Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγριαγγουρέα
- η, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5532, Ορνεοσ. (Hercher) 58215, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 927· αγραγγουρία, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8618.
Από το επίθ. άγριος και το ουσ. αγγουρέα. Πβ. και αγριογγουρέα (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ λβ́́). Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγριαγγουρεά). Βλ. και Du Cange λ. αγγούριον.
Το φυτό αγριαγγουριά (βλ. Heldr.-Μηλιαρ. 35 και Γενναδ., Λεξ. λ. ελατήριον ο αγριοσίκυς): αγριαγγουρέας ρίζαν πελεκήσας ποίησον ώσπερ υπόθετον και βάλε αυτό εις την κατάβασιν ωσαύτως του ορνέου Ορνεοσ. 58215. — Βλ. και αγγουρέα.
?αγριοπίσιν- το, Ακ. Σπαν. (Legr.) 36254. αγριπίσιν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 927· αγροπίσιν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1038.
Πιθ. από το επίθ. άγριος και το ουσ. πίσον.
?Αγριομπίζελο: και μάζωξε άντζαλα, μάνταλα, σάνταλα, κλάνταλα, μικρού παιδιού τσιλίματα, αγριοπίσιν, αγριολείχιν και θες τα εις τα γένια σου, σπανέ, και θέλεις ποιήσει ωραίαν … γενειάδαν Ακ. Σπαν. (Legr.) 36254.
αγριοσταφίς ‑ίδα- η, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 59, Ιερακοσ. (Hercher) 3612, 36226, 38724, 39024, 39218, 41329, 41629, 4219, 20, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 52022, 54714, 5704, 57228· Ιατροσόφ. (Oikonomu) 927· αγριοσταπίς –ίδα, Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 60, Ιερακοσ. (Hercher) 3618, 3857, 17, 38733, 38814, 3894, 3903.
Από το επίθ. άγριος και το ουσ. σταφίς. Πβ. το αρχ. σταφίς αγρία (L‑S λ. σταφίς ΙΙ) και Ιερακοσ. (Hercher) 38628, 38912, 39018, 3927. Η λ. και στον Ησύχ. λ. αγριοσταφυλίδες. Βλ. και Sophocl. και ΙΛ λ. αγριοσταφίδα.
Είδος φυτού με φαρμακευτικές ιδιότητες (βλ. Γενναδ., Λεξ. λ. φυτολάκκα και δελφίνιον): ιατρεύσεις δε ούτως. Χαλβάνης κεράτια τρία, αγριοσταφίδος κερ. δύο … μίξας δίδου τῳ ιέρακι Ορνεοσ. αγρ. 52022.
αίγα (II)- η, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37430, 39815, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) σέ́, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8611, 9621, 9723.
Από το ουσ. αιγόκλημα (με βίαιη πιθ. συγκοπή).
Αγιόκλημα: Και ήσαν και καλάμια υψηλά φυτευμένα και ευμορφότατα άνθη, νάρκισσος εφυτρώθη και τριαντάφυλλα και αίγες Διγ. Άνδρ. 37430· Αιγειοζούλαπον να βράσει με ξερές αίγες και νωπές να γένει κινητικόν· να πιεις (χφ. πις) την ημέραν του ανάπηγμα φορές δύο Ιατροσ. κώδ. σέ́.
αιματίτης,- επίθ., Ιατροσόφ. (Oikonomu) 793· αρματίτης (εσφαλμ. γραφή αντί αιματίτης), Ιατροσόφ. (Legr.) XXIII.
Το μτγν. επίθ. αιματίτης. Σήμ. στην Άνδρο και τη Χίο επίθ. ματσίτικος (από το αιματίτικος) (ΙΛ λ. αιματίτικος).
Λίθος που έχει κόκκινο χρώμα (αιμοστατικός): Λίθος αιματίτης οποίας προστριβής αίμα εργάζεται· ούτος μετά μέλιτος ή γάλακτος λειωθείς οφθαλμικάς οδύνας ιάται Ιατροσόφ. (Legr.) XXIII.
άκαπνος,- επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) III 151, Ιερακοσ. (Hercher) 3871, 26, 39313, 39416· επίθ. ουδ. ακάπνιν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 398, 415, 5816, 8311, 847.
Το μτγν. επίθ. άκαπνος. Για τον τ. του ουδ. ακάπνιν βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 35, 1923, 250 και 37, 1925, 167-180. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Προκ. για μέλι που ρέει από τις κηρήθρες μόνο του, χωρίς να πιέζεται και να θερμαίνεται κατόπιν (Φάβ., ΕΕΒΣ 4, 1927, 249-250 και Georgac., BZ 46, 1953, 118. Πβ. όμως και Κουκ., ΕΕΒΣ 17, 1941, 86 και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 275, Β΄ 59. Η σημασ. ήδη στον Αέτιο, Sophocl., και σήμ., ΙΛ στη λ. 2. Πβ. και ΙΛ λ. άκαυτος 4· πβ. επίσης μονή Ακαπνίου, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 240): αμανιτάρια όξος τε και μέλιν εκ το ακάπνιν Προδρ. ΙΙΙ 151· είτα ανάφυρε μετά μέλιτος ακάπνου και οίνου παλαιού τα αρκούντα εν θυσίᾳ Ιερακοσ. 3871· λαβών μέλι Αττικόν άκαπνον Ιερακοσ. 39313.
ακουμπώ,- Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7217, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 52, Συναξ. γυν. (Krumb.) 811, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. α΄ 38, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 320· ακομπώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Θ΄ [553].
Από το λατ. accumbo (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 304) ή από το ακουμπίζω με επίδρ. του αορ. ‑ησα. Για παλαιότερες μνείες του τ. ακουμβώ-ακουμπώ βλ. Du Cange, λ. ακουμβίζω και Δημητριάδου-Τουφεξή (ΕΕΦΣΠΘ 20, 1981, 80). Απαντά ακκουμβώ στη «Βίβλο Ξάνθου φιλοσόφου και Αισώπου δούλου», έκδ. Perry (Βλ. Τουφεξή, ΕΕΦΣΠΘ 20, 1981, 80). Η λ. και σήμ. ως κοινή και σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. ακκουμπώ).
Α´ Αμτβ. 1) Στηρίζομαι (Για τη σημασ. πβ. Du Cange, λ. ακουμβίζω· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1): κρατώντας το ραβδάκι ν’ ακουμπάω Βοσκοπ. 320· και ακουμπά εις το παρεθύρι,| βλέπει διά τον νοικοκύρη Συναξ. γυν. 811. 2) Αγγίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ακκουμπώ Α 3): το έν καθέν κέρατον έως τον Νότον ακουμπά και το έτερον κέρατον έως τον Βορέαν Διήγ. Αλ. V 52. Β´ (Μτβ.) τοποθετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β 3): ό,τι τρέχει (παραλ. 2 στ.) ’ς τόσον ’π’ εδώ στην γην σε τύχη πικραμένη| ή σε πλανήτη ευτυχισμένο τ’ ακουμπούσε| ώρ’ αγαθή και ταπεινή Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ 38. — Πβ. και ακουμπίζω.
αλεξανδρινός,- επίθ., Ιατροσόφ. (Oikonomu) 642, Περί γέρ. (Wagn.) 104· ’Λεξανδρινός.
Το μτγν. επίθ. αλεξανδρινός (Δημητράκ.).
α) Που προέρχεται από την Αλεξάνδρεια: και τ’ αλεξανδρινόν σκουλίν εκείνο τό σ’ εδώκα Περί γέρ. (Wagn.) 104· β) ο κάτοικος της Αλεξάνδρειας: όσοι ήσαν εδεκεί ʼΛεξανδρινούς τους κράζει (ενν. ο Αλέξανδρος),| εδέτις και την χώραν του θέλει να ονομάζει Αλεξ. 569.
αλεπού- η, Αχιλλ. (Haag) L 1186, Αχιλλ. (Hess.) L 1166, Αχιλλ. (Hess.) N 1486, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 665, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 11, 41, 953, 1063, 1125, 12613, Διγ. (Lambr.) O 1310, 1797· αλωπού, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 121, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 196, 270· Ιατροσόφ. (Oikonomu) 847· αλουπού, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 188, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 48, Χρησμ. (Λάμπρ.) 114, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 32, 93, 207, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 2, 147, 451, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 9, 72, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) B 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1413], Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 430, Γ΄ 92, Δ΄ 272, Μπερτόλδος 51, 55· αλουπή, Gesprächb. (Vasm.) 50943· αλπού, Διγ. (Καλ.) A 4731, Λεξ. Μακεδ. (Giann.-Vaill.) 49.
Από το μεσν. αλωπώ (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 96 και Pern., Mélanges Schlumberger 212, Αφ. Χατζιδ. 44, Kretschmer, Glotta 13, 1924, 245, καθώς και Kalits., Gramm. 52) Οι τ. και σήμ. (ΙΛ). Για την αποβολή του ου στον τ. αλπού βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 253 και για την κατάλ. ‑ού, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 79. Μαρτυρείται μεσν. επών. Αλωπός (Άμ., Ελλην. 10, 1937-8, 118 = Άμ., Γλωσσ. μελετ. 427 και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 284) από το ήδη σε απόσπ. Σοφ. 263 μαρτυρημένο αλωπός = πανούργος, που μνημονεύεται και στον Ησύχ. (Άμ., Χιακ. Χρον. 2, 1914, 99 = Άμ., Γλωσσ. μελετ. 123 και Φάβ., Αθ. 49, 1939, 48).
Αλεπού (όπως και σήμ.): Εσέναν και την αλουπούν την μακροουραδάτην,| την πνίγουσαν τας όρνιθας και τα μικρά πουλία Διήγ. παιδ. 188· Τώρα την πονηρή αλουπού στην τρούπ’ έχω κλεισμένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1413]· μί’ αλεπού εχάσαμεν και αν την είδες πε μας Αιτωλ., Μύθ. 12613· ω αλουπού πολύξερη, στα δίκτια είσαι πιασμένη Ζήν. Δ΄ 272.
αλεστός,- επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) III 279, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1006.
Από το αλέθω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αλεσμένος (Η σημασ. και σήμ.): και φαβατίτσιν αλεστόν και ορύζιν με το μέλιν Προδρ. (Hess.-Pern.) III 279.
αλοιφή- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) τλ΄, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 853, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12346, 13362, 14380, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [236], ΙΑ΄ [513], Συναξ. γυν. (Krumb.) 534, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 273, 289.
Το αρχ. ουσ. αλοιφή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Αλοιφή που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό (Η σημασ. ήδη αρχ., L‑S): άλλες βάνουν αλοιφήν| διά να γένουν ωσάν ψηφίν,| μαλακές και εγδαρμένες Συναξ. γυν. 534· Με χόρτα λέσι μια αλοιφή πως κάνει και με γάλα Πανώρ. Α΄ 273. Πβ. αλείφω 4. 2) Αλοιφή με θεραπευτικές ιδιότητες (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Η θαυμαστή αλοιφή του Γαβριλοπούλου ιατρού, η εις πολλά υγιαίνουσα Ιατροσ. κώδ. τλ΄· και ας τα τρίβεις αμάδι όλα εις έναν μουρτάριν και ας τα κάμεις αλοιφήν και να τρίβεις και αλείφεις την ψώραν Σταφ., Ιατροσ. 14380. Πβ. άλειμμα(ν) 1, αλείφω 2. 3) Λίπος (χοιρινό): Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6410.
αμανιτάρι(ν)- το, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 39, III 151, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5373· μανιτάρι, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 160, υϞη΄· μανιτάριν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9616· μανιτάριον, Διήγ. αναιρεθ. 8462·
Υποκορ. του ουσ. αμανίτης. Πβ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 187. Ο τ. μανιτάρι απ. στο Du Cange και ο τ. μανιτάριον σε κείμ. του 16. αι. (Act. Xér. σ. 243) και στο Du Cange Appendix. Η λ. και στο Du Cange, λ. αμανιτάριον, και σήμ. (Δημητράκ., λ. μανιτάρι).
Το φυτό μανιτάρι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. μανιτάρι): έχουσα στάχος, σύσγουδα, καρυόφυλλα, τριψίδια,| αμανιτάρια, όξος τε και μέλιν εκ το ακάπνιν Προδρ. ΙΙΙ 151· εάν φαρμακωθεί άνθρωπος από μανιτάρι Ιατροσ. κώδ. 160, υϞη΄. — Πβ. και αμανίτης.
αμανίτης- ο, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9248, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 169, ͵αλθ΄, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34228, 3433, 6, 8· ομανίτης, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 491.
Το μτγν. ουσ. αμανίτης. Για το σχηματ. του τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 136. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
Το φυτό μανιτάρι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, λ. αμανίται και σήμ., ΙΛ στη λ. 1· πβ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 187 και Κουκ., ΒΒΠ E΄ 101): Όταν γαρ γίνεται βροχή, ... είθ’ ούτως ηλιακή καύσις, τότε μάλλον γίνονται οι αμανίται πλείστοι Μάρκ., Βουλκ. 3436· Εν τον’ εδώ που πρόβαλεν ωσάν τον ομανίτη Φιορεντίνος (Manusakas-Puncher) δίστ. 7.
αμμωνιακόν- το, Ιερακοσ. (Hercher) 39526, 3962, 3978, 4921, 4956, Κυνοσ. (Hercher) 59123, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 383, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7220.
Το μτγν. αμμωνιακόν (ενν. κόμμι).
Το χλωριούχο αμμώνιο, νισαντίρι, χρήσιμο στη φαρμακευτική, τη βαφική και την επικασσιτέρωση: αμμωνιακόν αποβρέξας μετά γυναικείου γάλακτος και λειώσας εν θυίᾳ πτερῴ εμβρέχων υπάλειφε τον οφθαλμόν Ιερακοσ. 39526· Περιστερών κόπρια ... και τεάφην ψιλήν και αμμωνιακόν σμίξε τα πάντα Σταφ., Ιατροσ. 383.
ανέ(ν),- σύνδ., Βουστρ. (Σάθ.) 455, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 33, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 4, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 628, Γ΄ 1136, Θυσ. (Μέγ.)2 457, 617, 785, 885· ανένι, Ασσίζ. (Σάθ.) 39911, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 567· ανέναι, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 241, Β΄ 136· ανείναι, Θυσ. (Μέγ.)2 713· ανεί(ν), Ιατροσόφ. (Oikonomu) 4119, Φορτουν. (Ξανθ.) Ε΄ 371.
Από το συνδ. αν και το ένι - έναι (= γ΄ πρόσ. του είμαι). Για τη λ. βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 494 (λ. ανέ και ανέν) Ψάλτη, ΛΑ 5, 1918 /20, 42 κε., Παπαδ. Α., Αθ. 45, 1933, 29 κε., Ανδρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960 /3, 146 και Mihevc-Gabrovec, Ziva antika 13-14, 1964, 112 κε. Τ. άνε(ν) και άνει(ν), που ενίοτε φέρονται στις εκδ., δεν είναι ασφαλείς· εξαρτώνται από τον τόνο της φράσης και όχι της λ.· πβ. οπού – όπου).
1) (Υποθετ.· με ακόλουθους ενίοτε τους συνδ. ότι, να ή συχνότ. τον και <ή ενδεχομένως τον και (να) με παρατατ.> ) αν συμβεί να ..., αν (Η χρήση και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ανέν ξυπνήσει (ενν. το παιδί) να σε δει, κρεμάται στο λαιμό σου Θυσ.2 457· ανέν κι απ’ άλλο δεν μπορεί πράμα θροφή να πάρει Κατζ. Α΄ 33· ανέναι και γοργόρθετε θέλομε φάγει ομάδι Πανώρ. Β΄ 136· Οπίσω σύρσου, ανεί δε θες να χάσεις τη ζωή σου Φορτουν. Ε΄ 371. Πβ. αν 1, αν Εκφρ., ανίσως. —Συνών.: άμα Γ3. 2) (Παραχωρ.· ενδεχομένως με επόμ. και προηγ. το σύνδ. και ή μόνο επόμ.) ακόμη και αν, έστω και αν (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): και χίλιοι χρόν’ ανέ διαβού, μ’ άλλο δεν κάνω γάμο Ερωτόκρ. Γ΄ 1136· Η σάρκα, ανείναι και πονεί, απομονήν ας έχει Θυσ.2 713. Πβ. αν 2. 3) (Αοριστολ.· με αναφορ. αντων. και συνήθ. με προηγ. το σύνδ. και) όποιος και αν (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Τέκνο μου, δώσ’ ευκαριστιά εις ό,τι κι ανέν πάθεις Θυσ.2 785. Δεν έναι μπλιο μετανιωμός εις ό,τι κι ανέν κάμω Θυσ.2 617. Πβ. αν 3. 4) (Απορημ. ενδεχομένως με ακόλουθους τους συνδ. και ή ότι) μήπως, αν (εισάγοντας εξαρτημένη πρότ.): Επολομούσαν βίγλαν ανέν και εβγούν άνθρωποι από την Κερυνίαν Βουστρ. 455· Του φίλου συντυχαίνει| ανέ γροικά λαβωματιά, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει Ερωτόκρ. Α΄ 628· να σε θωρώ, να με θωρείς, να δω ανέ λακταρίζεις Θυσ.2 885· δεν ξεύρω η κακορίζικη σήμερο ανέ γλυτώσω Ερωφ. Δ΄ 4· να του συντύχουν (ενν. του βασιλιά) ...| τες συμφωνίες ... | ανένι ότι αρέσουν του και θέλει να τες στέρξει Χρον. Μορ. (Καλ.) H 567. Πβ. αν 4α, αν Εκφρ. — Πβ. ανίσως.
άνηθον- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 8222, Ιερακοσ. (Hercher) 41318, 42514, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53319, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 163 χν΄, 169 ͵αμα΄, Gesprächb. (Vasm.) 4918, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 30· άνεθον, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 457.
Το αρχ. ουσ. άνηθον (Για τη λ.. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 64 κε.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άνηθο).
Άνηθο (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ, λ. άνηθο 1): πότιζε δε τους τοιούτους σελίνου ρίζαν και ανήθου ρίζαν και αγριομάρουλον Σταφ., Ιατροσ. 8222. Ως προσωποπ.: μα τα Άνηθα, Μαλαθρόκουκκα Πωρικ. (Winterwerb) III 83.
ανθρακιά- η, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 133· ανθρακία, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 54021, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 164 χπδ΄, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7213.
Το αρχ. ουσ. ανθρακιά. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αθρακιά).
1) Σωρός από αναμμένα κάρβουνα μετά το χώνεμα της φλόγας (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1, και σήμ., ΙΛ, λ. αθρακιά 1): πώς δ’ αυ εις την ανθρακιάν την φοβεράν εκείνην| κείμενα βλέπω, βασιλεύ, τα πλήθη των ιχθύων Προδρ. IV 133· εις κακκάβιν καινόν βάλε αυτό (δηλ. το ράφανον) και επιτίθει ανθρακίαν μαλακήν Ορνεοσ. αγρ. 54021. —Συνών.: αθάλη 1. 2) Η ασθένεια «άνθρακας»: Ιατροσ. κώδ. 164 χπδ΄. Πβ. ανθράκι.
αξούγγι(ον) ‑αξούγγι(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 110, 14, 6154, Ιερακοσ. (Hercher) 3763, 46022, 48613, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53022, 55229, Κυνοσ. (Hercher) 59026, 59430, 59712, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 852, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 477, 493, 569, 793, 819, Gesprächb. (Vasm.) 42758, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 523, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 405 κριτ. υπ.· οξύγγιν, Φυσιολ. (Legr.) 601· ξύγγι(ν), Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12345, 13362, 14382, Φυσιολ. (Legr.) 191, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 4, Εξ. ΧΧΙΙΙ 18, ΧΧΙΧ 13, Λευιτ. Ι 8, 12, ΙΙΙ 3 δις, 4, 9, 10, 16, 17, IV 8, 19, 26, VI 5, VII 3, ΙΧ 19, Χ 15, XVI 25, XVII 6, Δευτ. ΧΧΧΙΙ. 38, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 83· ξυγγίον, Φυσιολ. (Pitra) 37226· εξούγγιν, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 348.
Το μτγν. ουσ. αξούγγιον (πβ. το μτγν. ουσ. αξουγγία η <λατ. axungia). Ο τ. οξύγγιον, που ήδη μτγν., κατά παρετυμολογία προς το οξύς (βλ. Meyer, NS ΙΙΙ 11). Απαντά και μτγν. τ. αξύγγιον (Sophocl., λ. αξούγγιον). Ο τ. ξυγγίον πιθ. κατά αντιγραφικό παρατονισμό. Ο τ. εξούγγιν από επίδρ. λ. από εξ‑. Για τη λ., παράγωγα και σύνθετα βλ. Du Cange λ. αξιγκεύειν, αξίγκι, αξούγγιον. Απαντά και χηνάξουγγον (Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 111) και λειψαξούγγιος (Οψαρ. (Krumb.) 3617). Για την επίδοση της λ. στα ιδιώμ. βλ.Meyer, NS ΙΙΙ 10011. Ο τ. ξύγγι και σήμ. κοιν. (Δημητράκ., λ. ξύγκι).
Ζωικό λίπος, πάχος (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αξούγγιον και σήμ., Δημητράκ., λ. ξύγκι): Αξούγγιν αίγειον άλειφε τα χείλη Σταφ., Ιατροσ. 110· το ξύγγι οπού σκεπάζει την κοιλιά Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 13. Βλ. και άλειμμα(ν) 3.
απίδι(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 5114, Ασσίζ. (Σάθ.) 24531, 4971, Ch. pop. (Pern.) 6, 677, 685, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 394, 418, 690, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 453, Περί γέρ. (Wagn.) 32, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 233, 1495, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 24· απίδιον, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ͵αλπ́· απίι, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9616.
Υποκορ. του αρχ. ουσ. άπιον. Η λ. και στον Σηθ, Τροφ. (Langkavel) 10, 6, και σήμ. (ΙΛ, λ. απίδι).
1) Ο καρπός της αχλαδιάς, το αχλάδι: Απέ τα μήλα και απίδια το τέταρτο να δώσει δικαίωμαν Ασσίζ. 4971· τα λεγόμενα μέσπιλα και κυδώνια άωρα και απίδια και ροΐδια όξινα Σταφ., Ιατροσ. 5114· έκφρ. του πόθου τ’ απίδι = η ερωτική απόλαυση (Πβ. και απιδάκι και ΙΛ, στη λ. 1β): Να φάμε με γλυκύτητα του πόθου μας τ’ απίδι Φαλιέρ., Ιστ. V 418. 2) Το δέντρο της αχλαδιάς (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. 2· βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955 /56, 238): κι εις το προαύλιον δ’ αυτών δένδρη εμφυτευμένα| μετ’ απιδιών και κλήματα έτσι και άλλα χόρτα Παϊσ., Ιστ. Σινά 233. — Βλ. και απιδέα.
αποτριτώνω και ‑τώ,- Ιερακοσ. 37611, 44218, 47422, 31, 47512, 17, Ορνεοσ. αγρ. 52619, 5549, 5617, 57122, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8315.
Το μτγν. αποτριτόω.
1) Ελαττώνω (κ.) (με βρασμό) μέχρις ότου μείνει το τρίτο μέρος του (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αποτριτόω· πβ. και Κακρ., Ελλην. 16, 1958/59, 220): βράσον αυτά ύδατι έστ’ αν αποτριτωθεί Ιερακοσ. 47431. 2) Ελαττώνω (κ.), κάνω να μείνει το τρίτο μέρος του: Την … τροφήν αυτού αποτρίτωσον, και προς την άγραν αυτού έκβαλε Ορνεοσ. αγρ. 57122.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5532, Ορνεοσ. (Hercher) 58215, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 927· αγραγγουρία, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8618.