Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 33 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Λέοντ., Αιν. (Knös)

  • αποκάτω (I),
    επίρρ., Καλλίμ. 1751, Εγκ. αγ. Δημ. 111208, Ασσίζ. 2131, 15322, 22021, 2861, Ιατροσ. 2086, Πουλολ. 81, Απολλών. 142, Λίβ. N 167, Τζαμπλάκ. 61, Λέοντ., Αιν. (Knös) I 183, Χρησμ. I 191, 207, Μαχ. 3525, Θησ. (Foll.) I 27, Καραβ. 50018, Διήγ. Αλ. V 42, 62, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15623, Πικατ. 63, Συναξ. γυν. 111, 217, 225, 276, Κορων., Μπούας 7, Πεντ. Έξ. XXVI 24, XXXIX 20, Αιτωλ., Μύθ. 253, 3511, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 398, 407, Δωρ. Μον. XIX, XXIX, Ερωτόκρ. Β́ 177, 310, 515, 669, 2154, Δ́ 929, 1546, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [470], Δ́ [291 ], Αποκ. Θεοτ. II 48, 216, 220, Διήγ. ωραιότ. 846, Φορτουν. Πρόλ. 100, Β́ 48, Ζήν. Έ́ 215, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27113, 42010, 44816, 58220· απακάτω, Ασσίζ. 47424, Διγ. (Hess.) Esc. 647· απεκάτω, Χρον. Μορ. H 2195, Λίβ. Esc. 151· αποκάτου, Ελλην. νόμ. 55318, Λίβ. Esc. 322, Αχιλλ. O 425, Διήγ. Αλ. V 39, 46, 65, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 197, Πεντ. Γέν. I 7, Δευτ. IV 39, Σουμμ., Ρεμπελ. 163· απουκάτω, Ασσίζ. 3712, 16028, 20420, 2705, 47118, Gesprächb. 72l523, Μαχ. 6210, 2722-3, 47236, 55430, 6401, 65435, Βουστρ. 501· ’ποκάτω, Θρ. Κύπρ. K 65, Ερωτόκρ. Β́ 1890, Διήγ. ωραιότ. 26, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1087], Τζάνε, Κρ. πόλ. 27726, 29110 ’πουκάτω, Κυπρ. ερωτ.1102, Παλαμήδ., Βοηβ. 197.
    Από την πρόθ. από και το επίρρ. κάτω ή το επίρρ. υποκάτω ανάλογα με τη σημασ. Πβ. και L‑S, λ. αποκάτω. Η λ. και οι τ. της (εκτός από τον τ. απακάτω) και σήμ. (ΙΛ).
    1)   α1) (Προκ. για στάση) κάτω (σε αντίθεση προς το επάνω) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): το κάτεργον έσπασεν απεκάτω Χρον. Μορ. H 2195· βλέπω κι έχουμε τα κύματ’ αποκάτω Ροδολ. Δ΄ [291 ]· εκφρ. (1) με έναρθρο το επίρρ. αποκάτω = που βρίσκεται στο κάτω μέρος: τούτα παν εις την σκάλαν την αποκάτω Καραβ. 50018 (2) το αποκάτω (ενός αντικειμένου) = το κάτω τμήμα του Το … θαλασσίδιον το αποκάτω της αγίας τραπέζης Διήγ. Αγ. Σοφ. 15623· α2) (προκ. για ρούχα) απομέσα (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ρούχον λατινόκοπον εφόριεν αποκάτου Λίβ. Esc. 322· 2) α) (Προκ. για κίνηση προς τόπο) κάτω (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): εβούλησα κι εδιάβηκα στον Άδην αποκάτω Πικατ. 63· β) (προκ. για κίνηση από τόπο) αποκάτω: Λάζαρος ενεστάθη και εσηκώθηκεν ορθός, ’ποκάτω ’πού τα βάθη Διήγ. ωραιότ. 26· γ) (προκ. για προέλευση ανέμου, αλλά και προσώπου, κλπ.) από το νότιο τμήμα: κι εδιπλοσφύριξε ο βορράς κι ο νότος αποκάτω Τζάνε, Κρ. πόλ. 44818. 3) (Προθετικώς) α) (με γεν.) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): το πεύκιν να το απλώσωμεν απουκάτω σου Μαχ. 65435· εκείνοι οπού ήσαν εις το αυτόν κακόν εντέχεται να τούς φυτέψουν ολοζώντανους απακάτω της γης Ασσίζ. 47424· εκεί ’ποκάτω του τειχιού τρύπες βαθειές να κάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 27726· φρ. (1) έχω αποκάτω μου = έ. στην εξουσία μου, στην προστασία μου: ακόμη και την Ελλάδα έχε την αποκάτω σου Διήγ. Αλ. V 62, Ελλην. νόμ. 55318· Σουμμ., Ρεμπελ. 16315· Ασσίζ. 3712, 2861· (2) βάνω αποκάτω μου = υποτάσσω: έβαλεν απουκάτω του ο σουλτάνος όλα τα ρηγάτα της Συρίας Μαχ. 6401· (3) είμαι ή ευρίσκομαι αποκάτω (κάποιου ) = είμαι κάτω από την εξουσία ή την προστασία (κάποιου) (Πβ. ΙΛ στη λ. 3β): εάν εποίησεν ... κανέναν κακόν, ή κλεψίαν,όσο που ένι απουκάτω του πατρός του Ασσίζ. 16028· όποιος αποκάτω της ευρίσκεται είναι καλά φυλαμένος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407· (4) καταλακτίζω (κάποιον) απουκάτω των ποδιών μου = κ. με τα πόδια μου, ποδοπατώ: εκαταλάκτισέν τον απουκάτω των ποδιών του Ασσίζ. 20420   β) (με απλή αιτ. αντί γεν.) κάτω από ...: ήλθαμεν και επέσαμεν αποκάτου το κάστρον τους και ατιμώθημεν Διήγ. Αλ. V 46· φρ. είμαι αποκάτω, είμαι αποκάτω τον ορισμόν, αποκάτω το χέριν (κάποιου) = είμαι στην εξουσία (κάποιου): είμεσθεν αποκάτου τον Δάρειον Διήγ. Αλ. V 65· είμαι αποκάτω τον ορισμόν σου Διήγ. Αλ. V 42· εσείς αποκάτου το χέρι του Αλεξάνδρου είσθεν Διήγ. Αλ. V 39· γ) (με προσδιορ. με την πρόθ. από ) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3β) κάτω από ...: Ε (έκδ. αί) και το πυρρόν ακάνθιν αποκάτω από πελάγου| ήπλωσεν κι έπιασεν τόπον Χρησμ. I 207· έκφρ. (προκ. για καταστροφή οικοδομημάτων, πολιτείας, κλπ.) αποκάτω από τον πάτο = από τα θεμέλια, ολοκληρωτικά: την χώραν την αφάνισεν ’πουκάτω ’πού τον πάτο Παλαμήδ., Βοηβ. 197· δ) (με προσδιορ. με την πρόθ. εις>σ) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3γ) κάτω από ...: να πα να τον αγκαλιαστείς εις το δέντρο αποκάτω Ερωτόκρ. Δ΄ 1546· ήλθε κι ετέντωσε σιμά στα τείχη μ’ αποκάτω Τζάνε, Κρ. πόλ. 58220· φρ. (1) (με ρ. όπως απομένω, δουλώνομαι, είμαι, κλπ.) αποκάτω σε ... = βρίσκομαι, πέφτω στην εξουσία: απομένει| στ’ εχθρού αποκάτω κι άπονα στα χέρια του αποβαίνει Ροδολ. Γ΄ [470]· δεν δουλωνόμασθεν στους ανδρες αποκάτω Θησ. I 27· ήσαν αποκάτω εις το ρηγάτον του Δωρ. Μον. XIX· (2) αποκάτω στο όνομα = με την προστασία που παρέχει το όνομα (κάποιου) ή κάποιος: ’ποκάτω στο δικό σου| τ’ όνομα το περίφημον Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1090 ]· ε) (με προσδιορ. με την πρόθ. εκ) κάτω από …: ως αποκάτω εκ τον βυθόν διά πόθον ανεβαίνει Λίβ. N 167.
       
  • γραμμικός,
    επίθ., Λέοντ., Αιν. (Knös) 17.
    Το μτγν. επίθ. γραμμικός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Που δηλώνεται, που παριστάνεται με γραμμές (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): γραμμικοίς σχήμασι δηλών| τον χρόνον, ός υστέρησε του π(ατ)ρικού το τέλος Λέοντ., Αιν. (Knös) 17.
       
  • επτάταυλος,
    επίθ.
    Πιθ. από το αριθμητ. επτά και το ουσ. ταύλα ή τάβλα <λατιν. tabula. — Για το επτά ως α΄ συνθ. βλ. Καλιτσ., Επταδικαί έρευναι σ. 98 κ.ε.
    Επίπεδος: ελθών δε δισσώς τας νήσους επταταύλους Λέοντ., Αιν. (Knös) 178, 4.
       
  • καταναλώνω.
    Από τον αόρ. του καταναλίσκω. Η λ. και σήμ.
    1) α) Δαπανώ, καταξοδεύω: Κἀκείνος απεκρίνατο ότι «ου φαίνεταί μοι καλόν είναι ίνα υπάγει και τοσούτον μοχθήσει και καταναλώσει τον βίον αυτού ...» Ψευδο-Σφρ. 32030· β) καταστρέφω: το ’μπόριον εκούρσευσαν και εκατέλυσάν το (παραλ. 1 στ.). Παντοίως το ερήμαξαν και κατηνάλωσάν το Χρον. Τόκκων 3798· (μεταφ.) εξαφανίζω: το πυρ γαρ ξύλα δαπανά, θυμός δε την καρδίαν,| καταναλώνει λογισμούς, σαλεύει και τας φρένας Σπαν. (Μαυρ.) P 129. 2) Καταβροχθίζω: όφις δε πάντας (ενν. τους κύνας) καταναλώσει τάχος Λέοντ., Αιν. (Knös) 1665.
       
  • κατοκνώ,
    Διγ. (Trapp) Gr. 630, Λέοντ., Αιν. (Knös) 1851.
    Το αρχ. κατοκνέω.
    Α´ (Μτβ.) δείχνω απροθυμία για κ.· διστάζω: Διγ. Z 2312. Β´ Αμτβ. 1) Διστάζω: Διγ. Z 875. 2) (Προκ. για διήγηση) εξελίσσομαι αργά, τραβώ σε μάκρος: Τον λόγον επαράτεινα και την γραφήν εποίκα| προς τους αναγινώσκοντας να κατοκνήσει τάχα Καλλίμ. 2393.
       
  • λάβη
    η.
    Από το λαμβάνω, αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. αντί λαβή. Για τη λ. πβ. Steph., Θησ., λ. λαβή (σ. 7).
    (?) Συλλαβή (Για τη σημασ., βλ. Knös [Λέοντ., Αίν. σ. 171]): αλλ’ υστάτη σε κερδανεί| λάβη λόγου Λέοντ., Αιν. (Knös) 1703 κριτ. υπ.
       
  • λιβοκτόνος,
    επίθ.
    Για τη λ. βλ. Steph., Θησ.
    ?: δράκοντα συρίξουσι τον λιβοκτόνο(ν) Λέοντ., Αιν. (Knös) 17716.
       
  • μέθη
    η, Σπαν. A 242, 265, Διδ. Σολ. Ρ 130, Ερμον. X 194, Λέοντ., Αιν. (Knös) 1823, Φυσιολ. (Legr.) 134, Δούκ. 673, Χούμνου, Κοσμογ. 1154, Γεωργηλ., Θαν. 516, Έκθ. χρον. 822, 109, 747, Ιστ. πολιτ. 1317, Ιστ. πατρ. 11312, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 167246, Ιστ. Βλαχ. 2048, 2053, 2063· μέθης (η), Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 366r, v.
    Το αρχ. ουσ. μέθη. Τ. μεθή σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex.). Η λ. και σήμ.
       
  • μερισμός
    ο, Rechenb. 371, Rechenb. (Vog.) 76, 89, 578, 17, 919.
    Το αρχ. ουσ. μερισμός.
    1) α) (Στα μαθηματικά) διαίρεση: του μεριστού ποσόν ουκ επίσταμαι· εις δε τον μερισμόν οίδα ότι ήλθαν (ενν. άσπρα) γ’ α/β Rechenb. 152· Είτι εβγει εις τον μερισμόν εμπρός, εκείνο εστίν το εμπροσθινόν κέρδος Rechenb. 34· β) διαμερισμός, διαίρεση: (μ)ερισμόν εμφέρουσιν| του κράτους όλου Λέοντ., Αιν. (Knös) 1754· γ) διαχωρισμός, χωρισμός στα δύο: γίνεται τάξις, μερισμός απεδώ και απεκείθεν Λίβ. P 195. 2) Μερίδιο: είτι έρχεται εις πασαενού μερισμόν τόσην ζημίαν θέλει να δώσ(ει) Rechenb. 107.
       
  • μηνόκρανος,
    επίθ.
    ? άνδρα οικέτην εμόν φίλον,| μηνόκρανον μείλιχον Λέοντ., Αιν. (Knös) 18313 κριτ. υπ. — Βλ. και μηλόκρανος, καθώς και μελίκρανος, μελίκρατος.
       
  • νήριθμος,
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. νήριθμος.
    Αμέτρητος, αναρίθμητος: προς μάχην έμφυλον| οργιωμένη (ενν. πόλις)· νήριθμον| εσμόν ταραχήσουν τα ξίφη Λέοντ., Αιν. (Knös) [176]6.
       
  • ξυσμός
    ο.
    Η λ. στον Ιπποκράτη.
    1) Κνησμός, φαγούρα: Εις τας ιέ́ (ενν. του μηνός) γεννά (ενν. το να φλεβοτομεί ο άνθρωπος) ξυσμόν μέγα του πλευρίτου Σταφ., Ιατροσ. 14409. 2) Χάραξη (Βλ. και Ζωναρ., λ. Γράμματα): ξυσμοίς| αριθμών, ύστερον εν τῳ χρόνῳ Λέοντ., Αιν. (Knös) 1693.
       
  • όνειδος
    το, Διγ. Z 600, Σπανός (Eideneier) Β 42, D 615, Λέοντ., Αιν. (Knös) 1803, Δούκ. 14922, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 962, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 357r, Διγ. Άνδρ. 3278, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 65v.
    Το αρχ. ουσ. όνειδος. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex.).
    1) Επίπληξη, επιτίμηση: Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 916, Σφρ., Χρον. (Maisano) 12412. 2) Περιφρόνηση, ηθική μείωση, προσβολή: πρέπει υπό λαϊκών απάντων να τιμούνται (ενν. οι ιερωμένοι), να μην είναι εις όνειδος και να καταφρονούνται Ιστ. Βλαχ. 1686· και τώρα καταστάθηκε (ενν. η Πόλη) γυμνή και σκλαβωμένη,| εις όνειδος και γέλωτα και καταφρονεμένη Ιστ. Βλαχ. 2394 [ = Γέν. Ρωμ. 36]. 3) Ταπείνωση, εξευτελισμός: Τότε ο Βελισάριος μετά ταπεινοσύνης| εξέρχεται διακρατών καυχίν ελεημοσύνης,| εις το ένα χέριν το καυχίν και εις τ’ άλλο δεκανίκι·| και τούτο ήτον όνειδος, του βασιλέως κανίσκι Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 902· φτερά εις το κεφάλι του, φτερά και εις την ράχη, (παραλ. 2 στίχ.) εβάσταζεν εις όνειδος και εις κακόν δικόν του Ιστ. Βλαχ. 330· ο Χριστός οπού έλαβεν τόσα ονείδη δι’ ημάς τους αναξίους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 344r. 4) (Συνεκδ., προκ. για πρόσωπο) αντικείμενο περιφρόνησης και εξευτελισμού: Πώς απηρνήσω συγγενείς και πίστιν και πατρίδα| και εγεννήθης όνειδος εις πάσαν την Συρίαν; Διγ. (Trapp) Gr. 363· φεύγε απ’ εμού και έξελθε, πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα, ..., σημείον του κόσμου, όνειδος των πολιτικών Σπαν. A 216.
       
  • οργιωμένος,
    μτχ. επίθ.
    Η μτχ. παθητ. παρκ. του οργιάω.
    Ξεσηκωμένος, αγριεμένος: προς μάχην έμφυλον| οργιωμένη (ενν. πόλις)· νήριθμον| εσμόν ταραχήσουν τα ξίφη Λέοντ., Αιν. (Knös) 1766.
       
  • πάγη
    η, Γλυκά, Στ. 85, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 215, Νεόφ. Έγκλ. 110, Δούκ. 4324· παγή, Λέοντ., Αιν. (Knös) 1856.
    Το αρχ. ουσ. πάγη.
       
  • πολιός,
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. πολιός. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πολ#14ός).
    (Συν. για μαλλιά ανθρώπου) γκρίζος, γκριζόλευκος, λευκός: Ψευδο-Σφρ. 17610. Το αρσ. ως ουσ. = γέρος (η σημασ. στον Ησύχ.): ως άγαν πρέσβυς και πολιός εχέφρων Λέοντ., Αιν. (Knös) 178.
       
  • πόλος
    ο, Βίος Αλ. 654, 1852, 3668, 4177, 5437.
    Το αρχ. ουσ. πόλος. Η λ. και σήμ.
    1) α) Ο ουράνιος θόλος, το στερέωμα· ουρανός: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 227, Βίος Αλ. 4947, Λέοντ., Αιν. (Knös) 182, 5 [=Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) XIII 6]. β) (ως κατοικία θεών) το ανώτερο σημείο του στερεώματος:  πλουτίνιος θεός μέγας αυτός προέστη,| ος κορυφαίσιν κάθηται πόλου ταις πενταλόφοις,| ελίσσων τον ατέρμονα κόσμον αυτού δυνάμει Βίος Αλ. 1265. 2) Πολικός αστέρας, η πούλια: πόλου μεσούντος αστέρος της ημέρας Λέοντ., Αιν. (Knös) 169, 12 [=Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) II 13]. 3) (Πιθ.) κυκλικό όρυγμα:  κι ετραφεύσασιν γαρ τότε| κατά στρόγγυλον ουκάτι| τόπον ... (παραλ. 8 στ.)· εγεγόνασιν γαρ πόλοι| του φουσσάτου γαρ το πλήθος Ερμον. Ν 188·  εκ δε τούτων είς γαρ πόλος| επτακισχιλίους είχεν| και πεντακοσίους άνω Ερμον. Ν 191.
       
  • πραΰς,
    επίθ., Σπαν. A 160, Κομν., Διδασκ. Δ 203, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 173, Χρον. Μορ. H 5475, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2203, 2409, Ο γεννηθείς νεώτερος … 145r, 146v, Λέοντ., Αιν. (Knös) 1836, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15922.
    Το αρχ. επίθ. πραΰς. Τ. πραγύς στην Κρήτη (Andr., Lex., λ. πραΰς), όπου και τ. πραγιός, καθώς και λ. πραγιά (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.) και πραjά τα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 572).
    α) Ήπιος, μειλίχιος, ευγενικός: Σπαν. P 98, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 67· β) (ειδικότ., προκ. για χριστιανό) πράος, ταπεινός: να είμεσθεν πραείς (ενν. εις τούτην την ζωήν), να πεινώμεν και να διψώμεν την δικαιοσύνην Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5915. — Βλ. και πράος.
       
  • πρέσβυς
    ο, Ερμον. Χ 249, Βίος Αλ. 3491, Πανάρ. 7834, Λέοντ., Αιν. (Knös) 1783, Έκθ. χρον. 2525, Κορων., Μπούας 34, Zygomalas, Synopsis 274 Π 94, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 3822.
    Το αρχ. ουσ. πρέσβυς. Η λ. και σήμ. (γρ. πρέσβης).
    1) Ηλικιωμένος άνθρωπος, γέρος: Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O IX4. 2) α) Επίσημος απεσταλμένος ενός κράτους σε μια ξένη χώρα, πρεσβευτής: Ερμον. Γ 156, Σφρ., Χρον. (Maisano) 707· β) αντιπρόσωπος κράτους, πρόξενος: και με όλα τα κακά οπού είχεν ο απάνθρωπος, εφιλιώθη με τους Τούρκους και έφερεν πρέσβυν (ήγουν κόνσουλον) εις τα Ιωάννινα τον Κασίμ πασιά Ιστ. Ηπείρ. 233· γ) (γενικ.) εκπρόσωπος: προβάλλομαι μεσίτην τε και πρέσβυν| ως προς την βασιλείαν σου Γεώργιον τον Δούκαν,| τον εν πολέμοις όντα σοι καλόν συνοδοιπόρον Προδρ. (Eideneier) IV 654. — Βλ. και πρεσβευτής.
       
  • πρόειμι,
    Λέοντ., Αιν. (Knös) 1843.
    Το αρχ. πρόειμι.
    Βγαίνω έξω (από κάπου): Ιδού πάλιν άνθρωπος εκ πρώτου γένους·| κρυβέντος εις γην ...| γυμνός πρόεισιν εκ πέτρας ανηλίου Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O XIV 4.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης