Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αβγό(ν)
- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 13376, Ασσίζ. (Σάθ.) 49220, Ορνεοσ. (Hercher) 57930, Πουλολ. (Krawcz.) 160, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χκ́, Ch. pop. (Pern.) 511, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 133, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 227, 610, 1161, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 214, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 40020, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4186, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8824.
Από τη συνεκφορά τα ωά> ταουά> ταουγά> ταβγά‑τ’ αβγό (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 322, 328-329 και Τριαντ., Ν. Εστ. 33, 1943, 303-305). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αβγό, όπως και σήμ. (ΙΛ στη λ. 1): όπου είν’ τ’ αβγά της μελενά και τα πουλιά της μαύρα Ch. pop. (Pern.) 511.
αγαπώ,- Σπαν. (Hanna) B 343, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 296, 302, Σπαν. (Legr.) P 48, 51, 174, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 24, 33, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 103, III 398, Ασσίζ. (Σάθ.) 2755, 4837, Ιερακοσ. (Hercher) 50212, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 569, Διγ. (Καλ.) Esc. 282, 590, 960, Διγ. (Καλ.) A 255, 1317, 1957, Βέλθ. (Κριαρ.) 918, 958, 969, 971, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 276, 286, 288, 729, 982, 1805, 2511, 2658, 3134, 3306, 7078, 8444, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1349, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 9613, Φλώρ. (Κριαρ.) 381, 594, Διήγ. πόλ. Θεοδ. (Merc. S. G.) 148, Απολλών. (Wagn.) 750, Αχιλλ. (Hess.) N 460, 920, Αχιλλ. (Haag) L 41, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 52, 239, Ιμπ. (Κριαρ.) 19, 316, 290, 360, Φυσιολ. (Zur.) XI 13, L2, Ch. pop. (Pern.) 174, 324, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 67, Ριμ. κόρ. (Pern.) 752 Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 4 (βλ. Papadim., Viz. Vrem. 1, 1894, 652 και Σαχλ., Αφήγ. σ. 213-214), Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 121 (βλ. και Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 8), Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 332 (βλ. και Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1414, 178, 13, 183, 2214, 255, 384, 628,753, 10455, 1133, 9, 1195, 1234, 1567, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 1113, Συναξ. γυν. (Krumb.) 597, 946, 1103, 1104, 1177, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 214, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 39, Πεντ. (Hess.) Γέν. XXIV 67, XXVII 14, Λευιτ. ΧΙΧ 18, 34, Δευτ. VI 5, VII 13, X 12, XXIII 6, XXX 16, 20, XXXIII 3, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 14017, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 309, 3917, 696, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8115, 12814, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 2610, 3512, 897, 901, 2, 19, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 374, 418, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1495, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 43, 207, Πανώρ. (Κριαρ.) Ά́ 93, 99, Γ΄ 99, Δ́́ 3, 272, Έ́ 66, 74, 153, Βίος Δημ. Μοσχ. (Knös) 711, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 97, 1316, 1638, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 161, 186, 190, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33027, 3373, 35529, 36328, 36630, 36714, 38912 δίς, 3982, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 1588, 1661, 2080, 2146, Β́́ 61, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 461, Στάθ. (Σάθ.) Ά́ 1588, 1661, 2080, 2146, Β́́ 61, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 461, Στάθ. (Σάθ.) Ά́ 48 (βλ. και Μανούσ., Κρ. Χρ. 8, 1954, 294 σημ. 8)· γαπώ, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 608, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 119, Ερωτόκρ. Ά́ 1959, Β́́ 150, Ευγέν. (Vitti) 181· αγαπώ ή γαπώ, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 389, 549, Βουστρ. (Σάθ.) 417, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 23, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 177, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 293, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 14, Έ́ 158· ηγαπώ, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5343, 5670, 6850, 8699· μτχ. ηγαπημένος, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 2072, Σπαν. (Hanna) A 6, Σπαν. (Hanna) V Suppl. 3, 55, Σπαν. (Hanna) O 63, Διγ. (Καλ.) A 1959, Βέλθ. (Κριαρ.) 29, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3963, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 709, 8935, Διήγ. Βελ. (Cant.) 126, Φλώρ. (Κριαρ.) 381, Gesprächb. (Vasm.) 26379, Αχιλλ. (Hess.) N 1277, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 254, Ιμπ. (Κριαρ.) 39, 205, Μαχ. (Dawk.) 1428, 37017, 50424, 60430, Ch. pop. (Pern.) 306, 311, 355, 441, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 386, Συναξ. γυν. (Krumb.) 429, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 24, 69, 112, 119, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 61 (βλ. και Πολ. Λ., Μετά Άλ. σ. 45), Βεντράμ., Γυν. (Knös) 91, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 40, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 11, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 62, Γ́́ 323, Έ́ 449, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 188, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32219, Θυσ. (Μέγ.)2 329, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Γ́́ 1, δ́́ 59, 89, Ροδολ. (Μανούσ.) Έ́ 254, Λίμπον. (Legr.) Αφ. 34, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5267, 5645, 57315· αγαπημένος, Ασσίζ. (Σάθ.) 23316, Μαχ. (Dawk.) 2019, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 537, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΧΧΙ 15, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 10534, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) XII 39, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) 517 φ. 336β 18, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 16, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 381, 503, 507, Γ́́ 92, Δ́́ 388 Έ́ 349, Ερωφ. (Ξανθ.) Β́́ 6, Γ́́ 28, 98, 297, Έ́ 287, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 171, 185, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 859, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ́́ 19, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 41, χορ. Δ́́ 60, Έ́ 1345, Φορτουν. (Ξανθ.) Έ́ 115, 159, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24720, 5038, 5305, 54410· γαπημένος, Ιμπ. (Legr.) 232.
Το αρχ. αγαπώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Αισθάνομαι αγάπη, έχω φιλικά αισθήματα (για κάποιον) (πβ. ΙΛ στη λ. 1): και να αγαπήσεις εις τον σύντοφό σου σαν εσέν Πεντ. Λευιτ. ΧΙΧ 18· Φραστικός τρόπος· «παρακαλώ»: αν έλθει η δείνα πώποτε να κάτσει εις τον πυλώνα| ραβδέας καλάς, αν με αγαπάς, και διώξε τον απέκει Προδρ. ΙΙΙ 398· β) αισθάνομαι συμπαθεια (για κάποιον), δείχνω συμπάθεια (σε κάποιον): και να αγαπάσαι ως συμπαθής και δίκαιος, παιδί μου Σπαν. P 174· από μεγάλους και μικρούς ήτον ηγαπημένος Δεφ., Σωσ. 40· ίνα σοι συνήθης γένειται (ενν. ο ιέραξ) και ευχείρωτος και αγαπηθείς παρ’ αυτού Ιερακοσ. 50212· και αν με δει ότι να μιλήσω| γραίαν γυναίκα να αγαπήσω Συναξ. γυν. 946· γ) συμπονώ: αυτές ένι οι υπόληψες των πρωτινών ανθρώπων …,| οπού ’γαπούσαν τ’ αρφανά και επανδρεύασίν τα Γεωργηλ., Θαν. 608· δ) ευνοώ: Να θυσιάσει στους θεούς διά να τον αγαπούσι,| για να μην του προσοργισθούν, να τον καταποντίσουν Χούμνου, Π.Δ. VIII 67· και να σε αγαπήσει (ενν. ο Θεός) και να σε ευλογήσει και να σε πληθύνει Πεντ. Δευτ. VII 13· ε) είμαι αφοσιωμένος, σέβομαι: Ποίος να θαρρέσει εις αυτούς, όρκον να τους πιστέψει,| αφόν τον Θεόν ου σέβονται, αφέντη ουκ αγαπούσι; Χρον. Μορ. (Καλ.) H 729· και να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου· Πεντ. Δευτ. VI 5· διατί πολλά το χαίρεται όταν τον προσκυνάεις| και τους αγίους αγαπάς Ιστ. Βλαχ. 1638. 2) α) Αισθάνομαι έρωτα (για κάποιον), αγαπώ ερωτικά (κάποιον) (πβ. ΙΛ στη λ. 2): Το ’δεισ σου μπορεί να ποίσει (παραλ. 1 στ.) τον Έρωταν ν’ αποθάνει και τον Χάρον ν’ αγαπήσει Κυπρ. ερωτ. 1234· Πάντα, κυρά μου, εγάπουν σε Ερωτοπ. 549· τυφλά προπάτιε στη φιλιά, τυφλή ’τονε στα πάθη,| τυφλά πασπάτευγε να βρει, τόν αγαπά να μάθει Ερωτόκρ. Ά́ 1588· φρ. αγαπώ αλλού = αισθάνομαι ερωτικό αίσθημα για άλλο πρόσωπο (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): κατέχω και αγαπάς και αλλού. Και είς οπού διγνωμίζει| πώς ημπορεί τον πόθο ντου καθάρια να κρατίζει; Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 553· β) αισθάνομαι τον ερωτικό πόθο: Η γιὄχεντρα, όνταν αγαπά, ποσώς δε φαρμακεύγει,| μα δω κι εκεί το ταίρι τζη με προθυμιά γυρεύγει Πανώρ. Γ́́ 99· Μα γιάντα λέγω τα θεριά; και τα δεντρά ’γαπούσι·| για κείνο δεν καρπίζουσι, μαζί ά δε φιλιαστούσι Πανώρ. Γ́́ 107. 3) α) Αισθάνομαι κλίση για κάτι, μου αρέσει κάτι, βρίσκω ευχαρίστηση (σε κάτι) (πβ. αγάπη 7 και ΙΛ στη λ. 5γ και ε): ακρίδας ου σιτεύομαι, ουδ’ αγαπώ βοτάνας Προδρ. ΙΙ 6 103· Δεξιώτης ήμουνε καλός κι αγάπου το κυνήγι Πανώρ. Δ́́ 3· Κι αν αγαπάς διά να ακούς πράξεις καλών στρατιώτων Χρον. Μορ. P 1349· Ηγάπα δε περί πολλού τους νέους να τους έχει Ιμπ. 19· β) δέχομαι, επιδοκιμάζω, εκτιμώ (κάτι): πάλιν εζήτησεν ούτος τον ορισμόν μας τον άγιον να υπάγει εις την Αγίαν Ανάστασιν να προσκυνήσει … και ηγαπήσαμεν ει τι εζήτησες και επληρώσαμέν το Ορισμ. Μαμελ. 9613· Ακούσων ταύτα οι άπαντες … | εις σφόδρα το αγαπήσασιν, εστέρξαν κι αφυρώσαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 982· Ο Θεός το κατά δύναμιν θέλει και αγαπά το| και στρέφει τό εισέ καιρόν πάλιν επταπλασίως Κομν., Διδασκ. Δ 302. 4) Επιθυμώ, θέλω (πβ. αγάπη 8α και ΙΛ στη λ. 5α): εις τον Ευφράτην ποταμόν ηγάπησεν να κατοικήσει Διγ. Άνδρ. 3982· και τη Λουγρέτζ’ αγάπησεν δυνάστιο διά να πάρει Βεντράμ., Φιλ. 214· ηγάπησεν κι εθέλησεν και εγίνετον στρατιώτης Αχιλλ. L 41· να της τον δώσω και να ζει ως αγαπά και θέλει. Βέλθ. 971. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) Αγαπητός, προσφιλής: Τέκνον μου ποθεινότατον, παιδίν μου ηγαπημένον Σπαν. A 6· κι εσύ παιδάκι μου ακριβό, πολλά μου αγαπημένο Φορτουν. Έ́ 115· β) ιδιαίτερα αγαπητός, ευνοούμενος: Μαρία, μάννα του Θεού …, | με τους αγαπημένους σου ας είν’ κι αυτός ομάδι Π. Ν. Διαθ. 517 φ. 336β 18· γ) που αρέσει σε κάποιον, που προκαλεί ευχαρίστηση: κι εσείς μου μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες Κατζ. Ά́ 62· το δώρο τάχα δέχεται ωσάν ηγαπημένον Φλώρ. 381. 2) Που φανερώνει έρωτα: Τα μάτια τα περήφανα σ’ εμένα να γυρίσει| κι αν σπλαγχνικά δεν τα βαστά, γλυκιά κι αγαπημένα,| κι αν άσπλαγχνα θέλουν φανεί, σκληρά και θυμωμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ 41. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = 1) Αυτός που έχει κάνει συνθήκη ειρήνης (πβ. αγάπη 6): Τότε ήρθανε χριστιανοί από τα μέρη της αγίας Μαύρας και από άλλους αγαπημένους Χρον. σουλτ. 10534. 2) Φίλος [Η σημασ. και στο Ον. Δανιήλ. (Drexl) 1]: πως με τσ’ αγαπημένους του επήε στο κυνήγι| και με τσι συνανάθροφους … σμίγει Ερωτόκρ. Ά́ 859 (πβ. αγαπητικός Β 1, αγαπητός ως ουσ.). 3) Σε προσφών. προκ. για το αγαπημένο πρόσωπο: Μα ο Ροδολίνος με γλυκιά κανάκια «μη φοβάσαι»,| τσ’ είπεν, «ηγαπημένη μου, κι ωσάν καλύτερά ’σαι» Ροδολ. (Μανούσ.) Έ́ 254.
αγίασμα(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9243, 16451, Ιατροσ. (Legr.) 24204, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 386, Μαχ. (Dawk.) 343, 3612, Δούκ. (Grecu) 38727· άγιασμα, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXV 8, Λευιτ. XVI 33, XIX 30, XX 3, XXI 23, XXII 16, Αρ. ΙΙΙ 38, Χ 21, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 4, 12, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Έ́ 420· αγιάσμα, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 188.
Το μτγν. ουσ. αγίασμα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Τόπος προορισμένος για τη λατρεία του Θεού, αγιαστήριο (πβ. Bauer, Wört. και Stryker, Protév. Jacq. 302): Και να κάμουν εμέν άγιασμα και να απλικέψω μεσωθιό τους Πεντ. Έξ. XXV 8 (πβ. άγιον 1α). 2) α) Νερό που βγαίνει από τάφο αγίου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): την λέγουν αγίαν Φωτεινήν και ο τάφος της είναι κάτω της γης … και έχει νερόν αγίασμαν και έχει πολύν βάθος νερόν Μαχ. 343· β) νερό καθαγιασμένο (με θρησκευτική τελετή) (πβ. Lampe, Lex., στη λ. 2). Η σημασ. και σήμ. (ΙΛ στη λ. 2): πότιζε τρεις πρωίας μετά αγιάσματος Σταφ., Ιατροσ. 9243· αποτρομούν και ρίκτουσιν αγιάσμα ωσάν παπάδες Απόκοπ. 188. 3) Η (θρησκευτική) τελετή του καθαγιασμού του νερού: και γαρ εις το αγίασμαν τα φραγκοπαπαδούρια| μετά της τρίχας της εμής τους πάντας αγιάζουν Διήγ. παιδ. 386 (πβ. αγιασμός 2). 4) Άγια λείψανα (πβ. Lampe, Lex. στη λ. 2): και εκτίσαν ναόν και εβάλαν τα αγιάσματα (ά. γρ. : τα άγια λείψανα) και θεραπεύουν πάσαν νόσον Μαχ. 3612. 5) Τα άγια δώρα (που πρόσφεραν οι Ιουδαίοι στο Θεό): και να φορτώσουν αυτουνούς κρίμα αμαρτιάς άντε φαν τα αγιάσματά τους, ότι εγώ ο κύριος ο αγιαστής τους Πεντ. Λευιτ. ΧΧΙΙ 16 (πβ. άγιον 2).
αγρία- η, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 8223.
Η λ. ήδη σε Σχολ. (L‑S, addenda) και σήμ. (ΙΛ).
Το φυτό άγρωστις, κοιν. αγριάδα (βλ. Kalits., Erkl. Eust. 3 και Στεφανίδ., Λαογρ. 9, 1926, 441-442. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Πότιζε δε τους τοιούτους σελίνου ρίζαν και ανήθου ρίζαν και αγριομάρουλον και αγρίας ρίζαν Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 8223.
αγριομάρουλον- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 8222.
Από το επίθ. άγριος και το ουσ. μαρούλιν. Βλ. και Στέφ., Θησ. λ. αγριομάρουλλον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγριομαρούλι).
Πιθ. το φυτό «ταράξακον το φαρμακευτικόν» (Για το πράγμα βλ. Ζαγαν., Φαρμ. φυτά στη λ., και Γενναδ., Λεξ. λ. ταράξακος. Βλ. και Heldr.-Μηλιαρ. 55): Πότιζε δε τους τοιούτους σελίνου ρίζαν και ανήθου ρίζαν και αγριομάρουλον Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 8222.
αγριόρεμαν- το, Ιατροσ. (Legr.) 1946, 54.
Από το επίθ. άγριος και το ουσ. ρέμαν.
Άγριο, επάρατο ρεύμα, δηλ. νοσογόνο υγρό ή ρεύμα που κυκλοφορεί στον οργανισμό και προκαλεί κατά την αντίληψη της παλαιότερης ιατρικής διάφορες ασθένειες (πβ. L‑S λ. ρεύμα ΙΙΙ και ρευματισμός): Περί κεφαλαλγίαν. Κι εσύ ρέμαν, αγριόρεμαν, έξελθε και αναχώρησε από τον δούλον του Θεού δείνα και άγωμε εις τα άγρια όρη Ιατροσ. (Legr.) 1946.
αγριοχηνάριον- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 11308.
Από το επίθ. άγριος και το ουσ. χηνάριον. Η λ. ήδη στο Θεόφιλο Αντικήνσορα (Sophocl.) και σήμ. (ΙΛ λ. αγριοχηνάρι).
Άγρια χήνα (βλ. και Γεννάδ., Πτηνοτρ. 226): Εις αρμοπονίας. Έκδυμαν όφεως και αγριοχηναρίου δέρμαν κάπνισον και ίαται Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 11308.
αγρυπνώ,- Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 274, 314, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 511, Φαλιέρ., Ενύπν. (Ζώρ.) 24, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33326, 38622, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 19025, 21524.
Το αρχ. αγρυπνώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Υποφέρω από αυπνία (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1): Εις αγρυπνούντας. Αμπελόφυλλα, καλαμόφυλλα … βράσον και άντλιε … τας χείρας μέχρι αγκώνος, και υπνεί Σταφ., Ιατροσ. 274. 2) Μένω άγρυπνος, είμαι σε επιφυλακή, προσέχω (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2): όλοι συνδράμετε και αγρυπνήσετε και λάβετε κόπον. Την αγάπην οπού με τάζετε τώρα θέλω να την ιδώ Διγ. Άνδρ. 33336· αλήθεια ουδέν ηξεύρομεν την ώραν που τον φέρνει (ενν. τον θάνατον). Αυτήν ο Θεός την έκρυψεν θελόντα ν’ αγρυπνούμεν,| να είμεστεν πάντοτ’ έτοιμοι Πένθ. θαν. N 511.
αγώνισις- η, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 162.
Το αρχ. ουσ. αγώνισις. Η λ. και σήμ. στη Σέριφο (ΙΛ λ. αγώνισι).
Εργασία βιαστική: Προς πληγάς οπού γίνονται εις τους πόδας, διότι συμβαίνει και φορεί τα υποδήματά του μήναν ή δύο και ουδέν εξυπολύεται διά αναγκαίας δουλείας και αγωνίσεις Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 162.
αδραγάντε- το· δι’ αδραγάντε, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9236· δραγάντε, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 268.
Το ιταλ. (a)dragante (132, 169 [Triand., Lehnw. = Τριαντ., Άπ. Ά́ 436, 469]), που από το μτγν. ελλην. τραγάκανθα (Το δι’ προήλθε από το di κατά παρετυμ. προς την πρόθ. διά).
Κόμμι του φυτού τραγάκανθα ή αστράγαλος ο κρητικός: Εις πόνον και εισέ βήχαν. Αψινθίαν, πήγανον, ξυλοκέρατα βράσον ομού μετά ύδατος και πότισον τρεις πρωίας και άς τρώγει και το ίγλιμα, [ό] παρά Λατίνων λέγεται λόκο, και το δι’ αδραγάντε Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9236.
ακρόξανθος,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 245.
Από το ακρο‑ και το επίθ. ξανθός. Για το ακρο‑ βλ. ακροβλαστημώ (ετυμ.).
Ξανθωπός, υπόξανθος: Έπαρε τον λεγόμενον τοιχοδαίμονα (πουλίτσιν γαρ ένι μικρούστικον ακρόξανθον ...) Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 245.
άλαλος,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 21112, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 110, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7222, Πουλολ. (Krawcz.) 669, Ch. pop. (Pern.) 379, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 34, Ιατροσόφ. (Legr.) XXXII· άλαος, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 180, 483, 533.
Το αρχ. επίθ. άλαλος (L‑S). Ο τ. άλαος από ανομοιωτική αποβολή του λ.
1) α) (Προκ. για πουλιά και ζώα) χωρίς λαλιά, χωρίς κελάιδημα: αυτά τα όρνεα τα άλαλα κι αυτά εκλάψανέ τον Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7222· και το πουλάκι το άλαλο καιρός να κιλαδήσει Ch. pop. 379· κι από τα ζώα τ’ άλαλα λόγιον τον ονομάζουν Πρόλ. κωμ. 34· β) (προκ. για τα άψυχα) χωρίς φωνή, λαλιά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): «Σκόρπισε, χώμα άλαλον, άνοιξε, γης» εκράζαν Απόκοπ. 110. 2) (Προκ. για νερό) που μαζεύεται με απόλυτη σιωπή (Πβ. και ΙΛ, λ. αμίλητος Α 2· βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄30-1: άναυδον ύδωρ): έπαρον νερόν άλαλον από την καθαρήν πηγήν και ειπέ τον αυτόν ψαλμόν τρεις ημέρας Σταφ., Ιατροσ. 21112· έπαρον άλαλον νερόν εις μαστραπάν εις απόχυσιν φεγγαρίου και βάλε το νερόν εις τσουκάλιν Ιατροσόφ. ΧΧΙΙ. Πβ. αλάλητος. 3) Μόνος, έρημος, δυστυχισμένος (πβ. ΙΛ, άλαλος 3): ο βασιλεύς ως ήκουσε ... πως διά φθόνου έγκλειστος εγίνηκε του πύργου (ενν. ο Βελισσάριος)| ως άλαος να κάθεται τρεις χρόνους τυφλωμένος ... Γεωργηλ., Βελ. 180· εκεί ευρίσκουν τον τυφλόν εις της Χρυσιάς την πόρταν,| άλαος του να κάθεται, να κλαι το ριζικόν του Γεωργηλ., Βελ. 483· αφήτε με τον άλαον και τον απελπισμένον Γεωργηλ., Βελ. 533. — Πβ. και αλάλητος, αμίλητος, άφωνος.
αλαφραίνω,- Ασσίζ. (Σάθ.) 478, 25212, 29517, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [783, 8], Δ΄ [378], Θησ. (Schmitt) 335 III 75, Πεντ. (Hess.) Γέν. VIII 11, XVI 4, XVI 5, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 221, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 38, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 119, 372, 773, Β΄ 1580, Γ΄ 1293, Ε΄ 230, Ευγέν. (Vitti) 671, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 154, Λίμπον. (Legr.) 515· αλαφρύνω, Ιων. (Hess.) 21312-3· ελαφρύνω, Σπαν. (Hanna) A 419, 449, Σπαν. (Hanna) B 400, 426, Σπαν. (Legr.) P 201, 229, Σπαν. (Μαυρ.) P 165, 188, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 446, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 76· ’λαφρύνω, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 470· ελαφραίνω, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 249, 278, 280, Ιατροσ. (Legr.) 15412, 416· ’λαφραίνω, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1927, Θησ. (Schmitt) 335 III 75, Πεντ. (Hess.) Γέν. VIII 8, Έξ. XVIII 22, Δευτ. ΧΧV 3, XXVII 16, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1499, Γ΄ 1631, Ε΄ 1207, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 485, Ε΄ 108.
Από το μτγν. ελαφρύνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αλαφρένω).
Α´ Μτβ. 1) α) Κάνω κάτι ελαφρό, ανεκτό (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, λ. ελαφρύνω 1, και σήμ., ΙΛ, λ. αλαφρένω 1): Ελάφρυνε τα βάρ’ ημών ημάς επαναπαύων·| πολλά γαρ βάρη εβάρυνε ημάς γε ο πατήρ σου Σπαν. (Λάμπρ.) Va 446· β) ανακουφίζω (Η σημασ. ήδη στον Ευσέβιο τον Μύνδιο, L‑S, λ. ελαφρύνω 2α, και σήμ., ΙΛ λ. αλαφρένω 2): το πράμα που ’χωνα ως εδά σήμερο μετ’ αυτείνο| να δηγηθώ αποφάσισα το νου μου ν’ αλαφρύνω Ερωφ. Α΄ 38· του φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίνα| του Ρώκριτου και την πληγή δαμάκιν αλαφραίνα Ερωτόκρ. Α΄ 372· πβ. αλαφρός 5. 2) Κάνω κάποιον να φαίνεται «ελαφρός», ατιμάζω, καταφρονώ: καταραμένος οπού ’λαφραίνει τον πατέρα του και τη μάννα του Πεντ. Δευτ. XXVII 16. Β´ Αμτβ. 1) Γίνομαι ελαφρότερος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ελαφρύνω 4): κι ωσάν το κάν’ η ζυγαρά, π’ ανεβοκατεβαίνει| και κατά το γομάρι τση βαραίνει και αλαφραίνει Ερωτόκρ. Β΄ 1580. 2) Ανακουφίζομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ελαφρύνω 4· πβ. ΙΛ, λ. αλαφρένω 3): Κι εις τ’ όνομά του απόθανε, γιατί ζιμιό γλυκαίνου,| κάτεχε, τα κριτήρια σου κι οι πόνοι σου αλαφραίνου Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 154. 3) Γίνομαι ευκίνητος, αποσύρομαι, ελαττώνομαι: και ήξερεν ο Νοάχ ότι αλάφρυναν τα νερά από πάνου την ηγή Πεντ. Γέν. VIII 11· πβ. αλαφρός 2. 4) α) Γίνομαι «ελαφρός», παρεκτρέπομαι, ασχημονώ: σαράντα να τον δείρει να μην προσμίξει πρόσποτε να προσμίξει να τον δείρει ιπί ετούτα δαρμό πολύ και να ’λαφρύνει ο αδελφός σου εις τα μάτια σου Πεντ. Δευτ. XXV 3· β) γίνομαι «ελαφρός», θεωρούμαι επιπόλαιος, ξεπέφτω ηθικώς: και είδεν ότι εγγαστρώθην και αλάφρυνεν η κερά της εις τα μάτια της Πεντ. Γέν. XVI 4. Πβ. αλαφρός 3. — Πβ. και αλαφρυνίσκω, αλαφρώνω.
αλαφρώνω,- Προδρ. (Hess.-Pern.) III 411α (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Χρον. Μορ. (Schmitt) P 2198, Διήγ. Βελ. (Cant.) 403, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) XIII 2, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 150, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 746, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 696, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 118, 389, Β΄ 408, Δ΄ 468, Ε΄ 473, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 321, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 82, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 105, 114, 855, 883, 1729, Γ΄ 373, 853, 1201, 1672, Δ΄ 673, Ε΄ 599, 687, Θυσ. (Μέγ.)2 590, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 109, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [256], Γ΄ [43], Φορτουν. (Ξανθ.) Β΄ 135, Γ΄ 370, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 437, Ε΄ 40, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 69, Διγ. (Lambr.) O 193, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 46216· ’λαφρώνω, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1543, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 880, 1798, Β΄ 620, Γ΄ 12· ελαφρώνω, Ιατροσ. (Legr.) 15411, Φλώρ. (Κριαρ.) 1457, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1548, Διγ. (Lambr.) O 1212.
Από το μτγν. ελαφρώ. Για το α στον τ. αλαφρώνω βλ. Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 215-6. Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
Α´ Μτβ. 1) α) Κάνω κάτι ελαφρό, ανεκτό, υποφερτό (Πβ. ΙΛ στη λ. 1): και απάκουσέ μου για τον Θεόν ν’ αλαφρωθούν τα βάρη Φαλιέρ., Ιστ. A 696· πως ήτονε του παλατιού, του ’λάφρωνε την κρίση Ερωτόκρ. Α΄ 880. Πβ. αλαφραίνω Α1α· β) λιγοστεύω (Πβ. Δημητράκ., λ. ελαφρώνω 2): έναν δηνέριν εύρισκεν ποθέ να του το δώσει,| ουδ’ εκ τινάν να δανειστεί το χρος του ν’ αλαφρώσει Σκλέντζα, Ποιήμ. 150· και δεν αλάφρων’ ο καημός, μαλλιοστάς πλιο πληθαίνει Ερωτόκρ. Α΄ 883· γ) ανακουφίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): επάσκισ’ όσο μπόρεσε την παίδα ν’ αλαφρώσει| κι αντρειεύγετο κι ελόγιαζε να του βουθήσ’ η γνώση Ερωτόκρ. Α΄ 105· κει που ’θελε να γιατρευτεί, τον πόνο ν’ αλαφρώσει Ερωτόκρ. Γ΄ 373· σαν επεθύμας ο καιρός ήρθε να σ’ αλαφρώσει Ζήν. Ε΄ 40· κι ήρθες να πάρεις μερτικό κι εσύ να μ’ αλαφρώσεις| και μετά μένα θάνατο τόσα πρικύ να γνώσεις Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 109. Πβ. αλαφραίνω Α1β και αλαφρός 5. 2) Αναπαύω, ξεκουράζω: Ω Κάστορε, των στρατηγών αλάφρωσε τα μέλη Ζήν. Β΄ 437. 3) Κάνω κάτι ανεκτότερο, απαλλάσσω από κάτι: Και ωσάν εθέλησεν ο Θεός το γένος να λυτρώσει,| τον Ισραήλ εκ την σκλαβιάν αυτούνους ν’ αλαφρώσει Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) ΧΙΙΙ 2. 4) Απαλλάσσομαι (από κάποιον ή από κάτι), γλυτώνω: και από τ’ αμαρτήματα που ’χαν ελαφρωθήκαν Διγ. O 1212· να πάσινε στου βασιλιού ογιά να του το πούνε| ει πως κι απού τους μπέηδες λίγο ν’ αλαφρωθούνε Τζάνε, Κρ. πόλ. 46216. Β´ Αμτβ. 1) Γίνομαι ελαφρότερος: μην αλαφρώσει ο στόμαχος εκ της πολυφαγίας Προδρ. ΙΙΙ 411α (χφ CSA) (κριτ. υπ.)· πβ. αλαφραίνω Β1. 2) Ανακουφίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): και τόσο πλια τα κάλλη τση τον εψυχομαραίνα| π’ ο νους δεν ελαφρώνουντον, μηδ’ οι πληγές εγιαίνα Ερωτόκρ. Α΄ 1798· Δεν ήτον ποιος να του μιλεί και να τονε διατάσσει| να του ’λαφρώσ’ ο λογισμός κι ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. Β΄ 620. Πβ. αλαφραίνω Β2, αλαφρυνίσκω.
αλείφω,- Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 15, 10, 9252, 10287, 13360, 21104, Ιερακοσ. (Hercher) 49729, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher), 53610, 20, Ακ. Σπαν. (Legr.) 32142, 47588, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ρξε΄, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 123, 131, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΧΧΙ 13, Έξ. XXVIII 41, XXIX 2, XXX 32, XL 10, Λευιτ. IV 3, 5, 16, VI 13, 15, XVI 32, Αρ. ΙΙΙ 3, VI 15, VII 10, 88, XXXV 25, Δευτ. XXVIII 40, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 275, 278, 292, Ευγέν. (Vitti) 204, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 236· ’λείφω, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 107.
Το αρχ. αλείφω. Η λ. και σήμ. κοιν. και με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
1) Χρίω (στην ιουδ. τελετουργία) (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex.): και να αλείψεις αυτουνούς και να γεμώσεις το χέρι τους και να αγιάσεις αυτουνούς και να δουλεύουν εμέν. Πεντ. Έξ. XXVIII 41· ετούτα ονόματα παιδιά του Ααρών ιεριάδες οι αλειμμένοι ος εγέμισεν το χέρι τους να ιεριεύγουν Πεντ. Αρ. ΙΙΙ 3. Πβ. άλειμμα(ν) 4. 2) Αλείφω με θεραπευτικό σκοπό (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex.): και ενώσας αυτά ποίησον έμπλαστρον και άλειφε τας πληγάς αυτού Ορνεοσ. αγρ. 53620· το ελάδιν ας το αλείψει τα νεφρά της και τους μηρούς της Σταφ., Ιατροσ. 21104· αξούγγιν αίγειον άλειφε τα χείλη Σταφ., Ιατροσ. 110· πβ. άλειμμα 1. 3) Αλείφω (με μύρα) (Η σημασ. και στον Ξενοφ., την ΚΔ και τους Βυζαντινούς, Κουκ., ΕΕΒΣ 19, 1949, 81): Και του Χριστού το τίμιον άλειψες το κεφάλιν Σκλέντζα, Ποιήμ. 123. 4) Αλείφω μέλη του σώματός μου για καλλωπισμό, βάζω ψιμύθιο, φτιασίδι (Η σημασ., ήδη αρχ., και σήμ., ΙΛ στη λ. Μέσ. 1): Τούτο το γέρο πα να βρω, καλά να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Α΄ 278· θα πάγω ν’ αλειφτώ καμπόσο ροδολάδι Φορτουν. Γ΄ 236. 5) Ρυπαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): κατουρώ και αλείφω τον Ακ. Σπαν. 47588· σκρόφας (= γουρούνας) πορδήν τα ήλειψαν Ακ. Σπαν. 32142.
αλεύριν- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 234, 364, 383, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 116α (χφ C) (κριτ. υπ.), Ιατροσ. (Legr.) 24177, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 445, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 226, Χρησμ. (Λάμπρ.) 104, 1, Χρησμ. (Trapp) I174, Rechenb. 53, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) Επίλ. Ι 523, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 358, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 518, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVIII 6, Αρ. V 15, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 10637, 13225, Διήγ. εκρ. Θήρ. (Λάμπρ.) 1101, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 343, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 34118.
Από το υποκορ. αλεύριον (Λεξ. (Miller) I 186) του αρχ. ουσ. άλευρον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αλεύρι (όπως και σήμ.) (Για το πράγμα, το αλεύρι και τα είδη ψωμιών βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 13 κε.): με τροφές, λέγω, παξιμάδια, αλεύρι, κρασί Χρον. σουλτ. 13225· Διά τούτο κάλλιον καθενός έναι να μην ηξεύρει| αν έναι άσπρη η γυναίκα του ή α νίβγεται τ’ αλεύρι Δεφ., Λόγ. 518.
αλιεύω,- Ιατροσ. (Legr.) Ϡθ΄, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 330, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 172.
Το πιθ. αρχ. αλιεύω (L‑S). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Ψαρεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ψαράδες εβουλήθησαν να πάγουν να ψαρέψουν,| καθώς είναι η τέχνη τους, να πάγουν ν’ αλιέψουν Αιτωλ., Μύθ. 172.
αλόη- η, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 232, Ιερακοσ. (Hercher) 46224, Ορνεοσ. (Hercher) 52126, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 770· αλόγη, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΧΧΙΧ 17.
Το μτγν. ουσ. αλόη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Φυτό ποώδες με φύλλα σαρκώδη, που ο πικρός οπός του έχει θεραπευτικές ιδιότητες (Για το πράγμα βλ. Γενναδ., Λεξ.): Αλόην τρίψον με το νερόν το χλίον και πότισον Σταφ., Ιατροσ. 232.
αλοιφή- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) τλ΄, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 853, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12346, 13362, 14380, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [236], ΙΑ΄ [513], Συναξ. γυν. (Krumb.) 534, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 273, 289.
Το αρχ. ουσ. αλοιφή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Αλοιφή που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό (Η σημασ. ήδη αρχ., L‑S): άλλες βάνουν αλοιφήν| διά να γένουν ωσάν ψηφίν,| μαλακές και εγδαρμένες Συναξ. γυν. 534· Με χόρτα λέσι μια αλοιφή πως κάνει και με γάλα Πανώρ. Α΄ 273. Πβ. αλείφω 4. 2) Αλοιφή με θεραπευτικές ιδιότητες (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Η θαυμαστή αλοιφή του Γαβριλοπούλου ιατρού, η εις πολλά υγιαίνουσα Ιατροσ. κώδ. τλ΄· και ας τα τρίβεις αμάδι όλα εις έναν μουρτάριν και ας τα κάμεις αλοιφήν και να τρίβεις και αλείφεις την ψώραν Σταφ., Ιατροσ. 14380. Πβ. άλειμμα(ν) 1, αλείφω 2. 3) Λίπος (χοιρινό): Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6410.
αμανίτης- ο, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9248, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 169, ͵αλθ΄, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34228, 3433, 6, 8· ομανίτης, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 491.
Το μτγν. ουσ. αμανίτης. Για το σχηματ. του τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 136. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
Το φυτό μανιτάρι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, λ. αμανίται και σήμ., ΙΛ στη λ. 1· πβ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 187 και Κουκ., ΒΒΠ E΄ 101): Όταν γαρ γίνεται βροχή, ... είθ’ ούτως ηλιακή καύσις, τότε μάλλον γίνονται οι αμανίται πλείστοι Μάρκ., Βουλκ. 3436· Εν τον’ εδώ που πρόβαλεν ωσάν τον ομανίτη Φιορεντίνος (Manusakas-Puncher) δίστ. 7.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 13376, Ασσίζ. (Σάθ.) 49220, Ορνεοσ. (Hercher) 57930, Πουλολ. (Krawcz.) 160, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χκ́, Ch. pop. (Pern.) 511, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 133, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 227, 610, 1161, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 214, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 40020, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4186, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8824.