Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- εδραίωμα
- το, Κορων., Μπούας 21, 23, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 812 (έκδ. ενδραίωμα πιθ. από τυπογραφικό λάθος).
Το μτγν. ουσ. εδραίωμα.
Στήριγμα (Η σημασ. μτγν., L‑S): να είναι πάντοτε εδραίωμα και στύλος Κορων., Μπούας 23.
ειρήνη- η, Γλυκά, Στ. Β́́ 107, Μανασσ., Χρον. 3198, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 111, Ασσίζ. 10410‑11, 1277‑8, 21410, 46620, Διγ. (Trapp) Gr. 3340 (κριτ. υπ.), Διγ. Z 4152, Ωροσκ. 396, Χρον. Μορ. H 1017, 2689, 8108, 8706, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 519, Μαχ. 64835, Δούκ. 30531, Σφρ., Χρον. μ. 264‑5, 585, 7621, 9412, 10821, Θησ. Ζ́́ [642], Ch. pop. 429, Σκλέντζα, Ποιήμ. Ά́ 62, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15219, Έκθ. χρον. 3116, Κορων., Μπούας 69, 111, 129, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 103, Πεντ. Γέν. XV 29, Δευτ. XX 11, Ρίμ. θαν. 78, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 696, 1029, 1040, Ιστ. πολιτ. 5515, 738, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 55, Ιστ. Βλαχ. 137, 266, 1434, 1441, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, Διγ. Άνδρ. 36219, 40432, Μεταξά, Επιστ. 47, Διακρούσ. 7115, 8620· ερήνη, Θησ. Ί́ [28], Πεντ. Γέν. XXVI 29, 31, XXVIII 21, XXIX 6, XXXVII 4, 14, XLI 16, XLIII 23, 27, Έξ. IV 18, XVIII 7, Λευιτ. XXVI 6, Αρ. VI 26, XXV 12, Δευτ. II 26, XX 10, XXIII 7, XXIX 18.
Το αρχ. ουσ. ειρήνη. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Κατάσταση ησυχίας, φιλική σχέση μεταξύ κρατών και ατόμων (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ.): αγαπά φιλονεικίαν και την ειρήν’ αρνείται Κορων., Μπούας 111· τα ρωμαϊκά μέρη των ορθοδόξων και οι τόποι επερνούσαν με ειρήνην Διγ. Άνδρ. 36219. 2) Συνθήκη, συμφωνία για την κατάπαυση πολέμου (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ποιήσαντες ειρήνην μετά των εν τῳ κάστρῳ Σφρ., Χρον. μ. 264‑5· δένει τα βασίλεια με την καλήν ειρήνην Ιστ. Βλαχ. 1441. 3) α) Γαλήνη, αταραξία, ηρεμία (Βλ. Bauer, Wört. στη λ. 1β. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Έμεινε δε εν τῃ αυτῄ μονή ζων εν ειρήνῃ Έκθ. χρον. 3116· Ει δε πάλιν εμφυτεύσει ειρήνην εν τῃ καρδίᾳ σου Δούκ. 30531· χάρις είη υμίν και ειρήνη και έλεος παρά Θεού Μεταξά, Επιστ. 47· ερήνη εσάς Πεντ. Γέν. XLIII 23· β) (προκ. να ρωτήσει κανείς για την υγεία) (Πβ. L‑S στη λ. IV): ερώτησεν αυτουνούς εις ερήνη Πεντ. Γέν. XLIII 27. Η λ. και ως κύρ. όνομ.: Chron. br. (Loen.) 1.
ελεεινός,- επίθ., Μακρεμβ., Υσμ. 2676‑7, Μανασσ., Χρον. 3186, Ακ. Σπαν. 35218‑9, Πουλολ. Αθ. 15, Φλώρ. 1746, Περί ξεν. A 198, Λίβ. Esc. 3664, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 211, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 225, Συναξ. γυν. 1066, Κορων., Μπούας 71, Αχέλ. 758, Κώδ. Χρονογρ. 5315, Χρον. σουλτ. 8322, Ιστ. πατρ. 17419, Μ. Χρονογρ. 3436, Ιστ. Βλαχ. 2643, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́́ 19, Αποκ. Θεοτ. II 44, Διακρούσ. 10025· ελεγεινός, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 81· ελενός, Θρ. Κων/π. (Mich.) 108, Θησ. Γ́́ [261], Δ́́ [258], Χούμνου, Κοσμογ. 1769, Αλεξ. 42· ’λεγνός, Πανώρ. Β́́ 514 (κριτ. υπ.)· ’λεεινός, Πτωχολ. P 278, Περί ξεν. V 14, 74, 256, Απολλών. (Wagn.) 681, Ch. pop. 19, 375, Πικατ. 236, Κορων., Μπούας 24, Παλαμήδ., Βοηβ. 382· ’λενός, Θησ. Γ́́ [427, 728], Ί́ [111], Ch. pop. 824, Γεωργηλ., Θαν. 413, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 711.
