Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγγαρεύω,
- Μυστ. (Vogt) 60, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6727, Δούκ. (Grecu) 3016, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ις́· αγγαρεύω ή εγγαρεύω, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1792· αγγαρεύγω, Δωρ. Μον. (Buchon) XLII· ʼγγαρεύγω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 212. ’γγαρεύω, Άσμα διερμ. 212· μτχ. αγγαρεμένος, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 234, Δούκ. (Grecu) 14912· εγγαρεμένος, Σπαν. (Hanna) A 224.
Η λ. ήδη σε επιγρ. (L‑S) και παπυρ. (Preisigke-Kiessling). Ο τ. ’γγαρεύω πιθ. από μετρ. αν. Για τον τ. εγγαρεύω βλ. και Frisk, Wört. λ. άγγαρος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Επιβάλλω αναγκαστική εργασία σε κάποιον: και τινάς να μηδέν τους εμποδίζει, ουδέ να τους αγγαρεύγει, κατά το χρυσόβουλλον Δωρ. Μον. XLII· Περί πλεονεξίας των αρχιερέων και κληρικών, Ότι να μην είναι πλεονέκται, ουδέ να αγγαρεύουν τους λαϊκούς χριστιανούς Βακτ. αρχιερ. 173 ις́· οι άρχοντες και οι πραματευτάδες να μηδέν αγγαρεύονται Επιστ. Μωάμ. 6727.
Αμμοχωστιανός- ο, Ροδινός (Βαλ.) 192· Αμμουχουστιανός, Βουστρ. 455, 456, 463· Αμμοχουστιανός, Βουστρ. 539· Αμουχουστιανός, Μαχ. 15018, 3944· Αμοχουστιανός, Μαχ. 8030, 3946, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 771.
Από το τοπων. Αμμόχωστος και την κατάλ. ‑ιανός. Η λ. και σήμ.
Ο κάτοικος της Αμμοχώστου, ο καταγόμενος από την Αμμόχωστο: οι Αμουχουστιανοί αρματώσαν μίαν σατίαν και επήγαν εις την Συρίαν Μαχ. 27234· έμπαιναν και εβγαίνναν οι Αμοχουστιανοί εις την Λευκωσίαν Μαχ. 55028‑9.
κλύζω,- Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 309r, Κυπρ. ερωτ. 42, 1173.
Το αρχ. κλύζω.
I. (Ενεργ.) πλημμυρίζω· (εδώ μεταφ.) καταστρέφω, ρημάζω: την ζωήν μου τέλειωσέν την (ενν. ο πόθος),| ολότελά ’κλυσέν την| τ’ ανέσβηστον λαμπρόν του Κυπρ. ερωτ. 9616· εκομπώθησαν διά το κέρδος και όλοι ετζενιάστησαν και εκλύσαν το νησσίν· πόσες εμείναν χήρες και ορφανοί και εις το διακόνιον από τους Γενουβήσους Μαχ. 3928‑9 (το χωρίο εσφαλμ. στο ά. εκλύω). II. (Μέσ.) καταστρέφομαι, ρημάζω: εμείναν τα τσιφλίκια του γέρημα και κλυσμένα Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 24.
κυρίτσης- ο, Notizb. 80, Σφρ., Χρον. μ. 416, Έκθ. χρον. 4718, Ψευδο-Σφρ. 2505.
Από το ουσ. κύρης και την κατάλ. ‑ίτσης (Για την κατάλ. βλ. Georgac., The -ιτσ- suffixes πολλ.). Η λ. ως παρών. (Βλ. σημασιολ.) πιθ. από παρετυμ. ή συμφ. με το τουρκ. kirişçi-küreşçi (Βλ. Mor., Byzantinot. 2 175, αλλά και Georgac., The -ιτσ- suffixes 162, 367). Η λ. στο Somav. (λ. κυρίτζης) και σήμ. (Βλ. Georgac., The -ιτσ- suffixes 161-3 κ.α.).
(Ως τιμητικός τίτλ.) (1) κύριος, άρχοντας: Εκείνη είναι και αρχόντισσα, για να μην ειπώ και τον κυρίτση μαζί Πηγά, Χρυσοπ. 333 (2)· (2) αξιωματούχος: Πολλοί ιερομόναχοι και μητροπολιτάδες| εσυνακολουθήσασιν, του κλήρου κυριτσάδες Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 436. Η λ. ως κύριο όν: Ηγόρασε δε αυτόν τις άρχων ονόματι Κυρίτσης εν τῃ Αδριανουπόλει Έκθ. χρον. 3013. Η λ. ως παρων.: ήλθεν ο αμιράς, ο και Κυρίτσης και Μεχεμέτης Σφρ., Χρον. μ. 822.
λίτε- η, Μορεζίν., Διαθ. 484· λίτη, Κυπρ. χφ. 159, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 86, 135, 410, 432.
Το ιταλ. lite. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 878, Λουκά, Γλωσσάρ. 282 και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 84) καθώς και στην Κρήτη (Βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 337, λ. λίτε). Η λ. σε έγγρ. του 17 αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 116, 134, 161, 164).
1) Δίκη: έχομεν μίαν λίτε … με τους αφέντες τους Μπόνους και άλλην μίαν … εις την Βενετίαν, ανίσως και … ο Θεός θέλει … να τες κερδαίσομε Μορεζίν., Διαθ. 484. φρ. γυρεύεται η λίτη = διεξάγεται η δίκη (Βλ. Παπαδόπουλο Θ., Κυπρ. Σπ. 55, 1981, 123, λ. γυρεύομαι): σεφέριν ήτονε απάνω εις την Κρήτην| και βολετόν δεν ήτονε να γυρευτεί η λίτη Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 76 2) (Συνεκδ.) καταδικαστική απόφαση· θάνατος: Τειχιά της χώρας πέσετε κι οι αναστεναγμοί μας| λίτε (έκδ. μήτε διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 591 = Ξανθ., Μελετ. σ. 250) να δώσουν στην καρδιάν να σβήσουν την ζωή μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 1958. 3) (Συνεκδ.) πράξη που «καταδικάζεται» από την κοινωνία: άδικος, κλέπτης να γενεί μάλλον κι αζιγανάρης,| λίτες (έκδ. δίδε· διόρθ. Ξανθ., Μελετ. σ. 404) και δώσω να αγαπά να φαίνεται μανιάρης Σαχλ., Αφήγ. 332.
μάγγανον- το, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 148, Πανάρ. 6526, 745, Μαχ. 45411, 46217, 20, 49026, 68226, Βουστρ. 417, Χρον. σουλτ. 809, 37, 905.
Το μτγν. ουσ. μάγγανον. Η λ. και σήμ.
1) Βαρούλκο, γερανός: τείχη θαυμαστότατα και φυσικά στηλώσας (ενν. ο τεχνίτης) (παραλ. 3 στ.) εκτός μαγγάνων και πριών και άνευ εργαλείων Διήγ. πόλ. Θεοδ. 80. 2) Πολιορκητική μηχανη, καταπέλτης: Το πρώτον μάγγανον ήτον έναν ξυλόκαστρον και ήτον τρίπατον με γ΄ περδεσκίες … και μέσα είχεν έναν πετροκόπον και με τα αργαλεία του διά να τρυπήσουν τον τοίχον του κάστρου Μαχ. 48235· έφεραν μάγγανα και αργαλεία, ότι επετάσσαν πέτρες τόσον μακρά ως γοιόν καλόν δοξάριν Μαχ. 46211· εφέρανε εις τον τοίχον τα μάγγανα του πολέμου Χρον. σουλτ. 754. 3) Δόκανο, παγίδα (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 286, 417): Εάν δε στήσουν μάγγανον πολλάκις να σε πιάσουν (ενν. εσένα την αλωπού) Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 289. 4) α) Συμπιεστικό μηχάνημα, πιεστήριο (ελαιοτριβείου, οινοποιείου, κ.ά.· πβ. και ά. τσιπουρομάγγανον): Άριστος του την ήσφιξε (ενν. τη χέρα) ’ποκάτω τση μασκάλη.| Μηδέ στροφίδι μάγγανου τέτοιο σφιμό δεν κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1851 Επήρεν έναν σφάλαγγαν κι ήτον στρογγυλισμένος,| καθολικά σαν μάγγανον αυτός ήτον φθειασμένος Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 256· β) πιεστήριο επεξεργασίας υφασμάτων, κυρίως μεταξωτών, για να αποκτήσουν στιλπνότητα και ποικίλη διακόσμηση (Πβ. και το ιταλ. mangano. Λιγότερο πιθανό να πρόκ. για κλωστικό μηχάνημα ή αργαλειό κεντήματος· βλ. Δημητράκ. στη λ. 7, 8. Η σημασ. και σε έγγρ. του 17. αι.· βλ. Γριτσόπουλο, ΕΕΒΣ 20, 1950, 223 και Ελλην. 13, 1954, 153): τα δε επιτραχήλια μέρος είναι μαγγάνου| μετά αγίων κύκλοθεν και συν τες εορτάδες Παϊσ., Ιστ. Σινά 662· καλύμματα όλα του μαγγάνου Διήγ. Αγ. Σοφ. 15712. Η λ. στον πληθ. ως τοπων.: Chron. br. (Loen.) 9.
μαγεία- η, Λίβ. Esc. 3647, Λίβ. N 2467, 2599, Αιτωλ., Μύθ. 801, Ευγέν. Πρόλ. 11· μαγειά, Αλεξ. 9, 60, 91, 264, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β'67, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 752.
Το αρχ. ουσ. μαγεία. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 290). Η λ. και σήμ.
1) Μαγεία, μαγική τέχνη: έμαθα …| … να προλέγω μαντικώς των ανθρώπων τά πάσχουν| και δόκιμος εφάνηκα εις της μαγειάς το έργον,| να συντυχαίνω δαίμονας και νύκτας ασελήνους Λίβ. P 1914. 2) (Ιδίως στον πληθ.) α) ενέργεια με μαγική επίδραση, μάγια: φοβούμενος τον Μαξέντιον ότι ήξευρεν αυτόν μέγαν μάγον και ότι με τας μαγείας του εκατόρθωνε πολλά Χρον. 308· Γεράκι πιάνει ’Κτεναβός και κάμνει τη μαγειά του,| για να το δει ο Φίλιππος στην υπνοφαντασά του Αλεξ. 153· β) κάθε μέσο που χρησιμοποιείται για μαγικό σκοπό: το να τους αγαπούν δυνατά (ενν. οι γυναίκες τους ανθρώπους), τότε γυρεύγουν (ενν. οι γυναίκες) να τους αποβγάλουν (ενν. τους άνδρες) και ταγίζουν τους πράγματα βραστικά και μαγείες Μαχ. 57423· ήβρεν και μαγείες, καμώματα εις το κατέφλιον της πόρτας του και έγιναν πολλά κριτήρια (το παράθεμα από το ίδιο το χφ φ 36r κατά ανάγνωση του Α. Καραναστάση) Συναδ., Χρον. 42.
μαζουλίζω,- Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 501.
Από το ουσ. μαζούλης (Βλ. ά. μαζίλης, ετυμολ.) και την κατάλ. ‑ίζω.
Αφαιρώ αξίωμα, καθαιρώ (εσφαλμ. η ερμηνεία του Παπαδόπουλου Θ. [Ιστ. μακαρ. Μαρκ. σ. 130]): Χαρτιά τους στέλλει ο Γιωργής να τονε μαζουλίσουν,| ’πό το δραγουμανίκιν του να τον εξοστρακίσουν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 511.
μανιέρα- η, Ξόμπλιν φ. 129r, 133r.
Το ιταλ. maniera. Η λ. σε έγγρ. του 15. αι. (Σακ., Κυπρ. Β΄1), σε δημ.τραγ. (Δημ. άσμ. θ΄ 93, Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. A 2132, 289α κ.α.) και σήμ. στην Κύπρο (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 85).
1) Τρόπος, μέθοδος: ένι αδικιά την ποιαν κράζουσιν αντροπή, η ποια ένι εις πολλές μανιέρες. Η πρώτη ένι α σκοτώσει τινάν άδικα, … το φονικόν Άνθ. χαρ. 29813. 2) Ευγενικός τρόπος, υπερήφανη στάσις υπερηφάνεια: τον μισέρ Μαρκουλήν είχαν τον στην καγίναν έχασεν τες μανιέρες του και την αλαζονείαν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 710.
μανιεράτος,- επίθ.
Από το ουσ. μανιέρα και την κατάλ. ‑άτος. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 85· πβ. και Πιλαβάκη, Πρακτ. Α′ Κυπρ. Σ Γ΄ 280).
Που έχει ευγενικούς, επιτηδευμένους τρόπους: δεν ήτον υπερήφανος αλλ’ ουδέ μανιεράτος,| ωσάν αυτόν τον Μαρκουλήν, οπού ’χεν τόσον κράτος Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 521.
Μαραθοβουνιώτης- ο, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 703.
Από το τοπων. Μαραθόβουνος και την κατάλ. ‑ιώτης. Τ. Μαραθογουνιώτης σε δημ. τραγ. (Παπαδ. Θ., Επετ. Κύπρ. 6, 1972/73, 428).
Αυτός που κατάγεται από το Μαραθόβουνος: Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 556.
μάρτζος- το.
Από το ουσ. μαρτζασίο(ν) (βλ. ά.) αναλογ. με το ουσ. σκάρτζος (Βλ. Παπαδόπουλο Θ. [Ιστ. μακαρ. Μαρκ. σ. 130]).
Ζώο κοπαδιού (?) (Βλ. Παπαδόπουλο Θ., [Ιστ. μακαρ. Μαρκ. σ. 130] — κατά Μ. Χριστοδούλου —, εκτός αν πρόκ. για χρηματική παροχή σχετ. με κοπάδι ζώων): τα χαρτιά εδώκασιν του Λουκα από τ’ Άρσος,| «τινάς», είπαν του, «μεν τα δει και κόβγομέν σε μάρτζος» Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 552.
μαρτύριο(ν)- το, Θησ. Β΄ [164], Γ΄ [46, 223, 451], Δ΄ [417], Ϛ΄ [65], Ζ΄ [655], Η΄ [321], Ι΄ [183], Άνθ. χαρ. 29719, Συναξ. γυν. 1090, Βεντράμ., Φιλ. 72, Περί γέρ. 83, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 117, Θρ. Κύπρ. M 75, Παϊσ., Ιστ. Σινά 309, Κυπρ. ερωτ. 1204, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [380], Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 319, 335· μαρτυρίο, Αλεξ. 1064.
Το αρχ. ουσ. μαρτύριον. Ο τ. μαρτυρώ για ομοιοκαταληξία (Βλ. και Holton [Αλεξ. σ. 266]). Η λ. και σήμ.
1) α) Μαρτυρία, απόδειξη, τεκμήριο: Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 11, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2095· β) (προκ. για τις πλάκες με το δεκάλογο του Μωυσή στις εκφρ. κιβωτός και σκηνή του μαρτυρίου): ο Εβραίος χρη ομνύειν επάνω εις την Κιβωτόν του μαρτυρίου του Ασσίζ. 48517· προστέτακται Μωυσής υπό Κυρίου| στήσαι την θεοτύπωτον σκηνήν του μαρτυρίου Παϊσ., Ιστ. Σινά 1438. γ) διαταγή, εντολή· παράγγελμα, διδαχή: δέομαι σου, δέσποτα, χάρισε μοι το παιδίον τούτο, ίνα παραμείνῃ εν τῳ κόσμῳ τούτῳ και πλείονα βιώσει πάντων ... τηρών τας εντολάς σου και τα μαρτύριά σου Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 15719. 2) α) Κακουχία, βασανιστήριο, παιδεμός: επιάσαν τον πρωτοπαπά και εσφίξαν τον και επήραν το δικόν του· … και εποίκαν του πολλά μαρτύρια Βουστρ. 458· πολλοί επεθάναν εις το μαρτύριον Μαχ. 4383· Αφήνω τη (ενν. την ψυχήν) στες κόλασες, …| … στου άδη τα μαρτύρια Θησ. Ι΄ [1054]· μαρτύριον της καρδιάς μου Θησ. Θ΄ [814]· β) βασανισμός και θανάτωση (συν. χριστιανού για την πίστη. μαρτυρικός θάνατος: του μαρτυρίου λιθασμοί και πάσα τιμωρία,| ήν πέπονθεν (ενν. ο Στέφανος) ως αθλητής Παϊσ., Ιστ. Σινά 1208· του αθλοφόρου του Χριστού μεγάλου Γεωργίου| του λάμψαντος ώσπερ αστήρ δια του μαρτυρίου Παϊσ., Ιστ. Σινά 1356· (προκ. για πολεμικό αγώνα «υπέρ πίστεως»): πίστην και την καλήν βουλήν και μεγαλοψυχίαν, (παραλ. 1 στ.) … μετ’ αυτάνα τ’ άρματα θωρώ κι επιθυμάτε| στο άξιον μαρτύριον για τον Χριστόν να πάτε Αχέλ. 927. 3) Μεγάλη δοκιμασία. ταλαιπωρία, βάσανο: βλέποντα την ζωίτσα σου …| να στέκει άθλια γιατ’ εμέν, ουαί, ’ς τόσο μαρτύριον Θησ. Ι΄ [744]· Αγάπη δεν με θέρμανε αλλ’ ουδ’ επιθυμία| και δίχως να ’χω φθαίσιμον γροικώ πολλά μαρτύρια Θησ. Η΄ [1014].
μαχλούζιν- το.
Από το αραβοτουρκ. mahlûc (Βλ. και Παπαδόπουλλο Θ. [Ιστ. μακαρ. Μαρκ. σ. 130]).
Εκκοκισμένο βαμβάκι· (εδώ πιθ. συνεκδ.) εκλεκτής ποιότητας βαμβακερό ύφασμα ή ένδυμα: Οι χριστιανοί από τον φόβον τους όλοι τον ετρομάσσαν,| κουμάχια, μαχλούζια και άσπρα του ετάσσαν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 274.
μεθοδεύω,- Ψευδο-Σφρ. 2108.
Το μτγν. μεθοδεύω. Η λ. στον Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 36 ως νομ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Κάνω κ. μεθοδικά· (εδώ) δίνω οδηγίες, υποδεικνύω τη μέθοδο για κ.: Ο … Απόκαυκος ελθών του μεθοδεύσαι τας σκηνάς πώς δει πήξαι τοις αρχιτέκτοσιν Δούκ. 454. 2) α) Αντιμετωπίζω, χειρίζομαι με σύστημα μια κατάσταση, διευθετώ: χειμώνος επιγενομένου οι ίπποι πλείστα εσαθρώσαντο. Ο δε βασιλεύς την των ίππων μεθοδεύων κυλλότητα … τα ευγενή των οχημάτων συνέλεγε Ψευδο-Σφρ. 2104· β) αναμετρώ, μελετώ καλά, αξιολογώ: ο Μίλτζας ελθών εις μάχην φανεράν εν τινι τόπῳ δυσκόλῳ, ο αμιράς δε μεθοδεύων το του τόπου ατύχημα την μάχην καταλιπών ανεχώρησεν Ψευδο-Σφρ. 22215. 3) Σοφίζομαι, επινοώ: αύθις ο βασιλεύς μεθοδεύων μηχανάς, ίνα παντελώς νικήσει τον Μωσήν … τον … Ορχάνην … αυθέντην επέβαλε Ψευδο-Σφρ. 22625. 4) (Προκ. για αριθμητ. πρόβλημα) υπολογίζω, λύνω: Το τοιούτον πρόβλημα των κρουνών μεθοδεύεται ούτως Rechenb. (Vog.) 657. IΙ. (Μέσ.) σοφίζομαι, τεχνάζομαι: Σαν είδεν ο Μαρκουλής πως πάσιν ν’ αγκαλέσουν,| τέχνες εμεθοδεύτηκεν, πας και να τον ’φελέσουν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 566.
μεθύω,- Σταφ., Ιατροσ. 7190, Ερμον. Γ 27, Αχιλλ. N 350, Δούκ. 20124, Σφρ., Χρον. μ. 467, 8, Έκθ. χρον. 744, Βακτ. αρχιερ. 162· μεθύω ή μεθ(υ)ώ, Σπαν. A 246, Σπαν. P 129, Κρασοπ. 98, Χρον. Μορ. H 8301, 8305, Ιατροσ. κώδ. χοβ΄, Βεν. (Λάμπρ.) 55, Θησ. Ε΄ [248], Γαδ. διήγ. (Wagn.) 434, Δεφ., Λόγ. 154, 452, Πεντ. Γέν. IX 21, XLIII 34, Πηγά, Χρυσοπ. 120 (34), Συναδ., Χρον. 32, Τζάνε, Κρ. πόλ. 40927· μεθυώ, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 229, 243, 497, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 330· μεθώ, Χούμνου, Κοσμογ. 1144, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15211, Σοφιαν., Παιδαγ. 289, Ιστ. Βλαχ. 2048, 2105, 2111, 2120, Τζάνε, Κρ. πόλ. 8227, 10922.
Το αρχ. μεθύω. Ο τ. μεθυώ στο Βλάχ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄, λ. μεθύω) και την Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 655, λ. μεθιώ). Ο τ. μεθώ, που απ. και σήμ., από τον αόρ. εμέθυσα (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 273). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Κάνω κάπ. να περιέλθει σε κατάσταση μέθης, μεθώ κάπ.: Αν έπιναν οι άγγελοι κρασίν ώσπερ εμένα| και να εκάθιζα ομού μετά των αρχαγγέλων,| εις εκατόν νυχθήμερα ήθελα τους μεθύσει Κρασοπ. 93. 2) (Μεταφ.) ενθουσιάζω, προκαλώ ψυχική έξαρση: γεμώνει (ενν. ο κεχαριτωμένος λόγος του Σωτήρος) και μεθεί, διά να ειπώ προφητικόν, όλην την γην Πηγά, Χρυσοπ. 91 (19). Β´ Αμτβ. 1) Περιέρχομαι σε κατάσταση μέθης: πως το κρασί τον άνθρωπο βγάνει οκ τα λογικά του!| Ο καίσαρ βλέπω εμέθυσε κι έχασε την ανδρειάν του Ζήν. Ε΄ 146· εάν ψεύδος ελάλησας …, Στάφυλος ψεύτρια, … το αίμα σου να πίνουν οι άνδρες να μεθούσιν Πωρικ. V 87· αστέρας βλέπουσι (ενν. οι πένητες) …| και ομοιάζουν … ότι είναι μεθυσμένοι Προδρ. II 93· ο μεν νους γαρ του ερώντος| ομοιάζει μεθυόντος Ερμον. Γ 21. 2) (Μεταφ.) ζαλίζομαι, αποχαυνώνομαι: όταν Πενθίος εξύπνησε, του ύπνου μεθυσμένος Θησ. Ε΄ [373]. 3) (Μεταφ.) παραλογίζομαι: όταν τηνε προσπαθείς,| λέγει σε ότι μεθείς·| δος την μόνον εξουσίαν| και να ιδείς κακοδοξίαν Συναξ. γυν. 1131. IΙ. (Μέσ.) περιέρχομαι σε κατάσταση μέθης: χρουσήν λακάνην έστησαν με το κρασίν εμπρός του,| ωσάν ο μαύρος μεθυστεί και αρχίσει διά να παίζει Αχιλλ. L 267.
μηδέν, (I),- μόρ., Σταφ., Ιατροσ. 15430, Σπαν. A 377, 449, 631, Προδρ. III 42, IV 174 χφφ CSA κριτ. υπ., Καλλίμ. 1256, Ασσίζ. 1524, 6029, 6925, 38519-20, Διγ. Z 445, 2030, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 130, 488, 1530, Χρον. Μορ. H 3865, 4113, 6951, Φλώρ. 554, Ιμπ. 199, 231, Φαλιέρ., Ιστ.2 285, 393, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 248, Ανακάλ. 42 δις, 44, Μαχ. 1012, 269, 36432, 33, 37237, 37413, 21, 42621, 5327, Βουστρ. 423, Συναξ. γυν. 135, Απόκοπ.2 478, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 166v, 283r, Αχέλ. 2458, Κυπρ. ερωτ. 2418, 463, 683, Πανώρ. Α΄ 64, Β΄ 137, Ερωφ. Β΄ 359, Ιντ. γ΄ 95, Δ΄ 117, Βοσκοπ.2 430, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 300, 350, Δ΄ 419, Θυσ.2 84, 342, κ.π.α.· μεν, Αχιλλ. L 347, 485, 1132, Απαρν. 4, Ανακάλ. 88, Μαχ. 1233, 268, 42623, 36429, 37234, 3742β, 53229, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 979, Βουστρ. 419, 422, 443, Πένθ. θαν.2 Β1, 40, 59, Αλφ. 1081, Κυπρ. ερωτ. 211, 26, 1111, 745, 7725, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 99, 552, κ.π.α.· μηδέ, Φαλιέρ., Ιστ.2 287, 288, 510, 693, Ριμ. Βελ. 718, Απόκοπ.2 227, Αγν., Ποιήμ. Β 61, Κυπρ. ερωτ. 225, Πανώρ. Αφ. 29, Α΄ 19, Β΄ 372, Γ΄ 106, Ερωφ. Πρόλ. 93, Α΄ 226, 471, Γ΄ 21, 161, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 653, 711, Β΄ 945, Θυσ.2 150, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 16, Λεηλ. Παροικ. 220, Τζάνε, Κρ. πόλ. 46912, Τζάνε, Κατάν. 462, 531, κ.α.· μήδεν, Κυπρ. ερωτ. 11642, 1238· μουδέν, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 23.
Το ουδ. της αρχ. αντων. μηδείς ως αποφατικό μόρ. (Για την εξέλιξη βλ. Jannaris, Hist. Gramm., Λονδίνο 1897, 425-7. Για την ενδιάμεση επιρρ. χρ. πβ. L‑S, λ. μηδείς III, Bauer, Wört., λ. μηδείς 21bβ). Ο τ. μεν με αποβολή του δ και συγκοπή (Βλ. Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 150 = Μενάρδ., Γλωσσ. μελ. 5, Pern., Ét. linguist. Β΄ 393 σημ., Hadjioannou, Beginning of Cypr. Dial. 296· διαφορετικά όμως Meyer, Rom. im kypr. 103, Tsop., Essai 5 = Τσοπ., Συμβολές I 56, Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 38-39, 1974/75, 16)· απ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 654, λ. με και μεν, Λουκά, Γλωσσάρ. 305) και τη Ρόδο (Tsop., Essai 5 = Τσοπ., Συμβολές I 56, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 361)· πβ. και τ. με στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 654), τη Ρόδο (Tsop., Essai 5 = Τσοπ., Συμβολές I 56) το ποντιακό και σε μικρασιατικά ιδιώμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μη, Dawk., Modern Gr. 624).
1) α) Παραίνεση, νουθεσία (για να μη γίνεται κ.): πού ήτον εις τον εξάψαλμον; κρασίν μηδέν τον δώσουν Προδρ. III 43· Μηδέν πας· ειδέ καν ου, σκοτώννου σε Μαχ. 54819· Μηδέ με σφίγγεις και πλαντώ Φαλιέρ., Ιστ.2 689· Μηδέν πρικαίνεστε λοιπό, μ’ αποκαρδιάς χαρείτε Πανώρ. Δ΄ 359· Τίποτε μηδέν θλίβεσαι, τίποτε μην λυπείσαι Διγ. Z 1206· Αλαζονείαν άπεχε, ποσώς μηδέν την θέλεις Ιμπ. 207· έρκομαι και για μεν μηδέν θρηνίσεις,| έρκομαι μοναυτύς και πιον μεν κλάψεις Κυπρ. ερωτ. 10412· ψευδομάρτυρας ποτέ σου μηδέν γένεις Σπαν. O 74· Μεν πιστεύσεις πάσα λόγον τό να γροικήσεις, μηδέν σε κρατήσουν μωρόν Μαχ. 39027· (σε παρενθετική πρόταση· για τη χρ. βλ. και Παπαχριστοδούλου, Λαογρ. 24, 1966, 48) Πέντε φορές λιγοθυμώ, κυρά μου, την ημέραν και-μηδέν πεις-λιγοθυμώ … δι’ εσένα Ερωτοπ. 216· (με προηγ. το να) παιδί χριστιανού γράμματα να μηδέν μανθάνει Χρον. 307· είτι πουν οι πτωχοί, να μεν τους πιστεύγουν Μαχ. 2423· β) παράκληση: Θεέ μου, ελέησόν με και μηδέν με διώξεις από το πρόσωπόν σου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 89r· Μηδέν θελήσεις, Κύριε, έλεγαν, να χαθούμεν Διακρούσ. 10811· Κείν’ η ευκή οπού ʼδωκες σ’ εμένα κι εις τη Σάρρα| μηδέν την κάμεις να γενεί ανάγκη και κατάρα Θυσ.2 42. 2) α) Απευχή: Μηδέν τ’ ορίσει γεις Θεός ποτέ, χρυσοκερά μου,| τόσο κακό μη δούσινε τα μάτια τα δικά μου Ερωφ. Β΄ 163· Μεν τ’ ορίσει ο Θεός, ότι εγίνετον τούτον από τον αφέντην μου Μαχ. 17423· Τα νέφη μηδέν βρέξετε, η γη μηδέν βλαστήσει| και τα βοτάνια τον αγρού κανένα μην ανθίσει Διακρούσ. 11114· μηδέ φανεί στον ουρανόν άστρο ούτε μη ψέξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5561· (σε επιφωνηματική φρ.) πριν κοιμηθούν αγγρισμένοι και να ’ννοιαστούν κανέναν κακόν, οπού μεν το δώσει ο Θεός Μαχ. 25420· β) (με οριστ. ιστορικού χρόνου για δήλ. επιθυμίας απραγματοποίητης): Να βρέθηκα μιτά της δίχως ήλιον| και μεν μας εθωρούσαν παρά τ’ άστρα| μιαν νύχταν και να μη ’ρταν τα ξηφώτια· μόνον μηδέν εγίνην κι αυτή δάσος Κυπρ. ερωτ. 10632-34. 3) Σκοπός (= για να μη): μα τον άγιον μου Θεόδωρον … (ενν. λέγω σου να υπάμεν)| ότι μηδέ μας νοήσουσι και αποκλείσουν μας ώδε Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 892· άμε και δούλευε σαν ήσουν μαθημένος,| μηδέν τ’ ακούσουν άρχοντες και θανατώσουσίν σε Απολλών. (Wagn.) 523· να πολεμίσει (ενν. το καράβιν),| μηδέν τους αφήσου να μπου Μαχ. 58214· Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 233· δεν κρύβγω τα πάθη| για κάποιον μεν τα μάθει Κυπρ. ερωτ. 9521· Όρεξή μου μ’ αναγκάζει| να μουλλώσω μεν σε πλήξω Κυπρ. ερωτ. 12810. 4) Ενδοιασμός (= μήπως): φοβούμεθα μηδέν έλθουν οι εχθροί σου και πάρουν σε Μαχ. 52629· βλέπε τον γέρακα μηδέν σε κυνηγήσει Ρίμ. θαν. 47· εθωρούσαν μηδέν έρτει φουσσάτον απέ την χώραν Μαχ. 36620· Τα μάτια μου μηδεποσώς να τονε δου μπορούσι| κι ας πηαίνομεν αποδεπά, μηδέ μου τυφλωθούσι Ερωφ. Ε΄ 226· φοβούμεσταν μεν χάσομεν τα ήμερα διά τα άγρια Μαχ. 43414· δίδει γλυκιάν βοήθειαν της καρδιάς μου| τίτοιαν που με γλυτώνει μεν καμμύσω Κυπρ. ερωτ. 797· (με προηγ. το να): ουδέ φοβούνται,| να μηδέν τας εγροικήσουν Συναξ. γυν. 785· βλέπουν τες πόρτες της Λευκωσίας … να μηδέν έρτω Μαχ. 37819. 5) α) Βουλητικό (σε πλάγιο λόγο): παρακαλώ τα κάλλη σου μηδέν με βασανίζουν Ερωτοπ. 116· οι δυό σου βούκες …| πρέπει με δίκιον μεν με μαρτυρίζουν Κυπρ. ερωτ. 686· επρουμουτίασέν τους … να είναι ότοιμος και μηδέν αντισταθει τινός Μαχ. 1226· άπεχε εκ την έπαρσιν, βλέπε μηδέν την έχεις Σπαν. O 28· Ένι και δυνατόν … μεν το νώσουν οι Γενουβήσοι Μαχ. 3307· β) (με παράλ. της κύρ. πρότασης για δήλ. έντονης άρνησης): μεν σ’ αρνηθώ ποτές, τον άγγελόν μου Κυπρ. ερωτ. 1136. 6) Ειδικό (= να μη, ότι δεν): Πιστεύγω μεν εθρέφτην ποτέ ʼς δάσος| αλύπητο χτηνόν Κυπρ. ερωτ. 10619. 7) α) Άρνηση σε εξαρτημένη πρόταση: αμή και εκείνα (ενν. τα θρύμματα) ολιγοστά, διά να μηδέν βλαβούμε Προδρ. III 310α χφφ CSA κριτ. υπ.· εις την έρημον εδιέβηκεν οδιά να μηδέν τον σφάξει Συναξ. γυν. 241· με φυλάσσει (ενν. το ριζικό) ζωντανό για να μηδέ σκολάσει| ο πόνος μου Πανώρ. Α΄ 28· να φύγομεν απού πάσαν αμαρτίαν, διά να μεν πάμεν εις τας χείρας του διαβόλου Μαχ. 143· εδώκαν τα χαρτία της ρήγαινας …, διά να μεν κουρσέψουν τα σπίτια τους Μαχ. 42235· πρέπει από σήμερον να μηδέν έναι στον κόσμον Αχιλλ. L 195· να κάμεις να μηδέ σφαγώ Πανώρ. Β΄ 557· όρπιζα να μηδέ χαθεί| το θάρρος από μεν Αγν., Ποιήμ. Α΄ 13· Κρίνω να ʼναι ζωντανός …| καλά και να μηδέ γροικώ να βγαιν’ η γιαναπνιά του Πανώρ. Γ΄ 542· εις την αντρείαν τον εχαίρουνταν πολλοί να μεν φοβούνται Αχιλλ. L 484· β) απλό αποφατικό (=δεν) σε υποθ. πρόταση που εισάγεται με το να: αν ήτον απέ την χώρα και να μηδέν ήρτεν την ημέραν του, … ήθελεν χάσει το δίκαιόν του Ασσίζ. 33817· Αν έχω την απομονή και να μηδέν οκνέψω,| σα σιγανέψουν οι καιροί, ολπίζω να ψαρέψω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 479. 8) Άρνηση σε ευθεία ερώτηση: Τίναν να μηδέν νικήσει (ενν. το δεισ σου); τις να μεν μείνει πιασμένος; Κυπρ. ερωτ. 1235-6· Τα χείλη σου τα νόστιμα δυο λόγια μερωμένα| να μηδέ δώσουσι ποτέ για ποια αφορμή σ’ εμένα; Πανώρ. Β΄ 268. 9) Ευθεία ερώτηση: ως δεν αγόρασεν ουδέ το σιτάριν τό ʼχεν, μεν είχεν το πουλήσειν διά την σουπερπίαν και να κερδέσει; Μαχ. 42829.
μόλις,- επίρρ., Γλυκά, Στ. 159 δις, Γλυκά, Αναγ. 7, Προδρ. III 325ο χφφ CSAg κριτ. υπ., IV 1a χφφ CSAg κριτ. υπ., Διγ. Z 395, 799, 2588, Βέλθ. 110, 401, 1186, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2505, Σφρ., Χρον. μ. 125, 246-7, κ.α.· μος, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15115, 16422, 32711.
Το αρχ. επίρρ. μόλις. Ο τ., που απ. σε κρητ. δημ. τραγ. του 18.αι. (Δετοράκης, Τραγ. Κρήτ. 217) και σήμ. στην Κρήτη (Χαραλαμπάκης, Προμηθεύς Πυρφόρος 25, 1981, 257), από συγκ. (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 381)· κατά Φιλ., Γλωσσογν. Α΄ 164, Β΄ 11 και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.Ϛ΄ 145 από τα άμα + ως· βλ. και Andr., Lex., λ. ομώς και Rohlfs, Et. Wört., λ. ομώς. Για την εξέλιξη της λ. σε χρον. σύνδ. βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 89· πβ. και Κριαρ., Ελλην. 22, 1969, 223 σημ. 1. Η λ. και σήμ.
1) (Τροπ. επίρρ.) α) με δυσκολία, μόλις που, ίσα που: Διγ. (Trapp) Gr. 895, Διγ. Z 1200, Προδρ. II G 28, Βέλθ. 1110, Σφρ., Χρον. μ. 12624· β) (επιτ. με προηγ. το ως ή επόμ. το πως): πάντας οι άγροικοι (ενν. οι Στυλάριοι) εφόνευσαν, ως μόλις συν ολίγοις ο Aλί-πεγις διασωθείς εις Μαγνησίαν ήκε Δούκ. 1532. Εκείνος τότ’ επήγαιννεν στην Κρήτην σαν σφαλάγγιν,| αμμέ τον κακορίζικον επιάσαν τον οι Φράγκοι| και σκλάβον τον εκάμασιν, μόλις πως εποσπάστην Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 89. 2) (Χρον. επίρρ.) α) για πολύ λίγο: παρθένους άς αυτός ο γεννήσας μόλις έβλεπεν, ελκόμεναι, ει γαρ και βίᾳ αντωθούντο και ραβδιζόμεναι Δούκ. 36710· β) τέλος πάντων, επιτέλους: Έφαγεν πλείστα και ποτέ, μόλις ως εκορέσθην (παραλ. 1 στ.) … αναπεσών ο δράκων εκοιμήθην Καλλίμ. 542· Μόλις ποτέ μετά πολλάς και συνεχείς φροντίδας| ταύτην ευρίσκει (ενν. ο Καλλίμαχος) μηχανήν εις γνώρισμαν της κόρης Καλλίμ. 1717. 3) (Με αριθμητ. προκ. να δηλωθεί προσέγγιση): έλαβε (ενν. ο αυθέντης) … τας δύο πόλεις Φώκιας λεγομένας … τριών ωρών διάστημα απεχούσας αλλήλων ή τεσσάρων μόλις Ιστ. πολιτ. 265. 4) (Χρον. σύνδ.) ευθύς ως, αμέσως όταν: μόλις είδον πίνακα ζωμόν έχοντα πλείστον (παραλ. 1 στ.) … δράξας εις τας χείρας μου ηύφρανε η καρδιά μου Προδρ. I 264· μος τ’ άκουσεν (ενν. το μαντάτο) ο βασιλιάς, όρισεν να μαζώνουν| λεσκέρι κι εις τα κάτεργα να βάνου ν’ αρματώνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1475· μος τους καδηνώσασι (ενν. τους καλογέρους) στο κάτεργό του μέσα,| άνεμοι, νέφαλα θολά στο πέλαγος επέσα Τζάνε, Κρ. πόλ. 26215.
μουνουχάρι(ν)- το· μνουχάριν.
Από το ουσ. μουνούχος (Βλ. ά. ευνούχος) και την κατάλ. ‑άρι. Η λ. μουνουχάρι στον Βλάχ. Η λ. και ο τ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 663, λ. μνουχάριν και μνούχος, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 80, λ. μνουδίζω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. μουνουχάρι(ν) και Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ. 33).
Ευνουχισμένο ζώο, τράγος ή κριάρι: βούτυρον, μέλιν και κεριά, όρνιθες και κριθθάρια,| άχερον, ξύλα και ψωμιά, πολλά παχιά μνουχάρια Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 260.
μουσαβετέ- το, άκλ.
Από το τουρκ. müsavat.
Καταγραφή της περιουσίας ή των εισοδημάτων κάπ. προκ. να φορολογηθεί: Είχεν (ενν. ο Μαρκουλής) πολλούς διπρόσωπους και καταπατητάδες| που κάμναν τα μουσαβετέ με δίχως εντροπάδες Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 298.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Μυστ. (Vogt) 60, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6727, Δούκ. (Grecu) 3016, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ις́· αγγαρεύω ή εγγαρεύω, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1792· αγγαρεύγω, Δωρ. Μον. (Buchon) XLII· ʼγγαρεύγω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 212. ’γγαρεύω, Άσμα διερμ. 212· μτχ. αγγαρεμένος, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 234, Δούκ. (Grecu) 14912· εγγαρεμένος, Σπαν. (Hanna) A 224.