μάρμαρα εκλεκτά και κολόνας και πορφύρα και καγκελοθυρίδας οπού να είναι επιτήδεια διά εκκλησίαν, να του τα προβαδίσουν εις την Κωνσταντινούπολιν ... Και ούτως εσύναξε πάσαν την οικοδομήν πασαένας από ναούς ειδώλων οπού τους εχαλούσαν και από παλαιά παλάτια και τα έστελναν του βασιλέως Ιουστινιανού εις την Κωνσταντινούπολιν ... από όλον τον κόσμον Διήγ. Αγ. Σοφ. 1489.
       
  • έφορος 
    ο.
    Το αρχ. ουσ. έφορος. Η λ. και σήμ.
    Εκείνος που εφορεύει, εποπτεύει: αυτοί θέλουσι δώσει λόγον τῳ εφόρῳ Θεῴ εις την ημέραν της κρίσεως Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 366.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης