Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 23 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Θεματογραφία

  • κόπτω,  
    Σπαν. (Λάμπρ.) Va 542, Γλυκά, Στ. 112, Λόγ. παρηγ. L 209, Προδρ. I 57, III 101, Ορνεοσ. αγρ. 53630, Διγ. Z 4110, 4112, Διγ. (Trapp) Esc. 1347, Βέλθ. 717, 1142, Ερμον. Μ 80, Ιερακοσ. 37321, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072, Φλώρ. 634, 1369, Περί ξεν. V 26, Ερωτοπ. 254, 579, Λίβ. P 2132, Λίβ. Sc. 630, Λίβ. Esc. 23, Αχιλλ. L 444, Αχιλλ. N 559, 1598, Χρησμ. IV 5, Ανακάλ. 23, Γαδ. διήγ. 285, Απόκοπ.2 127, 337, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 337, Συναξ. γυν. 713, Κορων., Μπούας 149, Πεντ. Δευτ. XXIX 10, 11, Αχέλ. 1563, Αλφ. (Μπουμπ.) II 16, Πτωχολ. (Κεχ.) P 77, Διγ. Άνδρ. 39134, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13824, 14126, 15725, 2496, 29319, Τριβ., Ρε 109, κ.π.α.· κόβγω, Ασσίζ. 1772, Μαχ. 2687, 41632, 42627, 48013, Καραβ. 49522, Γεωργηλ., Θαν. 227, Χρον. σουλτ. 7514, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Κυπρ. ερωτ. 1494, Πανώρ. Ε΄ 79, Κατζ. Β΄ 19, Πιστ. βοσκ. V 4, 120, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 579, 1765, 1801, Ζήν. Δ΄ 33· κόβω, Λίβ. N 3743, Σαχλ., Αφήγ. 562, Αιτωλ., Βοηβ. 115, Πανώρ. Ε΄ 222, Ζήν. Β΄ 143· κόπτουμαι, Απόκοπ.2 103· κόφθω, Λίβ. Esc. 1739, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Γυν. 242· κόφτω, Ερωτοπ. 71, 278, 553, Αχιλλ. L 613, Φαλιέρ., Ιστ.2 201, Πένθ. θαν.2 467, Βεντράμ., Φιλ. 53, 184, Δεφ., Λόγ. 391, Τριβ., Ταγιαπ. 192, Πεντ. Έξ. XXXIV 10, Δευτ. XXIX 13, Χρον. σουλτ. 10613, Ερωφ. Ε΄ 169, Σταυριν. 305, 637, 726, 964, Ιστ. Βλαχ. 642, 1128, 1590, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1453], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 158, Χριστ. διδασκ. 264, 370, Ζήν. Ε΄ 315, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1938, 2067, 21118, 2155, 24625.
    Το αρχ. κόπτω. Ο τ. κόβγω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 597). Οι τ. κόβω και κόφτω και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Χτυπώ: μέγαν καιρόν εκόπτοντο οι δυο καλοί στρατιώται Πόλ. Τρωάδ. 574. 2) α) Κόβω κ. (με οξύ όργανο): ραβδούχος με σκληρό σπαθί τού κόβγει το κεφάλι Ζήν. Γ΄ 324· Εκεί να δεις ... που ήσανε κομμένα| κεφάλια από τα κορμιά Διακρούσ. 8019· τ’ αφτιά τού κόφτουν εδεκεί κι όλη τη μύτη ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35612· έδωκέ μοι σπαθέαν εις το σκουτάριον και έκοψέν το και μόνον το κράτημα επέμενεν εις το χέρι μου Διγ. Άνδρ. 38120· τα φτερά ... (παραλ. 1 στ.) μου κόψα όνταν αρχίσασι και χαμηλοπετούσα Ερωφ. Αφ. 71· β) σπάζω, τσακίζω, τεμαχίζω: πιάνει μια βαριά και κόφτει τους περάτες Φαλιέρ., Ιστ.2 197· Ταύτα βάλε εν ιγδίῳ και κόπτε και κοπάνιζε και κοσκίνιζε Ιερακοσ. 38311· γ) λατομώ: έστειλεν εις την Προικόννησον ... και έκοψαν μάρμαρα Διήγ. Αγ. Σοφ. 15935. 3) α) Ευνουχίζω: έναι περιτετμημένος ... και τον έκοψαν όταν τον επήραν σκλάβον Ιστ. πατρ. 1091· β) διαμελίζω, ξεσκίζω: Ήκοβγε μέσες και μεριά, κορμιά από πάνω ώς κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1057· τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια Ch. pop. 737· ευρήκασι τα λείψανα κομμένα, σκοτωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 54323· γ) σφάζω, θανατώνω: επήρε ο ... σουλτάν Μπαγιαζίτης την Μεθώνην από σπαθίου και έκοψεν άνδρες χιλιάδες επτά Byz. Kleinchron. A΄ 30116· όσους αν κατέτυχον, έκοπτον ωσεί χόρτον Διγ. Z 3527· εις ημέρας σαράντα την έκοψεν η θεία σπάθη του Θεού από λυσιντερία και απέθανε κακώς Ιστ. πατρ. 1206· κόβγουσιν χώρες και λαόν, καθώς έν’ μαθημένοι Θρ. Κύπρ. K 833· α θεν να κόψουν τα νησά, ποτέ να μη τσ’ αφήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 33520. 4) Διαπερνώ, τρυπώ: Έκτωρ ... κρούσας ...| την του Αίαντος ασπίδαν (παραλ. 1 στ.) έκοψεν τας έξι βύρσας Ερμον. Μ 64. 5) (Προκ. για μαλλιά) α) κουρεύω: ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241· β) μαδώ: η κόρη θρηνωδούσα| τα μαλλιά της έκοπτεν, έδερνε και το στήθος Διγ. A 2646. 6) Κάνω τομή, εγχειρίζω: φέρνω έναν ιατρόν ... κόβγει τον (ενν. τον σκλάβον) κακά οπού ουδέν έπρεπε να τον κόψει και έκοψέν τον και διά τούτο ετελεύτησεν Ασσίζ. 17710, 11. 7) Χαράζω, λαξεύω: Εντέχνως είχε λαξευτά γράμματα κεκομμένα Βέλθ. 382· Είδε κἀκεί τον Λέανδρον εκ λίθου κεκομμένου Βέλθ. 456. 8) Κατατρίβω, φθείρω: Κόφτεται η πέτρα με σκοινί, το σίδερο σηπιέται Τζάνε, Κρ. πόλ. 35421. 9) Καταβάλλω· αφανίζω: τους βασιλιάδες έκοψεν η τύχη η εδική του (ενν. του Αλέξανδρου) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1347· θάνατος έκοψεν αυτού νεότητος το κάλλος Διγ. Z 4476. 10) (Προκ. για χρήματα) «χαλάω», ξοδεύω: το έκοψες (ενν. το υπέρπυρον) και έπιες και εχαροκοπήθης Πουλολ. (Τσαβαρή) 154. 11) Κάνω τάφρο (για να μπει το νερό της θάλασσας): εκόψαν την θάλασσαν και επερικυκλώσαν την (ενν. την Πάφον) Μαχ. 35814‑5. 12) Διασχίζω, διατρέχω (φεύγοντας από κ. ή κάπ.): Κόπτει ο λύκος το βουνίν, η αλωπού το δάσος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072. 13) Αποκόπτω από τον ανεφοδιασμό, πολιορκώ: Το Ρέθεμνος σαν έκοψε κι ήθελε το νικήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23517. 14) Ανακόπτω τη ροή: το νερό ’χε κόψει| στην χώρα να μην έρχεται Τζάνε, Κρ. πόλ. 25322. 15) Διακόπτω: παραδράμω τα τα τότε λαληθέντα,| κόψω και τούτον τον ειρμόν, πλάτος ο λόγος έχει Λίβ. Sc. 3026. 16) α) Περικόπτω, καταργώ, αφαιρώ: ως ... πατριάρχης ... έκαμεν οικονομίας πολλάς και δωρήματα έδωκε και έκοψε τα χίλια φλωρία του πεσκεσίου· και έμεινεν αυτό δύο χιλιάδας Ιστ. πατρ. 17919· Τα αυτά άσπρα πολλ(α)πλασίασον με τα β΄ και ... κόφτε τα τρία έμπροσθεν ψηφιά Rechenb. 303· κόφτει (ενν. ο θάνατος) τες ημέρες του και φέρνει τον στον Άδη Ιστ. Βλαχ. 2844. β) απαλάσσω κάπ. από κ.: όρισε τον σιρ Μπαλιάντε Σασιου και πράκτορα Κύπρου και έκοψε τους καλογέρους της μονής ονόματα ιη΄ από στρατείαν και καπνικόν Νεκρολ. φ. 69r. 17) Συγκρατώ, εμποδίζω, ματαιώνω: έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· έκοψεν την κραταιάν και απρόσμαχον του Αχιλλέως ορμήν Τρωικά 52620· Είπε πολλά ο Φίλαρμος ως ίνα τον ελκύσει,| αλλά γε τούτου την βουλήν ουκ ηδυνήθην κόψαι Βέλθ. 66. 18) Καταργώ, παύω: την πόλιν των Χριστιανών ...| να πάρουν αφ’ τα χέρια των, να κόψουν έπαρσίν των Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 358· επέψαν ... πολλούς λας των αρμάτων να κόψουν το σκάνταλον και να βλεπίσουν και την χώραν Μαχ. 2304. 19) Λύνω, ακυρώνω: εκόψασι τες σύβασες και πλιο τως δεν μπορούνε| να ’χουσι την ελευθεριά Τζάνε, Κρ. πόλ. 41610· κόπτω τον όρκον οπού έποισα εγώ εις εσένα Λίβ. Esc. 3979· Θέλει να ’ναι (ενν. το τεσταμέντο) κομμένο και ανουλάδο, ωσάν ποτέ να μην είχε γενεί Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1415. 20) Ορίζω, καθορίζω: σύρε να κόψομε διαθήκη εγώ και εσύ και να είναι για μάρτυρας ανάμεσά μου και ανάμεσά σου Πεντ. Γέν. XXXI 44· να πάγει να δει και να τα στιμάρει, και ό,τι πρέζιον θέλει κόψει να είναι και ν’ απομένει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2118. 21) α) Ενοχλώ, στενοχωρώ, βάζω σε έγνοια: η γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα Στάθ. (Martini) Β΄ 80· οπού ’ξευρε (ενν. το καλογεράκι) κι εμάλωνε και τσ’ έκοπτε συχνάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 53018· λογισμοί έκοπτον αυτού πονηροί την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 1364· κόπτει την η φροντίδα Φλώρ. 1243· ουκ οίδα τι έναι τό πονείς και ουκ οίδα τι σε κόφτει Αχιλλ. L 613· β) βασανίζω, παιδεύω: οδι’ αγάπην τά ’θεκες κι εμένα κόφτει ο πόνος Ερωτοπ. 243· Οι έρωτες με σφάζουσιν και κόφτει με η αγάπη Ερωτοπ. 153. 22) Πραγματοποιώ: εξάμωνε πλατέα και έκοπτε στενά Χειλά, Χρον. 355. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι οξύς, κοφτερός: το σπαθί τ’ Αγαρηνού πώς έκοφτε να δούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5206· αν το πιάσεις (ενν. το μαχαίρι)| αποδεκεί οπού κόβγει,| μπορεί να σε πληγώσει Πιστ. βοσκ. I 4, 11· β) έχω δυνατότητα να σφάζω· θανατώνω: που ’ρθασιν οι Αγαρηνοί μ’ όλη την αντρειά τως| και οι Ρωμιοί εσώσανε κι εκόπταν τ’ άρματά τως Τζάνε, Κρ. πόλ. 1722. 2) Τεμαχίζω (το ψωμί, το φαγητό) (Για τη σημασ. βλ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 524): ήφερέ με ομπρός σας| να κόπτω εις την τάβλα σας κατά τον ορισμό σας Τριβ., Ρε 206. 3) Δέρνομαι, θρηνώ: κλαί’ και κόπτει και θρηνεί άχρι της τελευτής του Φυσιολ. (Legr.) 734. 4) Βλάπτω: πράξις γαρ η ασύμβουλος ουκ ωφελεί, αλλά κόπτει Σπαν. A 335. II. Μέσ. 1) α) Χωρίζομαι σε μέρη: [εκείνη] η στράτα ...| εις εκατόν εκόπτετον μικρά μονοπατίτσια Λίβ. P 1114· β) σπάζω: την έκαμε κι εβγήκε (ενν. η σαΐτα),| μα μέσα πρώτα εκόπηκε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1298]. 2) α) Φροντίζω, ενδιαφέρομαι: είδα πώς εκόπτονταν κι εβιάζονταν να μάθουν Απόκοπ.2 149· β) ανησυχώ, στενοχωρούμαι, υποφέρω: Ώφου και πώς το κόβγουσου, πώς το ’βανες στο νου σου,| πώς τ’ όνειρό σου το πρικύ σήμερον εφοβούσου! Ερωφ. Ε΄ 587· η κόρη κόπτεται δι’ εσάς και εσείς αμερεμνάτε; Λίβ. Esc. 2953· ταις εννοίαις κόπτεται, τοις λογισμοίς κλονείται Καλλίμ. 1766. 3) Δέρνομαι: έκλαιον πικρώς και εκόπτοντο θρηνούντες απαραμύθητα Ιστ. Βατοπ. 40· (με την αιτιατ. θρήνον, κοπετόν): θρήνον εκόπτετον δριμύν Φλώρ. 400· ταύτα ειπών εκόψατο κοπετόν μέγαν μετ’ οιμωγής και δακρύων Δούκ. 17117. 4) Διακόπτομαι, παύω: εχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1319. Φρ. 1) Κόπτω μαύρα = μαυροφορώ (από πένθος): μανθάνοντα ο Αποστόλες πως επέθανεν η ρήγαινα επήρεν μεγάλην πλήξιν και εκόψεν μαύρα Βουστρ. 427. 2) Κόπτω την πνοή κάπ. = αφαιρώ τη ζωή κάπ., θανατώνω: τέλεια αρνήθημ με κι έκοψεν την πνοήν μου Κυπρ. ερωτ. 1134. 3) Κόβεται η λαλιά μου = σταματά η ομιλία μου: Τα χείλη κατεμαύρισαν κι εκόπην η λαλιά τως Απόκοπ. (Παναγ.) 513. 4) Κόπτω φωνή = βάζω φωνή, κραυγάζω: Ο κάτης ήκοψε φωνή άγρια, πολλά μεγάλη Κάτης 85. 5) Με κόβγει η έγνοια = ανησυχώ, νοιάζομαι: έγνοια δεν τους έκοβγε κι εκείνα να θωρούσι| ξοπίσω του θανάτου τως, απού ’χουσι να ’ρθούσι Ερωφ. Α΄ 527. 6) Με κόπτει ίδρος = ιδρώνω από ψυχική ένταση: λιγομάρα μ’ έπιασεν ...| και ίδρος μ’ έκοψε Ch. pop. 574. 7) Με κόφτει διά κ. = ανησυχώ, ενδιαφέρομαι, φροντίζω για κ.: μηδε διά εντροπήν σάς κόφτει, μήτε διά τιμήν Θεματογραφία 11· Γενοβέσοι ... οπού σας κόπτει πλέον| όπως να ξαναπάρετε σπίτια σας τα χαημένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 556. 8) Κόβεται η καρδιά μου = α) εξαντλούμαι, λιποθυμώ: Εχάθηκέ μου η δύναμη, εκόπηκε η καρδιά μου Θυσ.2 191· β) λιποψυχώ, δειλιάζω: Μη δεν αφήνεις, Δίδυμε, να κόβετ’ η καρδιά σου| στους φόβους τούς ανθρώπινους, μα θαρρεμένος στάσου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1081]. 9) Κόβονται τα πόδια μου (ή τα μέλη μου) = «κόβεται» η δύναμή μου, αποκάμνω (εξαιτίας έντονου συναισθήματος): τα πόδια μου εκοπήκασι κι εθάμπωσε το φως μου Ερωφ. Δ΄ 214· Τα μέλη μου εκοπήκασι κι η ψη μου απολιγαίνει Πανώρ. Γ΄ 534. 10) Κόβονται τα σωθικά μου = εξαντλούμαι, αποκάμνω (από έντονο συναίσθημα): Μου φαίνεται κοπήκασι όλα τα σωθικά μου Ευγέν. 1010. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κουρασμένος, άτονος: Νένα, τα πρικαμένα μου μέλη γροικώ κομμένα Ερωφ. Ε΄ 267. 2) Απόκρημνος: οδιά την ταραχήν απού κάνει η θάλασσα εις τα μεγάλα χαράκια απού είναι εκεί και ριζιμιά και κομμένα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460. 3) Αποκομμένος, ερημικός: να σηκώσει το ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους προς ηγή κομμένη και να απεστείλει το ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22.
       
  • κορατσίνα  
    η.
    Πιθ. από το ουσ. κόρακας και την κατάλ. ‑ίνα (με τσιτακισμό). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄) και τη Χίο (Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 36).
    Κορώνη, κουρούνα: παλαιά παροιμία λέγει ότι: «κορατσίνα πάντα καθίζει σιμά εις άλλην κορατσίνα» Θεματογραφία 20.
       
  • κουτσός,  
    επίθ., Σπανός (Eideneier) A 185, B 17, D 568, Πικατ. 302, Σοφιαν., Παιδαγ. 269, Πεντ. Λευιτ. XXI 18, Δευτ. XV 21, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, 462, Θεματογραφία 20, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 625, Ε΄ 261, Βακτ. αρχιερ. 185, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 913‑4, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4781· κοτσός, Χρον. Μορ. H 7951.
    Από το θ. κοψο‑ του κόπτω, α΄ συνθ. των κοψομύτης, κοψοπόδαρος, κ.λ.π., με φωνητική αλλοίωση του ψ σε τσ (Βλ. Άμ., Αθ. 28, 1916, ΛΑ 124-5) ή από το αρχ. κόσσω, κόττω (= τύπτω) (Βλ. Κουκ., Αθ. 35, 1924, 196 κε.). Κατά το Φιλ. από συγκ. του κουτσοπόδης <κοψοπόδης (Βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Α΄ 17 και Γ΄ 201). Εσφαλμ. ο Meyer, NS II 97 κε. ετυμολογεί από τις σλαβ. ρίζες Kut‑ και Kuts‑ (Βλ. Άμ., Αθ. 28, 1916). Για την προέλ. της λ. βλ. και Αλεξ. Στ., Γλωσσ. Μελετ. σ. 81 (= Αλεξ. Στ., Αμάλθ. 30, 1977, 81). Η λ. στο Sophocl. και Lampe, Lex., καθώς και στο Meursius (λ. κουτζός). Ο τ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. κοτζός). Η λ. και σήμ.
    Κουτσός: είναι κουτσός ο πόδας του Ροδολ. Α΄ [394]· τρέχουν κουτσοί, τυφλοί, ζουγλοί ... διά να πάρουν ελεημοσύνην Ροδινός (Βαλ.) 131.
       
  • λατινοφρονώ. 
    Από το ουσ. Λατίνος και το φρονώ. Η λ. στο Somav. (Βλ. και Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.).
    Ασπάζομαι τις δοξασίες της δυτικής Εκκλησίας: Ολιγωρούσι τα πολλά του μακαριστού Λασκαρέως … και φασίν ως ελατινοφρόνει Θεματογραφία 14. Η μτχ. ενεστ. ως ουσ. = αυτός που δέχεται τα δόγματα της δυτ. Εκκλησίας: Διήγησις περί των αναιρεθέντων αγίων πατέρων των εν τῳ αγίῳ όρει υπό των λατινοφρονούντων Διήγ. αναιρεθ. 82.
       
  • λησμονιάρης, 
    επίθ.· αλησμονιάρης, Θεματογραφία 10 σημ. 1· ουδ. αλησμονιάρικο.
    Από το ουσ. λησμονιά και την κατάλ. ‑άρης, ‑άρικο. Ο τ. στο Βλάχ. (λ. αλησμονιάρης), όπου και επίρρ. αλησμονιάρικα. Η λ. στο Somav. (Πβ. και αυτ., λ. αλησμονιάρικος).
    Που λησμονεί, ξεχασιάρης: είτε φυσικά είναι τα παιδία ενθυμητικά, είτε το εναντίον είναι αλησμονιάρικα και ουδέν ενθυμούνται Σοφιαν., Παιδαγ. 114.
       
  • λόγος (I), 
    ο, Γλυκά, Στ. 116, Προδρ. III 419α, Διγ. Z 516, 586, 858, Διγ. (Trapp) Esc. 1813, Βέλθ. 2, 68, Πόλ. Τρωάδ. 381, Χρον. Μορ. H 5184, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 423, Λίβ. (Lamb.) Esc. 712, 1234, Αχιλλ. O 236, Πτωχολ. α 3, Πανώρ. Γ΄ 215, Ε΄ 173, Ερωφ. Α' 390, 470, Ιστ. Βλαχ. 446, 1032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 80, 768, 1277, Β΄ 452, Θυσ.2 254, 608, Στάθ. (Martini) Ιντ. Β΄ 131, Β΄ 193, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 240, Γ΄ 663, κ.π.α.· ’λλόγος, Μαχ. 5034, 31834, 64617, Κυπρ. ερωτ. 9475, 9526, 10417· πληθ. λόγια, Χρον. Μορ. H 928, 3836, Απόκοπ.2 212, Πανώρ. Α΄ 369, 371, Γ΄ 252, Ερωφ. Α΄ 385, Δ΄ 394, 603, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1862, 1904, Γ΄ 134, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1220], Ε΄ [640], Τζάνε, Κρ. πόλ. 37911, 40315, κ.π.α.· λογία, Μαχ. 5021, 14821, 25422, 47814, Βουστρ. 413, 496, 525, κ.α.· λογιά, Πεντ. Δευτ. II 26 (αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. αντί λόγια)· λογίατα, Βουστρ. 526· γεν. εν. ολόγου, Χρον. Μορ. H 1380, 3164, 3166, 7106, 8394.
    Το αρχ. ουσ. λόγος. Ως β΄ πληθ. λόγια ο πληθ. του ουσ. λόγιον (βλ. ά.· για τις παλαιότ. χρ. βλ. κυρίως Lampe, Lex., λ. λόγιον). Για το σχηματ. του τ. λόγιατα βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 179. Για τη γεν. ολόγου βλ. Pernot, Neophilologus 8, 1923, 66· πβ. όμως και Σπυριδ., ΕΜΑ 1, 1939, 49-51. Η λ. και διάφ. τ. και σήμ.
    1) α) Ό,τι λέει κάπ., κουβέντα: Διγ. (Trapp) Gr. 429, Απολλών. 325, Προδρ. I 231· Ποιος να ’ναι απ’ αφουκράται| τα λόγια μου των αλλωνώ βοσκώ να τα δηγάται; Πανώρ. Α΄ 294· πότε να ιδώ κοιτώναν της και λόγια της ακούσω; Λίβ. Esc. 1557· μην πιστεύετε … εις τα γλυκά της λόγια (ενν. της γυναίκας) Βεντράμ., Γυν. 37· Αυτά ’ναι λόγια των κλεπτών και ψεματολογίες,| ου στέργομεν, ου θέλομεν τέτοιες μυθολογίες Γαδ. διήγ. 349· (ως σύστ. αντικ. ή είδος σύστ. αντικ.· βλ. και Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 191, 199): Καλλίμ. 1670, Περί ξεν. A 300, Κορων., Μπούας 23· λάλησε λόγον, τι σιγάς; Καλλίμ. 488· Πόσα εβαττολόγησας ληρήματα και λόγους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 541· «Δεν τρώγω ωσάν εσύντυχα τα λόγια μου». Και είπεν: «Σύντυχε» Πεντ. Γέν. XXIV 33· β) λέξη: ήτον όλη η γης γλώσσα μια και λόγια μόνα Πεντ. Γέν. XI 1· γ) Πρόταση, φράση· ρητό, ρήση: να γράφει ορθά και να συντάσσει τα λόγια του με τέχνην γραμματικήν κατά την κοινήν συνήθειαν Σοφιαν., Γραμμ. 252· το «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου» και τα εξής του λόγου Περί ξεν. A 459· δ) νόημα, σημασία: Audi, ascolta, γροίκησε, τρία σε λόγον ένα Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 242. 2) α) Ομιλία: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 298, Χούμνου, Κοσμογ. 596· έκφρ. από λόγου = προφορικά: τα οποία (ενν. υπέρπυρα) λέσι πως τα ’χεν και ο ποτέ Μιχάλης ταμένα ζώντας του από λόγου και ... δεν τα ’γραψεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7014· β) λεκτική ικανότητα· αφηγηματική ευχέρεια: ο ασθενής … χάνει τον λόγον του ή στεγνώνει το στήθος Ασσίζ. 1838· ελπίζω και παρακαλώ να λάβω την σοφίαν,| μνήμην και λόγον και σπουδήν ορθώς να ερμηνέψω Συναξ. γυν. 3. 3) Γλώσσα: Ρωμογενής είσαι, φαίνεσαι εκ του λόγου Βέλθ. 1248. 4) α) Πρόταση: δεν εδέχθη τους λόγους τους διά να παντρευθεί Δωρ. Μον. (Hopf) 238· όσοι ελαλήσετε διά εμέν να γενώ βασιλέας,| επαίρνω εγώ τους λόγους τους και τες φωνές οπού είπαν| και θέτω απάνω εις αυτάς κι εγω τον εδικόν μου Χρον. Μορ. H 957· β) συμβουλή: πείσθητι γεροντικοίς και πατρικοίς μου λόγοις| και μάθε τα γραμματικά Προδρ. IV 13· τα λόγια, τα διατάματα πόσον κακόν εκάμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1240· όποιες δεν αφουκρούνται| τα λόγια τω γονέω ντως ογλήγορα χαλούνται Πανώρ. Ε΄ 254· γ) διδασκαλία, κήρυγμα: βλάπτοντ’ οι μη ακούσαντες τον λόγον του Κυρίου Σπαν. A 187· επροσμένασι (ενν. οι Ιουδαίοι) …  τρεις ημέρες νηστικοί να ακούσουσι τον λόγον Πηγά, Χρυσοπ. 58 (17)· τ’ αφτιά τως λόγια του Θεού ποτέ τως δε γροικούσι Ζήν. Δ΄ 323. 5) α) Γνώμη, κρίση, άποψη: είχεν αγάπην περισσήν εκ το κοινό της χώρας.| Όλοι τον ετιμούσασιν, τον λόγον του εστέργαν Χρον. Τόκκων 1314· επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες οπού ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1356· ευλαβής (ενν. ο κυρ Θεοφάνης) φιλοκκλήσιος και εις τον λόγον του στερεός Συναδ., Χρον. 28· β) σκέψη, υπόθεση: πλησίον είναι οι εχθροί και θέλουν μας κουρσεύειν·| αλλά μη τούτο γένειται, καν τολμηρός ο λόγος,| όρισε …| … τινάν πιστόν …| να προμηθεύειται καλώς την σύστασιν του τόπου Αχιλλ. N 644· γ) ερώτηση: ρωτημό ερώτησεν ο ανήρ …: «Αν … ο πατέρας σας ζωντανός; αν είναι εσάς αδερφός;». Και αναγγείλαμε αυτουνού διά στόμα τα λόγια ετούτα Πεντ. Γέν. XLIII 7. 6) Επιχείρημα: παραστήσαι διά λόγων πιθανών ότι τα συμβάντα τῳ Μουράτ ουκ ην αιτία ο βασιλεύς, αλλ’ ο Παγιαζίτ Δούκ. 2317· γράμματα έγραψεν σ’ αυτόν τον βασιλέα| δείχνοντας πως δεν έπταιεν με λόγια ωραία| και με πολλές απόδειξες πως τον συκοφαντούσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1088. 7) α) Εντολή, διαταγή: Πανώρ. Α΄ 376, Πικατ. 505, Διγ. Z 392, Πτωχολ. α 949· έκφρ.: (1) τα δέκα λόγια = οι δέκα εντολές: επαράγγειλεν (ενν. ο Θεός) εσάς να κάμετε τα δέκα λόγια Πεντ. Δευτ. IV 13· (1) χρυσόβουλλος λόγος = είδος αυτοκρατορικού προνομιακού ορισμού (Για το πράγμα βλ. Καραγ., Βυζ. διπλ.2 233 κε.): Τῃ ισχύι και δυνάμει του παρόντος χρυσοβούλλου λόγου της βασιλείας μου καθέξει και νεμηθήσεται η δηλωθείσα σεβασμία μονή τα ανωτέρω Γράμματα Μετεώρ. 58· β) απόφαση: ου παρασάλευσεν εκ την βουλήν τήν είπεν| τον λόγον της τον πρωτινόν ποσώς να μεταθέσει Ιμπ. 321· πολλούς εκρέμασεν (ενν. ο Κούλογλης) άκριτα χωρίς του κατή τον λόγον Συναδ., Χρον. 40. 8) Απειλή, εκφοβισμός: Εμέ δε μόνον βλέποντες (ενν. οι στρατώται) λόγοις ήλπιζον τρώσαι:| «Άφες την κόρην» λέγοντες «και σώσον εαυτόν σου· ειδ’ ου, κερδίσεις θάνατον απείθειαν ως έχων» Διγ. (Trapp) Gr. 2463. 9) α) Μήνυμα,παραγγελία: Του έστειλε λόγον ότι: «ο πατέρας σου σε θέλει να σου ομιλήσει» Χρον. σουλτ. 294· εξαπέστειλεν ο βασιλεύς ο μέγας| … τους δύο λογοθέτας·| κι εκείνοι … του βασιλέως λόγια τον πατριάρχην είπαν Αρσ., Κόπ. διατρ. [141]· (προκ. για επιστολή) Δάκρυα έχυνεν πολλά, παρηγοριάν ουκ είχεν,| στα λόγια τά έπεμπεν σ’ εκείνα ευφραινέτο (έκδ. ευφραίνετο) Σπαν. V 15· β) επιθυμία: της μητρός της ζήτησεν να έβγει από το σπίτι| και προς παραδιάβασιν ελθείν η κόρη είπεν.| Η μήτηρ δεν παρήκουσεν τον λόγον της φιλτάτης Διγ. Z 261· « … να πλαγιάσω με τους γονείς μου και να με θάψεις εις το θαφειό τους». Και είπεν: «Εγώ να κάμω σαν το λόγο σου» Πεντ. Γέν. XLVII 30. 10) Αγόρευση, ρητορεία: Ιστ. πατρ. 1172, Προδρ. III 14· έκφρ. ανήρ λογιών = εύγλωττος: είπε ο Μοσέ προς τον Κύριο: «Παρακαλώ, Κύριε, όχι ανήρ λογιών … ότι βαρύστομος και βαρύγλωσσος εγώ» Πεντ. Έξ. IV 10. 11) α) Διήγηση, εξιστόρηση, αφήγηση γεγονότων: Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 21, 845, Μάρκ., Βουλκ. 3447, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11089, Ηπειρ. 2241· β) πλαστή διήγηση, μήθος: Λόγ. παρηγ. L 748. 12) α) Τμήμα συγγραφής, κεφάλαιο, ενότητα: Διγ. Z 247, 1630· β) (προκ. για νόμο) διάταξη, όρος: να φυλάξετε τα λόγια της διαθήκης ετουτηνής και να κάμετε, για να γνώθετε το όλο ος να κάμετε Πεντ. Δευτ. XXIX 8. 13) (Στον πληθ.) στίχοι τραγουδιών: Τα λόγια του (ενν. του τραγουδιστή) τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,| γραμμένα τα ’χω και συχνιά κλαίγοντας τα διαβάζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 875· Καλά και δεν τον είδαμε, δεν ξεύρομε ποιος είναι,| μ’ από τα λόγια τα ’μορφα κορμίν μεγάλον είναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 886. 14) α) Υπόσχεση, ένορκη διαβεβαίωση: όρκον δεν κρατούσι,| δεν στέκονται στον λόγον τους, σ’ εκείνο που μιλούσι Σταυριν. 1258· είχε λόγον από τον πατέρα του· του είχε ταμένα ότι αυτουνού να δώσει την βασιλείαν … Χρον. σουλτ. 1373· «Μα τον ουράνιον βασιλιά …(παραλ. 1 στ.), ψυχήν, σώμα για λόγου σας να δώκαμεν με θάρρος». (παραλ. 6 στ.) Και οπού τα δάκρυα τους φηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,| τ’ αγρίμια ’ς λίμνην κυνηγά κι εις τα βουνιά ψαρεύγει Απόκοπ.2 263· β) προφορική συμφωνία: λαλεί το δίκαιον ότι ουδέν ένι κρατημένος ο είς του άλλου διά λόγια κατά το κείμενον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 15810· με τον Κα(ζά) Τσικάλε … δεν εποίκα(μεν) τίποτες σασμούς, λόγον είχαμεν μόνον, και ουδέ κείνος εκράτησεν τον λόγον του ουδέ εμείς Μαχ. 28034· γ) όρος: Δούκ. 41728, Διγ. (Trapp) Gr. 93. 15) α) Συζήτηση, συνομιλία: αφότου είπασιν πολλά κι επλήθυναν τα λόγια,| όρισεν ο πρίγκιπας κι ηφέραν το βιβλίον Χρον. Μορ. H 7566· Τούτα τα λόγι’ ας πάψομε κι ας έρθομεν εις άλλο Πανώρ. Γ΄ 327· β) (συν. στον πληθ.) διαπραγματεύσεις, συνεννοήσεις: Διεμηνύσατο … ο βασιλεύς τοις αρχιερεύσι … και τους μετέχοντας εν λόγοις (ενν. της ενώσεως) και ήλθον άπαντες εν Κωνσταντινουπόλει Έκθ. χρον. 610· Οι Γενουβήσοι … δεν εβγατίζουν … ουδέ με τους πολέμους ουδέ με τα λόγια τους Μαχ. 49027· είχαν συχνομηνύματα και λόγους καθεκάστην,| συνεβιβάστην ο Χρυσός μετά του Φερδερίχου Λίβ. Esc. 2255. 16) α) Μάθηση, παιδεία, επιστήμη: Γλυκά, Στ. 12, Θεματογραφία 20· έκφρ. μέτοχος λόγου = κάτοχος γνώσεων, μορφωμένος, επιστήμων: Ανήλθε δε εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο κυρ Μάρκος ο Ξυλοκαράβης, Κωνσταντινουπολίτης και μέτοχος λόγου Έκθ. χρον. 288 (πβ. και αυτ. A 520 μέτοχος φιλοσοφίας)· β) ο νους, η λογική: θέλω σου ’μόσει με ψυχήν καθάρια …| το πως με λόγον και καρδιά … ουδέποτέ μου μετά με, ψυχή μου, να σ’ αρνήθη Φαλιέρ., Ιστ.2 719· τα γράμματα σπουδάζουσι …| να ’ναι εις λόγον φρόνιμοι και εις αξίαν μεγάλοι Φλώρ. 161· γ) (πληθ.) ασκήσεις λογικής (ή και ρητορικής· πβ. και σημασ. 10): Εις λόγους και μαθήματα γύμναζε τον εαυτόν σου| και προκοπή σοι γένηται από των μαθημάτων| και μετά πάντων θαρρικώς δύνασαι συντυχαίνειν Σπαν. B 172. 17) α) Πληροφορία, είδηση: Χειλά, Χρον. 349, Χρον. Μορ. P 3876· Σαρακηνόν ηπάντησαν απέξωθεν τας τέντας| και λόγια τούς ελάλησε μετά πολλής οδύνης Διγ. (Trapp) Esc. 65· β) μαρτυρία: Περί κριτού ότι να είναι εις πάντας συμπαθής και να μην πιστεύει λόγους τινός χωρίς να εξετάζει Βακτ. αρχιερ. 157· ταύτα τα λόγια οπού είπες έχεις μάρτυρες …; Ιστ. πατρ. 16123· γ) μυστικό: όπου εμπιστευθεί σε λόγον,| μη το φαυλίσεις πρόσεχε και μη το φανερώσεις Σπαν. A 391· εκφρ. απόκρυφος, μυστικός λόγος = μυστικό: λόγον τινά απόκρυφον βούλομαι σοι θαρρήσαι Διγ. (Trapp) Gr. 422· κόρη μου, μυστικόν τινά λόγον θέλιο ειπείν σου Διγ. Z 665· δ) κατηγορία, μομφή: υπήγεν εις τον πάπαν και ανήφερεν εις αυτόν λόγους σκληρούς και φοβερούς …, ως ότι οι Ρωμαίοι τον πάπαν έχουν διά αιρετικόν Ιστ. πατρ. 14813. 18) Φήμη: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 61. 19) Προφητεία, πρόβλεψη: έφθασεν η κόρη εις τον δωδέκατον χρόνον κατά τον λόγον οπού προείπεν ο μάντης Διγ. Άνδρ. 3152. 20) Λογοδοσία, απολογία: όταν υπάγει εις τον κριτήν, τι λόγον να λαλήσει; Αλφ. (Μπουμπ.) I 56. 21) Αιτία: Είπον σοι, μάθε, βασιλεύ, τον λόγον και τον τρόπον,| ότι διά θλίψιν έφυγον από τα γονικά μου Βέλθ. 510· Όταν λυπείται άνθρωπος και φανερώνει λόγον,| τότε και το λυπούμενον φεύγει από τ’ εκείνον Διγ. A 2538. 22) Παροιμία: ο λόγος λαλεί: «Κρατεί με ο δυνατός και δέρνει με ο αδύνατος» Μαχ. 25619· εκφρ. δημοτικός, δημώδης, επιχώριος, παλαιός, παροιμιακός, χωρικός λόγος = παροιμία ή παροιμιώδης έκφραση (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 47 και ά. δημοτικός 1 και δημώδης): μία βολά, λέγει ο χωρικός λόγος, επήρε το κουπί τους νερό Σουμμ., Ρεμπελ. 181· Είς λόγος είναι παλαιός κι αληθινό τον κρίνω: «οπ’ αφουκράται κοπελιού γίνεται σαν κι εκείνο» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 967· Η δε των τριών μέθοδος ο της λογιστικής μάντις εστί, καθώς φησίν ο παλαιός λόγος (έκδ. παλαιολόγος· διόρθ. Kriar., BF 3, 1968, 144) Rechenb. 11· επληρώθη … λόγος ο παροιμιακός ον παλαιοί προείπον,| ως έγγιστα του κρείττονος και το κακόν εφύη Βίος Αλ. 608. 23) Παράκληση, δέηση: εζήτησαν βοήθειαν …(παραλ. 1 στ.).Κι η αυθεντιά των Βενετιών …| εδέχθηκε τους λόγους των Κορων., Μπούας 18· εις τον Θεόν εστείλασι λόγον να τους γλυτώσει,| από τα τόσα βάσανα να τους ελευθερώσει Αιτωλ., Μύθ. 1115. 24) Συγκατάθεση: Ο δε βασιλεύς Καντακουζηνός άπαξ αφείς και δόξαν και βασιλείαν … εζήτει παρά του βασλέως λόγον του εξελθείν της Πόλεως και ελθείν εν τῳ Αγίῳ Όρει Δούκ. 712. 25) Λογομαχία, φιλονικία: επράυναν τα λόγια τους κι έβαλάν τους σ’ αγάπην Χρον. Μορ. H 4191· σας παρακαλώ ως φίλους κι αδελφούς μου| να πάψουσιν τα σκάνταλα, η ταραχή, τα λόγια Χρον. Μορ. H 955. 26) Αναθεματισμός: της γραίας μ’ έπιασαν οι λόγοι κι οι κατάρες Γαδ. διήγ. 293. 27) Όρος μαθηματικός: Rechenb. (Vog.) 75. 28) Ο ενσαρκωμένος Χριστός (Για τη σημασ. της λ. ως θεολ. βλ. γενικ. Lampe, Lex.): Συ (ενν. Θεοτόκε) κατά σάρκα τον Θεόν εγέννησας και Λόγον Εις Θεοτ. 17· ο κατελθών εξ ουρανού ως ηθέλησας, Λόγε,| και σαρκοφόρος δι’ εμέ γεγονώς, πλαστουργέ μου Διγ. (Trapp) Esc. 1806. 29) Δικαιολογία: Αν αυτός ο Θεός δεν του το ήθελεν ειπεί (ενν. του Αδάμ), ήθελες έχει λόγον να μου ειπείς ότι εκείνο όπου έδωσεν ο Θεός εξανάκαμέ το Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 58r. Εκφρ. 1) Δυο λόγια = λίγες λέξεις, λίγες κουβέντες: μη το πάρεις σε βαρύ να μου γράψεις και εμένα δυο λόγια Μανολ., Επιστ. 173· Αυτός ο νιος οπ’ αγαπά ας τον παρηγορήσω,| δυο λόγι’ από το στόμα μου να τον καλοψυχίσω Ch. pop. 22. 2) Εκτός λόγου = χωρίς συζήτηση, αναντίρρητα: όταν … ανήρ τέλειος φθάσεις,| τότε λόγον εκτός πόλεμείν τα θηρία Διγ. (Trapp) Gr. 1041. 3) Εξ αέρων λόγος = θεία φώτιση: είς από τους άρχοντας πρακτικός τε και γέρων| πνεύση τον ήλθεν άνωθεν και λόγος εξ αέρων Ριμ. Βελ. 731. 4) Κατά λόγον βλ. κατά Εκφρ. 5) Με λόγια = θεωρητικά, υποθετικά: με λόγια είναι (ενν. οι Ρωμαίοι) χριστιανοί, το έργον γαρ τους λείπει Χρον. Μορ. H 825. 6) Ουδέ λόγος = οπωσδήποτε, αναμφισβήτητα (πβ. το σημερ. ούτε λόγος): Είχεν της κόρης ο κοιτών παρέξω μεσοκήπιν,| του παραδείσου απόκομμαν, της ηδονής κατούναν| και βρύσην της γλυκύτητος να το είπες ουδέ λόγος Λίβ. Sc. 1314. 7) Παλαιός λόγος = παράδοση (πβ. και σημασ. 22): λέγεται γαρ λόγος παλαιός ότι τούτο το μοναστήριον είχεν εισόδημα το τρίτον τον νησίου Χειλά, Χρον. 353. 8) Ο ρέων χύδην λόγος = άποψη που κυκλοφορεί γενικά για κ.: καινότερον συμβαίνει είναι και το ωφέλιμον, εκείνων εν γνώσει των ανθρώπων γεγενημένων, άπερ ο ρέων χύδην λόγος ουκ αληθώς αποφαίνεται Ψευδο-Σφρ. 15013. 9) Το του λόγου = όπως λέει ο λόγος, κατά τη συνηθισμένη έκφραση: μούλαν εκαβαλλίκευσε (παραλ. 1 στ.) και, το του λόγου, πετασθείς έφθασεν εις τον οίκον Διγ. (Trapp) Gr. 871. 10) Υπέρ λόγον = ανυπολόγιστα, σε υπερβολικό βαθμό: παράδεισος ευρέθη (παραλ. 1 στ.) από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284. 11) Χάριν λόγου = για παράδειγμα: γνωρίζω τα λιθάρια,| τα πολύτιμα πετράδια,| χάριν λόγου, σαν διαμάντια,| σαν σμαράγδια Πτωχολ. B 64. Φρ. 1) Αίρω λόγους· βλ. αίρω. 2) Αλλάττω (ή αλλάσσω) (πάλιν) τον λόγον (μου)· βλ. αλλάασω Α΄ 1α φρ. 3) Αναφαίνω λόγους· βλ. αναφαίνω Α φρ. 4) Αποκρίνομαι λόγον· βλ. αποκρίνομαι 1 φρ. 5) βάλλω λόγια· βλ. βάλλω 12 φρ. 6) α) Βάνω λόγια, λόγους·βλ. βάνω 31β φρ.· β) βάνω λόγο στο στόμα κάπ. = καθοδηγώ, υπαγορεύω σε κάπ. τι θα πει: εσυντιάστην ο Κύριος προς τον Βιλεάμ και έβαλεν λόγο στο στόμα τον και είπεν: «Στράφου προς τον Βαλάη και έτσι να συντύχεις» Πεντ. Αρ. XXIII 16. 7) Βαστάζω τον λόγον κάπ.· βλ. βαστάζω I 13. 8) Βαστώ το λόγο κάπ.· βλ. βαστώ (Ι) Ι 15. 9) Βγαίνω από τον λόγον μου = αθετώ την υπόσχεσή μου: ο σουλτάνος τάζει των δουκάδων να παραδοθούνε και να τους δώσει άλλους τόπους με τα χαρτιά στο χέρι και αυτός εβγαίνει από το λόγον του και τους κόφτει το κεφάλι Χρον. σουλτ. 11428. 10) Βγάνω λόγους· βλ. βγάνω 143. 11) Γίνεται λόγος· βλ. γίνομαι 4ι. 12) α) Δίδω λόγον, δίδω λόγον καλόν ή δυο λόγια μειωμένα, δίδω λόγον φοβερόν· βλ. δίδω I Α΄ 7 φρ.· β) δίδω (τον) λόγον = (β1) υπόσχομαι γάμο: Ειπές μου, δεν εδώσετε τον λόγον ανάμεσα σας| και δεν εσταθερώσετε την πίστην της παντρειάς σας …; Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [286]· (β2) διατάζω: ο Αλμερίγος έδωκε λόγο για να κινήσουν,| ν’ αφήσουνε τον πόλεμον κι οπίσω να γυρίσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 425525· Μα ’δωκε λόγο τσ’ εκκλησιές τες φραγκικές ν’ αδειάζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 53915. 13) Εγείρω τον λόγον προς κάπ.· βλ. εγείρω I Α΄ 4. 14) Να μη έναι λόγος, ουκ ένι λόγος, ουκ έχω λόγον = (επιρρ.) «ούτε λόγος», αναμφισβήτητα: Οπόταν βλέπω την μορφήν … την εδικήν σου,| νομίζω εκείνην απατά βλέπω, να μη έναι λόγος Φλώρ. 1250· αν σε θέλω αφηγηθεί το τι έναι τό λυπούμαι (παραλ. 1 στ.), να συμπονέσεις μετ’ εμέν, έξευρε, ουκ ένι λόγος Λίβ. Sc. 2412· Λίβ. Esc. 3594. 15) Ενεργώ λόγον· βλ. ενεργώ A΄ 1 φρ. 16) Έρχομαι εις λόγον, έρχομαι εις λογία· βλ. έρχομαι φρ. 3 και 4α, β. 17) Έχω λόγο μέσα μου = προσέχω, φροντίζω, έχω το νου μου: Στολίζουν τους (ενν. τους άλλους) τα ρούχα σας, στρώνουν τους τ’ άλογά σας| κι έχουν και λόγο μέσα τους μη λέγουν τ’ όνομά σας Απόκοπ.2 174. 18) Μεταδίδωμι λόγους = μιλώ, συζητώ: η μηδέποτε ανδρί αλλοτρίῳ αφθείσα| λόγους νυν μεταδίδωμι όλως μη αιδουμένη Διγ. (Trapp) Gr. 1454. 19) Μοιράζω τον λόγον = μιλώ με σειρά: καθέζονται οι άρχοντες …| να δώσουν λόγον και βουλήν και φρόνεσιν και τάξιν,| τον λόγον να ημεράζουσιν και τάξιν να το λέγουν Βεν. 49. 20) Μπαίνω εις λόγια = α) διχογνωμώ, φιλονικώ: ενέβην εις λόγια ο κύρης σιρ Λούνκεν … με τον κύρην τον Ροκεφόρε Μαχ. 1886· β) μιλώ, συζητώ κ.: καλά ’χεις γροικημένο| το πράμ’ απού σου μίλησα, για κείνο δεν εμπαίνω| τώρα σε λόγια πλιότερα Ερωφ. Β΄ 25. 21) Περνάει ο λόγος μου = εισακούομαι: εδώσανε και άλλα εκατό ρεάλια ενός ανθρώπου του σπιτιού τού … πρεβεδούρου, του οποίου ο λόγος επέρνα καταπολλά εις τον αφέντη Σουμμ., Ρεμπελ. 167. 22) Πιάνω το λόγο ή τα λόγια κάπ. = εισακούω κάπ. (Για τη σημασ. βλ. Κριαρά [Πανώρ. 272]): αν ήθελε να πιάσει| τα λόγια μου, πει τσ’ ήθελα πως κρίμαν είν’ να χάσει| τούτη την καλοριζικιά Πανώρ. Γ΄ 450· Είχαν δε υιούς μέσα εις το σαράγι … εις τιμάς μεγάλας … και διά όνομα αυτών επιάνετον ο λόγος τους εις τον σουλτάνον Ιστ. πατρ. 10216. 23) Πλαταίνω λόγους διά κάπ. = συζητώ εκτενώς για κάπ.: Πλαταίνει λόγους δι’ αυτήν (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην), λέγει διά τον πόθον Φλώρ. 207. 24) Προπέμπομαι λόγον = μιλώ: η κόρη, ως ήκουσεν, ενεός εγεγόνει,| μήτε λόγον προπέμψασθαι μηδόλως δυναμένη,| έμεινε δε στυγνάζουσα επί πολλάς τας ώρας Διγ. (Trapp) Gr. 513. 25) Στέκω ή στέκομαι εις τον λόγον μου = κρατώ την υπόσχεσή μου: τον ηξέρανε ότι ποτέ δεν έστεκε εις τον λόγο του Χρον. σουλτ. 8315· δεν εστάθη εις τον λόγο τον, … μόνε τους έπιασε όλους και τους έκαμε σκλάβους και μέρος απ’ αυτούς έκοψε Χρον. σουλτ. 1242. 26) Στήνω λόγον = κάνω συμφωνία: πέμπω κατά τον λόγον οπού εστήσαμεν ανάμεσόν μας πρότερον, να πέμψομεν δηλονότι εις το Καρπενήσιον τον Αναστάσιον τον υποδιάκονόν μας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 653. 27) Στρέφω λόγο κάπ. = πληροφορώ κάπ. (για κ.): να απεστείλουμε ανθρώπους ομπροστά μας και να καταπατήσουν εμάς την ηγή και να στρέψουν εμάς λόγο τη στράτα ος να ανέβουμε εις αυτήν Πεντ. Δευτ. I 22. 28) Συναίρω λόγον ή λόγους = μιλώ, λέγω: μηνύει (ενν. ο Χαμζάς) τοις ηγεμόσιν τού ελθείν εις αυτόν εις είτε και δύο και συνάραι λόγον μετά Φραντζίσκου Δούκ. 4072· τα χαρτία είδασιν και λόγους εσυνήραν:| «Τι θέλετε; Τι χρήζετε; …» Διήγ. παιδ. 56. 29) Χάνω τα λόγια ή τους λόγους μου = ματαιοπονώ: άνθρωπε, τα λόγια σου χάνεις,| το πράγμα οπού κάμνω ’γώ στον νουν σου δεν το βάνεις Αιτωλ., Μύθ. 879· ήρξατο (ενν. η κόρη), παρακαλεί …|  Ο δε Μαρκίωνος φησίν: «Τους λόγους μόνον χάνεις …» Απολλών. 552. 30) Χοντραίνω εις λογία = ανταλλάσσω άσχημες κουβέντες: ειστόσον εχοντρύναν εις τα λογία και διά να μηδέν συντύχει περίτου, έσυρεν ο σιρ Τζάκες τους λας της συντροφιάς του και ήλθεν εις τον ρήγαν Μαχ. 3205. Η γεν. εν. λόγου έναρθρη ή άναρθρη και με τα κτητ. μου, σου, τον, κ.τ.ό., συχν. με τις προθ. από, διά (για, ογιά), εις, εκ, με, μετά, προς, σε χρ. α) ως περιφραστική προσωπ. αντων. (Για την προέλ. και τη χρ. της βλ. Pern., Neophilologus 8, 1923, 64-7 και Σπυριδ., ΕΜΑ 1, 1939, 43 κε. Η δοτ. στο στ. Προδρ. III 268 λόγω μου να λέγουσι «ρωμάνισε την πόρταν» κατά Pern., Neophilologus 8, 1923 67 αντί γεν. πιθ. από δήθεν αρχαϊσμό): όρισεν και εδώκασιν τον πρίγκιπαν Γουλιάμον| δι’ ευεργεσίαν λόγου του μερίδι του πολέμου Χρον. Μορ. P 7106· Αυτό το θάρρος είν’ τρελόν …,| όποιος το συλλογισθεί, του λόγου του σκοτίζει Ιστ. Βλαχ. 2342· ποτέ από λόγου μου δεν έχουν ’λεημοσύνη Κατζ. Πρόλ. 26· ως άλυσιν τους έπλεξα (ενν. τους στίχους) διά λόγου εδικού σου Ερωτοπ. 161· έσερνε με του λόγου του τριακόσους αρματωμένους Χρον. σουλτ. 532· να λυτρωθώ από λόγου τως δεν το ’λπιζα ποτέ μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 890· β) ως αυτοπαθής αντων.: αυτοί οπού φονεύουν του λόγου τους Βακτ. αρχιερ. 140· Δεν έκλαιγε του λόγου του πως θέλει να πεθάνει,| αλλά διά το βασίλειον πως παντελώς το χάνει Βίος Δημ. Μοσχ. 203· Ο μύθος εις αράθυμον άνθρωπον εξηγάται,| που βλέπει μόν’ του λόγου του και άλλον δεν θυμάται Αιτωλ., Μύθ. 11314· φρ. είμαι διά λόγου μου = είμαι ανεξάρτητος: εάν ο υιός τον ουδέν ένι υπό την εξουσίαν του πατρός του ή της μητρός, αλλά ένι διά λόγου του, ένι έξω απού τα αγαθά του κυρού του και της μητρός του Ασσίζ. 1612.
       
  • λωλιά 
    η, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 46, Θησ. (Foll.) I 136, Γεωργηλ., Θαν. 419, Αλεξ. 1014, Διγ. Άνδρ. 32320· λωλία, Θησ. Γ΄ [236], Διήγ. Αλ. G 28630, 27017, Θεματογραφία 15, Αιτωλ., Μύθ. 8612, 1017, 1335· λουλία, Διήγ. Αλ. V 45.
    Από το επίθ. λωλός. Η λ. στο Somav. (λ. λωλάδα) και σήμ. στη Χίο (Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 43).
    α) Ανοησία, τρέλα: Εκείνοι πως στα σίδερα, σε ξίφη ’κονισμένα,| αύριον για μεν θέλουν βαλθεί μετά πολλής λωλίας Θησ. Ζ΄ [902]· η βασιλεία σου καλά το εγνωρίζει ότι η νεότης κάμνει πολλές λωλιές Διγ. Άνδρ. 36333-34· β) βλακεία, ηλιθιότητα: Τοτε την είδε (ενν. την όρνιθα) χελιδών πως έκαμε λωλία| και τα φειδόπουλά ’θρεφε σαν να ’τανε πουλία Αιτωλ., Μύθ. 1166· Η θλίψη φέρνει λύπησην και ο πόνος αχαρία,| μα στηνχαρα δεν έν’ λωλιά να ’χει κανείς πικρία; Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 154.
       
  • μαλάσσω, 
    Γλυκά, Στ. Β΄ 61, Προδρ. III 330, Λίβ. Sc. 2143, Λίβ. Esc. 3324, Λίβ. N 2957.
    Το αρχ. μαλάσσω. Τ. μαλάζω και σήμ. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.) και στην Κρήτη.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Κάνω κ. εύπλαστο: το σίδερο όνταν είν’ πυρό, ο μάστορας το κάνει,| μά ’στερα δε μαλάσσεται ποσώς, ωσάν κρυγιάνει Πανώρ. Δ΄ 68. 2) Δουλεύω με το χέρι κ. ανοιγοκλείνοντας την παλάμη και τα δάκτυλά μου: Τα έντερα της γης … κοπάνισον ... και τριμμένον λιβάνιν ΄… και όξος και μάλαξέ τα και θέτε τα με το πανίν εις το μέτωπον Σταφ., Ιατροσ. 7200· με τα χορτάρια εκάτεχε (ενν. η μάισσα), σαν τα ’θελε μαλάξει| να κάμει τ’ άσπρο μελανό Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 893. 3) (Μεταφ.) ανακινώ στο νου, σκέπτομαι κ. : η ψυχή και το κορμί και η όρεξις αλλάσσει| και μπαίνει εισμιό εις λογισμόν και θάνατον μαλάσσει Δεφ., Λόγ. 186. 4) Πιάνω με τα δάκτυλα κ.: μαλάσσω (ενν. την παλαμίδα) και τσιμπώ την| μυρίζομαι την, βλέπω την, εις όρεξιν με φέρνει Προδρ. III 216αα χφ g., κριτ. υπ. 5) Χαϊδεύω (ερωτικά): δεν δύνεται στο φυσικόν (ενν. ο γέρος), μόνον εις τες λουλάδες| φιλεί, τζιμπά, μαλάσσει την (ενν. την κόρη) και κάμνει μελανάδες Περί γέρ. 86· Η πολιτική τον κόπελον …(παραλ. 1 στ.) φιλεί, περιλαμπάνει τον, στα στήθη τον μαλάσσει Σαχλ. N 265. 6) Μαλάσσοντας ανακουφίζω: Εις φλεγμονήν … μαλακτικά να το μαζώξ(ει) να το μαλάξει. Να πάρει την φλεγμονήν Ιατροσ. κώδ. τνή 7) (Προκ. για οπλισμό) κρατώ, χειρίζομαι: Τα έργα των ελευθέρων ανδρών είναι να μαλάσσουν σκουτάρια και κοντάρια, όχι πετσία και μαλλία Θεματογραφία 15· μαλάξας ως τοξότης … εξετάνυσε το τόξον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ 81. 8) α) Ηρεμώ, γαληνεύω κ.: ήπασχε με τα λόγια να μαλάξει| τη γνώμη του πασά Λεηλ. Παροικ. 119· β) ημερεύω, δαμάζω: ουκ ηδυνήθη (ενν. ο Έρως) δράκοντος σκληράν μαλάξαι γνώμην Καλλίμ. 513. Β´ (Αμτβ.) μαλακώνω, γίνομαι εύκαμπτος: τ’ αψή και τ’ άφτιαστο σίδερον, δεν μαλάσει| αν δεν τον βάλουσι αχαμνό άλλο να συγκεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [261]. ΙI. (Μέσ.) ηρεμώ, καταπραΰνομαι: την ακατάπαυστον οργήν και τον δαρμόν τον τόσον,| τόν ήξευρες της δέσποινας ημών, …| κατέπαυσεν, ησύχασεν, έπεσεν, εμαλάχθην Καλλίμ. 2131.
       
  • μεγαλείον 
    το, Γλυκά, Στ. 234, Ωροσκ. 4211, Καναν. 69Β, Αιτωλ., Βοηβ. 368· μεγαλειό, Τζαμπλάκ. 95 (έκδ. μεγαλεία· διορθώσ.), Θησ. Ε΄ [504] (έκδ. μεγαλείο· διορθώσ.), Δεφ., Λόγ. 617· μεγαλείο(ν), Διγ. (Trapp) Gr. 1139, Διγ. Z 1474, Παρασπ., Βάρν. C 466, Χούμνου, Κοσμογ. 419, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390, 448, Εγκ. αγ. Δημ. 10651.
    Το ουδ. του αρχ. επιθ. μεγαλείος ως ουσ. Η χρ. ήδη μτγν. (Βλ. και Θαβώρ., Ουσιαστ. 51). Ο τ. μεγαλείο και σήμ., ενώ ο τ. μεγαλειό πιθ. από μετρ. αν.
    1) α) Μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα· (ηθική) ανωτερότητα: Φθόνον και ζήλον φέρνει σε, υιέ, το μεγαλείον Φλώρ. 1143· Τρία καλά είχασι παλαιά οι Έλληνες: γνώσιν, αφεντίαν και μεγαλείον, που ακολουθεί τα δύο τούτα Θεματογραφία 15· το μεγαλείον αυτείνης (ενν. της παρθενίας) ποίος να μη θαυμάσει Ιστ. Βλαχ. 1954· β) (συν. στον πληθ.) μεγάλα, θαυμαστά έργα: Τις να μην θαυμάσει του Θεού τα μεγαλεία Διγ. Άνδρ. 34510· τα μεγαλεία| τα άπειρα τά γίνονται καθ’ εκάστην ημέραν| παρά Κυρίου Απολλών. 847. 2) Εκδήλωση υπεροχής ή αλαζονείας: για τον φόβον του Θεού φεύγει την αδικίαν,| τα μεγαλεία, την έπαρσιν και την κενοδοξίαν, (παραλ. 3 στίχ.)| και κάμνει πράξεις αγαθές Πένθ. θαν.2 355.
       
  • μέμψις —η  
    η, Ερμον. Ω 54, Θεματογραφία 10· μέψη, Κυπρ. ερωτ. 554.
    Το αρχ. ουσ. μέμψις. Για το σχηματ. του τ. διάβ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 199. Η λ. ως νομ. [= διαμαρτυρία, δικαίωμα διαμαρτυρίας, «προσβολή» (διαθήκης)] στον Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1253, Β΄ 26, 9, Ε΄ 37, 61, 920, κ.α.· βλ. και Du Cange.
    1) Μομφή, κατηγορία, ψόγος: Αχέλ. 153, Βίος Αλ. 2724, Πουλολ. (Τσαβαρή) 20. 2) Ντροπή, όνειδος: στες αλεπούδες διάβηκε (ενν. η αλεπού) τες άλλες να ʼρμηνεύσει| να κόψουν τες ουράδες τους, να λείψ’ αυτή η μέμψη,| ότ’ είναι μέλος άσχημον και πράγμα που δεν πρέπει Αιτωλ., Μύθ. 74. 3) α) Ελάττωμα, κουσούρι: ο τσουκαλάς έχει μεγάλην άδειαν| και κάμνει αγγεία εύμορφα … (παραλ. 1 στ.) και δεν ευρίσκεται κανείς και μέμψιν να του θέσει Γεωργηλ., Θαν. 247· β) ψεγάδι (προσώπου): τες τόσες ομορφιές το πρόσωπό σου| ήθελεν δίχως μέψην συγκεράσει Κυπρ. ερωτ. 8614.
       
  • ξανακαινουργιώνω,  
    Μορεζίν., Λόγ. 470, Κατζ. Δ΄ 56· ξανακαινουργώνω, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1141], Χριστ. διδασκ. 50, 258, 437.
    Από το επίρρ. ξανά και το καινουργιώνω. Το μέσ. ξανακαινουργώνομαι σε εγγρ. του 16.αι. (Λάμπρ., ΝΕ 13, 1916, 473). Τ. ξανακινουρκώννω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 457, λ. αξανακαινουργιόννω, Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. Β. 4213β). Η λ. στο Βλάχ. και στο Γόρδιος, Περί Μωάμ. 36614.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Επαναφέρω κ. στην προηγούμενή του κατάσταση, αποκαθιστώ: άνθρωπε, ... σπούδασον να ξανακαινουργιώσεις την φθαρείσαν υπό της κακίας εικόνα τον Αδάμ Πηγά, Χρυσοπ. 189(59)· β) (εδώ συνεκδ. προκ. για βασιλιά) αποκαθιστώ το κύρος, την ισχύ του (πβ. ΠΔ Βασ. Α΄ ια΄ 14): Ας υπάμεν εις την Γαβαά και εκεί θέλομεν ξανακαινουργώσει τον βασιλέα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 187v· γ) κάνω να αποκτήσει κ. την πρώτη του ακμή, δόξα· (εδώ για χώρα): να την λυτρώσει (ενν. την Κρήτη)| ο Θεός και με πολλήν τιμήν να ξανακαινουργιώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 13419· δ) (προκ. για γνώσεις, σοφία), αξιοποιώ και βελτιώνω: όσον ευρίσκετε διδάσκαλον, μανθάνετε διά να ξανακαινουργώσετε την παλαιάν σοφίαν Θεματογραφία 16. 2) Εκσυγχρονίζω, βελτιώνω· αναπροσαρμόζω: ήλθε ο μέγας Κωνσταντίνος ο βασιλεύς και εξανακαινούργωσε τον νόμον τον βασιλικόν των Ρομάνων Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 180v. 3) α) Κάνω να αναβιώσει κ., ανανεώνω: Είδα μεγάλες φαντασιές ...| Την παλιωμένην ελπίδα μας μου ξανακαινουργώνουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [916]· ωσάν να ήτον νέον το πάθος, έτσι μου το ξανακαινουργώνει (ενν. η φαντασία) Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 108· ενθυμώντας τα (ενν. τα περασμένα κακά) τινάς, ξανακαινουργώνει με την μνήμην τα τραύματα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 134· β) (προκ. για συμφωνία, συνθηκολόγηση) συνάπτω εκ νέου: ετοιμάσαντες δωρεάς και χαρίσματα και αποκρισαρίους ψηφίσαντες να υπάγουσι να ξανακαινουργιώσωσι την αγάπην οπού τότε εχάλασαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 129. 4) (Μεταφ.) κάνω κ. πιο έντονο, τονώνω: Τούτα τα λόγια τα γλυκιά μού ξανακαινουργιώνου| τσι λογισμούς και πλιότερα στον πόθο με σκλαβώνου Ερωφ. Ιντ. α΄ 109. 5) α) Αναπλάθω, επαναλαμβάνω: τ’ Αμύντα το μεγάλο| και πρικιαμένον ξόμπλι| σ’ εμέ τον ίδιον τώρα| τα ξανακαινουργώνω·| τον εμαυτόν μου θέλω να σκοτώσω Πιστ. βοσκ. V 5, 401· β) (προκ. για υπόσχεση, όρκο) διακηρύσσω εκ νέου, επαναλαμβάνω: Γιαύτος, καλά δεν ήτονε σωσμένος| μες στον ναό, όντα ήρθε| να ξανακαινουργώσει| το τάσσιμον εκείνο του θανάτου Πιστ. βοσκ. V 6, 236. 6) Ανανεώνω (πνευματικά), αναμορφώνω: γύρεψεν (ενν. ο Τίτος) εκείνον απού ήλθεν εις την γην και εξανακαινούργιωσε την ανθρωπότητα διά του πάθους και της αναστάσεώς του Μορεζίν., Λόγ. 470· μας ξανακαινουργώνει από παιδία οπού είμαστε φυσικά της κατάρας Χριστ. διδασκ. 144. 7) Ανοικοδομώ (κατοικία), ξαναχτίζω: να ξανακαινουργώσουσι (ενν. οι Τούρκοι) τα σπίτια Τζάνε, Κρ. πόλ. 2536. 8) Επιχειρώ εκ νέου, ξαναρχίζω: ο Τουμούτμπεης ελογίαζε να ξανακαινουργώσει πόλεμον με τους Τούρκους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 421. 9) (Προκ. για την τύχη) προδιαγράφω και πάλι (ευτυχές) το μέλλον κάπ.· αλλάζω (προς το καλύτερο) το ριζικό κάπ.: Στα δυο τως τούτα (ενν. τα παιδιά) η τύχη μου με καλοριζικεύγει| και ξανακαινουργιώνει με κι εισέ χαρές μ’ οδεύγει Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 520. Α´ Αμτβ. 1) Γίνομαι πάλι νέος, ξανανιώνω: Τούτο το γέρο πα να βρω λοιπό να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Α΄ 278· τούτος ο όφης ..., όταν γεράσει και θελήσει να ξανακαινουργώσει, ... υπάγει εισέ στενώματα και εντριμώνεται απόκει και μένει το δερμάτι του και αυτός ξανακαινουργώνεται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 60r. 2) (Μεταφ.) αναγεννώμαι· γνωρίζω πάλι ευημερία και δόξα: μου ’δωκε εισέ καιρούς να ’χω καημόν και πόνο,| να καίγομαι και να χαλώ, να ξανακαινουργιώνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 1806. 3) (Μεταφ.) αποκτώ την προηγούμενη ένταση, δύναμη: Χίλιες απού τα μάτια τση (ενν. της Πανώριας) φωτιές επεταχτήκα (παραλ. 1 στ.) κι εξανακαινουργιώσασι πάραυτας οι καημοί μου Πανώρ. Α΄ 333. IΙ. Μέσ. 1) Γίνομαι πάλι νέος, ξανανιώνω: υπάγει (ενν. ο όφης) εισέ στενώματα και εντριμώνεται απόκει και μένει το δερμάτι του και αυτός ξανακαινουργώνεται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 60r. 2) Ανανεώνομαι (πνευματικά), αναμορφώνομαι: να ξανακαινουργώνομάσθε περισσότερον πάντα καθημέραν εις την εικόνα του Θεού Χριστ. διδασκ. 325· Να ξανακαινουργώνεσθε εις το πνεύμα του νοός σας και να εντυθείτε τον καινούργιον άνθρωπον οπού εκτίσθη κατά τον Θεόν με δικαιοσύνην και οσιότητα της αληθείας Χριστ. διδασκ. 100. 3) (Μεταφ.) αποκτώ την προηγούμενη ένταση, δύναμη: Ν’ ακούσει τούτα η Αρετή εδάρθηκεν ομπρός τση| κι εξανακαινουργιώθηκεν ο πόνος ο παλιός τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 820.
       
  • ξεκοκκινίζω, (II), 
    Θεματογραφία 10 (αν δεν πρόκειται για το ξεκοκκινίζω I).
    Από το στερ. ξε— και το κοκκινίζω. Για τη λ. βλ. και Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 237 = Κριαρ., Μεσαιων. Μελετ. Ά́ 615. Η λ. και σήμ.
    Χάνω το κόκκινο χρώμα που είχα, γίνομαι χλομός: εξεκοκκίνισα κι εχλόμιανα την ώραν Θησ. Í́ [755].
       
  • ξεχωριστός, 
    επίθ., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 75, Λίμπον. Αφ. 12· εξεχώριστος, Θεματογραφία 10· εξεχωριστός, Αχιλλ. L 1244· συγκριτ. ξεχωριστότερος, Χριστ. διδασκ. 327.
    Από το ξεχωρίζω. Η λ. στο Du Cange (λ. ξεχωρίζειν) και σήμ.
    1) α) Ξεχωρισμένος, ιδιαίτερος, χωριστός: Όχι άλλος ο Πατήρ και άλλος ο Υιός και άλλος το Πνεύμα το άγιον, αλλ’ ένας Θεός αυτοί οι τρεις ... ώσπερ ουδ’ ο ήλιος έναι ξεχωριστός απ’ αυτόν, και λέγομέν τον τρισυπόστατον, έτσι ουδέ την αγίαν Τριάδα χωρίζομεν από την ενότητα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 21r· β) αποχωρισμένος, απομακρυσμένος: μ’ απήτις αποθάνω, μη μου πάρει (ενν. ο χάρος)| να ζω σ’ εκείνην κιας με την ψυχήν μου| ξεχωριστή ʼκ τα μέλη τα δικά μου Πιστ. βοσκ. V 3, 97. 2) Χωριστός, μεμονωμένος: τσι φίλους τσι καλούς και τσι πιστούς κρατούσι| σε δυο κορμιά ξεχωριστά με μια ψυχή πως ζούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 110· η αγία ετούτη εκκλησία ούτε εις τόπους, ουδέ εις πρόσωπα ξεχωριστά χωρίζεται, αμή εις όλον τον κόσμον είναι διεσπαρμένη Χριστ. διδασκ. 115· θέλεις ιδεί ακόμη ένα βουνί τζιμαρόλον και δείχνει σου από μακρέα ωσά ξεχωριστόν Πορτολ. B 5812· 3) (Μεταφ., προκ. για χώρα) μόνος, που δεν έχει συμμάχους: Πάντα σμικτές οι βασιλειές κάλλιά ’ναι φυλαμένες| και μόνιες και ξεχωριστές πέφτου οι πολεμημένες Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 42. 4) Διαφορετικός: μόνον αυτό ήτον με κεραμίδια και ουχί δεύτερον· και ως το είδεν ο σουλτάνος, ότι ήτον ξεχωριστόν μοναχόν, ερώτησε τους γέροντας της χώρας «τι έναι αυτό το μοναχόν οσπίτιον ...;» Ιστ. πατρ. 13716. 5) Σημαντικός, ιδιαίτερος: Διότι είναι το ξεχωριστότερον μέρος της ευχαριστίας εκείνης οπού είμαστε χρεώσται του Θεού Χριστ. διδασκ. 327. 6) α) Που διακρίνεται, που ξεχωρίζει: εφαίνουνταν (ενν. οι Αθηναίοι) ξεχωριστοί με πολιάν γηραίοι| και με τα σκιάδια τα ψηλά και εδείχνασιν ωραίοι Λίμπον. Επίλ. 77· β) (για πράγματα ή τόπο): τα εντεληνοπροστέληνα και η κεφαλαρέα| κόκκινα συρματένα ʼσαν, ξεχωριστά του κόσμου| με τα χρουσά αετόπουλα και τα χρουσά λεοντάρια Αχιλλ. L 805· το χωριό ερήμαξεν, τες εκκλησιές του ρίκτει,| οπού ʼτονε ξεχωριστόν ετούτο εις την Κρήτην Τζάνε, Κρ. πόλ. 23416. 7) (Μεταφ.) εξαίρετος, εκλεκτός: Καλά και μυριοχάριτο τον ήκαμεν η φύση| κι εφάνηκε ξεχωριστός σ’ Ανατολή και Δύση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 548· ας ειν’ η τζόγια ολόχρουση και πλούσα πλια παρ’ άλλη| σαν ειν’ κι αυτή (ενν. η θυγατέρα) ξεχωριστή και απ’ όλους τως μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1352· Ηράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστό από τσ’ άλλους,| ʼποπανωθιό ʼς τσι φρόνιμους, πρώτος εις τσι μεγάλους Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 29· (εδώ σε προσωποπ.): Τότ’ ένας εκ τους ποντικούς ξεχωριστός απ’ όλους επήγεν εις το σπίτι του ...| και τον υιόν του έκραξε να ʼλθει να πολεμήσει Ζήνου, Βατραχ. 411· το θηλ. ως ουσ. = εκλεκτή, εξαιρετική γυναίκα: ας έλθει, ας κλάψει και ας δαρθεί, ας δει την εξεχωριστήν του κόσμου·| ως ήλιος εκείτετον η κόρη στο κρεβάτιν Αχιλλ. L 1244. 8) (Με την πρόθ. εις + αιτιατ.) που διακρίνεται σε κ.: Αντρέας είχε τ’ όνομα, Κορνάρος η γενιά του,| στη φρόνεση ξεχωριστός κι εις τα καμώματά του Τζάνε, Κρ. πόλ. 4436· εσένα θέλουσιν οι φρόνιμοι πως να ʼσαι| στη διάκριση ξεχωριστός κι απ’ όλους μαρτυράσαι Τζάνε, Κρ. πόλ. 14426· (εδώ σε προσωποπ.): μαχαίρι στους Αγαρηνούς, της αρχοντιάς στολίδι,| στη φρόνευση ξεχωριστή (ενν. η Βενετία) και στερεό στασίδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 56722. 9) α) Εξαιρετικός, θαυμαστός· (εδώ σε μεταφ.): Και θρέφεις (ενν. έρωτα) και κρατείς σ’ αυτόν τον τόπον| θεριό ξεχωριστό κι εξαίσιο πλήσια| στην βλέψη των θεών και των ανθρώπων Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ́ [26]· β) εξαιρετικός, μοναδικός: Είναι λοιπόν η μακαρίαν παρθένος μία νεφέλη φωτεινή, ξεχωριστή και πολλά διαφορετική από όλα τα νέφη Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407· γ) εξαιρετικός, πολύ μεγάλος: ξεχωριστή ʼναι η δύναμη και φημιστή η αντρεία σας Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 39· ανδραγαθίας έκαμεν ξεχωριστές στον κόσμον Αχιλλ. L 1225.
       
  • ολιγοστεύω,  
    Χρον. σουλτ. 1253, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 413· λιγοστεύω, Θησ. Έ́ [104], Ή́ [887], Αιτωλ., Μύθ. 2014· ολιγοστεύγω, Πεντ. Έξ. V 8, 11, 19, XII 4, XXX 15, Λευιτ. XXV 16, XXVII 18, Αρ. XXXIII 54, XXXV 8, XXXVI 4, Δευτ. XIII 1.
    Από το επίθ. ολιγοστός και την κατάλ. ‑εύω. Ο τ. λιγοστεύω στο Somav., όπου και τ. λιγοστεύγω, και σήμ. Η λ. στο Somav. (λ. λιγοστεύω) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., όπου και τ. ελιγοστεύω).
    Ά́ Μτβ. 1) α) Ελαττώνω, μειώνω (σε αριθμό, ποσότητα ή ένταση): να αποστείλω εις εσάς το αγρίμι του χωραφιού και να ατεκνέψει εσάς και να γλοθρέψει το χτήνο σας και να ολιγοστέψει (έκδ. ολιγοστρέψει· διορθώσ.) εσάς και να αφανιάσουν οι στράτες σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 22· οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, ... να πέσει απάνω τους να τους κόψει και ούτως ήθελεν ολιγοστέψει την δύναμιν του Σελίμ Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· Διότι το να δείχνει τινάς εις τους ανθρώπους τα κατά Θεόν έργα του ... την μέν γαρ προθυμίαν του αποκόπτει με την υπερηφάνειαν, τον δέ μισθόν ολιγοστεύει με τους επαίνους των ανθρώπων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 111· τον πολύ να πληθύνεις την κλερονομιά του και τον ολίγο να ολιγοστέψεις την κλερονομιά του Πεντ. Αρ. XXVI 54· Δώσε τους υπομονήν και δύναμιν και ολιγόστευσε τες θλίψες οπού έχουσι Χριστ. διδασκ. 440· β) (προκ. για χρόνο) μειώνω σε διάρκεια, συντομεύω: εάν ολιγοστεύσει (ενν. ο πνευματικός πατήρ) των επιτιμίων τον χρόνον, δεν έναι άξιον ... να έχει κατάκρισιν Μαλαξός, Νομοκ. 410. 2) Αφαιρώ μέρος από κ.: μη προσμίξετε ιπί το πράμα ος εγώ παραγγέλνω εσάς και μη ολιγοστέψετε από αυτό· να φυλάξετε τις παραγγειλές του Κύριου του Θεού σας ος εγώ παραγγέλνω εσάς Πεντ. Δευτ. IV 2. 3) Στερώ, αποστερώ: αν του υιού του να την αρραβωνιάσει, σαν την κρίση των θεγατέρων να κάμει αυτεινής· αν άλλη να πάρει αυτουνού, τη θροφή της, τη φορεσιά της και την ώρα της να μην ολιγοστέψει Πεντ. Έξ. XXI 10. Β́ Αμτβ. 1) α) Ελαττώνομαι, μειώνομαι (σε αριθμό, ποσότητα ή ένταση): συχνώς πολεμούμενοι οι τα μέρη ταύτα οικούντες χριστιανοί ολιγόστεψαν πολλά παρά εις άλλον τόπον και πολλά κάστρη και χώρες ερημώθησαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 254· τώρα ... ούτε στούδια ούτε σοφία ούτε άλλο τι αυξαίνεται εις τόπους τούτους και το γένος ολιγοστεύει Ροδινός (Βαλ.) 106· όλα τα πράγματα, όταν ξοδιάζονται, λιγοστεύουσι: και στάμενα και καρποί και ρούχα Θεματογραφία 20· όταν δεν βρέξει, … περισσές ξηραίνονται (ενν. ελαίαι), διότι και τα νερά οπού τες ποτίζουσιν ολιγοστεύουσιν υπό της ανομβρίας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 171· Αρκίτας ο πανέμνοστος εγνώριζεν ατός του| πως πάντα ελιγόστευε η δύναμις απ’ αύτον| και χωρίς λάθος έβλεπεν ότ’ ήτον του θανάτου Θησ. Í́ [163]· β) (εδώ προκ. για συναίσθημα): πότ’ έχουν φόβον μέσα τους και πότε λιγοστεύει Θησ. Ζ́ [1137]. 2) Ελαττώνομαι ως προς κ.· (εδώ) ανακουφίζομαι: Ευεργεσία να έδωκαν θεοί ...| να είδ’ αυτό το πρόσωπον τ’ όμορφον και ωραίον (παραλ. 1 στ.) κι αν τύχει ’πέ τους πόνους μου δαμί να λιγοστέψω Θησ. Γ́ [828]. 3) Αφαιρούμαι (από ένα σύνολο): να ολιγοστέψει η κλερονομιά τους από την κλερονομιά των γονεών μας και να προσμίξει ιπί κλερονομιά του σκήφτρου Πεντ. Αρ. XXXVI 3. 4) (Μεταφ., προκ. για την ψυχή) χάνω τις δυνάμεις μου: Το τι να ποίσω γαρ ουαί, ψυχή μου λιγοστεύει| και η καρδία στο κούφος μου όλη καταχωνεύει Θησ. Γ΄ [797]. Τριτοπρόσ. σε ιδιάζ. χρ., προκ. να δηλωθεί η μικρότερη ανάγκη σε μάννα των ολιγομελών οικογενειών των Εβραίων σε αντίθεση με τις πολυμελείς· πβ. συναγάγητε ... κατά αριθμόν ψυχών ... και συνέλεξαν ό το πολύ και ό το έλαττον ΠΔ Έξ. XVI 17): έκαμαν έτσι τα παιδιά του Ισραέλ και εμάζωξαν (ενν. το ψωμί) οπού πληθαίνει και οπού ολιγοστεύγει Πεντ. Έξ. XVI17· εμέτρησαν με το μέτρο και δεν επέρσεψεν οπού πληθαίνει και οπού ολιγοστεύγει δεν έλειψεν Πεντ. Έξ. XVI18.
       
  • πετρίτικος, 
    επίθ.
    Από το ουσ. πέτρα και την κατάλ. ‑ίτικος. Η λ. στο Somav.
    1) Πέτρινος: δεν πιστεύει| Θεόν που ’δώκεν του Μωσή τους νόμους γεγραμμένους| στες πλάκες τες πετρίτικες και τους δεδοξασμένους Προσοψάς, Δράμα γενν. Τυφλού 822. 2) (Μεταφ.) ασυγκίνητος, αναίσθητος: Δεν ημπορώ (ενν. εγώ ο διδάσκαλος) να σας μαλώνω κάθε ημέραν και να σας δέρνω σαν να είστεν γαδάροι, ..., και εσείς να είστε πετρίτικοι, μηδέ καν λόγους γροικάτε και μηδέ διά εντροπήν σας κόφτει, μήτε διά τιμήν Θεματογραφία 11.
       
  • πετσί(ο)ν 
    το, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 325, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 638, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 109, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 721 κριτ. υπ., 821 κριτ. υπ., 836 κριτ. υπ., Διήγ. Αλ. G 27217, Θεματογραφία 15, Ψευδο-Σφρ. 54019 [= Πρόστ. Ανδρ. Γ́ 21927]· πετσί, Ασσίζ. 4339, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 5811, Πεντ. Έξ. XXII 26, Άσμα Μάλτ. 63, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 7120, 12411, Άλ. Κύπρ. 389, Στάθ. (Martini) Ά 180, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 716· πετσίν, Προδρ. (Eideneier) IV 144, Ασσίζ. 18028, Σπανός (Eideneier) D 407, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 635, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 515, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 122, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 5910, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2017, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 93· πληθ. πετσά, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 272· γεν. πληθ. πετσιώ, Ολόκαλος 68.
    Από το υποκορ. *πεσκίον του μτγν. ουσ. πέσκος το (Κοραή, Άτ. Ά 94, λ. πετζοτήν· βλ. επίσης Georgac., The -ιτσ- suffixes 28) ή ιταλ. pezzo (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 396). Βλ. και Spadaro, RSBS 3 [Misc. Pertusi III] 75-76, Spadaro, Riv. Stor. Calabr. 373-395, Kahane, Sprache 559. Ο τ. πετσί στο Βλάχ. (πετζί) και σήμ. Ο τ. πετσίν στο Meursius (πετζίν, λ. πετζίον) και σήμ. ιδιώμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πετσί(ν)). Τ. πιτσί σήμ. ιδιωμ. (Δημητρίου, Λεξ. Σάμ.). Η λ. στο Meursius (πετζίον).
    1) Δέρμα (ζώου ή ανθρώπου): Καυχάτον ο κροκόδειλος διά την ευγενείαν,| πως είναι ζώον θαυμαστόν από καλήν γενίαν.| Η αλεπού ’ποκρίθη τον: «φαίνεσ’ ακ το πετσί σου·| πάντοτε είσαι σαν λωβός, πομπή να ’χει η τιμή σου!» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 95· μηδέ σου δώσω τσι ξυλιές κείνες που σου τοκάρου,| και το πετσί σου γνάψω το σα να ’τονε γαϊδάρου Φορτουν. (Vinc.) Ά 114· (σε μεταφ.): γιατί γυναίκες έχουσι κι αυτοί σαν τη δική μου| και τον καημό μου γνώθουσι χωσμένοι στο πετσί μου Στάθ. (Martini) Γ́ 410· (σε κατάρα): Ω ξυλογούργουρε και αγριομούστακε (ενν. σπανέ), γραίας πετσίν, άγωμε στ’ ανάθεμα πάλιν, παντέρημε Σπανός (Eideneier) A 7· (σε παροιμ.· για τη σημασ. βλ. Spadaro, RSBS 3 [Misc. Pertusi III] 75): Πουλίτσι’ α θέλεις να γυρεύεις και πτερωτά διώκειν,| πολλά πετσία να κόψεις και ανέμους να κερδέσεις Ημερολ. 56· (πλεοναστικά): και των Ελλήνων τους θεούς πολλά τους καταργίζω,| γιατ’ είναι είδωλα κωφά, ...,| έργα χειρών ανθρώπινων χωρίς πετσί και δέρμα Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 288. 2) α) Κατεργασμένο δέρμα ζώου: Και αποκάτου από τούτο το γιοφύρι έκαμε και εκάμαν του ένα κουντούτο από πετσία, οπού έδιδε το νερόν εις όλην την χώραν ευρύχωρα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 224r· οι Τούρκοι απόξω εκάμνασι κάποιους πύργους ξύλινους και τους εντύσανε με πετσία, διά να μην τουσε κάψει η φωτία Χρον. σουλτ. 7922· β) (συνεκδ.) β1) υποδήματα φτιαγμένα από δέρμα: Ου θέλουν εις το σπίτιν μου λινάριν και βαμβάκιν,| βαψίματα, ραψίματα, πετσώματα, πετσία,| αλεστικόν, φουρνιατικόν, βαλανικόν, σαπώνιν ...; Προδρ. (Eideneier) II 36· θέλουν να δοξάζονται με τα ψευδή στολίδια,|με τα πετσιά όπου φορούν άπαντες εις τους πόδας,| με τα μαλλιά και δέρματα αλπούδων τε και λύκων Διγ. A 4730· β2) περγαμηνή: Πάτερ, πετσίν ουδέν έχω, να ανάβω να αγοράσω| και μελανίτσιν ολιγόν, και τώρα για οπού φθάνω Προδρ. (Eideneier) IV 440. 3) Φλοιός, φλούδα: αγριαγγουρέας ρίζαν, στύψιν και καλακάνθιν ή ελαίας πετσίν και δαφνόλαιον ... δος πιείν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 928.
       
  • ρούχον 
    το, Προδρ. (Eideneier)2 Ά 53, Β́ 86, Γ́ 162, Ασσίζ. 13415, 16023, 19019, 23-24, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1391, 2537, 5196, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121, 180, 271, Φλώρ. 116, 143, Λίβ. διασκευή α 387, 539, Ιμπ. 446, 465, 648, Βουστρ. (Κεχ.) 2614, 2308, 10, 11, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 396 κριτ. υπ., 432 κριτ. υπ., 445 κριτ. υπ., 490 κριτ. υπ., Λίβ. Va 352, 464, 817, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1915, 772, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1816, 763, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 234, 417, Zygomalas, Synopsis 137 Α 92 τρις, 149 Β 42 τρις, 252 Ν 48, κ.α., Μορεζ., Κλίνη φ. 32v, 316v, Εγκ. αγ. Δημ. 111212, 112246, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 17029, 22820-21, 30, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168v, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ί 10, κζ́ 28, Πράξ. ί 30, Παύλ. Τιμ. Ά β́ 9, κ.α.· ρούχο(ν), Τρωικά 52329, 5323, Σπαν. (Ζώρ.) V 626, Σπανός (Eideneier) Β 111, Χρον. Μορ. H 1617, 2197, 2200, κ.α., Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 124, 397, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 72, 181, Αχιλλ. (Smith) N 1181, 1620, Χρον. Τόκκων 144, 604, 655, Μαχ. 1227, 5014, 6763, Γεωργηλ., Θαν. 58, 279, Απόκοπ.2 231, 402, Δεφ., Λόγ. 137, Δεφ., Σωσ. 196, 210, Κακοπ. 21, 66, 72, Αχέλ. 1148, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 236, Χρον. σουλτ. 6524, 8815, 10627, Πανώρ.2 Αφ. 43, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 194, 4488, κ.α., Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ μετά στ. 120, 144, Παλαμήδ., Βοηβ. 178, Διγ. Άνδρ. 34626, 37833, 34, Στάθ. (Martini) Ά 54, Β́ 37, 315, Γ́ 396, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 318, Λεηλ. Παροικ. 248, 340, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 302, 2981, Διακρούσ. (Κακλ.) 958, κ.α.· ρούχο, Διγ. A 4091, Θησ. Β́ [793], Δ́ [515], Έ [217, 8], Αλεξ.2 956, 1035, 1369, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 435, 592, 2621, κ.α., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 78r, 167v, 243r, Πεντ. Γέν. IX 23, Έξ. XXII 25, Λευιτ. VIII 30, Αρ. IV 12, Δευτερ. X 18, κ.π.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 21, 578, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 435, 449, 631, Διαθ. 17. αι. 798, 184, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 378, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1101], Φορτουν. (Vinc.) Ά 133, Β́ 374, Γ́ 87, É 29, Διγ. O 2054, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1935, 1963, 22223, κ.α.· γεν. πληθ. ρουχώ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 420· γεν. πληθ. ρουχών, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 722, 912, 14212, κ.α., Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρου Καθ. Επ. Ά γ́ 3.
    Από το υστλατ. roccus (Du Cange, Lat., Niermeyer, Med. Lat. Lex.· βλ. Αλεξ. Στ., Γλωσσ. Μελετ. II 83-84 και Ελλην. 33, 1981, 451, καθώς και Κοραή, Άτ. Ά 174). Λιγότερο πιθ. η ετυμ. από σλαβ. ruho (Meyer, NS II 55, Ανδρ., Λεξ., και Georgac., The -ιτσ- suffixes 114). Ο πληθ. ρούχα τον 6. αι. (TLG). Ο τ. ρούχο σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Σισανίου (Πανταζόπ.) 7239, 41, 7546, 828, κ.α.) και σήμ. Η λ. σε σχόλ. (TLG), τον 11. αι. (LBG), στον Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. 1433, 14712, 19516 κ.α., στο Meursius (λ. ρουχίον), και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 773).
    1) α) (Γενικ.) κάθε είδος ενδύματος, ρούχο: Ειδέ και ιδεί (ενν. ο αβουκάτος) τον άνθρωπον πτωχόν τσιγαρισμένον,| με ρούχον να φορεί κακόν, πλέον εμπαλωμένον| λέγει από τούτον τον πτωχόν, ουδέν έχω να κερδίσω Σαχλ., Αφήγ. 409· Λατινικά τα ρούχα της υπήρχαν της ωραίας,| ολόχρυσα και αναβατά, πλήρης ωραιωμένα Λίβ. Va 1983· έπαρε ... διά του λόγου σου ολίγα χρήματα διά την τροφήν σου και ρούχον διά την ενδυμασίαν σου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8219· Ήτον του ρήγα τ’ Αναπλιού ο γιος ο κανακάρης,| και σαν αϊτός επέτετο στ’ άλογο καβαλάρης·| με νερατζάτα κι αργυρά ρούχά ’τονε ντυμένος,| νέος εικοσιδυό χρονών ομορφοκαμωμένος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 167· και εμπάλωσες το ρούχον σου μετά λινόν πανίτσιν,| φορείς το και κατάσαρκα και ουκ έχεις να το αλλάξεις Πουλολ. (Τσαβαρή)2 181· Της γαρ εορτής των Χριστού γενεθλίων ελθούσης άπαντας τους υπ’ αυτόν όρισεν ο βασιλεύς χρυσά ρούχα φορέσαι τα κρείττονα ων είχον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 629 κριτ. υπ.· Εάν τις ξεγυμνώσει τινά και πάρει τα ρούχα του, και από ψύχραν αποθάνει, εις τα ρούχα ως κλέπτης διπλά πληρώνει Zygomalas, Synopsis 194 Z 2 δις· (εδώ προκ. για τον χιτώνα του Ιησού· βλ. και ΚΔ Ιω. 19, 23): Και παρευθύς ο Χριστός τον έντυσεν (ενν. τον βοσκό) το ποκάμισο εκείνο οπού του ήλθε από τους ουρανούς την νύκταν εκείνην οπού εγεννήθη. Και ήτον τόσο μεγάλο ώσπερ έκανε χρεία, και τούτο ήτον εκείνο το ρούχο οπού λέγει ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής οπού δεν είχεν καμίαν ραφήν, και απάνω εις αυτό είχεν πέσει η δύναμις του Θεού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 111v· (εδώ προκ. για την εσθήτα της Παναγίας): εις τον ναόν της υπεραγίας Θεοτόκου τον εν Βλαχέρναις ... ήτονε η τιμία ζώνη και το άγιον ρούχον της υπεραγίας Θεοτόκου, το οποίον ετίμουν όλοι με μεγάλην ευλάβειαν, επειδή το κορμίν της επάρθηκε την τρίτην ημέραν από της κοιμήσεώς της και μόνον το ρούχον έμεινεν εις τον τάφον της και η ζώνη της Μορεζ., Κλίνη φ. 316r δις· (εδώ σε παρομοίωση): Κι εγώ οχ το ξόμπλι μιας ’μορφης από μικρή είχα μάθει| την τέχνην να πορεύομαι στου έρωτος τα πάθη (παραλ. 2 στ.) Πάσα γυναίκα μού ’λεγε στους ποθητούς θα κάνει| σαν εις τα ρούχα τ’ ακριβά, όσους μπορεί να πιάνει,| για να ’χει πάντα περισσούς, και μ’ ένα την καρδιάν της,| να θεραπεύει με χαρές, κατά την πεθυμιάν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [818]· (εδώ μεταφ.) Σαν κοπελιά ήσφαλες κι εσύ κι εβάλθης να μιλήσεις| του Ρώκριτου, μα ’σάζεται το σφάλμα, σαν τ’ αφήσεις·| μόνο μην πάγει παραμπρός το σφάλμα το δικό σου| κι αν ήπεσες, παιδάκι μου, ’γείρου γοργό, σηκώσου·| λίγο αν ανεμουρδώθηκε το ρούχο, πάστρεψέ το,| το πράμαν οπού εδάνεισες γιάγειρε κι έπαρέ το Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1113· (μαύρα ρούχα ως σύμβολο πένθους, θλίψης): έτυχε και απέρασε (ενν. ο Θησέος) εκ τον ναόν εκείνον| οπού ’σαν οι βαριόμοιρες της Αχαΐας γυναίκες,| ’δυρόμενες μετά κλαυθμών και με θλιμμένον ήθος (παραλ. 6 στ.) Με ρούχα μαύρα λυπηρά, γεμάτες και την θλίψιν Θησ. Β́ [263]· Τα μαύρα ρούχα εβγάλασι, μην πα οι κακοί να πούσι| του βασιλιού, πως στη χαρά θλίψη του προμηνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1311· (άσπρα ρούχα ως σύμβολο αγνότητας, καθαρότητας ψυχής): είδα αποκάτω εις το θυσιαστήριον τας ψυχάς εκεινών οπού εσφάγηκαν διά τον Λόγον του Θεού ... τους εδόθηκαν πασαένα ρούχα άσπρα, και τους ελαλήθη να αναπαυθούσιν ακόμη ολίγον καιρόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. Απ. Ϛ́ 11· β) ένδυμα ηγεμόνα ή αξιωματούχου, στολή: μέγαν κοντόσταβλον αυτόν (ενν. ο βασιλεύς τον κόντον) έστεψεν βασιλειάς του| και ρούχα τον εφόρεσε βασιλικά εδικά του| και το ραβδίν του έδωσεν εις το δεξιόν του χέριν Χρον. Τόκκων 2141· Αυτά τα ρούχα που φορείς έβγαλε, και στολίσου| τα ρούχα τα βασιλικά, για να σε προσκυνήσου| οι στρατηγοί κι η χώρα μας κι όλα τα έθνη ομάδι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 183, 184· γ) ιερατικό άμφιο, ράσο: Ο δε πατριάρχης εβλέποντα τους … εχθρούς αυτού, ότι θέλουν να τον κατακυριεύσουν με τα ψέματα, δεν είχε τι να κάμει διά να φανεί η αλήθεια … Εξ ανάγκης και νόμου μετάθεσις γίνεται. Και έτσι εσηκώθη και εσταμάτησεν ορθός μέσα εις την μέσιν του πλήθους του λαού, και εσήκωσε τες άκρες των ρουχών αυτού οπού εφόριε, και έδειξε την σάρκαν αυτού εις όλον τον λαόν Ιστ. πατρ. 10922·· «Πατριάρχη, ... ειπέ των παπάδων σου· αν έχουν ρούχα εις τας εκκλησίας τας εδικές σας, οπού είναι της τάξης σας και τα φορείτε ... επάρετέ τα και τας εκκλησίας σφαλίσετε, ότι θέλομε να τες κάμομε καθώς ορίζει ο φεϊτιφάς και ο ορισμός του βασιλέως» Ιστ. πατρ. 16110· δ) μανδύας πάνω από το θώρακα πολεμιστή: απάνω στο λωρίκιον λαμπρόν εφόρει (ενν. η Μαξιμώ) ρούχον,| πολύτιμον και θαυμαστόν διά λιθομαργάρων Διγ. A 3740. 2) Ύφασμα: δύο κρεβάτια στολισμένα με δυο τραμπάκες από ρούχον μπροκαδέλον, ήγουν χρυσοϋφαμένον Μπερτολδίνος 110· έκαμεν (ενν. ο βασιλεύς) να της κάμουν (ενν. της Μαρκόλφας) μίαν καρπέταν από ρούχον φίνον Μπερτολδίνος 111. 3) (Στον πληθ.) α) περιουσιακά αντικείμενα αξίας· υπάρχοντα, περιουσία: Οι δε Ρωμαίοι, όπου λέγουσιν ότι εις Χριστόν πιστεύουν,| όσον σε ομνύει πλειότερον κι όρκους σε αφιερώνει,| τόσον σε μηχανεύεται διά να σε απεργώσει,| να επάρει από τα ρούχα σου ή να σε θανατώσει Χρον. Μορ. H 1255· Εις τις Κορφοίς εγώ έσωσα πλούσιους πολλά περίσσα,| αιφνίδιως εξεπέσασιν ’ς Τούρκους· αιχμαλωτίσα,| εκάψασι τα σπίτια τους, με ρούχα που βρεθήκα·| λάδια, κρασία και στάμενα εισμιό αφανιστήκα Βεντράμ., Φιλ. 345· Εγώ βούλομαι να υπάγω εις τον τόπον μου, ότι εβαρέθηκα πολύ την ξενιτείαν, και θέλω να ιδώ και τους εδικούς μου, διατί δεν τους είδα πολύν καιρόν. Αμή αν έναι και υπάγω, πλέον να μην ξεβώ από τον τόπον μου και από τα ρούχα μου, μόνον εκεί να είμαι όσον να αποθάνω Θεματογραφία 16· Και τότε εδιαλαλήθη εις όλην την Πόλιν μάχη και τσαούσηδες απέστειλεν (ενν. ο σουλτάν Σελίμης) εις όλα τα κάστρη αυτού ότι πως έκαμε μάχη μετά των Βενετίκων και όπου αν τύχει Βενέτικος άνθρωπος να τον εβάλουν εις φυλακήν και τα ρούχα του να γίνονται αυθεντικά Κώδ. Χρονογρ. 518· Λοιπόν ήμπε και Δικέβριος και τους σεισμούς συχνιάζει| και λέγαμεν τα σπίτια μας πασένας να τ’ αδειάζει| εκ τους περίσσους τους σεισμούς μεν πέσου και χαλάσου| ανθρώποι για να σκοτωθού και ρούχα τους να χάσου Διήγ. ωραιότ. 146· β) στρωσίδια, κλινοσκεπάσματα: Κι ευθύ τον χρόνον βλέπω τον το χέρι του απλώνει| και εις του δράκου με σπουδή το στόμα με αμπώνει.| Κι εγώ αχ την περίστασιν και συντριβήν οπού ’χα,| ετρόμαξα κι εξύπνισα κι εκάθισα στα ρούχα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 94· Και τόσον ήτον φιλόξενος (ενν. ο Παπασίδερης) ότι δεν έλειπαν φίλοι να τον έλθουν πάσα ημέρα, Χριστιανοί, Τούρκοι, Κοϊνάροι, Ογύφτοι, δύο και τρεις φορές να βάνει τραπέζι την ημέραν, … να τους φαγοποτίσει … και το βράδυ όλους να σκεπάσει και να τους συμμολόξει, και αδέν έφταναν ρούχα, να εβγάλει το φερετζέν του να τους σκεπάσει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 51v· (μεταφ.): Ω θαυμαστή και αγία κλίνη ετούτη (δηλ. η Παρθένος Μαρία) ... αντίς ρούχα έχει το Πνεύμα το Άγιον απού την ερδίνιασεν ... και έστρωσέν τηνε τα χαρίσματά του και ήκαμέν τηνε αξίαν εις την υποδοχήν του Υιού και Λόγου του Θεού Μορεζ., Κλίνη φ. 10v· (εδώ προκ. για το σεντόνι που στρώνεται στο εσωτερικό του φέρετρου): Όταν επαγαίνασιν οι άγιοι Απόστολοι και εσηκώνασι το κλινίδιον με το αγιότατον σώμα της Δεσποίνης ... πέμπουσιν (ενν. οι άθεοι Ιουδαίοι) έναν Ιουδαίον ... να αμπώσει το κλινίδιον εκείνον να το ρίξει ... Θαύμα παράδοξον, επόμειναν και τα δύο χέρια κομμένα απού τες φόλισες και κολλημένα εκεί κρεμαστά εις το ρούχον εκείνον του κραβάτου Μορεζ., Κλίνη φ. 127r· γ) εμπορεύματα: Είχασι ... συνήθειαν οι γιανίτσαροι, όταν έκαναν νέον βασιλέα ... να κάνουσι διαρπαγήν όλα τα ρούχα των ξένων πραγματευτάδων όπου και αν ήσαν εις τους τόπους της βασιλείας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 331· έκλαιον από τες στράτες Τούρκοι, Ρωμαίοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και πάσα άλλη φυλή, κλαίγοντες και βοώντες μεγάλῃ τῃ φωνῄ «το πιτ παζάρι καίεται και το πεζεστένι». Και έτρεχαν οι ελεεινοί πραγματευταί εις τα εργαστήρια αυτών, να γλυτώσουν από τα ρούχα της πραγματείας αυτών Ιστ. πατρ. 17420· δ) λάφυρα, λεία: επεζεύσαν και επήγαν και εκουρσεύσαν την χώραν, και επήραν ρούχα και λαόν πολλύν, και εφέραν τα εις τα ξύλα τους Μαχ. 13221· Και απέζευσεν ο ρήγας και όλοι οι καβαλλάρηδες και οι παρούνηδες εις την γην, και τα κάτεργα εγυρίσαν εις την Αμόχουστον και εξηφορτώσαν τα ρούχα, και αποαρματώσαν όλα τα ξύλα Μαχ. 1546· ε) σύνολο αντικειμένων, εργαλείων που χρειάζονται για την εκτέλεση μιας εργασίας: Ήρξατο γαρ απεντεύθεν, και ήφερεν εις τούτο το μοναστήριον τα προς οικοδομήν εργαλεία ο αυτός Κυπαρισιώτης, βαρέαν, σκαπέτια, φθυάρια, μανάρας, χαλκώματα ... και άλλα ρούχα της χρείας του Χειλά, Χρον. 351. Φρ. 1) Ντύνω κάπ. το ουράνιον ρούχο = βαπτίζω (βλ. και Lampe, Lex., λ. ένδυμα 2f): Ειρήνην την ενόμασαν, όταν την εβαπτίσαν,| το ρούχο το ουράνιον, οπόταν την εντύσαν Διγ. O 68. 2) Ξεσκίζω τα ρούχα μου, βλ. Επιτομή, ά. ξεσχίζω I 1α. 3) Πολεμώ εις τα ρούχα μου απάνω, βλ. ά. πολεμώ Φρ 20. 4) Υπαγαίνω εις τα ρούχα κάπ. = επιτίθεμαι στις κτήσεις κάπ.: Και μοναύτα έπεψεν (ενν. ο ρήγας) έναν κάτεργον με τον σιρ Πιέρ τε Λεβάτ ... να πάγει εις την Κωνσταντινόπολιν να ποίσει νώσιν του κούντη τε Σαβογία, να έλθει να πάσιν εις τα ρούχα του σουλτάνου Μαχ. 1662.
       
  • σείω, 
    Διγ. (Trapp) Gr. 2491, Διγ. Z 2935, Ιατροσ. κώδ. τζ́, τθ́, Λίβ. διασκευή α 452 κριτ. υπ., Διήγ. Αλ. G 28925, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1286, Χρον. 314 δις, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42· σείζω, Κυπρ. ερωτ. 7728· σειω, Λίβ. Va 402, Απόκοπ.2 48, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1907, Γ́ 1121, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [901], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16613, 18216, 33316, 5173· σω, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 302, Αλεξ.2 1983, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 647, Σκλάβ. 208, Μορεζ., Κλίνη 222r, Πανώρ.2 Έ 193, 273, Πιστ. βοσκ. II 1, 74, IV 2, 24, Διήγ. ωραιότ. 932· μέσ. σειούμαι — σειέμαι, Σπαν. (Ζώρ.) V 387, 628, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 17, Αλεξ.2 1384, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 766, Θρ. Κύπρ. M 722, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 8826.
    Το αρχ. σείω. Ο τ. σείζω (<αόρ. έσεισα, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 276, κατά τα ρ. σε ‑ζω, Μενάρδ., Αθ. 37 (1925), 72-73, Χατζ., Λεξ., Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 420, βλ. όμως και Μηνάς, Μελ. Νεοελλ. Διαλ. Β′ 434) σε έγγρ. του 16. αι. (Κακ.-Πάνου, Κυπρ. πεζ. λόγ. 164), στο Meursius (σίζουνται, λ. σίζειν) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ., λ. σούζω και σείζω, Χατζ., Λεξ., Φαρμακ., Γλωσσάρ., Μενάρδ., Αθ. 37, 1925, 72)· πβ. τ. σούζω σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex. στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ. λ. σούζω) και τ. σείγω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. σειω/(σειούμαι), από το σείω με συνίζ. και καταβιβ. του τόνου (Jannaris, Hist. Gramm. 155 ιδ. 155c, Μηνάς, Πεπρ. ΣΤ′ ΔΚρ.Σ 443), στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. (Βλαστού, Συνών.2). Ο τ. σω/(σούμαι) (<σειω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ 319, λ. σ’ω· για το σχηματ. των σεις, σει, κλπ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 159, Jannaris, Hist. Gramm. 148, 702) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ 319 λ. σ’ω, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. σούμαι, σω-(σείω), Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ.)· πβ. και μτχ. ενεστ. θηλ. σούσα στην Πάρο (Παπαδόπουλος, Αθ. 97, 1925, 186), προστ. σε (=σείε, Δετοράκης, Κρητολ. 1, 1975, 144) και σου (=σείου, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ 319 λ. σ’ω) σε κρητ. παροιμ. Ο τ. σειέμαι (με συνίζ.) και σήμ. λαϊκ. κυρίως στη φρ. σειέμαι και λυγιέμαι. Τ. σείνω σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.· πβ. και σείννω, Andr., Lex. στη λ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.) και λαϊκ. (Βλαστού, Συνών.2, λ. σειω), όπως και μτχ. ενεστ. σεινάμενος στην έκφρ. σεινάμενος κουνάμενος. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.
    I. (Ενεργ.) 1) α) Κουνώ κ. (πέρα-δώθε, μπρος-πίσω, δεξιά-αριστερά): Ορνεοσ. αγρ. 5387· μέτρον καλόν και πατημένον και σεισμένον και οπού να χύνεται θέλουν σας δώσει Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. Ϛ́ 38· (προκ. για την κίνηση των χεριών σε ρίξιμο ζαριών, βλ. και Κουκ., ΒΒΠ τ. Α2 198): συμβουλεύω σε τα ζάρια να μισήσεις,| και δι’ αυτά την χείρα σου ποτέ να μη την σείσεις Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 119· άσκημα σει την χέραν του, ρίκτει τα σαν ψημένος (ενν. τα ζάρια) Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 194 κριτ. υπ. χφ M· β) κραδαίνω (βλ. και φρ. 1): Των δε Αράβων τα άρματα ήσαν σαΐτες και μακροκόνταρα, τα οποία σείοντάς τα εις το χέρι, τα έριχναν, και ήρχοντο ίσα εις τον άνθρωπον ώσπερ να ήτον σαΐτα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 399· εδώ σε μεταφ.: Και να ένι τις καν δόκιμος, να έχει ψυχήν θρασείαν (παραλ. 2 στ.) και αποκοτήσει ως άγουρος και επιλαλήσει μέγα,| και σείσει το κοντάριν του και ειπεί το αλί σ’ αλί σε,| και καταβεί ώσπερ λέγουσιν τινές εις το πεδίον,| και λέξει «πράγματα πολλά ... Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 490. 2) α) Δονώ, τραντάζω κ.: Βίος Αλ. 4372, Βίος Αλ. 450· Της μίνας δίνουνε φωτιά κι η χώρα όλη εσείστη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16524· β) προκ. για σεισμό: Σκλάβ. 17, Σκλάβ. 210· πώς σει ο άνεμος την γην και του καιρού οι τρόποι Σκλάβ. 208· τσ’ ανέμους κάνω και κινού, τη θάλασσα φουσκώνω| και σειω τη γη, όντε μου φανεί, μ’ ένα μου λόγο μόνο Πανώρ. Ά 376· εδώ απρόσ.: Byz. Kleinchron. Á 834· γ) (μεταφ.) κλονίζω: Τα λόγια της επίβουλης γνωρίζω πως μου ’σείσαν,| την γνώμην μου, και την καρδιάν λιγάκι την κουνήσαν.| Κι αν στην αγάπην μοναχά ήμουνα θηρεμένος,| στην πίστιν μου την σήμερον έμεινα νικημένος Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1201]. 3) Προκ. για κινήσεις μελών του σώματος ανθρώπων και ζώων α) για έκφραση συναισθημάτων και διαθέσεων (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Α2 95-96): σείοντας τα χείρας μου ήρχουμουν εις την τένταν. Η δε κόρη ωσάν με είδεν μοναχόν, εβγήκεν με πολλήν χαράν και εσυναπάντησε με Διγ. Άνδρ. 37819· Αλλά την σκύλα, καλά και αν την δείρεις και αν την διώξεις και πάλιν να την κράξεις, παρευτύς τα αλησμονά όλα και έρχεται και σείει και την ουράν της και περιχαίρεταί σε Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Δ́ 2245· μεγαλομουστακάτε (ενν. ποντικέ), τι μου σεις το μουστάκιν σου …; Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 128· (προκ. για το χέρι, το δάχτυλο ή το κεφάλι) κουνώ απειλητικά, αποδοκιμαστικά (πβ. και αρχ. κάρα σείειν αλλά και σήμ.): και είδα ακόμη ότι έσειε το χέριν του (ενν. ο Ιγνάτιος) και φοβερίζοντας τον βασιλέα είπε· δέξου τέκνον της ασεβείας Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9710· εσήκωσε τον δάκτυλόν του (ενν. ο Κωνσταντίνος) και έσεισεν και εφοβέρισέν τον (ενν. τον αμιράν), καθώς το έχουσιν αυτοί συνήθειαν Διγ. Άνδρ. 32024· φεύγοντας εγύρισεν πάλι και φοβερίζει| τον Κωνσταντίνον, κι ήρχισεν με λόγια να υβρίζει.| Το δάκτυλό του έσειενε, εκούνιεν το κεφάλι. «Αύριο, του λέγει, θέλει ’δεις και συ μεγάλη ζάλη» Διγ. O 283· ο βασιλεύς ... έσεισε το κεφάλι,| με πάσαν μανιότητα και με φωνήν μεγάλη.| Λέγει τον: «Τούτο που ζητάς, κάμε να το κατέχεις,| εις όσα αν παρακαλείς, μόνον τον κόπον έχεις Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 51· η αλουπού έσεισε το κεφάλι| και λέγει προς τον γάδαρον με μάνητα μεγάλη:| «Τι τσαμπουνίζεις, γάδαρε, και τι στραβοκωλίζεις,| και τι ’ν’ αυτά τα ψέματα, και τι ’ναι τά σαλίζεις;» Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 343· Εμπαίνοντας ο Ιησούς στο Γιεροσολυμάκι| την κεφαλήν του έσεισε κι εστάθηκε δαμάκι.| Λέγει: «Του ανθρώπου τον υιό θέλουσι παραδώσει,| γδύσει και τυραννήσει τον, φτύξει και σφακελώσει,| και εις το ’στερο σταυρώνουν τον Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2881· εδώ σε έκφρ. απελπισίας: οι άρχοντες ετρόμαξαν, έσεισαν κεφαλάς των Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 246· τα μεν γράμματα έβλεπα και τάχα ανάγνωσά τα,| και εσείουν το κεφάλιν μου να μη και εμέναν ούτως| καταδικάσει ο φοβερός ο ποθοερωτοκράτωρ Λίβ. διασκευή α 452· β) κάνω νεύμα σε κάπ.: ο Πέτρος εστέκετον και εκτύπαν. Και ωσάν άνοιξαν και τον είδαν, εξεπλάγησαν. Και με το χέρι του τους έσεισε να σωπάσουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιβ 17. 4) Κουνώ κ. ή κάπ. από τη θέση του, μετακινώ, μετατοπίζω: Τον τράγον λέγει αλεπού: «Άκουσε πώς να βγούμεν (παραλ. 1 στ.) Τους μπροστινούς τους πόδας σου κάμε να ακουμπήσεις,| έμορφα ’λόρτος στάθησε, προσέχου μην τους σείσεις,| κι εγώ από των ώμων σου ...| εύκολα έξω απηδώ Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 48· δένουσι φορτία βαρέα και δυσκολοσήκωτα (ενν. οι Φαρισαίοι)· και βάνουν τα εις τους νώμους των ανθρώπων, αμή αυτοί δεν θέλουν ουδέ με το δάκτυλόν τους να τα σείσουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κγ́ 4· Ωιμέ, τι πέσιμον βαρύ, δεν ημπορώ εις κανένα| τρόπον να σείσω το κορμίν, ν’ ασηκωθώ, οϊμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1274]· είχε σείσει πέτραν μεγάλην και μ’ αυτήν το στόμα της (ενν. της σπηλιάς) να κλείσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [987]· (προκ. για μονομαχία (συν. κονταρομαχία) εφίππων): φραγκίτσης πολύ ωραιωτικός, έμορφος στρατιώτης| απέσω ήλθεν πιλαλητά να δώσει κοδαρέας (παραλ. 1 στ.) και ο Πάντουρκλος τον πιλαλεί, κρούει τον κονδαρίαν,| ουδέ αυτός τον έσεισεν ποσώς απέ την σέλαν Αχιλλ. (Smith) O 652· αποτολμά και δώκεν τον στο στήθος κονταρέαν (ενν. ο στρατιώτης τον Αχιλλέαν)·| καθόλου δεν τον έσεισεν απάνω από την σέλαν,| αλλ’ ως αδάμας ήστεκεν ασάλευτος στην σέλαν Αχιλλ. L 1006· Μετά πολλής δυνάμεως εδώκασιν οι δύο| με τα σπαθία τα φρικτά, στα έλμα τους απάνω.| Και μερτικόν εκόψασι, τινάς ουδέν εσείστη,| άνω εκ των ίππων τους, εστέκαν ως την πέτραν. Θησ. Ή [723]· σε παροιμ. (πβ. το αρχ.: συν Αθηνᾴ και χείρα κίνει, βλ. και Δετοράκης, Κρητολ. 1, 1975, 144): Ο Θεός ... θέλει γεμίσει και τους μαθητάδες μας πολλήν και μεγάλην γνώσιν, την οποίαν παίρνομεν με κόπον από τα μαθήματα, διατί λέγει και η παροιμία: Άγιε Γεώργιε, βοήθα μου· και σείε και συ τον πόδα σου. Διά τούτο ημέραν και νύκτα διαβάζετε τα μαθήματά σας Θεματογραφία 11. 5) Απομακρύνω (βλ. και διασείω): αφήνει την κερά Μαρού, την γυναίκαν του (ενν. ο κυρ Γεώργης) εις το πράμαν του οπού έχει και ποσενδέρει την σήμερον ... κερά και κομεσαρέα, να μη μπορεί τινάς να σείσει, να τη διασείσει, αμέ να κάθεται, ν’ αναθρέψει και να γοβερνάρει το παιδί όπου έχει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1408· Το ποιον (ενν. χωράφι) το Σίργιακον να το ’χει της εξουσίας της (ενν. η αδελφή του) παντοτινόν αιωνίως, να το κάμει ως θέλει και ως βούλεται, και τινάς να μη μπορεί και κανένα καιρό απού το μέρος του να σείσει, ουδέ να τη διασείσει εις εκείνον τον τόπον Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1606. ΙI. (Μέσ.) 1) Κουνιέμαι: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2773, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 332· Και κάποιες βολές είδαν τινές οπού εσειέτον ο σταυρός οπού εκρέμετον επάνω από την αγίαν τράπεζαν και εσειέτον απαγάλλια αγάλια, όταν ύψωνε τον άγιον άρτον, σημαδεύοντας με τούτο την επισκίασιν του αγίου πνεύματος Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11010, 11· Πνεύματα ουρανικά χαριτωμένα,| οπού δίχως βουλήν και θέλημά σας| δε σειέται κύμα στον γιαλόν ουδένα Πιστ. βοσκ. V 5, 385· προκ. για κ. που έχει χάσει τη σταθερότητά του: Περί σειομένης οδόντας Ιατροσ. κώδ. ͵αιά· Εις οδόντας να σείουνται διά να στερεωθούν και να ασπρίσουν Ιατροσ. κώδ. τκβ́. 2) α) Τρέμω: εσύ το ήξευρες, είχα στερρά δυνάμη,| και τώρα σείομαι, θωρείς, σα σειέται το καλάμι Αλεξ.2 1384 δις· Κυρά μου, όταν σε θυμηθώ και βάλω σε στον νουν μου,| κλονίζεται η καρδίτσα μου και σειέται σαν το φύλλον Ερωτοπ. 576· β) δονούμαι, τραντάζομαι: Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κζ́ 51· Κλάψε, ουρανέ μου, σήμερο, για λόγου μου θρηνήσου,| κι η Κρήτης η ’κατόμπολη, για όνομά μου σείσου,| να πέσου τα καμπαναριά, τους Τούρκους να πλακώσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56414· Ν’ αστράφτει ο κόσμος με βροντές και να παρακουνιέται,| η Κρήτης και το πέλαος δίχως αφρούς να σειέται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33316· παρευθύς τῃ ῴρα εκείνῃ έπαυσεν ο τάφος της βασιλίσσης και πλέον δεν εσείετον, διότι εσυγχωρήθη και ελυτρώθη εκ του δεσμού της κολάσεως Χρον. 314· μεταφ. προκ. για εκδήλωση έντονων συναισθημάτων, πχ. θυμού: όταν ελθείς στο σπίτι σου οπού έναι θεοργισμένον,| έχεις πικρίαν γουν πολλήν και σειέσαι αγριωμένος·| όλον φαρμάκιν στέκεσαι ωσάν κακός ο όφης Σπαν. (Ζώρ.) V 628. 3) Συγκλονίζομαι, αναστατώνομαι (ψυχικά): το πρόσωπον αν είδες,| εσείσθης όλην σου ψυχήν, όλην σου την καρδίαν·| απλώς την κόρην άγαλμα της Αφροδίτης είπες| και πάσης άλλης ηδονής όσας ο νους συμπλέκει Καλλίμ. 818. Φρ. 1) Σείω τα δόρατα προς κάπ. (βλ. και κινώ, Φρ. 3) = επιτίθεμαι σε κάπ.: Ημείς δε ουχ ως δορκάδες ή πτώκες εις τους υπεναντίους φανούμεν, αλλ’ ως λέοντες επεισπηδήσωμεν και αμεταστρεπτί τα δόρατα εις αυτούς σείσωμεν ευστόχως Δούκ. 19116. 2) Σείω τα μανίκια/το μανίκιν, βλ. Επιτομή μανίκιον 2 φρ. 3) Σείομαι και λυγίζομαι, βλ. λυγίζω ΙΙ2 Φρ. — Βλ. και σήθω.
       
  • σκοτώνω, 
    Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 268, Καλλίμ. 485, 564, 1094, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 113, 366, 872, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7262, 7263, Ερμον. Ε 187, Κ 246, Υ 261, κ.α., Χρον. Μορ. H 632, Χρον. Μορ. P 3280, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1057, Σαχλ., Αφήγ. 234, Λίβ. Esc. 3920, Αχιλλ. (Smith) N 1119, 1571, Χρον. Τόκκων 2561, 3255, Παρασπ., Βάρν. C 201, Θησ. Β́ [674], Γ́ [42], Ί́ [941], Βουστρ. (Κεχ.) 12816‑17, κ.α., Λιβ. Va 1209, 3611, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 86, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5094, Συναξ. γυν. 100, 215, 247, 250, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 713, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 314, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6410, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1422, 161, 2512, Αχέλ. 1947, 2495, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 235, Χρον. σουλτ. 6417, 1429, Πανώρ.2 Β́ 459, 520, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 546, Πιστ. βοσκ. IV 7, 71, Διγ. Άνδρ. 36729, 37117, 4012, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4713, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 598, κ.α., Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 6127, κ.α., Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 342, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [110], Γ́ [44], Έ́ [1125], Φορτουν. (Vinc.) Β́ 260, Δ́ 148, Δ́ 220, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 15, 107, Δ́ 373, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2003, κ.α., Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15322, 26, κ.π.α.· μτχ. ενεστ. σκοτώνων, Χρον. Μορ. H 4851· σκοτώννω, Φυσιολ. 37124, 3732, Μαχ. 1214, 46427, 6429, κ.α., Θρ. Κύπρ. M 229, 688, 691· προστ. ?σκότου, Hist. imp. (Iadevaia) I 972.
    Από το αρχ. σκοτόω (Ανδρ., Λεξ.)· βλ. και σκοτώ (ΙΙ). Ο τ. σκοτώννω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 788, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Η λ. στο Meursius (σκοτώνειν), σε επιστ. του 15. αι. (Lefort, Documents 166, 1728), σε έγγρ. του 16. αι. (Μαράς, Κατάστιχο 149 Γ́ 28610), σε κείμ. του 18. (Ιστορ. Αθέσθη 872, Βενέρης, Χρ. Κρ. 1, 1912, 394, Ιατροσόφ. 18. αι. 148, 165) και του 19. αι. (Οικονόμου, Δωδώνη Ζ́, 1978, 260), και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) Αφαιρώ τη ζωή κάπ. (κυρίως με βίαιο τρόπο), θανατώνω, φονεύω: να τηνε φαρμακέψει ή να βάλει να τηνε σκοτώσουν Μορεζ., Κλίνη φ. 241v· Εφόνευσεν ο Λίβιστρος, εσκότωσεν την γραίαν Λίβ. διασκευή α 4068· εκεί ’πεψαν τον δούλον τους διά να με σκοτώσει,| γυμνόν βαστάνει το σπαθίν να μ’ αποκεφαλίσει Απολλών. (Κεχ.) 726· Περί εκείνου του ανθρώπου οπού απηδά άλλου να τον δέρει ή να τον σκοτώσει Ασσίζ. 20431· (με σύστ. αντικ.): ότι σκοτωμό να τον σκοτώσεις, το χέρι σου να είναι εις αυτόν, εις την αρχή να τον θανατώσεις και χέρι ολουνού του λαού ύστερα Πεντ. Δευτ. XIII 10· (σε αναδίπλωση): και όλους τους αζάπηδες ...| εσκότωσαν και εκόψασιν, εφθείρασιν ως πάχνην Αργυρ., Βάρν. K 194· ο κλέπτης πάντα σκοτώνει και σφάζει Διήγ. Αλ. G 26327· πολλούς αιχμαλωτίσαν,| εκτός κεινούς που σκότωσαν, και το αίμα τους που χύσαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για αυτοκτονία): Όποιον δε έσυραν διά μετρίαν και ολίγην κλεψίαν και ούτος εσκότωσε του λόγου του, ου δημεύεται (ενν. η ουσία του) Zygomalas, Synopsis 133 A 65· (σε προσωποπ.): Ω θάνατε πρικύτατε οπού τους νιους σκοτώνεις,| και τα κοράσια τα έμορφα εσύ τα θανατώνεις Ch. pop. 475· Παρακαλώ σας, πέτρες μου, και ποδοπροσκυνώ σας,| εδώ μην με σκοτώσετε, στα όρη ν’ αποθάνω,| στην ξενιτείαν την μοναχήν, οπού τινάν δεν έχω Περί ξεν. (Μαυρομ.) 341. 2) Mεταφ. α) προκαλώ μεγάλη θλίψη, ψυχικό πόνο, απογοήτευση: Ανείναι κι είναι απαρθινά το πως μας οργιστήκα,| πρέπει, Πανώρια, και τσι δυο να μας σκοτώσει η πρίκα Πανώρ.2 Έ́ 288· Και τ’ όνομά σου μοναχάς ν’ ακούσω με σκοτώνει,| η συντροφιά σου, Χάροντα, τέλεια με θανατώνει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 19· Τούτη με βάνει στην οδό (ενν. η αγάπη) κι εκείνος με σκοτώνει (ενν. ο φόβος)| τούτη συχνιά με προσκαλεί κι αυτός μ’ αποζυγώνει Πανώρ.2 Ά́ 205 κριτ. υπ.· παρακαλώ σε, ωραιωτική, μυριοχαριτωμένη,| τον έρωταν διά να δεχθείς στην μέσην της αγάπης·| καθόλου μη αλαζονευτείς και μέναν να σκοτώσεις,| αλλά αποδέξου το γλυκεά και μάθε τά λυπούμαι·| και την ψυχήν μου δρόσιζε, πολλά ’ναι φλογισμένη,|τά πάσχω καθημερινόν δι’ εδικήν σου αγάπην Αχιλλ. L 602· β) προκαλώ υπερβολικό πόνο, ταλαιπωρώ, καταβασανίζω: όταν χηρέψει η πονηρή ... (παραλ. 2 στ.) στηθοκοπανίζεται, δέρνει τα γόνατά της. (παραλ. 9 στ.) Τους γείτονας … εξυπνά ... (παραλ. 2 στ.) και λέγουσίν της: «Σώπασε και ανάσανε ολίγον (παραλ. 1 στ.) και επιμελήσου πώς να ζεις εσύ και τα παιδιά σου,| και μη πολλά γαρ δέρνεσαι, σκοτώνεις το κορμίν σου …» Σπαν. (Ζώρ.) V 460· Άνθρωπε, διατί κτυπάς τον άνθρωπον χωρίς να κάμει κανένα κακόν, και όλους μας τιμωρείς και μας δέρνεις και μας σκοτώνεις καθημέραν χωρίς καμίαν αφορμήν ...; Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 15016· Ειπέ με, μαυροπείσματε ...| πώς σε φορτώνουν, άτυχε, πώς σε ραβδοκοπούσι. (παραλ. 8 στ.) Ραβδοκοπούν, σκοτώνουν σε και ματσουκοκοπούν σε,| σουβλοκοπούν τον κώλον σου με σίδερα και ξύλα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 674· γ) καταστρέφω: Εσκότωσε το γένος το ελληνικόν η χοντροσύνη πολλών ατυχών ανθρώπων, οι οποίοι έλλαξαν τα ήθη τα καλά με ήθη κακά Θεματογραφία 15· Ω φίλε, πριν φαρμακωθείς με της πικριάς τη ζάλη, (παραλ. 1 στ.) πάψε γοργό την θλίψιν σου και σβήσε την ιστιά σου·| για πράματα και για δικούς σκοτώνεις την υγειά σου; Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 172. 3) Γίνομαι αιτία να σκοτωθεί ή να πεθάνει κάπ.: Ελθέ δε το ταχύτερον, μη μας νοήσει ο κόσμος,| και έρχου, να περάσομεν δρόμους και μονοπάτια,| προτού να φέξει ήλιος και λάμψει εις τον κόσμον·| ρύμαι γαρ και στενώματα εσκότωσαν ανδρείους,| οι δε κάμποι, παγκάλλιστε, ανάνδρους ανδρειώνουν Διγ. Z 1887. II. Μέσ. 1) Χάνω τη ζωή μου, κυρίως με βίαιο τρόπο: έρχεται μία μεγάλη θάλασσα και αμπώθει τα όλα τα κάτεργα όξω του γιαλού ... και εκεί δίδουσιν όλα και τσακίζουνται και οι άνθρωποι άλλοι επνίγησαν άλλοι εσκοτωθήκαν Μορεζ., Κλίνη φ. 32r· Λοιπόν ήμπε και Δικέβριος και τους σεισμούς συχνιάζει| και λέγαμεν τα σπίτια μας πασένας να τ’ αδειάζει| εκ τους περίσσους τους σεισμούς μεν πέσου και χαλάσου| ανθρώποι για να σκοτωθού και ρούχα τους να χάσου Διήγ. ωραιότ. 146· Αρκομπουζές εδίδασι τα δύο μέρη ομάδι,| πολλοί εσκοτωθήκασι κι επέφταν στο λιβάδι Διακρούσ. (Κακλ.) 358· κι εδιήρκησε η μάχη τους χρόνους καν τρεις και πλέον,| έως ου εσκοτώθηκεν ο βασιλεύς Βαλδουΐνος| κι έστεψαν διά βασιλέα εκείνον τον Ρουμπέρτον Χρον. Μορ. P 1221· Ωσαύτως εσκοτώθησαν στον πόλεμον εκείνον| σιργέντες και καβαλαροί, αριφνισμός ουκ ήτον Χρον. Μορ. H 3280. 2) Αυτοκτονώ, συχν. με τις λ. μοναχός μου, ατός μου, κλπ.: εχάννετον η Ρωμανία, και εκουβαλούσαν τους σκλάβους και αμάλωτα στα νησία, και εγίνουνταν οτόσον σκληρόκαρδοι απάνω τους, ότι εκρεμμούσαν τους απέ τα δώματα και εσκοτώννουνταν, και επέφταν εις τους λάκκους, εφουρκίζουνταν, απέ τα μεγάλα βάσανα απού τους επολομούσα να πολομούν και απέ την πείναν Μαχ. 46427· ελόγιασα να σκοτωθώ,  ...| την κεφαλή μου ... στον τοίχο να τσακίσω.| Μα πάλι δεν ηθέλησα να χάσω τη ζωή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 215· είχεν τόσην λύπην και πόνον, απού της ήδιδεν ο νους της να σκοτωθεί μοναχή της Μορεζ., Κλίνη φ. 323r· ηβλέποντας ο Νέρων ότι δεν ημπορεί να γλύσει από τας χείρας τους (ενν. των Ρωμάνων) ουδέ ηθέλησε καν να παραδοθεί, αμή εσκοτώθη, έβγαλε όλα του τα άρματα αποπάνω του και επίασε το σπαθί του και εσκοτώθη ατός του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 336v. 3) Μεταφ. α) δέρνομαι θρηνώντας: Ετότες εσκοτώνετο πάσα καημένη μάννα| που βλέπανε τα τέκνα τους στο θάνατο κι εβάνα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28521· β) στενοχωριέμαι υπερβολικά: ΒΑΣΙΛΕΑΣ: ... θώριε ανισώς κι η φύση| στον κόσμον έκαμε λωλόν άθρωπο σαν εμένα,| κι αν έν’ και πρέπου μου καλά τά μὄχει καμωμένα.| ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Μηδέ σκοτώνεσαι, γιατί σ’ κακό να σου γυρίσει| δεν όλπιζες, καθώς μπορεί καθένας να γνωρίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 187. 4) (Προκ. για έμβρυο) αποβάλλομαι: Περί γυναικός να μηδέν σκοτωθεί παιδί. ‘Επαρε βάτου ρίζα και κυμίνου ρίζα ... και κρέμασέ τα εις τον τράχηλόν της, και να μη σκοτωθεί, μόνον θέλει γεννήσει καλά. Έπαρε κηρί και την κοπριάν της φοράδας και ζύμωσέ τα μαζί και ας τα βαστά απάνω της η γυναίκα και δεν φοβάται να σκοτωθεί το παιδί Γιατροσ. Ιβ. 30. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Που έχει χάσει με βίαιο τρόπο τη ζωή του: κοράσα ευγενικά τσ’ Ίδας, παρακαλώ σας,| το σκοτωμένο μου κορμί νεκρό σα δείτε ομπρός σας,| κλάψετε συναλλήνως σας κι εμένα λυπηθείτε| και μοιρολόγι ταπεινό, σα λέσι, να μου πείτε Πανώρ.2 Β́ 497· το σκοτωμένο μου κορμί της μάννας μου το δώσε,| ... απάνω του λυπητερά να κλάψει,| με δάκρυα να το πλύνουσι κι ύστερα να το θάψει Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 146· Ήλθεν Αδάμ και εύρηκε τον Άβελ με την Εύαν,| το στήθος τως εδέρνασι, φαρμακεμένα κλαίγαν·| διατί ποτέ δεν είδασιν αυτούνοι αποθαμένον,| ουδέ με θάνατον καλόν, αλλ’ ουδέ σκοτωμένον Χούμνου, Κοσμογ. 214· (εδώ προκ. για αυτοχειρία): Μ’ απής τα πάθη δε μπορού τα τόσ’ απού μ’ αξώνει (ενν. η Πανώρια) (παραλ. 1 στ.) να κάμουσι να κατεβώ στον Άδην ο καημένος,| θα πέσω με τη χέρα μου σήμερο σκοτωμένος Πανώρ.2 Β́ 440. 2) Μελανιασμένος, μελανός: Ειδέ και είναι ζουλισμένη και σκοτωμένη σάρκα από λίθον ή ξύλον ή άλλο κρούσιμον, ανάλυσον ολίγον κρόκον εισέ ζεστόν νερόν και ... βάνε τα εις την μελανάδα να σου περάσει Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 264. 3) Τραυματισμένος θανάσιμα, ετοιμοθάνατος: Και όταν εσίμωσεν κοντά εις το κάστρο, ευρίσκει τον Δάρειον σκοτωμένον με ολίγην ψυχή και ούτως ελάλει προς τον Αλέξανδρο· «Αλέξανδρε βασιλέα, πέζευσε γλήγορα και έλα να ακούσεις την λαλίαν μου» Διήγ. Αλ. G 28020· ο Δάρειος ωσάν είδεν την θυγατέραν του, εάν ήτον σκοτωμένος και λυπημένος, η πικρία του ήλθεν εις χαράν και εγέμισαν τα μάτια του δάκρυα και επεριλάμπωσέν την προς την καρδίαν του και εφίλησέν την Διήγ. Αλ. G 28117. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = αυτός που πέθανε με βίαιο θάνατο: οι σκοτωμένοι| τούτοι, των αλλωνώ τωνε τόση τρομάρα ας δώσου,| να μην αποκοτήσουσι πλιο τως να μας μαλώσου Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 124· Ιδού λαός σα λονταρίνα να σηκωθεί και σα λοντάρι να υψωθεί, να μη πλαγιάσει ως να φάει άρπαγμα και αίμα σκοτωμένων να πιει Πεντ. Αρ. XXIII 24· Εκεί εγίνη συμφορά τρομακτική, μεγάλη,| κι ωσάν νεράντζι επήγαινε τ’ ανθρώπου το κεφάλι.| Πού να πατήσει άνθρωπος από τους σκοτωμένους,| που κείτονταν εδώ κι εκεί, κι απάρτι λαβωμένους Διακρούσ. (Κακλ.) 513· ημέρας δύο εποιήσασιν να θάψουν τους σκοτωμένους Χρον. Μορ. H 4194.
       
  • σπείρω,  
    Κομν., Διδασκ. Δ 366, Metrol.2 5918, 24, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 682, Φυσιολ. (Legr.) 402, Θεματογραφία 14, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1382, 1383· σπείρνω, Πεντ. Δευτ. XXI 4· σπείρω ή σπέρνω, Απολλών. (Κεχ.) 487, Πεντ. Έξ. XXIII 16, Λευϊτ. ΧΙ 37, ΧΙΧ 19, XXV 3, 4, Δευτ. XXIX 22, Μαλαξός, Νομοκ. 391, Πιστ. βοσκ. I 1, 394, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 933, Επιστ. Κρ. 1574 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Á́ [309], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 35· σπέρνω, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13722, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 447, 448, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 677, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 362, Σαχλ. N 5, Σαχλ., Αφήγ. 127 (έκδ. να περνώ· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 362 σε: να σπέρνω), Λίβ. διασκευή α 1140, 1169, Λίβ. Esc. 1081, 1083, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 319, 2371, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 653, Ch. pop. 49, Μαχ. 60431, Λίβ. Va 917, 941, 944, Δευτ. Παρουσ. 348, Ριμ. κόρ. A 11, Ριμ. κόρ. V 9, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1151, 1845, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 104r, 256r, 361r, Δεφ., Λόγ. 98, Θεματογραφία 14, Μορεζ., Κλίνη φ. 52r, 68r, 147r, 267v, Ιστ. Βαρλαάμ 144, Ολόκαλος 324, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1262, Γεργαν., Εξήγ. Αποκ. 85, 128, 168, Κυπρ. ερωτ. 2011, 368, Πανώρ.2 Πρόλ. 28, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 284, Γ́ 275, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Γ́ 5, κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 19014, 61418, κ.π.α., Σουμμ., Ρεμπελ. 162, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3215, 9639, 12032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 309, 494, Διήγ. πανωφ. 57, 60, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 463 ρλβ́ 2, 8, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [571], χορ. Έ́ [2], Νεκταρ. Ιεροκοσμ. Ιστ. 356, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 197, Έ́ 134, Ιντ. β́ 109, Μετάφρ. Ακάθ. Ύμν. 14013· σπέρω, Μανασσ. Ποίημ. ηθ. 621 σημ. 5· γ́ πληθ. υποτ. παθητ. αορ. να σπερτούν, Ασσίζ. 15614.
    Το αρχ. σπείρω. Ο τ. σπέρνω (από το σπείρω αναλογ. με τα ρ. σε –νω, Jannaris, Hist. Gramm. 903, Χατζιδ., Γλωσσ. ερ. Β́ 394) στο Βλάχ., σε κείμ. του 18. αι. (Πρωτοπ.-Μπουμπ., Θέατρ. Ζακ. 96) και σήμ. Ο τ. σπέρω τον 8. αι. (LBG· για πιθ. παλαιότερη μνεία (4. αι.) βλ. Pern., Ét. linguist. II 345 και TLG), σε έγγρ. του 13. αι. (Caracausi, λ. σπέρνω) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ. (όπου και μέσ. σπε(ί)ρκο(υ)μαι, σπάρκουμαι), Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας (σπέρου), Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ. (σπέρου), Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 406). Τ. π̒είρου σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., όπου και μέσ. π̒ειρκ̒ούμενε). Μτχ. παρκ. (από το θ. σπερμ‑) σπερμένος (Σακ., Κυπρ. Β́ 793 (λ. σπέρνω), Papadopoullos, Momum. litt. popul. 127) και σπερμένο/σπιρμένο (με κώφωση ε>ι, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. σπέρνω, σ. 473) σήμ. ιδιωμ. Τ. σπέρρω (με αφομοίωση ρν>ρρ· πβ. και αρχ. σπέρρω, L‑S, στη λ.) σήμ. ιδιωμ. (Καραν., ό.π. (όπου και τ. εσπέρνω, ισπέρνω, ισπέρρω), Rohfls, Et. Wört., λ. σπέρνω, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 128). Τ. σπρένω σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 428). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Jannaris, ό.π.)· πβ. και τ. σπείρνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 261).
    1) (Αμτβ. και μτβ.) α) Φυτεύω, ρίχνω, σκορπίζω σπόρους σε κατάλληλα προετοιμασμένη γη (ή τους τοποθετώ μέσα στο έδαφος) για να φυτρώσουν, να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν φυτά: μήτε αροτριάν, μήτε σπείρειν, ούτε των πόλεων εξιέναι εδύναντο επί έτος έν και μήνας δέκα Ψευδοσφρ. 17223· Θερίζω γης γεννήματα, τά έσπειρα μετά κόπου Λίβ. Esc. 1058· και έσπειρεν ο Ιτσχακ εις την ηγή εκείνη και ευρήκεν εις το χρόνο εκείνο εκατό μόδια και ευλόγησέ τον ο κύριος Πεντ. Γέν. XXVI 12· να σπείρεις την ηγή σου και να μαζώξεις την εσοδιά της Πεντ. Έξ. XXIII 10· τα χωράφια μου να σπαρτούν εις τον καιρόν του σπόρου Ασσίζ. 40726· μη σπείρεις το αμπέλι σου δίλογο Πεντ. Δευτ. XXII 9· (εδώ προκ. για τα δόντια του δράκοντα): τα δόντια του (ενν. του όφεως) όλα εξέβαλε και εις την γην τα σπείρε· (παραλ. 1 στ.) να ιδείς ευθύς να γεννηθούν εκ την γην καβαλλάροι,| αρματωμένοι δυνατά, πολέμου ευτρεπισμένοι Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 574· (σε παρομοίωση): Ωσάν να σπέρνεις, λυγερή, βασιλικά στην γάστραν,| και βάλεις τα εις τον κόρφον σου, και όπου διαβείς μυρίζεις, (παραλ. 1 στ.) έτσε ανέσπασα κι εγώ στίχους εκ της καρδιάς μου Ερωτοπ. 157· (με σύστ. αντικ.): να σπείρετε εύκαιρα το σπόρο σας και να το φαν οι οχτροί σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 16· Αν δώσεις τίποτε τινάν, μηδέν το ονειδίσεις,| και χάσεις και το δώρον σου και την ευχαριστίαν|και ομοιάσεις γεωργόν άπορον κατά πάντα,| αφότου σπείρει την σποράν και κλείσει το χωράφιν,| αποστερείται τον καρπόν και χάνει και τον σπόρον Σπαν. A 380· β) σε παροιμ. φρ.: Ο γαρ εις αχαρίτωτον κακεντρεχή καρδίαν| λόγους προτείνων νουθετών και λέγων και διδάσκων,| έοικε γράφειν γράμματα καθ’ ύδατος θαλάσσης, (παραλ. 1 στ.) ή σπείρειν αυ κατά πετρών, ή τον αέρα παίειν Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 621· (μεταφ.): Όποιος σπέρνει τα ακάνθια, ας μην περιπατεί χωρίς παπούτσια Μπερτόλδος 22· γ) συχν. σε αντίθ. με το ρ. θερίζω· (εδώ μεταφ.): όμως τελειώνω σε εδώ και θέλω να γυρίσω·| διατί απ’ εκείνο, τό έσπειρα, θέλω διά να θερίσω Συναξ. γυν. 174· Αλί τούς καρτερεί το δολερόν μαντάτον,| οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν| τούς είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν!|Τον Χάρον τους εσπείρασι, θάνατον εθερίσαν Απόκοπ.2 407· (εδώ σε παροιμ. φρ.· βλ. και Πολ. N., BZ 7, 1898, 161-162): Ο σπείρων γαρ εν δάκρυσι μεθ’ ηδονής θερίζει Γλυκά, Στ. 325· καθείς κοιμάται ως έστρωσεν, ως έσπειρεν θερίζει Γλυκά Στ. 365· Όποιος σπέρνει ανομίαν, θερίζει κακά Μπερτόλδος 22. 2) α) Προκ. για τη συμμετοχή του άνδρα στη διαδικασία της τεκνοποίησης (πβ. νεοελλ. φρ. σπέρνω παιδιά): Όταν ουν πάλιν γεννηθεί παιδίον και τινάς δεν το ηξεύρει ποίος πατέρας το έσπειρεν, ... λέγεται σκότιον Μαλαξός, Νομοκ. 328· από έναν πατέρα και δύο μητέρες γεννώνται δύο παιδία και λέγονται αδέλφια και δεν έχει να ειπεί, ότι αδελφός μου δεν έναι, επειδή από άλλην μητέρα εγεννήθη, εάν και ένας πατέρας έσπειρεν ημάς Μαλαξός, Νομοκ. 290· Πατήρ μου, λέγει, εγώ ειμί ον έσπειρας εις Κίρκην,| την βασίλισσαν την καλήν οπού πολλά σε ηγάπα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 14028· μάννα ουκ έτεκεν παιδίν απάνω εις γης την όψιν,| μάννα ουκ εσυνέλαβε άλλη εις τον παρόντα,| κύρης γαρ ουκ ηκούστηκεν να σπείρει τέτοιον ξένον,| εξάκουστον παράδοξον έξωθεν εκ της φύσης Βυζ. Ιλιάδ. 469· (εδώ με σύστ. αντικ. και σε μεταφ.): Οι πατριάρχαι σπέρματα σωματικά εζήτουν σπείραι,| οι δε απόστολοι τα νοερά τέκνα και πνευματικά Φυσιολ. (Zur.) XXXVI 15· Οι πατριάρχαι σπέρμα σωματικόν εζήτουν σπείραι, οι δε απόστολοι τα νοερά τέκνα Φυσιολ. (Kaim.) 28a9· β) τεκνοποιώ, δίνω γέννηση σε κάπ.: Η Σάρρα, που ’τον άκαρπη και γρα κατά τη φύση| μηδ’ ήτο για να γαστρωθεί και τέκνο να ποιήσει,| ο Κύριος την ευλόγησε, και μετά σένα ομάδι| τον Ισαάκ εσπείρετε κι εκάμετε ομάδι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 670· ποίον να θυμηθώ μεν πρώτα| και να παραπονεθώ περίσσα·| τον πατέρα και μητέρα,| οπού μ’ έσπειραν οι άθλιοι· (παραλ. 1 στ.) ή τον ακριβόν μου άνδρα·| που μ’ αγάπ’ αυτός περίσσα Λουκάνη, Άλ. Τροίας [896]· (εδώ σε προσωποπ.): Τα γέλια με τα κλάηματα, με την χαράν η πρίκα| μιαν ώραν εσπαρθήκασι κι ομάδι εγεννηθήκα·| γιαύτος μαζί γυρίζουσι και το ’να στ’ άλλο αλλάσσει,| κι όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 2. 3) (Μεταφ.) α) σκορπίζω, διασκορπίζω, απλώνω, διαχέω: τις των Αγαρηνών αλάστωρ της θαλάττης (παραλ. 2 στ.) ... έγενεν επί την Αφρικήν, την εις την Βαρβαρίαν. (παραλ. 1 στ.) κι ευθέως Τούρκοις εν αυτῄ ῳκίσαντα και σπείρας,| σπευδόμενος σουλτανικήν κράτησιν ενδυθήναι| και πλείσθην γην αραβικήν ιδιοποιηθήναι Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 894· Δεν έχει εκεί να εύρει έλεος, παρά όποιος έχει σήμερον έλεος σπαρμένον εδώ· μη μου ελπίσεις τότε να εύρεις συμπάθειαν, τώρα την γύρεψε. Εκεί τότε έλεον δεν σε πουλιέται, μηδέ αγοράζεται Πηγά, Χρυσοπ. 140 (41)· όπου διαβαίνεις και πατείς ήθελα σπέρνει μόσχον| και να μυρίζει η στράτα σου κι εσύ να μην το ξεύρεις Ερωτοπ. 6· β) διαδίδω, διδάσκω, μεταδίδω κ. σε μεγάλη έκταση: Των παλαιών οι ποίησες, που μ’ αρετή εγινήκαν (παραλ. 1 στ.) πάντ’ από τους ενάρετους ήτασιν κρατημένες| εις μεγαλότατην τιμήν, και πλείστα παινεμένες.| Διά τούτο από τους ίδιους εμεταγλωττιστήκαν,| κι εις γένη διαφορετικά μ’ όφελος εσπαρθήκαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφ. [6]· Τα μαντάτα εγλήγορα σπέρνονται εις τον κόσμον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1744· διά μεν του λόγου αυτού έσπειρε την αλήθειαν ο παντοδύναμος και αόρατος Θεός εν Ιερουσαλήμ, διά δε του πνεύματος αυτού εφώτισε και ενίσχυσε τους αποστόλους αυτού, ίνα σπείρωσιν αυτοί την αλήθειαν και εις πάντα τον κόσμον Ψευδοσφρ. 45049, 4521· γ) (προκ. για κ. κακό) προκαλώ και διαδίδω σε μεγάλο βαθμό: ο Θεός έσπειρε λογισμόν απωλείας εις την καρδίαν Φαραώ και εις τον λαόν του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 35· να τελειωθεί ο πόνος| εκείνος, οπού έσπειρε (ενν. ο Διγενής) βεβαίως στας ψυχάς μας Διγ. Z 3213· (σε προσωποπ.): όπου βάλει| τα πόδια τση, ζηλειές και πάθη σπέρνει (ενν. η Περηφανειά) Ερωφ. Β́ 514. Φρ. 1) Σπέρνω στον άμμο, βλ. άμμος Φρ. α. 2) Σπείρω ζιζάνια, βλ. Επιτομή, ά. ζιζάνιον. 3) Σπέρνω χολόκοκκα πικρά, βλ. πικρός 2α. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = (προκ. για χωράφι) που έχει σπαρθεί: αφήνω της θυγατέρας μου της Καλής την σποράν, σπαρμένα και άσπορα, να τα ορίζει ... και ωσάν αποσπείρει, να έναι το ένα του μοναστηρίου, το νεότερον το ρούσιον, και το άλλο να πουληθεί Ολόκαλος 22211· Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = (περιληπτ.) τα φυτά που σπάρθηκαν, τα σπαρτά: όποιαν ώρα θερίσει ο λεγόμενος πουλητής το σπαρμένο όπου έχει στο άνωθεν χωράφιν, τότες να είναι και ν’ απομένει ο άνωθεν αγοραστής νοικοκύρης εις εκείνο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 29311.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης