Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- άθλιος,
- επίθ., Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1245, Πουλολ. (Krawcz.) 384, 646 (βλ. και Πολ. Λ., Ελλην. 19, 1966, 177), Απολλών. (Janssen) 32, 354, Απαρν. (Πολ. Λ.) 18, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 14421, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 204, 269, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 47, Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 39, Αχέλ. (Pern.) 1195, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 191, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 46, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 59· πληθ. αθλοί, Θησ. Δ΄ [156].
Το αρχ. επίθ. άθλιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Κακός, ελεεινός, απαίσιος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Έδε ανομία και αμαρτία, οπού έποικεν ο άθλιος,| να πνίξει τον αφέντην του, την αφεντίαν να επάρει Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1245.
αντάμα,- επίρρ.· εντάμα, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12348, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 179, Καλλίμ. (Κριαρ.) 786, Βέλθ. (Κριαρ.) 768, 786, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 27, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 55, Φλώρ. (Κριαρ.) 665, 1736, Λίβ. (Lamb.) Sc. 137, 1441, 2894, Λίβ. (Lamb.) N 129, 615, 766, Αχιλλ. (Hess.) N 1472, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 3511, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 432, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 442, 541, Συναξ. γυν. (Krumb.) 47, 68, 357· εντάμι, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 96· ενταμώς, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4160, Συναξ. γυν. (Krumb.) 834· ενταμού, Ιατροσόφ. (Du Cange, λ. μπούφα)· αντάμα, Τρωικά (Praecht.) 52510, 53113, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 14, Ασσίζ. (Σάθ.) 9911, 33216-7, 34418, 4771-2, Διγ. (Καλ.) Esc. 188, Διγ. (Hess.) Esc. 415, 581, 1118, 1304, Διγ. (Καλ.) A 937, 2603, Ακ. Σπαν. (Legr.) 41401, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 177, Πτωχολ. (Schick) P 147, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 5, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 309, Φλώρ. (Κριαρ.) 123, 290, 1030, 1699, 1829, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 155, 241, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 708, Απολλών. (Janssen) 157, 279, 403, 553, 698, 836, Λίβ. (Μαυρ.) P 110, Λίβ. (Lamb.) Esc. 246, 740, 2586, 3605, Λίβ. (Wagn.) N 1114, 2279, Αχιλλ. (Haag) L 100, 911, Αχιλλ. (Hess.) L 185, 1073, 1075, 1141, Ιμπ. (Κριαρ.) 298, 440, Τζαμπλάκ. (Ζώρ.) 39, Λέοντ., Αίν. (Legr.) I 265, Φυσιολ. (Pitra) 37237, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 2315, Μαχ. (Dawk.) 613, 307, 4425, 4632, 10012, 21416, 25825, 26433, 29031, 50219, 50422, 63424, 64019, Θησ. (Foll.) I 60, 118, Θησ. (Βεν.) Β΄ [443], Δ΄ [237], Ε΄ [1028], Ζ΄ [128], Αρμούρ. (Κυριακ.) 200, Ch. pop. (Pern.) 376, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 73, ΧΙ 8, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 48, 525, Βουστρ. (Σάθ.) 420, 474, 498, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 36, 53, 525, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 33, 70, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 105, 107, 574, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 7914, 1554, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 233, 270 315, Άσμα σεισμ. (Σπυριδ.) 38, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 100, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 30, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 355, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 45, 54, 373, 536, Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 40, Περί γέρ. (Wagn.) 129, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙΙ 6, Δευτ. ΧΙΙ 22, ΧΧΙΙ 10, XXV 5, Αχέλ. (Pern.) 120, 377, 1831, 2480, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 12, 42, 123, 1061, 1283, 1421, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 75, 141, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 324, 377, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 284, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 677, 13110, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 371, 392, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [411], Αλφ. (Κακ.) 2391, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 1281, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 234, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 121, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 189, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 522, 571, Σταυριν. (Legr.) 803, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 184, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 867, 907, 2677, Θυσ. (Μέγ.)2 670, Ιερόθ. Αββ. (Legr.) 331, Ευγέν. (Vitti) 588, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [636], Ε΄ [32, 1107], Λίμπον. (Legr.) Εισαγ. 77, 228, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 19, Διγ. (Lambr.) O 1930, 2711, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 23220, 3819, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9221· ανδάμα, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 172, 174· αντάμε, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11011· αντάμι, Απολλών. (Wagn.) 640, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 12215, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [188, 271], Δ΄ [354], Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 334, Γ΄ 231, 361, Δ΄ 247, Ε΄ 433, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ΄ 314, Δ΄ 398, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 54, Α΄ 362, Ιντ. α΄ 65, Β΄ 39, 384, Ιντ. β΄ 93, Γ΄ 200, Ιντ. γ΄ 73, Δ΄ 318, Ε΄ 238, 512, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 353· ΙΙ 3, 60· V 6, 252, Θυσ. (Μέγ.)2 385, 955, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 282, Β΄ 182, Ιντ. β΄ 22, Γ΄ 181, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 134, Β΄ 98, Γ΄ 57, Δ΄ 9, 67, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [1254], Ε΄ [1094, 1100], Λίμπον. (Legr.) 51, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 190, Ιντ. α΄ 130, β΄ 94, 162, Γ΄ 130, Ιντ. γ΄ 50, Δ΄ 58, Ιντ. δ΄ 106, Ε΄ 75, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 226, Ε΄ 280, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 584, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24019, 41817, 44724, 52721· αντάμιν, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 72· ανταμώς, Ασσίζ. (Σάθ.) 1530, 8617, 12818, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 244, (έκδ. ανταμό σας· διορθώσ.), Γύπ. Γ΄ 336, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [964], Δ΄ [1455]· αντάμως, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 170· ανταμού, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 212 (χφφ SA) (κριτ. υπ.).
Από τη μτγν. φρ. εν τῳ άμα (Βλ. Κοραή, Άτ. Β΄ 124-125 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 215). Ο τ. ανδάμα από τάση αρχαϊστική. Το αρχικό α από αφομοίωση. Ο τ. αντάμε κατά επιρρ. σε ‑ε (Βλ. Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 145). Οι τ. αντάμι, εντάμι κατά το ομάδι, μαζί (Πβ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 497, λ. αντάμη). Οι τ. ανταμώς, ενταμώς κατά τα επιρρ. σε ‑ως (Βλ. και Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910 /11, 84). Ο τ. ανταμώς σε έγγρ. του 1477 (Darrouzès, Χαριστ. Ορλάνδ. Α΄ 304) και σε αντίγραφο του Χρον. Τόκκων από το Σοφιανό (βλ. Shirò, RES-EE 7, 1969, 217). Οι τ. ανταμού, ενταμού κατά τα επιρρ. σε ‑ού. Ο τ. ανταμού και σε κρητ. έγγρ. του 1446 (Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1964, 98) και σε επιστ. του 1453 (Darrouzès, REB 22, 1964, 111). Η λ. ήδη το 10 αι. (Διαθ. Νίκων. (Λάμπρ.) 22415, 22634) και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ). Πβ. και Krumbacher, Συναξ. γυν. σ. 414.
Α´ Επίρρ. 1) α) (Τροπ.) (συχνά με το επίθ. όλος, ιδίως σε κυπριακά κείμ.· η επανάληψη αντάμι αντάμι για επίταση) μαζί (Πβ. άμα Α, Εκφρ. 3β · η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): μ’ όλη τη δόξ’ αντάμι Ερωφ. Α΄ 362· έναν, απὄχει κι αρετές και βασιλειάν αντάμι Ερωφ. Δ΄ 318· ως είδασιν τ’ αδέλφια της την κόρην μαραμένην,| αντάμα οι πέντε εστενάξασιν Διγ. Esc. 188· όλοι αντάμα εγράψαν εις χαρτίν τες αφορμές Μαχ. 4632· αντάμι αντάμι θυσιάν να τσ’ είχα κάμει (ενν. τις ψυχές) Πιστ. βοσκ.V 6, 252· —Συνών.: άμα Α, Εκφρ. 3β, αμφοτέρως 1· β) (προκ. για προσέγγιση ή συμπλοκή) μαζί, μεταξύ (Πβ. ΙΛ στη λ. 2): γυρεύουσι τα ταίρια τους αντάμα να σμιχτούσι Ερωτοπ. 708· ο είς τον έτερον θεωρεί εντάμα να συγκρούσουν Φλώρ. 665· οι λαγωοί και αετοί εμάλωναν αντάμα Αιτωλ., Μύθ. 106· Πβ. αναμεταξύ 1β. 2) (Χρον.) συγχρόνως, αμέσως, συνεχώς: σ’ έν’ ανοιγοσφάλισμα των ομματιών του αντάμι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 67· ίασε και τας ψυχάς και το κορμίν εντάμα Συναξ. γυν. 68· γη ποιοι ’χασίνε κάμει| τούτες σας τσι Πυράμιδες μέρα και νύκτ’ αντάμι κοπιάζοντας έτσ’ εύκαιρα; Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 54. Πβ. άμα Α, Εκφρ. 3α. —Συνών.: αδιάλειπα, αδιάλειπτα, αδιαλείπτως. Β´ Πρόθ. (με γεν., με αιτ., με τις προθ. με, μετά, εις + αιτ.) μαζί (Πβ. ΙΛ στη λ. 5): να είναι όλοι αντάμα του, να στέκουν μετά κείνον Αχιλλ. L 205· έλα λοιπόν αντάμα μας Διγ. O 2711· αντάμα με την πλήξην η χαρά μου Κυπρ. ερωτ. 7914· ας έλθει εις το οσπίτιν μου αντάμα μετά μένα Ιμπ. 440· και εις εμέν αντάμα εκάθετον κι επρόσεχεν η κόρη Λίβ. Esc. 3605. Πβ. άμα Β1.
απαραμύθητα,- επίρρ., Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 40.
Από το επίθ. απαραμύθητος. Η λ. ήδη στον Ιουλιανό (Δημητράκ.).
Απαρηγόρητα (Η σημασ. ήδη στον Ιουλιανό, Δημητράκ.): θρηνούντες απαραμύθητα Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 40.
αρμάδα (I),- η, Διήγ. Βελ. (Cant.) 84, Περί ξεν. A 134, Απολλών. 132, Μαχ. 2022, 14436, 14819, 1948, 4826, Γεωργηλ., Βελ. 228, Ριμ. Βελ. 167, Βουστρ. 496, Έκθ. χρον. 143, 796, Κορων., Μπούας 73, Βεντράμ., Φιλ. 321, Ιστ. Βατοπ. 39, Αχέλ. 1654, Κώδ. Χρονογρ. 49, 68, Θρ. Κύπρ. K 64, Θρ. Κύπρ. M 232, Χρον. σουλτ. 4724, Ιστ. πολιτ. 195, Ιστ. πατρ. 1255, Μηλ., Οδοιπ. 641, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, Δωρ. Μον. ΧVIII, Σταυριν. 374, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, Διήγ. πανωφ. 55, Διήγ. ωραιότ. 850, Άσμα πολ. 359, Λεηλ. Παροικ. 19, 267, 521, 610, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14711, 18521, 2424, 30426, 3719, 49218, Διακρούσ. 767 κ.π.α.
Από το βενετ. armada. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. πάντως και Lampe, Lex.
1) Στόλος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Του να ’σαι καπετάνιος εφ’ όλην την αρμάδα Γεωργηλ., Βελ. 228· Στείλαντες … νέους τεσσαράκοντα, όπως πυρπολήσοσι την αρμάδα κρυφίως Έκθ. χρον. 143. Βλ. και αρμάτα, αρμάτωμα. 2) Στρατιωτική δύναμη: την Πέφτην τῃ γ΄ Μαρτίου ,ατοδ΄ Χριστού επεσώθησαν τα κάτεργα τους Γενουβήσους εις την Κερυνίαν και αρμάδα της γης εις την συντροφίαν των κατέργων Μαχ. 4826· όλοι εκεί εχάθηκαν μ’ όλες τους τες αρμάδες Σταυριν. 374. Βλ. και άρμα (Ι) 2.
εξαστράπτω,- Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 130, Διγ. (Trapp) Gr. 2399, Διγ. Z 2752, 2791, Ιστ. Βατοπ. 39, Διγ. Άνδρ. 3903· ʼξαστράπτω, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [932].
Το μτγν. εξαστράπτω.
Ακτινοβολώ, απαστράπτω (Η σημασ. μτγν., L‑S): εξ εκατέρων έπεμπον (ενν. αι κεφαλαί του δράκου) φλόγας εξαστραπτούσας Διγ. Z 2830· την μεν μίαν μερέαν έδειχνεν οξεία, την άλλην χρυσήν, την άλλην αργυρήν, την άλλην εξήστραπτεν (ενν. η αγία Τράπεζα) Διήγ. Αγ. Σοφ. 15630.
επιτήδεια,- επίρρ. Βησσ., Επιστ. 2612, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15425, Ιστ. Βατοπ. 40, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29416· ’πιτήδεια, Βοσκοπ. 175, Βίος Δημ. Μοσχ. 454, Ερωτόκρ. Α΄ 1470, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [80], Ε΄ [1286].
Από το επίθ. επιτήδειος. Ο τ. ’πιτήδεια στον Κατσαΐτ. (Κλ. Β΄ 633).
1) α) Με επιτηδειότητα, κατάλληλα (Η σημασ. στο Βλάχ.): ήκλωθε τόσα ονόστιμα κι έτσι πολλά ’πιτήδεια| απού εκοιμούμου μοναχάς θωρώντας την αφνίδια Πανώρ. Β΄ 97· εσκέφθηκεν την νιότην κι εστεκέτον,| ’πιτήδεια ολοστόλιστη, όλο χαρά γεμάτη Θησ. Ζ΄ [626]· ξεύρουν και σκεπάζουνται ʼπιτήδεια με την πράξη Τριβ., Ρε 12· β) προσεκτικά: εκτύπησαν τα βούκινα και όλα τα παιγνίδια,| άρχοντες και λαός πολύς εστέκασιν ʼπιτήδεια,| να βλέπουσιν … ποίος από τους δυο τωνε την ζόστρα να νικήσει Ιμπ. (Legr.) 124. 2) Κατάλληλα, με τάξη: με φαγητά πολλοί λογιών ’πιτήδεια ορδινιασμένα Κατζ. Γ΄ 546· ’πιδέξια και ʼπιτήδεια ήσα βαλμένα Βοσκοπ. 165.
εργάτης- ο, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 30, Φλώρ. 658, Γαδ. διήγ. 101, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 852, 870, Χρησμ. (Λάμπρ.) 10222, Ιστ. Βλαχ. 1788· αργάτης, Μαχ. 24624, 59026, Έγγρ. του 1597 (Βισβίζης, ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 10224, 10529).
Το αρχ. ουσ. εργάτης. Για τον τ. αργάτης, που απ. και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1,1912, 318), βλ. Λορεντζ. (Αθ. 16,1904, 216). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Εργάτης (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): εποίησε τρόπον μετά ψευδομαρτύρων ως ένα των εργατών αυτού απέκτεινε Έκθ. χρον. 689· έχων πολλούς μαστόρους και εργάτας Χειλά, Χρον. 354· έκφρ. (προκ. για μέτρηση επιφάνειας χωραφιού) με χρ. γεν. εργάτη, εργατών: Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 993‑4, 16110, 2523, 3683· αμπέλι εργατών δύο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3685. 2) (Μεταφ.) δούλος, υποτακτικός: να ᾽ναι στην εξουσία σου, του λόγου σου εργάτες Διγ. O 2650. 3) Μεταφ. α) υπηρέτης (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 4): Μετά ταύτα οι του διαβόλου εργάται τι κάμνουν; Ιστ. Βατοπ. 39· β) εκτελεστής: ωσάν οπού ’σαι άξιος του πολέμου εργάτης Διγ. O 1478· Εργάτη πάντων των καλών και της δικαιοσύνης Κορων., Μπούας 41· θερμότερος εγίνετο της αρετής εργάτης Μανασσ., Χρον. 6120· αίτιε της υποθέσεως, της μηχανής εργάτα,| η κόρη γαρ αναίτιος και αμέτοχος υπάρχει| του δόλου Φλώρ. 658.
ερημώνω,- Χρον. Μορ. H 5623, Βίος Αλ. 2313, Χρον. Τόκκων 368, Ιστ. Βατοπ. 39· ᾽ρημώνω, Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [112], Τζάνε, Κρ. πόλ. 46312.
Το αρχ. ερημόω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ (Μτβ.) λεηλατώ, καταστρέφω (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): εξήλειφαν κι ερημώναν του βασιλέως τους τόπους Χρον. Μορ. H 9098· Ηύρεν γαρ ο πρίγκιπας τον δεμοσιακόν τόπον| εξηλειμμένον παντελώς από τους ρογατόρους| και του ρηγός τες εξουσίες οπού τον ερημώσαν Χρον. Μορ. H 8665. Β´ (Αμτβ.) καταστρέφομαι: δεν εκυβερνήσαμεν τον τόπον μας με γνώση,| μα διά έναν άγνωστον θέλομεν να ’ρημώσει·| ημείς δεν ειμεστ’ άξιοι Τούρκον να πολεμούμεν Ιστ. Βλαχ. 510. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = εγκαταλειμμένος, μόνος, έρημος: Αυτός οπὄμεινεν εκεί ’ς νησίν ερημωμένος,| άφαγος δε και άποτος θέλ’ έν’ αποθαμένος Ιμπ. (Legr.) 765.
καμάριον- το.
Το μτγν. ουσ. καμάριον. Για τη λ. βλ. Kahane-Tietze, Lingua Franca, σ. 518. Η λ. στο Φώτιο και σήμ. σε ιδιώμ. (Βλ. Κουκ., Αφ. Χατζιδ. σ. 41 σημ. 7) και ως τεχν. όρος (Δημητράκ.).
Μικρή καμάρα: Φαίνεται ... εις τες μεσιακές κολόνες, τες πορφυρένιες, απάνω εις το καμάριον, η υπεραγία Θεοτόκος Ιστ. Βατοπ. 39.
κατιτί,- αντων.· κάτιτι.
Από τη συνεκφ. κάτι τι. Η λ. και σήμ.
Κάτι, λίγο: μόνο οι κάτω κορυφές από τις κολόνες έσκασαν ολίγο και εκόπησαν κάτιτι μέρος, ως φαίνονται και σήμερο Ιστ. Βατοπ. 39.
κλέπτω,- Γλυκά, Στ. Β′ 355, Γλυκά, Αναγ. 161, Ασσίζ. 19915, Πτωχολ. A 846· κλέβγω, Διγ. O 2708· κλέβω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 79, 400· κλέφθω· κλέφτω, Ασσίζ. 930, 723, 18915, 30417, Μαχ. 43214, Χούμνου, Κοσμογ. 1497, Αιτωλ., Μύθ. 704, Χριστ. διδασκ. 414.
Το αρχ. κλέπτω. Οι τ. κλέβω και κλέφτω και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) Παίρνω κ. κρυφά ή απρόοπτα, (δι)αρπάζω κ.: τους γειτόνους του τους έκλεφτε σιτάρι| ή πράγμα άλλο που ’χασι Αιτωλ., Μύθ. 1075· πάνε οπίσω στο νησί πρόβατα για να κλέψουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 34811· πώς να κλέψομε από σπίτι του αφεντός σου ασήμι ή μάλαμα; Πεντ. Γέν. XLIV 8· μόνο το μαρουλόφυλλον οπὄχω φαγωμένον| και πούρι δεν το έκλεψα, μα το ’χω δουλεμένον Γαδ. διήγ. 356· διάβηκεν εκεί κάποιος και τον λέγει| ότι το σπίτι το ’κλεψαν Αιτωλ., Μύθ. 396. 2) Καταχρώμαι, σφετερίζομαι: είπε (ενν. ο Ιούδας): «κρίμα στο βότανον ...| να μην το δώσουν στα πτωχά ...»,| διότ’ ήθελεν ο άνομος το δέκατον να κλέψει Σκλέντζα, Ποιήμ. 1127· Περί τους γραμματικούς τους Σαρακηνούς, οπού ένι εις τον φούντικαν ..., αν κλέφτουν το τέλος και το δίκαιον του αυθέντη τους Ασσίζ. 22818. 3) Καταλαμβάνω, κυριεύω: σκάλες εδιόρθωσαν την νύκταν να την κλέψουν (ενν. την Βόδιτσαν) Χρον. Τόκκων 95· το της Λήμνου κάστρον ...| εκλάπη ... και εδόθη προς την αυθεντίαν των Βενετιών Σφρ., Χρον. μ. 1303· (μεταφ. προκ. για αρρώστια· βλ. και v. Gem. [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 143]): κλέψει σε θέλει το κακό, πράμα τό δε σ’ αρέσει Φαλιέρ., Ιστ.2 61. 4) α) Αρπάζω, απάγω κάπ.: Ρωμαίου παιδίν είμαι και εκλέψασίν με οι Φράγκοι Πουλολ. (Τσαβαρή) 355· Ρωτούν τον ... (παραλ. 1 στ.) ... αν ήτον δούλος των βοσκών και αυτοί τον ενεθρέψαν| ή πάλι αν ήτο ελεύθερος κι εκείνοι τον εκλέψαν Χούμνου, Κοσμογ. 1624· ότι να ευρεθεί ανήρ κλέφτει ψυχή από τα αδέρφια του ... και να καταδουλώσει εις αυτόν και να τον πουλήσει Πεντ. Δευτ. XXIV 7· μήπως με κλέψει ο θάνατος μέραν τήν ου θωρούμεν Ρίμ. θαν. 43· β) πετυχαίνω κ. με «βία»: αρπάζει, κλέπτει το φιλί μετά χαρίτων πόσων Καλλίμ. 1915. 5) Εξαπατώ: τι έκαμες και έκλεψες την καρδιά μου και εδηλαγώγησες τις θυγατέρες μου ...; Γιατί εκρύφτης να φύγεις και έκλεψες εμέν ...; Πεντ. Γέν. XXXI 26. 6) Φρ. α) Κλέπτω τη θέληση κάπ. = πετυχαίνω τη συγκατάθεση κάπ.: τάσσω σου να γυρέψω| τη θέλησήν του, όσο μπορώ, με πονηριά να κλέψω Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [154]. β) Κλέπτω καιρό = εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία: να στέκου κάτω ... να πολεμούσι| είπως και κλέψουσι καιρό για να ξανανεβούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 29616. Β´ Αμτβ. α) Κάνω κλοπή: ω βασιλέα, εσύ ... είσαι άρπαγος και αρπάσσεις, ζεις και κλέβγεις Χρον. σουλτ. 4025· μη πιστέψεις| ποτέ σου τη γυναίκα σου και βάλει σε και κλέψεις Συναξ. γυν. 266· ουδέν σκολάζομεν ... τες αμαρτίες,| μα κλέβγομεν, πορνεύομεν, κάμνομεν αδικίες Διήγ. ωραιότ. 840· β) αρπάζω, λεηλατώ: εβγήκαν από την Κρήτη και ερχόμενοι έκλεφθαν, εσκότωναν Ιστ. Βατοπ. 39· Ετρέχανε στ’ αρχοντικά να βρούσινε να κλέψου Τζάνε, Κρ. πόλ. 56319.
κόπτω,- Σπαν. (Λάμπρ.) Va 542, Γλυκά, Στ. 112, Λόγ. παρηγ. L 209, Προδρ. I 57, III 101, Ορνεοσ. αγρ. 53630, Διγ. Z 4110, 4112, Διγ. (Trapp) Esc. 1347, Βέλθ. 717, 1142, Ερμον. Μ 80, Ιερακοσ. 37321, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072, Φλώρ. 634, 1369, Περί ξεν. V 26, Ερωτοπ. 254, 579, Λίβ. P 2132, Λίβ. Sc. 630, Λίβ. Esc. 23, Αχιλλ. L 444, Αχιλλ. N 559, 1598, Χρησμ. IV 5, Ανακάλ. 23, Γαδ. διήγ. 285, Απόκοπ.2 127, 337, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 337, Συναξ. γυν. 713, Κορων., Μπούας 149, Πεντ. Δευτ. XXIX 10, 11, Αχέλ. 1563, Αλφ. (Μπουμπ.) II 16, Πτωχολ. (Κεχ.) P 77, Διγ. Άνδρ. 39134, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13824, 14126, 15725, 2496, 29319, Τριβ., Ρε 109, κ.π.α.· κόβγω, Ασσίζ. 1772, Μαχ. 2687, 41632, 42627, 48013, Καραβ. 49522, Γεωργηλ., Θαν. 227, Χρον. σουλτ. 7514, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Κυπρ. ερωτ. 1494, Πανώρ. Ε΄ 79, Κατζ. Β΄ 19, Πιστ. βοσκ. V 4, 120, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 579, 1765, 1801, Ζήν. Δ΄ 33· κόβω, Λίβ. N 3743, Σαχλ., Αφήγ. 562, Αιτωλ., Βοηβ. 115, Πανώρ. Ε΄ 222, Ζήν. Β΄ 143· κόπτουμαι, Απόκοπ.2 103· κόφθω, Λίβ. Esc. 1739, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Γυν. 242· κόφτω, Ερωτοπ. 71, 278, 553, Αχιλλ. L 613, Φαλιέρ., Ιστ.2 201, Πένθ. θαν.2 467, Βεντράμ., Φιλ. 53, 184, Δεφ., Λόγ. 391, Τριβ., Ταγιαπ. 192, Πεντ. Έξ. XXXIV 10, Δευτ. XXIX 13, Χρον. σουλτ. 10613, Ερωφ. Ε΄ 169, Σταυριν. 305, 637, 726, 964, Ιστ. Βλαχ. 642, 1128, 1590, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1453], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 158, Χριστ. διδασκ. 264, 370, Ζήν. Ε΄ 315, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1938, 2067, 21118, 2155, 24625.
Το αρχ. κόπτω. Ο τ. κόβγω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 597). Οι τ. κόβω και κόφτω και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Χτυπώ: μέγαν καιρόν εκόπτοντο οι δυο καλοί στρατιώται Πόλ. Τρωάδ. 574. 2) α) Κόβω κ. (με οξύ όργανο): ραβδούχος με σκληρό σπαθί τού κόβγει το κεφάλι Ζήν. Γ΄ 324· Εκεί να δεις ... που ήσανε κομμένα| κεφάλια από τα κορμιά Διακρούσ. 8019· τ’ αφτιά τού κόφτουν εδεκεί κι όλη τη μύτη ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35612· έδωκέ μοι σπαθέαν εις το σκουτάριον και έκοψέν το και μόνον το κράτημα επέμενεν εις το χέρι μου Διγ. Άνδρ. 38120· τα φτερά ... (παραλ. 1 στ.) μου κόψα όνταν αρχίσασι και χαμηλοπετούσα Ερωφ. Αφ. 71· β) σπάζω, τσακίζω, τεμαχίζω: πιάνει μια βαριά και κόφτει τους περάτες Φαλιέρ., Ιστ.2 197· Ταύτα βάλε εν ιγδίῳ και κόπτε και κοπάνιζε και κοσκίνιζε Ιερακοσ. 38311· γ) λατομώ: έστειλεν εις την Προικόννησον ... και έκοψαν μάρμαρα Διήγ. Αγ. Σοφ. 15935. 3) α) Ευνουχίζω: έναι περιτετμημένος ... και τον έκοψαν όταν τον επήραν σκλάβον Ιστ. πατρ. 1091· β) διαμελίζω, ξεσκίζω: Ήκοβγε μέσες και μεριά, κορμιά από πάνω ώς κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1057· τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια Ch. pop. 737· ευρήκασι τα λείψανα κομμένα, σκοτωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 54323· γ) σφάζω, θανατώνω: επήρε ο ... σουλτάν Μπαγιαζίτης την Μεθώνην από σπαθίου και έκοψεν άνδρες χιλιάδες επτά Byz. Kleinchron. A΄ 30116· όσους αν κατέτυχον, έκοπτον ωσεί χόρτον Διγ. Z 3527· εις ημέρας σαράντα την έκοψεν η θεία σπάθη του Θεού από λυσιντερία και απέθανε κακώς Ιστ. πατρ. 1206· κόβγουσιν χώρες και λαόν, καθώς έν’ μαθημένοι Θρ. Κύπρ. K 833· α θεν να κόψουν τα νησά, ποτέ να μη τσ’ αφήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 33520. 4) Διαπερνώ, τρυπώ: Έκτωρ ... κρούσας ...| την του Αίαντος ασπίδαν (παραλ. 1 στ.) έκοψεν τας έξι βύρσας Ερμον. Μ 64. 5) (Προκ. για μαλλιά) α) κουρεύω: ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241· β) μαδώ: η κόρη θρηνωδούσα| τα μαλλιά της έκοπτεν, έδερνε και το στήθος Διγ. A 2646. 6) Κάνω τομή, εγχειρίζω: φέρνω έναν ιατρόν ... κόβγει τον (ενν. τον σκλάβον) κακά οπού ουδέν έπρεπε να τον κόψει και έκοψέν τον και διά τούτο ετελεύτησεν Ασσίζ. 17710, 11. 7) Χαράζω, λαξεύω: Εντέχνως είχε λαξευτά γράμματα κεκομμένα Βέλθ. 382· Είδε κἀκεί τον Λέανδρον εκ λίθου κεκομμένου Βέλθ. 456. 8) Κατατρίβω, φθείρω: Κόφτεται η πέτρα με σκοινί, το σίδερο σηπιέται Τζάνε, Κρ. πόλ. 35421. 9) Καταβάλλω· αφανίζω: τους βασιλιάδες έκοψεν η τύχη η εδική του (ενν. του Αλέξανδρου) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1347· θάνατος έκοψεν αυτού νεότητος το κάλλος Διγ. Z 4476. 10) (Προκ. για χρήματα) «χαλάω», ξοδεύω: το έκοψες (ενν. το υπέρπυρον) και έπιες και εχαροκοπήθης Πουλολ. (Τσαβαρή) 154. 11) Κάνω τάφρο (για να μπει το νερό της θάλασσας): εκόψαν την θάλασσαν και επερικυκλώσαν την (ενν. την Πάφον) Μαχ. 35814‑5. 12) Διασχίζω, διατρέχω (φεύγοντας από κ. ή κάπ.): Κόπτει ο λύκος το βουνίν, η αλωπού το δάσος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072. 13) Αποκόπτω από τον ανεφοδιασμό, πολιορκώ: Το Ρέθεμνος σαν έκοψε κι ήθελε το νικήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23517. 14) Ανακόπτω τη ροή: το νερό ’χε κόψει| στην χώρα να μην έρχεται Τζάνε, Κρ. πόλ. 25322. 15) Διακόπτω: παραδράμω τα τα τότε λαληθέντα,| κόψω και τούτον τον ειρμόν, πλάτος ο λόγος έχει Λίβ. Sc. 3026. 16) α) Περικόπτω, καταργώ, αφαιρώ: ως ... πατριάρχης ... έκαμεν οικονομίας πολλάς και δωρήματα έδωκε και έκοψε τα χίλια φλωρία του πεσκεσίου· και έμεινεν αυτό δύο χιλιάδας Ιστ. πατρ. 17919· Τα αυτά άσπρα πολλ(α)πλασίασον με τα β΄ και ... κόφτε τα τρία έμπροσθεν ψηφιά Rechenb. 303· κόφτει (ενν. ο θάνατος) τες ημέρες του και φέρνει τον στον Άδη Ιστ. Βλαχ. 2844. β) απαλάσσω κάπ. από κ.: όρισε τον σιρ Μπαλιάντε Σασιου και πράκτορα Κύπρου και έκοψε τους καλογέρους της μονής ονόματα ιη΄ από στρατείαν και καπνικόν Νεκρολ. φ. 69r. 17) Συγκρατώ, εμποδίζω, ματαιώνω: έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· έκοψεν την κραταιάν και απρόσμαχον του Αχιλλέως ορμήν Τρωικά 52620· Είπε πολλά ο Φίλαρμος ως ίνα τον ελκύσει,| αλλά γε τούτου την βουλήν ουκ ηδυνήθην κόψαι Βέλθ. 66. 18) Καταργώ, παύω: την πόλιν των Χριστιανών ...| να πάρουν αφ’ τα χέρια των, να κόψουν έπαρσίν των Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 358· επέψαν ... πολλούς λας των αρμάτων να κόψουν το σκάνταλον και να βλεπίσουν και την χώραν Μαχ. 2304. 19) Λύνω, ακυρώνω: εκόψασι τες σύβασες και πλιο τως δεν μπορούνε| να ’χουσι την ελευθεριά Τζάνε, Κρ. πόλ. 41610· κόπτω τον όρκον οπού έποισα εγώ εις εσένα Λίβ. Esc. 3979· Θέλει να ’ναι (ενν. το τεσταμέντο) κομμένο και ανουλάδο, ωσάν ποτέ να μην είχε γενεί Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1415. 20) Ορίζω, καθορίζω: σύρε να κόψομε διαθήκη εγώ και εσύ και να είναι για μάρτυρας ανάμεσά μου και ανάμεσά σου Πεντ. Γέν. XXXI 44· να πάγει να δει και να τα στιμάρει, και ό,τι πρέζιον θέλει κόψει να είναι και ν’ απομένει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2118. 21) α) Ενοχλώ, στενοχωρώ, βάζω σε έγνοια: η γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα Στάθ. (Martini) Β΄ 80· οπού ’ξευρε (ενν. το καλογεράκι) κι εμάλωνε και τσ’ έκοπτε συχνάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 53018· λογισμοί έκοπτον αυτού πονηροί την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 1364· κόπτει την η φροντίδα Φλώρ. 1243· ουκ οίδα τι έναι τό πονείς και ουκ οίδα τι σε κόφτει Αχιλλ. L 613· β) βασανίζω, παιδεύω: οδι’ αγάπην τά ’θεκες κι εμένα κόφτει ο πόνος Ερωτοπ. 243· Οι έρωτες με σφάζουσιν και κόφτει με η αγάπη Ερωτοπ. 153. 22) Πραγματοποιώ: εξάμωνε πλατέα και έκοπτε στενά Χειλά, Χρον. 355. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι οξύς, κοφτερός: το σπαθί τ’ Αγαρηνού πώς έκοφτε να δούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5206· αν το πιάσεις (ενν. το μαχαίρι)| αποδεκεί οπού κόβγει,| μπορεί να σε πληγώσει Πιστ. βοσκ. I 4, 11· β) έχω δυνατότητα να σφάζω· θανατώνω: που ’ρθασιν οι Αγαρηνοί μ’ όλη την αντρειά τως| και οι Ρωμιοί εσώσανε κι εκόπταν τ’ άρματά τως Τζάνε, Κρ. πόλ. 1722. 2) Τεμαχίζω (το ψωμί, το φαγητό) (Για τη σημασ. βλ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 524): ήφερέ με ομπρός σας| να κόπτω εις την τάβλα σας κατά τον ορισμό σας Τριβ., Ρε 206. 3) Δέρνομαι, θρηνώ: κλαί’ και κόπτει και θρηνεί άχρι της τελευτής του Φυσιολ. (Legr.) 734. 4) Βλάπτω: πράξις γαρ η ασύμβουλος ουκ ωφελεί, αλλά κόπτει Σπαν. A 335. II. Μέσ. 1) α) Χωρίζομαι σε μέρη: [εκείνη] η στράτα ...| εις εκατόν εκόπτετον μικρά μονοπατίτσια Λίβ. P 1114· β) σπάζω: την έκαμε κι εβγήκε (ενν. η σαΐτα),| μα μέσα πρώτα εκόπηκε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1298]. 2) α) Φροντίζω, ενδιαφέρομαι: είδα πώς εκόπτονταν κι εβιάζονταν να μάθουν Απόκοπ.2 149· β) ανησυχώ, στενοχωρούμαι, υποφέρω: Ώφου και πώς το κόβγουσου, πώς το ’βανες στο νου σου,| πώς τ’ όνειρό σου το πρικύ σήμερον εφοβούσου! Ερωφ. Ε΄ 587· η κόρη κόπτεται δι’ εσάς και εσείς αμερεμνάτε; Λίβ. Esc. 2953· ταις εννοίαις κόπτεται, τοις λογισμοίς κλονείται Καλλίμ. 1766. 3) Δέρνομαι: έκλαιον πικρώς και εκόπτοντο θρηνούντες απαραμύθητα Ιστ. Βατοπ. 40· (με την αιτιατ. θρήνον, κοπετόν): θρήνον εκόπτετον δριμύν Φλώρ. 400· ταύτα ειπών εκόψατο κοπετόν μέγαν μετ’ οιμωγής και δακρύων Δούκ. 17117. 4) Διακόπτομαι, παύω: εχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1319. Φρ. 1) Κόπτω μαύρα = μαυροφορώ (από πένθος): μανθάνοντα ο Αποστόλες πως επέθανεν η ρήγαινα επήρεν μεγάλην πλήξιν και εκόψεν μαύρα Βουστρ. 427. 2) Κόπτω την πνοή κάπ. = αφαιρώ τη ζωή κάπ., θανατώνω: τέλεια αρνήθημ με κι έκοψεν την πνοήν μου Κυπρ. ερωτ. 1134. 3) Κόβεται η λαλιά μου = σταματά η ομιλία μου: Τα χείλη κατεμαύρισαν κι εκόπην η λαλιά τως Απόκοπ. (Παναγ.) 513. 4) Κόπτω φωνή = βάζω φωνή, κραυγάζω: Ο κάτης ήκοψε φωνή άγρια, πολλά μεγάλη Κάτης 85. 5) Με κόβγει η έγνοια = ανησυχώ, νοιάζομαι: έγνοια δεν τους έκοβγε κι εκείνα να θωρούσι| ξοπίσω του θανάτου τως, απού ’χουσι να ’ρθούσι Ερωφ. Α΄ 527. 6) Με κόπτει ίδρος = ιδρώνω από ψυχική ένταση: λιγομάρα μ’ έπιασεν ...| και ίδρος μ’ έκοψε Ch. pop. 574. 7) Με κόφτει διά κ. = ανησυχώ, ενδιαφέρομαι, φροντίζω για κ.: μηδε διά εντροπήν σάς κόφτει, μήτε διά τιμήν Θεματογραφία 11· Γενοβέσοι ... οπού σας κόπτει πλέον| όπως να ξαναπάρετε σπίτια σας τα χαημένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 556. 8) Κόβεται η καρδιά μου = α) εξαντλούμαι, λιποθυμώ: Εχάθηκέ μου η δύναμη, εκόπηκε η καρδιά μου Θυσ.2 191· β) λιποψυχώ, δειλιάζω: Μη δεν αφήνεις, Δίδυμε, να κόβετ’ η καρδιά σου| στους φόβους τούς ανθρώπινους, μα θαρρεμένος στάσου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1081]. 9) Κόβονται τα πόδια μου (ή τα μέλη μου) = «κόβεται» η δύναμή μου, αποκάμνω (εξαιτίας έντονου συναισθήματος): τα πόδια μου εκοπήκασι κι εθάμπωσε το φως μου Ερωφ. Δ΄ 214· Τα μέλη μου εκοπήκασι κι η ψη μου απολιγαίνει Πανώρ. Γ΄ 534. 10) Κόβονται τα σωθικά μου = εξαντλούμαι, αποκάμνω (από έντονο συναίσθημα): Μου φαίνεται κοπήκασι όλα τα σωθικά μου Ευγέν. 1010. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κουρασμένος, άτονος: Νένα, τα πρικαμένα μου μέλη γροικώ κομμένα Ερωφ. Ε΄ 267. 2) Απόκρημνος: οδιά την ταραχήν απού κάνει η θάλασσα εις τα μεγάλα χαράκια απού είναι εκεί και ριζιμιά και κομμένα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460. 3) Αποκομμένος, ερημικός: να σηκώσει το ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους προς ηγή κομμένη και να απεστείλει το ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22.
κτητορικός,- επίθ.
Η λ. σε παπυρ. του 6. αι. (L‑S).
Που ανήκει ή αναφέρεται στον κτήτορα: παίρνοντας ο φύλαξ του ιερού βήματος τον Τίμιο Σταυρό μαζί και την κτητορική (έκδ. κτιτορική· διορθώσ. Βλ. Χατζιδ., Αθ. 21,1909, 443) εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου τα έριξε εις το πηγάδι Ιστ. Βατοπ. 39.
κτιτορικός·- Ιστ. Βατοπ. 39, εσφαλμ. γρ. αντί κτητορική· διορθώσ. (Βλ. Χατζιδ., Αθ. 21, 1909, 443).
κτιτορική, — Βλ. και κτητορικός.
λόγγος- ο, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 12, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 13, Βίος Αλ.2 117, Χρον. Τόκκων 2325, 2329, Γράμματα Μετεώρ. 6626, 691, 7011, 7428, Θησ. ΙΑ΄ [υπόθ. 5, 203], Μάρκ., Βουλκ. 34227, Ιστ. Βατοπ. 40, Πεντ. Δευτ. XIX 5, Χρον. σουλτ. 3421, Αρσ., Κόπ. διατρ. 1030, Δωρ. Μον. XXX, Σταυριν. 247, Ευγέν. 887, Βακτ. αρχιερ. 170, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [475], Δ΄ [577, 1216], Ροδινός (Βαλ.) 122, κ.α.· λογγός.
Από το παλαιότ. σλαβ. logằ (Βλ. Meyer, NS II 38· πβ. και Γεωργακ., Πελοπον. 1, 1956, 393. Για διαφορετική ετυμ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Γ΄ 209). Ο τ. και σήμ. στην Άνδρο και τη Μύκονο (βλ. Γεωργακ., Πελοπον. 1, 1956, πβ. και τ. ’ογγός στη Νάξο· βλ. Ήμελλο, Αθ. 67, 1963/64, 37)· ως τόπων, ήδη σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. 2213, 24114, 22), 12. (Act. Lavr. 6125), 14. αι. (Act. Xér. 259, Act. Esph. 2211),κ.α., καθώς και σήμ. (Βλ. Γεωργακ., Μ). Η λ. τον 11. αι. (Κεδρ.) και σήμ. και ως τοπων. (Βλ. Γεωργακ., Μ ).
Πυκνό δάσος: ήτον λόγγος περισσός και δένδρη μεγάλα, πολλά δασέα Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 166215· εις τα δάση και λογγούς είσαι (ενν. λύκε) κατακρυμμένος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 841.
μάλαγμα- το, Ιερακοσ. 44817, 49927, Διγ. A 2266, 3956, Ερμον. Γ 43, Αχιλλ. N 345, Αργυρ., Βάρν. K 438, Διήγ. Αλ. V 57, Έκθ. χρον. 6630, Διγ. Άνδρ. 39832· μάλαγμαν, Διήγ. Βελ. (Cant.) 465, Αχιλλ. N 1117, 1583· μάλαμα, Βέλθ. 478, Ιατροσ. κώδ. φπη', Θησ. A΄ [978], Βεντράμ., Φιλ. 105, Ιστ. Βατοπ. 39, Πεντ. Γέν. II 12, XLIY 8, Έξ. XXX 3, XXXII 24, Αρ. VII 32, XXIV 13, XXXI 22, Δευτ. VII 25, XVII 17, Βυζ. Ιλιάδ. 149, Αιτωλ., Μύθ. 545 κ.π.α., μάλαμαν, Φλώρ. 981, Κυπρ. ερωτ. 761.
Η λ. στο Θεόφραστο. Οι τ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μάλαγμα)· ο τ. μάλαμα στο Βλάχ. και σήμ. και ο τ. μάλαμαν στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 293).
Α´ Μαλακτικό φάρμακο, κατάπλασμα: Μάλαγμα. Σμύρναν … και αλόην … μίξας … και λευκόν ωού … επιτίθει ευφυώς και επιδέσμει Ιερακοσ. 4909. Β´ 1) Κατεργασμένο μέταλλο: κοκκινόβαφη ζωστήρα| συν μαλάγματος χρυσίου| μετά λίθων πολυτίμων Ερμον. Μ 129· τας της κεφαλής γαρ τρίχας (ενν. είχε η Ελένη)| ώσπερ μάλαγμα χρυσίου Ερμον. Β 200. 2) α) Χρυσάφι: τα κομπία ήσαν από καθαρόν μάλαγμαν και άστραπταν Διγ. Άνδρ. 3476· Ο Αβραάμ βαρύς πολλά εις το ζωντόβολο, εις το ασήμι και εις το μάλαμα Πεντ. Γέν. XIII 2· β) χρυσό νόμισμα: κιντηνάρια μάλαμα έως τα πεντακόσια Αλεξ. 492· δυο βραχιόλια … δέκα μάλαμα ο καμπανός τους Πεντ. Γέν. XXIV 22.
μάρτυς (Ι),- ο, η, Ελλην. νόμ. 57525-6, Ασσίζ. 532, 574, 603, 30224 (αιτιατ. εν. μάρτυ), Σφρ., Χρον. μ. 5817, Έκθ. χρον. 4625, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1047], Παϊσ., Ιστ. Σινά 408, 1581, Δωρ. Μον. XXXII, Διγ. Άνδρ. 38313, Εις Θεοτ. 8, Λίμπον. 361, 394.
Το αρχ. ουσ. μάρτυς.
1) α1) Αυτός που δίνει πληροφορία ή απόδειξη για κ., που επιβεβαιώνει κ. (συν. μπροστά σε δικαστήριο): Ασσίζ. 3285, Ελλην. νόμ. 54812, Ψευδο-Σφρ. 15436, Διγ. (Trapp) Gr. 2619· (σε παροιμ.· βλ. Πολ. Ν., BZ 7, 1898, 142): Εγγύς που το παράδειγμα και ο μάρτυς αφ’ εστίας·| επί προδήλοις πράγμασιν ου χρεία των μαρτύρων Γλυκά, Στ. 43· α2) (συνεκδ.) μαρτυρική κατάθεση: αναγινώσκουνται οι μάρτυρες και εάν θέλει η άλλη μερέα επαίρνει το ίσον των μαρτυριών Ελλην. νόμ. 5224· β) αυτός που είναι παρών σε κάπ. γεγονός (συν. δικαιοπραξία) και μπορεί να το επιβεβαιώσει: Ασσίζ. 2644, Βακτ. αρχιερ. 144. 2) Αυτός που βασανίστηκε και θανατώθηκε για τη χριστιανική πίστη: ας ιδούμεν … εκείνους τους μάρτυρας πόσα αίματα έχυσαν Διήγ. πανωφ. 61· οι νεοφανείς τεσσαράκοντα δύο μάρτυρες εμαρτύρησαν εις το Αμόριον Ιστ. Βατοπ. 38· μνημόνευε της μάρτυρος (ενν. Αικατερίνης) και την καρδίαν χαίρου Παϊσ., Ιστ. Σινά 1622· (προκ. για τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα) τῃ κθ΄ Μαΐου … ο βασιλεύς κυρ Κωνσταντίνος σκοτωθείς απέθανεν … Ην δε η πάσα ζωή αυτού δη τον μακαρίτου βασιλέως και μάρτυρος χρόνοι μθ΄ και μήνες γ΄ και ημέραι η΄ Σφρ., Χρον. μ. 984-5.
μεσιακός,- επίθ., Λίβ. P 1116, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 306, Ιστ. Βατοπ. 39, Πεντ. Έξ. XXVI 28, XXXVI 33, Ροδινός (Βαλ.) 183 (97), Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 155, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191, 194. μεσακός, Πορτολ. B 2115, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84132, 8536.
Από το ουσ. μέση και την κατάλ. -ιακός. Ο τ. στο Βλάχ. Η λ. στο Somav. (Πβ. και. Meursius, λ. μεχιακός) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄, λ. μεσακός, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 80, καθώς και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μεσακός· βλ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 658, λ. μεχιακός). Η λ. και σήμ.
α) Μεσαίος: το τειχιό το μεσιακό ερίξαν κι εχαλάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2232· εμπαίνεις μέσα την Σκούρτζουλαν και τα νησιά και αρμετζάρεσαι εις το μεσιακόν νησίν Πορτολ. A 139· β) (μεταφ. προκ. για ηλικία κλπ.): Έτι το κρέας των νέων ζώων έως ενούς χρόνου είναι κακοχώνευτον και τροφήν πολλήν δεν δίδει. Ομοίως και το γεροντικόν, διατί είναι περισσά υγρά και βλάπτουσιν. Αλλά μόνον τα μεσιακά, ήγουν από δύο χρονών και έμπροσθεν, είναι άβλαβα πριν γεράσουν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191· περί δε της του οίνου ποιότητος ... το νέον κρασί πρήσκει και το παλαιόν ανεβαίνει εις την κεφαλήν ..., αμή το μεσιακόν είναι καλύτερον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 183.
μετόχιον- το, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1489, 1516, 1570, 1585, 1657, 1806, 1817, 1829, 2265, κ.α., Βακτ. αρχιερ. 168· μετόχι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1876, 24314, 24823, Νεκρολ. φ. 91· μετόχι(ο)ν, Ιστ. Βατοπ. 40.
Από το αρχ. ουσ. μετοχή και την κατάλ. -ιον (Βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. μετόχι). Η λ. τον 9. αι. (Sophocl.) και πολλ. σε έγγρ. Ο τ. μετόχιν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μετόχι στο Βλάχ. και σήμ.
1) α) Μεγάλο κτήμα που ανήκει σε μοναστήρι από την περιοχή του οποίου βρίσκεται συν. μακριά, περιλαμβάνει διάφ. μοναστηριακές εγκαταστάσεις (κελιά, εκκλησία, ξενώνες, κλπ.. για τις ανάγκες των μοναχών και καλλιεργητών) και λειτουργεί ως παράρτημά του (Για τη σημασ. βλ. Σπανάκη, Κρ. Χρ. 9, 1955, 467, Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 338 και [Ερωτόκρ. σ. 612]): Εκείσε και μετόχιον πέφυκε με κελία (παραλ. 1 στ.). Το δε γε περιβάλλον του ζεφύρου τῳ μέρει| υποκείμενον φαίνεται και δύο μίλια φέρει Παϊσ., Ιστ. Σινά 1895· Λειμών δε και μετόχιον παρόμοιον τῳ άλλῳ υπάρχει, γέμον νεραντζών Παϊσ., Ιστ. Σινά 1509· β) (εδώ προκ. μόνο για το οίκημα): εις Αίγυπτον μετόχιον τυγχάνει των Σιναϊτών …| Τούτο οικία μεν εστί μεγίστη με κελία Παϊσ., Ιστ. Σινά 2251. 2) (Γενικ.) κτήμα με σπίτι, αγροικία που ανήκει σε ιδιώτη· μικρός (αγροτικός) συνοικισμός (Για τις σημασ. βλ. Σπανάκη και Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 338 και [Ερωτόκρ. σ. 612]): Εκεί ήσα κάμποι και βουνιά … (παραλ. 2 στ.), μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 638· Κι επήγασίνε κι άρχοντες με την καβαλαρία| να μπουν να ξελυτρώσουνε μετόχια και χωρία Τζάνε, Κρ. πόλ. 3062. Ως τοπων.: Συναδ., Χρον. 32, 45.
νεοφανής,- επίθ.
Από το νεο‑ και το ‑φανής (< φαίνομαι). Η λ. τον 5. αι. (Lampe, Lex.).
Που εμφανίστηκε πρόσφατα· (εδώ προκ. για νεομάρτυρες· όμοια χρ. της λ. στο Νικόδημο Αγιορείτη· βλ. Αναστασίου, Θεσσαλονίκη 1, 1985, 499): ήλθον Άραβες ... και πολλούς χριστιανούς εφόνευσαν ... Τότες και οι νεοφανείς τεσσαράκοντα δύο μάρτυρες εμαρτύρησαν εις το Αμόριον Ιστ. Βατοπ. 38.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1245, Πουλολ. (Krawcz.) 384, 646 (βλ. και Πολ. Λ., Ελλην. 19, 1966, 177), Απολλών. (Janssen) 32, 354, Απαρν. (Πολ. Λ.) 18, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 14421, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 204, 269, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 47, Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 39, Αχέλ. (Pern.) 1195, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 191, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 46, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 59· πληθ. αθλοί, Θησ. Δ΄ [156].