Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 12 εγγραφές  [0-12]

  Βιβλ.αναφορά : Κυπρ. άσμ.

  • αυθαδιάζω·  
    αυταδιάζω, Κυπρ. άσμ. 1178.
    Το ενεργ. του μτγν. αυθαδιάζομαι. Η λ. ήδη στο Θεόδ. Στουδίτη (Lampe, Lex.) και σήμ. (ΙΛ).
    Μιλώ, συμπεριφέρομαι με αυθάδεια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Εχάρισά σου την ζωήν, μά ’θελες ν’ αυταδιάσεις,| σήμμερα όμως γνώρισε πως την ζωήν θα χάσεις Κυπρ. άσμ. 1178. Βλ. και αγριομιλώ, αντιμιλώ, αποπαίρνω.
       
  • αχαμνώ,  
    Φαλιέρ., Ιστ. V 435, Φαλιέρ., Ιστ. A 441· ‘χαμνώ, Κυπρ. άσμ. 5146, 683, 18321‑2.
    Από το επίθ. αχαμνός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αχαμνίζω). Βλ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 856, λ. χαμνώ.
    1) Χαλαρώνω (Βλ. και ΙΛ, λ. αχαμνίζω 1): Μη και πονώ! αχάμνα το για να το μεταπιάσεις·| και ωσάν θωρώ, την χέρα μου πάσχεις να τηνε σπάσεις Φαλιέρ., Ιστ. V 435. Βλ. και αχαμνίζω Α1. 2) Αφήνω (Πβ. ΙΛ, λ. αχαμνίζω 3α): και ’χάμνα με, Φτερόπουλον, να πάω σύνομπλά του Κυπρ. άσμ. 5146. Βλ. και αφήνω 1α. 3) Χτυπώ: μίαν ξυλεάν του ’χάμνησε πάνω εις το κεφάλι Κυπρ. άσμ. 683. Βλ. και ακροχτυπώ, αναμόννω, αποδέρ(ν)ω 3β, αποπλήττω, δίδω, κατακρούω, καταχτυπώ, κολλώ, κρούω, κτυπώ, πατάσσω. — Βλ. και αχαμνίζω.
       
  • άχαρος (II),  
    επίθ., Κυπρ. άσμ. 1189.
    Από το στερ. α‑ και το ουσ. χάρη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άχαρος II).
    Κακός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άχαρος I7, όπου κακώς τοποθετείται αντί στο άχαρος II): η άχαρη η γεναίκα σου τώρα θανάτωσέν με Κυπρ. άσμ. 1189. Βλ. αχαρίτωτος 2.
       
  • βιολάριν  
    το, Κυπρ. άσμ. 367.
    Από το ουσ. βιολί(ν) (ή βιόλα) και την κατάλ.‑άριν. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (ΙΛ).
    Μικρό βιολί ή μικρή βιόλα (Η σημασ. και σήμ. στην Κύπρο, ΙΛ): και κάτσε και πελέκα το ένα καλόν βιολάριν Κυπρ. άσμ. 367. — Βλ. και βιολούδιν.
       
  • βιολούδιν  
    το, Κυπρ. άσμ. 1515.
    Από το ουσ. βιολί(ν) και την κατάλ. ‑ούδιν. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (ΙΛ).
    Μικρό βιολί (Η σημασ. και σήμ. στην Κύπρο, ΙΛ): Και φέρ’ μου το βιολούδιν μου, το κάλλιον μου παιχνίδιν Κυπρ. άσμ. 1515. — Βλ. και βιολάριν.
       
  • βοσκώ,  
    Κυπρ. άσμ. 184· βουσκώ, Πεντ. Έξ. XXII 4.
    Από τον αόρ. του βοσκίζω κατά τα περισπώμενα ρ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βόσκω).
    (Προκ. για ζώο) βόσκω: με τ’ άλλα λάφια να βοσκάς εν θέλεις μες στους λόγγους; Κυπρ. άσμ. 184. — Βλ. και βλέπω 24β, βόσκω A1α.
       
  • γεννητικός,  
    επίθ., Ιερακοσ. 37723, Κυπρ. άσμ. 1221.
    Η λ. στον Ιπποκράτη (L‑S Κων/νίδη και Steph., Θησ.) και σήμ. (Δημητράκ.). Βλ. και Andr., Lex.
    Που γεννά, που προκαλεί κ. (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S Κων/νίδη στη λ. 1 και Steph., Θησ.): το γαρ βόειον επί πολλάς ημέρας διδόμενον απεψίας γεννητικόν Ιερακοσ. 37723. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = όσα σχετίζονται με τη γενιά, την οικογένεια (Για τη σημασ. βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 506 και Andr., Lex.): Πε μας και τα σπίτια του και τα γεννητικά του Κυπρ. άσμ. 1221.
       
  • γιασεμί  
    το· γιασιμίν, Ερωτοπ. 451· γιασουμί(ν), Κυπρ. άσμ. 1227.
    Το τουρκ. yasemin. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Για τον τ. γιασιμίν βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 509 και Παπαδ. Α., Λεξ. (λ. γιασεμίν).
    Το φυτό γιασεμί (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): του κοντοστάβλη γιασιμίν Ερωτοπ. 12.
       
  • γιούδιν  
    το, Κυπρ. άσμ. 1170.
    Από το ουσ. γιος και την κατάλ. ‑ούδιν.
    Γιος (θωπευτ.): σ’ αποκοιμίζω, γιούδιν μου, μ’ άλλην θεννα ξυπνήσεις Κυπρ. άσμ. 1170.
       
  • γλιστρίδα  
    η, Σταφ., Ιατροσ. 7198· γλιστιρίδα, Κυπρ. άσμ. 1821.
    Από το γλιστρώ και την κατάλ. –ίδα ή από το παλαιότ. εγκλυστρίς (βλ. ΙΛ, λ. γλιστρίδα· πβ. και Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 203), οπότε η λ. θα ορθογραφηθεί με υ. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 203).
    1) Είδος σκουληκιού?: Τα έντερα της γης, ήγουν τας γλιστρίδας, τα σκωλήκια ... κοπάνισον αυτά τα σκωλήκια Σταφ., Ιατροσ. 7198. 2) Είδος φυτού (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): εβόσκετουν (ενν. το λάφι) μανηχόν του κι έτρωεν γλιστιρίδα Κυπρ. άσμ. 1821.
       
  • γλυκόποτος,  
    επίθ., Λίβ. N 33, Κυπρ. άσμ. 1038.
    Από το επίρρ. γλυκά και το πίνω. Η λ. και σήμ. σε δημ. τραγ. (Δημητράκ.).
    Που έχει γλυκειά γεύση, που πίνεται μ’ ευχαρίστηση (Η σημασ. και σήμ. σε δημ. τραγ., Δημητράκ.): να πιεις γλυκόποτον κρασίν που πίννουν φουμισμένοι Κυπρ. άσμ. 1038· είχεν εκείνο χάριταν και αυτό παρηγορίαν,| εκείνο (δηλ. το αναλίβαδον) διά τα δένδρα του, τα άνθη και τας βρύσεις| και αυτό (δηλ. το αναπόταμον) διά το καθάριον και το γλυκόποτόν του Λίβ. N 33.
       
  • θανή 
    η, (I) Διγ. Z 2288, Ερμον. Α 101, Χρον. Μορ. H 175, 185, 7976, Πουλολ. 98, Δούκ. 1857, Νεκρ. βασιλ. 108, Αλεξ. 1484, 1928, 2443, Συναξ. γυν. 89, Διήγ. Αλ. G 287, Ψευδο-Σφρ. 2489, 2609, Καρτάν., Διαθ. 242.
    Από το ονομαστικό απαρέμφ. το θανείν κατ’ αναλογ. προς το ταφή (Βλ. Σπυριδ., Αθ. 48, 1938, 239). Βλ. Steph., Θησ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.
    1) Θάνατος: να σας ειπώ τα τέλη του, να ειπώ και την θανήν του Σταυριν. 9· τον Θεόν εβγάνω μάρτυρα στην θλίψιν όπου έχω| διά την θανήν γαρ εκεινού του αφέντη κι αδερφού μου Χρον. Μορ. H 1816. 2) Κηδεία: την θανήν της να γινεί, βασιλικά προστάζει Κυπρ. άσμ. 11131.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης