Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]

  Βιβλ.αναφορά : Κουρσάρ.

  • αρριβάρω,  
    Κουρσάρ. 714.
    Το ιταλ. arrivare. Η λ. και σήμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
    Φτάνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): ο άνωθ(εν) σιόρ Αντωνάκης να μπορεί ν’ αρριβάρει εις την Τζάκυνθο Κουρσάρ. 714.
       
  • βιάζο  
    το, Κουρσάρ. 410.
    Το ιταλ. viaggio. Η λ. και σήμ. στη Λευκάδα (Βλ. Λάζαρης, Λευκαδ. 34).
    Ταξίδι: ήτον μαζί στο άνωθεν βιάζο Κουρσάρ. 410. — Βλ. και ταξίδι.
       
  • γενεράλης  
    ο, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2035, 45213, 4695, 47319, 50311, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 491· γενεράλες, Κατά ζουράρη 131, Διήγ. πανωφ. 59, Διήγ. ωραιότ. 846, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 25, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15019, 17015, 1957, 19821, 20215, 20515, 23817, 24415, 25025, 2629, 2757, 28315, 28725, 3522, 36822, 39423, 42518, 43425, 46423, 48915, 5203, 52513, 5317, 53320, 53524, 53721, 54319, 56023· γενεράλιος, Έγγρ. του 1498 (Μανούσ., ΕΜΑ 6, 1956, 184)· γκενεράλες, Κουρσάρ. 2011, 2320· γκενεράλης, Άλ. Κύπρ. 922, 945, 1773, Σουμμ., Ρεμπελ. 183· ζενεράλης, Σταυριν. 880, 927, 1043· ζινεράλης, Σταυριν. 774· κενεράλες, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 190· ντζενεράλες, Διακρούσ. 9112· ντζενεράλ(ς), Χρον. Μορ. H 7992, 8102· τζενεράλες, Κορων., Μπούας 138, Χρον. σουλτ. 8927, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43422· τζενεράλης, Σφρ., Χρον. μ. 12827, 13210, Σταυριν. 839, 860, Διακρούσ. 743· πληθ. γενεραλαίοι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51011, 51817· αιτιατ. πληθ. γκενεράλους, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13614.
    Το ιταλ. generale (Βλ. Zingarelli). Ο τ. γενεράλιος στο Du Cange (λ. γενεράλλιος) και ο τ. γκενεράλης στον Κατσαΐτ., Κλ. Α΄ 354. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γκενεράλης). Η λ. και σήμ. ως επών. (Βλ. Ξανθ., Λαογρ. 7, 1923, 384).
    Αρχηγός στρατού ή στόλου (Η σημασ. στο Βλάχ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκενεράλης): ο γενεράλης έτρεξε εκεί προς το λιβάδι,| στην Πορταγόραν ομπροστάς, που ’τον πλατύ πηγάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 2035· Αμμή στη χώρα μπαίνοντας στου γενεράλ’ εσώσα| κι εφέρασίνε στ’ αφεντός ομπρός κεφάλια τόσα Τζάνε, Κρ. πόλ. 5317.
       
  • διακελεύω, 
    Προδρ. IV 141 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Φυσιολ. (Legr.) 749, Κουρσάρ. 227.
    Το ενεργ. του αρχ. διακελεύομαι. Η λ. στη Σούδα (L‑S, λ. διακελεύομαι ). Βλ. όμως και Bauer, Wört.
    1) Ορίζω, προστάζω (Πβ. L‑S, λ. διακελεύομαι 1): καθώς οι θείοι νόμοι διακελεύουσι και λέσι Κουρσάρ. 227· εξ ου ο μέγας Μωυσής τούτο διακελεύει Φυσιολ. (Legr.) 749. 2) Συμβουλεύω (Πβ. L‑S, λ. διακελεύομαι 3): Συ δε προς τούτο, βασιλεύ, τι με διακελεύεις; Προδρ. IV 141 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.).
       
  • εζάμινα 
    η· ’ζάμινα, Κατζ. Β́́ 221, Δ́́ 193, Κουρσάρ. 416.
    Από το παλαιότ. ιταλ. esamina).
    α) (Προκ. για μαθητή) εξέταση: με τα κοπέλια που κρατώ, κι όντε τα ζαμινάρω θα τούσε δίδω πάντα μου τη ’ζάμινα αποπίσω| … για να τα ξεσκολίσω Κατζ. Β́́ 221· β) ανάκριση (Για τη σημασ. βλ. Κατσουρ. [Κουρσάρ. σ. 16]): Κουρσάρ. 416.
       
  • εξόφλησις ‑η  
    η, Χρον. Μορ. P 2417· εξέφληση, Κουρσάρ. 54· ʼξόφλησις ‑η, Σουμμ., Ρεμπελ. 190.
    Από τον αόρ. του εξοφλώ και την κατάλ. ‑σις. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Προκ. για διαφορά) διευθέτηση, ρύθμιση: συγκαθήμενος ο πονηρότατος … κύριος Αθανάσιος εις την ακρόασιν της εξέφλησης της διαφοράς γενομένης ανάμεσα Νικολού σκλάβου, … και από το άλλο μέρος ο Μαρίνος Φάσκος Κουρσάρ. 24. 2) (Προκ. για φυλακισμένο) απόλυση: ελογιάσαν … να συμμαζωχτούν … διά να γυρεύσουν την ʼξόφλησιν των φυλακωμένων Σουμμ., Ρεμπελ. 187. 3) Απόφαση(;): Ομοίως γαρ εζήτησεν όλων των κεφαλάδων| και των αρχιερέων τε και χρήσιμων ανθρώπων| εις την βουλήν κι εξόφλησιν εκείνην τήν εποίκαν,| χαρτί να τον ποιήσουσιν Χρον. Μορ. P 2417. 4) Εξόφληση: ζητά τέρμενα, τέλος και εξέφλησες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3010.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης