Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ακόνι(ον)
- το, Λεξ. Μακεδ. (Giann.-Vaill.) 155, Εκατόλ. (Hess.-Pern.) M 42, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ 1631.
Υποκορ. του αρχ. ουσ. ακόνη. Η λ. ήδη στο Διοσκουρίδη (Sophocl.), μολονότι εκεί σημαίνει «φάρμακον»· όμως βλ. Chantraine, Dict. étym., λ. ακ‑. Η λ. και σήμ. (ΙΛ στη λ. ακόνι). Για την ύπαρξη βυζ. λ. ακόνα βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ Β΄ 6, 1955/6, 234.
Ακόνι, όπως και σήμ.: Οκτώ μαχαίρια ακόνισαν απάνου σ’ έν’ ακόνι| και στην καρδιά μου τα ’βαλαν να με διαβούν οι πόνοι Εκατόλ. M 42· Πιστέψετέ μου, ότ’ εις του νου την πίστην ήμουν μόνη| κι εις την τιμήν της αλληνής της δοκιμής τ’ ακόνι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ 1626.
αλεπού- η, Αχιλλ. (Haag) L 1186, Αχιλλ. (Hess.) L 1166, Αχιλλ. (Hess.) N 1486, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 665, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 11, 41, 953, 1063, 1125, 12613, Διγ. (Lambr.) O 1310, 1797· αλωπού, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 121, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 196, 270· Ιατροσόφ. (Oikonomu) 847· αλουπού, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 188, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 48, Χρησμ. (Λάμπρ.) 114, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 32, 93, 207, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 2, 147, 451, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 9, 72, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) B 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1413], Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 430, Γ΄ 92, Δ΄ 272, Μπερτόλδος 51, 55· αλουπή, Gesprächb. (Vasm.) 50943· αλπού, Διγ. (Καλ.) A 4731, Λεξ. Μακεδ. (Giann.-Vaill.) 49.
Από το μεσν. αλωπώ (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 96 και Pern., Mélanges Schlumberger 212, Αφ. Χατζιδ. 44, Kretschmer, Glotta 13, 1924, 245, καθώς και Kalits., Gramm. 52) Οι τ. και σήμ. (ΙΛ). Για την αποβολή του ου στον τ. αλπού βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 253 και για την κατάλ. ‑ού, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 79. Μαρτυρείται μεσν. επών. Αλωπός (Άμ., Ελλην. 10, 1937-8, 118 = Άμ., Γλωσσ. μελετ. 427 και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 284) από το ήδη σε απόσπ. Σοφ. 263 μαρτυρημένο αλωπός = πανούργος, που μνημονεύεται και στον Ησύχ. (Άμ., Χιακ. Χρον. 2, 1914, 99 = Άμ., Γλωσσ. μελετ. 123 και Φάβ., Αθ. 49, 1939, 48).
Αλεπού (όπως και σήμ.): Εσέναν και την αλουπούν την μακροουραδάτην,| την πνίγουσαν τας όρνιθας και τα μικρά πουλία Διήγ. παιδ. 188· Τώρα την πονηρή αλουπού στην τρούπ’ έχω κλεισμένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1413]· μί’ αλεπού εχάσαμεν και αν την είδες πε μας Αιτωλ., Μύθ. 12613· ω αλουπού πολύξερη, στα δίκτια είσαι πιασμένη Ζήν. Δ΄ 272.
αποκρεύω,- Λεξ. Μακεδ. 80.
Από το ουσ. Αποκρέα - Αποκριά. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
(Προκ. για νηστεία) τρώγω κρέας την τελευταία μέρα πριν από περίοδο νηστείας.
γερόντισσα- η, Λεξ. Μακεδ. 252, Κώδ. Χρονογρ. 497, Δωρ. Μον. XXV, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Διγ. Άνδρ. 40236, Βακτ. αρχιερ. 141, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3675.
Από το ουσ. γέροντας και την κατάλ. ‑ισσα. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
Γριά (Η σημασ. στο Βλάχ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): μονάχας μιαν γερόντισσα στο σπίτι εσκοτώσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3675.
γουρουνόπουλο(ν)- το, Λεξ. Μακεδ. 26 (έκδ. γουρόπουλα· κατά τους εκδ. πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί γουρουνόπουλα ή γουρνόπουλα).
Από το ουσ. γουρούνι και την κατάλ. ‑όπουλο(ν). Βλ. και Meursius (λ. γουρούνιν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Γουρουνάκι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): Λεξ. Μακεδ. 26 (έκδ. γουρόπουλα· κατά τους εκδ. πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί γουρουνόπουλα ή γουρνόπουλα).
δαδί(ν)- το, Προδρ. II 53, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 348, Λεξ. Μακεδ. 125.
Το αρχ. ουσ. δαδίον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Ξύλο δένδρων που χρησιμοποιείται ως προσάναμμα, καυσόξυλο (Η σημασ. αρχ., L‑S Κων/νίδη, λ. δαδίον 1 και σήμ., Πρωίας Λεξ., λ. δαδίον): κηροστούπιν και δαδίν, ελάδιν και λινέλιν Προδρ. II 53.
κλειδωνέα- η· κλειδωνία, Λεξ. Μακεδ. 120, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 182r.
Από το κλειδώνω. Ο τ. κλειδωνία στο Βλάχ. και τ. κλειδωνιά στο Somav. και σήμ.
Κλειδαριά: άνοιξαν ... την άλλη βούλλα (ενν. του σεντουκιού) και την κλειδωνέα με το κλειδί Ιστ. πατρ. 1247.
κόσσυφας- ο, Πουλολ. (Τσαβαρή) AZ 44· κόσσυβας, Λεξ. Μακεδ. 32.
Το αρχ. ουσ. κόσσυφος. Η λ. και σήμ. στον τ. κότσυφας.
Κότσυφας: Σπουργίτης και ο κόσσυφας εκάθουνταν κοντά του,| ανάγκαζαν τον σκορδιαλλόν διά να φιλονικήσει Πουλολ. (Τσαβαρή) AZ 62.
κτένιον- το, Σπανός (Eideneier) D 669· κτένι, Σπανός (Eideneier) Α 234, Σεβήρ., Σημειώμ. 37α, 50ς, 52, 53γ· κτένι(ν)· κτένιν, Σπανός (Eideneier) Α 256· κτένι(ο)ν, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 925· χτένι, Gesprächb. 962186, Λεξ. Μακεδ. 147.
Το αρχ. ουσ. κτένιον. Ο τ. κτένι στο Βλάχ. Ο τ. χτένι και σήμ.
1) Χτένα: απόστειλον πρός με το κτένιον το πατρογονικόν το εμόν, ουχί το πυκνόν, αλλά το αρύ Σπανός (Eideneier) D 648. φρ. ήρθε ο κόμπος εις το κτένι = φτάνει κ. στο απροχώρητο: Ήρθ’ ο κόμπος εις το κτένι κι η ψυχή μου απολιγαίνει Φαλλίδ. 90. 2) Θαλάσσιο όστρακο, «χτένι»: ιχθύν γαρ ουκ εσθίουσιν …| ειμή ψωμίτσιν, αστακούς …(παραλ. 2 στ.) … και κτένια και σωλήνας Προδρ. III 278. Οι τ. κτένι και χτένι (καθώς και τ. χθένι) στον πληθ. ως τοπων.: Πορτολ. A 19331, 32, 19812.
λαγήνιν- το· λαγήνι, Λεξ. Μακεδ. 127, Πεντ. Γέν. ΧΧΙV 15, 20, Πιστ. βοσκ. V, 4, 10, 18· λαήνι, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 591, Στάθ. (Martini) Γ΄ 431, Ροδολ. Δ΄ [367], Ε΄ [220].
Από το ουσ. λαγήνα· πβ. όμως και το μτγν. ουσ. λαγύνιον. Τ. λαγήνιον σε έγγρ. του 1432 (Act. Lavr. III 1687, 17). Ο τ. λαήνι(ν) και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 627, λ. λαήνη και Παπαδ. Α., Λεξ. λ. λαγήνιν). Ο τ. λαγήνι και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Σταμνί, δοχείο για υγρά (Βλ. και Μπακιρτζής, Βυζ. Τσουκαλολάγηνα 129-137, 194): έπαιρνεν κάθα πωρνόν έναν λαγήνιν γάλαν … κι επούλεν το Μαχ. 49218· το φαρμάκι εκ το χρυσό λαήνι έχει πιωμένα Θησ. Ε΄ [220]· Λαγήνιν, τι λιμπίζομαι τα πάντερπνά σου κάλλη·| εσύ σταμνίν …| εσύ να σύρνεις κρυόν νερόν στης λυγερής τα χείλη Ερωτοπ. 454. 2) Μονάδα μέτρησης υγρών (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄ 250, Ε΄ 294, καθώς και Πετρόπ., ΕΛΑ 7, 1952, 81· πβ. και Schilb., Byz. Metrol. 123): Οι Τούρκοι νερό φέρνασι μέσα στ’ ασκιά εκείνοι| κι εκεί μας το πουλούσανε μια λίτρα το λαήνι Τζάνε, Κρ. πόλ. 22628.
λανάρι- το.
Το ουδ. του επιθ. λανάριος (<lanarius· βλ. και Du Cange) ως ουσ. (Βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 209 και Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
Όργανο κατεργασίας μαλλιού (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β2 191): Λεξ. Μακεδ. 148.
λάσπη- η, Rechenb. 751, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 396, κριτ. υπ. Λεξ. Μακεδ. 28, Πεντ. Γέν. XI 3, Παλαμήδ., Βοηβ. 278, 284, 296, 298, Σταυριν. 240, Ιστ. Βλαχ. 2055, 2068, 2242, Διήγ. ωραιότ. 297.
Ίσως από το ουσ. ελασπίς (= έλος) (Ανδρ., Λεξ.) ή κατά τον Κοραή από το ουσ. λάπη (Ανδρ., Λεξ.). Λιγότερο πιθ. από το ηχομιμητικό slap‑σλάπη) με μετάθεση του σ (Βλ. Καλογερά, Ηχοπ. λέξ. 54). Η λ. στο Meursius και σήμ.
1) α) Λάσπη. βούρκος· πηλός: Να πέφτουσι (ενν. οι πάντες) να κυλίονται ως οι χοίροι εις την λάσπην Πωρικ. P 10717· που είναι λάσπη και νερά γεφύρια να στήσεις Ιστ. Βλαχ. 2236· δεν έχει εξουσίαν ο πηλουργός του πηλού από την αυτήν λάσπην να κάμει άλλο μεν αγγείον εις τιμήν και άλλο εις ατιμίαν; Χριστ. διδασκ. 65· β) υποστάθμη θάλασσας, λίμνης ή ποταμού: Μα ευρίσκετο (ενν. το κάτεργο) στον πάτο σαπημένο| και ήτονε μες στη λάσπη καθισμένο Λεηλ. Παροικ. 660· γ) βρομιά (Για τη σημασ. βλ. Eideneier [Σπανός σ. 305]): Ήλθε λάσπη εις τα ρουθούνια του Σπανός (Eideneier) D 1786. 2) (Μεταφ.)κακία, πονηρή σκέψή: Οι καρδιές μας … να ξεσπιλώνουνται ακ’εκείνες τες λάσπες και σπιλάδες Πηγά, Χρυσοπ. 312 (1).
μαγείρευμα- το, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 788· μαγείρεμα, Λεξ. Μακεδ. 50, Αιτωλ., Μύθ. 12514, μαγέρεμα, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 116, Πεντ. Γέν. XXV 29, Έξ. XII 9, Διήγ. πανωφ. 59.
Το μτγν. ουσ. μαγείρευμα. Ο τ. μαγείρευμα στο Somav. και σήμ. Ο τ. μαγείρεμα στο Meursius και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄) και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. μαείρεμαν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 643).
1) Φαγητό: τρώγει σας την σάρκαν σας και πίνει σας το αίμα,| ωσάν γλυκύν μαγείρευμα και δίχα θέλημά σας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 447· ο Ιακώβ έδωσεν του Εσαύ ψωμί και μαγέρεμα φακής Πεντ. Γέν. XXV 34. 2) Όσπρια: Γιατί τα μαγειρέματα δεν έχουσι (ενν. οι γυναίκες) για βρώση,| μα μοναχός λουκάνικο κι απάκι θε να τρώσι Πανώρ. Β΄ 17· Επήραν (ενν. οι Φράγκοι) πρόβατα πολλά, όσά ’βρανε και βόδια| και μαγερέματα. κρασιά και στάρια τόσα μύδια Τζάνε, Κρ. πόλ. 36022.
νήμα- το, Λεξ. Μακεδ. 35· γνέμα· νέμα, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 105, Ριμ. κόρ. 819 κριτ. υπ.· νήμαν, Ασσίζ. 32215.
Το αρχ. ουσ. νήμα. Οι τ. γνέμα, νέμα και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Χατζή - Ζωγίδου, Αθ. 10, 1898, 549, Λάζαρης, Λευκαδ. 41, λ. γνέμα, Κωστ., Λεξ. τσακων. 293, λ. νέμα). Ο τ. νήμαν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 674). Η λ. και σήμ.
1) α) Κλωστή, νήμα: τα νήματα τα παμπακερά Μαχ. 25433· φορεσίαν ... με νήμαν λινόν Ασσίζ. 24328· β) (μεταφ. προκ. για τη ζωή· πβ. την ήδη αρχ. χρ. της λ. προκ. για το πεπρωμένο): Κόψε (ενν. Λακέζη) το νήμα της ζωής, η ζωή μου ν’ ανασάνει Ζήν. Δ΄ 113· γ) (σε μεταφ.): εννοιάστην (ενν. ο μισέρ Τζουάν Μουστρής) πως ... ο ρήγας εύκολα δεν ταιριάζει τούτην την ταραχήν· ... και εβουλήθην με έννοια να βάλει σκοπόν να γιατρεύσει τούτην την πληγήν, ότι τα νήματα της τέχνης ήτον άκλωστα Μαχ. 2542-3. 2) (Προκ. για την αράχνη) ιστός: Δεφ., Λόγ. 116, Ιστ. Βλαχ. 2339. 3) Θηλιά, βρόχι· παγίδα: Πόθε, παγίδιν έστησες …| … κι έπιασές με| γιον το περδίκιν στην θηλιάν, γιον τον λαόν στο νήμαν Κυπρ. ερωτ. 11515· φεύγει εκείνον το όρνιον και ο αυθέντης του χάνει το και ... πέφτει εις τα νήματα κανενού πουλλάρη, και πιάνει το Ασσίζ. 20020.
ξυράφι- το. Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 183r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1303]· ξεράφιον· ξουράφι, Λεξ. Μακεδ. 35, Πεντ. Αρ. VI 5, VIII 7· ξουράφιν, Διήγ. Αλ. G 27319, Σεβήρ., Σημειώμ. 52· ξυράφιν.
Το μτγν. ουσ. ξυράφιον, που απ. και σε σχόλ. (L-S). Οι τ. ξουράφι, ξουράφιν, ξυράφιν, καθώς και διάφ. άλλοι τ. της λ., και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ξυράφιν, Κωστ., Λεξ. τσακων. Β́ 353, λ. ξουράφι, Σακ., Κυπρ. Β́ 698, λ. ξουράφιν, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 285, λ. ξεράφι, κ.α.). Ο τ. ξουράφι και η λ. και σήμ.
Ξυριστικη λεπίδα, ξυράφι: εις το κεφαλιν του έβαλε (ενν. η γυνή) ξουράφι να το ξουρίσει Συναξ. γυν. 213· τα γένια αυτού ειτε κόκκινα είτε ξανθά το ξυράφιν εγίνωσκε, οποίον χρώμα είχον· σαρξ γαρ μόνη εφαίνετο Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 411· (εδώ σε μεταφ.): Ωσάν ξυράφι η γλώσσα του ήσφαξε την καρδιά μου Ζήν. Γ́ 183· τοιούτον γελά μου εις το στόμα οπού έχει το ξεράφιον αποκάτω Μπερτόλδος 72.
ουρά (I)- η, Διγ. (Trapp) Gr. 1133, Διγ. Z 2834, Βέλθ. 301, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 321, Γαδ. διήγ. (Pochert) 170, Πεντ. Έξ. XXIX 22, Δευτ. XXVIII 13, κ.α.· νορά, Λεξ. Μακεδ. 32· νουρά, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 124 τρις, 129· ορά, Ζήνου, Βατραχ. 145, Αχιλλ. L 810, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 337 κ.α., Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Αποκάλ. Ιω. θ΄ 10, κ.α.· ορέα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1102· ούρα, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 139 (αιτιατ. ‑ην).
Το αρχ. ουσ. ουρά. Οι τ. νορά, νουρά από τη συνεκφ. της αιτιατ. εν. του άρθρου και των ορά, ουρά αντίστοιχα (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 411)· ο τ. νουρά στο Meursius και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.). Ο τ. ορά στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ 212, Δ΄ 482, Μουσούρης, Γλωσσάρ. Ιθάκ. 40)· για το σχηματ. του τ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 411. Για τον τ. ορέα βλ. Καραγιάννη, Διγενής 110-1· πβ. τ. οριά στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. S΄ 183, Καραγιάννη, Διγενής 110-1). Ο τ. ούρα από μετρ. αν., αν δεν πρόκειται για σχηματ. ανάλογο με τα θηλ. μεγεθ. σε ‑α (Πβ. Μηνάς, Μορφολ. μεγεθ. 41-8). Η λ. και σήμ.
1) α) Ουρά ζώου: Διγ. Άνδρ. 34610, Σπανός (Eideneier) D 1070· ο Σαψών έκαμε κυνήγι και πιάνει αλεπούδες ζωντανές και ανάφτει κερία και δένει τα εις τες ορές τους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 182r· λείχοντα την ούρην σου (ενν. συ ποντικέ) κοιλίαν σου χορταίνεις Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 140· φρ. κρύπτω την ουρά εις τα σκέλη = υποχωρώ νικημένος: ο Μπατοργάμπορος αρχίνισε να φύγει (παραλ. 1 στ.) έπεσεν η μπερέττα του, έπεσαν τα φτερά του,| σαν σκύλος εις τα σκέλη του έκρυψε την ουρά του Ιστ. Βλαχ. 324· β) (προκ. για ψάρι): ψάριν με δύο νουράδες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· γ) (προκ. για πτηνό): τα πουλία γαρ τοιαύτα| εκ μακρόθεν η ουρά τους| διχαλή και τεθλασμένη Πτωχολ. α 813· δ) (προκ. για έντομο): Οι μέλισσες έχουν το μέλιν εις το στόμα και το σφηκούντριν εις την νουράν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Σκορπίε, … ος έχεις το στόμαν ίσον και την ουράν στραβήν Σταφ., Ιατροσ. 10278· ε) (προκ. για ερπετό): Οπού κόπτει την οράν του φιδίου, ήγουν δακώνει τον Άνθ. χαρ. 3013. 2) (Μεταφ.) το μέρος πίσω από κ.: επολομούσαν (ενν. οι Ρωμάνοι) του (ενν. του νικητή της μάχης) τρεις τιμές … Η δεύτερη τιμή ήτον ότι εφέρναν τον απάνω εις ένα αμάξιν … ως την μέσην του Καμπουδόλιου. Η τρίτη τιμή ήτον και ούλοι οι σκλάβοι και ούλα τα καμωμιά τά ήθελεν πιάσειν ήτον δημμένα εις την νουράν τούτου του αμαξιού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 140. 3) (Μεταφ.) εξουσιαζόμενος: αυτός να σου δανείσει και εσύ να μη του δανείσεις, αυτός να είναι για κεφάλι και εσύ να είσαι για ουρά Πεντ. Δευτ. XXVIII 44. Ο τ. Ορά και ως τόπων. (Βλ. και Τσοπ., Ελλην. 13, 1954, 193): Πορτολ. A 25028, 29.
πανίον- το, Ορνεοσ. αγρ. 54421, Καραβ. 49526, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 503, κριτ. υπ.· πανί, Σταφ., Ιατροσ. 7195, Ασσίζ. 7334‑5, 32216, 22, Rechenb. 691, Κορων., Μπούας 33, 145, Ολόκαλος 1612, 3522, 20229, Λεξ. Μακεδ. 151, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 35, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 6γ, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 292, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 278, κ.α.· πανίν, Σταφ., Ιατροσ. 5124, 7201, 16441, Σπανός (Eideneier) Α 455, Β 127, Καραβ. 49517, 18, 23, 27, 29, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3620, 3816, 635, 6918, κ.α., Ολόκαλος 132, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) A΄ 1503· πανί(ο)ν, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 658, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 87r, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 2α, Ψευδο-Σφρ. 54019· παννίν, Μαχ. 418, 22430, 28434.
Το μτγν. ουσ. πανίον (Sophocl., λ. παννίον). Ο τ. πανί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. πανίν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. παννίν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.) και τη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παννί(ν)).
1) Ύφασμα: πανίν εκράτει κι ήκανε γάζωμα με μετάξι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 610· αν ο πατήρ ποιεί τον υιόν αυτού μεταπράτην παννίων ού ετέρων πραγμάτων, το δίκαιον κρίνει … Ασσίζ. 41210· από το πανί γίνεται ο σάρακας και από την γυναίκα η κακοσύνη Άνθ. χαρ. 2953· πανίν ευγενικόν, ολόχρυσον καθόλου Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7239. 2) α) Μικρό κομμάτι υφάσματος: βοτάνην … τρίψον και μετά πανίου καθαρού είλησον Ορνεοσ. αγρ. 5428· Λίβανον, μαστίχιν … κοπάνισον … και με το άσπρον αυγού ζύμωσον και επίθες εις το μέτωπον μετά πανίου Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1008· ποιος του ’φράσσε με το πανί το στόμα απού μουγκάτο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 114· β) σεντόνι· (εδώ) νεκροσέντονο: εζαπλώσασι πανιά χρουσά κι εθέκα| κι εκείνον και την όμορφη και φημιστή γυναίκα Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 311· γ) παραπέτασμα, κουρτίνα: σιγανά σιμώνω| στην κάμερά τση και … σηκώνω| τση πόρτας όξω το πανί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 195· δ) ύφασμα ζωγραφισμένο, μπάντα: Άνωθεν δε της μεγάλης πόρτας είναι εις πανί μεγάλον ιστορισμένη η Σταύρωσις του Χριστού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 159· ε) είδος καλύμματος που φορά αρχιερέας σε ορισμένες περιστάσεις: οι αρχιερείς όταν εγκαινιάζουν εκκλησίαν τυλίγονται με πανί το γύρον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 399v· ϛ) κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται ως εξάρτημα ενδυμασίας ή υπόδησης: εις τας ράχας αυτών κρεμαμένων πανίων εντετυλιμένων άσπρων εγύριζον αυτά εις τας χείρας αυτών ως σφαίρας Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 351, κριτ. υπ.· από δε των γονάτων μέχρι και των ποδών εντετυλιμένον άσπρον πανίν μετά λωρίων έως κάτωθεν γονατιζόμενον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 432, κριτ. υπ.· ζ) επίδεσμος: εις τους κλασθέντας τόπους θες (ενν. μάλιν) και δήσον μετά λινού πανίου Ορνεοσ. αγρ. 5552· επάρετέ τον (ενν. το Σπανό) λεπτήν φλεμοτομίαν … και αντί φλεμοτόμιον πανίν ας αγοράσουν κοιλίαν βοϊνήν Σπανός (Eideneier) Α΄ 484· η) κουρέλι, ράκος: τα αναγκαία μέρη μόνα του σώματος μετά παλαιού πανίου σκεπάσαντες Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 456, κριτ. υπ. 3) (Ναυτ.) α) καραβόπανο: θέλεις να κατέχεις πόσας πέτζας πανίν θέλει Καραβ. 5028· β) (συνεκδ.) ιστίο πλοίου: Ετούτη έναι η μέντα του πανίου Καραβ. 49511· φρ. κάνω πανιά = αποπλέω, σαλπάρω: έκαμε πανιά όλη η αρμάτα και το μεσάνυχτο έφθασαν εις εκείνον τον κόλπον Καλόανδρ. (Δανέζης) 59 (31v). 4) (Συνεκδ.) α) νήμα για ύφανση: Εάν γένηται ότι ένας άνθρωπος δώσει τα ρούχα του ενού ράφτη … ή αν δώσει πανίν ενού ανυφαντάρη … Ασσίζ. 7316· β) (σε μεταφ.): Εκείνος οπού εμπέρδευσεν το πανίον, ας το ξεμπερδεύσει Μπερτόλδος 22. 5) α) Ιστός αράχνης: όλα, πάντα λύονται ως το πανί αράχνης Διγ. Z 4486· Ένα σφαλάγγι πονηρό απού τα σωθικά του| ψιλό πανί εργάζεται και δίκτυ για καλλιά του Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 278· β) (μεταφ.) δίχτυ· παγίδα: Τούτου του γένου (ενν. της αράχνης) μιμητής, ψιλό πανί θα στέσω,| τω στρατηγώ τες θέλησες ως θέλω να τες δέσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 281.
παρασκευή- η, Sprachlehre 176 τρις, Μαχ. 20611, Δούκ. 2054, 40719, 42128, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1749, Έκθ. χρον. 707, Λεξ. Μακεδ. 29, Ιστ. πολιτ. 6418, 741, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 297· παρασκευγή, Μαχ. 603, 1522, 34226, 4226, 63221, 63430, Κανον. διατ. A 1360, B 717· παρασκή, Διήγ. ωραιότ. 859.
Το αρχ. ουσ. παρασκευή. Ο τ. παρασκή στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 174 και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 247 και Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 229). Η λ. και σήμ.
1) Ό,τι έχει ετοιμάσει κανείς για κάποιο σκοπό: Σφρ., Χρον. (Maisano) 10223. 2) Περιουσία: Ψευδο-Σφρ. 26226. 3) α) Πολεμική προετοιμασία: Δούκ. 2215· β) πολεμικός εξοπλισμός, εφόδια πολεμικά: Καναν. (Pinto) 303, 306, Βίος Αλ. 3326 κριτ. υπ. Ως κύρ. όν. = 1) α) Η ημέρα της προετοιμασίας των Ιουδαίων για το Σάββατο: Την Παρασκήν μαζώξετε διπλούν διά το Σαββάτο,| το Σάββατο, εορτάζετε στες τέντες αποκάτω Χούμνου, Κοσμογ. 2565· β) η έκτη μέρα της εβδομάδας: Τετράδα και Παρασκευή ξηροφαγούντες όλως,| ιχθύν γαρ ουκ εσθίομεν, άναξ, ποσώς εν τούτοις Προδρ. (Eideneier) IV 317· γ) έκφρ. Μεγάλη Παρασκευή = η Παρασκευή της Εβδομάδας των Παθών: και την Μεγάλην Παρασκήν (έκδ. Παρασκευήν· διορθώσ.) και την Μεγάλην Πέμπτην| και όταν υπάν οι χριστιανοί όλοι εις τες εκκλησίες,| εγώ γυρίζω μοναχή, μαζώνω τους κοπέλους Σαχλ., Αφήγ. 879. 2) Γυναικείο όνομα: Βεντράμ., Γυν. 233.
παχνί- το, Λεξ. Μακεδ. 158.
[Από το ουσ. παθνί (απ. σήμ. ιδιωμ., όπως και τ. παθνίν, κ.ά., βλ. Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 57, Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 5, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 84, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παθνίν) <μτγν. ουσ. πάθνη (L‑S Suppl.· απ. και σήμ. ιδιωμ. στην Κάρπαθο, Andr., Lex., λ. φάτνη, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.) <αρχ. ουσ. φάτνη· για την τροπή θν>χν βλ. Ανδρ., Λεξ., στη λ., Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 3-5. Η λ. στο Somav. και σήμ.]
Ο χώρος στον οποίο τρώνε τα ζώα, παχνί: Ο Κύριος ... απεκρίθη και είπε τον: «Υποκριτά, πασαένας από σας το Σάββατον δεν λύει το βόδι του ή το γαδούρι του από το παχνί του και πάγει και το ποτίζει;» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιγ́ 15· (προκ. για το μέρος στο οποίο τοποθέτησε η Παναγία το νεογέννητο Χριστό, τη φάτνη της Βηθλεέμ): εγέννησε (ενν. η Μαριάμ) τον υιόν της τον πρωτότοκον και τον ετύλιξε και τον επλάγιασεν εις το παχνί, διατί δεν είχαν αυτοί τόπον εις το κονάκι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. β́ 7.
πήχη- η. Metrol.2 471, 481, 785, 6, 7 δις, 14‑15, 13212, Hagia Sophia a 4443, 10, Βίος Αλ.2 127, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2527 δις, Rechenb. 12, 172 δις, 3 δις, 4 δις, 5, Καραβ. 49725, 27 δις, Αλεξ.2 1579, 2080, 2579, 2580, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 119, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 96r, Λεξ. Μακεδ. 157, Πεντ. Γέν. VI 16, VII 20, Έξ. XXV 10 τρις, XXXVII 1 τρις, 10 τρις, Αρ. XXXV 4, 5 πολλάκις, Ολόκαλος 132, 520, 1612, 3522, Προσκυν. Ιβ. 535 18824, Διγ. Άνδρ. 39829, 30, Διαθ. Νίκωνος 25240, 42, 44, 25378, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 951 ρή 14, 952 ρθ́, ρί 15, 1246 λά 5, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 158, 237 δις, 239, 245, Ροδινός (Βαλ.) 189, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 50713, Μπερτολδίνος 168.
Από το ουσ. πήχυς με μεταπλ. (βλ. και Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 18). Ο πληθ. πήχες σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Μνήμ. Καλοκαιρινού 156, Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, τεύχ. β́, 1961-62, 274, Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1978, 63). Αιτιατ. πληθ. πήχας το 12. αι. (γρ. πίχας, Caracausi, λ. πήχυς). Η λ. στο Lampe, Lex., σε έγγρ. του 17. αι. (Μπούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 202), στο Βλάχ. (πήχυ) και σήμ.
1) (Ανατομ.) το τμήμα του ανθρώπινου χεριού που φτάνει από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό, το αντιβράχιο: ιδού το κρεβάτι του, κρεβάτι σιδερένιο, πάντως αυτή εις τη Ραββαθ παιδιά του Αμμον εννέα πήχες το μάκρος της και τέσσερις πήχες το φάρδος της με πήχη ανήρ Πεντ. Δευτ. III 11. 2) Μονάδα μέτρησης μήκους που ποικίλλει κατά τόπους και εποχές (βλ. και Schilbach [Metrol.2 σ. 185]): Ένδοθεν τούτου έτερος κατεσκευάσθη οίκος| το ύψος μεν ωσεί πηχών είκοσι τε και δύο,| κεκοσμημένος πάντοθεν εν χαλκοτάτῳ είδει Διγ. Z 3820· και ετούτο ος να κάμεις αυτή· τρακόσιας πήχες του κιβωτού, πενήντα πήχες το φάρδος της και τράντα πήχες το ψήλος της Πεντ. Γέν. VI 15 τρις· Έχει (ενν. το πουλάριν) εις την δεξιάν του την μερέαν εις το μηρίν βουκέφαλον με κέρατα και με πτερά και τα κέρατα ανάμεσα τα αυτία μία πήχη Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11910· αν τις θέλει να κτίσει εκεί σιμά σπίτι, ας το κτίσει πήχες προύσινες τρεις ημισείας απέχει από τον τοίχον του άλλου σπιτίου Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 950 ρζ́ 6· (προκ. για μέτρηση απόστασης): οι άλλοι μαθηταί ήλθαν με το σανδάλι —διατί δεν ήταν μακρά από την γην αλλά έως διακόσιες πήχες— σύρνοντες το πλεμάτι των ψαρίων Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. κά 8· (προκ. για μέτρηση περιμέτρου· βλ. και πήχυς): Το τοιούτον στρογγύλον χωράφιον ... τριπλούν έχει τον γύρον, ήγουν, εάν το σχοινίον πήχην ά, εστιν ο γύρος πηχών γ́ Metrol.2 784, 5· (προκ. για μέτρηση υφάσματος): Ακόμη αφήνω της θείας μου της Πανδώρας μπουταγάρας ... και τρεις πήχες πανί να κάμει στομαχάρια Μπερτόλδος 82. — Βλ. και πήχης, πήχυς.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Λεξ. Μακεδ. (Giann.-Vaill.) 155, Εκατόλ. (Hess.-Pern.) M 42, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ 1631.