Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- δεκατέσσερεις,
- αριθμητ.· δεκαθέσσερεις, Πεντ. Έξ. XII 6· δεκατέσσαρεις, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 83v, 240r, 241r· δεκατέσσαροι, Αλεξ. 2623, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18, Εκατόλ. M 4· δεκατέσσαρα, Προδρ. III 181· δεκατέσσερα, Προδρ. III 181 (χφ S) (κριτ. υπ.), Πεντ. Αρ. XXIX 20.
Το μτγν. αριθμητ. δεκατέσσαρες. Η λ. και ο τ. δεκατέσσαροι στο Somav. (λ. δεκατέσσερεις και δεκατέσσεροι). Η λ. και σήμ.
Δεκατέσσερεις, δεκατέσσερα.
εις,- πρόθ., Ασσίζ. 199, Βέλθ. 344, Φλώρ. 1320, Λίβ. N 2545, Μαχ. 35019, Σκλάβ. 80, Χρον. σουλτ. 6729· εισέ, Σπαν. A 37, Διγ. A 4497, Θησ. (Foll.) I 93, Γαδ. διήγ. 392, Πικατ. 488, Ερωτόκρ. Έ́ 156, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 72· ’ς [σ(τον), σ(την), κλπ.], Πουλολ. 451, Χρον. Τόκκων 2029, Βεν. 34, 55, 66, Μαχ. 41616, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 141, Βοσκοπ. 1, 137, Ερωτόκρ. Δ́ 1105· σε, Διγ. Z 227, Χρον. Μορ. P 497, Κυπρ. ερωτ. 877, 10444, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́́ [90], Διακρούσ. 11228, κ.π.α.
Η αρχ. πρόθ. εις. Ο τ. σε και η συνεκφ. στον, στην, κλπ., και σήμ. κοινοί. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
1) Τόπος α) στάση (ενίοτε και με τοπικό επίρρ. Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 1): εκαθέσθημεν εις δένδρον υποκάτω Διγ. Z 3163· αν γκρεμνισθεί ο όχθος … επάνω εις του γείτονος τον τόπον Βακτ. αρχιερ. 180· άνθρωπος δεν επήγαινε σε σπίτι να κοιμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. 4977· β) μέσα (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 1): εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην Χρον. Μορ. H 4217· να λούονται εις εκείνον (ενν. το λουτρόν) Λίβ. P 2281· γ) ανάμεσα (ενίοτε και με το επίρρ. επάνω) (Η χρ. και σήμ.): στους Τούρκους αναθρέφετον Χρον. Τόκκων 2029· μεγάλην έχει δύναμιν εις πάντας τους ανθρώπους Διγ. Z 174· δ) κατεύθυνση (καμιά φορά και εχθρική) (ενίοτε και με την πρόθ. προς) (Η χρ. και σήμ.): έδραμα εις βασιλέαν Χρον. Μορ. P 4150· εις προς τη βρύση Πεντ. Γέν. XXIV 42· Εισέ παλάτια βασιλιώ τα μάτια οντέ στραφούσι Ερωτόκρ. Ά́ 187· ως αετός εις πέρδικας αφ’ ύψους επετάσθην Διγ. Z 2919· ε) (με το σύνδ. έως) τέρμα (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 6): απελθόντος αυτού και έως εις την Πάτραν Σφρ., Χρον. μ. 7027· στ) απέναντι (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 12): ούτως αυτόν εις ήλιον στήσον έως ώρας ή́ Ορνεοσ. 54720· μόνον προθύμως έξελθε εις του αμιρά την τόλμην Διγ. (Trapp) Esc. 7. 2) Ενώπιον: ίν’ όπως μη ονειδισθώ φονεύς εις τας γυναίκας Διγ. Z 3746· να μηδέν ψευσθείς εις τον βασιλέαν Ιστ. πατρ. 16414. 3) Εναντίον (ενίοτε και με το επίρρ. απάνω): μόνοι κατετολμήσατε ελθείν εις μυριάδας Διγ. Z 821· μη σύρει εις αύτον πλέον τινάς απάνω εις την ζωήν του Χρον. Μορ. P 4062· ελάλησαν απομακρέα μη σύρουσιν εις αύτους Χρον. Μορ. H 8402. 4) Χρόνος α) (γενικά) (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 5): εισέ καιρό που πόλεμος αδυνατός εκίνα Ερωτόκρ. Έ́ 156· στας δεκαπέντε του Μαρτιού μισσεύγουν Διήγ. Βελ. 149· όποιος του πόθου δούλεψε εισέ καιρόν κιανένα Ερωτόκρ. Ά́ 11· στες δεκαφτά ώρες ήτον ενούς Σαββάτου Τζάνε, Κρ. πόλ. 13619· ο τεθνηκώς εφήκεν τούτο εις τον θάνατόν του Ασσίζ. 13911· β) (διάρκεια): χάρισέ μου τον, να ζει εις χρόνους αμετρήτους Διγ. (Trapp) Esc. 807· μέσα εις τούτον τον καιρόν να ηγνωριστεί ή εις ’ξομολόγημαν ή αφ’ εαυτού Ασσίζ. 989· τρέμει θέλουσιν αυτόν εις χρόνους της ζωής τους Διγ. Z 1444· ως εν τούτῳ μου τον νουν εις ώραν ησχολούμην Διγ. (Trapp) Gr. 2841· πάγεις εις την κόλασιν εις όσα και αν ζήσεις Φυσιολ. (Legr.) 199· να ποίσει εις όσον ξημερώσει την δουλειάν του Κυπρ. ερωτ. 782· γ) επανάληψη (με τακτικό αριθμητ.): εκείνος να έλθει εις την τρίτην φοράν Ασσίζ. 41926. 5) Αιτία: Περίσσια θλίψις στον σκληρόν, τυραννισμένον φόνον Λίμπον. Αφ. 15· εις του κυρού την απονιά πολλά παραπονάται Θυσ.2 412· αγκαλεί … έναν Σαρακηνόν εις χρέος οπού του χρεωστεί Ασσίζ. 5730. 6) Ποιητικό αίτιο: ουδέν ηυρέθηκεν κανείς, ίνα με καταφθάσει| και πολεμήσει, νεώτεροι, κι επάρη μου το κούρσος.| Κι εδάρτε τό έπαθα εις εσάς, ποτ’ ουκ ελησμονώ το Διγ. (Trapp) Esc. 150. 7) Προσέγγιση: όταν σ’ εύρουν εις μικρόν πταίσιμον Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220· να σμίξει εις σε πόλεμον Χρον. σουλτ. 14418. 8) Σκοπός: τα φυλάττω και κρατώ σ’ ασφάλειαν της αγάπης Χρον. Μορ. H 8744· είχες κατά καιρόν εις φύλαξιν των άκρων Διγ. Z 2360· νουν και πόθον και σπουδήν είχε εις ωφέλειά μου Λίμπον. 37· μια κόρη που ’λεγε κι ήφερνε εις μαρτυριάν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [183]· εκάτσαν εις κρισίματα Χρον. Μορ. H 7519. 9) Συμφωνία: τότε θέλειν γίνειν η αγάπη εις την όρεξίν σου Μαχ. 2102. 10) Αναφορά (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 8): χαρίεις ην εις όρασιν και κάλλιστος εις γεύσιν Μανασσ., Χρον. 309· άλλη ουκ ήτον ωσάν αυτήν εις ευγενείαν και κάλλος Ιμπ. 38· ελεήμονας και χριστιανός εις πάντας Χρον. Μορ. H 5538· δεκάλιτρο ένα εις το πρόβατο το ένα εις τα εφτά πρόβατα Πεντ. Αρ. XXIX 4. 11) Κατάσταση: είσαι εις του όρκου την στοργήν, τήν όμωσες μετά με Λίβ. Sc. 1457· τον κύρην του που βρίσκεται εισέ μεγάλη κρίση Ερωτόκρ. Γ́ 1004· να του γυρίσει σε κακό κι εισέ πολλή πρικότη Ερωφ. Δ́́ 68· έπεσε εις ζάλην φοβερήν, σ’ αστένειον βαρυτάτην Χρον. Μορ. H 7216· μην πέσει σε αγάπη Διγ. O 56. 12) Όριο: λαβώνει τον εις τον θάνατον Ασσίζ. 4578. 13) Καταμερισμός: εσπάσαν τα κοντάρια ντως κι εις εκατό γενήκα Ερωτόκρ. Δ́ 1681· εις εκατόν εκόπτετον ο νους μου Λίβ. N 472. 14) Για σχηματ. κατηγορουμένου (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 10): όσον πλέον έσφαλεν εις πλέον θλίψιν το έχω Χρον. Μορ. H 5898· την θυγάτηρ του, οπού έστελνεν του ρόι Ραγγού εις γυναίκα Χρον. Μορ. H 6319· γονείς και αγχιστάς εις ουδέν ελογίσθην Διγ. (Trapp) Gr. 2274· σε βάρος δεν το παίρνει Ερωτόκρ. Έ́ 387· κράτει το εις αλήθειαν Χρον. Μορ. H 8948· τους μέλλοντας ψηφισθήναι εις επισκόπους Διάτ. Κυπρ. 5124. 15) Για σχηματ. σε θέση αντικ. ή δοτ. προσωπικής ή μη (ενίοτε και με επίθ.) (Η χρ. και σήμ. Βλ. Δημητράκ. στη λ. 12): δια να θαρρέσει εις αυτόν Χρον. Μορ. H 8250· τι πράγματα συνέβησαν δι’ εσέναν εις εμέναν Λίβ. Esc. 1291 (κριτ. υπ.)· το πράμα μπλιό δεν εί’ χωστό στον ένα και στον άλλο Ερωτόκρ. Ά́ 2181· υπαντρεμένη ένι| εις άνθρωπον ευγενικόν Χρον. Μορ. H 7456· ορέχθηκεν εις αύτον Λίβ. N 2569· αυτός εις πόλεμον ησχολείτο Δούκ. 612· είς άνθρωπος εκλητεύει εις την αυλήν μίαν γυναίκαν Ασσίζ. 9513· να ακούσουν εις την φωνή σου Πεντ. Έξ. III 18. 16) Αντικατάσταση (με ακόλουθη την πρόθ. διά): Αν λάχει ότι είς άνθρωπος αμαχεύσει το άλογον του ετέρου ανθρώπου εις διά πέρπυρα κ́́ Ασσίζ. 5424. 17) Ποσότητα ή αξία: εις εξήκοντα χιλιάδας| επουλήθηκεν ο λίθος Βίος γέρ. V 301· ώστε να σβήσω μιαν εγώ, μ’ εκέντα απού την άλλη,| ’ς τόσο που εδώσα οι λογισμοί κι οι εντήρησές μου τόπο Στάθ. (Martini) Β́́ 215· εξ αυτού λάμβανε εις το τρίτον Ορνεοσ. αγρ. 5465. 18) Μέσο, όργανο: Παρηγοράτ’ η Αρετή εις τά τση μίλει η Νένα Ερωτόκρ. Δ́́ 185· μην πλανεθείτε σε φλωριά Περί γέρ. 180· μη μισήσεις τον αδερφό σου εις την καρδιά σου Πεντ. Λευιτ. XIX 17· το λεγάτο του τό του αφήκεν κανείς άνθρωπος εις την διαθήκην του Ασσίζ. 26321. 19) (Με την πρόθ. διά): να πουληθεί εις διά χειρός ετέρου Σαρακηνού Ασσίζ. 15026. 20) Τρόπος (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 9): είπαν την εις τιτοίαν λογήν Μαχ. 48827· επάρετέ τον εις το καλόν Μαχ. 59621· εις θάρρος γαρ και λογισμόν να επάρεις τον Μορέαν Χρον. Μορ. H 5503· Ουδένας να ευρεθεί εναντίος του ορισμού αυτού εις ποινήν της ζωής αυτού, ήγουν να τονε κρεμάσουν όποιος εναντιωθεί Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20· εκπληρώσετε το πράγμα εις τέτοιον τρόπον Χρον. Μορ. H 6456· ένι γαρ ο Θεός κριτής και κρένει εις το δίκαιον Χρον. Μορ. H 3268. 21) Δικαιοδοσία: έχει σε εις θέλημάν του Χρον. Μορ. H 4123. 22) (Προκ. για κυριαρχία, υπεροχή): να ’ξουσιάσουν εις ψάρι της θαλασσούς και εις πετούμενο του ουρανού Πεντ. Γέν. I 26· Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας Διγ. Z 2769. 23) Προσθήκη (με το επίρρ. επάνω): ή επαφήνω πέρπυρα ρ́́ ή ά́ μάρκα επάνω εις όλα μου τα καλά Ασσίζ. 1437. 24) Όρκος (ενίοτε με το απάνω) (Η χρ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 13): να μαρτυρήσουν απάνω εις την ψυχήν τους με όρκον Ασσίζ. 8116· και εις Θεόν ορκίζουσα και εις ψυχάς γονέων Διγ. Z 2707 μα πάψε γή ζιγώνω σε μιαν ώρα, στο Θεό μου Στάθ. (Martini) Ά́ 188. Εκφρ. 1) Εις (τους) αιώνας = παντοτινά· βλ. αιών(ας) φρ. 2) Εις (το) άκρον, εις άκρον = σε μεγάλο βαθμό, πάρα πολύ: Βλ. άκρον 4 φρ. 3) Εις αλήθειαν, σ’ αλήθειαν = αληθινά· βλ. αλήθεια 3 φρ. 4) Σ’ αληθοσύνη = αληθινά· βλ. αληθοσύνη 3 φρ. 5) Εις άριστον = κατά τρόπο άριστο· βλ. άριστος φρ. 6) Στις αρχές = αρχικά· βλ. αρχή Ββ. 7) Εις βάρος = με κακή διάθεση: παρακαλώ σε, φίλε μου, μη το δεχτείς εις βάρος Χρον. Μορ. H 8732. 8) Εις το γοργόν = γρήγορα: αν ου γερθείς εις το γοργόν, να πάρεις τας ποδιάς σου Πουλολ. 37. 9) Εις (τ’) έν(α) = μαζί, ομού (πβ. εις …) όταν εσμίξουσι εις ένα δυο καρδιές Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 370· να τους αναγκάσει όλοι να ’λθούν εις ένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 928. 10) Επάνω εις εκατόν = εκατό τοις εκατό: επάνω εις εκατόν, να έλεγες, ολοσίδηρος ένι Λίβ. P 735. 11) Εις επήκοον (κάπ.) = μπροστά (σε κάπ.) (Η έκφρ. αρχ.): και λόγους εναπέτεινεν εις επήκοον πάντων Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 113. 12) Εις το καθόλου = εντελώς: αναιτίατος ένι εις το καθόλου Γεωργηλ., Βελ. 181. 13) Εις καιρούς = κάποτε: εις δε καιρούς ερώτ’ αυτόν Σπαν. (Λάμπρ.) Va 122. 14) Εις κενόν = μάταια: Μάτην ο κόπος, εις κενόν το σόφισμα της τέχνης Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 249. 15) Εις κοντολογίαν = με λίγα λόγια, κοντολογίς: και εις κοντολογίαν, ποίος ήθελε τολμήσει να αναφέρει Χριστ. διδασκ. 53. 16) Εις κοντόν = σύντομα (χρον.): μέλλει εις κοντόν να δώσω τέλος Κυπρ. ερωτ. 10822. 17) Εις κόρον = με υπερβολή: εκείνοι πάντα πίνουσι το χιώτικον εις κόρον Προδρ. III 312· ει δε πολλάκις ουκ ευρείς πτώμα να φας εις κόρον Πουλολ. 112. 18) Εις κρίμαν = αμαρτωλά: μεν κοιμηθείς εις κρίμαν με άρσεν Μαχ. 46436. 19) Εις το μέγα = υπερβολικά: το να τρώγεις σύντομα και να πίνεις εις το μέγα Προδρ. III 55. 20) Εις μέρος μεν …, εις άλλο δε = από το ένα μέρος …, από το άλλο: εις μέρος μεν οι συγγενείς, εις άλλο δε η μήτηρ Διγ. Z 975. 21) Εις μεσωθιό = στο μέσο: δέντρο της ζωής εις μεσωθιό το περιβόλι Πεντ. Γέν. II 9. 22) Εις μίαν καρδιάν = με ένα αίσθημα: να ποίσετε ομόνοιαν εις μιαν καρδιάν οι όλοι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 451. 23) Εις οφθαλμού ριπίδα, εις ροπήν οφθαλμού = αμέσως, αυτοστιγμεί: εισέ ροπήν του οφθαλμού γροικά και τα μαντάτα Γαδ. διήγ. 392. 24) Εις το ολιγότερον = τουλάχιστο: να ένι γεγραμμένον μέσα εις την αυτήν διαθήκην εκείνον τό ζητά μετά δύο μάρτυρας εις το ολιγότερον Ασσίζ. 1398. 25) Εις πλάτος = σε μεγάλη έκταση: εις πλάτος υβρίζοντα τον πατριάρχην Ιστ. πατρ. 1459. 26) Εις πλατυσμόν = σε άπλωμα· βλ. εις πληθυσμόν. 27) Εις πλήθος = σε μεγάλο βαθμό: έχει μεν την ζέσιν πλέον,| την θερμότητα εις πλήθος Βίος γέρ. V 98· άγρια ζώα και ήμερα εις πλήθος επιφέρει Διήγ. πόλ. Θεοδ. 7. 28) Εις πληθυσμόν = σε άνθιση: ως βαθύρριζον δένδρον η θνητή φύσις εις πληθυσμόν και πλατυσμόν εληλακυία Μανασσ., Χρον. 376. 29) Εις πληροφορίαν = από πληροφορία: εγνώρισε εις πληροφορίαν το έργον τό του εποίκεν Χρον. Μορ. H 3953· ως είδαμε εις πληροφορίαν, καθώς το εγνωμιάσαν Χρον. Μορ. H 6930. 30) Εις πλησμονήν = πλουσιοπάροχα: τα επίλοιπα σιτηρέσια εις πλησμονήν έδωσεν Ψευδο-Σφρ. 1742. 31) Εις (το) πρόσωπον = κατά πρόσωπο: ποίσε να ιδώ, αυθέντη μου, εις πρόσωπον την κόρην Φλώρ. 1547. 32) Εις σφόδρα = σε μεγάλο βαθμό: έκλαψε εις σφόδρα, σε λαλώ, εις θλίψιν μεγάλην εμπήκεν Χρον. Μορ. H 1810. 33) Εις τέλος = τελικά: μάχην στήσας κατ’ αυτής κατέστρεψεν εις τέλος Βίος Αλ. 1061. 34) Εις υπερβολήν = πάρα πολύ: ηγαπήθησαν εις υπερβολήν Χειλά, Χρον. 352. 35) Χρόνο εις χρόνο = κάθε χρόνο: όμπροστε στον Κύριο τον Θεό σου να το φας χρόνο εις χρόνο Πεντ. Δευτ. XV 20. 36) Εις ώδε = εδώ: εχθές επαραμείναμεν, εστάθημεν εις ώδε Διγ. Z 771. 37) Εις (την) ώρα = πολύ σύντομα: εις ώρα εβγαίνει ο ρήγας με την κόρτε του και θέλει προκλαμάρει Ευγέν. 1032. — Βλ. και εισμίαν.
ελεεινία- η, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 26.
Από το ελεινώ και την κατάλ. ‑ία.
Αθλιότητα: έγιναν (ενν. ταύτα) από την πτωχείαν αυτού και ελεεινίαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 17.
εμπροσθινός,- επίθ., Rechenb. (Vog.) 35, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υιθ΄, Διγ. Άνδρ. 40710, Αγαπ., Γεωπον. 86· εμπροστινός, Πουλολ. 179, Λίβ. N 1243, Αργυρ., Βάρν. K 413, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 27· μπροστινός, Αιτωλ., Μύθ. 47· ομπροσθινός, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 177 χφ V κριτ. υπ.· ομπροστινός, Πουλολ. Z 168, Πουλολ. Αθ. 173.
Από το επίρρ. έμπροσθεν και την κατάλ. ‑ινός. Ο τ. εμπροστινός και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. εμπροστινός). Ο τ. μπροστινός και σήμ. (Δημητράκ., λ. μπροστινός). Ο τ. ομπροστινός στο Βλάχ. (λ. ομπροστινός).
1) α) Μπροστινός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. μπροστινός 1): άλλους έβγαλεν οπίσω ν’ ακλουθούσιν,| τους μπροστινούς να βλέπουνε και να τους καρτερούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 52122· το άλογόν του έδωκεν στο μπροστινόν ποδάριν Παρασπ., Βάρν. C 410· έφας την ομπροστινήν την ζούπαν τήν εφόρεις| και προς το μέγα Σάββατον ουκ είχες άλλον ρούχον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 179· β) (προκ. για στρατιώτη) που βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή: Δεν ήμουν πάντα μπροστινός οπὄκαμνα τη μάχη; Αλεξ. 1755· επήγαινε στον πόλεμον κι αυτείνος καβαλάρης| κι εκτύπα με τους μπροστινούς κι αυτείνος κονδαρέα Αλεξ. 249. 2) Προηγούμενος (Η σημασ. στο Βλάχ., λ. ομπροστινός): γράφε, γράφε, Λίβιστρε, γράφε μηδέν οκνήσεις·| έχει τα τα πιττάκια σου, μάλλον τα ομπροστινά σου·| κρατεί και αναγνώθει τα Λίβ. N 1435· να μάθω αν έναι δυνατόν να επάρετε την κόρην (παραλ. 2 στίχ.) και να την έχει ο Λίβιστρος, ο μπροστινός της άνδρας Λίβ. N 2648.
εναντιώνω·- εναντιώνομαι, Έγγρ. του 14. αι. (Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1964, 885), Διήγ. Βελ. (Neap.) 171, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 164, 165.
Από το εναντιούμαι. Το μέσ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. εναντιούμαι).
I. Ενεργ. 1) Αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. εναντιόομαι 1· βλ. και Somav., λ. εναντιώνομαι): φοβούμενος να μη βυθιστώ εις τα έγκατα τον θαλασσικού θηρός ως άλλος τις Ιωνάς, εναντιώνοντας τον προνοητικού όμματος του μεγάλου ημών Θεού Βελλερ., Επιστ. 5420-1. 2) Αποκρούω, αντιστέκομαι: Τούρκος ένας ήτο μπρος και γιανιτσάρους σέρνει (παραλ. 5 στ.). Κανείς δεν ήτονε καλός να τον εναντιώσει,| να τρέξει με την κατεχιά, να πα να τον μαλώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 1689. II. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Παραβαίνω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. εναντιόομαι 1· η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): είτις εναντιωθεί τά ’ντιβολώ και γράφω,| δέομαι ως αμαρτωλός ου μη βληθήν’ εν τάφῳ Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1401. 2) Αμφισβητώ (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. εναντιόομαι 2· βλ. και Somav., λ. εναντιούμαι): πως ο Υιός και Λόγος τον Θεού και της Παρθένου Μαρίας λέγεται τόξον τον Πατρός, δεν το θέλει εναντιωθεί κανείς πιστός, επειδή το μαρτυρεί ο Δαυίδ Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405. 3) (Προκ. για εχθρό) απωθώ, αποκρούω: διά να φυλάξει την χώραν και να εναντιωθεί των εχθρών Σουμμ., Ρεμπελ. 158. Β´ Αμτβ. 1) Φέρνω αντιρρήσεις, αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S λ. εναντιόομαι 1· η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. εναντιούμαι 1): εκλέγει άξιον του υψηλού αυτού θρόνου εμέ … Μ’ όλον τούτο βλέποντας, αν και ήθελα εναντιωθώ με την μικρήν της αδυναμίας μου δύναμιν, ουδέν ήθελα επιτελειώσω Βελλερ., Επιστ. 5418. 2) Αντιστέκομαι (Πβ. την αρχ. σημασ., Steph., Θησ. 990 D): Οι Τούρκοι, όταν είδασιν κι είχασιν χαλασμένα| τα τείχη ως κάτω παντελώς κι ήσαν αφανισμένα,| ελόγιασαν να μη μπορούν να εναντιωθούσιν| σαν πρώτον οι χριστιανοί Αχέλ. 2042· οπόταν έχεις εις την σάρκα πόλεμον και σε σκανδαλίζει και παρακινά ν’ αμαρτήσεις και συ εναντιωθείς ανδρείως με νηστείες … Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 168262-3. 3) Διαμαρτύρομαι, αγανακτώ: όπου ήθελα ακούσει να λέγεται το όνομα της Κυρίας της Θεοτόκου εθυμώνουμουν και εναντιώνουμουν και ήλεγα πως είναι μεγάλη αμαρτία να λέγεται γυναίκα Θεοτόκος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 432.
επιβλέπω- Ελλην. νόμ. 5145, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 69, Χρον. Τόκκων 1322, Αποκ. Θεοτ. I 47.
Το αρχ. επιβλέπω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Μτβ. 1) α) Βλέπω προσεχτικά, κοιτάζω καλά: Τον Γιαννάκην εχώρισα διά να τον δοκιμάσω| κι εκείνος με επέβλεπεν, ίνα σπαθεάν με δώσει Διγ. (Trapp) Esc. 1261· β) βλέπω: φλέγεται γαρ μου η ψυχή και κλαίει η καρδιά μου,| το άπειρον διάστημα τον δρόμον επιβλέπων Διγ. Z 899. 2) Παρακολουθώ, εποπτεύω, επιτηρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): εξέβην εις το Μπάρμπιγκο ο μέγας κοντοστάβλος| να επιβλέπουν τον λαόν, όπως να εσοδιάζουν Χρον. Τόκκων 3230· Να είναι δύο κάτεργα να περιφυλάττουν και να επιβλέπουν αυτήν την Κωνσταντινούπολιν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18· ο Θεός να σε βοηθήσει,| οπού τον κόσμον διακρατεί και πάντας επιβλέπει,| και πάλιν να υποστραφείς Διγ. (Trapp) Esc. 440. Β´ Αμτβ. 1) (Προκ. για το Θεό) ρίχνω βλέμμα με ενδιαφέρον για κάπ.: Ω δέσποτα, επίβλεψον γέροντες και παιδία,| μηδέν γενούν αιγμάλωτοι … Θρ. Κύπρ. M 69. 2) Στρέφομαι: εις την πτωχείαν των Γραικών οφείλομεν ελεημονητικώς επιβλέψαι Διάτ. Κυπρ. 5108.
επιστρέφω,- Λόγ. παρηγ. O 323, Ιερακοσ. 35323, Ορνεοσ. αγρ. 56816, Διγ. Z 818, 2070, Διγ. (Trapp) Esc. 1835, Act. Xér. 955, Πόλ. Τρωάδ. 311, Βίος Αλ. 3740, Απολλών. 33, Χρον. Τόκκων 1491, Σφρ., Χρον. μ. 144, Ριμ. Βελ. 836, Έκθ. χρον. 7625, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 533, Ιστ. πολιτ. 1415, Διγ. Άνδρ. 3341· ’πιστρέφω, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 935, Χούμνου, Κοσμογ. 912, Αλεξ. 2012, Ιμπ. (Legr.) 226, Κορων., Μπούας 71,144, Δεφ., Λόγ. 622, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [778].
Το αρχ. επιστρέφω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Επιστρέφω κ. (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 19): παίρνει η κόρη το βεργίν, αλλ’ ουκ επέστρεψέν το Λίβ. P 1276· να του επιστρέφει και τα δύο του παιδία, οπού τα είχε σκλαβόπουλα Χρον. σουλτ. 6937· β) στέλνω πίσω κάπ.: Γλυτώνει τα ζωντόβολα κι οπίσω τα ʼπιστρέφει Χούμνου, Κοσμογ. 995· οι μεν γαρ επεστράφησαν, εστάλησαν οπίσω Καλλίμ. 207. 2) Ανταποδίδω: Η μεν ουν ποινή γενικώς πάντα τιμωρείται και επιστρέφει τα τε αμαρτήματα και τα εγκλήματα Αρμεν., Εξάβ. Παράρτ. 344 σχόλ. 3) Απομακρύνω, αποτρέπω κάπ. (από κ. κακό): ηθέλησεν ο Θεός διά μόνην την ελεημοσύνην αυτού επιστρέψαι τους ανθρώπους από της πλάνης Ιστ. πατρ. 8619· από τοιαύτα πταίσματα κακά επέστρεψέ τους Ιστ. Βλαχ. 2742. 4) α) Μεταβάλλω: την ψυχή σου και καρδιά εις κάλλος να ’πιστρέψεις Θησ. IB΄ [436]· β) κάνω κάπ. να αλλάξει γνώμη: ποσώς ου δύνονται τον νουν του να επιστρέψουν Ιμπ. 184 (κριτ. υπ.). Β´ Αμτβ. 1) Επιστρέφω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): το τέκνο ας έλθει μετά μας και πάλιν να ’πιστρέψει Χούμνου, Κοσμογ. 1826· Λοιπόν έλειπε Φίλιππος κι ήθελε να ’πιστρέψει,| εδιάβηκε στο μάντειο ως διά να μαντέψει Αλεξ. 291. 2) α) Μετανοώ: ο Πλάστης και δημιουργός απάντων των κτισμάτων,| δέξε μας επιστρέφοντας δέξε μετανοούντας Πένθ. θαν.2 433· ου βλέπει τα πολλά ημών αμαρτήματα εις τον ολοψύχως μετανοούντα και επιστρέφοντα Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι V 87· β) μετανοώ και απομακρύνομαι: ο πατήρ ο άθλιος ουκ ήτον εις εκείνον| να επιστρέψει εκ του κακού και να μετανοήσει Απολλών. 33· Δεν θέλει επιστρέψει από την υπόσχεσιν αυτού Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 17. II. Μέσ. Α´ Αμτβ. 1) Επιστρέφω: από το μεσημέρι έως το βασίλευμα του ηλίου επιστρέφονται τα νερά Μηλ., Οδοιπ. 640· εκείνη (ενν. η πείνα) υπομουγκρίζουσα μικρόν με επεστράφη Προδρ. IV 220. 2) Καταφεύγω για να σωθώ: καμίαν άλλην σκέπην δεν έχομεν που να προσδράμομεν να αβοηθηθούμεν παρά μόνον εις την ευσπλαγχνίαν σου, η οποία δεν απαρνήθη ποτέ εκείνους οπού εις του λόγου σου επιστρέφονται Χριστ. διδασκ. 454. 3) α) Μετανοώ (θρησκευτ.): Κακώς εδαπανήσαμεν, Δέσποτα, τον καιρόν μας,| νυν δε επιστρεφόμενοι βοώμεν οικτιρμόν μας Πένθ. θαν.2 422· για να ιδούν τον πειρασμόν και να επιστραφούσιν Θρ. Κύπρ. K 128· β) αλλάζω ως προς τις δοξασίες, μεταστρέφομαι: εκείνοι οπού επιστρέφονται από όποιαν αίρεσιν ήταν, δεν θέλουν τους δεχθεί εις την ιερατικήν τάξιν Χριστ. διδασκ. 464· να τους αφορίζουν τόσον καιρόν από την εκκλησίαν έως να επιστραφώσιν Βακτ. αρχιερ. 214. 4) Μεταστρέφομαι: ήτον δύσκολον η κακή τους γνώμη να επιστράφη εις καλοσύνη Σουμμ., Ρεμπελ. 19225. 5) Στρέφω το ενδιαφέρον: προσευχήν αρχίνησε να λέγει προς τους θεούς| να μήπως χολιάσωσιν, επιστραφούν προς αύτον Πόλ. Τρωάδ. 311. Β´ (Μτβ.) επιδιώκω, επιζητώ κ.: μήδ’ επαινείς τον πλούτον του, μήδ’ επιστρέφεσαί τον Σπαν. V 187.
ζωή (I)- η, Καλλίμ. 1457, Ασσίζ. 2523, 5021, 2744, 4128, 4877, Διγ. (Trapp) Gr. 2480, Χρον. Μορ. H 2746, Χρον. Μορ. P 4062, 6771, Βίος Αλ. 4760, Φλώρ. 349, Λίβ. Sc. 1765, 2195, Λίβ. N 215, Αχιλλ. (Haag) L 916, Αχιλλ. N 1171, 1749, Μαχ. 15820, 2565, 47819, Ιμπ. (Legr.) 559, Κορων., Μπούας 42, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 153, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 58, Αχέλ. 152, 1241, 1783, Χρον. σουλτ. 1107, Κυπρ. ερωτ. 15414, Πανώρ. Α΄ 136, 178, 401, Β΄ 276, 429, 585, Γ΄ 6, 40, 178, Ερωφ. Β΄ 216, Δ΄ 217, Ιστ. Βλαχ. 201, Διγ. Άνδρ. 35435, Ερωτόκρ. Α΄ 254, 932, Ε΄ 250, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [644]. Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 150, Γ΄ 242, Ζήν. Γ΄ 374, Δ΄ 328, Διγ. O 2294, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1958, κ.π.α.· ζουή, Αλφ. 1123, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5644· ζω (αιτ. ζων), Κυπρ. ερωτ. 253, 604, 826, 878, 11837, 41, 1249, 12935, 13110· ζωγή, Πεντ. Γεν. II 7, III 24, VI 17, VII 11, XXV 7, XXVII 46, Έξ. I 14, VI 16, 18, Δευτ. XXVIII 66, XXX 15, Κυπρ. ερωτ. 731, Αλφ. (Mor.) III 50.
Το αρχ. ουσ. ζωή. Η λ. και σήμ.
1) α) Ζωή, ύπαρξη: την ψυχήν και την καρδιά και τη ζωή σου δίνω Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 32· ανέν και πρέπει η ζωή να ’ν’ άφθαρτος ανθρώπων Κορων., Μπούας 78· μήτε να είναι κανείς τρομαζόμενος να τους μιλήσει, μήτε να τους γράψει εισέ πένα της ζωής του Σουμμ., Ρεμπελ. 191· (ως προσφών.): Ιμπέριε, ομμάτια μου, ψυχή μου και ζωή μου Ιμπ. 136· προς την κόρην τότε ελάλησα: «Δεύρο, ζωή μου, ενταύθα ...» Διγ. Z 3411· ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου, ζωή, εμψύχωσίς μου Φλώρ. 468· έκφρ. ζωή εις κάπ.! = Ζήτω!: Μία φωνή ηκούσθηκεν «ζωή εις τον Γιλδάση!»| και ο λόγος ήταν αφορμή την νίκην τως (ενν. των Τούρκων) να χάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 24519· φρ. (1) αφήνω ζωή· βλ. ά. αφήνω 6 φρ.· (2) δίδω ζωή· βλ. ά. δίδω Α΄ 7β φρ.· (3) (ε)παίρνω τη ζωή κάπ.· βλ. επαίρνω 1Ϛ΄ φρ.· (4) δεν έχω ζωή· βλ. ά. έχω 7 φρ. β) τρόπος ζωής: Οι χρόνοι και τα γερατειά την όρεξη μας παίρνου,| τσι γνώμες μας αλλάσσουσι κι άλλη ζωή μας φέρνου Πανώρ. Γ΄ 290· ζωή και διάξες άλλαξα και τά θυμάσαι αφήκα Πανώρ. Γ΄ 284. 2) α) Ζωή, διάρκεια της ζωής: Ο Θιος να σας πολυχρονά και να σασε χαρύνει| και των τεσσάρω τη ζωή περίσσα να μακρύνει! Πανώρ. Ε΄ 380· Ην δε η πάσα ζωή αυτού δη του μακαρίτου βασιλέως και μάρτυρος χρόνοι μθ΄ και μήνες γ΄ και ημέραι κ΄ Σφρ., Χρον. μ. 984· ήτον οι ζωγές της Σάρα εκατό χρόνια και είκοσι χρόνια και εφτά χρόνια Πεντ. Γέν. XXIII 1· β) η αιώνια ζωή: κείνος οπού κοινωνεί ποτέ δεν αποθαίνει,| μόν’ είναι πάντα ζωντανός κι εις την ζωήν παγαίνει Ιστ. Βλαχ. 2022· Και είπερ βούλει, μήτερ μου, ζωής αξιωθήναι,| πλάνην κατάργησον ψευδή και φλυαρούς τους μύθους·| Θεόν δε σέβου, μήτερ μου,... και εις αυτού το όνομα θέλησον βαπτισθήναι Διγ. Z 1120· έκφρ. (έ)ως ζωής, έως την ζωήν, μέχρι ζωής, ως εφόρους της ζωής = ισόβια, ως το τέλος της ζωής, ως το θάνατο κάπ. (Βλ. και ά. έως, ετυμολ.): ήτον μπάιλος του ρηγός έως εις την ζωήν του Χρον. Μορ. H 7996· Έκαμες όρκον ώστε ζωής ποτέ να μηδέν κινήσεις μάχη Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20· ουκ εγεννήθη ρήμα πονηρόν εν αυτοίς μέχρι γήρους και ζωής αυτών Διήγ. Τωβήτ 161· ως εφόρους της ζωής διά να τηνε θρηνάται Άσμα σεισμ. 28. 3) α) Τα προς το ζην· η τροφή (Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ 6, 1955/56, 260): ο πρίντζης επήρεν ... όλην την είσοδον της Κύπρου και ο πτωχός υιός της μετά βιας έχει την ζωήν του Μαχ. 33416· η αυλή εντέχεται να ιατρέψει εκείνον ή εκείνην οπού έδερεν ο σκλάβος ... και να του δώσει την ζωήν του επεσαύτα ώσπου να μηδέν ημπορήσει να εργαστεί Ασσίζ. 23627· β) χλόη, χορτάρι (Για τη σημασ. βλ. Πανάρετου, Κυπριακές λέξεις, Κυπρ. Σπ. 27, 1963, 162): Στρέφεται πάσα ζον εις την βοσκήν του (παραλ. 1 στ.) και πα καθάνα νά ’βρει τη ζωή του Κυπρ. ερωτ. 7827· γ) συντήρηση, διατροφή: αν ένι ότι κανείς άνθρωπος ... έφερεν σιτάριν ή κριθάριν και ουδέν θέλει να πουλήσει ώδε, λαλώντα ότι εφέραν το διά την ζωήν του Ασσίζ. 2448· Εάν γένηται ότι υιός ... ένι απεσταλμένος εις το σκολείον να μάθει γράμματα, ... ο πατήρ ... ένι κρατημένος να πλερώσει τό εδανείστην εκείνος (ενν. ο υιός) διά την ζωήν του Ασσίζ. 16021. 4) (Σε πληθ. αντί εν. από εβραϊσμό): είπεν ο Φαρό προς τον Ιαακώβ: «Πόσες οι μέρες χρονών ζωγές σου;» Πεντ. Γεν. XLVII 8· ενέβασες από βόθρον ζωές μου, Κύριε Θεέ μου Ιων. II 7. Η λ. και ως κύρ. όνομ.: Συναδ., Χρον. 36.
ζωοποιός,- επίθ., Μαχ. 630 (γεν. εν. ζωοποίου), 629.
Το μτγν. επίθ. ζωοποιός. Η λ. και σε Σχολ. (L‑S).
Που παρέχει ζωή, ζωοδότης: να ομόσει| επάνω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού Ασσίζ. 563· εις προσκύνησιν του ζωοποιού τάφου Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18.
θρόνος- ο Ασσίζ. 2209, Διάτ. Κυπρ. 50116, Διγ. (Trapp) Gr. 65, Χρον. Μορ. P 914, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 81, 618, Φλώρ. 1603, Αχιλλ. N 152, Βεν. 73, Γεωργηλ., Βελ. 677, Ριμ. Βελ. 37, 714, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15128, Έκθ. χρον. 66, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1235, Χρον. σουλτ. 6531, Ιστ. πολιτ. 441, Ιστ. πατρ. 9414, Ιστ. Βλαχ. 452, Διγ. Άνδρ. 4031, Ζήν. Πρόλ. 164, Δ΄ 30, Διακρούσ. 7518, 11930, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. θρόνος. Η λ. και σήμ.
1) Κάθισμα: Εκ της χειρός λαβούσης με και θρόνον εκτεθείσης Προδρ. IV 243· (μεταφ.) βάση, στήριγμα: Ρήγα χριστιανικότατε, θρόνε δικαιοσύνης Κορων., Μπούας 67. 2) α) Θρόνος (βασιλικός ή κυβερνητικός, ιερατικός, δικαστικός): διότι τον εκατέβασαν (ενν. τον πρεβεδούρο) με παρρησία επί θρόνου εις μία καθήκλα Σουμμ., Ρεμπελ. 175· Ανήλθε δε εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο κυρ-Μάρκος ο Ξυλοκαράβης Έκθ. χρον. 287· οι κριτάδες ουδέν έχουν άδειαν ... να ακούσουν τινός, αφού καθίσουν εις τον θρόνον τους Ασσίζ. 416· (ως προσφών. της Παναγίας): χαίρε, θρόνε Κυρίου Εις Θεοτ. 105· β) βασιλική εξουσία: χωρίς θελήματος Θεού ελάμβανον τον θρόνον Θρ. Κων/π. Βαρβ. 16· γ) έδρα της βασιλικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, πρωτεύουσα: Ήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν, εις τον θρόνον της βασιλείας αυτού Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18· αυτός (ενν. ο γνήσιος μητροπολίτης Μονεμβασίας) μη έχων πού να καθίσει να κάμει θρόνον Ιστ. πατρ. 1437· δ) βασίλειο, κράτος: άξιος να κυβερνάς τον της Κραγέβας θρόνον Ιστ. Βλαχ. 4.
Ισμαηλίτης- ο, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XIV 40, Χούμνου, Κοσμογ. 1603, Γεωργηλ., Βελ. 172, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 22, Μικρ. χρον. Yale 69r, 70r, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16924, 2281, 31915, 5625.
Το μτγν. ουσ. Ισμαηλίτης (Sophocl.).
Αυτός που ανήκει στη φυλή του Ισμαήλ: Ισμαηλίται τα λαλούν κι είναι πραγματευτάδες Χούμνου, Κοσμογ. 1575.
κονσίλιον- το, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, Θρ. Κύπρ. K 687· κονσέλιον, Θρ. Κύπρ. K 5· κονσίλλιον· κουσέλιο.
Το μτγν. κονσίλιον (Sophocl.). Ο τ. κονσέλιον στο Meursius.
1) Συμβούλιο, σύσκεψη: έκαμε κονσίλιον με τους άρχοντάς του ... και τον εσυμβούλευσαν ... να τον (ενν. τον γαμβρόν του) έχει ως υιόν του Δωρ. Μον. XXV· (έκφρ.) κουσέλιο τε Διέζε = συμβούλιο των δέκα της Βενετίας: έδειξέν του έναν χαρτίν, τό εφέρεν απέ το κουσέλιο τε Διέζε, πώς μοναύτα να πάγει εις την Βενετίαν Βουστρ. 540. 2) Συμβουλή: κονσίλλιον Κυπρ. χφ. 158.
κόνσουλος- ο, Πανάρ. 7530, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, Δωρ. Μον. XXXIV· κόνσολο, Κυπρ. χφ. 158· κόνσολος, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, Θρ. Κύπρ. K 6, Χρον. σουλτ. 8435, Επιστ. Αδελφ. 52· κούνσουλος, Ασσίζ. 35527, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19 (δις)· κούσουλος, Ασσίζ. 10428, 1057, 9, 15, 27, 3558,18, 3569, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1287, Μαχ. 3561.
Το λατ. consul. Η λ. στη Σούδα (Sophocl.). Οι τ. κόνσολος, κούνσουλος και κούσουλος στο Somav. (λ. κούνσουλος). Τ. κόνσολας στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄).
Αντιπρόσωπος της Βενετίας στη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα, πρόξενος: έχουν οι Βενέτικοι κονσούλους εις την Πόλην, εις την Θεσσαλονίκην και εις άλλα κάστρη μεγάλα της βασιλείας Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, ο Κόνσολος ως φρόνιμος φρόνιμα ’πιλογήθη (παραλ. 3 στ.). Εγώ δούλος ευρίσκομαι χώρας της Βενετίας,| πράγματα ξένα δεν δίδω της άλλης αυθεντίας Θρ. Κύπρ. K 9.
κουρριέρης- ο, Κορων., Μπούας 31, 32, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, Σουμμ., Ρεμπελ. 159.
Το ιταλ. corriere. Η λ. στο Somav.
Ταχυδρόμος: απέστειλεν ο αυτός κόνσολος από την Θεσσαλονίκην κουρριέρη, ήγουν ουλάκη, με γραφάς Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19.
λαός (Ι),- ο, Διγ. Z 64, Διγ. (Trapp) Esc. 882, 1148, Χρον. Μορ. H 1170, 1414, 1422, Λίβ. Sc. 1180, Λίβ. N 2015, Μαχ. 2222, 1829, 1929, Θησ. Β΄ [I7, 55], Δ΄ [161], Απόκοπ.2 365, Πεντ. Έξ. I 9, Αρ. XXIV 14, Δευτ. XIV 2, Αχέλ. 264, 2486, Χρον. σουλτ. 6919, 11711, Ερωφ. Δ΄ 501, 507, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 997, 1973, Δ΄ 1576, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1724, 25614, 5054, κ.π.α.· λαγός, Ασσίζ. 377, Νεκρολ. φ. 10v· λας, ο, Byz. Kleinchron. A΄ 2094· λας, οι, Ασσίζ. 10524, 17024, 19511, 19721, 2019, 22420, 37226, 4187, 45526, Μαχ. 1434, 2015, 4813, 5010, 11011, 18819, 44622, 50816, 6366, Βουστρ. 415, 477, 489.
Το αρχ. ουσ. λαός. Ο τ. λαγός από ανάπτυξη του γ (Βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 425), ενώ ο τ. λας από αποβολή του ο (Βλ. Hadjioannou, Beginning of Cypr. Dial. 304 = Χατζ., Διασπ. 518 και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 85). Οι τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 627, 631). Τ. λάος στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.
1) α) Κόσμος, άνθρωποι: Μαχ. 1010, 129, 59433· β) πλήθος ατόμων: Μαχ. 2527, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 517· γ) το σύνολο των κατοίκων, ο πληθυσμός μιας περιοχής: σύντομα μέγας σεισμός αρχίζει,| την χώραν μ’ όλον τον λαόν ο Θεός καταποντίζει Χούμνου, Κοσμογ. 876· εβγήκαν οι λαοί των τόπων εκεινών ιερωμένοι και κοσμικοί και επροσκύνησαν αυτούς Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18· (συνεκδ.) τόπος, περιοχή: ο πρίγκιπας … κράζει τους κεφαλάδες,| τους κιβιτάνους του λαού όπου ήσασιν τα αλλάγια Χρον. Μορ. H 7016. 2) Γένος, έθνος: Πεντ. Δευτ. II 10, Ασσίζ. 2434, Πεντ. Γέν. XI 6· έκφρ. λαός βλησίδι = περιούσιος λαός: ο Κύριος σε αξίωσεν σήμερα να είσαι αυτουνού για λαός βλησίδι Πεντ. Δευτ. XXVI 18· εσέν εδιάλεξεν ο Κύριος ο Θεός σου να είσαι αυτουνού για λαός βλησίδι από όλα τα έθνη Πεντ. Δευτ. VII 6· φρ. είμαι για λαός = προορίζομαι για γενάρχης μιας φυλής: αυτός να είναι για λαός … να μεγαλύνει … και η σπορά του να είναι γέμωσμα των εθνών Πεντ. Γέν. XLVIII 19. 3) α) Μέλη μιας οργανωμένης (με νόμους) κοινωνίας, πολίτες: Πώς δει πάντες οι λας να έχουν μάρτυρας κατά τον νόμον τους εκείνους τούς αγκαλιούν Ασσίζ. 2722· να μιλήσουν πρώτα με τους συνδίκους, όπου είναι πατέρες ολονών του λαού Σουμμ., Ρεμπελ. 164· έκφρ. καλοί λας = οι εύποροι, πλούσιοι πολίτες: αννοίξαν τες αποθήκες και εκουβαλούσαν τα κρασία …,| επαίρναν το ψουμίν … και τα προδέλοιπα πράγματα τους καλούς λας Μαχ. 67224· β) τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα: εσέρναν (ενν. οι καπουριόνοι) τον λαόν εις το κακό, εναντίον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 170· εσύντρεχαν πολλοί νέοι αρχοντόπουλα και έτερα παλληκάρια του λαού Σουμμ., Ρεμπελ. 159· εκφρ. (1) λίος λαός = η κατώτερη τάξη του λαού ή του στρατού (Για τη σημασ. βλ. Ζέπ., ΕΕΒΣ 18, 1948, 215 και Καλονάρο [Χρον. Μορ. σ. 382]): να κοιμηθεί ο λίος λαός να μην τους έχουν νοήσει Χρον. Μορ. H 3850· από την χώρα εξήβαλεν γυναίκες και παιδία,| ωσαύτως και τον λίον λαόν όπου άρματα εβαστούσαν Χρον. Μορ. H 1471· (2) χοντρός λαός = ο άξεστος κόσμος, όχλος (Για τη σημασ. βλ. λ. χοντρός στον Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 735] και Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 518]): μέσα στο χοντρό λαό πολλή βαβούρα εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 841· (3) τα σπίτια τους λας = η μάζα του λαου (Για τη σημασ. βλ. Σπυριδάκη, Αφ. Άμ., 1960, 71): άνταν επήγεν το παράνομον φουσσάτον, εσηκώθησαν τα σπίτια τους λας και εποίκαν κούρση και φόνονς πολλούς Μαχ. 67213· (4) κοινός λαός· βλ. ά. κοινός το ουδ. ως ουσ. 3, έκφρ. α. 4) α) (Προκ. για άρχοντα η βασιλιά) υπήκοοι: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 87, Ωροσκ. 4219, Σπαν. A 456· β) συνοδεία, ακολουθία: ο ρήγας … ήλθεν εις την Κύπρον … και επέζευσεν με τους λας του, εγδέχοντα τον σιρ Τζουάν τε Σιούρ τον αμιράλλην Μαχ. 1901· απέστειλε δε αυτόν πορευθείς μετά λαού και δόξης πολλής Έκθ. χρον. 627. 5) α) Στρατός, στρατιωτική δύναμη: Πόλ. Τρωάδ. 409, Χρον. Μορ. H 3571, 6932, Διγ. (Trapp) Esc. 1345, Μαχ. 62824· εκφρ. (1) λαός απεζός = πεζικό: ο ρήγας απέζευσεν το φουσσάτον με άλογα και εκαβαλλίκευσεν και επήρεν και πολλύν λαόν απεζόν Μαχ. 19231· (2) λας των αρμάτων = οπλίτες (Για την έκφρ. βλ. Χατζ., Διασπ. Α΄ 499): να πεψει (ενν. ο βασιλέας) λας των αρμάτων, να βλέπουν τον τόπον Μαχ. 820· β) άμαχος πληθυσμός: πας ο λαός, εσίγα.| Και θρήνος ’γένετο πολύς δια τους αποθαμένους,| εκ τον στρατόν τους βλέποντες ολίγους γλυτωμένονς Κορων., Μπούας 29. 6) α) Οπαδοί, πιστοί θρησκείας· έκφρ. ο λαός του Κυρίου ή του Χριστού = οι χριστιανοί: τον του Κυρίου λαόν ευλόγησε (ενν. ο πατριάρχης) Ιστ. πατρ. 1538· Χριστέ μου, σε παρακαλώ, παυσ’ από το θυμόν σου,| γιατί θα μπούσιν οι εχθροί να σφάξουν τον λαόν σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 20016· β) λαϊκοί (σε αντίθεση προς τους κληρικούς): Ου γαρ θέλομεν ημείς ο λαός και οι κληρικοί τον Μάρκον Έκθ. χρον. 2826· γ) (προκ. για εκκλ. αξιωματούχο) «ποίμνιο»: ο γεριάς ο αλειμμένος να φταίσει εις αμαρτιά του λαού και να προσφέρει ιπί το φταίσιμό του … δαμάλι Πεντ. Λευιτ. IV 3.
λυτρώνω,- Προδρ. IΙΙ 400h, 412k, Συναξ. γαδ. 43, Ιμπ. 759, Χούμνου, Κοσμογ. 2302, Πένθ. θαν. (Knös) S 177, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 76, Πιστ. βοσκ. Γ΄ 3, 141, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2623, 49822, 5265.
Το αρχ. λυτρόω. Η λ. και σήμ.
Α´ 1) (Ενεργ. μτβ) α) ελευθερώνω: εκάθισεν εκ δεξιών του πατρός διά να μας λυτρώσει από τα χέρια του διαβόλου Μαχ. 142· της Κρήτης της περίφημης, οπού να την λυτρώσει| ο Θεός και με πολλήν τιμήν να ξανακαινουργιώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 13418· από την δουλοσύνη και από τα άλλα πολλά πάθη όπου είναι χειρότερα και απ’ αυτήν την δουλοσύνη ήθελαν λυτρωθεί (έκδ. λυθρωθεί· πιθ. από παραδρομή [= αφομοίωση του τ προς το θ της συλλαβής θει· πβ. όμοια παραδρομή: L‑S, λ. λυθρόω]·διορθώσ.)· Σοφιαν., Παιδαγ. 94· β1) σώζω: και από αιχμαλωσία τους ελύτρωσα και από θανατικόν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· β2) (προκ. για σωτηρία ψυχής) σώζω την ψυχήν: Χαίρε, οπού λυτρώθηκαν διά τον μονογενή σου Ύμν. Παναγ. 7· γ) απαλλάσσω κάπ. από κ.: λυτρώνει κάθε άνθρωπον από την αμαρτίαν Ιστ. Βλαχ. 1898· να με λυτρώσει εκ τα κακά τά πάσχω και παθάνω Λόγ. παρηγ. L 86· πίστεψε σου, λυπήθου, βίγλισέ με| κι απού τα τόσα πάθη λυτρωσέ με Κυπρ. ερωτ. 578· Ανίσως να με λυτρώσει| ο σοφός ο Ζευ ’χ την θλίψην Κυπρ. ερωτ. 1471. 2) (Αμτβ.) γλυτώνω, σώζομαι: Αλλά της Παναγίας| η χάρις και η προσευχή, ην έλεγεν εν πίστει,| ελύτρωσ’ εκ τον θάνατον, ως είδαμεν, κι ερρύσθη Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 392· (με διπλή αιτ.) απαλλάσσω κάπ. από κ.: Αυτόν δε τον Καλλίμαχον τα σιδηρά λυτρώσας ελεύθερον παρέδωκεν τούτον τῃ Χρυσορρόῃ Καλλίμ. 2592. Β´ (Μέσ.) 1) α) ελευθερώνομαι: δούλοι απού τη σκλαβιάν τωνε μιαν ώρα λυτρωμένοι Ερωφ. Ιντ. Γ΄ 104· β) σώζομαι, γλυτώνω: Και του μεγάλου κλύδωνος ημείς να λυτρωθόμεν Φυσιολ. (Legr.) 631· έσεισε ο Κύριος την γην και πάλι εστερεώθη| και από τον φόβον τον σεισμού ο κόσμος ελυτρώθη Σκλάβ. 230· γ) απαλλάσσομαι από κ.: … κι ο Ρήγας απ’ το λογισμό και βάρος ελυτρώθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 48· και το κορμί σου από ντροπής κάμωμαν ελυτρώθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 332· δ) φεύγω, ξεφεύγω: και μετά βιας ο βασιλεύς απέκει ελυτρώθην,| τον Δούναβην επέρασεν και εις το φεύγα δόθην Παλαμήδ., Βοηβ. 137. 2) (Με αιτιατ.· για τη σύνταξη αυτή βλ. Καλιτσ., Χρ. Κρ. 2, 1913, 155 και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. 55)· α) ελευθερώνομαι: να λυτρωθείς την φυλακήν, να ιδείς ελευθερίαν Σαχλ., Αφήγ. 476· β) απαλλάσσομαι από κ.: να λυτρωθείς την ξενιτειάν, να βγεις από τον κόσμον Περί ξεν. A 324· γ) ξεφεύγω: να ’μουν αποθαμένος …| (παραλ. 1 στ.), τον κόσμον να λυτρώνουμουν παρά τά βλέπω τώρα Βυζ. Ιλιάδ. 262.
λωβιάζω,- Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 346 Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20.
Από το ουσ. λώβα και την κατάλ. ‑ιάζω. Τ. της λ. σε ιδιώμ. (Βλ. Καλλέρη, Αθ. 55, 1951, 361, Σακ., Κυπρ. Β΄ 639, λ. λουβιάζω και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄, λ. λουβιασμένος). Μτχ. λωβιασμένος στο Somav. Η λ. στην Ήπειρο (Βλ. Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β΄, σ. 225, λ. λοβιάζω) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄).
Πάσχω από λέπρα (Για τη σημασ. βλ. Μανούσ.-ν. Gemert, Πεπρ. Δ′ ΔΚρ.Σ Β7 220· διαφορετικά νοεί Αλεξ. Στ. (Κρ. Χρ. 8, 1954, 239) και Morgan (Κρ. Χρ. 14, 1960, 210): Ασθένησεν ασθένειαν φοβεράν, ήγουν ελωβίασεν όλον του το κορμί Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19.
μεγάλως,- επίρρ., Καλλίμ. 1360, Διγ. Z 393, 1063, 2658, 2757, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1119, Βέλθ. 744, 973, Χρον. Μορ. H 19, 413, Χρον. Μορ. P 174, Λίβ. Sc. 2143, Λίβ. N 2957, Ιμπ. 153, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 223r, 269r.
Το αρχ. επίρρ. μεγάλως.
1) α) Πολύ, υπερβολικά: Βέλθ. 732, Χρον. Τόκκων 2231, Διγ. Z 3205· β) με μεγάλη προσοχή, με περίσκεψη: εξετάζουν ακριβώς, στοχάζουνται μεγάλως (ενν. ο βασιλεύς και η δέσποινα, ο Πάρης και ο Σελήνιος)| άπασαν την αλήθειαν Βυζ. Ιλιάδ. 300. 2) Με δυνατή φωνή, δυνατά: Καλλίμ. 1314, Προδρ. III 45. 3) Με μεγαλοπρέπεια, με λαμπρότητα: γυναίκες την εψίκευσαν (ενν. τη Χρυσάντζα), αρχόντισσες μεγάλες·| μεγάλως εσυντρόφευσαν, εψίκευσαν ενδόξως,| ετίμησαν, εδόξασαν Βέλθ. 1324· ο βασιλεύς εξέβηκε, μεγάλως τους εδέχθην (ενν. τους άρχοντες),| ευγενικά, τιμητικά, ως πρέπει κατ’ αξίαν Γεωργηλ., Βελ. 650· εδέχθησαν αυτούς (ενν. τον βασιλέα, πατριάρχη και ιερείς) οι Βενέτικοι μεγάλως Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 17. 4) Με μεγάλη προθυμία: Ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας, μεγάλως το απεδέχτη Χρον. Μορ. H 5344. 5) Με βιασύνη, με σπουδή: σε βλέπω, γέρον μου, ότι μεγάλως φεύγεις| και την δειλίαν πάμπολλα χράσαι ωσάν γυναίκες Διγ. Z 3399.
μήνυμα- το, Γλυκά, Στ. 150, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1372, Περί ξεν. A 416, Λίβ. P 1467, Λίβ. Sc. 440, 867, Λίβ. Esc. 1949, Λίβ. N 3502, Δούκ. 29310, Κώδ. Χρονογρ. 5611, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 55, Ιστ. πατρ. 8013, 9723, Αρσ., Κόπ. διατρ. [77], Λίμπον. 470· μήνυμα(ν), Διγ. Z 286, Διγ. (Trapp) Esc. 1363, Φλώρ. 889, Πανάρ. 7027, Λίβ. Sc. 1153, Αχιλλ. N 178, Αχιλλ. O 119, Χρον. Τόκκων 1177, Αργυρ., Βάρν. K 105, Ριμ. Βελ. 828, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 25· μήνυμαν, Καλλίμ. 1072 Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 554, Απολλών. 443, Λίβ. N 1402, Παρασπ., Βάρν. C 114, Χούμνου, Κοσμογ. 2396.
Το αρχ. ουσ. μήνυμα. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β' 660). Η λ. και σήμ.
1) α) Αγγελία· είδηση, πληροφορία: αυτός εκ την πολλήν χαράν αρχίζει διά να κλαίγει, διατί βαστά το μήνυμαν της σωτηρίας Χούμνου, Κοσμογ. 380· ήδη ζω … και πέμπω σοι μηνύματα από τήσδε της πόλεως της Κορυφώ, τά άπερ μισείς Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 114· έφθασεν το μήνυμα, ήλθεν μαντατοφόρος Λίβ. Sc. 1125· να μάθουν ’ξ εκείνα τα μηνύματα καλό ή κακόν να πάθουν Κορων., Μπούας 22· εφέραν τον πατέρα του μηνύματα βαρέα Αχιλλ. L 101· ήλθε μήνυμα πως ο ύστατος των αδελφών αυτού … εν τῃ Βλαχίᾳ ην διάγων Δούκ. 15527· Το θείον και ιερόν ευαγγέλιον … είναι ένα γλυκύ μήνυμα οπού μας εδόθη από τον ουρανόν Κύριλλ. Κων/π. 370· (ως σύστ. αντικ.): και μήνυμαν του μήνυσαν ʼς Αντιοχειάν να πάγει| διά να τον ποίσουν βασιλεά Απολλών. (Wagn.) 447· μήνυμα τον εμήνυσεν γαμπρόν να τον επάρει Λίβ. N 2476· β) ειδοποίηση: στέλλει προς τους άρχοντας και προς τον ποδεστάτον της χώρας μήνυμα του εξελθείν και συνευρεθήναι συν εκείνῳ Δούκ. 41723· γ) προειδοποίηση: Ταύτα και έτερα ο Παγιαζήτ οργίλα πέμψας μηνύματα, αυτοί τῳ Θεώ τας ελπίδας ανέθεντο Δούκ. 8915. 2) Προμήνυμα: μηδέ ανάμενε να έρθουσι μηνύματα του θανάτου σου αποποθινά, … άρχισε σήμερον την μετάνοιαν Πηγά, Χρυσοπ. 283(20). 3) Παραγγελία· εντολή, διαταγή: και ίδωμεν του καθενός τον έπαινον και ψόγον. Τούτο εστί το μήνυμα Λέοντος βασιλέως| και τούτο λέγουν αι γραφαί αι προς υμάς σταλείσαι Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 67· Και άλλα πολλά μηνύματα έστειλεν (ενν. ο δούκας) εις την χώραν Χρον. Τόκκων 1181· (ως σύστ. αντικ.): μανθάνοντα το μήνυμαν όπου τους εμηνύσαν απέ το σέντζιν της Κερυνίας, ή να τους πέψουν βιτουαλίες, ειδέ καν ου, να ευκαιρέσουν τον τόπον Μαχ. 46614-5. 4) Προτροπή, παρότρυνση: ώρμησαν κατά των Τούρκων, το πλείον εκ μηνυμάτων του βασιλέως προς τον κράλην και τον Ίαγχον Έκθ. χρον. 812· Αυτός (ενν. ο δούκας) εκ την ανάγκασιν και εκ τα μηνύματα τους (ενν. των Αλβανιτών)| εβάλθη, εβουλήθηκεν να κάμει την αμάχην Χρον. Τόκκων 1653. 5) (Προκ. για εκλογή αρχιερέων ή πατριαρχών) γνωστοποίηση για την εκλογή και η τελετή που ακολουθεί: έδωκαν αυτού το μικρόν μήνυμα διά να τον εκάμουν πατριάρχην Ιστ. πατρ. 809· Περί χειροτονούμενων μήνυμα α’ και β’ πώς δίδεται και ποιος το δίδει και πώς είναι η απόκρισις του υποψηφίου Βακτ. αρχιερ. 185· πατριάρχην τον εψήφισαν· και δώσαντες αυτού το μικρόν μήνυμα και το μέγα εχειροτόνησεν αυτόν ο Ηρακλείας Ιστ. πατρ. 961. 6) (Στον πληθ.) χαιρετίσματα: μηνύματα εκ την μάνναν του, ευχαριστίες μεγάλες| και συγχαρίκια έμορφα Φλώρ. 757.
μισθώνω·- μιστώνω.
Το αρχ. μισθόω. Τ. μιστώννω και σήμ. στην Κύπρο (Andr., Lex., λ. μισθώ). Η λ. και σήμ.
Ναυλώνω: όλοι εμπήκαν εις τα κάτεργα … και εμίστωσαν απεδώ από την Κωνσταντινούπολη και υπήγαν εις την Βενετίαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 17.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- αριθμητ.· δεκαθέσσερεις, Πεντ. Έξ. XII 6· δεκατέσσαρεις, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 83v, 240r, 241r· δεκατέσσαροι, Αλεξ. 2623, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18, Εκατόλ. M 4· δεκατέσσαρα, Προδρ. III 181· δεκατέσσερα, Προδρ. III 181 (χφ S) (κριτ. υπ.), Πεντ. Αρ. XXIX 20.