Το αρχ. επίθ. ελεεινός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Αξιολύπητος, ταλαίπωρος, δύστυχος, «καημένος» (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1α και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ.): «Χάρε δολερέ και μυριολυπημένε,| εχθρέ τ’ ανθρώπου του ’λεεινού πάντοτες βουλισμένε Πικατ. 292· τόση σφαγή εις τους ελεεινούς τους Μοραΐτες Χρον. σουλτ. 10433· από τους όλους συγγενούς εγώ υπάρχω μόνη,| η δυστυχής, η ελεεινή και κακομοιρασμένη Βέλθ. 1170· απέμεινεν η Μαξιμού πεζή, ελεεινή εις τον κάμπον Διγ. (Trapp) Esc. 1535· τα παρεθύρια σφάλισαν, τήν ηγαπώ δεν είδα| κι είμαι θλιμμένος, το ’λεεινό, και παραπονεμένος Ch. pop. 414· καιρός έναι, ματάκια μου, χρόνος υπάγει τώρα| οπού ξετρέχω το ’λεεινό την άσπρην περιστέρα Ch. pop. 371. 2) Άθλιος: ευρέθη μετά καιρόν το ελεεινόν αυτού κορμί μαύρον, τυμπανιαίον Ιστ. πατρ. 1494· εντύθη τους κατάσαρκα μ’ έναν ’λεεινόν τομάριν Πικατ. 529. 3) Αχρείος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): ώ της παρανομίας, ώ της κολακείας των ελεεινών Ιστ. πατρ. 1432· ευθύς γυρίζει ο γερανός, λέγει προς τον κυκνέα:| «εμέν τα λέγεις, ελεεινέ, χαλκέα, μουζομύτη …» Πουλολ. Αθ. 70· φαρμάκιον κατασκεύασεν ο ελεεινός Παρίσης Βίος Δημ. Μοσχ. 271.
έλθιμον- το, Θησ. Β́́ [153], Ιστ. πατρ. 1544, Ιστ. Βλαχ. 1237 (ελθιμόν από μετρ. αν.), Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 3429, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 555.
Από τον αόρ. του έρχομαι και την κατάλ. ‑ιμο.
Άφιξη, ερχομός: όταν έμαθε ο πρίγκιπας το έλθιμον του μπάιλου Χρον. Μορ. H 6562· συγχαίρω μετά πολλών το έλθιμον της αγάπης σου Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 8718· Πάφο παλαιά εκτίσθη … ομπρόττερα από το έλθιμον του Χριστού Κείμ. του 16.-17. αι. (ΝΕ 13, 1916, 473).
ελπίς- η, Σπαν. V 95, Γλυκά, Στ. 34, Προδρ. I 129, 189, Μακρεμβ., Υσμ. 18621, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 52, 86, 116, 436, Καλλίμ. 165, 682, Διγ. (Trapp) Gr. 904, 1335, 3026, Διγ. Z 547, 1792, 2590, 2604, Διγ. (Trapp) Esc. 1057, Πόλ. Τρωάδ. 248, Ερμον. Υ 369, Ωροσκ. 403, Βίος Αλ. 3100, Διήγ. Βελ. (Cant.) 41, Καναν. 69 D, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 404, Διακρούσ. 1178· ελπίδα, Σπαν. A 523, Σπαν. (Ζώρ.) V 50, Διδ. Σολ. Ρ 86, Χρον. Μορ. H 2153, Λίβ. P 716, Λίβ. Sc. 739, Φυσιολ. (Legr.) 63, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 835, Αργυρ., Βάρν. K 210, Μαχ. 41623, 57615, Θησ. Πρόλ. [30], Ϛ΄ [26], Χούμνου, Κοσμογ. 1196, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1218, Σαχλ. N 268, Έκθ. χρον. 122, Κορων., Μπούας 24, 40, 123, Πένθ. θαν.2 524, Φαλιέρ., Ενύπν. 112, Δεφ., Λόγ. 145, Αχέλ. 1621, 2146, Αιτωλ., Μύθ. 316, 9124, Ζήν. Α 284, Ιστ. πατρ. 1695, Κυπρ. ερωτ. 1263, Πανώρ. Β΄ 365, Ερωφ. Πρόλ. 122, Α΄ 271, 285, 289, 532, Ιντ. α΄, 30, Β΄ 142, 240, 329, 447, Γ΄ 176, 198, Διγ. Άνδρ. 37016, Στάθ. Α΄ 155, Λίμπον. 239, 288, 353, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 594, Ιντ. γ΄ 18, 54, Δ΄ 550, Διακρούσ. 1086, 1183, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15711, 20817, 25620, 43212, 5262· ’λπίδα, Κορων., Μπούας 131, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 54· ολιπίδα, Χρον. σουλτ. 8632· ολπίδα, Χρον. Μορ. P 1821, 2153, 8262, 8699, Ιμπ. (Legr.) 560, Θησ. Πρόλ. [256], Θ΄ [215], Ch. pop. 339, 439, Συναξ. γυν. 231, Ερωτοπ. 621, Δεφ., Λόγ. 741, Περί γέρ. 79, Π. Ν. Διαθ. φ. 246β, 512, Χρον. σουλτ. 391, 4910, 771, 1238, 1375, Πανώρ. Α΄ 22, 171, Β΄ 549, 590, Γ΄ 518, Ε΄ 41, Ερωφ. Πρόλ. 20, Ιντ. α΄ 84, Δ΄ 742, Κατζ. Β΄ 56, Παλαμήδ., Βοηβ. 255, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 81 δις, Ερωτόκρ. A΄ 205, 366, 415, 842, 992, 1110, 1161, Β΄ 431, Γ΄ 12, 117, 278, 1603, 1718, Δ΄ 170, 323, 639, 879, 1078, 159, Ε΄ 43, 72, 829, 1018, 1079, 1478, Στάθ. Α΄ 10, Ιντ. κρ. θεάτρ. α΄ 125,164, δ΄ 75, Ζήν. Γ΄ 159, Δ΄ 59, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2899, 31220, 37922, 45413, 51023, 55525, 5621· ολπίς, Χρον. Μορ. P 509· ορπίδα, Βουστρ. 443, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 326 κριτ. υπ.
Το αρχ. ουσ. ελπίς. Ο τ. ελπίδα και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. ολπίδα και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 643]). Ο τ. ορπίδα και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 704).
1) α) Ελπίδα, προσδοκία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ.): τριγύρου τους εχθρούς είχαμε στα τειχιά μας| κι ελπίδα πλιο δεν ήτονε κιαμιά τση λευτεριά μας Ερωφ. Δ΄ 570· τα έργα των χριστιανών και οι κενές ελπίδες,| εκείνες εχαλάσασιν βασιλείαν Ρωμαίων Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 670· β) φρ. έχω ελπίδα ή βάνω την ελπίδα = ελπίζω: επά σ’ εμάς ποιος βρίσκεται, ’ς ποιον έχομεν ολπίδα Ερωτόκρ. Δ΄ 1355· ελπίδαν έχω στον Θεόν (παραλ. 1 στ.) … την πατρίδαν και εμάς να μας ελευθερώσει Παλαμήδ., Βοηβ. 93· άλλος περίσσια απόκοτος ’ς τούτο το χέρι απάνω| μου λέγει την ελπίδα μου πάσα καιρό να βάνω Ερωφ. Γ΄ 210· γ) έκφρ. παρ’ ελπίδα = απροσδόκητα, ανέλπιστα (Η έκφρ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): φίλε, τόν [ουκ] εγνώριζα και ο χρόνος παρ’ ελπίδα| φίλον εμόν σε απέδειξεν Λίβ. N 3190. 2) Στήριγμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): ελπίδα μου εις το γήρας μου άλλον τινάν ουκ έχω Ιμπ. 137· Δέσποινά μου πανύμνητε, ελπίς μου Θεοτόκε Διγ. A 1820. 3) Υπόσχεση(?): επεί δ’ απείπον εκ πολλού και συνεχούς καμάτου,| μεθύουσι τους φύλακας ελπίδων τοις κρατήρσι| και τον χρυσούν ελέπολιν άμαχον προσλαβόντες Μανασσ., Χρον. 4149. 4) Ως προσωποπ.: Απαύτου πάλιν κήρυκα και εστέκετον η Ελπίδα, να βλέπει απάνω εις τον ουρανόν και το έναν της το χέριν| να δείχνει πάλε εις ουρανόν προς την μακροθυμίαν Λίβ. N 865.
ευκολία- η, Ασσίζ. 12418, 2946, 2962, 4061, Φλώρ. 1162, Κορων., Μπούας 14, 24, 26, Πτωχολ. α 566, Παλαμήδ., Βοηβ. 498, 988, Μαρκάδ. 473· ευκόλια, Πόλ. Τρωάδ. 134· ευκολιά, Παλαμήδ., Βοηβ. 462, 919, Στάθ. (Martini) Γ΄ 206, 214, 226, Ροδολ. Β΄ [345], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [100, 522, 902, 1088], Γ΄ [94, 870], Ε΄ [520, 972, 1317, 1337], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 257, Μαρκάδ. 223, Διγ. O 381· ευχολία, Τριβ., Ρε 20, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 3320.
Το αρχ. ουσ. ευκολία. Η λ. και σήμ.
1) Ευκολία, άνεση (Η σημασ. και σήμ.): όταν φυσήσ’ ο άνεμος, κλίνει (ενν. το καλάμι) με ευκολία Αιτωλ., Μύθ. 1423· όσον μπορεί τες στράτες της ίσιες να τες εκάμει,| για να μπορεί με πλια ευκολιά σε δαύτονε να δράμει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [714]. 2) Αυθορμησία: Το δε πάλιν να φεύγομεν παντελώς την ετοιμότητα και ευκολίαν του λόγου … εγώ ουδέν το ήθελα ειπεί ποτέ Σοφιαν., Παιδαγ. 107. 3) Καλή διάθεση: Ω και με πόσην ευκολιά ήθελα σου γροικήσει| ’ς πάσα μικρό σου νόημα οπού ’χες μου ζητήσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [593]· ύπαγε μετ’ ευκολίας| και χαράς ανεκλαλήτου Πτωχολ. α 928.
Οκτώβριος- ο, Λίβ. P 773, Λίβ. N 930· Οκτώβρης, Μαχ. 6005· Οκτώμβριος, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 8236, Σεισμολ. (Οικονόμου) 62· Οχτώβριος, Μαχ. 3624, 3664, Βουστρ. 464 (τρις), 486 (δις), 487 (τρις).
Το μτγν. ουσ. Οκτώβριος. Ο τ. Οκτώβρης στο Somav. και σήμ. Γεν. Οκτώβρου σε έγγρ. του 1643 (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 412). Ο τ. Οκτώμβριος, του οποίου το μ αναλογ. με τα Σεπτέμβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος (βλ. Ανδρ., Λεξ.), τον 6. αι. (Lampe, Lex.), στο Σκουζέ, Χρον. Αθ. 105 και σε έγγρ. του 1797 (Apostolopoulos, Ελλην. 27, 1974, 114). Η λ. και σήμ.
Ο δέκατος μήνας του χρόνου, ο Οκτώβριος: Και τῃ β́ Οχτωβρίου εσηκώθην η αρμάδα από την Αμμόχουστον Βουστρ. 485· (εδώ ως επιθετ. προσδιορ. του ουσ. μήνας): τον Οκτώβριον μήναν γροικώντα το ο σιρ Οτέτ Λα Μπαμ έπληξεν και είπεν ... Μαχ. 60010· (ως προσωπ.): Είδα και τον Οκτώβριον άνθρωπον εις το σκήμαν,| ηύρα τον και ήτον κυνηγός Λίβ. Esc. 1072.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Κορων., Μπούας 21, 23, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 812 (έκδ. ενδραίωμα πιθ. από τυπογραφικό λάθος).