Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ασσασσινάρω·
- σασσινάρω, Κατά ζουράρη 64, 152 (έκδ. σασκυαρισμένους· διορθώσ. σασσιναρισμένους).
Το ιταλ. assassinare - βενετ. sassinar.
Δολοφονώ· (εδώ μεταφ.) καταστρέφω (με αντικ. πρόσ.): επήρε όλα τζη τα ρούχα … και ο Θεός κατέχει και επά είντα την εσασσινάρησεν και αυτή Κατά ζουράρη 64· να ’ρθούσινε οι αφέντες … οπού έχει τσι τόπους τως σασσιναρισμένους και κοντραφάρει τσι διαλαλημούς (έκδ. διάλιμους· διορθώσ.) και κομανταμέντα οπού του έχουνε καμωμένα και δεν ψηφά τίβοτας Κατά ζουράρη 152 (έκδ. σασκυαρισμένους· διορθώσ. σασσιναρισμένους). — Βλ. και ασσασσινεύω.
ασσασσίνος- ο, Κατά ζουράρη 57.
Το ιταλ. assassino.
Δολοφόνος· (εδώ) πονηρός άνθρωπος: ήκαμεν ωσάν ασσασσίνος οπού είναι Κατά ζουράρη 57.
αβέρος- το· ’βέρος, Κατά ζουράρη 123.
Το ιταλ. avere (ουσ.). Για τη λ. βλ. Κριαρά [Κατά ζουράρη σ. 374].
Περιουσία: παίρνεται εις το πλούτος και εις το ’βέρος οπού έχει το πολύ και δε φοβάται μήδε τον Θεόν, μήδε την δικαιοσύνη Κατά ζουράρη 123.
βίζιτα- η, Κατά ζουράρη 141, Κρ. συμβόλ. 236, 247, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 75, 205, Γ΄ 341.
Το ιταλ. visita. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Επίσκεψη (γιατρού) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): τσι βίζιτες ερνήθηκα και όλες τσι κούρες τσ’ άλλες Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 75. 2) Περιοδεία αξιωματούχου στις επαρχίες (Για τη σημασ. βλ. Ξανθουδίδη [Κρ. συμβόλ. σ. 320]): ήρισε τόν άνωθεν η[γού]μενον εις την βίζιταν του υψηλοτάτου αφέντη γενεράλε Κρ. συμβόλ. 247.
βλάπτω,- Σταφ., Ιατροσ. 10281, Σπαν. B 186, 263, Κομν., Διδασκ. Δ 342, 384, Κομν., Διδασκ. I 182, 189, 216, Σπαν. P 87, 105, 173, 240, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 180, 282, Γλυκά, Στ. 381, Γλυκά, Αναγ. 39, 395, Προδρ. III 209, Κυνοσ. 5959, Διγ. Z 2128, Ωροσκ. 393, Chron. br. (Loen.) 77, Λίβ. P 1872, Λίβ. Sc. 1574, 1988, Λίβ. Esc. 2723, Λίβ. N 2410, Σφρ., Χρον. μ. 4232, Θησ. Ι΄ [697], Γεωργηλ., Θαν. 313, Απόκοπ. Επίλ. I 502, 556, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15921, 28, Σαχλ. N 354, 368, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 329, Σαχλ., Αφήγ. 664, Ψευδο-Σφρ. 26023, Σοφιαν., Παιδαγ. 120, Αιτωλ., Μύθ. 6914, 13512, Χρον. σουλτ. 609, 978, Παλαμήδ., Βοηβ. 1254, Ιστ. Βλαχ. 2040, Σουμμ., Ρεμπελ. 179, 180, Διγ. Άνδρ. 35921, 40737, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [317, 343], Β΄ [1188], Χορ. β΄ [4], Γ΄ [712], Δ΄ [520, 644, 746], Ε΄ [590], Λίμπον. 316, Λεηλ. Παροικ. 532, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2142, 2922, 30920, 3238, 52415, 52625, 5762· βλάβω, Διδ. Σολ. Ρ 142, Χρον. Μορ. H 4358, 7193, Gesprächb. 44807, Ch. pop. 356, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1601, Ψευδο-Σφρ. 22833, Χρον. σουλτ. 897, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 423, Βακτ. αρχιερ. 154, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [132, 878], Β΄ [10], Δ΄ [1010], Ε΄ [584]· βλάφτω, Ασσίζ. 21430, 45020, 45126, Ελλην. νόμ. 5426, Χρον. Μορ. H 3480, 3585, 8802, 8859, 9169, Χρον. Μορ. P 3073, Μαχ. 15833, 47431, 48220, Κορων., Μπούας 26 δις, 48, 68, 91, 99, 144, Φαλιέρ., Ρίμ. L 45, 158, Χρον. σουλτ. 818, 8212, Κυπρ. ερωτ. 853, 9225, 10513, 11850, Πανώρ. Β΄ 392, Ερωφ. Α΄ 407, Β΄ 165, 527, Ιντ. β΄ 96, Ιντ. γ΄ 23, Δ΄ 373, 643, Κατά ζουράρη 73, Ιντ. κρ. θεάτρ. α΄ 18, γ΄ 21, δ΄ 141, Ιστ. Βλαχ. 184, Ερωτόκρ. Α΄ 179, 324, Β΄ 1493, Γ΄ 204, 284, Δ΄ 1586, 1685, Ε΄ 599, Στάθ. Β΄ 105, Ιντ. β΄ 61, 131, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43720· εβλάπτω, Σπαν. B 149, Χρον. Μορ. H 6691, Αλεξ. 1430, Κώδ. Χρονογρ. 5832.
Το αρχ. βλάπτω. Οι τ. βλάβω και βλάφτω και σήμ. (ΙΛ, λ. βλάφτω). Για τον τ. βλάβω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 285 κε.
Α´ Ενεργ. 1) Προξενώ, κάνω ζημία, κακό, βλάπτω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III 1 και σήμ., ΙΛ, λ. βλάφτω A1): Πολλούς ανθρώπους έβλαψεν η διαβολή αδίκως Κομν., Διδασκ. I 216· Η κοπανιά δεν ήβλαψε τόσο τον ερωτάρη| σαν ήβλαψε την Αρετή απάνω στο πατάρι Ερωτόκρ. Β΄ 1493. Βλ. και απεργώνω 2, ασσασσινεύω. 2) Καταστρέφω: πύργους, χαράκια βλάφτει Ερωτόκρ. Δ΄ 1685. Βλ. και αναλύω A2, άνεμος 4 φρ. δ, ασυστατώ, βουλιάζω A2, βουλώ A3, βυθίζω A2α. 3) Σκοτώνω: αθός του (ενν. του δέντρου του έρωτα) ’ναι θανατερός, το πωρικόν του βλάφτει Ερωτόκρ. Α΄ 179· τον ελάβωσε εις το στήθος, αμή δεν τον έβλαψε Χρον. σουλτ. 978· γιατί ’δεν πως ηύρεν καιρόν το φαρμάκιν να βγάλει,| οπού ’χεν στην καρδίαν του, να βλάψει τον Μιχάλη Παλαμήδ., Βοηβ. 1254. Βλ. και αίμα(ν) 6 φρ., αποθανατώνω, απολλαίνω, απολλύω 2, αποξηραίνω, αποσκοτώνω, αποστερώ 1 φρ., αποτελειώνω A2, βυθίζω A1β φρ., θανατώνω, καταλύω, σκοτώνω. 4) Ενοχλώ, πειράζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βλάφτω A4): Εις τό με βλάπτει προθυμώ, τό μ’ αλαφρώνει φεύγω Ερωτόκρ. Ε΄ 599· κάποιοι λαλούσιν, βλάφτει τους ο ήλιος Κυπρ. ερωτ. 10513. Βλ. και ανασπώ IA2δ, βαραίνω B1β, βαρώ IA1γ, πατάσσω, πειράζω, σκανδαλίζω. Β´ Μέσ. α) Αρρωσταίνω: Και μάλιστα εάν βλαβῄ, μη νομίσεις τούτο έλκος είναι Κυνοσ. 5959· βλ. και ασθένεια 1α, ασθενώ 1, πέφτω φρ.· β) είμαι έγκυος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. βλάφτω B3· βλ. και τη σημασ. B2): ανεβαίνει να κόψει ένα απίδι να το φάγει, διατί εβλάφτεντονε και εζήτηξέ ντο η όρεξή τση Κατά ζουράρη 73. Η μτχ. παρκ. βλαμμένος = που έχει πάθει· εδώ με το επίρρ. πολλά προκ. για πεθαμένο: Δεν έχω πλέον να σου πω να πεις των πονεμένων ειμή χαιρετισμούς πολλούς εκ των πολλά βλαμμένων Απόκοπ. 556.
βουρδωνάρης- ο· βορδωνάρης, Κατά ζουράρη 5.
Από το ουσ. βουρδωνάριος (Για τη λ. βλ. L‑S και Sophocl.). H λ. και ο τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βορδωνάρις).
Ημιονηγός, αγωγιάτης (Πβ. L‑S, λ. βουρδωνάριος· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βορδωνάρις Α1α): και είχεν τον φαμέγιο, ωσάν και άλλους πολλούς οπού βάνουσιν οι άρχοντες φαμέγιους και βορδωνάρους Κατά ζουράρη 5.
βρούβα- η, Κατά ζουράρη 97.
Βλ. Du Cange (λ. βρούβη). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Είδος άγριου χόρτου (Βλ. Γενναδ., Λεξ., λ. βρούβες· η χρ. και σήμ., ΙΛ): εμάζωνε βρούβες Κατά ζουράρη 97.
γάλλος (II)- ο, Κατά ζουράρη 184, Στάθ. Γ΄ 361, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 521, 537.
Το ιταλ. gallo (ΙΛ). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. γάλλος [I]).
Κούρκος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. γάλλος [I]): κι ηύρα καπόνους τρεις παλιούς, βυζασταρές και γάλλους| τέσσερεις ομορφότατους, καλούς, παλιούς, μεγάλους Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 537.
γενεράλης- ο, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2035, 45213, 4695, 47319, 50311, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 491· γενεράλες, Κατά ζουράρη 131, Διήγ. πανωφ. 59, Διήγ. ωραιότ. 846, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 25, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15019, 17015, 1957, 19821, 20215, 20515, 23817, 24415, 25025, 2629, 2757, 28315, 28725, 3522, 36822, 39423, 42518, 43425, 46423, 48915, 5203, 52513, 5317, 53320, 53524, 53721, 54319, 56023· γενεράλιος, Έγγρ. του 1498 (Μανούσ., ΕΜΑ 6, 1956, 184)· γκενεράλες, Κουρσάρ. 2011, 2320· γκενεράλης, Άλ. Κύπρ. 922, 945, 1773, Σουμμ., Ρεμπελ. 183· ζενεράλης, Σταυριν. 880, 927, 1043· ζινεράλης, Σταυριν. 774· κενεράλες, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 190· ντζενεράλες, Διακρούσ. 9112· ντζενεράλ(ς), Χρον. Μορ. H 7992, 8102· τζενεράλες, Κορων., Μπούας 138, Χρον. σουλτ. 8927, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43422· τζενεράλης, Σφρ., Χρον. μ. 12827, 13210, Σταυριν. 839, 860, Διακρούσ. 743· πληθ. γενεραλαίοι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51011, 51817· αιτιατ. πληθ. γκενεράλους, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13614.
Το ιταλ. generale (Βλ. Zingarelli). Ο τ. γενεράλιος στο Du Cange (λ. γενεράλλιος) και ο τ. γκενεράλης στον Κατσαΐτ., Κλ. Α΄ 354. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γκενεράλης). Η λ. και σήμ. ως επών. (Βλ. Ξανθ., Λαογρ. 7, 1923, 384).
Αρχηγός στρατού ή στόλου (Η σημασ. στο Βλάχ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκενεράλης): ο γενεράλης έτρεξε εκεί προς το λιβάδι,| στην Πορταγόραν ομπροστάς, που ’τον πλατύ πηγάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 2035· Αμμή στη χώρα μπαίνοντας στου γενεράλ’ εσώσα| κι εφέρασίνε στ’ αφεντός ομπρός κεφάλια τόσα Τζάνε, Κρ. πόλ. 5317.
γκουβερνάρω·- γοβερνάρω, Μορεζίν., Λόγ. 467, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 165, Κατά ζουράρη 179, Κρ. συμβόλ. 172, Έγγρ. του 1643 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 61, 62), Έγγρ. του 1644 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64), Στάθ. Α΄ 146· γουβερνάρω, Έγγρ. του 1643 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 61), Έγγρ. του 1644 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 63), Στάθ. Γ΄ 451, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15123.
Το βενετ. governàr.
1) Διοικώ, κυβερνώ: με την ακινησίαν του κινά και γοβερνάρει τα σύμπαντα Μορεζίν., Λόγ. 467· εκείνη οπού το σπίτι σου κρατεί και γοβερνάρει Στάθ. Α΄ 146. 2) Επιβλέπω, φροντίζω, περιποιούμαι: και επήρεν τονε και ήβαλέν τονε εις το στάβλον του και εγοβερνάριζε τα άλογά του Κατά ζουράρη 179.
γλυτώνω,- Hist. imp. 20, 56, Ασσίζ. 4712, 18929, 44130, Διγ. (Trapp) Esc. 204, 494, Πόλ. Τρωάδ. 725, Ερμον. Ε 181, Ψ 326, Χρον. Μορ. H 4849, 4990, 7072, Διήγ. Βελ. 197, Φλώρ. 56, 708, 1294, Λίβ. Sc. 2346, Ιμπ. 600, Θρ. Κων/π. Πολλ. 24911, Παρασπ., Βάρν. C 277, Αργυρ., Βάρν. K 273, 422, Μαχ. 1020, 1616, 2838, 4342, 51020, 63219, 67030, Θησ. (Foll.) I 68, Χούμνου, Π.Δ. V 19, VII 13, VIII 98, Νεκρ. βασιλ. 45, Ριμ. Βελ. 297, 818, Γεωργηλ., Βελ. 269, Γαδ. διήγ. 475, 486, 528, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 445, 657 κριτ. υπ., Αλεξ. 2235, Διήγ. Αγ. Σοφ. 16018, Άνθ. χαρ. 29028, Κυπρ. ερωτ. 93, Σκλάβ. 95, Συναξ. γυν. 63, Κορων., Μπούας 21, 27, 47, 51, 62, 81, 122, 132, 147, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 82, Πεντ. Γέν. XIX 17, 20, XXIV 17, XXXII 12, 31, XXXVII 21, Έξ. II 19, III 8, V 23, XVIII 4, 8, Δευτ. XXIII 15, 16, XXV 11, Αχέλ. 823, 883, 1747, 2527, 2534, Αιτωλ., Μύθ. 177, 181, 3210, 337, 489, 528, 7414, 798, 10827, 1183, 14314, 15, Θρ. Κύπρ. M 146, 263, Ιστ. πατρ. 17420, Μ. Χρονογρ. 353, Στ. Βοεβ. 21, Δαρκές, Προσκυν. 79, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 427, 434, Πανώρ. Β΄ 558, Γ΄ 274, Δ΄ 112, Ε΄ 114, 186, Ερωφ. Ιντ. β΄ 20, Δ΄ 4, 120, Χρον. σουλτ. 331, 435, 493, 1065, 13032, Αλφ. 1132, Βοσκοπ. 26, Κατά ζουράρη 18047, Βίος Δημ. Μοσχ. 320, 374, Παλαμήδ., Βοηβ. 103, 976, 1082, Σταυριν. 389, Ιστ. Βλαχ. 211, 624, 626, 1043, 1205, 2333, 2784, Σουμμ., Ρεμπελ. 179, 180 δις, 186, Διγ. Άνδρ. 3234, 35831, Ερωτόκρ. Α΄ 932, 1093, 1240, Δ΄ 64, 1181, 1513, Ε΄ 330, 759, 1352, Θυσ.2 56, Στάθ. Γ΄ 214, 426, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 3, 33, Συναδ., Χρον. 29, 44, Ροδολ. Α΄ [127], Διήγ. πανωφ. 55, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11026, Διήγ. ωραιότ. 76, Βακτ. αρχιερ. 155, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [73], Γ΄ [115], Ε΄ [656], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 93, Γ΄ 519, Ζήν. Δ΄ 112, 124, 201, Ε΄ 266, 328, Λεηλ. Παροικ. 254, Διγ. O 1967, 2362, 2480, Διακρούσ. 8723, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20320, 3502, 39616, 41714, 4273, 43912, 4452, 44920, 45218, 5006, 51110, 5208, 52920, 54217, 54324· γλυτώννω, Κυπρ. ερωτ. 797· γλυτώνομαι, Ανακάλ. 34, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 120, 144, Ευγέν. 971, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 101· εγλυτώνω, Πόλ. Τρωάδ. 195, Ερμον. Υ 115, Διήγ. Βελ. 456, Συναξ. γαδ. 29, Φλώρ. 1751, Λίβ. P 283, Λίβ. Esc. 521, 524, Αχιλλ. N 547, Θησ. Η΄ [317], Αλφ. (Μπουμπ.) I 36, Άνθ. χαρ. 29113, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 348, Πένθ. θαν.2 277, Φαλιέρ., Λόγ. 341, Διγ. Άνδρ. 37727, Συναδ., Χρον. 33, 44, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [622], Δ΄ [1392]· εκλυτώνω, Θρ. Κων/π. (Mich.) 116· λυτώνω, Πεντ. Δευτ. XX 6· μτχ. παρκ. γλυτωμένος, Πεντ. Γέν. XIV 13, Αχέλ. 2533, Θρ. Κύπρ. K 198, Θρ. Κύπρ. M 157, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47320· εγλυτωμένος, Θρ. Κύπρ. M 610.
Για την ετυμ. βλ. Ανδρ., Λεξ. (λ. γλυτώνω). Βλ. και Du Cange (λ. γλιτώνειν) και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955/56, 251. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. εγλυτώνω στο Du Cange, λ. γλιτώνειν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. εκλυτώνω και στον Krumb., Sprichw. 83.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Σώζω κάπ. ή κ. (Βλ. Du Cange, λ. γλιτώνειν. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Εγλύτωσές με οχ τη σκλαβιά με την παλληκαριά σου Ερωτόκρ. Δ΄ 1513· η Παρθένος Μαρία τον εγλύτωκεν απού τον βυθόν της θαλάσσου Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 434· β) (προκ. για τόπο) ελευθερώνω (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 1): ο πρίντσιπες τον έστειλεν την Κρήτην να γλυτώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 45218. 2) Ανακουφίζω, απαλλάσσω (κάπ. από κ.) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): από του κόσμου τες φροντιές θέλεις να με γλυτώσεις Αλφ. 1132. 3) Αφήνω κάπ. να ζήσει, του χαρίζω τη ζωή: αν θες να σε γλυτώσουν Χούμνου, Π.Δ. VII 13. 4) Εμποδίζω, αποτρέπω (κάπ. να κάνει κ.): όντα στο τέλος με βιγλίσει,| δίδει γλυκειάν βοήθειαν της καρδιάς μου,| τίτοιαν που με γλυτώννει μεν καμμύσω Κυπρ. ερωτ. 797. 5) Διατηρώ, διαφυλάττω· (εδώ) παρέχω, δίνω κ.: γλύτωσέ με εδά ολίγο νερό από το λαγήνι σου Πεντ. Γέν. XXIV 17. 6) Καρπώνομαι, απολαμβάνω κ.: πρόσποτε να απεθάνει εις τον πόλεμο και ανήρ άλλος να το λυτώσει Πεντ. Δευτ. XX 6. Β´ Αμτβ. 1) α) Σώζομαι, επιζώ (Βλ. Du Cange, λ. γλιτώνειν. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Ετούτο γίνη σε πολλούς, στην πρίκαν εγλυτώσα,| μα στη χαρά ’ποθάνασι Ερωτόκρ. Ε΄ 759· να πάρει ψωμί, να γλυτώσει και κείνος Κατά ζουράρη 18047· β) (με τοπικό επίρρ.) καταφεύγω κάπου επιζητώντας σωτηρία: Ιδού εδά το κάστρο ετούτο σιμό να φύγω εκεί και αυτό μικρό· να γλυτώσω εδά εκεί Πεντ. Γέν. XIX 20. 2) Απαλλάσσομαι (από κάπ. ή κ.) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): να κάμεις να μη δώσω| θάνατο κι απού τσι καημούς τσι τόσους να γλυτώσω; Πανώρ. Β΄ 558· Τώρα που γλύτωσ’ από σε κι έχω την λευτεριά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [115]· εγλυτώσαμεν αυτού μεγάλην τυραννίδα Ιστ. Βλαχ. 211. 3) Ξεφεύγω, διαφεύγω (Βλ. Du Cange, λ. γλιτώνειν): γλυτώνει εκ το χέριν του και πέφτει εις την τάβλαν Φλώρ. 1294· ’λάφιν δεν μ’ εγλύτωνεν Νεκρ. βασιλ. 45· της πολτικής (έκδ. πολιτικής· διορθώσ.) ο φρόνιμος με βιας τής εγλυτώνει Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 348· αν εγλυτώσεις θάνατον, καλή, γλυκιά μου αγάπη Φλώρ. 1751· όλοι οπού γλυτώκανε το σκοτωμό να δούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 54217. 4) Βρίσκω λύση στα προβλήματά μου, ικανοποιούμαι: Άγωμε, λέγει, στοίχιζε, για να μπορά γλυτώσεις Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 519. 5) Μένω στη θέση μου, συγκρατούμαι: Αν έναι ’στίας συμφορά οι πλίνθοι να γλυτώσουν Χούμνου, Π.Δ. V 19. II. Μέσ. 1) Γλυτώνω, σώζομαι (Η σημασ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 478): εσείς, παιδιά μου, φεύγετε, πάτε να γλυτωθείτε Ανακάλ. 34. 2) Ανακουφίζομαι, απαλλάσσομαι: Από γκρεμνόν να πέσω,| να γκρεμνιστώ, να γλυτωθώ εκ τούτην την καήλα Ευγέν. 971. 3) Τελειώνω, βρίσκομαι στο τέλος (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 3): εσύ που με το θάνατο γλυτώνεται η σκλαβιά σου Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 101. Η μτχ. παρκ. γλυτωμένος ως επίθ. 1) Σώος, ζωντανός: ήτονε συγχυσμένοι| πώς έχουνε να φυλακτού, να μείνουν γλυτωμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 47320. 2) Απείραχτος, άθικτος, ακέραιος: Ο γαρ σταυρός απόμεινεν από Θεού κρυμμένος| και ύστερα ευρήκαν τον κι έμεινεν γλυτωμένος Θρ. Κύπρ. M 157· Ήθελαν να γυρίσουνε όσά ’ταν γλυτωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 50613.
γουλιά- η, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 498, Κατζ. Γ΄ 182, 225, Δ΄ 244, Κατά ζουράρη 85, Ερωτόκρ. Δ΄ 595, Στάθ. Α΄ 121, Β΄ 93.
Από το ουσ. γούλα (I) και την κατάλ. ‑ιά (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Μπουκιά ή ρουφηξιά (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): όντε μου λέγαν τη γουλιά πώς να την καταπίνω| και ποιο κρασί ’ναι γιατρικό και ποιο νερό να πίνω Ερωτόκρ. Δ΄ 595· μα, εις την ψυχή σου, μια γουλιά μού δώσε του καημένου Στάθ. Β΄ 93· Δεν ξεύρεις κι όντα τρω τινάς δεν πρέπει να δηγάται;| Εις κάθα λόγον μια γουλιά χάνει και δε γροικάται Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 498.
γραμματικός- ο, Act. Lavr. 1656, 2734, Προδρ., Στ. δεητ. 5, 47, Προδρ. IV 82, 175, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 7 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 251], Καλλίμ. 2298, Πωρικ. V 9, Ασσίζ. 1711, 14313, 22816, 2641, Βέλθ. 1022, 1024, Εβρ. ελεγ. 164, Ωροσκ. 399, Διήγ. παιδ. 403, Περί ξεν. A 402, Απολλών. 621, Ιμπ. (Lambr.) 300, Notizb. 150, Μαχ. 29623, 40631, 50821‑2, 61010, 67016, Σφρ., Χρον. μ. 9415, 21, 9830, 14028, Αλεξ. 2817, 2839, Ιστ. πολιτ. 2621, Έγγρ. του 1565 (Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 216), Επιστ. Αδελφ. 5216, Κατά ζουράρη 184149, Βίος Δημ. Μοσχ. 592, Ιστ. Βλαχ. 2211, Βακτ. αρχιερ. 170, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2518, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1824.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Γραμματοδιδάσκαλος (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. II1. Βλ. σχετικά Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 468 και Κουκ., ΒΒΠ Α1 105, 109, 136): Έχουν το οι γραμματικοί και πάντες οι σκουφάδες Διήγ. παιδ. 403. 2) Γραμματέας (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 3b): Περί του γραμματικού των διαθηκών και τις εντέχεται να το ποιεί Ασσίζ. 2641· Ακομή ορίσετε τον γραμματικόν να πέψει τον λογαριασμόν Μαχ. 50821‑2· Όρισε πάλι Αλέξανδρος γραμματικόν και κράζουν| και διαθήκην έκαμε Αλεξ. 2817.
γριά- η· γρα, Γαδ. διήγ. 245, 289, Αλφ. 1924, Πανώρ. Α΄ 240, 276, Β΄ 28, Κατζ. Δ΄ 67, 77, Κατά ζουράρη 88, Ερωτόκρ. Β΄ 121, 1500, Γ΄ 1597, Θυσ.2 44, 667, Ροδολ. Β΄ [493], Ε΄ [175, 317], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [399], Διήγ. ωραιότ. 206, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 298, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19416, 2255· γραιά, Πουλολ. 387, Λίβ. P 1076, 2030, 2233, Χρησμ. I 6, 40· γρε, Πανώρ. Γ΄ 291, 297· γρία, Ευγέν. 1497, 1513.
Από το αρχ. ουσ. γραία. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Οι τ. γρα και γρε και σήμ. στην Κρήτη (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 350).
Γυναίκα προχωρημένης ηλικίας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): σα γρα (ενν. η Νένα) και φρόνιμη όλα τα πίσω θώρει Ερωτόκρ. Β΄ 121· νιες και στεμένες του καιρού και γρες να ξαφορμίσου Ερωτόκρ. Γ΄ 1597· Η Σάρρα, που ’τον άκαρπη και γρα κατά τη φύση Θυσ.2 667· (προκ. για ζώο): με την γραιάν την αλωπούτσαν Χρησμ. I 6. Η λ. και στα τοπων. της Γριάς τ’ ανέβασμα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2656) και της Γρίας το πήδημα (Ευγέν. 485).
δεκαοκτώ,- αριθμητ., Διγ. (Trapp) Esc. 920· δεκοκτώ, Διγ. Z 1988, Κατά ζουράρη 115, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 72· δεκοχτώ, Ερωτόκρ. Ά́ 79.
Το μτγν. αριθμητ. δεκαοκτώ. Η λ. και σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. Ο τ. δεκοκτώ σε επιγρ. (L‑S Κων/νίδη).
Δεκαοχτώ.
δέρνω,- Σταφ., Ιατροσ. 7192, Σπαν. (Ζώρ.) V 460, Λόγ. παρηγ. O 486, Καλλίμ. 987, 1337, Ασσίζ. 731, 21015, 4805, Διγ. (Trapp) Esc. 1118, Χρον. Μορ. H 1780, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 785, Περί ξεν. A 157, 195, 400, Ερωτοπ. 627, Απολλών. (Wagn.) 619, Λίβ. Sc. 506, 3049, Λίβ. Esc. 731, Λίβ. N 606, 627, 697, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 276, 277, 295, 314, 375, Αχιλλ. (Haag) L 430, Αχιλλ. L 412, 614, 1244, Αχιλλ. N 529, 1715, Αχιλλ. O 18, 275, 563, Ανακάλ. 40, 80, Μαχ. 4622, Θησ. Β́ [262, 676], Ή́ [202], ΙΆ́ [83], Βουστρ. 474, Γαδ. διήγ. 10, Συναξ. γυν. 982, Σαχλ., Αφήγ. 674, Έκθ. χρον. 302, Ιμπ. (Legr.) 242, Κορων., Μπούας 42, 95, 118, Δεφ., Σωσ. 208, Δεφ., Λόγ. 374, 380, Πεντ. Γέν. XLI 23, Έξ. II 11, III 20, VII 27, IX 15, XXI 12, Λευιτ. XXVI 24, Αρ. III 13, XXV 14, XXXV 21, Δευτ. IV 46, XXVII 24, XXVIII 27, Αιτωλ., Μύθ. 104, 1107, Αιτωλ., Βοηβ. 83, Θρ. Κύπρ. M 523, Χρον. σουλτ. 8720, Πανώρ. Β́ 40, Ερωφ. Έ́ 100, Φαλλίδ. 128, Κατά ζουράρη 36869, Σταυριν. 1182, Ιστ. Βλαχ. 897, 1957, Ερωτόκρ. Γ́ 451, 1238, Δ́ 240, 517, 525, Έ́ 1057, Θυσ.2 72, Στάθ. Β́ 6, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 134, Συναδ., Χρον. 41, Ροδολ. Έ́ [544], Διήγ. ωραιότ. 717, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [187], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 113, Δ́ 83, Μαρκάδ. 345, Ιστ. Βλαχ. 2398 [= Γέν. Ρωμ. 40], Λεηλ. Παροικ. 599, Διγ. O 2028, 2456, 2852, Διακρούσ. 10514, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18718, 2497, 2996, 31615, 3192, 4054, 41319, 54920, 56711, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 502, κ.π.α.· δέρω, Γλυκά, Στ. 274, Προδρ. I 142, III 367 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 12630, 1475, 2694, 2714, Διγ. (Trapp) Gr. 1133, Αχιλλ. L 410, Μαχ. 2082, 22822, 67230, Πεντ. Γέν. III 15 δις, IV 15, XIV 15, XXXVII 21, Έξ. II 12, VIII 12, Λευιτ. XXIV 17, Αλφ. (Μπουμπ.) I 60, Θρ. Κων/π. (Mich.) 86, κ.π.α.· εδέρνω, Χούμνου, Κοσμογ. 1208, Ευγέν. 313· μτχ. δερμένος, Παλαμήδ., Βοηβ. 250.
Από το αρχ. δέρω (βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Χτυπώ, ραβδίζω, ξυλοκοπώ (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. δέρω II. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος δέρνει έτερον άνθρωπον, … το δίκαιον ορίζει … Ασσίζ. 21015· άλλον στα πλευρά έδερνεν και άλλον στο κεφάλι Διγ. O 2456. 2) α) (Προκ. για ήλιο, θάλασσα, άνεμο) πλήττω, προσβάλλω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 2): Εάν τον δείρει ο ήλιος πολλά και πονεί την κεφαλήν αυτού Σταφ., Ιατροσ. 7192· τρέχει και δέρνει (ενν. η θάλασσα) αδιάκριτα (έκδ. αδιάτρητα· βλ. ά. αδιάκριτα) της γης το περιγιάλι Στάθ. Β́ 6· ιδού εφτά στάχια (έκδ. στάχα) δαρμένα του λίβα Πεντ. Γέν. XLI 23· (μεταφ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ (Βλ. Δημητράκ., στη λ. 2): τον λογισμόν του δέρνει Δεφ., Λόγ. 380· πόθου χαλάζιν έδειρεν απέσω την ψυχήν σου Λίβ. Sc. 3049· όποιος τήν στράτα τους (ενν. της ζήλειας και του έρωτα) κρατεί, δέρνουν και τον παιδεύουν Δεφ., Λόγ. 374· έδειρεν (ενν. τον άνθρωπο) η τύχη Λόγ. παρηγ. O 486· δέρνει τους η ξενιτειά Περί ξεν. A 157· να απλώσω το χέρι μου και να δείρω την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 20· δέρνω όλο το σύνορό σου με τους βατρακούς Πεντ. Έξ. VII 27· φρ. δέρω το νου μου = βασανίζω τη σκέψη μου: συμβουλεύτουν με την βουλήν σου και με τους εδικούς σου, και μόνος και μοναχός σου και δέρε (έκδ. ʼδέ· διόρθ. Χατζ., Διασπ. Β′ 90) τον νους σου Μαχ. 21217· β) (προκ. για κάστρα, τείχη) προσβάλλω, επιτίθεμαι (Βλ. Δημητράκ., στη λ. 2): τότε προς τον πόλεμον κίνησε τον του κάστρου,| παράπεσε και δείρε το και θέλεις το κερδαίσειν Καλλίμ. 987· έδερνε τα τείχη της με την αρτιλαρίαν Κορων., Μπούας 118. 3) Καταβάλλω, νικώ: αλλάγια δέκα έδειραν και εξέβησαν ως άνδρες Αχιλλ. (Haag) L 430. 4) Τιμωρώ κάπ. (Η σημασ. στο Meursius): να δείρω εσάς απατά εγώ εφτά ιπί τα φταισίματά σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 24. 5) Θανατώνω κάπ.: έδερεν τον Αίγυφτο και επαράχωσέ τον εις τον άμμο Πεντ. Έξ. II 12. 6) Φρ. δέρω ψυχή = παίρνω τη ζωή κάπ., θανατώνω κάπ.: ανήρ ότι να δέρει παν ψυχή αθρώπου θανατωμό να θανατωθεί Πεντ. Λευιτ. XXIV 17· μη τον δέρωμε ψυχή Πεντ. Γέν. XXXVII 21. Β´ (Αμτβ.) παραδέρνω, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι: εσύ γαρ, ελεεινέ, οπού στα ξένα δέρνεις Περί ξεν. A 195. II. Μέσ. 1) (Προκ. για μάχη) συγκρούομαι, χτυπιέμαι με κάπ. (Βλ. και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δέρω 1β): εδέρνονταν οι βασιλείς στο σύγκρουσμα το πρώτον Θησ. Ή́ [202]. 2) Χτυπιέμαι από απελπισία, κόπτομαι· οδύρομαι, θρηνώ (Βλ. Μέγα [Θυσ.2 σ. 221]. Η σημασ. «θρηνώ» και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δέρω 2): κρούει εις το στήθος, δέρνεται, εξανασπά τας τρίχας Αχιλλ. N 1715· Κλαί’ η Φροσύνη, δέρνεται Ερωτόκρ. Δ́ 525.
διακονιάρης- ο, Γεωργηλ., Βελ. 722, 798, Ριμ. Βελ. 923, 934, Συναξ. γυν. 941, Κατζ. Δ́ 291, 315, Κατά ζουράρη 179, Στάθ. Ά́ 164, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 761.
Από το ουσ. διακονία-διακονιά και την κατάλ. ‑άρης. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. και στη λογοτ. (Δημητράκ.). Για τη λ. και το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β2 92.
Ζητιάνος (Η σημασ. στο Βλάχ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ. στη λ. 1): ήτονε βασταγαρόπουλος, πτωχός διακονιάρης Κατά ζουράρη 179· απού το κτύπο σου θαρρώ πως να ’σαι διακονιάρης (παραλ. 1 στ.).| Αλήθεια διακονίζομαι μόνο για την αγάπη Στάθ. Ά́ 164.
διατά,- επίρρ., Σπαν. A 636, Διγ. Z 55, Διγ. Esc. 168, Περί ξεν. A 308, 312, Λίβ. Esc. 4158, Ch. pop. 778, Βεντράμ., Φιλ. 137, Αιτωλ., Βοηβ. 29, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 395, 414, 415, Ιστ. Βλαχ. 2031, Διγ. Άνδρ. 35136, 35817, Ροδινός Νεόφ. 228· γιατά, Θησ. Ή́ [21], Αλεξ. 2863, Τριβ., Ταγιαπ. 272, Πεντ. Γέν. III 17, XII 13, XLIII 7, Δευτ. III 22, XX 4, Ιστ. Βλαχ. 2238, Διγ. O 1536, Εκατόλ. M 33· οδιατά, Κατά ζουράρη 32.
Η πρόθ. διά με το άρθρο τα. Για τον τ. γιατά βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 99, 444, 491. Ο τ. γιατά στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 902.
Για: ο πατήρ μου διατ’ εσένα έβαλε βίγλες Διγ. Άνδρ. 35136· πέντε φορές αραθυμώ, κόρη μου, γιατά σένα Εκατόλ. M 33· Κύριος ο Θεός σας αυτός οπού πολεμάει γιατ’ εσάς Πεντ. Δευτ. III 22.
εβδομηνταριά- η· εβδομηνταρά, Κατά ζουράρη 51.
Από το αριθμητ. εβδομήντα και την κατάλ. ‑αριά. Η λ. στο Somav. και σήμ. (Δημητράκ.).
Εβδομήντα περίπου (Η σημασ. και σήμ.): μίαν εβδομηνταρά μ(ουζούρια) ταγή Κατά ζουράρη 51.
εγγαστρώνω,- Ασσίζ. 14718, Ερμον. X μετά στ. 269, Χρον. Μορ. H 8031, Ιατροσ. κώδ. τμά́, ωιή́, Φλώρ. 102, 413, Απολλών. 344, Ιμπ. 47, Rechenb. 452, Χούμνου, Κοσμογ. 1150, Αλεξ. 145, Συναξ. γυν. 746, Απόκοπ. 426, Βεντράμ., Γυν. 217, Δεφ., Λόγ. 678, Πεντ. Γέν. XVI 4, 5, Διγ. Άνδρ. 32620, Βακτ. αρχιερ. 139, 146, Χριστ. διδασκ. 37, 69, 197, 214, Ροδινός Νεόφ. 229· αγγαστρώνω, Ασσίζ. 12017, 37027, Ελλην. νόμ. 52517‑8, Μαχ. 21424, Βουστρ. 476, Εκατόλ. M 9· γαστρώνω, Κατά ζουράρη 98, Ερωτόκρ. Ά́ 47, Δ́ 510, Διακρούσ. 907, Θυσ.2 43, 668, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17219, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 120· ’γγαστρώνω, Αλεξ. 159, 2829, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 585, 684, Σαχλ., Αφήγ. 783, Ιμπ. (Legr.) 46, Πένθ. θαν.2 88, Πεντ. Γέν. IV 1, 17, XVI 4, 11, XIX 36, XXI 2, XXIX 32, XXXI 10, XXXIII 13, XXXVIII 3, Έξ. II 2, Λευιτ. XX 16, Διγ. Άνδρ. 3136, Ευγέν. Πρόλ. 125· 309, 1211, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά́ [19], Έ́ [846], Διγ. O 550.
Το εγγαστρόω, που απ. τον 6. αι. (Lampe, Lex.). Για τη λ. βλ. Du Cange (λ. εγγαστρώνειν). Ο τ. αγγαστρώνω στη Λευκάδα (Λάζαρης, Λευκαδ. 12). Ο τ. γαστρώνω σε ιδιώμ. (Κουκ., Αθ. 49, 1939, 95). Οι τ. γαστρώνω και ’γγαστρώνω και σήμ. (Δημητράκ., λ. γαστρώνομαι και γκαστρώνω).
Καθιστώ κάπ. έγκυο: και δεν σμίγονται να ρίξει σπόρον να ’γγαστρωθεί, μόνον εγγαστρώνονται από το νερόν και από το πνεύμα του ανέμου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 55r· πιάνει (ενν. ο Αβραάμ) την σκλάβαν του και εγγαστρώνει την Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 127v. Η μτχ. ως επίθ. (προκ. για γυναίκα ή ζώο θηλυκό) = έγκυος (Για τη σημασ. βλ. Du Cange, λ. εγγαστρώνειν και Δημητράκ., λ. γαστρώνομαι και γκαστρώνω 1): βαπτίζονται και γυναίκες εγγαστρωμένες Βακτ. αρχιερ. 139· ο όγκος της κοιλίας σου δείχνει σ’ εγγαστρωμένη Φλώρ. 102· το ποίμινιο και το βουκόλιο ’γγαστρωμένα Πεντ. Γέν. XXXIII 13· (μεταφ.): αν εν’ ο κόσμος ’γγαστρωμένος και τυπώνει| πράγματα τόσον θαυμαστά με πλήσια| τέχνη Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά́ [19].

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- σασσινάρω, Κατά ζουράρη 64, 152 (έκδ. σασκυαρισμένους· διορθώσ. σασσιναρισμένους).