Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  Βιβλ.αναφορά : Λεόντ., Ομιλ. (Κακ.-Πάνου)

  • σπαστρεύω, 
    Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 393, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1336, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 2881173· παστρεύγω, Φαλιέρ., Ιστ.2 193, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1113, Έ́ 1200, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13723· παστρεύω, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 766, Ημερολ. 10, Θησ. Ζ́ [781], Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 53, Μορεζ., Κλίνη φ. 107r, Μπερτολδίνος 151, 167, Διήγ. πανωφ. 59, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1197], Ροδινός (Βαλ.) 227, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 34, Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. K 24· μτχ. παστρεμένος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [121].
    Από το *σπαρτεύω (<ουσ. σπάρτο(ν) και την κατάλ. ‑εύω, με επανάληψη του αρχικού σ και μετάθεση του ρ· βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 327, ΛΚΝ, λ. παστρεύω). Ο τ. παστρεύγω (για την κατάλ. ‑εύγω, βλ. Χατζιδ., ό.π. 49) στο Βλάχ. (λ. παστρεύγω) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παστρέβγω ‑βjω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο τ. παστρεύω με ανομοιωτική αποβολή του αρχικού σ (ΛΚΝ), στο Du Cange (λ. πάστρα) και σήμ.· βλ. και LBG (λ. παστρεύω). Τ. σπαστρεύου σήμ. ιδιωμ. (Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., λ. σπαστρεύου και παστρεύου σημ.). Η λ. στο Meursius (λ. σπαστρεύειν), σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 4733) και σήμ. ιδιωμ. (Κωνσταντινίδης, Λεξιλ. ροδ. διαλ.)· βλ. και LBG στη λ.
    I. Ενεργ. 1) Καθαρίζω: Ο ιερεύς ο καταφρονών την εκκλησίαν αυτού και ου μετά πάσης τιμής δεν παστρεύει και φιλοκαλεί αυτήν και πάντα τα ιερά, αλλ’ ως Θεού οίκον καταφρονών, αργείτω επί καιρῴ Μαλαξός, Νομοκ. 140· να μην αγοράζει ποτέ σκλάβον ή σκλάβαν, αλλά να σηκώνεται ατός του να παστρεύει το σπίτι του και να τινάζει τα στρώματα Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131· (αμτβ.): Λαϊκοί εις το θυσιαστήριον δεν σεβαίνουν, μήτε άνδρες μήτε γυναίκες ... η δε καλογραία σεβαίνει και παστρεύει Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 146· (εδώ σε μεταφ.): Εσείς οι Φαρισαίοι το έξω του ποτηρίου και του πινακίου σπαστρεύετε, αμή το μέσα σας είναι γεμάτον από αρπαγάς και πονηρίας Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά́ 39. 2) (Γενικ.) περιποιούμαι, φροντίζω: Περί βιβλιοφύλακος, εάν ου παστρεύει καλώς τα βιβλία Μαλαξός, Νομοκ. 234· 2) (Μεταφ.) εξαγνίζω: Καθαρίσατε τα χέρια σας, αμαρτωλοί, και σπαστρέψετε τες καρδίες σας, δίψυχοι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιακ. Καθ. Επ. δ́ 8· Ας καθαρισθούμεν από κάθε αμαρτίαν με την πίστιν και την ελεημοσύνην, με την σωστήν αγάπην πάλιν, με την αληθινήν ταπεινοφροσύνην παστρεύοντας του λόγου μας από κάθε σαρκικήν ατσαλιάν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11213. IΙ. Μέσ. 1) Καθαρίζομαι (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ Παράρτ. 33): Ας πάμε όλες μετ’ αυτή στη βρύση να πλυθούμε,| μια μια από τον πάσπαλο τούτο να παστρευτούμε Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 124· όρισέν τους (ενν. ο θεόπτης Μωυσής) να πλυνθούν και να σπαστρευθούν καλά, και την σάρκαν τους και τα ρούχα τους να καθαρισθούν, και τότε ... να έβγουν τον ανήφορον να τον προσκυνήσουν (ενν. τον Θεόν) Λεόντ., Ομιλ. (Κακ.-Πάνου) 116. 2) Περιποιούμαι τον εαυτό μου, καλλωπίζομαι: και τότε Κουταγιώταινα λέγει τες «εγερθείτε,| όλες εδά σπαστρεύεσθε, όλες ευμορφωθείτε» Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 569. 3) (Μεταφ.) εξαγνίζομαι: έτσι σχολάζοντας με πλέα επιμέλειαν με την θεωρίαν και με την θεολογίαν των θείων και ακόμη καθαρισμένοι διά μέσου της Αγίας Γραφής και έστοντας να παστρευτούμεν με την παντοτινήν προσευχήν, ας καταφρονήσομεν τες ψεύστικες φροντίδες Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11127.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης