Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 107 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Κυνοσ.

  • αγριοπήγανον  
    το, Κυνοσ. (Hercher) 59526.
    Από το επίθ. άγριος και το ουσ. πήγανον. Η λ. ήδη στον Ησύχ. και τον Αέτιο (Sophocl.) και σήμ. (ΙΛ λ. αγριοπήγανο).
    Το φυτό «πήγανον ή άρμαλα» (βλ. Γενναδ., Λεξ. λ. πήγανον): Εάν μύωψ δάκῃ κύνα. Καύσον αγριοπήγανον και υποκάπνισον αυτόν τον τόπον όπου δηχθῄ Κυνοσ. (Hercher) 59526.
       
  • αγριοσυκή  
    η, Ιερακοσ. (Hercher) 4964, Κυνοσ. (Hercher) 59026, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5242, 5487.
    Από το επίθ. άγριος και το αρχ. ουσ. συκή. Η λ. ήδη στον Ωραπόλλωνα (L‑S). Πβ. το σημερ. αγριοσυκεά (ΙΛ).
    Αγριοσυκιά (πβ. αγρία συκή, Γενναδ., Λεξ. λ. συκή και Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 54730): χρη ουν θεραπεύειν ούτως. Αγριοσυκής ρίζαν νεαράν συνθλάσας απόθλιψον και λαβών τον ζωμόν επάλειφε αυτάς, και θεραπευθήσεται Ιερακοσ. 4964.
       
  • αδόκιμος,  
    επίθ., Ιερακοσ. (Hercher) 3442, 50231, 51426, Κυνοσ. (Hercher) 5896, 7, Ορνεοσ. (Hercher) 57711, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2744, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 182 ις́́.
    Το αρχ. επίθ. αδόκιμος.
    α) Που δεν επιδοκιμάζεται, που δεν εγκρίνεται: χρώμα δε το μαύρον ή και ξανθόν κρείττον· το γαρ κόκκινον και κιχλάτον [το ψηφίν] αδόκιμον· χαύνον γαρ εστί το τοιούτον όρνεον Ορνεοσ. 57711· διότι εξεπέσασιν εις πάθη ατιμίας| και εις αδόκιμόν τε νουν της αρρενομανίας·| άρρενες εν τοις άρσεσιν, αισχύνην εις τους νέους Ιστ. Βλαχ. 2744· β) άπειρος, ανάξιος, ακατάλληλος: Περί τεχνίτου κτίστου αδοκίμου, οπού χτίζει στραβά και χαλάσει το έργον Βακτ. αρχιερ. 182 ις́́.
       
  • αλιστός,  
    επίθ., Κυνοσ. (Hercher) 5951.
    Το μτγν. επίθ. αλιστός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Αλατισμένος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): αξούγγιν αλιστόν το ίσον έψησον Κυνοσ. (Hercher) 5951.
       
  • αλλάσσω,  
    Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 376, Ερμον. (Legr.) Λ 195, Απολλών. (Janssen) 391, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1712, Ιμπ. (Legr.) 337, Μαχ. (Dawk.) 839, 7839, 25413, 42412, Θησ. (Βεν.) Η΄ [948], Σαχλ. (Vitti) N 264, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 47, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 17, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 116, 274, 494, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 17, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 110, 224, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 58, Αχέλ. (Pern.) 1028, 1276, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 10713, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 183, 339, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 33, Α΄ 437, Β΄ 365, Γ΄ 213, 281, 290, 613, Δ΄ 93, 145, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρου 19, Α΄ 319, 474, 642, Ιντ. α΄ 91, 146, Γ΄ 212, Δ΄ 285, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 2, 63, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 834, 1196, 1279, 1284, 1333, 1643, Β΄ 87, Γ΄ 361, 1323, 1370, 1675, Δ΄ 21, 403, 545, 841, 894, Ε΄ 225, 284, 722, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 281, Β΄ 40, Ιντ. β΄ 32, Γ΄ 31, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [168], Β΄ [1227], Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 64, Ιντ. α΄ 134, Β΄ 315, 355, 420, Γ΄ 413, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 25, Δ΄ 44, Ε΄ 76, 295, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 14417, 21824, 29813, 33724, 3555, 35926, 3633, 3983, 43710, 4474, 45124, 50818, 53223, 53510, 5394, 57226· αλλάττω, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 55226, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 45· αλλάζω, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 11119, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 210, Μαρκάδ. (Legr.) 21, Διακρούσ. (Ξηρ.) 7222· αλλάσσω ή αλλάζω, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 468, Προδρ., Σεβ. (Παπαδημ.) 23, Προδρ. (Hess.-Pern.) II GH 55, H 96g, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1335, Ασσίζ. (Σάθ.) 1321, 10613, 26, 17816, 25914, 35627-8, 3574, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 55416, Κυνοσ. (Hercher) 59719, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 206, Διγ. (Hess.) Esc. 1194, Διγ. (Καλ.) Esc. 1194, 1779, Βέλθ. (Κριαρ.) 155, 1068, 1266, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 169, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2094, 5416, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 2094, 5416, Πουλολ. (Ζώρ.) Αθ. 174, Πουλολ. (Krawcz.) 177, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 747, Διήγ. Βελ. (Cant.) 431, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 256, Λίβ. (Μαυρ.) P 1958, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1694, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2850, Λίβ. (Lamb.) N 248, 779, Λίβ. (Wagn.) N 248, 3685, 3693, Αχιλλ. (Hess.) N 1534, Rechenb. 121, 371, Μαχ. (Dawk.) 18210, 25221, 29618, 51032, 64814, Δούκ. (Grecu) 22732, Θησ. (Βεν.) Η΄ [948], Ριμ. κόρ. (Pern.) 591, 667, Νεκρ. βασιλ. (Μανούσ.) 26, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 86, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15628, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 878, Συναξ. γυν. (Krumb.) 194, 243, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 36, 38, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 306, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 47, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΧΧΙ 7, XXXV 2, Λευιτ. XXVII 10, Βίος γέρ. (Schick) V 817, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 7012, 752, 8712, 934, 10018, 1079, 10828, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 456, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 588, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 34626, 3472, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 30, 64, 65, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ι΄, 212, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Αφ. [109], Β΄ [1213], Δ΄ [102], Ε΄ [237], Λίμπον. (Legr.) 297, Διγ. (Lambr.) O 605, 1747· ’λλάσσω ή ’λλάζω, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 505, Αχιλλ. (Haag) L 1228, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3569· ελλάσσω, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5494· αλλάγω, Διγ. (Lambr.) O 1383· μτχ. αλλαγμένος, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 816· αλλαμένος, Ιμπ. (Legr.) 508, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 61157, Πανώρ. (Κριαρ.) Ε΄ 145, Ερωφ. (Ξανθ.) Β΄ 236, 258, Δ΄ 153, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 71, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 163, Θυσ. (Μέγ.)2 565, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 36, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [1039], Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 98, Γ΄ 440, Δ΄ 471.
    Το αρχ. αλλάσσω. Όλοι οι τ. (εκτός του αλλάττω) απαντούν και σήμ. (ΙΛ, λ. αλλάζω). Για τον τ. αλλάγω βλ. επίσης Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 282 και για την επιθ. μτχ. αλλα(γ)μένος βλ. Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 8. Από το αλλάσσω (στη σημασ. 5α) παράγωγα και σύνθετα: απαλλάσσω (= βγάζω την επίσημη στολή), αλλάξιμον (= το σύνολο των επίσημων ενδυμάτων που φορεί κανείς) και αλλαξιμάριον (= ο τόπος όπου βάζει ο αυτοκράτορας την επίσημη στολή του) στον Πορφυρογ., Έκθ. (Vogt) Α΄ 24.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Αλλάζω, μεταβάλλω, τροποποιώ (κάτι) (Η σημασ. και αρχ. και σημερ., ΙΛ, λ. αλλάζω Α 1): γιατί ο καιρός τα πράγματα χίλιες φορές αλλάσσει Ερωτόκρ. Δ΄ 545· δεν τους έσμιξε με τους άλλους νόμους, διατί άλλαξε και το περί γάμου κεφάλαιον Βακτ. αρχιερ. 212· Σώπασε το τραγούδι σου και άλλαξε τη φωνή σου Ζήν. Β΄ 25· εχαμήλωσαν την φωνήν και τον σκοπόν αλλάξαν Απόκοπ. 274· τόσον εκοπιάσαν και αλλάξαν το κακόν θέλημαν του πάπα και επροσδέκτην τους Μαχ. 29618· Ναι, μοιρογράφημα κακόν, άλλαξε το κακόν σου (= την κακή σου διάθεση) Καλλίμ. 1335· Βουλή ν’ αλλάξομε μόδος κιανείς δεν έναι Φορτουν. Ιντ. α΄ 134· Οι λύκοι, κι α γεράσουσι, τη γνώμη δεν αλλάσσου Πανώρ. Γ΄ 281· εάν η τύχη πάλιν| αλλάξει το κακόγνωμον, το δείχνει προς εσένα Λίβ. (Wagn.) N 3685· Άλλαξ’ αυτό το λογισμό μηδέν κακαποδώσεις Ερωτόκρ. Α΄ 1643· ο Θεός τους ελυπήθηκε κι άλλαξε την βουλήν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 29813· ως ψυχεροί και θαυμαστοί καρδίαν δεν αλλάσσουν Αχέλ. 1028· να κάμει τ’ άσπρο μελανό, την πρόσοψη ν’ αλλάξει Ερωτόκρ. Δ΄ 894· Σε λύκαινα μετά χαράς άλλαξες την μορφή σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [102]· ν’ αλλάξομεν την πίστην μας διά των Φραγκών την πίστην Χρον. Μορ. P 2094· τη στράτα κείνη την καλή βλέπω ήλλαξες την πρώτη Ερωτόκρ. Α΄ 834·   φρ. αλλάττω (ή αλλάσσω) (πάλιν) τον λόγον (μου) = (1) μεταθέτω το λόγο μου, αλλάζω κουβέντα: άπαντας ευχαρίστησε κι ευθύς τον λόγο (έκδ. λόγον) αλλάττει Κορων., Μπούας 45· (2) επαναφέρω το λόγο μου (σε κάτι): Έβγηκ’ απού τη συντυχιάν οπού ’χα αρχινισμένην (έκδ. αρχινισμένα· διορθώσ.),| ν’ αλλάξω πάλιν τον λόγον μου στην Κύπρον την καμένην Θρ. Κύπρ. M 456· β) μεταβάλλω στο χειρότερο: μα τάχα αυτός ο φαφλατάς άπρεπα μίλησέ σου| και τόση πίκρα σου ’δωκε και τη θωριά άλλαξέ σου; Στάθ. Β΄ 40. Πβ. άγνωρος 2β, αλλοιώνομαι 2, αλλοτριωμένος, αλλοχροιαίνω, ασχημίζω. 2) Αντικαθιστώ, μεταλλάσσω (κάτι ή κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλλάζω Α3): κι ώρες τις βάρδιες έλλασσα (μάλλον περιττή η διόρθωση Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 74, ήλλασσα· πβ. Τζάνε, Κρ. πόλ. 5494) Στάθ. Γ΄ 31· ν’ αλλάξεις με τον θάνατον την ζωήν μου| ζημιά μας έναι Κυπρ. ερωτ. 878· την χαλκήν αρματωσίαν| μετά της χρυσής αλλάσσει Ερμον. Λ 195· κι εισέ χαρά την έγνοια μας την περασμένην αλλάσσει Ερωφ. Ιντ. α΄ 146· ν’ αλλάξουσίνε τη χαρά οπού έχουσι σε πίκρα Πανώρ. Δ΄ 145· κύρη, το πηγαδόσχοινον εκόπη και ας το αλλάξουν Προδρ. ΙΙ Η 55· Κύων, ίνα αλλάξῃ την τρίχα Κυνοσ. 59719· απ’ όλα τ’ άστρη του ουρανού το ’ναν που λάμπει εσύ ’σαι,| ποτέ μου δε να σ’ έλλαξα, μα του Χριστού την χάριν Ερωτοπ. 505· και άλλαξεν τον καπετάνον της Αταλείας και έβαλέν τον ... Μαχ. 18210· Φεύγουν τινές, γλυτώνουσι κινδύνους που λαχαίνουν·| ωσάν αλλάζουν τ’ όνομα εύκολα πετυχαίνουν Αιτωλ., Μύθ. 10828· έβαναν κάθε χρόνον τους δύο υπάτους οπού τους άλλαζαν Βακτ. αρχιερ. 210· από τότε έπεψεν δούκαν και κατά καιρόν άλλασσέν τον Μαχ. 839· Όλα της γης αλλάσσουν τα κινούμενα| ανάπαψην και ριζικόν την σήμερον Κυπρ. ερωτ. 9728· 3) (Με αιτ. πράγματος) βγάζω από πάνω μου (κάτι· φορεσιά, εξοπλισμό, κλπ.): της πίκρασής σου τ’ άρματα όλα τα θες αλλάξει Φαλιέρ., Ιστ. V 306· Και άλλαξεν και το καββάδιόν του και έβαλεν άλλον αλαφρόν διά το κατάψυχον Διγ. Άνδρ. 3472. 4) Εγκαταλείπω (κάτι): οι χριστιανοί οι θαυμαστοί ανδρείαν δεν αλλάσσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 26729· και άλλαξον το δύσπιστον και δεύτε ας στραφώμεν Βέλθ. 155. 5) α) (Με αιτ. πράγματος) ντύνομαι (φόρεμα), βάζω (πιο επίσημο ένδυμα) (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ. 2 και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955/6, 234· και σημερ., ΙΛ λ. αλλάζω Α 3β): τα ρούχα π’ ο Ρωτόκριτος ήλλασσε πάσα μέρα Ερωτόκρ. Δ΄ 21· και προς το Μέγα Σάββατον ουκ είχες τι ν’ αλλάξεις Πουλολ. 174· β) (χωρίς αντικ.) (Για τη χρήση πβ. αλλάξιμα ου γίνονται, ... αλλάσσει το κουβούκλιον μόνον Πορφυρογ., Έκθ. (Vogt) A΄ 130) ντύνομαι: Είχε λεκάνες έμορφες πορφύρα με μπαλάσι,| με τσάμπρες χρυσοπλούμιστες να μπαίνει εκεί ν’ αλλάσσει Δεφ., Σωσ. 58· να φέρω και ποκάμισον, ωσάν γευτείς, ν’ αλλάξεις Ερωτοπ. 256· επήγαν εις τον ναόν του αγίου Ευνομένος και άλλαξεν παπάς Μαχ. 5141· και ρούχα χρυσοτσάπωτα τον έφεραν ν’ αλλάξει Αχιλλ. N 1534. 6) (Με αιτ. προσ.) ντύνω (κάποιον) (πβ. Sophocl. στη λ. 2): και τους άλλους κυρίους των νηών αλλάξας στολαίς βαρυτίμοις Δούκ. 22733· αλλάσσουν την βασίλισσαν όλα τα νυμφικά της Απολλών. 391· και όταν τον επλύνασι, φόρεμα τον αλλάγουν| χρυσό Διγ. O 1383. 7) α) (Με αιτ. προσ. προκ. για άρρωστο) αλλάζω την πληγή κάποιου (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. αλλάζω 1): είχεν πληγήν εις την κεφαλήν, ... και εκείνος ο ιατρός επολόμαν ... να έλθει να τον αλλάξει Ασσίζ. 17816· άλλαττε δε αυτόν έως τρίτης ημέρας και εσθιέτω κρέατα χοίρεια θερμά Ορνεοσ. αγρ. 55226· β) (χωρίς αντικ.) κάνω αλλαγή κατά τη θεραπεία, κάνω αλλαγή στην πληγή: ομού ταύτα μείξας, έμπλαστρον ποιήσας και εις τον αυτόν τόπον θήσεις και διά πέντε ημερών αλλάξεις Ορνεοσ. αγρ. 55416· 8) (Προκ. για νόμισμα) αλλάζω, ανταλλάσσω (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλλάζω Α2): Άνθρωπος τις έδωκεν προς τινά φλουριά β΄ να τον (= του) αλλάξει νομίσματα τρεις γενεάς Rechenb. 121· άνθρωπος τις έδωκεν προς τινά άσπρα ͵γεςβ΄ να τον αλλάξει φλουριά ανά άσπρα εγ΄ γ/η Rechenb. 371. 9) Εναλλάσσομαι (με έναν άλλον) σε κάποια απασχόληση: ο δε άρρεν (ενν. πελαργός) κομίζει βρώσιν και αλλάσσουσιν (αρσενικός και θηλυκός) αλλήλοις και την φωλεάν αυτών ουκ αθετούσιν Φυσιολ. ΙΧ11· και ούτως εσήκωσαν το λείψανόν του με τιμήν μεγάλην οι βασιλείς και οι μεγιστάνοι όλοι αλλάζοντάς τους και ήφεράν το εις την Παλαιστίνην Διήγ. Αλ. V 86. 10) Συμμερίζομαι (αισθήματα με κάποιον): Μοίραν και πόνους σήμερον αλλάσσω μετά σένα·| Πως η αγάπη εσένανε εγίνηκε δική μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [822]. 11) (Με αντικ. λ. που δηλώνει μονάδα χρόνου) περνώ (χρονικό διάστημα): επέρασαν κι εμίσευσαν, υπάγει το φουσσάτον (παραλ. 3 στ.), σαράντα ημέρας ήλλαζαν μετά σπουδής μεγάλης·| εσκότωσαν, επέμειναν όλα τα παλαφρέα Διήγ. Βελ. 431. Β´ Αμτβ. α) (προκ. για πρόσ.) γίνομαι διαφορετικός, αλλάζω ως προς την υπόστασή μου, μεταβάλλομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλλάζω Β1): Μ’ αν εφρονέψασι κι αυτοί, ν’ αλλάξουσι δαμάκι Πανώρ. Α΄ 437· Και α δεν αλλάξει με καλό πως κινδυνεύει πε του Ζήν. Δ΄ 44· Κι εις τούτο στέκεις σταθερός βέβαια και δεν αλλάσσεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1227]· β) (προκ. για πρόσ.) γίνομαι «άλλος», μεταβάλλομαι ως  προς την εμφάνιση και την έκφραση, γίνομαι έξαλλος: Εμίλιε με τα κλάηματα, ήλλαξ’, εξαναγίνη Ερωτόκρ. Γ΄ 361· ’Σ τούτα τα λόγια συντηρώ δυο τρεις φορές κι αλλάσσει Ερωφ. Α΄ 319· γ) (προκ. για όψη, εμφάνιση, γνώμη, σκέψη, απόφαση, επιθυμία, συναισθήματα, κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλλάζω Β1): μακραίνου γένεια και μαλλιά, αλλάσσ’ η στόρησή ντου Ερωτόκρ. Δ΄ 841· αλλάσσουν οι κακοί λογισμοί και κακές συνείδησες Μαχ. 25413· Και πώς αλλάσσ’ η φορεσά και πώς αλλάσσ’ η γνώμη Ερωτόκρ. Α΄ 1279· Μηδέ φοβάστε, χριστιανοί, κι αγάπη εγίνη ακόμη·| κι αλλάξανε τ’ Αγαρηνού η κάκητα κι η γνώμη Τζάνε, Κρ. πόλ. 57226· δεν ήλλαξεν ποττέ το θέλημάν του από τες εντολές του Θεού Μαχ. 64814· απόφασες γιαμιά γιαμιά χίλιες στο νου μ’ αλλάσσουν Ερωφ. Γ΄ 212· Θωρώ το σπλάχνος ήλλαξε κι εις όχθρητα γυρίζει Ερωτόκρ. Δ΄ 403· μήπως κι αλλάξουν οι καημοί των Κρητικών κι οι πίκρες Τζάνε, Κρ. πόλ. 4474· δ) (προκ. για τον κόσμο, τη φύση, τον καιρό, την τύχη) αλλάζω, παρουσιάζω, ποικιλία· μεταβάλλομαι: βρύσες να δεις και ποταμούς, χώρες, χωριά και δάση·| να σου φανεί παράξενο ο κόσμος πώς αλλάσσει Ερωτόκρ. Α΄ 1284· αμή θωρώ ότι ελλάξασι τα πράγματα του κόσμου Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 47· τη θάλασσα πολλές βολές άνεμος την ταράσσει| με βρουχισμούς και κύματα (έκδ. και βρουχισμούς με κύματα· διορθώσ.) κι εις ώρα λίγη αλλάσσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3555· κι ας πορπατεί έτσ’ ο καιρός κι ο κύκλος θέλ’ αλλάξει Ερωτόκρ. Γ΄ 1323· και καταπώς τα πράγματα αλλάσσουν και περνούσι| τα γράμματά μου να ’ρχουνται να σου το ’μολογούσι Ερωτόκρ. Γ΄ 1675. II. Μέσ. α) α1) μεταβάλλομαι: Το μεν σώμα κατηλλάγην,| η δε φύσις ουκ ηλλάγην Πτωχολ. N 747· ο βίος ούτος άστατος· αλλάσσεται καθ’ ώραν Γλυκά, Στ. 376· από την ώραν οπού είδα το πρόσωπόν σου ωσάν φωτία εισέβη εις την ψυχήν μου· ελλάχθη ο λογισμός μου Διγ. Άνδρ. 3569· α2) μεταβάλλομαι, αλλάζω (στο χειρότερο): εκ της κακοπαθείας του ηλλάγην η μορφή του Βέλθ. 1266· φρ. αλλάσσεται η χρόα μου = αλλάζει το χρώμα μου (Η χρήση και σήμ., ΙΛ, λ. αλλάζω Α1): είδεν τον εις την θάλασσαν, η χρόα της αλλάχθη Πόλ. Τρωάδ. 169· β) αλλάζω ως προς τα αισθήματά μου: να μεταπέσει, ν’ αλλαγεί και να σε συμπαθήσει Λίβ. N 248· γ) γίνομαι έξαλλος: άλλος εξ άλλου γέγονας, ηλλάγης, μετεβλήθης Προδρ., Σεβ. 23· δ) αντικαθίσταμαι (πβ. ΙΛ, λ. αλλάζω Β3): να αλλαχτεί με άλλον άνθρωπον, οπού να πολεμήσει εις τον τόπον του Ασσίζ. 10620. Ιδιάζουσα χρήση: αλλάζω (κάτι) (για τον εαυτό μου): και ο βασιλεύς ας αλλαγεί το σχήμα από τότε,| ας γένηται ως πραματευτής Λίβ. P 1958· μην ξεύροντας τι θέλει γένει| αλλάχτησαν (ενν. ο Χάρος και ο Έρωτας) εις αύτου τους όλα τα βέλη Κυπρ. ερωτ. 1564. Η μτχ. αλλα(γ)μένος = α) (συχνά με το ουσ. όψη) διαφορετικός: κι έχει κλιτό το πρόσωπο, την όψη ντ’ αλλαμένη Ερωφ. Β΄ 236· Τόσα πολλά τονε θωρώ στην όψην αλλαμένο Ερωφ. Β΄ 258· πε μου την πρίκα απού κρατεί την όψη σ’ αλλαμένη Ερωφ. Δ΄ 153· Μα, φαίνεταί μου, βλέπω τσι στην όψη αλλαμένες Πανώρ. Ε΄ 135· και με βαρύν ανάβλεμμα και μ’ όψην αλλαμένη Ερωτόκρ. Α΄ 163· βαρά ’σανε τα μάτια ντου κι η όψη ντ’ αλλαγμένη Ερωτόκρ. Γ΄ 816· Το πρόσωπό σου συντηρώ, την όψη σου αλλαμένη Θυσ.2 565· αφήνοντας το θρόνο σου στην πρόσοψη αλλαμένος Φορτουν. Ιντ. α΄ 98· τα δάκρυα στα ματάκια σου, την όψην αλλαμένη Φορτουν. Γ΄ 440· β) αλλαγμένος (στο χειρότερο) (πβ. πώς είσαι τώρ’ από σε τον ίδιο αλλαμένος; Πιστ. βοσκ. Ι 1, 71): σαν αλλαμένη και κλιτή και δαμινή η λαλιά σου Στάθ. Β΄ 36. Πβ. αλλοτριωμένος· γ) (προκ. για ιερέα) ντυμένος με τα άμφιά του (Πβ. τη χρήση του ηλλαγμένος προκ. για το Βυζ. αυτοκράτορα και αξιωματούχους, Πορφυρογ., Έκθ. (Vogt) Α΄ 66, 76, 78, κλπ., καθώς και τη σημερ. χρήση της μτχ., ΙΛ, λ. αλλάζω Α3γ): να λειτουργούν τες εκκλησιές παπάδες αλλαμένοι Θρ. Κύπρ. K 61157· δ)  (προκ. για «άρχοντες») καλοντυμένος: να ’δες αρχόντισσες εκεί πώς ήσαν αλλαμένες Ιμπ. 508. — Πβ. και εξαλλάσσω, παραλλάσσω.
       
  • αμμωνιακόν  
    το, Ιερακοσ. (Hercher) 39526, 3962, 3978, 4921, 4956, Κυνοσ. (Hercher) 59123, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 383, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7220.
    Το μτγν. αμμωνιακόν (ενν. κόμμι).
    Το χλωριούχο αμμώνιο, νισαντίρι, χρήσιμο στη φαρμακευτική, τη βαφική και την επικασσιτέρωση: αμμωνιακόν αποβρέξας μετά γυναικείου γάλακτος και λειώσας εν θυίᾳ πτερῴ εμβρέχων υπάλειφε τον οφθαλμόν Ιερακοσ. 39526· Περιστερών κόπρια ... και τεάφην ψιλήν και αμμωνιακόν σμίξε τα πάντα Σταφ., Ιατροσ. 383.
       
  • αναλύω,  
    Σπαν. (Hanna) A 26, Σπαν. (Μαυρ.) P 12, Ιερακοσ. (Hercher) 33937, 40512, 48417, 49720, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53929, 56418 ,24, Κυνοσ. (Hercher) 59617, Διγ. (Mavr.) Gr. I 333, Rechenb. 23, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15617, Πεντ. (Hess.) Δευτ. Ι 28, XX 8· αναλυώ, Βοσκοπ. (Γιάνναρη-Τωμ., Κρητικά Ι) 363· αναλώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Εξήγ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 424.
    Το αρχ. αναλύω· οι τ. αναλυώ και αναλώ και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Μτβ. 1) Λειώνω, ρευστοποιώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1α): χρυσάφι, ασήμιν ... τά έβαλαν εις το πυρ και τα εχώνευσαν ... Και ωσάν ανάλυσαν καλά τα επήραν οι τεχνίτες και τα έχυσαν εις καλούπιν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15617· αλός αμμωνιακού μετά πυέλου αναλυθέντος εξ αυτού τον οφθαλμόν επίχριε Ιερακοσ. 40512. Πβ. αναλιγώνω Α1, αναλώνω 5. 2) Διαλύω, καταστρέφω (Πβ. ΙΛ στη λ. A1ε και αναλύω (κάποιον) = διαλύω τον «κατάδεσμο» που τον δεσμεύει, Κουκ., ΒΒΠ ϛ΄ 229): πυρ και φλογίζει κι αναλεί τα τείχη Γολετταίων Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 424. B’ Αμτβ. 1) Διαλύομαι, ρευστοποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B1· η σημασ. «πεθαίνω» συχνή σε αγιολογικά κείμενα, Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 101 και Beševl., Spätlat. Inschr. 2244, 2265‑6· πβ. και ΙΛ στη λ. B2): Σαν το κερί ανάλυε όνταν άφτει Βοσκοπ. 363. —Συνών.: αναλιγώνω Β1. 2) (Μεταφ.) λειώνω, εξουθενώνω (Πβ. ΙΛ στη λ. AϚ): Ανέλυσέ μ’ η φλόγωσις των πολυστεναγμάτων| και ’γάλιν ’γάλιν χύνομαι, λύομαι, υπαγαίνω Σπαν. (Hanna) A 26. Φρ. αναλύω την καρδιά (κάποιου) (πβ. ίνα μη δειλιάνει την καρδιάν του αδελφού ΠΔ,Tisch., Δευτ. XX 8) = αποθαρρύνω κάποιον, τον κάνω να δειλιάσει: τις ο ανήρ οπού φουβάται και αχαμνός καρδιάς; ας πάει και ας στραφεί εις το σπίτι του και να μην αναλύσει την καρδιά των αδελφιών του σαν την καρδιά του Πεντ. Δευτ. XX 8.
       
  • ανεβαίνω,  
    Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 404, 455, 698, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 34, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 131, 261, ΙΙΙ 335 (χφ g) (κριτ. υπ.), 340c (χφ V) (κριτ. υπ.), 344α (χφ Η) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5803, 6562, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) Β 300, Διγ. (Καλ.) Esc. 1397, Διγ. (Καλ.) A 104, 120, 2275, Βέλθ. (Κριαρ.) 491, 1139, 1144, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 168, Πανάρ. (Λαμψ.) 772, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 109, Απολλών. (Wagn.) 543, Απολλών. (Janssen) 663, Λίβ. (Μαυρ.) P 931, 1061, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3167, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2044, 2132, 2780, 3044, Λίβ. (Lamb.) N 167, Λίβ. (Wagn.) N 1401, Αχιλλ. (Haag) L 270, Αχιλλ. (Hess.) L 250, Αχιλλ. (Hess.) N 1403, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 275, Χρον. Τόκκων (Schirò) 3004, 3119, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1013, Θησ. (Βεν.) Β΄ [435], Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 31, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 739, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 237, Βουστρ. (Σάθ.) 502, 526, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 142, 438, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 63, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15111, 15625, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 385, Έκθ. χρον. (Lambr.) 4414, 19, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 35, 37, Πικατ. (Κριαρ.) 113, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 69, 77, 145, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 234, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΙΙ 6, ΧΙΙΙ 1, ΧΙΧ 15, ΧΧΧΙ 10, XLI 5, XLIV 34, Έξ. ΙΙ 23, XXXII 30, ΧΧΧΙΙΙ 5, Αρ. ΙΧ 17, 21, Χ 11, ΧXVII 12, Δευτ. Ι 4, ΙΧ 9, XVII 8, XXV 7, ΧΧΙΧ 22, Αχέλ. (Pern.) 692, 1766, 2111, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 83, 1014, 1027, 1223, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 466, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1138, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 247, Γ΄ 480, Ε΄ 25, 410, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 351, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 341, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 3, 179· IV 5, 102· 5, 106, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 178, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1964, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31426, 36127, 37925, 3874, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 2119, Β΄ 2304, Γ΄ 398, Ευγέν. (Vitti) 1374, Στάθ. (Σάθ.) Ιντ. β΄ 116, Γ 49, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 135, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 151, Λίμπον. (Legr.) 370, 511, Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 49, 53, Ζήν. (Σάθ.) Δ΄ 136, 294, 361, Ε΄ 25, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 511, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15513, 16624, 17020, 18316, 2007, 25520, 28111, 2923, 30421, 3164, 38613, 4207, 43016, 48919, 55519, 57918, Διακρούσ. (Ξηρ.) 944, 9625· ’νεβαίνω, Ανακάλ. (Κριαρ.) 28, Μαχ. (Dawk.) 811, 3610, 4636, 15227, 18620, 20422, 2066, 3243, 32629, 33833, 4106, 41426, 44417, 54827, 55027, 55411, 58211, 58415, Βουστρ. (Σάθ.) 418, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 899, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 17614· αναβαίνω, Σπαν. (Hanna) A 592, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 192, 358, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 424, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 333, Ιατροσ. (Legr.) 1949, Ιερακοσ. (Hercher) 38132, Κυνοσ. (Hercher) 5974, Λίβ. (Lamb.) Sc. 439, Έκθ. χρον. (Lambr.) 7918, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΙΧ 23, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 137· ’ναβαίνω, Αλφ. (Mor.) IV 74· ανηβαίνω, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 340 c (χφ g) (κριτ. υπ.), Διγ. (Hess.) Esc. 1077, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5372, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2503, 3284, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 1004, Θησ. (Βεν.) Ζ΄ [1297], ΙΑ΄ [265]· ’νηβαίνω, Διγ. (Lambr.) O 58, 1896, 2725.
    Το αρχ. αναβαίνω. Για τον τ. ανηβαίνω βλ. Hatzid., Einleit. 65, Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 33, 187 και Αθ. 20, 1908, 574, καθώς και Κουκ., Αθ. 43, 1931, 69. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Ανεβαίνω (κάπου) (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): εσίμωσε του παλατιού, ανέβηκε τη σκάλα Ερωτόκρ. Α΄ 2119· και τότε αποσκαλώσαμεν και ανέβημαν το βράχος Λίβ. Esc. 2780· άρχισαν ν’ ανηβαίνουν το ανήβα του Μακρυπλαγίου Χρον. Μορ. P 5372· Ευθύς τ’ ανέβην, ώρμησα και την τροφήν ωρέχθην Απόκοπ. 35· Κατζούρμπο, ας έβγομε από δώ μάνητα πλιο μην πάρω| κι ανέβω απάνω σπίτι τση και πιάσω και τη γδάρω Κατζ. Γ΄ 480· δεν ανέβηκα εις άλογο Διγ. Άνδρ. 37915· την όρθωσιν, το δύσφορον ν’ ανάβω της οδύνης Λόγ. παρηγ. O 424· του πόνου το ανώφορον ήρξου, ψυχή, αναβαίνειν Γλυκά, Στ. 192. Πβ. ανατρέχω 2· —Συνών.: ανάγω 1β· φρ. (1) ανεβαίνω στη μπερλίνα = διακωμωδούμαι (πβ. και μπαίνω στη μπερλίνα Κατζ. Α΄ 362): θε να σε κάμω ν’ ανεβείς σήμερο στη μπερλίνα Κατζ. Ε΄ 410· (2) ανεβαίνω στον κόσμο (ενν. από τον Άδη): Έχεις ελπίδα, λέγε μου, στον κόσμον πλέον ν’ ανέβεις; Πικατ. 113· β) υψώνομαι: αν έχει ως όρος αναβήν, ως κέδρος ανυψώσαι,| χαλάσειν έχει οψέποτε, κατακλιθήν και πέσειν Γλυκά, Στ. 358· γ) ανεβαίνω (με κατεύθυνση προς το Θεό) (Πβ. Lampe, Lex., λ. αναβαίνω Β 6b): πιστεύω και το δίκιο μου εις το Θεό ν’ ανέβει Τζάνε, Κρ. πόλ. 55519· Εσείς εφταίξετε φταίσιμο μεγάλο και τώρα θα ανέβω προς τον Κύριο να τύχει να συμπαθήσω για το φταίσιμό σας Πεντ. Έξ. XXXII 30· δ) ανεβαίνω (με κατεύθυνση προς την καρδιά, το νου, κλπ.) (Η χρ. ήδη μτγν., L‑S, λ. αναβαίνω ΙΙΙ b και Lampe, Lex., λ. αναβαίνω ΙΙ Β): αναβαίνουσι καπνοί δριμύτατοι εις τον εγκέφαλον αυτών και υπό τούτου αλγούσιν Ιερακοσ. 38132· μέρεμνα γαρ ερωτική τον νουν μου ουκ ανέβη Λίβ. Esc. 2132· Τούτα ’πασιν οι επαοιδοί, λέγω οι αστρολόγοι,| κι εις του ρηγός την φρόνησιν ενήβαιναν οι λόγοι Διγ. O 58· ως όταν ετελείωνα μια λέξιν τε και άλλην| και άλλες ανηβαίνασιν εις τον εγκέφαλόν μου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1004· κι εμένα πλέο τρομάρα| μ’ ανέβαινε θωρώντας την και ήρχομου εις λιγωμάρα Φαλιέρ., Ιστ. V 234· εκείνη ανέβην εις θυμόν και λέγει Λόγ. παρηγ. L 698. Πβ. ανεβάζω 3α· ε) (υποκ. φωνή, κραυγή, κλπ.) ανεβαίνω: ένθα σημαντηρίου φωνή ουκ αναβαίνει Ιατροσ. 1949· ανέβην η κραυγή τους προς τον Θεό Πεντ. Έξ. ΙΙ 23· μέσον Ρωμαίων και Περσών άγριος θρους ανέβη Μανασσ., Χρον. 6562· ς) προέρχομαι (από χαμηλότερο χώρο): η πύρωσις ανέβαινε εκ των σωληναρίων Διγ. A 120· — Η μτχ. ανεβασμένος όπως και σήμ.: Απανωθιόν των ουρανών, δέσποιν’, ανεβασμένη Σκλέντζα, Ποιήμ. 739. —Συνών.: ανασπώ ΙΙ 3, ανατέλλω Α3. 2) (Με εμπρόθ. προσδιορ.) μπαίνω, εισχωρώ, εισβάλλω, επιτίθεμαι: Θωρώ οι Τούρκοι ’νέβησαν εις την αγίαν Πόλην| και τώρα αφανίζουσιν εμέν και τον λαόν μου Ανακάλ. 28· Τα τρις αλλάγια έδειραν και ανέβησαν ως άνδρας Αχιλλ. O 275· οι δώδεκα ανέβησαν θαρρώντες προς εκείνον Αχιλλ. N 1403· όσοι κι αν ανεβήκανε όλοι νεκροί απομείνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3164· Έκαναν λάκκους τρίγυρα αν τύχει ν’ ανεβούσι (ενν. οι εχθροί) Τζάνε, Κρ. πόλ. 15513. 3) α) Πηγαίνω, έρχομαι: Πάτερ, πετσίν ουδέν έχω να ανάβω να αγοράσω Προδρ. III 333· πάγιλος και ο ποδεστάς ενέβησαν εις την Λευκωσίαν ζητώντα τους μαντατοφόρους Μαχ. 2066· εκείνος μεν εξελθών από του κατέργου ανέβη εις τένδας, ας αυτῴ προητοίμασαν Σφρ., Χρον. μ. 1013· ω κοινή του γένους ψυχή, που ανέβης και άφησες το σώμα ωσάν νενεκρωμένον και ανενέργητον; Χίκα, Μονωδ. 178· Μέσα σ’ ετούτ’ απόκρυφοι σ’ άλλη μερά ’νεβήκαν Αχέλ. 692· Αναβάτε και κλερονομήσετε την ηγή ός έδωκα εσάς Πεντ. Δευτ. IX 23· φρ. ανέβην (και) εκατέβηκα = επήγα και ήρθα, ενδιαφέρθηκα, προσπάθησα: εξέβηκα εκ την θάλασσαν, επάτησα την άμμον, ανέβην κι εκατέβηκα να ιδώ αν εκομπώθην Λίβ. Esc. 3044· ανέβην, εκατέβηκα να παίζω το σπαθίν μου Λίβ. P 931. Πβ. ανατρέχω 1α· β) παρουσιάζομαι (Πβ. L‑S, λ. αναβαίνω ΙΙ 3): όνταν ενέβην ομπρός του αμιράλλη είπεν του Μαχ. 4106· ανέβησαν έμπροσθεν του ρηγός και της βουλής του και ανάφεράν του την μαντατοφορίαν τους Μαχ. 32629· εκείνοι μόνον οι δώδεκα ανέβησαν θαρσουμένοι,| εγλήγορα τον εχαιρετίσασιν κι επροσκυνήσασίν τον Αχιλλ. L 250· Και ανέβην μέσον τους ο κούντης ντε Ρουχάς Βουστρ. 526. 4) Επιβιβάζομαι (σε πλοίο): ενέβην εις το κάτεργον και επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν Μαχ. 811· ενέβησαν απάνω και έποικαν άρμενα Βουστρ. 418· εις την κοιλίαν του καραβιού ανέβηκεν η κόρη Απολλών. 663· εις το καράβι τ’ αφεντός Καπέλλου ανεβαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 17020. 5) Φυτρώνω (Πβ. L‑S Κων/νίδη, λ. αναβαίνω ΙΙΙ α): ιδού εφτά στάχα ανεβαίνουν εις καλάμι ένα, εύρωστα και καλά Πεντ. Γέν. XLI 5· να μη φυτρώσει και να μην ανέβη εις αυτήν παν χορτάρι Πεντ. Δευτ. ΧΧΙΧ 22· τούτο δε ποιήσεις επί δέκα ημέρας και αναβήσεται ο όνυξ Κυνοσ. 5974. Πβ. ανατέλλω Α2. 6) Ανατέλλω (Η σημασ. ήδη στο Θεοφ., Χρον. (De Boor) 47011 και σήμ.· βλ. και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 95, και ΙΛ στη λ. 1): ο αυγερινός ανέβην Πεντ. Γέν. ΧΙΧ 15. 7) Προάγομαι, τιμώμαι (Η σημασ. και σήμ.· πβ. και ΙΛ στη λ. 5): Περί απειθών κληρικών οπού δεν πείθονται να αναβούσιν εις μεγαλύτερον βαθμόν Βακτ. αρχιερ. 137 να επαινούνται πανταχού κι εις δόξες ν’ ανεβαίνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 57912· και τώρα το μειράκιον, το σιχαντό το έθνος,| ενέβηκεν, εψήλωσεν, εγίνη αυθέντης μέγας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 490. Πβ. ανεβάζω 4. 8) α) (Προκ. για θάλασσα) φουσκώνω: Και είπαν πως ανέβηκε η θάλασσα παραπάνω Διήγ. ωραιότ. 151· β) (προκ. επίσης για θάλασσα) πλημμυρίζω: Ως ήβγαλε, ερχίνησε η θάλασσα κι ενέβη| απάνω στα χωράφια και πάλε εκατέβη Διήγ. ωραιότ. 899· γ) (προκ. για φωτιά) δυναμώνω: Όσ’ η φωτιά ανεβαίνει| και το νερό γυρεύγει| πάντα να κατεβαίνει Πιστ. βοσκ. III 3, 179. 9) α) (Προκ. για χρηματ. ποσό) αυξάνομαι, συμποσούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 7): η προίκα του ανέβαινε εξήντα μυριάδας Διγ. A 2275. Πβ. αναβιβάζω 5, ανεβάζω 5· β) (προκ. για μη υλικά πράγματα) αυξάνομαι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S , λ. αναβαίνω ΙΙ 8): αναβαίνει ο έπαινος, πληθύνετ’ η τιμή σου Σπαν. A 592.
       
  • ανορεκτώ,  
    Κυνοσ. (Hercher) 59216, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) Ϡξθ΄.
    Το μτγν. ανορεκτέω (L‑S Κων/νίδη).
    Δεν έχω όρεξη: εις κύνα ανορεκτούντα Κυνοσ. 59216· περί στομάχου όταν ου χωνεύει την τροφήν και ανορεκτά Ιατροσ. κώδ. Ϡξθ΄.
       
  • αξούγγι(ον) ‑αξούγγι(ν)  
    το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 110, 14, 6154, Ιερακοσ. (Hercher) 3763, 46022, 48613, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53022, 55229, Κυνοσ. (Hercher) 59026, 59430, 59712, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 852, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 477, 493, 569, 793, 819, Gesprächb. (Vasm.) 42758, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 523, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 405 κριτ. υπ.· οξύγγιν, Φυσιολ. (Legr.) 601· ξύγγι(ν), Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12345, 13362, 14382, Φυσιολ. (Legr.) 191, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 4, Εξ. ΧΧΙΙΙ 18, ΧΧΙΧ 13, Λευιτ. Ι 8, 12, ΙΙΙ 3 δις, 4, 9, 10, 16, 17, IV 8, 19, 26, VI 5, VII 3, ΙΧ 19, Χ 15, XVI 25, XVII 6, Δευτ. ΧΧΧΙΙ. 38, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 83· ξυγγίον, Φυσιολ. (Pitra) 37226· εξούγγιν, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 348.
    Το μτγν. ουσ. αξούγγιον (πβ. το μτγν. ουσ. αξουγγία η <λατ. axungia). Ο τ. οξύγγιον, που ήδη μτγν., κατά παρετυμολογία προς το οξύς (βλ. Meyer, NS ΙΙΙ 11). Απαντά και μτγν. τ. αξύγγιον (Sophocl., λ. αξούγγιον). Ο τ. ξυγγίον πιθ. κατά αντιγραφικό παρατονισμό. Ο τ. εξούγγιν από επίδρ. λ. από εξ‑. Για τη λ., παράγωγα και σύνθετα βλ. Du Cange λ. αξιγκεύειν, αξίγκι, αξούγγιον. Απαντά και χηνάξουγγον (Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 111) και λειψαξούγγιος (Οψαρ. (Krumb.) 3617). Για την επίδοση της λ. στα ιδιώμ. βλ.Meyer, NS ΙΙΙ 10011. Ο τ. ξύγγι και σήμ. κοιν. (Δημητράκ., λ. ξύγκι).
    Ζωικό λίπος, πάχος (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αξούγγιον και σήμ., Δημητράκ., λ. ξύγκι): Αξούγγιν αίγειον άλειφε τα χείλη Σταφ., Ιατροσ. 110· το ξύγγι οπού σκεπάζει την κοιλιά Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 13. Βλ. και άλειμμα(ν) 3.
       
  • αποθλίβω,  
    Ιερακοσ. 43027, Κυνοσ. 58823.
    Η λ. στον Αριστοτέλη.
    1) Αρμέγω (Πβ. L‑S στη λ. I 1): απόθλιψον εξ αυτής (ενν. της κυνός) ολίγον γάλα Κυνοσ. 58823. 2) Συνθλίβω: Λαβών το λεγόμενον ονόσκορδον λείου εν ιγδίῳ· είτα εις οθόνιον λεπτόν απόθλιβε, και λαβών τον χυλόν προσφύσα τους μυκτήρας αυτού Ιερακοσ. 43027.
       
  • αποκρούω,  
    Σπαν. (Ζώρ.) V 487, Σπαν. O 133, Κυνοσ. 59113, Ερμον. Γ 175, X 228, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 250, Σαχλ., Αφήγ. 461, Συναδ., Χρον. 66.
    Το αρχ. αποκρούω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Απομακρύνω (Πβ. L‑S στη λ. I): η του αίματος εκχύση| εν τῃ νίκη του πολέμου| την τε φρόνησιν γαρ όλην| παντελώς γαρ αποκρούει Ερμον. X 228 (βλ. και αναγυρίζω Β1α, αναμερίζω α, αναχωρίζω Α, απαφήνω 3, αποβάλλω 4, αποβγάνω 1)· β) (μέσ.) απομακρύνω, εξουδετερώνω, θεραπεύω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 4): την δε φλεγμονήν αποκρούσεται Κυνοσ. 59113 (βλ. και αναγυρίζω Β1α). 2) α) Απορρίπτω (λόγους, επιχειρήματα κάποιου, κλπ.· πβ. Δημητράκ. στη λ. 5): και ωσάν ηκούσθη η αλήθεια, χήρα πονηρευμένη τους λόγους από της αρχής κλαίει και αναστενάζει και ουδέν τα παραδέχεται, αμή τους αποκρούει Σπαν. (Ζώρ.) V 487· β) (μέσ.) αρνούμαι (κάτι, να κάνω κάτι): τούτους έμελλεν γαρ κτείναι | προτραπείς εξ Αλεξάνδρου (παραλ. 1 στ.)· ο δ’ Αντήνωρ γαρ ακούσας απεκρούσατο τον φόνον Ερμον. Γ΄ 175. 3) Αποφεύγω, περιφρονώ (κάποιον): αλί τόν βάλ’ η φυλακή και τόν σφαλίσ’ η πόρτα (παραλ. 2 στ.)· όλοι τον ονειδίζουσιν, όλοι τον αποκρούσιν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 250 (βλ. και αθετώ 2, αναγυρίζω Β1β, αναισχυντώ Β1, αναμερίζω β, απαγορεύω Α2).
       
  • απομωραίνω·  
    μτχ. παρκ. απομεμωραμμένος, Κυνοσ. 590l2.
    Από την πρόθ. από και το μωραίνω. Η. λ. ήδη τον 4. αι. (Lampe, Lex.) και σήμ. (ΙΛ).
    (Η μτχ.) που έχει απομωραθεί· (εδώ) αποχαυνωθεί (η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Κύνα λυττώντα ούτως γνώσει: πρώτον μεν ίσταται απομεμωραμμένος και δοκιμάζει του δάκνειν τον άνθρωπον Κυνοσ. 590l2.
       
  • αποπλύνω,  
    Σταφ., Ιατροσ. 34205, Μανασσ., Χρον. 2388, Ιερακοσ. 4714, 47717, Κυνοσ. 59629, Διγ. Gr. VI 778, Gesprächb. 1062474, Ερωτοπ. 594, Απολλών. 404.
    Το αρχ. αποπλένω. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 294 και Σπυριδ., Προσφ. Κυριακ. 633. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αποπλένω).
    1) α) Πλένω για να καθαρίσω (κάπ. η κ.) (Πβ. L‑S στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ, λ. αποπλένω): η Μαξιμού την εαυτής αποπλύνασα (βλ. Ελλην. 16,1958 /59, 228) χείρα Διγ. Gr. VI 778· β) ξεπλένω: έγχρισον τον κύνα και ύστερον καθαρώς απόπλυνε Κυνοσ. 59629· γ) (μεταφ.) πλένω, ξεπλένω, αποκαθαίρω, αποβάλλω το πάθος (Πβ. τη μτγν. σημασ., Lampe, Lex. στη λ. 1): να πήγα και να γέρευσα βρύσην της ασπλαχνίας, όπου (έκδ. όπου) αποπλύνονται καρδιές και λησμονούνται αγάπες Ερωτοπ. 594. 2) Ξεπλένοντας σβήνω: ας θέσει άγιασμα … και ας αποπλύνει τα γράμματα Σταφ., Ιατροσ. 24205.
       
  • αποσπώ,  
    Μακρεμβ., Υσμ. 16814-5, 16, 28225-6, Ασσίζ. 5426, 628, 9125, 15014, 28926, 3042, 31516, 3443, 40124, 4392, 3, 44014, Κυνοσ. 5941, 5986, Διγ. Gr. V 181, Βέλθ. 681, Ερμον. Φ 341, X 260, Λίβ. P 1638, Λίβ. Sc. 790, Μαχ. 14221, Έκθ. χρον. 3510, Θρ. Κύπρ. K 226, 468, Ιστ. πολιτ. 475.
    Το αρχ. αποσπάω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Τραβώ, ξεριζώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): εν τη χειρί σου την ουράν λαβών τας τρίχας απόσπασον Κυνοσ. 5986 (βλ. και ανασπάζω 1, ανασπώ Α1α). 2) (Προκ. για δέντρα) σπάζω (Πβ. ΙΛ στη λ. 6): όντως δε μοι υπέπεσαν ως γύπες εις τα βρώμα | και ο φάρας πολλά φθαρείς απέσπασεν τον κλώνον Διγ. Gr. V 181. 3) α) Τραβώ βίαια, αποχωρίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I, χωρ. Ευριπ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): εκ τα στέρνα των μητέρων | αποσπούσασιν τα βρέφη Ερμον. X 260· σκορόδου σκελίδια δύο αποσπάσας Κυνοσ. 5941· β) απομακρύνω: πλείον γάρ νεκρών χιλίων ήσαν τους γουν αποσπάσαν | εκ το νεκρωμένον σώμα| του καλού γάρ Αχιλλέως | μέχρις αν να εύρουν τούτον Ερμον. Φ 341 (βλ. και αναγυρίζω Β1α, αναμερίζω α, αναχωρίζω Α, απαφήνω 3· αποδημώ 3, αποδιώχνω β, αποκόπτω 4α, αποκρούω 1α, απομακραίνω Αα, απομακρίζω 1α, απομακρύνω Α1α , αποξενώνω Αα)· γ) παίρνω (κ.) δικαιωματικά: Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη τας αγκάλας και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασεν και απήρεν Βέλθ. 681. 4) (Προκ. για ενέχυρο) παίρνω πίσω, ξεχρεώνω: Εάν εις άνθρωπος βάλει το άλογόν του αμάχι, … μετά ταύτα όνταν έλθει ο καιρός εκείνος, ουδέν θέλει να το αποσπάσει Ασσίζ. 3042. 5) Επιτυγχάνω (κ. δικαστικώς): ήθελεν με δίκαιον αποσπάσει όλον εκείνον το να εδήλεν το έγκλημάν του Ασσίζ. 9125 (βλ. και ανασπάζω 2, ανασπώ Α2γ). 6) Ελευθερώνω (κάπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): εάν ο πατήρ ού η μήτηρ ένι εις την φυλακήν τους Σαρακηνούς και τα παιδία έχουν καλά να τους αποσπάσου και ουδέν θέλου να τους αποσπάσουν, ουδέ να τους εβγάλουν απέ το σακέλλιον Ασσίζ. 4392,3· εάν ο υιός ού η θυγατέρα ένι εις την φυλακήν τους Σαρακηνούς διά τον πατέραν του ή διά την μητέραν του και ουδέν ηθέλησε να τον αποσπάσει απέ την κάκωσιν Ασσίζ. 44014 (βλ. αδειάζω 2, απελευθερώνω, αποβγαίνω αφήνω). Β´ (Αμτβ.) αποχωρίζομαι (πβ. όμως και Λίβ. P 1638): Ήτον το δακτυλίδιν της, φίλε μου, της Ροδάμνης, ένα χέρι (έκδ. χέριν· διορθώσ.) από σίδηρον και άλλον από μαγνήτην, | σφικτά ν’ αδράχνουν, να κρατούν, ποτέ να μη (έκδ. μην διορθώσ.) αποσπάσουν Λίβ. Sc. 790 (βλ. και απολύω Β1, αποξενώνω 1γ). IΙ. Μέσ. 1) Ελευθερώνομαι, γλυτώνω: πάσιν στους παροίκους τους, ζητούν ελεημοσύνην ν’ αποσπαστούν ’πό την σκλαβιάν με την ταπεινοσύνην Θρ. Κύπρ. K 468 (βλ. και ανασπώ II 2, ανασώζω Β, αποβγαίνω 2α, απολυτρώνω). 2) (Προκ. για το έδαφος) υποχωρώ: Απεσπάσθη ουν το χώμα και έπεσον οι εισελθόντες άπαντες εντός των χαντάκων Έκθ. χρον. 3510. 3) Φρ. αποσπώμαι των ύπνων = ξυπνώ: Επεί δε νυξ ουδαμού (ήλιος γαρ υπέρ γην) και ημείς των ύπνων απεσπώμεθα και στρωμνής ανίστημεν έκαστος … Μακρεμβ., Υσμ. 282 (βλ. και αγροικώ II 1β).
       
  • αποστύφω,  
    Κυνοσ. 59112.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (ΙΛ, λ. αποστύβω).
    Κάνω να στερέψει (κ.): αποστύψει μεν το δάκρυον, την δε φλεγμονήν αποκρούσεται Κυνοσ. 59112.
       
  • αποφεύγω,  
    Φυσιολ. M 1525, Σπαν. A 157, 301, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Λόγ. παρηγ. L 101, 310, Καλλίμ. 2590, Ασσίζ. 8627, 2787, Ελλην. νόμ. 51625-6, Κυνοσ. 5987, Διγ. (Hess.) Esc. 1599, Διγ. A 85, 183, Διγ. Z 1411, Βέλθ. 14, 211, Ερμον. Ρ 189, Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 74, Ϛ΄ 211, 81, Διήγ. παιδ. 451, Διήγ. Βελ. 149, Φλώρ. 1555, Ιστ. Ηπείρ. ΧΧΙ10, Απολλών. (Wagn.) 610, Λίβ. Sc. 1129, Φυσιολ. (Legr.) 566, 677, Φυσιολ. 34918, Θησ. Ϛ΄ [66], Μάρκ., Βουλκ. 34713, Αλφ. (Μπουμπ.) III 37, Πένθ. θαν.2 28, 221, Δεφ., Λόγ. 124, Ιστ. πολιτ. 4619, Διγ. Άνδρ. 3161, 37227, 39935, Αλφ. (Mor.) II37 κ.π.α. απεφεύγω (’πεφευγω?), Δεφ., Λόγ. 129.
    Το αρχ. αποφεύγω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση και σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) Κρατιέμαι μακριά (από κ. η κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ. ΙΛ στη λ. 1): εκ το παιγνίδι απέφευγε,να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· αποδιώκω την παράνομον σμίξιν μήπως και δυνηθώ να αποφύγω την αμαρτίαν Διγ. Άνδρ. 37227· απόφευγε τας ταραχάς, φεύγε και τους κινδύνους Σπαν. A 301 (βλ. και αποστρέφω Γ2). 2) Αρνούμαι να εκτελέσω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): ουκ αποφεύγω το όμοσα, θέλω να το πληρώσω Φλώρ. 1555 (βλ. και αποκρούω 2β). 3) Διαφεύγω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δαίμων γαρ ούσα της φλογός συντόμως αποφύγει Καλλίμ. 2590· τίποτες δεν αποφεύγει εις την κρίσιν του Θεού Αλφ. (Mor.) ΙΙ37· της τύχης το κακόγνωμον ον θέλεις αποφύγειν Λόγ. παρηγ. L 101. 4) Απομακρύνομαι: εχάσε την ανδρείαν της | και πομπεμένη απόφευγεν από τον Μιλιμίτζην Διγ. (Hess.) Esc. 1599· απέφυγεν αυτής της γονικής του χώρας Βέλθ. 14· διάβολος ο όφις να αποφεύγει εξ ημών διά την αρετήν μας Φυσιολ. (Legr.) 677· οικειοθελώς εξωρίζοντο και απέφευγον Ιστ. Ηπείρ. XXI10· απ’ οσ’ ορίζει δεν μπορεί τινάς μας ν’ αποφύγει Πένθ. θαν.2 28 (βλ. και αποφοιτώ). 5) Δεν πετυχαίνω το στόχο, ξαστοχώ: ουδένα δε απέφυγεν το φλογερόν δοξάρι Διγ. A 183 (βλ. και αποτυγχάνω 1, αποτυχαίνω 1). 6) Καταφεύγω: εάν έστιν κριθείς (ενν. ο στάχυς), αποφεύγει εις τον σίτον Φυσιολ. M 1525 (βλ. και αποστρέφω Γ4α). 7) Φθείρομαι: τα ούλη αυτών και τα χείλη αποφεύγουσι και φαίνονται αι ρίζες των οδόντων Μάρκ., Βουλκ. 34713. Φρ. αποφεύγω προς τους πολεμίους = αυτομολώ: Τους εκ των Ρωμαίων προς τους πολεμίους αποφεύγοντας ως πολεμίους έξεστιν εκάστω ακινδύνως φονεύειν Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 81.
       
  • αράχνη  
    η, Μανασσ., Χρον. 1303, 4739, Κυνοσ. 59315, Ορνεοσ. αγρ. 55110, 56625, Διγ. A 4686, 4739, Φλώρ. 198, 1538, 1721, Ιμπ. 21, Απόκοπ. Επίλ. II 491, Φαλιέρ., Ιστ. V 190, Ιστ. Βλαχ. 2339, Διγ. Άνδρ. 41135, Ερωτόκρ. Α΄ 1238, Β΄ 576, Β΄ 502, 857, Ζήν. Γ΄ 279΄ ’ράχνη, Παρασπ., Βάρν. C 78, Αργυρ., Βάρν. K 81.
    Το αρχ. ουσ. αράχνη. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ).
    1) Το έντομο αράχνη (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): πάντα λύονται ως το πανί αράχνης Διγ. A 4686. 2) Ο ιστός της αράχνης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): αράχνην ήστεσε ψιλή κι επιάστηκα σε κείνη Ερωτόκρ. Α΄ 1238΄ οι αράχνες τα στολίδια μου κι η μαύρη γης παλάτι Ερωτόκρ. Ε΄ 857.
       
  • άρκευθος  
    ο, Κυνοσ. 5997.
    Η λ. στον Ιπποκράτη, και σήμ. στην Κρήτη (ΙΛ).
    Δέντρο κωνοφόρο (Πβ. L‑S· η χρ. και σήμ., ΙΛ. Βλ. και Γενναδ., Λεξ. στη λ.): αρκεύθου σφαίρας δυο Κυνοσ. 5997.
       
  • αρκώ,  
    Βίος Ευθυμ. πατριάρχ. 157, Σπαν. A 34, 434, Σπαν. B 518, Σπαν. V 28, Κομν., Διδασκ. Δ 264, 401, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 36, 368, Μιχ. ιερομ. 18, Λόγ. παρηγ. L 693, Προδρ. I 65, 117, II Η 26η, Προδρ., Κατομυομ. 333, Μανασσ., Αρίστ. I γ΄ 44, Καλλίμ. 1386, 1654, 1836, Ιερακοσ. 3992, 48414, 4907, 4977, Κυνοσ. 59424, Ορνεοσ. αγρ. 5462, Διγ. Gr. ΙΙ 6, IV 491 (έκδ. ηρκέσθη· Τσοπ., Ελλην. 17,1962, 85, προτ. ηρέσθη ή ηράσθη· βλ. και Eideneier Ν., Ελλην. 23, 1970, 309), Διγ. Z 538, 2102, Χρον. Μορ. H 2582, 4116, Χρον. Μορ. P 4159, Εξήγ. πέτρ. 276, Διήγ. παιδ. 263, 357, 815, 981, Διήγ. Βελ. (Cant.) 68, Βίος οσ. Αθαν. 244, Λίβ. P 206, 1554, 1691, 2091, Λίβ. Esc. 450 (κριτ. υπ.), Λίβ. N 1566, 2100, 2706, Φυσιολ. B 1119, Βησσ., Επιστ. 3511, Δούκ. 18128, 1971, 3473, Ριμ. Βελ. 114, 672, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 659, Αιτωλ., Μύθ. 5715, 1072, Ιστ. πολιτ. 699, Διακρούσ. 1002.
    Το αρχ. αρκέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Είμαι αρκετός, είμαι επαρκής, επαρκώ (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρκέω III 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): τα γονικά σου πράγματα και η οικοσκευή σου | αρκούν τας θυγατέρας σου να τας εξωπροικίσεις Προδρ. I 65· σώνει ο κόπος ο πολύς, αρκεί η παίδευσή σου Διακρούσ. 1002· βλ. και αποσώνω A3· β) (απρόσ.) είναι αρκετό, φτάνει (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρκέω III 5 και σήμ., ΙΛ, στη λ. 1): αρκεί· το λοιπόν βαίνε μη περαιτέρω· ήδη βλέπω γαρ άγγελον ταχυδρόμον Προδρ., Κατομυομ. 333· πάλε ουδέν σε άρκησε να έλθεις εις εμένα (παραλ. 1 στ.), αλλά ήλθες στον αφέντη μου … να επάρεις το βασίλειόν του Χρον. Μορ. H 4116. Βλ. και ακανητός Β απρόσ., αυταρκώ, σώνω. 2) (Μέσ.) μένω ικανοποιημένος, αρκούμαι (σε κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρκέω IV και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): το πλήθος ουκ ηρκήθηκεν εις την βουλήν εκείνη Ριμ. Βελ. 672· Ο μύθος λέγει: οι πτωχοί πρέπει τους να αρκούνται, | ότι οι άρχοντες πολλά τα κίνδυνα φοβούνται Αιτωλ., Μύθ. 5715· Επαίνει πάντα το καλόν, πλην μη αρκεσθείς εν τούτῳ Σπαν. (Λάμπρ.) Va 368· πυκνότερον διήρχοντο (ενν. συγγενείς βασιλέων) του οίκου μου πλησίον, | αλλ’ ουδενί το σύνολον ηρκέσθη ο πατήρ μου Διγ. Gr. IV 491.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης