Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- απόθε(ν),
- επίρρ., Ασσίζ. 827, 97, 4022, 4419, 21, 5017, 55 2, 18, 6227, 661, 9225, 9624, 13412, 2139, 25410, 26114, 28918, 29216, 2994, 304 21, 26,29, 3127, 34220 (έκδ. άθεν διορθώσ.), 34623, 3748, 37924, 38515, 43219, 4441, Διγ. (Hess.) Esc. 1947, Βέλθ. 1258, Πτωχολ. P 275, Μαχ. 1404, 2221, 42818, 49819, Θησ. (Foll.) I 67, Βουστρ. 425, Άνθ. χαρ. Ρ φ. 45v, Φορτουν. Γ́ 238· αππόθε(ν), Μαχ. 266, 9228, 4306, 49032· αππόθθεν, Κυπρ. ερωτ. 2610.
Από την πρόθ. από και το επίρρ. όθεν. για τη λ. βλ. ΙΛ (όπου σχετική βιβλιογρ.).
1) (Τοπ.) α) (Προκ. για κίνηση με ευθεία η πλάγια ερώτηση) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α) από πού: Αν θενά μπουν (ενν. οι άντρες) απού την τρύπαν, τ’ άλογα απόθε να τα μπάσωμεν; Μαχ. 49819· ερωτούν τον ... απόθεν το επήρεν Ασσίζ. 4441· και στάσου να γροικήσωμε απόθε κατεβαίνει Φορτουν. Γ́ 238· έκφρ. απόθεν κι αποκείθεν = από το ένα και από το άλλο μέρος Θησ. I 67 (πβ. ΙΛ στη λ. 2 )· β) (προκ. για στάση) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β) όπου: τους τόπους να γυρεύσωμεν απόθεν να ευρούμεν| υιόν αυτού τον δεύτερον Βέλθ. 1258. 2) (Τροπ.) (σε ευθεία η σε πλάγια ερώτηση) από πού, πώς: αππόθθεν τίτοιες ορεξες σου μπαίννουν; Κυπρ. ερωτ. 2610· ουδέν έχω απόθε να σε πλερώσω Ασσίζ. 5518· ανίσως ότι ουδέν έχει απόθεν εντέχεται να τον βάλουν εις την φυλακήν έως όπου να πλερώσει Ασσίζ. 9225· να ’δούμεν αππόθε να ’χωμεν το πλέρωμάν μας Μαχ. 49032. 3) (Αναφορ.) από όπου: πάσαείς επίασεν αππόθεν του ’φάνη Μαχ. 9228. 4) (Χρον.) αφότου, από τότε πού: και συ είσαι η ελπίδα μου απόθεν εγεννήθηκα Κείμ. αγ. Δημ. 383.
απομπαίνω,- Συνθήκ. Καλλ. 313, Κείμ. αγ. Δημ. 396.
Από την πρόθ. από και το μπαίνω. Η λ. και σήμ. (Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 131).
Επεμβαίνω (Η σημασ. και σήμ., Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 131 ): αυτοί … μετά μεγάλης ελπίδος που είχασιν εις τον άγιον … απομπαίνουν των βαρβάρων και καταματώνουν αυτούς με νίκην Κείμ. αγ. Δημ. 396· Ειδεμή ίνα αν και τα μέρη σου και εις ό ποιήσετε μετά του αρχιεπισκόπου …είτι θελήσετε μη απομπαίνοντας η αυθεντία η λαϊκοί εις ετούτον Συνθήκ. Καλλ. 313 (βλ. και ανακατώνω Γ1).
αποπρώτης,- επίρρ., Κείμ. αγ. Δημ. 380.
Από τη συνεκφ. από πρώτης (ενν. αρχής).
Ευθύς από την αρχή: να έχει … την μεγαλόγνωμον φύσιν αποπρώτης Κείμ. αγ. Δημ. 380. — Βλ. και αποπρώτον.
αποστολάτορας- ο, Απόκοπ. 477, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Ερωφ. Δ΄ 224, Παλαμήδ., Βοηβ. 672, Σταυριν. 897, Ερωτόκρ. Β΄ 2370, Δ΄ 209, Φορτουν. Ιντ. α΄ 175, Κείμ. αγ. Δημ. 395· αποστειλάτορας, Διήγ. Αλ. G 27633.
Από το ουσ. αποστολή και την κατάλ. ‑άτορας. Ο τ. αποστειλάτορας και στη Φυλλ. Αλ. 144. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Απεσταλμένος, αγγελιοφόρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): άξο αποστολάτορα πέμπει να της μηνύσει Ερωτόκρ. Β΄ 2370 (βλ. και αποσωστής).
αποτολμία- η, Κείμ. αγ. Δημ. 386· αποτολμιά, Βέλθ. 928· αποτορμία, Μαχ. 3605, 3709, 46026· αποτορμιά, Κυπρ. ερωτ. 9130.
Από το αποτολμώ. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. αποτολμιά).
α) Τόλμη: Βέλθ. 928· β) τολμηρή ενέργεια, τολμηρή πράξη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποτολμιά): να μην τορμήσετε να ποίσετε τούτην την αποτορμίαν Μαχ. 3709· αχ το λαμπρόν που κόβγεται καρδιά μου | γεννάται τούτη η τόσ’ αποτορμιά μου Κυπρ. ερωτ. 9130 (βλ. και αλαζονεία, αποκοτιά, απόκοτος ουδ.).
απότολμος,- επίθ., Παράφρ. Μανασσ. Β 295, Χρον. Μορ. P 16, Κείμ. αγ. Δημ. 385δις, Χίκα, Μονωδ. 99· απότορμος, Ασσίζ. 1529, 20928, 21510, 22917, 2689, 40323, 46124, 46712, 3796, Μαχ. 1431, 2231, 504, 9635, 11623, 14823, 16434, 2222, 26214-5, 32225, 30, 37413, 42430, 4927, 5165, 57232, 6009, 6306.
Από το αρχ. αποτολμάω. Η λ. ήδη στον 4. αι. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ).
1) Τολμηρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Η ρήγαινα είπεν: Τις ένι απότορμος από τους δουλευτάδες μου να πάρει χαρτίν εις τον πνευματικόν μου εις την Λευκωσίαν; Μαχ. 4927 (βλ. και απόκοτος). 2) Παράτολμος, ριψοκίνδυνος: εδιαλαλήσαν εις την Λευκωσίαν … ότι κανένας μηδέν είναι απότορμος την Κυριακή να πουλήσει ουδέ ν’ αγοράσει, ουδέ καμίαν πράξην να ποίσει Μαχ. 6308· κανείς άνθρωπος ένι επεσαύτα απότορμος, ότι φεύγει τα κρισίματα της αυλής Ασσίζ. 20928 (βλ. και αλογίας). 3) Ικανός (για κ.), που έχει τη δυνατότητα (Η σημασ. και σε Κυπρ. άσμ. 371): θέλεις είσταιν απότορμος να τους τάσσεις και να τους ορίζεις να πηγαίνουν εις τες χρήσε(ς) σου χωρίς να έχεις έννοιαν είντα να τους πληρώσεις Μαχ. 2231 (βλ. και απαστάντε, αυταρκετός). Το ουδ. ως ουσ. = τόλμη: ουδέν έναι από ανδρείας το απότολμον του νέου Κείμ. αγ. Δημ. 385 (βλ. και αποκοτιά).
αρπακτικώς,- επίρρ., Ιερακοσ. 39122 (άν δεν πρόκειται για το επίθ. αρπακτικόν) Κείμ. αγ. Δημ. 392.
Η λ. σε σχόλ. (L‑S). Πβ. ΙΛ (λ. αρπαχτικά).
α) Αρπαχτά, βιαστικά: επαίρνουν αρπακτικώς τίποτε χώμαν από το έδαφος εκείνον του ναού και μισσεύγουν Κείμ. αγ. Δημ. 392· βλ. και σπουδαχτικά· β) (προκ. για άντληση νερού) γρήγορα, αμίλητα: ύδωρ δραμών αρπακτικώς άντλησαν Ιερακοσ. 39122.
βάραθρο(ν)- το, Μανασσ., Χρον. 5053, Χρησμ. I 49, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 329, Κείμ. αγ. Δημ. 397, Ροδολ. (Μανούσ.) Χορ. γ΄ [14].
Το αρχ. ουσ. βάραθρον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βάραθρο).
Βαθύ χάσμα γης (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ, λ. βάραθρο): εις όρη δε και βάραθρα μετά τινων οικείων| φοβώμενος πορεύεται Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 329· (μεταφ.) (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. Ι2): καταξιώνεις και τον εαυτόν σου εις το βάραθρον της απωλείας Κείμ. αγ. Δημ. 397.
βάρβαρος,- επίθ., Μανασσ., Χρον. 6697, Διγ. (Trapp) Esc. 1679, Ερμον. Ω 63, Βίος Αλ. 4581, Θεολ., Τζίρ. 3574, Δούκ. 21714, Σοφιαν., Παιδαγ. 100, Ιστ. πατρ. 1381, Ιστ. Βλαχ. 2116, Κείμ. αγ. Δημ. 384, Βελλερ., Επιστ. 77, Βακτ. αρχιερ. 136, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 85.
Το αρχ. επίθ. βάρβαρος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τη λ. βλ. και Follieri E., ΕΕΒΣ 39-40, 1972/73, 365/372.
Α´ (Επίθ.) α) Αγροίκος, απολίτιστος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): τριβάρβαροι και την ψυχήν, βάρβαροι και την γνώμην Μανασσ., Χρον. 6697· βλ. και βαρβαρότροπος, τριβάρβαρος· β) βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): Προς άνθρωπον αυτός εγώ βάρβαρον και κτηνώδη Βίος Αλ. 4581. Β´ (Ως ουσ.) άνθρωπος άξεστος, απολίτιστος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): πίνουσιν οι βάρβαροι το κρασοπινακάτο Ιστ. Βλαχ. 2116. Βλ. και βαρβαρότροπος· (εδώ προκ. για Τούρκο) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): ο ερχομός του αθέου τούτου βαρβάρου Βελλερ., Επιστ. 77.
διορθώνω,- Ασσίζ. 22722, Χρον. Μορ. H 971, 1018, 1056, 1990, 2114, 2438, 2445, 2745, 3724, 4344, 5163, 6651, 6956, 7199, 7756, 7773, 8288, 8750, 8787, 8791, 9223, Χρον. Μορ. P 227, 907, 2557, 2800, 7020, Φλώρ. 922, 1273, Λίβ. Esc. 3252, Χρον. Τόκκων 95, 1173, 1354, 2021, 2128, 2305, 2389, 2593, 2642, 2860, 2939, 3293, 3766, 3826, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 921, Βησσ., Επιστ. 15, Χειλά, Χρον. 356, Μαχ. 5345, Αλεξ. Επίλ. 5, Έγγρ. του 1519 (Βαγιακ., ΕΜΑ 3, 1950, 158), Σοφιαν., Παιδαγ. 92, 97, Αχέλ. 264, 272, 1657, 2417, Θρ. Κύπρ. M 454, Χρον. σουλτ. 4422, Αλφ. (Μπουμπ.) II 22, Άρχ. Μεγ. P III 18, Δωρ. Μον. XXV, Κείμ. αγ. Δημ. 384, Ερωφ. Ά́ 519, Βίος Δημ. Μοσχ. 310, 319, 436, Ιστ. Βλαχ. 962, 2284, 2304, Σουμμ., Ρεμπελ. 160 δις, 162, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1107], Λίμπον. 343, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5341, κ.π.α.· διορτώνω, Ασσίζ. 38026· μτχ. διορθώνοντα, Χρον. Μορ. H 2149.
Το αρχ. διορθόω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. διορθώ).
Α´ Ενεργ. 1) Επαναφέρω κάπ. στο σωστό δρόμο (Πβ. L‑S, λ. διορθόω II και Δημητράκ., λ. διορθώ 5): έδραμε στον πνευματικόν διά να τον διορθώσει Λίμπον. 343. 2) α) Τακτοποιώ (Πβ. L‑S, λ. διορθόω II, Preisigke-Kiessling, λ. διορθόω 3. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διορθώ 2): Αλέξανδρος, ως έμαθεν ότι περιμαζώνει| ο Λούπουλος στρατεύματα, καλά τα διορθώνει,| να έλθει καταπάνω του Ιστ. Βλαχ. 962· διορθώνοντα τον τόπον του και τες υπόθεσές του Χρον. Μορ. H 2149· β1) ρυθμίζω, κανονίζω: ο μισίρ Ντζεφρές εδιόρθωσεν το πράγμα Χρον. Μορ. H 8288· αν δεν αγροικηθεί καλώς η υπόθεσις αυτής ενταύθα και διορθωθεί Χειλά, Χρον. 356· β2) «κανονικά» κάνω κ., (προκ. για ομιλία) «κανονικά» διηγούμαι (Πβ. L‑S, λ. διορθόω I): Είπασιν δε κι εδιόρθωσαν διά το ήσαν εις την μάχην| το μεν διά να φυλάττουσιν εκείνα οπού εκερδίσαν| και το άλλο να κερδαίζουσιν εκείνα γαρ τά ουκ έχουν Χρον. Μορ. H 1990· β3) (προκ. για διαθήκη, κληρονομιά): τα πάντα του όλα εδιόρθωσεν, έγραψεν και εβούλωσέ τα Χρον. Μορ. H 2445· γ) ετοιμάζω: εδεκεί πόλεμον διορθώναν Αχέλ. 1657. 3) Συγκροτώ, οργανώνω: Ωσαύτως γαρ εδιόρθωσεν φουσάτα εκ την στερέαν Χρον. Μορ. H 8791. 4) (Προκ. για γραπτό κείμενο) αναθεωρώ, διορθώνω τα λάθη (Βλ. L‑S, λ. διορθόω II. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διορθώ 4): Ετούτο το βιβλόπουλον στη Βενετιά τυπώθη.| Εκείνος που το τύπωσε μεγάλα γαρ επόθει (παραλ. 2 στ.) να εύρει κι αθιβόλαιον να ’ναι διορθωμένο| εισε σκοπόν και έννοια και ορθογεγραμμένο Αλεξ. Επίλ. 5. 5) Επανορθώνω (Βλ. L‑S, λ. διορθόω II): γυναικός της άπιστης, το παλαιόν της σφάλμα| πιστού βοσκού ευσέβεια να διορθώσει αντάμα Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1107]. 6) Παρατάσσω: διακόσιους γαρ εδιόρθωσεν όπου ήσαν τα ’λαφρά τους Χρον. Μορ. H 1056· έξω στον κάμπον τον λαόν καλώς να διορθώσει Αχέλ. 2417· 7) Ορίζω, διατάζω: Κάτεργα εξήντα ερόγεψεν …| κι εδιόρθωσε να πλέψουσιν, να ελθούσιν της θαλάσσης Χρον. Μορ. H 8787. 8) Διορίζω: τον μέγαν τον κοντόσταυλον …| εδιόρθωσεν και άφηκεν μπάιλον στο πριγκιπάτο Χρον. Μορ. H 7773· ας διορθώσεις άρχοντας, ανθρώπους γαρ φρονίμους Χρον. Μορ. H 5163· κυρ Ηλίας ο Κοντόσταυλος εποίησε και εδιόρθωσε αληθόν και νόμιμόν του κομμέσο και επίτροπον κυρ Μιχαήλ Έγγρ. του 1519 (Βαγιακ., ΕΜΑ 3, 1950, 158). 9) α) Εγκαθιστώ κάπ.: επήρεν τους και απήλθασιν εις των Σκορτών τα μέρη·| εκείσε τους εδιόρθωσεν να κατοικούν και στήκουν Χρον. Μορ. H 7199· β) στήνω, τοποθετώ κ.: σκάλες εδιόρθωσαν την νύκταν να την κλέψουν Χρον. Τόκκων 95. 10) α) Επισκευάζω (Βλ. Δημητράκ., λ. διορθώ 2 και 10): Οι Τούρκοι εδυνάμωσαν το κάστρον, έκτισάν το,| τον τόπον εδιόρθωσαν, χωρία και κατούνες Χρον. Τόκκων 3293· β) κτίζω: Ο Μαξιμιανός … ορίζει να γενεί ένα θέατρον της μονομαχίας … ΄Ισως δε, εδιορθώθην το θέατρον Κείμ. αγ. Δημ. 384. 11) α) Εκτελώ: Ως φρόνιμους και τακτικούς κρυφά να το (ενν. το πράγμα = το γεγονός) διορθώσουν Φλώρ. 922· β) ενεργώ: το πώς να διορθώσουσι περί της βασιλείας Χρον. Μορ. P 907. 12) α) Αποφασίζω: Εισαύτο εδιόρθωσαν η σύναξις να γένει Χρον. Τόκκων 1354· αυθίς γαρ εδιόρθωσεν και εθανάτωσάν τον Χρον. Τόκκων 2860· β) συμφωνώ: να διορθώσουν μετ’ αυτού, την Άρταν να του δώκουν Χρον. Τόκκων 2939· γ) καταρτίζω σχέδιο: Καλά το εδιόρθωσαν, εγγύς ήλθε να γένει| μα ένας τον εγλύτωσε εκ το δικόν του γένος Βίος Δημ. Μοσχ. 319. 13) Συμβουλεύω: ευτύς τους εδιόρθωσαν το πώς διά να πράξουν Χρον. Μορ. P 7020. Β´ Μέσ. 1) α) Επανέρχομαι στο σωστό δρόμο, σωφρονίζομαι (Πβ. L‑S, λ. διορθόω II): πάντα να διορθώνεσαι και να ξεμολογάσαι Αλφ. (Μπουμπ.) 1122· σαν γηράσουν και χορτάσουν θέλουσι διορθωθεί Άρχ. Μεγ. P III 18· β) επανέρχομαι στην προηγούμενη καλή κατάσταση, ορθοποδώ: «Καλέ αφέντη … εμπορούμεν να κιντυνεύσωμεν εις τιτοίαν λογήν οπού να μεν ημπορήσωμε να διορθωθούμεν …» Μαχ. 5345. 2) α) Ετοιμάζομαι: Ο βασιλεύς εχάρηκε, τον θείον του δε κράζει,| λέγει του να διορθωθεί Σμολένισκα να φθάσει| να πάρει με του λόγου του και χίλια παλληκάρια Βίος Δημ. Μοσχ. 436· β) παρατάσσομαι: στον κάμπον τα φουσάτα του, για να διορθωθούσι Αχέλ. 272· γ) εξοπλίζομαι: με τζακρατόρους, με σκευές, καλά διορθωμένους Χρον. Τόκκων 3766.
ξεριζώνω,- Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 39, Περί ξεν. A 283, Λίβ. Esc. 1964, Λέοντ., Αίν. IV 33, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 442, 686, Θησ. Δ́ [15], Κορων., Μπούας 50, Πεντ. Δευτ. XXVIII 63, Αχέλ. 2119, Αιτωλ., Μύθ. 14212, Πανώρ. Γ́ 401, Πιστ. βοσκ. III 2, 84, IV 2, 144, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 690, 1386, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 16, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [188], Ζήν. Γ́ 218, Διακρούσ. 9415, 992, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20111, 3346, 35427, Λούκαρ., Διάλογ. 22932· εξεριζώνω, Ερμον. Π 295, Λίβ. Sc. 882, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 366, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 399, Λέοντ., Αίν. I 268, V 35, Χρησμ. I 231, 299, 388, Διήγ. Αλ. V 40· εξηριζώνω, Ασσίζ. 12711, 37921· ηξηριζώνω, Ασσίζ. 3609· ξηριζώνω, Νεκρολ. φ. 29 δις, Ασσίζ. 4802, Λέοντ., Αίν. I 223, Κυπρ. ερωτ. 1549· ξωριζώνω, Χρον. Τόκκων 3201, 3395.
Από το αόρ. του μτγν. εκριζόω. Ο τ. εξεριζώνω στο Κατάλοιπ. Λάμπρ. 119. Ο τ. ξηριζώνω στο Meursius (λ. ξηριζώννειν). Τ. ξηριζώνω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 692, λ. ξηριζόννω, Λουκά, Γλωσσάρ. 341). Η λ. σε έγγρ. του 1643 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64), στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Βγάζω (φυτό) με τη ρίζα του, ξεριζώνω: εκατέβην ο ποταμός της χώρας τόσον μέγας και εξηρίζωσεν πολλά δεντρά Μαχ. 6019· Ωσάν ανθός και λούλουδο πόχει ομορφιά και κάλλη (παραλ. 1 στ.) κι έρθει τ’ αλέτρι αλύπητα, βαθιά το ξεριζώσει|, ψυγεί ζιμιό και μαραθεί κι η ομορφιά του λειώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1891· αφήνασι τα σπίτια τως κι οι Τούρκοι τα κρουσεύγαν. Τα δένδρη εξεριζώνασι, τον κόσμον αφανίσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1879· (εδώ με αντικ. το ουσ. ρίζες): δεν κάνουν έτοια ταραχή τα δέντρη τα μεγάλα (παραλ. 1 στ.), όντεν ο Νότος γή ο Βορράς αδύνατά φουσκώσει| και κατακόψει τσι κορφές, τσι ρίζες ξεριζώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1804· β) (σε μεταφ.): Εφιλονικούσαν (ενν. ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός) οκαί να ξεριζώσουν το δενδρόν της ευσεβείας Κείμ. αγ. Δημ. 379· ηθέλησε να ορθοτομήσει την Εκκλησίαν του Χριστού, ... ήγουν να εβγάλει και να εξεριζώσει παντάπασι το κακόν δένδρον, το σεσαπημένον της κολάσεως Ιστ. πατρ. 1949· Έκαμε (ενν. ο πόθος) κλώνους τρυφερούς και ρίζες στην καρδιά μου (παραλ. 1 στ.). Για τούτο να ξεριζωθεί δεν ημπορ’ όξ’ ομάδι| με την καημένη μου ψυχή Πανώρ. Γ’ 611. 2) α) (Μεταφ.) αφαιρώ, αποσπώ κ. βίαια: πιττάκιν οπού δύνονται οι λόγοι του τούς είχεν| να εξεριζώσουν από εμέν την όλην μου καρδίαν Λίβ. N 1774· Στρατιώτη, το γαιτάνιν μου, το τριχογάιτανόν μου [σύρριζα] το εξερίζωσαν τα χέρια μου από εμέναν και εις εσέ το απέστειλαν Λίβ. N 3512 β) αποχωρίζω, απομακρύνω κάπ. ή κ. (από κ. άλλο) βίαια: τότε εξερριζωθώσιν τα παιδιά και οι μαννάδες, αι γυναίκες εκ τους άνδρας Λέοντ., Αίν. I 291· σα δυο δεντρά που σμίγουσι κι ομάδι ξεφυτρώνου| κι ομάδι θρέψουνται στη γη κι ομάδι μεγαλώνου| κι ένα πως είναι δείχνουσι και ... οκ τ’ άλλο δε μπορεί κιανείς το ʼνα να ξεριζώσει; Πανώρ. Β́ 194. 3) α) Γκρεμίζω από τα θεμέλια, κατεδαφίζω, ανασκάπτω, ξεθεμελιώνω: θέλω να εξεριζώσω το ήμισον του τείχος Ασσίζ. 3612· εξερίζωσέν τους (ενν. ο γκενεράλες) και όλα τους τα υποστατικά και να μην ημπορούν ποτέ των καιρών να φτειαστούν Σουμμ., Ρεμπελ. 191· Εχάλασες, βαρόμοιρε, το κάστρον της Κλαρέντζας·| τους πύργους, τα θεμέλια, όλα εξεριζωσές τα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 53· β) (για βράχο) αποσχίζω, αποσπώ βίαια (από το έδαφος): η θάλασσα ενέβη από την τόσην ταραχήν οπού είχεν επάνω υψηλά έως δύο μίλια ... και εξερίζωσεν από την Έξω Μεράν πέτρες μεγάλες απομέσα από την θάλασσαν και τις έριξεν έξω εις την γην Διήγ. πανωφ. 57· τα χαράκια που ʼταν ʼκεί όλα ξεριζωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 50124. 4) α) Εξοντώνω, αφανίζω· ξεκληρίζω: είν’ γραμμένες| οι αντρειές ...| του Οδυσσέα του Θαυμαστού, οπού ʼχε ξεριζώσει| της Τρόγιας το βασίλειο με τη δική του γνώση Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 15· Τότε εξωριζώθηκεν το γένος του Αλβάνου· οπού τον έπιαναν καλόν αποκεφάλιζάν τον Χρον. Τόκκων 3201· αυτός έναι όπου θέλει εξαλείψει το γένος μας και θέλει το ρουφήσει ως δράκων και παντελώς το θέλει αφανίσει και εξεριζώσει Hist. imp. II 9· β) (εδώ προκ. για ζώο) θανατώνω: εις το μυστήριο τους μη να έρτει η ψυχή μου ... ότι με το θυμό τους (ενν. ο Συμεών και ο Αεβι) εσκότωσαν ανήρ και με το θέλημά τους εξερίζωσαν βόδι Πεντ. Γέν. XLIX 6. 5) α) Εξαλείφω: Πατριαρχεύοντος ... του κυρού Μαξίμου ... εξεριζώθηκαν τα σκάνδαλα από το μέσον και έμεινεν η κατά Θεόν αγάπη Ιστ. πατρ. 11617 υπεγράφη παρ’ αυτού ... του ... οικουμενικού πατριάρχου ... ότι όποιος από τους αρχιερείς παρέβη τους θείους άνωθεν κανόνας να είναι καθηρημένος και τῃ του Θεού χάριτι εξεσπάσθη και εξεριζώθη το σιμωνιακόν και το εμβατίκιον Ιστ. πατρ. 1971 β) (εδώ για φιλία) εξαφανίζω, διαλύω: Φόβοι, τρομάρες, μάνητες, κύματα κι α φουσκώσου,| δεν ημπορού μια μπιστική φιλία να ξεριζώσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 278. 6) α) (Επιτ.) εκτοπίζω, εκδιώκω: όλοι ανιμένουσι καιρό να βρουν αντίδικά σας| να σασε ξεριζώσουσιν απού την επαρχιά σας Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 64· να κοπιάσετε να εβγάλετε τον Τούρκον,| να τονε ξεριζώσετε απέσω από την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1034· εμβάτε εις τον πόλεμον ...| τον Τούρκον ξεριζώνετε σύρριζον εκ την Δύσιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 892· β) (εδώ σε μεταφ.): κι ο πόθος σαν πληθύνει| μέσα σε κιανενός καρδιά και βασιλιός τση μείνει,| δεν είναι μπορεζάμενο να τονε ξεριζώσει| μ’ όσες φοβέρες και βουλές μπορεί κιανείς να δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 191. 7) Αποτρέπω, ματαιώνω (την πραγματοποίηση ενός πράγματος): ετούτη η αδικοκρισά τάσσω σου πλήσα βάρη| στ’ ασβολωμένο σου κορμί το βρομερό να δώσει,| τη βασιλεία που μελετάς να τηνε ξεριζώσει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 174. 8) α) Πετυχαίνω (κ. δικαστικώς· πβ. και ανασπάζω 2, ανασπώ Ά́ 2γ, αποσπώ Ά́ 5): αν είχεν ονοματίσει το έγκλημάν του, εκείνος οπού έρτει εις την ημέραν του ήθελεν εξεριζώσειν με δίκαιον πάντα όσα τον εγκλήτεψεν Ασσίζ. 34122· εκείνος οπού έβαλεν τα βολίκια σκεπαστά μέσον εις άλλου τοίχον ουδέν ηξηριζώνει, ουδέ ένι εις την αυλήν ... και ένι κρατημένος παρευτύς να εβγάλει το βολίκι απέ τον ξένον τοίχον Ασσίζ. 3609· β) αποσείω, ανατρέπω (την εις βάρος μου κατηγορία· πβ. αποσπάζω): εις άνθρωπος εκκλητεύει εις την αυλήν απού έτερον κἀκείνος αρνάται παντελώς οπού όσον τον αγκαλεί, και έχει καλάς μαρτυρίας τούς σύρνει ομπρός εις την αυλήν και πολεμνούν τον και κάμνει το αγκάλεμάν του, το δίκαιον ορίζει ότι εντέχεται να δώσει εις την αυλήν διά τους β́ μάρτυρας οπού εξεριζώσαν το έγκλημάν του ιέ́ σόρδια Ασσίζ. 23013· γίνεται ότι ο άνδρας νικά το έγκλημαν κατά της γυναίκας του ... ού η γυναίκα εξηριζώσει εκείνον τό εγκλήτευσεν εξ αυτόν του, δίκαιον ένι όπου νικηθεί απ’ εκείνον το έγκλημαν να πλερώσει τό δίκαιον της αυλής Ασσίζ. 37921. IΙ. Μέσ. 1) Βγαίνω από τη ρίζα μου, ξεριζώνομαι (συν. σε μοιρολόι ή κατάρα): Ω πέτρες, νυν ραγίσετε· δέντρα, ξεριζωθείτε·| κι εσείς, βουνά, θρηνήσετε και κάμποι λυπηθείτε Σταυριν. 1139· ν’ αρχίσω ο κακότυχος να γράψω τά παθάνω (παραλ. 3 στ.)· δένδρη να εξεριζωθούν και ποταμοί να φρίξουν,| η θάλασσα να ξηραθεί, τα ψάρια να ψοφήσουν Περί ξεν. V 284· Ξεριζωμένο να ’σουνα δέντρον καταραμένο,| άλλον εθάρρουν πως κρατώ κι εγώ ’χω σε πιασμένο Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [161 ]. 2) (Μεταφ. για να δηλωθεί υπερβολή): η ώρα του θανάτου σου ήτον ο χαλασμός μας,| της πόλης τα θεμέλια τότ’ εξεριζωθήκαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 104. 3) Χάνομαι, παύω να υπάρχω: η τόση πεθυμιά οπού ʼχα εφανερώθη| κι η πρίκα οπού ’χα στην καρδιά σήμερο εξεριζώθη Ζήν. Έ́ 24. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = α) αποσπασμένος από το χώμα με τη ρίζα του: είναι πράγμα (ενν. η δυστυχιά μας) οπού μπορεί να κάμει ν’ ανασπάσουν| τα δένδρη και να μείνουσι στην γην ξεριζωμένα| κι οχ τα χαράκια να χυθούν δάκρυα φαρμακωμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [465]· β) (μεταφ.) ξεκληρισμένος: ένα στρατιώτην ... μόνο κι αυτός κλωνάρι| ξεριζωμένης βασιλειάς, στον κόσμο απομονάρι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 106. — Βλ. και ά. εκριζώνω.
οικτιρμός- ο, Κείμ. αγ. Δημ. 21, Δωρ. Μον. XXXVI, Ιστ. Βλαχ. 2493, Διακρούσ. 9927·· εχτερεμός, Πεντ. Γέν. XLIII30.
Το αρχ. ουσ. οικτιρμός. Για τον τ. βλ. Hesseling [Πεντ. σ. 427].
(Στον πληθ.) έλεος, ευσπλαχνία· συμπάθεια: τερπνή παρηγορία| των ορφανών και των χηρών εν οικτιρμοίς εφάνης (ενν. δέσποτα αυτοκράτορ) Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 83· Συ (ενν. βασιλεύ) γαρ ελέους οικτιρμών μετά Θεόν η θύρα Προδρ. (Eideneier) III 280· (συν. για την ευσπλαχνία του Θεού· πβ. και Bauer, Wört., στη λ.): παρακαλούμεν σε (ενν. Κύριε), δείξον τους οικτιρμούς σου,| σύντριψον και ταπείνωσον τους πονηρούς εχθρούς σου Ιστ. Βλαχ. 2671· έκφρ. διά τους οικτιρμούς του Θεού = στο όνομα της ευσπλαχνίας, του ελέους του Θεού (Πβ. Andr., Lex. στη λ.): μη αναμεταξύ υμών μάχεσθε διά τους οικτιρμούς του Θεού Ψευδο-Σφρ. 40222· Εις τούτο όλαι (ενν. οι καλογρές) προσκυνητώς παρακαλούσι την πανιερότητά σου να κάμεις ελεημοσύνην, διά τους οικτιρμούς του Θεού να τας ελευθερώσεις από τέτοιαν σκλαβίαν Επιστ. Ηγουμ. 175.
οποίος,- αντων., Διγ. (Trapp) Gr. 3300, Βέλθ. 1251, Χρον. Μορ. P 1132, Διήγ. Αλ. V 41, Ζήνου, Βατραχ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 88v, 252r, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 188, Σοφιαν., Παιδαγ. 273, Σοφιαν., Γραμμ. 204, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 26, Κείμ. αγ. Δημ. 9, Δαρκές, Προσκυν. 161, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1735, 48615, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3018, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 276, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1648, Τσιρίγ., Επιστ. 16821, Σεβήρ., Διαθ. 19021, Μεταξά, Επιστ. 4733, Βελλερ., Επιστ. 623, Παρθεν., Γράμμ. 22713, Διαθ. 17. αι. 122, Καλόανδρ. (Δανέζης) φ. 37v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 411, 412, Διγ. O 53, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κζ΄ 56, Μπερτόλδος 17, Μπερτολδίνος 114, 152, κ.π.α.· οποιός, Ασσίζ. 6913, Πανώρ. Πρόλ. τίτλ., Πιστ. βοσκ. I 1, 97, I 4, 72, 292, IV 6, 6, V 3, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121, 643, 1413, 2408, Γ΄ 1464, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 397, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585, Ε΄ 147· πληθ. οποί, Χρον. Μορ. H 1132.
Η αντων. ποίος με το άρθρο ο (Ανδρ., Λεξ.· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 593 κε., Pern., Ét. linguist. II 232 κε.· πβ. Bakker, Pronomen 69 κε.). Ο τ. οποιός σε Κρ. έγγρ. του 13 αι. (Βλ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 41). Η λ. σε έγγρ. της Κ. Ιταλίας και Σικελίας το 12. και 13. αι. (Caracausi 417) και σήμ.
1) Αναφορ. α) (χωρίς άρθρο) ο οποίος, που: Τρομάσσω κάποιο τίβοτας κακό κι ασβολωμένο,| που μου κρατεί ένας λογισμός στο νου ανακατωμένο,| οποιός τη νύκτα με ξυπνά Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 523· εκείνον τον Ψυχάρπαγα εις το νερό πνιμένον,| οποίον τον εφόνευσε με πονηριά σαν κλέφτης| ο εδικός σας βασιλεύς Φυσίγναθος ο ψεύτης Ζήνου, Βατραχ. 247· να συνάγομεν βιβλία παλαιών και σοφών ανδρών, από οποία θέλομεν διδαχθεί Σοφιαν., Παιδαγ. 278· (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): επήγεν εις το σπίτιν του Πιέρ Λαζανία του κούντη της Τρίπολης …· οποίος κούντης ήτον υιός του ρε Τζακ Βουστρ. 413· (εδώ το ουδ. επιρρ.) μέσα στο οποίο, όπου (Για τη σημασ. βλ. Holton, [Αλεξ. σ. 215]): τη γραφή που μὄστειλες οι πάντες την γροικήσαν (παραλ. 1 στ.)· και έστειλές μας το λοιπόν χρυσάφι για να φάμε| οποίο και μας έγραφες οπίσω για να πάμε Αλεξ. 746· β) (με άρθρο) ο οποίος, που: Κατά ζουράρη 2, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 23, Ιντ β΄ 101, Διγ. O 143 (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): Ποτάμι έν’ και τρέχει,| τ’ οποίο ποτάμι ουδεείς αξιώθη να κατέχει Πικατ. 193· (εδώ με αλλαγή αριθμού): φοβούμαι μήπως και είναι Χριστιανός, τους οποίους ο πατήρ σου δεν θέλει να ακούσει το όνομάν τους Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8025· γ) (με άρθρο) εκείνος που: ακόμη είναι όμορφοι οι οποίοι απέκει έχουνε περίστασες άσχημες Μπερτολδίνος 97. 2) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε α) (επιθετ.): οποίος άνθρωπος πλήρην τον πόλεμον να πεζεύσει, να εκδέρνεται Διήγ. Αλ. G 2713· β) (με επόμ. το και αν): Εάν γένηται ότι κανείς ελεύθερος άνθρωπος, οποίος και αν ένι, δέρνει έναν σκλάβον άλλου ανθρώπου Ασσίζ. 21112. 3) (Ερωτ., επιθετ.) ποιος, τι λογής: Τι σοι προσοίσω, δέσποτα, …,| ανταμοιβήν οποίαν δε ή χάριν προσενέγκω Προδρ. (Eideneier) I 2. 4) Το ουδ. με το άρθρο α) πράγμα που: Όλοι τους ήσαν σε βουλή, τ’ οποίον και το ποίκαν Αλεξ. 2755· πώς ημπορεί να φύγει η ανθρωπίνη φύσις τον θάνατον; Το οποίον μηδέ από του παιδός τον νουν δεν έλειψεν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4338· β) (αιτ.) για τον οποίο λόγο (για τη χρ. βλ. Holton [Αλεξ. σ. 214-5]): Λέγεις εσύ κι είσαι θεός και σύνθρονος ηλίου,| τ’ οποίον θάνατον χρωστείς κι είσαι του μακελείου Αλεξ. 738· γ) (αντιθ.) ενώ, μολονότι: βλέπω υμάς την αγίαν Κυριακήν έχοντας μεγάλους περισπασμούς και δουλείας αναγκαίας, …, το οποίον ουδέν έχει ο Χριστιανός άδειαν την αγίαν Κυριακήν και του περιπατήσαι Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 5· δ) (πλεοναστικά, για τη σύνδεση του λόγου): Εμείς γυναίκες είμασθεν και, α μάς πολεμήσεις,| τ’ οποίο δεν τ’ ολπίζομε εμάς για να νικήσεις Αλεξ. 2508· ε) (σε θέση δεικτ. αντων.) αυτό (για το οποίο γίνεται λόγος): όρισεν και έταξαν πάσα άνθρωπον να συνπιαστούν εις την αυλήν του ρηγός· και ούτως εγένετον το οποίον Βουστρ. 417. — Βλ. και όποιος και ποίος.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Ασσίζ. 827, 97, 4022, 4419, 21, 5017, 55 2, 18, 6227, 661, 9225, 9624, 13412, 2139, 25410, 26114, 28918, 29216, 2994, 304 21, 26,29, 3127, 34220 (έκδ. άθεν διορθώσ.), 34623, 3748, 37924, 38515, 43219, 4441, Διγ. (Hess.) Esc. 1947, Βέλθ. 1258, Πτωχολ. P 275, Μαχ. 1404, 2221, 42818, 49819, Θησ. (Foll.) I 67, Βουστρ. 425, Άνθ. χαρ. Ρ φ. 45v, Φορτουν. Γ́ 238· αππόθε(ν), Μαχ. 266, 9228, 4306, 49032· αππόθθεν, Κυπρ. ερωτ. 2610.