Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Ιατροσόφ. (Legr.)

  • αιματίτης,
    επίθ., Ιατροσόφ. (Oikonomu) 793· αρματίτης (εσφαλμ. γραφή αντί αιματίτης), Ιατροσόφ. (Legr.) XXIII.
    Το μτγν. επίθ. αιματίτης. Σήμ. στην Άνδρο και τη Χίο επίθ. ματσίτικος (από το αιματίτικος) (ΙΛ λ. αιματίτικος).
    Λίθος που έχει κόκκινο χρώμα (αιμοστατικός): Λίθος αιματίτης οποίας προστριβής αίμα εργάζεται· ούτος μετά μέλιτος ή γάλακτος λειωθείς οφθαλμικάς οδύνας ιάται Ιατροσόφ. (Legr.) XXIII.
       
  • άλαλος,
    επίθ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 21112, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 110, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7222, Πουλολ. (Krawcz.) 669, Ch. pop. (Pern.) 379, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 34, Ιατροσόφ. (Legr.) XXXII· άλαος, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 180, 483, 533.
    Το αρχ. επίθ. άλαλος (L‑S). Ο τ. άλαος από ανομοιωτική αποβολή του λ.
    1) α) (Προκ. για πουλιά και ζώα) χωρίς λαλιά, χωρίς κελάιδημα: αυτά τα όρνεα τα άλαλα κι αυτά εκλάψανέ τον Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7222· και το πουλάκι το άλαλο καιρός να κιλαδήσει Ch. pop. 379·   κι από τα ζώα τ’ άλαλα λόγιον τον ονομάζουν Πρόλ. κωμ. 34· β) (προκ. για τα άψυχα) χωρίς φωνή, λαλιά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): «Σκόρπισε, χώμα άλαλον, άνοιξε, γης» εκράζαν Απόκοπ. 110. 2) (Προκ. για νερό) που μαζεύεται με απόλυτη σιωπή (Πβ. και ΙΛ, λ. αμίλητος Α 2· βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄30-1: άναυδον ύδωρ): έπαρον νερόν άλαλον από την καθαρήν πηγήν και ειπέ τον αυτόν ψαλμόν τρεις ημέρας Σταφ., Ιατροσ. 21112· έπαρον άλαλον νερόν εις μαστραπάν εις απόχυσιν φεγγαρίου και βάλε το νερόν εις τσουκάλιν Ιατροσόφ. ΧΧΙΙ. Πβ. αλάλητος. 3) Μόνος, έρημος, δυστυχισμένος (πβ. ΙΛ, άλαλος 3): ο βασιλεύς ως ήκουσε ... πως διά φθόνου έγκλειστος εγίνηκε του πύργου (ενν. ο Βελισσάριος)| ως άλαος να κάθεται τρεις χρόνους τυφλωμένος ... Γεωργηλ., Βελ. 180· εκεί ευρίσκουν τον τυφλόν εις της Χρυσιάς την πόρταν,| άλαος του να κάθεται, να κλαι το ριζικόν του Γεωργηλ., Βελ. 483· αφήτε με τον άλαον και τον απελπισμένον Γεωργηλ., Βελ. 533. — Πβ. και αλάλητος, αμίλητος, άφωνος.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης