Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αναγύρεμα
- το, Ιμπ. (Lambr.) 605.
Από το αναγυρεύω.
Αναζήτηση: εξήβη εις αναγύρεμα κόρης της Μαργαρώνας Ιμπ. (Lambr.) 605. — Πβ. αναγυρευμός, αναγύρευσις.
αναπνέω,- Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 1812, Καλλίμ. (Κριαρ.) 929, Ιερακοσ. (Hercher) 43411, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 696, Ιμπ. (Lambr.) 447· αναπνέγω, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 218.
Το αρχ. αναπνέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Αμτβ. 1) α) Εισπνέω και εκπνέω αέρα (Η σημασ. ήδη στον Αριστοτέλη και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): εάν ίδεις βιαίως αναπνέον, ίσθι το ήπαρ αυτού έλκος έχειν Ιερακοσ. 43411. β) ζω, βρίσκομαι στη ζωή (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α, Φρ.): μη φανερώσεις τίποτε ώστε να αναπνέγω Βίος αγ. Νικ. 218· γ) λαχανιάζω, αγκομαχώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): και βαρεοφορτώνουν σας έως να αναπνείτε Διήγ. παιδ. 696. 2) Ξαναζωντανεύω (αμτβ.): πιστεύω, αν ήτονε νεκρός, ήθελεν αναπνεύσει Ιμπ. (Lambr.) 447. 3) Παίρνω ανάσα, ξεκουράζομαι: οι Αργείοι να αναπνεύσουν| από τον πολύν τον κόπον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΘ΄ [257]. Β´ (Μτβ.) εκπέμπω (κάτι), από το οποίο σαν να είμαι γεμάτος (Η σημασ. αρχ., L‑S, Δημητράκ. στη λ. 4): όλον αναπνείς μοι τον Έρωτα Μακρεμβ., Υσμ. 1812.
απαρματώνω.- Αχιλλ. (Hess.) N 587, Μαχ. (Dawk.) 10837, 1347, Βουστρ. (Σάθ.) 439, 476· αποαρματώνω, Ιμπ. (Lambr.) 126, Μαχ. (Dawk.) 1546· αφαρματώνω, Βουστρ. (Σάθ.) 543.
Από την πρόθ. από και το αρματώνω. Ο τ. αφαρματώνω κατ’ αναλογία προς άλλα ρ. με α΄ συνθ. την πρόθ. από. Η λ. και στο ποντιακό ιδίωμ. (ΙΛ).
1) (Ενεργ.) (προκ. για πλοίο) ξαρματώνω, αφαιρώ τον οπλισμό (Η σημασ. και στον Πόντο, ΙΛ στη λ. 1): Και τα κάτεργα τα εκράτουν αρματωμένα ούλα να τα παρματώσουν Βουστρ. 476. 2) (Ενεργ. και μέσ.) βγάζω τα άρματα, αφοπλίζομαι: ευθύς απαρματώνουνται, πίπτουσιν, προσκυνούν τον Αχιλλ. N 587. 3) (Προκ. για κάτεργο) παύω να είμαι σε ενεργό υπηρεσία· μπαίνω σε «παροπλισμό»: να στραφούν τα κάτεργα εις την Αμόχουστον ν’ απαρματώσουν Μαχ. 1347. — Βλ. και αρματώνω.
απότιστος,- επίθ., Ιμπ. (Lambr.) 645.
Το μτγν. επίθ. απότιστος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που δεν έχει πιει, διψασμένος (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): επέμεινεν εις το ερημονήσι άφαγος και απότιστος Ιμπ. (Lambr.) 645 (βλ. και άπιος).
αποτρώγω,- Ιμπ. (Lambr.) 478, Μαχ. 623, Βουστρ. 516· ’ποτρώγω, Φλώρ. 1488, Μαχ. 19814, Στάθ. Γ΄ 204, Διγ. O 1385, 2277.
Από την πρόθ. από και το τρώγω. Άσχετο προς το αρχ. αποτρώγω. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αποτρώγω II).
Τελειώνω το φαγητό, παύω να τρώγω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποτρώγω II 1): όνταν εποφάγασιν, πάλιν καβαλικεύουν Διγ. O 1385· όνταν απόφαν έππεσεν από τον κόπον της θαλάσσου και εκοιμήθην Μαχ. 623. — Βλ. και απογεύομαι 2.
αρχινώ,- Ιμπ. 765, Πικατ. 395, Τριβ., Ταγιαπ. 134, Κατζ. Β΄ 134, Ευγέν. 612, Διήγ. ωραιότ. 322, 628, Λίμπον. Επίλ. 51, Λεηλ. Παροικ. 578, Διγ. O 175· αόρ. αρχίνησα ή αρχίνισα, Ασσίζ. 3715, Πόλ. Τρωάδ. 130, 310, Χρον. Μορ. P 1820, 3617, 3741, 4568, 6461, Λίβ. Esc. 3854, Ιμπ. (Legr.) 533, 803, Θησ. (Foll.) I 62, 72, 82, Θησ. Β΄ [97], Δ΄ [502], Αλεξ. 589, 929, 1875, Κυπρ. ερωτ. 9118, Πένθ. θαν.2 235, Βεντράμ., Φιλ. 48, Τριβ., Ρε 134, Αιτωλ., Μύθ. 274, Θρ. Κύπρ. M 382, Βίος αγ. Νικ. 69, Ιστ. Βλαχ. 321, 895, 1243, Σουμμ., Ρεμπελ. 180, 181, Ευγέν. 874, 902, 1327, Διήγ. ωραιότ. 11, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [108], Β΄ [369], Γ΄ [170], Ε΄ [194], Λίμπον. 90, Λεηλ. Παροικ. 7, Διγ. O 1776, Διακρούσ. 8321, 10225, 1119· αόρ. ερχίνησα, Διήγ. ωραιότ. 488· ’χερνώ, Ιμπ. (Lambr.) 715.
Κατά Χατζιδ. (Αθ. 1, 1889, 263 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 293, Β΄ 446) από το (εγ)χειρώ ‑εγχειρίζω ‑ χερίζω με παρετυμ. προς τα αρχή, αρχίζω. Πιθανότερο κατά Thabores, BZ 55, 1962, 247-52 από τα αρχή, αρχίζω και την κατάλ. ‑ινώ αναλογ. προς τα κινώ, ξεκινώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) (Μτβ.) αρχίζω (μια πράξη, ένα έργο) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): πόθεν την διήγησιν και λόγον ν’ αρχινήσω; Λίμπον. 90· Αρχίνησαν τον πόλεμον Ιστ. Βλαχ. 895· και αρχινήσανε τες φωνές συντροφιασμένες με το κλάψιμο Σουμμ., Ρεμπελ. 180· Να είχα κανείν να μ’ έκλαιγε, ν’ αρχίνα μοιρολόγια Ευγέν. 612· Τον δρόμον αρχινήσασι κι υπάν’ εις την Αθήνα Θησ. Β΄ [97]· Νεκρός, τυφλός απόμεινα, δεν ημπορά μιλήσω.| Τον πόνον τον αμέτρητον πως να τον αρχινήσω; Ευγέν. 902· Ώδε θέλομεν αρχινήσει να πούμεν εις την υπόθεσιν του πουλητού και του αγοραστού Ασσίζ. 3715· Τότ’ αρχινά ο Ιμπέριος να λέγει, να αφηγάται Ιμπ. 765· και ως θεολόγος δάσκαλος αρχίνα κι έλεγέ μου Πικατ. 395· και τους υιούς της έκραξεν και αρχινά και κλαίει Διγ. O 175. 2) α) (Αμτβ.) βρίσκομαι στην αρχή μου, στην έναρξή μου (προκ. για γεγονός η κατάσταση) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ο πόλεμος της Κρήτης να αρχινήσει Λεηλ. Παροικ. 7· η αρρωστιά μου αρχίνησε στο (έκδ. στ’· διορθώσ.) έβγα τ’ Απριλίου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [369]· β) η μτχ. επίρρ.: να βρεθούνε κερδεμένοι όλοι από μίαν γνώμη| αρχινώντας εκ τον κόμη Τριβ., Ταγιαπ. 134, — Βλ. και αρχίζω/
ασθενής,- επίθ., Ασσίζ. 16626, Ιστ. πατρ. 9611, 1137· αστενής, Ασσίζ. 33919, 3773, 38126, 3861, 41812, 43131, 4328, Ιμπ. (Lambr.) 675, Μαχ. 3214, 4637, 14627, 37026, Φαλιέρ., Ρίμ. L 198, Χρον. σουλτ. 559, Ροδολ. Αφ. [68], Ροδολ. Τοις Αναγν. [14].
Το αρχ. επίθ. ασθενής. Η λ. και ο τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αστενής).
1) Που πάσχει από κάποια ασθένεια, άρρωστος (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αστενής 1. Βλ. και Ανδρ., Σημασ. 81): Εάν γίνεται … ότι είς άνθρωπος ένι αστενής και ποιεί την διαθήκην του … Ασσίζ. 38126. 2) Αδύναμος (Πβ. L‑S στη λ. 3 και Bauer, Wört., στη λ. 16): Μα γιατ’ η μούσα μου φτερά λιγάκια μού ’χε τάξει| κι ο κάλαμός μου ως αστενής δεν ημπορά πετάξει Ροδολ. Αφ. [68].
άστοχα,- επίρρ., Ιμπ. 425, Ιμπ. (Lambr.) 405, Παρασπ., Βάρν. C 188, Αργυρ., Βάρν. K 6, 179, Αρμούρ. 133.
Από το επίθ. άστοχος. Η λ. ήδη τον 12. αι. (Παπαδ. Α., ΛΔ 2, 1940, 24) και σήμ. (ΙΛ).
1) Χωρίς πολλή σκέψη, πρόχειρα(;): Μα την αλήθειαν, άρχοντες, άστοχα σας το λέγω Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 133. 2) Χωρίς επιτυχία· αδέξια (Πβ. ΙΛ στη λ. 2· για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Αρμούρ. σ. 187 σχόλ. στ. 133]: Μα την αλήθειαν, άρχοντες, άστοχα το συγγράφω Αργυρ., Βάρν. K 179. Βλ. και απλώς 1α. 3) Με άσχημο τρόπο (Πβ. ΙΛ στη λ. 3): άστοχα τον επέταξεν συσσελοαρματωμένον Ιμπ. 425. Βλ. και άτυχα.
αυθεντεύω,- Βέλθ. 27, Ερμον. Ε 27, Πτωχολ. P 744, Πτωχολ. N 485, Ιμπ. 40, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 121, 828, Δούκ. 18922, Θησ. Δ΄ [207], Γεωργηλ., Βελ. 812, Διήγ. Αλ. V 52 (δις), Κορων., Μπούας 39, Θρ. Κύπρ. K 454, Παλαμήδ., Βοηβ. 446, κ.π.α.· αφενδεύω, Συναξ. γυν. 867· αφεντεύγω, Ακ. Σπαν. 34197, Αχιλλ. L 107, Μαχ. 38018, 54012-3, Άνθ. χαρ. 29830, Ιμπ. (Legr.) 929, Φαλιέρ., Λόγ. 368, Δεφ., Λόγ. 528, Ερωφ. Α΄ 18, Ερωτόκρ. Β΄ 489, Δ΄ 1299, 1524, Ε΄ 825, 1425, Φορτουν. Γ΄ 11, 358, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57513· αφεντεύω, Διγ. A 2510, Χρον. Μορ. H 13, 343, 782, 836, 1927, 3042, 3192, 6796, 8173, 8492, Ρ 1174, Ιμπ. (Lambr.) 38, Ιμπ. 805, 893, Χρον. Τόκκων 1347, 1383, Μαχ. 2222, 5624, 5836, Θησ. (Foll.) III, Χούμνου, Π.Δ. VIII 48, Ριμ. Βελ. 68, Βουστρ. 489, Διήγ. Αλ. V 52, Αλεξ. 7, 264, 1934, 2013, 2688, Άνθ. χαρ. 29920, Απόκοπ. 259, 296, Συναξ. γυν. 1137, Κορων., Μπούας 5, Διήγ. Αλ. G 2879, Δεφ., Λόγ. 70, Ρίμ. θαν. 53, Χρον. σουλτ. 9420, Άλ. Κύπρ. 556, Δωρ. Μον. XVIII, Σταυριν. 500, Ιστ. Βλαχ. 356, 451, 589, Διγ. Άνδρ. 35214, Ερωτόκρ. Α΄ 1766, Θυσ.2 61, Στάθ. Α΄ 300, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 69, Διακρούσ. 8610, κ.π.α.· ’φεντεύγω, Μαχ. 304· ’φεντεύω, Χρον. Τόκκων 1290.
Από το ουσ. αυθέντης και την κατάλ. ‑εύω. Ο τ. αφενδεύω στο Μαλαξό. Για τον τ. αφεντεύω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 172, Psich., Qu. tr. 815, αλλά και Hatzid., Einleit. 287. Πβ. το μτγν. αυθεντέω (L‑S). Η λ. στο Du Cange (τ. αυθεντεύειν στη λ. αυθέντης και τ. αφεντεύειν στη λ. αφέντης) και σήμ. (ΙΛ, λ. αφεντεύω).
(Μτβ. και αμτβ.) είμαι αφέντης, εξουσιάζω, ορίζω, κυβερνώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντεύω 1α. Πβ. και L‑S, λ. αυθεντέω 1): Αφεντιάν έχει και αφεντεύει Χρον. Μορ. H 8173· θάνατος κυριεύει ή η ζωή καθολικά τον κόσμον αφεντεύει; Αλεξ. 1934· Την γην εκείνη, μου ’πασι, έχω αφεντεμένη Αλεξ. 2013· τον βιόν μας αφεντέψασιν και άλλων τον εχαρίσαν Απόκοπ. 259· Κρίμα στα τετραβάγγελα, τα χρυσοσταμπιασμένα,| τώρα οι Τούρκοι τα κρατούν κι έχουν τ’ αυθεντεμένα Θρ. Κύπρ. K 454· αφέντεψεν ο πάππους του οκτώ, εννέα χρόνους Ιστ. Βλαχ. 451· ο έρως αφεντεύει τα όλα και αποτάσσει τα Διγ. Άνδρ. 35214. Βλ. και αποτάσσω (II) 2, αριστοκρατώ, αρχηγετώ, βασιλεύω, ορίζω.
αυθέντης- ο, Σπαν. A 534, 646 (γεν. αυθεντού), Σπαν. P 46, Λόγ. παρηγ. O 472, Προδρ. I 88, II 6, Ασσίζ. 67, 1811, 13, 2630, 331, 3711, 5114, 724, 1201, 13829, 14518, 1461, 3, 28, 15317, 1457, 16618, 27, 1888, 19531, 1997, 20317, 22027, Διγ. (Trapp) Gr. 1024, Διγ. Z 276, 861, 937, 1349, 1354, 1898, 2098, Διγ. (Trapp) Esc. 470, 1029, 1812, Βέλθ. 27, 106, 555, 764, 985, 990, Πόλ. Τρωάδ. 819, Πτωχολ. N 346, Συναξ. γαδ. 83, Περί ξεν. A 175, Περί ξεν. V 458, Λίβ. P 2663, Λίβ. (Lamb.) N 317, Αχιλλ. N 18, 47, Αχιλλ. O 383, Ιμπ. 40, 245, 567, Αργυρ., Βάρν. K 73, Μαχ. 4212, 2507, 3968, Σφρ., Χρον. μ. 1030, 1818, 2225, 8012, 9018, Θησ. Β΄ [106, 191, 682], Γεωργηλ., Βελ. 159, 374, Διήγ. Αλ. V 21, 22, 86, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1486, Σαχλ., Αφήγ. 569, Έκθ. χρον. 17, 693, 10, Κορων., Μπούας 4, 5, Ψευδο-Σφρ. 33814, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 69, Ρίμ. θαν. 95, Θρ. Κύπρ. M 399, 639, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1360, Δωρ. Μον. XVIII, Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 28, Σταυριν. 699, 904, Διγ. Άνδρ. 32921, 37531, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1417], Λίμπον. 182, 233, 305, κ.π.α.· αφένδης, Εβρ. ελεγ. 170· αφέντης, Σπαν. V 103 (αιτιατ. πληθ. αφέντους), Προδρ. IV 245, Ασσίζ. 438, 553, 8615, 2518, 4108, 9 (αιτιατ. εν. αφένταν), Διγ. (Trapp) Gr. 465, Διγ. (Trapp) Esc. 287, 662, 945, Χρον. Μορ. H 105, 209, 244, 269, 348, 1504,1902, 1904, 2393, 2467, 2474, 2737, 2793, 3195, 3196, 3295, 4829, 5952, 6282, 6457, 6641, 7271, 7478, 7812, 7946, 8015, Συναξ. γαδ. 243, Ερωτοπ. 73, 360, 405, 451, 459, 625, 680, Απολλών. (Wagn.) 239, 335, 784, Αχιλλ. L 94, 832, Ιμπ. (Lambr.) 38, Χρον. Τόκκων 1229, 1323, Παρασπ., Βάρν. C 210, Αργυρ., Βάρν. K 203, Μαχ. 1629, 10214, 16016, 18216, 26216, 51626, 59821, 61031, 65014, Θησ. Πρόλ. [101], Ch. pop. 548, Γαδ. διήγ. 7, 77, Διήγ. Αλ. V 62, Αλεξ. 1130, Κυπρ. ερωτ. 10465, Πικατ. 363, Κορων., Μπούας 10, Φαλιέρ., Ρίμ. L 199, Βεντράμ., Φιλ. 124, Διήγ. Αλ. G 253, 2725, 27331, Δεφ., Σωσ. 66, Τριβ., Ρε 114, Πεντ. Γέν. XVIII 3, XXIV 10, 27, XXXI 35, XXXII 6, 19, XXXIX 7, Αχέλ. 143, Αιτωλ., Μύθ. 2810, Χρον. σουλτ. 3018, 795, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 394, Δωρ. Μον. XVIII, Πανώρ. Αφ. 16, 26, 46, Ερωφ. Α΄ 64, 85, Κατζ. Γ΄ 19, Ε΄ 476, Ιστ. Βλαχ. 93, 410, 640, 1154, 1256, 1487, 1561, 1563, 1985, 2841, Φορτουν. Πρόλ. 56, Β΄ 26, 233, Ιντ. γ΄ 21, Δ΄ 489, Ε΄ 410, Σταυριν. 63, Έγγρ. του 1615 (Κρ. Χρ. 22, 1970, 484), Σουμμ., Ρεμπελ. 186, Ερωτόκρ. Α΄ 229, 407, Γ΄ 1604, Θυσ.2 6, 73, 257, 316, 655, 817, 834, Στάθ. Γ΄ 189, Ροδολ. Α΄ [57], Βακτ. αρχιερ. 147, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1274], Λεηλ. Παροικ. 522, Διγ. O 236, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1364, 1616, 17020, 18415, 2244, 23520, 24726, 2503, 2512, 2698, 30520, 30825, 4815, 51218, 51818, 53118, 5373, 5777, 5786, Διακρούσ. 738, κ.π.α.· αφεντής, Απολλών. (Wagn.) 640, Φυσιολ. 37027· αφές, Στάθ. Α΄ 226, Β΄ 239, 262, Γ΄ 146, 422· ’φθέντης, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 747, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 833.
Το αρχ. ουσ. αυθέντης. Για τον τ. αφέντης βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 171-172 και Psich., Qu. tr. 815. Για τον τ. αφές βλ. Χατζιδ., BZ 4,1895, 418, αλλά και Κριαρ., ΕΕΒΣ 10, 1933, 91. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφέντης).
1) Άρχοντας, ηγεμόνας, δυνάστης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2, χωρίο Ευριπίδη και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 1): Τυραννικώς αυθέντευαν ως φυσικοί αυθέντες Ιμπ. 40· Σουλτάνος τον αγόρασεν, του Καϊριού αυθέντης Ιμπ. 567· ενέμεινε ο μισίρ Ντζεφρές αφέντης εις τον τόπον Χρον. Μορ. H 1902· το εδικόν τους οπού έχουν να ένι του αφεντός της χώρας Ασσίζ. 8615· αν έχεις και συ τον Έρωτα αυθέντην εις τον κόσμον Λίβ. P 2663· Πάρη μου ευγενικότατε και αφέντη του κορμιού μου Φορτουν. Ιντ. γ΄ 21. Βλ. και αρισταίος, αρχηγός 1α, 2, αρχοντόπουλο(ν) β, άρχος Α2α, άρχων 1, αυθεντικός ουδ., αυσονάναξ, αυτοδεσπότης, αφεντάκι, αφεντικό. Έκφρ. αυθέντης ή αφέντης καθολικός = ηγεμών με απόλυτη εξουσία (Βλ. Χατζ., Διπλωματ. 17): ήτον και καθολικός αυθέντης και δεσπότης Κορων., Μπούας 4· δεν πρέπει οι αφέντες οι καθολικοί να προυμουτιάζουν να πολομούν αγάπην Μαχ. 18216. 2) Αρχηγός: Αφέντες για τον πόλεμον ετούτους είχαν κάμει Τζάνε, Κρ. πόλ. 30520· εις την παγίδαν έμεινεν αφέντης τετραπόδων Αιτωλ., Μύθ. 2810. Βλ. και άκρα 9, αρχίπους, άρχος Α1, άρχων 2, αυτοκράτορας. 3) Προύχοντας: έμειναν οι γ΄ αυθέντες μόνον, ο ρήγας και η μητέρα του και ο πρίντζης Μαχ. 3968· έποικαν μεγάλα κανίσκια και μεγάλους αφέντες δια μαντατοφόρους Μαχ. 16016. 4) (Προκ. για το Θεό) (Με το ουσ. Θεός ή με παράλειψή του) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 2): Τέκνο μ’, ετούτη τη δουλειά αφέντης την ορίζει Θυσ.2 817· Δέν πέφτει ψύλλον εις την γην εκ το δενδρόν απάνω| ανόριστα του αφεντός Πικατ. 363· ο αφέντης ο Θεός θέλει πέψει η χάρις του Έγγρ. του 1615 (Κρ. Χρ. 22, 1970, 484). Βλ. και Θεός. 5) Σουλτάνος: εξήλθεν ο αγάς των γενιτζάρων μετά του πλήθους εις υπαντήν του αυθεντός Έκθ. χρον. 6910· δια μιας νυκτός ευρέθη εν ῴ τόπῳ ήν ο αυθέντης τεθνηκώς Έκθ. χρον. 693. Βλ. και μεγαφέντης. 6) α) Κύριος, αφεντικό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 4α): εκείνος οπού ήτον αυθέντης του σκλάβου ένι κρατημένος να ιατρεύσει εκείνον τον λαβωμένον Ασσίζ. 1547· το δίκαιον ορίζει ότι ο αυθέντης του ή η κυρά του εκείνου του σκλάβου Ασσίζ. 15317· βλ. και αυτοδεσπότης, μισέρ· β) ιδιοκτήτης, κάτοχος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 4β): εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον, οπού ουδέν έχει αυθέντην Ασσίζ. 1997· Εάν εντέχεται να δώσει ενοίκιν του αυθέντη του σπιτιού Ασσίζ. 67. Βλ. και άνθρωπος 3, άρχων 7. 7) Πατέρας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 8. Βλ. και Ξανθ., Κρ. συμβόλ. 319 και Ανδρ., Σημασ. εξ. 76): εγώ θε να γενώ τ’ αρνί κι εσύ, αφέντη, χάρος Θυσ.2 834. Βλ. και αυθεντίτσης, αφεντάκης, κύρης. 8) Σύζυγος (Η σημασ.καί σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 10. Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ 6, 1955/56, 242): ανίσως ότι η δαμού Τζουάνα ένι τοιούτη, ότι να θελήσει να αρνηθεί ότι ο αυθέντης της ουδέν μου τα εχρώστεν Ασσίζ. 16618· ομπρός πάντας εκείνους εποίησεν ο αυθέντης μου την διαθήκην του Ασσίζ. 16628. Βλ. και άνδρας 3, άρχος Α4, ταίρι(ν). 9) Προσηγορία ή προσφώνηση τιμής, σεβασμού, αγάπης (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 7. Βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 175 και Ξανθ., Κρ. συμβόλ. 319): Αφέντη Στάθη!| Φίλε μου, πολλά παρακαλώ σε Στάθ. Γ΄ 189· Εγώ, αυθέντη πενθερέ, επιθυμίαν είχον Διγ. Z 2098· Έρως, αυθέντα, βασιλεύ, δέσποτα γης απάσης Λίβ. (Lamb.) N 317· Αφέντη, χαίρομαι κι εγώ περισσά μετά σένα Φορτουν. Δ΄ 489· Γυρεύουσιν, αφέντη μου, γυναίκα να με πάρουν Ερωτοπ. 73.
αφηγώ,- Διγ. (Trapp) Esc. 644, Χρον. Μορ. H 3140, Ιμπ. (Lambr.) 8, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 24.
Από το αφηγούμαι.
Διηγούμαι: θέλω να σας έχω ειπεί και να σάς αφηγήσω Χρον. Μορ. H 3140. Βλ. και αφηγούμαι.
βάγια- η, Διγ. (Trapp) Gr. 875, 1232, Διγ. (Trapp) Esc. 576, 1035, Βέλθ. 1055, Φλώρ. 136, Αχιλλ. (Haag) L 690, Αχιλλ. O 471, Ιμπ. 67, Ιμπ. (Lambr.) 57, Μαχ. 21430, Απόκοπ. 119, Διγ. O 101, 1189, 1514, 2053· βάα, Διγ. Z 165, 175, 223, Διγ. A 1225, 2123, 2212· βάια, Διγ. Z 68, 83, 190, 191, 264, 1181, 1187, 1203, 1220, 1669, 1751, 2278, Διγ. A 1745, Αχιλλ. N 831, 862, Σοφιαν., Παιδαγ. 99, 112, Διγ. Άνδρ. 3147, 3188, 24, 33917, 35032, 36017, 36225.
Από το ιταλ. balia (βλ. Meyer, NS III 13 και Triand. Lehnw. 44). Κατά τον Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 383-384) η λ. προέρχεται από το αρχ. γαλλ. baille = μαία, τροφός. Βλ. και Du Cange (λ. βαΐα και Addenda) ΙΛ και L‑S (λ. βαΐα). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Τροφός, παραμάννα· υπηρέτρια (Βλ. L‑S, ό.π.· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): να μιμείται την βάιαν, όπου, όταν κλαίει το παιδίον, το παρηγορεί δίδοντας το βυζίν Σοφιαν., Παιδαγ. 112· η βάγια και η δέσποινα εις Βέλθανδρον παγαίναν Βέλθ. 1055· να είχα και τας βάγιας μου και την εξόπλισίν μου Διγ. (Trapp) Esc. 1035. — Βλ. και βαβά.
βλαττί(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. 8212, Προδρ. III 88, Διγ. (Trapp) Gr. 1188, 3304, Διγ. Z 1523, Λίβ. P 1082, Λίβ. Sc. 1725, 2093, Λίβ. Esc. 2534, 4320, Λίβ. N 3748, Αχιλλ. N 1107, Αχιλλ. O 178, κ.α.· βλαντί(ν), Ιμπ. 540, Θησ. Ϛ΄ [298, 413], ΙΑ΄ [293], Ριμ. Βελ. 466, κ.α.· βλαντί(ν) και βλαντίο(ν), Ριμ. Βελ. 38, 831, Δεφ., Λόγ. 489· βλαντίον, Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 343 (έκδ. βλαυτίον, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βλαντίον)· βλαττί(ν) και βλαττίο(ν), Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, Διγ. (Trapp) Gr. 1746, 1870, Διγ. Z 1149, 2218, 2373, Διγ. (Trapp) Esc. 567, 1789, Χρυσόβ. του 1364 σ. 33, Διήγ. Βελ. 285, 463, Αχιλλ. L 260, Αχιλλ. N 343, 1104, Ιμπ. (Lambr.) 439, Ιμπ. (Legr.) 502, Φαλιέρ., Λόγ. 329, Διγ. Άνδρ. 36117, κ.α.· βλαττίον, Λεξ. IV 554.
Από το ουσ. βλάττα (= λατ. blatta) (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β2 39). βλ. και Steiner, Stud. byz. Lexik. 156. Η λ. και ο τ. βλαντίν και σήμ. (ΙΛ, λ. βλαττίν). Απ. και ουσ. κατάβλαττον (= «ολοπόρφυρον βλαττίον», ΝΕ 7, 1910, 40).
Ύφασμα ή φόρεμα πολυτελές, συχνά κόκκινο, μεταξωτό (Βλ. ΙΛ, λ. βλαττίν 9, 10, 11 και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 67-8] και Speck, JÖBG 15, 1966, 335, 336, 344, 345, 368, 369): ίππους αρίστους δώδεκα και παμμεγέθεις μαύρους| μετά βλαττίων εκλεκτών επάνω σκεπασμένους Διγ. Z 2218· και χρυσοκόκκινον βλαττίν εσάγισαν τον μαύρον Αχιλλ. O 178· Α σου ζητά φορέματα, βλαντιά και δακτυλίδια,| κάμνε της μέσα του σπιτιού ό,τι μπορείς στολίδια Δεφ., Λόγ. 489· πρασινορόδινον βλαττίν είχεν εις το καπούλιν Διγ. Z 1523· άσπρον βλαττίν εφόρεσεν με τα χρυσά πουλία Αχιλλ. N 1107· βλαττία, ήτοι εμπροστάλια των αγίων εικόνων, μικρά μεγάλα δεκαπέντε Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513. — Βλ. και ατλάζι, βλαττίτσιν.
βουρκώνω,- Θησ. ΙΑ΄ [122], Αλεξ. 148, 1340, Ιμπ. (Legr.) 969, Κορων., Μπούας 75, 135, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [514], Διήγ. ωραιότ. 224· βορκώνω, Χούμνου, Π.Δ. IV 24· βουλκώνω, Θρ. πατρ. O 84· μτχ. παρκ. βουλκωμένος, Ιμπ. (Lambr.) 156· βουρκωμένος, Διγ. (Trapp) Esc. 1525, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 420, Αρμούρ. 43, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1107, Πικατ. 33, Βίος Δημ. Μοσχ. 682, Ερωτόκρ. Δ΄ 51, Θυσ.2 566, Διγ. O 2706, Διακρούσ. 924, 1142, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17414.
Από το ουσ. βούρκος. Η λ. στο Du Cange (λ. βούρκα) και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Ενεργ. 1) Δακρύζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β4): εβούρκωσαν τα μάτια της Αλεξ. 148· Γυρίζει προς την τύχη της και κλαίει πικραμένα,| τα μάτια της ετρέχασι θολά και βουρκωμένα Βίος Δημ. Μοσχ. 682. Βλ. και αναδακρύζω. 2) Θλίβομαι, λυπούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β5): Ποία ψυχή και ποια καρδιά δεν ήθελεν βουρκώσει| στα λόγια τα θλιβερά να μην αναδακρώσει; Ιμπ. (Legr.) 969. Β´ Μέσ. 1) Θολώνομαι· (εδώ) ταράζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): Μάλλον έτσι τον ήκουγαν, ως κάμνει το θαλάσσι| της γης όντα βουρκώνεται, που δεν ηκούν οι ναύτες Θησ. ΙΑ΄ [122]. 2) Εξοργίζομαι, αγανακτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β3): κι εκ της χολής της περισσής καρδία του εβουρκώθη Κορων., Μπούας 75. Βλ. και βαρυγγωμώ. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Θολός, ρυπαρός (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 4): Κι έτρεχεν αίμα και νερόν θολόν και βουρκωμένον| και μέσα τρέχασιν θεριά, κεφάλια ποθαμένων Πικατ. 33. Βλ. και θολαίνομαι. 2) (Μεταφ.) σκοτεινός (Βλ. ΙΛ στη λ. Β1): εφανίστη τζη να θωρεί νέφαλο βουρκωμένο| και μ’ αστραπές και με βροντές καιρού ανεκατωμένο Ερωτόκρ. Δ΄ 51. Βλ. και αφώτιστος 1, σκοτεινός. 3) Θυμωμένος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β3): ως θάλασσα αγριόφθαλμος, ως λέων βουλκωμένος,| ως ’λέφας αφαγόπιος ήτονε ο Ιμπέριος Ιμπ. (Lambr.) 156. Bλ. και βρυχιστός. 4) Ασαφής, συγκεχυμένος: Το πρόσωπό σου συντηρώ, την όψη σου αλλαμένη,| την εμιλιά σου ταπεινή και όλη βουρκωμένη Θυσ.2 239. Βλ. και αμάρτυρος 2.
βρυχίζω,- Διγ. (Trapp) Esc. 295, Αχιλλ. N 1303, Αχιλλ. O 526, Ιμπ. 116, 188, Ιμπ. (Lambr.) 112, Θρ. Κων/π. B 9, Θρ. Κων/π. διάλ. 10, Παρασπ., Βάρν. C 409, Αργυρ., Βάρν. K 412, Διήγ. Αλ. V 34, Ιμπ. (Legr.) 121, Τριβ., Ταγιαπ. 157, Διγ. Άνδρ. 31930, 3455, 34611, Ιστ. Βλαχ. 2385 [= Γέν. Ρωμ. 27]· βρουχίζω, Διγ. (Trapp) Esc. 746, Αχιλλ. (Haag) L 1008, Αχιλλ. L 1329, Ιμπ. 188 (κριτ. υπ.), Απόκοπ. 346, Αχέλ. 1461, Διακρούσ. 10513.
Από τον αόρ. του βρυχώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βρυχειέμαι).
Α´ Αμτβ. 1) Βρυχιέμαι, μουγκρίζω α) (Ενεργ. και μέσ.) (προκ. για έμψυχα) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρυχειέμαι 1α): ως λέοντες εβρύχιζαν Διγ. Άνδρ. 31930· να βρουχισθείς ως λέων Διγ. (Trapp) Esc. 746· βλ. και βρυχώμαι 1α· β) (μέσ.) (προκ. για άψυχα) θορυβώ υπερβολικά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρυχειέμαι 1β): οι άνεμοι εταράχθησαν κι η θάλασσα βρουχίσθην Απόκοπ. 346. 2) (Μέσ.) κλαίω, θρηνώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρυχειέμαι 3): Μεγάλως εβρουχίζονταν και βαριαναστενάζαν Διακρούσ. 10513. Βλ. και βρυχώμαι 3. Β´ (Μτβ.) γεμίζω κ. με θόρυβο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρυχειέμαι 5): ως ακλουθά καμιάν φοράν, ευθύς όταν βροντήσει, στρόβιλος μέγας, φοβερός και τον γιαλόν βρουχίσει Αχέλ. 1461. Βλ. και βαβουρίζω.
βρυχώ,- Ιμπ. (Lambr.) 490.
Ενεργ. του αρχ. βρυχώμαι. Η λ. και στο Somav. Πβ. το σημερ. βρουχώ (ΙΛ, λ. βρυχειέμαι).
Θρηνώ (Για τη σημασ. πβ. ΙΛ, λ. βρυχειέμαι 3): Εβγάζουν κλάηματα πικρώς, βρυχούν, μοιρολογούσιν Ιμπ. (Lambr.) 490. — Βλ. και βρυχώμαι 3.
γαϊτάνι(ν)- το, Λίβ. P 1385, Λίβ. Sc. 619, 2905, Λίβ. Esc. 1303, 1421, 1728, 4081, 4090, Λίβ. N 1157, 3511, Ιμπ. 540, Χρησμ. X 32, Χρησμ. (Βέης) 1441, Ch. pop. 405, Σαχλ. N 244, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 259, Ιμπ. (Legr.) 260, 607, 669, Πεντ. Γέν. XXXVIII 18, 25, Έξ. XXXIX 3, Δευτ. XXII 12, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 375, Μαρκάδ. 28· γατάνι(ν), Λίβ. Sc. 180, Αχιλλ. L 810, Ιμπ. 600, Ιμπ. (Lambr.) 510, 518, Ch. pop. 814, Συναξ. γυν. 520.
Από το λατ. gaitanus (Βλ. ΙΛ, λ. γαϊτάνι και Ανδρ., Λεξ., λ. γαϊτάνι). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. γαϊτάνι).
1) Κορδόνι μεταξωτό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. γαϊτάνι Α1): Ωσάν ετσίμπαν ο αετός εκείνον το εγκόλπιν,| γλυτώνει του εκ το στόμαν του και πέφτει το γατάνι Ιμπ. 600· (προκ. για τα φρύδια) γαϊτανωτά: τα φρύδια σου είναι στιαστά, ομοιάζουν σαν γαϊτάνι Ch. pop. 405. 2) Φυλαχτό: «Καρδία μου, το γαϊτάνι σου, το τριχογαΐτανόν σου (κριτ. υπ.),| τον ορισμόν σου εποίησα και ετραχηλόδεσά το» Λίβ. Esc. 4090. 3) (Προκ. για τα μαλλιά) βόστρυχος: Στρατιώτα μου, να γαϊτάνιν μου, τριχαρογαΐτανόν μου,| σύρριζον το εξανέσπασαν τα χέρια μου απ’ εμένα Λίβ. Sc. 2905.
γαϊτανίτσι(ν)- το, Ιμπ. 547, 551, 620· γατανίτσι(ν), Αχιλλ. N 1121, Ιμπ. 549, 615, Ιμπ. (Lambr.) 519.
Από το ουσ. γαϊτάνι και την κατάλ. ‑ίτσι(ν).
Γαϊτανάκι: Ετσίμπαν, κατετσίμπαν το ο αετός το γαϊτανίτσιν Ιμπ. 547.
γραμματικός- ο, Act. Lavr. 1656, 2734, Προδρ., Στ. δεητ. 5, 47, Προδρ. IV 82, 175, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 7 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 251], Καλλίμ. 2298, Πωρικ. V 9, Ασσίζ. 1711, 14313, 22816, 2641, Βέλθ. 1022, 1024, Εβρ. ελεγ. 164, Ωροσκ. 399, Διήγ. παιδ. 403, Περί ξεν. A 402, Απολλών. 621, Ιμπ. (Lambr.) 300, Notizb. 150, Μαχ. 29623, 40631, 50821‑2, 61010, 67016, Σφρ., Χρον. μ. 9415, 21, 9830, 14028, Αλεξ. 2817, 2839, Ιστ. πολιτ. 2621, Έγγρ. του 1565 (Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 216), Επιστ. Αδελφ. 5216, Κατά ζουράρη 184149, Βίος Δημ. Μοσχ. 592, Ιστ. Βλαχ. 2211, Βακτ. αρχιερ. 170, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2518, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1824.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Γραμματοδιδάσκαλος (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. II1. Βλ. σχετικά Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 468 και Κουκ., ΒΒΠ Α1 105, 109, 136): Έχουν το οι γραμματικοί και πάντες οι σκουφάδες Διήγ. παιδ. 403. 2) Γραμματέας (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 3b): Περί του γραμματικού των διαθηκών και τις εντέχεται να το ποιεί Ασσίζ. 2641· Ακομή ορίσετε τον γραμματικόν να πέψει τον λογαριασμόν Μαχ. 50821‑2· Όρισε πάλι Αλέξανδρος γραμματικόν και κράζουν| και διαθήκην έκαμε Αλεξ. 2817.
διασπλαχνίζομαι,- Λόγ. παρηγ. L 649, Ιμπ. (Lambr.) 346.
Από την πρόθ. διά και το σπλαχνίζομαι.
Λυπάμαι κάπ.: τάχα διασπλαχνίσθην τον, ελέησα, επόνεσά τον Λόγ. παρηγ. L 649.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Ιμπ. (Lambr.) 605.