Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 8 εγγραφές  [0-8]

  Βιβλ.αναφορά : Κατάλοιπ. Λάμπρ.

  • αμιράκι  
    το, Κατάλοιπ. Λάμπρ. 10416.
    Από το ουσ. αμιράς. Πβ. το σημερ. αγαδάκι (ΙΛ).
    Μικρός αμιράς (πιθ. με τάση μειωτική): Κι εθυμώθη το αμιράκι| και ουαί στην Κύπρο έχει| και ομοίως και την Κρήτην Κατάλοιπ. Λάμπρ. 10416.
       
  • βαρύπολις  
    η, Κατάλοιπ. Λάμπρ. 100.
    Από το επίθ. βαρύς και το ουσ. πόλις.
    Δυστυχισμένη πόλη: συ βαρύπολι Βυζαντίη Κατάλοιπ. Λάμπρ. 100.
       
  • γκρινιάζω·  
    αγρινιάζω, Συναξ. γυν. 259· γρινιάζομαι, Κατάλοιπ. Λάμπρ. 119· γρινιάζω, Πανώρ. Β΄ 10, Ερωτόκρ. Α΄ 1972· μτχ. παρκ. γρινιασμένος, Κατζ. Β΄ 93, Ερωτόκρ. Α΄ 1954, Β΄ 469, 1485, 1506, Δ΄ 1826, Θυσ.2 1104.
    Από το ουσ. γκρίνια και την κατάλ. ‑άζω (Βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. γκρινιάζω και Meyer, NS IV 24-5). Η λ. και ο τ. γρινιάζω στον Κατσαΐτ., Θυ. Ε΄ 684 και Κλ. Προοίμ. 7. Η λ. και οι τ. γρινιάζω και γρινιάζομαι και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Δυσανασχετώ, σκυθρωπιάζω, γκρινιάζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): κι εύκολα κείνοι που μπορού κι οι αφέντες οπ’ ορίζου| σ’ έτοια μεγάλα σφάλματα γρινιάζουν και μανίζου Ερωτόκρ. Α΄ 1972. 2) (Μέσ.) φαγώνομαι από γκρίνια, καβγαδίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): τα ψωμία, θωρώ, συγκόπτουν αποδώθεν απεκείθεν εις επτά και οκτώ κομμάτια και γκρινιάζονται αλλήλως τις να πάρει πλεότερό της Κατάλοιπ. Λάμπρ. 119. 3) Η μτχ. παρκ. γρινιασμένος ως επίθ. = κατσουφιασμένος, κακόκεφος, σκυθρωπός: Του γρινιασμέν’ η κονταρά εις το λαιμό αποκάτω| ήδωκε του Ρωτόκριτου Ερωτόκρ. Β΄ 1485· (μεταφ.): Σαν περιστέρες όντε δου τη θάλασσ’ αγριεμένη| και την Ανατολή θαμπή, τη Δύση γρινιασμένη Ερωτόκρ. Δ΄ 1826· κάμπος οπού γίνηκε το γρινιασμένον όρος Θυσ.2 1104.
       
  • δεκάδα 
    η, Χούμνου, Κοσμογ. 1481, Κατάλοιπ. Λάμπρ. 114.
    Το αρχ. ουσ. δεκάς. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. δεκάς).
    Ο αριθμός που αποτελείται από δέκα μονάδες (Πβ. L‑S, λ. δεκάς ΙΙ): επτά λέγω και δεκάδα Κατάλοιπ. Λάμπρ. 114.
       
  • επιβατώ. 
    Από το ουσ. επιβάτης και την κατάλ. ‑ώ.
    Καβαλικεύω: ίπποι επιβατούμενοι Κατάλοιπ. Λάμπρ. 120.
       
  • επτάλοφος,  
    επίθ., Κατάλοιπ. Λάμπρ. 115, Ιστ. Βλαχ. 2411 [= Γέν. Ρωμ. 51 ], Τζάνε, Κρ. πόλ. 5778.
    Το μτγν. επίθ. επτάλοφος.
    (Επίθ. που αποδίδεται στην Κων/πολη): κλαύσατε την επτάλοφον εξ όλης της καρδίας Ιστ. Βλαχ. 2466 [= Γέν. Ρωμ. 88].
       
  • θετός, 
    επίθ.
    Το αρχ. ρηματ. επίθ. θετός. Η λ. και σήμ. ως λόγ.
    Τοποθετημένος, τακτοποιημένος: τα ’χασι θετά ... με γνώσιν Φαλιέρ., Θρ. 333. Το αρσ. ως ουσ. = υιοθετημένο παιδί: καλοϋιός μου δωδεκάτος,| ουχ υιός μου, αλλά θετός μου Κατάλοιπ. Λάμπρ. 1031.
       
  • ξεφυτρώνω, 
    Σαχλ., Αφήγ. 780, Χούμνου, Κοσμογ. 308, 371, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 53ω, 290r· εξεφυτρώνω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 133r (υποτ. αορ. εξεφυτρώσει).
    Από το επιτ. ξε‑ και το φυτρώνω. Μέσ. ξεφυτρώνομαι στο Somav. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    1) Φυτρώνω: εις αυτές τες πατημίες δεν ξεφυτρώνει, μήτε θέλει ξεφυτρώσει ποτέ χόρτον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 92v· άρχισε να ξεφυτρώνει| νέον χορταράκιν άσπρο Κατάλοιπ. Λάμπρ. 113· θεωρεί (ενν. η παρθένος Μαρία) εις τον τόπον απού εκείτετόνε πολλά χορτάρια ξεφυτρωμένα κόκκινα ωσάν τα άκρη του βάτου Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 421· (εδώ σε μεταφ.): αστάχυα θέριζε (ενν. ο Χάρος) ξερά κι άλλα ξεσταχυασμένα| κι άλλα ʼκοπτε πλησότατα, μόνο ξεφυτρωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 16726· (εδώ σε παρομοίωση): τα δυο κορμιά να ʼνʼ περιλαμπωμένα| σα δυο δεντρά που σμίγουσι κι ομάδι ξεφυτρώνου| κι ομάδι θρέφουνται στη γη κι ομάδι μεγαλώνου Πανώρ. Β́ 191. 2) Βγάζω ρίζες και κλαδιά: όταν ιδεί (ενν. ο Λωτ) και εκείνοι οι δαυλοί θέλουν εξεφυτρώσει, τότες να ηξεύρει ότι εσυγχώρησε ο Θεός εκείνην την αμαρτίαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 133r. 3) (Μεταφ.) γεννιέμαι: το τέκνο, απού καρπός του γάμου ξεφυτρώνει,| καρπός κυρού, το βάρος πλια τση μάνας ανασώνει Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 423. 4) (Προκ. για πρόσωπο) εμφανίζομαι απροσδόκητα: Μα σάλαγο αγροίκησα. Θαρρώ ξεφυτρωμένοι| να ’ναι οι στρατιώτες κι έρχονται περίσσια θυμωμένοι Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 55. 5) (Σε παρομοίωση, προκ. για κατάσταση) αρχίζω, ξεκινώ: ’ς τούτο τον κόσμο η μοναρχιά σα δένδρο ξεφυτρώνει| και αγάλια αγάλια θρέφεται, ριζώνει και ψηλώνει Ζήν. Έ́ 375. 6) (Μειωτ., προκ. για κατάσταση, γεγονός, κλπ., δυσάρεστο ή επιζήμιο) παρουσιάζομαι, συμβαίνω: τες διάφορες αίρεσες οπού εκεί (ενν. εις την επαρχίαν του πτωχού της Αλεξάνδρειάς) εξεφύτρωσαν Ροδινός (Βαλ.) 105· λέγουσι (ενν. ο λαός) του Φαραώ τσ’ Εβραίους να λυτρώσει,| πάλι αυτούν’ η παίδευσις να μην τως ξεφυτρώσει Χούμνου, Κοσμογ. 2372. 7) (Εδώ προκ. για την κατασκευή του χρυσού μόσχου από τους Εβραίους) προκύπτω, εμφανίζομαι, «βγαίνω»: πιάνουν και αναλιγώνουν τα (ενν. τ’ ασημοχρούσαφα), εις λάκκο αυτούνα γέρνουν.| Μοσχάριν εξεφύτρωσε με κέρατα μεγάλα·| σ’ αυτό την πίστιν δίδουσι κι εκ τον Θεόν την ’βγάλα Χούμνου, Κοσμογ. 2713. Φρ. μου ξεφυτρώνουν κέρατα στην αυλή, βλ. κέρατον.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης