Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 317 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.)

  • άβυσσος  
    η, Κρασοπ. (Λάμπρ.) 31, Ιων. (Hess.) 2156, Λίβ. (Μαυρ.) P 283, 1723, 1726, Λίβ. (Lamb.) Esc. 524, 1610, 2042, Λίβ. (Lamb.) Sc. 507, 965, 984, Λίβ. (Wagn.) N 1787, 1790, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) V 14, X 39, Πικατ. (Κριαρ.) 112, 410, Πεντ. (Hess.) Γέν. Ι 2 δις, VII 11, XLIX 25, Έξ. XV 5,8 XXXII 10, 22, XXXIII 13, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 304, 305, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Έ́ 1193, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. Ά́ 95, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 69, 137, Έ́ 253· άβυσσο, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 285· άβυσσος (ή άβυσσο η), Πεντ. (Hess.) Δευτ. VIII 7· άβυσσος ο, Λίβ. (Wagn.) N 1471· πληθ. άβυσσα τα, Φυσιολ. (Legr.) 442 (ουδ.;), Πικατ. (Κριαρ.) 189, Αχέλ. (Pern.) 114, 1009.
    Το μτγν. ουσ. άβυσσος. Ο τ. του αρσ. και του ουδ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ λ. άβυσσο).
    1) α) Κυριολ.: χάος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ· πβ. και Lampe, Lex. στη λ. Α και ΙΛ λ. άβυσσο 1β): Και η γης ήταν άβυσσος και αφανιασμός και σκότος ιπί πρόσωπα άβυσσο Πεντ. Γέν. Ι 2· β) Μεταφ.: το αμέτρητο (πβ. Lampe, Lex. Στη λ. Ε): ουκ έχω άσπλαγχνον (χφ εις άσπλ.· βλ. κριτ. υπ.) ψυχήν και αδιάκριτον καρδίαν, άλλα εις αισθήσεως άβυσσον εσέβην η ψυχή μου Λίβ. Sc. 984· κι εμπαίνω σ’ άβυσσον χαράν κι άβυσσον λύπην ηύρα Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ 1188. 2) Βάθη, έγκατα της γης: Ημείς γι’ αυτό βουλήθημεν να ’ναι ξολοθρεμένη,| πρώτη από μας κι εις τ’ άβυσσα της γαίας βουλισμένη Αχέλ. 114· Η άβυσσος εξέρασεν πίσσ’ ανακατωμένην| και πύριν βρέχει ουρανός Χούμνου, Π.Δ. Χ 39. 3) Κάτω κόσμος, άδης, κόλαση (Η σημασ. ήδη μτγν., Bauer, Wört. στη λ. 2. Πβ. και Lampe, Lex. στη λ. Β και ΙΛ λ. άβυσσο 2): μα και όσοι κατοικούσι| θεοί απάνω ’ς τσ’ ουρανούς και κάτω στης αβύσσου| τον πάτο Φορτουν. Ιντ. Ά́́́95· Από τα βάθη σήμερο της σκοτεινής αβύσσου (παραλ. 1 στ.) να μὄβρης ένα δαίμονα Ζήν. Ά́ 69· Να πέσει εις τα τάρταρα, στα βάθη των αβύσσων Φυσιολ. 442· ει μεν εχθές εις άβυσσον και εις άδην επερπάτουν| εκ της οργής σου το άπειρον Λίβ. P 1723. 4) α) Θάλασσα (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ.[1]): Κι έκαμε τα θεριά της γης, τα ψάρια της αβύσσου Πικατ. 410· β) άφθονα υγρά (πβ. ΙΛ λ. άβυσσο 1α): βρύσες και άβυσσες εβγαίναν εις τον κάμπο και εις το όρος Πεντ. Δευτ. VIII 7· και να ποταμοφόριζαν ο άδολος ο οίνος| και να ήλθεν εις το στόμα μου η άβυσσος εκείνη Κρασοπ. 31.
       
  • ακολουθώ,  
    Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 183, 358, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 182, 603, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 11, IV 230, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 54022, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 120, Διγ. (Hess.) Esc. 555, Διγ. (Καλ.) A 1909, Βέλθ. (Κριαρ.) 490, 664, 782, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 624, Βίος Αλ. (Reichm.) 4487, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 110, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3132, Λίβ. (Lamb.) Esc. 5, 4288, Λίβ. (Lamb.) N 40, Λίβ. (Wagn.) N 222, Αχιλλ. (Haag) L 1138, Αχιλλ. (Hess.) N 289, 1432, Ιμπ. (Κριαρ.) 493, Φυσιολ. (Pitra) 37027, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 248, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 2231, 12434, Θησ. (Foll.) I 65, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 161, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 697, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 26, 44, 114, 136, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 420, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 535, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 2924, 5113-14, 539, 6512, 7034, 7418, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 320, 1075, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3319, 3369, 3559-10, 36630, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 133 κα΄, Λίμπον. (Legr.) 249, Διγ. (Lambr.) O 692, 714, 1560, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 25719· ακουλουθώ, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2568· ’κουλουθώ, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 148, Διγ. (Lambr.) O 1304· ακλουθώ, Βέλθ. (Κριαρ.) 197, Ερμον. (Legr.) Γ 222, Αχιλλ. (Hess.) L 228, Μαχ. (Dawk.) 13033, 2526, 4529, 56632, 63417, Θησ. (Βεν.) Β΄ [426], ΙΒ΄ [764], Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1154, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1010, 581, 697, 1015, 10135, 11926, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 77, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 171, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 116, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) AN 316, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 26, 207, Αχέλ. (Pern.) 203, 663, 798, 1460, 1611, 2154, Αλφ. (Κακ.) 1083, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 123, Δ΄ 5, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 169, 445, Β΄ 5, 55, 161, Γ΄ 157, 255, Δ΄ 227, 333, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 91, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 13· 1, 386· 2, 264· 3, 37· II 3, 50· 7, 143· III 6, 91· V 1, 89, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 13, 36, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 90, 121, 443, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1483, 1629, 2169, Γ΄ 1600, Δ΄ 950, Ε΄ 1046, Θυσ. (Μέγ.)2 280, 523, 1029, Ευγέν. (Vitti) 379, 1151, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 182, 184, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ 32, 247, Δ΄ 343, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ 303, Γ΄ 1047, Δ΄ 1158, Ε΄ 1214, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 56, Ε΄ 376, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 440, Γ΄ 371, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 29, 45, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 348, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15110, 22415, 22613, 26228, 35818, 42315, 5227, 54511, 5575· ’κλουθώ, Λίβ. (Wagn.) N 40, Μαχ. (Dawk.) 54621, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [18], Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 630, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 2510, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ε΄ 473, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ΄ 157, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 7, 174, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ε΄ 1534, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β΄ 94, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Πρόλ. 78, Α΄ 714, 785, Γ΄ 1347, Δ΄ 1474, Ε΄ 70, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 29· ακλοθώ, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 20, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15117,  2715· ακολοθώ, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 190.
    Το αρχ. ακολουθώ. Για τους τ. ακλουθώ και ακλοθώ βλ. ΙΛ, λ. ακολουθώ· για τον τ. ακλουθώ πβ. το αμφίβολο όμως ακλούθως (Preisigke-Kiessling, τόμ. 4 στ. 71).
    1) α) Ακολουθώ, πηγαίνω (με κάποιον) ή ύστερα από κάποιον (Η σημασ. ήδη αρχ. L‑S, και σήμ., ΙΛ): Εχάρησαν χαράν μεγάλην και ακλουθήσαν του παπά και έμπασέν τους απέ το μονοπάτιν και ηύραν τους αμέριμνους Μαχ. 4529· φαρίν εκαβαλίκευεν, εβάσταζεν γεράκιν| και οπίσω ακολούθα του σκυλίν με το ’λητάριν Λίβ. Esc. 5· ει δ’ ίσως οπισωπατείς, ου θέλεις ν’ ακλουθήσεις,| επαίρνομέν σε πεταστόν, γοργογυρίζομέν σε Βέλθ. 197· β) συνοδεύω (κάποιον), μετέχω στην ακολουθία, στην πομπή (Η σημασ. αρχ., στα παπυρ., Preisigke-Kiessling στη λ. 9· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. 2· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1ε): κι αν αποθάνει και πτωχός, κανείς δεν το κατέχει,| κανείς ουδέν ακολουθεί να παν και να τον θάψουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 161· αν έχω μετά λόγου σας αγάπη, ν’ ακολουθήσω ως το Μαντράκι, αφέντες μου, να σας ’ποχαιρετήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. 5575· Μπράβοι πάντα μ’ ακλουθούσα,| από μακράς μ’ εχαιρετούσα| κι ήμουνα συντροφιασμένος| μέρα νύκτα ο καημένος Φαλλίδ. 13· γ) ανήκω σε κάποιον (Η σημασ. και σε παπυρ., Preisigke-Kiessling στη λ. 4): Οι εκ πορνείας γεγεννημένοι ουκ ακολουθούσιν του πατρός, αλλά της μητρός Ελλην. νόμ. 54022· δ)  ακολουθώ (κάποιον ή κάτι) ως οδηγό ή αρχηγό (πβ. L‑S στη λ. ΙΙ και: οι της συνόδου ακολουθούντες Μαλάλ., Βόνν. 412, 1): γιατί ο έρως ήκαμε πολλούς να πληγωθούσιν| ανδρείους και οπίσω του να του ακολουθούσιν Διγ. O 1560· Πολίταρχε, το χρέος μας ζητά να σ’ ακλουθούμε| και δούλοι σου πιστότατοι να ’μαστε ώστε να ζούμε Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 7· Τότε ήρθε ο Μουράτης εις τα μέρη της Θήβας και έσμιξε με τον δούκα της Αθήνας και του ακολούθησε εις βοήθειαν Χρον. σουλτ. 7418· κι αγάλι’ αγάλια πορπατεί, ζάλο και ζάλο κάνει·| να δει το βάθος του νερού βέργα κρατεί και βάνει·| πάντα τση βέργας ακλουθά κι εκείνη τιμονεύγει Ερωτόκρ. Α΄ 2169· Και εν τῳ άμα έστειλε μαντατοφόρους εις τον Μουράτη ότι να στέρξει να’ χουνε αγάπη και να του ακολουθά εισέ όποιον πόλεμον υπάγει εις βοήθειαν Χρον. σουλτ. 7034· τούτος το ’καμε ακλουθώντας της βουλής μου Πιστ. βοσκ. V 1, 89· Ω χριστιανοί, τηρήσετε το τι μας αναμένει| και πάσα ένας ν’ ακλουθά του κόσμου δεν τυχαίνει Φαλιέρ., Ρίμ. AN 316· Εις τον καιρόν του Μωυσή, όπου τον ακλουθούσαν| με τον λαόν του Ισραήλ δώδεκα σκήπτρα ομάδι Δεφ., Λόγ. 26· Ας πάμε, αδυνατότατοι στρατιώτες, ν’ ακλουθούμε| τον Αναστάσιον, ολωνών για βασιλιά να πούμε Ζήν. Γ΄ 371· κι όποιος γυρεύει ανάπαυσιν και ζωή εντροπιασμένη| μη ακολουθήσει ουδεποσώς το φλάμπουρόν μου εμένα Θησ. (Foll.) Ι 65· την τσίκναν ηκολούθησα κι εις μακελλειόν με πάγει,| εκ’ ηύρα κρεάς κι εψήνασιν σουγλιταριάν μεγάλην Προδρ. IV 230· και όπου μας οδηγεί ο καιρός εκείθεν ας ακλοθούμεν Πένθ. θαν. N 20· ας πάμεν όπου βούλεσαι, ας πάμεν όπου μέλλεις| να πας· εγώ ακολουθώ όπου και α με θέλεις Διγ. 692· και να του ακολουθά και να του βοηθά εισέ όποιον πόλεμον και αν υπάγει Χρον. σουλτ. 5113· ε) ακολουθώ (κάποιον) ως διδάσκαλο (Η χρήση ήδη αρχ., αλλά και μτγν., Bauer, Wört., στη λ. 3): Στην Γαλιλαίαν καρτερεί Μαρίες και αποστόλους,| όσοι και αν τ’ ακλουθήξασιν, γυναίκες και άνδρες, όλους Σκλέντζα, Ποιήμ. 1154. 2) α) Παίρνω το κατόπι (κάποιον ή κάτι): και εξέβην και το άλλον κάτεργον και ακλούθησάν του και ήλθαν εις την Κύπρον και εσμίκτησαν με τα άλλα δύο Μαχ. 13033· Φαίνεταί μου κι εκόντεψε η ώρα και ακλουθά μας Αλφ. 1083. Πβ. ξετρέχω. β) καταδιώκω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1Ϛ): και σαν δεν απομείνασι, Τούρκοι των ακλουθούσαν (έκδ. ακολουθύσαν· διορθώσ.)| κι ελέγα τσι χαΐνηδες κι όλοι τσι καταφτυούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 22415· Τα κρίματα που κάμασιν όλα των ακλουθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 26218· Οι αμαρτίες την κυκλώνουν, οι αδικίες την ’κλουθούν| και τα φοβερά τελώνια με θυμόν την κυνηγούν Άρχ. Μεγ. B 17. 3) α) Επιδιώκω (κάτι): κι όποιος τά ρέγετ’ ακλουθά κι ό,τι τ’ αρέσει κάνει ... Ερωτόκρ. Α΄ 1629. Πβ. ξετρέχω. β) επιδιώκω με ερωτική τάση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): κι αν τούτον μου λαλεί να σ’ ακλουθήσω,| τ’ άλλον απού μακρά να μεν τολμήσω Κυπρ. ερωτ. 69· Εγώ ο καημένος αγαπώ μιαν άγρια κορασίδα,| μια ’λύπητη κι ανέγνωρη παρ’ άλλη επά στην Ίδα· κι ολημερίς στα δάσητα γυρίζω κι ακλουθώ τση Πανώρ. Δ΄ 227· να σου ’κλουθά ’ποπίσω του| σαν το ζαγάρ’ η σκύλα Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 94· Μιαν κορασίδαν όμορφην, που την ’κλουθούν περίσσιοι Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ 785· Α δε σε κάμω ν’ ακλουθάς του Γύπαρη από πίσω Πανώρ. Γ΄ 255· Χίλιοι βοσκοί την αγαπού κι ως σκύλοι τσ’ ακλουθούσι Πανώρ. Β΄ 55· Το Νικολό εγύρευα και χίλιοι μ’ ακλουθούσα Κατζ. Δ΄ 5· και ν’ ακλουθώ εκείνης οπού μου φεύγει Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6, 91· μα να ’ργιστούσιν ολωνώ, τσ’ αγάπης ν’ ακλουθούσι Ερωτόκρ. Γ΄ 1600· Του πόθου ’κλούθησε κι εσύ και την αγάπη πιάσε Πανώρ. Γ΄ 157· Κριτής για μέναν άδικος εγίνης·| αφόν εμέν που σ’ ακλουθώ παιδεύγεις Κυπρ. ερωτ. 1010· μ’ άφτει (έκδ. άφτειν· διορθώσ.) μια πεθυμιά να τ’ ακλουθήσω Πιστ. βοσκ. Ι 3, 37· κι εσύ οπού πάντα| του πόθου ακλουθάς πάλι Πιστ. βοσκ. Ι 1, 386· ποιο αγαφτικό να αφήσεις| κι εκείνο σου φανίστη ν’ ακλουθήσεις Πιστ. βοσκ. Ι 2, 264· Διά ν’ ακλουθώ τον πόθο σου, κυρά μου Κυπρ. ερωτ. 581· Κι εσύ που πάντα τσ’ ερωτιές ακλουθάς Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ 303· θέλω ακλουθά όπου δώσεις Πιστ. βοσκ. Ι 3, 50· να αρνιστείς την δόξαν σου και ν’ ακλουθάς την κόρην Αχιλλ. L 228· Χαρά εις την ερωτικήν εκείνην την κουρτέσαν,| οπού τον εκολούθησεν τοιούτον αγορίτσην Αχιλλ. N 1432. Πβ. και ξετρέχω. 4) Παρακολουθώ, επιτηρώ (κάποιον ή κάτι): Δυo Τούρκους μας εδώκασι για να μας ακλουθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 22613· να πάγω ν’ ακλουθώ στα πρόβατά μου Βοσκοπ. 90. 5) (με αιτ. ή με την πρόθ. σε με αιτ.) Συγκατανεύω (σε κάτι), πείθομαι (από κάτι), ακολουθώ (κάτι) με εσωτερική παραδοχή (πβ. L‑S και Steph., Θησ. 1238Α· η σημασ. και σε παπυρ., Preisigke-Kiessling, στη λ. 2 και 3· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. 4, καθώς και Sophocl., στη λ.): Για να μπορεί να γιατρευθεί ’κλουθὠντας την βουλήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ 70· μηδέ οι Ρωμαίοι δεν του ακολουθούσι εις την βουλήν του Χρον. σουλτ. 539. 6) Παίρνω ορισμένη κατεύθυνση (πβ. και σύρε πάλιν να ακολουθήσεις τους συνηθισμένους σου πολέμους Φυλλ. Αλ. 130): κάτεργα τότ’ έλυσαν, τον δρόμον ακλουθούσαν Αχέλ. 1611· άξαν βουλήν ο κάθε είς οπ’ ακλουθά στρατείαν Αχέλ. 2154. 7) α) Προσαρμόζομαι (σε κάτι) (πβ. L‑S· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4 β): του καιρού να ακολουθά και να παραμερίσει·| ο καιρός κείνος να διαβεί και τότε να γυρίσει Παλαμήδ., Βοηβ. 1075· κι ακλούθησε πολύν καιρόν πάντα με την ελπίδα Θησ. ΙΒ΄ [764]· β) εκμεταλλεύομαι: γιατί χρειάζεται ο στρατηγός τέχνην, ανδρείαν και γνώση·| και τον καιρόν ν’ ακολουθά, νίκην για να του δώσει Παλαμήδ., Βοηβ. 320. 8) Τιμώ, σέβομαι, τηρώ (κάτι) (Η σημασ. και σε παπυρ., Preisigke-Kiessling, στη λ. 1· βλ. και Steph., Θησ. 1237): για να δειχτείτε πως παιδιά είστενε κι ακλουθάτε| του Κέφαλου τα ήθη του και πράξεις του παινάτε Πρόλ. κωμ. 45· εκείνος εβούλετο να τα ενδύσει και να τους ποιήσει να ζουν φράγκικα παντελώς, ήγουν να ακολουθούσι την εκκλησίαν ωσάν καθείς Λατίνος Βησσ., Επιστ. Α΄ 2418· Ότι αιρετικών κόλλυβα μη τα φάγεις και τας εορτάς τους μην ακολουθήσεις Βακτ. αρχιερ. 133 κα΄. 9) Μιμούμαι (κάτι), επαναλαμβάνω (μια ενέργεια) (Η σημασ. μτγν., Λουκιαν., και σημερ., ΙΛ στη λ. 4α): Πράξεις ενάρετες ’κλουθεί με δόξαν και τιμήν του Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. 78· κάμετε, σας παρακαλώ, όλοι σας να ’κλουθάτε| την αρετήν την άξια, όπου πολλά παινάται Πρόλ. κωμ. 29. 10) (Απρόσ.) επακολουθεί, συμβαίνει (κάτι) (Η σημασ. ήδη αρχ., L‑S II 4 και σήμ. ΙΛ στη λ. 1 και 1ζ): και εκείνα οπού σε ακολουθούν άλλον τίποτε ουκ ένι| ει μη της Τύχης τα καλά τά έχουν οι ευτυχούντες Λόγ. παρηγ. O 182· ο μύθος λέγει· πρέπο ’ναι να βάνομεν στον νουν μας| τά μεταχειριζόμαστεν αν έν’ και ’κολουθούν μας Αιτωλ., Μύθ. 420· και ως ακλουθά καμιάν φοράν ευθύς όταν βροντήσει| στρόβιλος μέγας ... Αχέλ. 1460· Εις την οκνιάν και ανάπαυσιν πολλά κακά ακλουθούσι Δεφ., Λόγ. 207. 11) Ταιριάζω: Δε σ’ ακλουθούσε ως βασιλιά να ʼσαι στην πρέκια απάνω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 51. Η μτχ. ακολουθώντας (αμτβ.) = συνεχίζοντας, στη συνέχεια (πβ. και ΙΛ στη λ. 2): Είπα και ο Μέγας Μάστορας γραφήν στον Δον Καρτσίαν| με την φρεγάδαν έστειλεν ζητώντα βοηθείαν.| Τώρ’ ακλουθώντας λέγω σας Αχέλ. 798.
       
  • γυμνός,  
    επίθ., Κομν., Διδασκ. Δ 298, Σπαν. P 71, Γλυκά, Αναγ. 357, Προδρ. I 54, 108, Ασσίζ. 2117, Πόλ. Τρωάδ. 783, Χρον. Μορ. H 4236, Περί ξεν. V 92, Απολλών. 675, Λίβ. Sc. 1613, Μαχ. 26613, 29038, Βέλθ. 406, 1207, Δούκ. 24330, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [45], Αλφ. (Μπουμπ.) II 7, III 15, Πένθ. θαν.2 370, 506, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 179, Ρίμ. θαν. 89, 105, Κυπρ. ερωτ. 11110, Παλαμήδ., Βοηβ. 382, 454, Ιστ. Βλαχ. 197, 1059, 1397, 1401, 2393, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 150, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [325], Λίμπον. 77, Διακρούσ. 814, 9028, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19713, κ.α. γδυμνός, Πανώρ. Ε΄ 236, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 2, 68, Δ΄ 279, 288, Βοσκοπ. 419, Ερωτόκρ. Α΄ 1262, Β΄ 372, 1053, 2011, Δ΄ 1789, Αποκ. Θεοτ. 125, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ΄ [47], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 40, Πρόλ. 30, Ιντ. β΄ 112, Ζήν. Πρόλ. 175, Γ΄ 171, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13421, 30924, κ.α.· εγδυμνός, Ριμ. Απολλων. 360, Φαλλίδ. 48· εγυμνός, Πικατ. 489, Δεφ., Σωσ. 220.
    Το αρχ. επίθ. γυμνός. Η λ. και ο τ. γδυμνός και σήμ. (Δημητράκ., λ. γδυμνός και γυμνός). Για τον τ. γδυμνός βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 85, 318.
    1) Που δε φορεί (κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): γυμνός από φορέματα, χωρίς απανωφόρι Ιστ. Βλαχ. 1059· Ευρέθησαν κι οι δυο γυμνοί και είς τον άλλο εθώρει Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [45]· η αρετή, σα βλέπομε, γδυμνή στον κόσμο πηαίνει Ερωφ. Δ΄ 288· ο ρήγας ήτον γυμνός με το αποκάμισον και ήθελε να ντυθεί Μαχ. 26613· έκφρ. γυμνό κοπέλι = ο έρωτας: ποια ώρα να ’ναι κείνη| ν’ αναπαγώ; μα το γδυμνό κοπέλι δε μ’ αφήνει Ερωτόκρ. Α΄ 1262. 2) α) (Συνεκδ.) άγονος, φτωχός (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 7): Ω Αρκαδιά κακότυχη, γυμνή κι ακληρισμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [325]·   β1) (μεταφ.) στερημένος από κ. (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 4. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): επειδή και είμαι γυμνή κάλλους τέτοιων φωστήρων Λίμπον. 77· Ω μάννα, ...| πώς απομένεις από με γυμνή, τυφλή και ξένη! Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 150· από τιμές πολλά γδυμνοί, φτωχοί και ρημασμένοι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 30· το κεφάλιν του γυμνόν, χωρίς προσκεφαλάδι Περί ξεν. V 92· γυμνή οσκιά Κυπρ. ερωτ. 11110· β2) απαλλαγμένος από (κ.) (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. C1): γυμνός απ’ αμαρτίαν Πένθ. θαν.2 370· γ) αβοήθητος, εγκαταλελειμμένος (Η σημασ. σε παπυρ., Δημητράκ. στη λ. 3): θανατώνεται το σώμα, η ψυχή μένει γυμνή Αλφ. (Μπουμπ.) III 15. 3) α) (Προκ. για σπαθί) που είναι έξω από τη θήκη του ή το κάλυμμά του (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 3 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): ο σουλτάνος έμοσεν απάνω εις τον Κόραν και εις το σπαθίν το γυμνόν Μαχ. 29038· Γδυμνά τα λαμπιρά σπαθιά ανεβοκατεβαίνα Ερωτόκρ. Δ΄ 1789· β) ακάλυπτος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): εκούμπησεν την κεφαλή έτσι γδυμνή σαν ήτο Ερωτόκρ. Β΄ 2011· ένα δενδρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένον,| μα ’χε τες ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένον Τζάνε, Κρ. πόλ. 13421. 4) Άοπλος: Γδυμνός, με δίχως άρματα είμαι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 185. 5) Φρ. αποσκευάζω κ. γυμνόν, βλ. αποσκευάζω 1 φρ.
       
  • εγγίζω, 
    Γλυκά, Στ. 517, Λόγ. παρηγ. L 657, Λόγ. παρηγ. O 675, Μανασσ., Χρον. 1142, Καλλίμ. 1952, 2296, Ασσίζ. 3123, 16416, 1793‑4, 20614, 28018, 3664, 48527, Ιερακοσ. 35911, 4091, Διγ. Z 1467, Βέλθ. 985, Πόλ. Τρωάδ. 323, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 894, Λίβ. Sc. 1580, Λίβ. Esc. 805, 1097, 2729, Αχιλλ. L 219, Αχιλλ. N 696, Φυσιολ. (Zur.) III 236, Φυσιολ. 3413, Χειλά, Χρον. 353, Μαχ. 6636, 13824, 41630, 4781, Θησ. ΙΆ́ [191], Ch. pop. 521, Χούμνου, Κοσμογ. 691, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1164, 172, Διαθ. του 1501 (Σάθ., ΜΒ Ϛ́ 6789), Γαδ. διήγ. (Wagn.) 380, Άνθ. χαρ. 28713, Κορων., Μπούας 6, 41, Πεντ. Έξ. IV 25, Παϊσ., Ιστ. Σινά 682, 1570, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390, Κυπρ. ερωτ. 1011, Γύπ. Πρόλ. Διός 82, Παλαμήδ., Βοηβ. 572, Ιστ. Βλαχ. 298, Ερωτόκρ. Β́ 1560, 2435, Ρωσσέρ. 5, 126, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [65], Πρόλ. [22], Χριστ. διδασκ. 82, 454, 464, 473, Τζάνε, Κρ. πόλ. 34016, 39716, 4047, Αγαπ., Γεωπον. 102, κ.π.α.· αγγίζω, Φλώρ. 1367, Λίβ. N 685, Μαχ. 5411, 51223, Γαδ. διήγ. 380, Αλεξ. 1858, Ριμ. κόρ. 740, Κορων., Μπούας 50, Πεντ. Λευιτ. V 2, VI 11, 20, Κυπρ. ερωτ. 1312, 307, 7722, 9426, Πανώρ. Β́ 201, Παλαμήδ., Βοηβ. 713, Ερωτόκρ. Ά́ 268, Β́ 847, 1909, Γ́ 189, 1063, Δ́ 1436, Έ́ 1139, Στάθ. Β́ 274, Γ́ 489, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 54, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [512], Γ́ [1133], Έ́ [243, 918], Ζήν. Ά́ 185, 276, κ.π.α.· ’γγίζω, Χούμνου, Κοσμογ. 1110, Κορων., Μπούας 66, Πεντ. Έξ. XXIX 37, XXX 29, Λευιτ. XV 7, 10, Αρ. IV 15, XXXI 19, Αχέλ. 1111, 2179, Κυπρ. ερωτ. 53, Πανώρ. Γ́ 338, Έ́ 135, Ερωφ. Ά́ 456, 570, Ιντ. β́ 97, Έ́ 473, Πιστ. βοσκ. II 7, 164, Ερωτόκρ. Ά́ 221, Β́ 1553, Δ́ 657, Θυσ.2 828, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 141, Ροδολ. Ά́ [332], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [125, 139], Έ́ [1118], Ζήν. Ά́ 54, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2365, 36421, 51113, 52720, 5752, κ.π.α.· παρατατ. ενέγγιζα, Λίβ. P 1876· αόρ. ενέγγισα, Σταφ., Ιατροσ. 10281.
    Η λ. στον Αριστοτέλη. Ο τ. ’γγίζω και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. αγγίζω). Ο τ. αγγίζω και σήμ. (Δημητράκ., λ. αγγίζω). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ (Αμτβ.) είμαι κοντά, πλησιάζω (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S στη λ. II 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Ότε δε εγγίζουσιν αι ημέραι του τεκείν Φυσιολ. (Zur.) III 236· ’φτάξασι τα κάτεργα κι εις το γιοφύρι ’γγίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 36421· με τσ’ Ερωφίλης την παντρειά στ’ άστρ’ η κορφή σου ’γγίζει Ερωφ. Ά́ 456· το φως σου μες στον νουμ μου ’γγίζει Κυπρ. ερωτ. 53· να τοπομεταθέσομε, ν’ αγγίσομε το κάστρον Λίβ. N 685· ήλθεν το μεσονύκτιον, ήγγισεν ο καιρός τους Αχιλλ. L 219· (προκ. για ασαφή προσδιορισμό αριθμού): Πάμπολλα πέλουν ιερά φελονοπετραχήλια| (εγώ νομίζω άπαντα εγγίζουσι τα χίλια) Παϊσ., Ιστ. Σινά 682. Β´ Μτβ. 1) α) Αγγίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): Όπου κι αν είσαι πρόβαλε, Αλέξη, να σου ’γγίσω Πανώρ. Έ́ 135· ’γγίξε τως με το ραβδί Ερωφ. Ιντ. β́ 97· άνθρωπος αν ευρεθεί ποσώς οπού ν’ αγγίσει| και μόνον με το δάκτυλον το τείχημαν του πύργου Φλώρ. 1367· α) πλησιάζω ερωτικώς (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 5): «… βλέπε τον αυθέντη μου να μη μου τον εγγίσεις» Βέλθ. 985· αμμέ αν ουδέν τον εδιαφέντεψεν ο ιατρός να φάγει και να πιει ή απού γυναίκαν εγγίσει Ασσίζ. 1793‑4. 2) Πειράζω, ενοχλώ, προσβάλλω, πληγώνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): Ουδένα δεν απέμεινε σπίτι που να μην ’γγίξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2365· Ποίος ετόλμα να ’γγίσει τινός από τους καραβοκυρούς; Μαχ. 51223· ο ρήγας εποίκεν να μεν έχει εξουσίαν ο κύρης της Τύρου, να ’χει πογέριν να ’γγίσει τίποτε εις το εδικόν του Μαχ. 5411· ο πόνος είν’ στα σωθικά κι εις την καρδιά τ’ αγγίζει Ερωτόκρ. Δ́ 1436· Το σφάλμα οπού στην τιμήν αγγίζει και πληγώνει Ερωτόκρ. Γ́ 189· τ’ άλλο πλιά χερότερο οπού βαθιά τσ’ αγγίζει Ερωτόκρ. Γ́ 1063· εκεί π’ αγγίξ’ η πεθυμιά και τσ’ ερωτιάς η κρίση Ερωτόκρ. Ά́ 268· Πράγμα που δεν τ’ ακαρτερεί ουδόλως του εγγίζει Κορων., Μπούας 41. 3) Ανήκω (Η σημασ. και σήμ. σε ιδίωμ., ΙΛ, λ. αγγίζω 3): πάντα τα εμά πράγματα όσα κατέρχονται εις εμέ και εγγίζουσιν εμοί πατρόθεν Διαθ. του 1501 (Σάθ., ΜΒ Ϛ́ 6789)· η εντράδα οπού ήγγιζε της αυθεντίας να πάγει διά την ελευθερίαν … Ρωσσέρ. 88. 4) (Απρόσ.) ταιριάζει, αξίζει (Βλ. ΙΛ, λ. αγγίζω 3): ήγγιζέ των εκεινών να ’χουν την αυθεντίαν Κορων., Μπούας 6· η εντράδα οπού ήγγιζε της αυθεντίας να πάγει διά την ελευθερίαν … Ρωσσέρ. 88· ουδέ οι άγγελοι δύνουνται να την εγκωμιάσουν όσον της εγγίζει Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390· Εσένα ’γγίζει να θρηνάς, όταν γελούσιν άλλοι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1133]· να βλεπήσει εκείνον τό θέλει να πει ο άνθρωπος και αν τον εγγίζει να το πει ού όχι Ξόμπλιν φ. 131v. 5) Αφορώ: ει δε το έκκλημα ένι κοινόν και εγγίζει της εκκλησίας και της αυλής της κοσμικής Ασσίζ. 3123. 6) Παρακινώ, βιάζω: «Πας κυνηγός μη κάθεται, τον χρόνον μη διαβαίνει,| αλλά ο καιρός εγγίζε τον να τρέχει εις το κυνήγιν» Λίβ. Esc. 1097· Εγώ ’μαι εκείνος ο θεός που με το φως μου αγγίζω| το νου σας, να γυρεύετε δόξες και σας φωτίζω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 25· Πελάγιε, αυτή η ευσέβεια, όση έχεις ριζωμένη| εις την καρδία α σ’ άγγισε να δεις λευτερωμένη| τη χώρα ετούτη, κόπιασε το Ζήνο να μερώσεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 40. 7) Επηρεάζω: διότι ο πεθαμένος ή η αποθαμένη ουδέν εγγίζουν τους λίζιους Ασσίζ. 20614.
       
  • καύκαλο(ν)  
    το, Πικατ. 519, Πεντ. Γέν. XLIX 26, Έξ. XVI 16, Αρ. I 2, 18, 20, 22, Δευτ. XXVIII 35, XXXIII 16, 20, Αχέλ. 1045, Στάθ. (Martini) Α΄ 178, Γ΄ 228, Διακρούσ. 8024, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 8 καύχαλον.
    Από το ουσ. καύκα και την κατάλ.‑αλον. Βλ. και Chantraine, Dict. étym., λ. καύκος και L‑S. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ.
    1) Κρανίο, κεφάλι (Βλ. και Κουκ., Αθ. 29, 1917, 100, καθώς και Δετοράκης, Κρητολ. 8, 1977, 187): Τα αίματα ετρέχασι κάτω προς τα χαντάκια,| τα καύκαλα με τους μυαλούς μέσα εις τα χαράκια Διακρούσ. 10310· μάθε να μιλείς καλά γή σπω το καύκαλό σου Στάθ. (Martini) Γ΄ 234. 2) (Συνεκδ.) το άτομο: να πάρεις πέντε πέντε ξάγια για το καύκαλο Πεντ. Αρ. III 47. 3) Το ξεροψημένο πάνω μέρος της πίττας ή του ψωμιού: εις το καύκαλον της πίττας Χρησμ. (Βέης) 137. 4) α) Το πάνω μέρος του υποδήματος που σκεπάζει τον ταρσό και το μετατάρσιο του ποδιού (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 400 και Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 539-40): τα ποδηματίτσια της χρυσά διακεντισμένα,| τα καύχαλα ήσαν χυμευτά κι οι πτέρνες με τους λίθους Διγ. (Trapp) Esc. 1487· β) (γενικά) το πάνω μέρος: μία κουβέρτα τριμμένη και ένα καύκαλο αλλής Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 85218. Ως τοπων.: Βουστρ. 462.
       
  • οικουμένη  
    η, Διγ. Z 1798, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1612, Χρον. Μορ. H 775, 790, Θρ. Κων/π. (Mich.) 80, Byz. Kleinchron. Ά́ 560, 6591, Διήγ. Αλ. V 61, Κορων., Μπούας 117, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1225, Πανώρ. Ά́ 409, Έ́ 416, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 114, Β́ 508, Δ́ 138, Πιστ. βοσκ. I 1, 293 (έκδ. οινκουμένη· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 279), III 6, 280, Σταυριν. 616, Ιστ. Βλαχ. 2364, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1254, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 44, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 162, Έ́ 181, Διακρούσ. 8419, κ.α.· ’κουμένη, Πένθ. θαν.2 159 κριτ. υπ.
    Το αρχ. ουσ. οικουμένη. Η λ. και σήμ.
    1) α) Γη, υφήλιος: πέτρες, δεντρά και σίδερα και ζα στην οικουμένη| όλα γνωρίζουν και γραικού τον πόθο πως τα γιαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1273· Ήλιε μου, ανάτειλε παντού, σ’ ούλον τον κόσμον φέγγε| κι έκτεινε τας ακτίνας σου σ’ όλην την οικουμένη Ανακάλ. 58· ήτον πράγμα αξιοθέατον και θαυμασιότερον από τας πυραμίδας και από τα λοιπά μεγάλα της οικουμένης θεάματα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 242· β) το καθένα από τα δύο ημισφαίρια: Τούτα τα δύο ημισφαίρια, ήγουν αι δύο οικουμένες, η εδική μας και εκείνη, έχουσιν εναντία τα πράγματα και τους καιρούς αλλήλως τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 27. 2) Σύμπαν, πλάση: εις καιρόν αναστάσεως, ημέρα πικραμένην,| όταν το βούκινον φανεί σ’ όλην την οικουμένην| φωνή φριχτή και φοβερά, η γης θέλει τρομάξει Ρίμ. θαν. 58. 3) Όλοι οι κάτοικοι της γης, η ανθρωπότητα: Δεν είναι αυτοί τούς έτρεμεν ο κόσμος κι η ’κουμένη (έκδ. κ’ η οικουμένη)| και πώς εκαταστάθησαν γυμνοί και αραχνιασμένοι; Πένθ. θαν.2 159· Επεί πού γαρ ηδύνατο η του Θεού αγία εκκλησία, ίνα πρώτον σταθήναι και διδάξαι την άπασαν [οικουμένην] Μάρκ., Βουλκ. 3414· Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,| του χρυσαφιού ακριβειά καταραμένη (παραλ. 2 στ.), πόσες συχνιές μαλιές συναφορμά σας| γροικούνται ολημερνίς στην οικουμένη! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 378·    να κλαύσομεν του λόγου μας, να κλαύσομεν την Πόλη,| αυτήν οπού επαίνεσεν η οικουμένη όλη Ιστ. Βλαχ. 2392. 4) Όλος ο χριστιανικός κόσμος: έτσ’ ήταν οι Απόστολοι πτωχοί, ταπεινωμένοι,| αλλά τους επροσκύνησεν όλη η οικουμένη Ιστ. Βλαχ. 1758· τον σταυρόν τον τίμιον υβρίζουν κατά μόνας,| το ξύλον το σεβάσμιον πάσης της οικουμένης Ιστ. Βλαχ. 2653. Είτα ο αγιότατος πρόεδρος οικουμένης| ελθέτω προς τον αγιασμόν ναού Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1237. 5) α) (Προκ. για εκτεταμένο κράτος) επικράτεια: την οικουμένην όρισεν (ενν. ο Μεεμέτης) εις πλάτος και εις μήκος,| αρίθμητους χριστιανούς εφόνευσεν αδίκως Ιστ. Βλαχ. 2531· αν έλθει θάνατος σ’ εμέν, χάνεται <η> οικουμένη Αλεξ. 2014· «χαρά εις εσέναν, Λίβιστρε, κερδαίνεις την Ροδάμνην».| Ανεκηρύχθην βασιλεύς στην οικουμένην όλην Λίβ. P 956· β) (εδώ προκ. για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. 2): τους χρόνους εκεινούς η πόλις γαρ της Ρώμης| τον κόσμον όλο αφέντευεν, όλην την οικουμένην Χρον. Μορ. H 782· Εκείνοι γαρ οι βασιλείς, οι ευσεβείς, οι θείοι,| έλαμπον, εφωτίζασιν την παναγίαν Πόλην,| την Δύσην, την Ανατολήν, όλην την οικουμένην Ανακάλ. 105.
       
  • ολημερίς,  
    επίρρ., Χρον. Μορ. P 3664, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 387 κριτ. υπ., Νεκρ. βασιλ. 10, Δεφ., Λόγ. 348, Τριβ., Ρε 61, Αχέλ. 2088, Αιτωλ., Μύθ. 774, Πιστ. βοσκ. II 4, 63, Ευγέν. 406, 887, Διήγ. ωραιότ. 694, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1042], Μαρκάδ. 351, Διακρούσ. 7917· ολημερί, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2088· ολημερνίς, Γύπ. Πρόλ. Διός 64, Πανώρ. Β́ 162, Δ́ 26, 29, 36, 227, 431, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 296, Β́ 330, 350, Κατζ. Ά́ 256, Βοσκοπ.2 361, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 963, Γ́ 654, Δ́ 885, 1112, Έ́ 1492, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 64, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 84, 333, Πρόλ. άγν. κωμ. 5, Ζήν. Δ́ 8, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21115, 30117, 43322, 4418, 51419, 52014, 53126, κ.π.α.· ολομερίς, Διήγ. πανωφ. 57.
    Από το επίρρ. ολημέρα και την κατάλ. ‑ίς κοιτά το νωρίς (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. ολημερνίς από επίδρ. του επιρρ. ολημερ(ι)νώς, κ.τ.ό. (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 225· βλ. και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 641])· απ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 120, Πρόλ. 75, στο Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Β́ 78, 82, Γ́ 218, 224, κ.α., στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 207 και Ϛ́ 178 στη λ., Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 74 και Πασπ., Γλωσσ. 264). Ο τ. ολομερίς και σήμ. στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 330), όπου και τ. ουλημερίς (Σακ., Κυπρ. Β́ 706 και Παναρέτου, Κυπρ. Σπ. 8, 1944, 81). Τ. ουλημερνίς στα Poèm. hist. 272186, 288438 και σήμ. ιδιωμ. (Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 74 και Κοντοσόπ., ΛΔ 14, 1982, 112). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 207, Πιτυκάκης, Αμάλθ. 10, τεύχ. 40, 1979, 240) και την Κύπρο (Παναρέτου, Κυπρ. Σπ. 8, 1944, 81, Rosenthal-Kamarinea, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ Γ́ 480).
    α) Όλη τη μέρα: Ένας, παιδί μου, οπ’ αγαπά ολημερνίς συχνιάζει| και να θωρεί ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1481· άρχισεν να κάμει σεισμούς και κάνοντας ολημερίς εθαυμάζαμεν και πάλιν ξημερώνοντας η Κυριακή δεν έπαυαν Διήγ. πανωφ. 55· Ελπίδα κάνει τσι γεωργούς κι ολημερνίς δουλεύγου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 283· όσοι καθέζονται αργοί ολημερνίς είναι ασθενείς τον περισσότερον καιρόν και ζούσιν ολίγους χρόνους Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 175· β) (συνεκδ.) κάθε μέρα, όλο τον καιρό: Δεν ξεύρεις τα συγχύσματα τσ’ όχθρητες οπού ανάφτου| στη χώρα ετούτη ολημερνίς και ουδεποσώς δεν παύτου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 116· Ω! κακομοίρα μου καρδιά, είντα φωτιά σ’ επιάσε| και δεν μπορείς να γιατρευτείς, μα ολημερνίς χαλάσαι με τόση μάνητα Τούρκων Τζάνε, Κρ. πόλ. 4334· πόσες συχνιές μαλιές συναφορμά σας| γροικούνται ολημερνίς στην οικουμένη! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 378· εκφρ. ολημερνίς κι οληνυκτίς ή οληνυκτίς κι ολημερνίς ή ολονυκτίς κι ολομερίς = συνέχεια: Την χώρα όλη έβλεπες ωσάν καμίνι ν’ άφτει| ολημερνίς και οληνυκτίς ποτέ να μηδέν παύτει Τζάνε, Κρ. πόλ. 15227· ολημερνίς κι οληνυκτίς αναπαημό δεν έχει| κι εκείνην οπού αγάπησε με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 621· οληνυκτίς κι ολημερνίς οι άλλοι επολεμούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4552· Ολονυκτίς κι ολομερίς εκείνος επολέμα Τζάνε, Κρ. πόλ. 19722.
       
  • ολιγαίνω,  
    Απόκοπ.2 58, Πορτολ. A 507, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 827, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 192· ’λιγαίνω, Φαλιέρ., Θρ. 92, 123, Πικατ. 220, Αχέλ. 2023, Πανώρ. Ά́ 218, 229, 232, Β́ 338, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 436, Β́ 14, Δ́ 152, 271, Έ́ 507, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 137, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 18, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 181, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. β́ [9], Τζάνε, Κρ. πόλ. 3677, 4525, 51123, 51714, 5419, 5424· ’λλιαίνω, Θρ. Κύπρ. M 741· ολλιγαίνω, Μαχ. 4266.
    Από το επίθ. ολίγος και την κατάλ. ‑αίνω. Ο τ. ’λιγαίνω στο Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Έ́ 21, στο Δαβίδ 284, 357, στο Βλάχ. (λ. ληγαίνω και λιγαίνω) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 87 και Σπυριδ., Κρητικά 1, 1930, 193). Ο τ. ’λλιαίνω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 637, Λουκά, Γλωσσάρ. 283, όπου βλ. και για το σχηματ. του, λ. λλίος). Ο τ. ολλιγαίνω στο Du Cange (λ. ολλίγος). Λ. ολλιγάνειν στο Meursius. Η λ. στο Poèm. hist. 278256 και στο Βλάχ.
    Ά́ Αμτβ. 1) Ελαττώνομαι, λιγοστεύω α) (προκ. για αριθμό ή ποσότητα): οι Τούρκοι επληθαίνασιν κι οι Φράγκοι ελιγαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4554· Χριστιανοί επέφτανε κάθ’ ώρα κι αποθαίναν| απού τα βόλια τα πολλά, κι οι τέχνες ελιγαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15516· Ω πλήσια κακορίζικοι και γιάντα δε θωρούσι| τσι μέρες πως ’λιγαίνουσι, τσι χρόνους πως περνούσι! Ερωφ. Πρόλ. 74· επληθύνασιν οι πόνοι, ουδέ ’λιγάνα Φαλιέρ., Θρ. 108· (ειδικά): δεν ελίγανεν η χάρις της Παρθένου Μαρίας Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397· β) (προκ. για το βάθος ή τη στάθμη της θάλασσας): έχεις φούντον οργίες ιζ́ ώστε να κοστάρεις το ακρωτηράκιν και τότε ολιγαίνει ο φούντος Πορτολ. A 507· βάρκες πολλές επνίγησαν μπαίνοντας στο Μαντράκι,| πληθαίνοντας το πέλαγος κι ελίγαινε δαμάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33324· γ) (με υποκ. τις λ. φως, λαλιά): δεν έχουσιν (ενν. τα γερατειά) αποκοτιά, το φως τως ολιγαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 827· το πνεύμα μου εταράχτηκε, την αναπνιά μου εχάσα| κι αληθινά κι επίστεψα πως πέφτω αποθαμένη,| γιατί το φως μου ελίγανε γροικώντας του η καημένη Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 176· αναχασκίζω κι η λαλιά χάνεται και ’λιγαίνει| κι η γλώσσα μου βουβαίνεται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 391. δ) (προκ. για ένταση αισθήματος) καταπραΰνομαι, απαλύνω: εφαίνουντό του (ενν. του Ρωτόκριτου) τα τειχιά ανάπαψη του δίδα (παραλ. 1 στ.) κι ο πόνος του κι η πείραξη του εφαίνετο ’λιγαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1071· απήτις από του γιαλού τον τράφο θέλει βγάλει (ενν. η ολπίδα του ναύτη)| το ροδοστολισμένο τση και το χρυσό κεφάλι,| τότες αρχίζει ο φόβος του κι η γέγνοια να ’λιγαίνει Στάθ. (Martini) Ά́ 9· σε μεγάλες δυσκολίες και πείραξες εμπήκε (ενν. ο νους μου)| κι η πεθυμιά μου επλήθυνεν, αμ’ όχι να ’λιγάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 513. 2) α) (Προκ. για μέγεθος) μικραίνω: Εκεί ηυρίσκονταν δενδρά, εις ώρας έξ αυξαίνουν·| σαν επατούσαν οι επτά, αρχίζαν να ’λιγαίνουν Αλεξ. 1606· από την χάριν του Θεού αυξάνου (ενν. τα βλασταράκια), ουδέ ’λιγαίνου Χούμνου, Κοσμογ. 401·· β) (προκ. για διάρκεια) συντομεύω: ’λιγαίνει και κοντεύγεται το μάκρος τση ζωής τως Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 830· γ) (προκ. για κερί) λειώνω: ήφτε ημέρα και νύκτα και ποτέ δεν έσβηνε και δεν ελίγαινε, ουδέ εχαλάτονε το κερί Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 446·· (σε μεταφ.): Ολημερνίς κι οληνυκτίς να κλαίγει (παραλ. 1 στ.), σαν το κερί ελίγαινε, όνταν άφτει Βοσκοπ.2 363· μα’γώ ’λιγαίνω σαν κερί καίγοντας κι όλη λειώνω| και δεν μπορώ τα βάσανα, τσι χαλασμούς οπού ’χω Τζάνε, Κρ. πόλ. 4604. 3) α) Εξασθενώ, χάνω τις δυνάμεις μου, λιγοθυμώ: οΐμένα, πώς ’λιγαίνω;| Εχάθηκε το αίμα μου κι όλος αποκρυγαίνω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 175· β) (με υποκ. τις λ. καρδιά, δύναμη, πνοή, κλπ.): Φοβούμαι δυνατά, πολλά τρομάσσω,| κι όλη γροικώ η καρδιά μου και ’λιγαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. ά́ 641· τα σωθικά μου σφάζουνται, ’λιγαίνει η ψυχή μου Μαρκάδ. 377· Η εμιλιά του εχάθηκεν, ελίγανε η πνοή του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 939· μηδέ να το κουνήσω (ενν. το χαράκι)| μπορώ ... (παραλ. 1 στ.)· τάχατες μέσα εδώ ’ναι ο κόσμος όλος| ή μένα μου ’λιγάνα οι δύναμές μου; Πιστ. βοσκ. III 9, 64· ’λιγαίνει η ζέστη η φυσική και σβήνει τη ζωή του Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 28. 4) (Προκ. για την ημέρα) πλησιάζω προς το τέλος μου: η μέρα πάντ’ ολίγαινεν κι εσίμωνεν η νύκτα Απόκοπ.2 58. Β́ Μτβ. 1) Κάνω κ. να ελαττωθεί, να μειωθεί α) (προκ. για αριθμό προσώπων, κλπ.): για να’ναι αγάπη πάντοτες κι ο κόσμος να πληθαίνει| κι ο θάνατος να μη μπορεί τσ’ ανθρώπους να ’λιγαίνει Πανώρ. Έ́ 36· Πάθη ποτέ και κλάηματα, Αλέξη, δε μπορούσι| βάσανα να ’λιγάνουσι, μάλλιος αυτά γεννούσι| πλιότερα βάρη στην καρδιά Πανώρ. Ά́ 226· β) (εδώ σε συνεκδ.): οι Γενουβήσοι ... εθέλα ν’ αφεντέψουν τον τόπον και επλημελούσαν να ολλιγάνουν τον τόπον Μαχ. 4266·· γ) (προκ. για ποσότητα): πρέπει να κάμνεις οπτόν το παχύ κρέας, ότι το πυρ ολιγαίνει το πάχος του Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 192. 2) (Προκ. για ένταση συναισθήματος) απαλύνω κ. (δυσάρεστο), καταπραΰνω: Για να μπορέσεις μετ’ αυτά (ενν. τα φιλιά), μέρος να μου ’λιγάνεις| την πίκραν του θανάτου μου και να μου την γλυκάνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [817]. 3) (Με αντικ. τις λ. καρδιά, δύναμη) κάνω να εξασθενήσει: Μιαν εμιλιά γροικώ τριγύρου-γύρου| μουρμουριστή και μπαίνει από τ’ αφτιά μου| και μέσα μου ’λιγαίνει την καρδιά μου Πιστ. βοσκ. I 2, 50· τα τόσα γερατειά την όρεξη μαργώνου,| τη δύναμη ’λιγαίνουσι, το φόβο δυναμώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 824.
       
  • ολίγος,  
    επίθ., Σπαν. A 548, Σπαν. B 462, Προδρ. (Eideneier) II 84, IV 507, Διγ. (Trapp) Gr. 1094, Διγ. Z 1426, Χρον. Μορ. H 1274,1736, Λίβ. Esc. 4192, Λίβ. (Lamb.) N 369, Φαλιέρ., Ιστ.2 349, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 51, Κορων., Μπούας 53, Διήγ. Αλ. G 27032, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 114r, Πεντ. Γέν. XXX 15, Πορτολ. A 23913, Διγ. Άνδρ. 3456, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 269, 1700, κ.π.α.· αλίγος, Ροδινός (Βαλ.) 198· ελίγος, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 552, Πανώρ. Β́ 182, 326, Πιστ. βοσκ. I 4, 50, Στάθ. (Martini) Γ́ 6, 54, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 271, Γ́ 4, Έ́ 516, 521, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 264, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 211, κ.α.· ελλίγος, Μαχ. 4806, Κυπρ. ερωτ. 1482, Ξόμπλιν φ. 126v, 130v· λίγος, Σπαν. (Μαυρ.) P 387, Χρον. Μορ. P 3843, Φαλιέρ., Ιστ.2 148, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 193, 237, Θησ. Β́ [826], Χούμνου, Κοσμογ. 1022, Πανώρ. Β́ 12, Γ́ 225, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 55, Γ́ 292, Έ́ 593, 652, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 331, 1957, Β́ 897, 980, Γ́ 110, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16921, 52226, κ.α.· ’λιγός, Σπαν. B 479, Παρασπ., Βάρν. C 152· ’λίος, Χρον. Μορ. H 1471, 3850, 3869, Χρον. Μορ. P 5072· ’λιος, Χρον. Μορ. P 3869· ’λλίγος, Κυπρ. ερωτ. 37, 8313, 9430, 15011· ’λλίος, Κυπρ. ερωτ. 1267· όλιγος, Λόγ. παρηγ. L 550· ολιγός. Σπαν. O 218, Προδρ. (Eideneier) IV 329, 441, Χρον. Μορ. P 4724, Φλώρ. 645, Λίβ. P 1279, Λίβ. Sc. 262, 344, Λίβ. Esc. 401, 1274, Λίβ. N 1237, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 545, Χρον. Τόκκων 130, 442, 501, 521, Παρασπ., Βάρν. C 99, 161, κ.α.· ολλίγος, Μαχ. 2234, 3236, 33814· υπερθ. λιγότατος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [715], Γ́ [355]· ολιγότατος, Λίμπον. 141.
    Το αρχ. επίθ. ολίγος. Ο τ. ελίγος σε έγγρ. του 1598 (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 248), σε επιστ. του 1605 (Μαυροειδή, Δωδώνη 7, 1978, 149) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. όπου και τ. έλιος και ελίος (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ.). Ο τ. λίγος στο Βλάχ. και σήμ. Οι υπερθ. λιγότατος και ολιγότατος στο Somav. Ο τ. ’λλίος σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́, Λουκά, Γλωσσάρ. 283) και στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 326). Ο τ. όλιγος σε έγγρ. του 1407 (Act. Xér. 2125). Ο τ. ολλίγος στο Meursius. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) α) Που υφίσταται σε μικρή ποσότητα, λίγος: Προδρ. (Eideneier) IV 599· γιατρικό λίγο Πανώρ. Ά́ 150· ανάσανα και πήρα λίγο αέρα Φαλιέρ., Ενύπν.2 7· να μπουν του ηλιού οι ακτίνες|  ... λίγη φωτιά ας προβάλει Απόκοπ.2 113· ελίγον κέρδος Αχέλ. 1057· β) (μεταφ.): ελπίζω παντελώς να μην τονε ξεχάσω (ενν. το δρόμο μου),| μάλλον κι ελίγον βάνοντα κόπον να τονε φθάσω Αχέλ. 546· έπρεπε να ’βρα ’λλίγην ’λεμοσύνην Κυπρ. ερωτ. 298· αξάφτει η βράση της καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει| και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τους σώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1122. 2) α) Που υφίσταται σε περιορισμένο αριθμό: Χρον. Μορ. H 5070· Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 373· Ερωφ. Ιντ. δ́ 3· εγώ ’μαι μαθημένος (παραλ. 1 στ.) και μ’ άνδρας ολιγότατους ...| πλήθος πολύ να πολεμώ Κορων., Μπούας 96· τρίχας ολιγάς Λόγ. παρηγ. O 568· πράγματα ολιγά Σπαν. (Ζώρ.) V 103· η χαρά μου ’λλίους μήνες| και πολλούς τα κλάματά μου Κυπρ. ερωτ. 1267· β) (ως ουσ.): ολιγοί μέλλουν στραφήναι| εις τας χώρας τας ιδίας| άμφω γαρ εκ του θανάτου| κι εκ της ολέθριας μάχης Ερμον. Η 226· η πόρτα τούτη με κρουφό τρόπον ογιά ν’ ανοίγει,| πίστεψε, και για να ’ν’ στενή, την ξεύρουσιν ολίγοι Φαλιέρ., Ιστ.2 190· μα ’γώ, που είμαι πραχτική, τσ’ ανδραγαθιές του πόθου,| οπού λιγότατες καλά μπορούσι να τες γνώθουν,| δεν θέλω κομπωθεί ποτέ Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [750]· γ) που αριθμεί λίγα μέλη, ολιγάριθμος: όχι από την πληθότητά σας από όλα τα έθνη ορέχτην ο Κύριος εις εσάς και εδιάλεξεν εις εσάς, ότι εσείς το ολιγότερο από όλα τα έθνη Πεντ. Δευτ. VII 7· Αυτός ηυρήκεν αφορμήν φουσσάτο έναι ολίγον| και εστράφηκεν εις την Βλαχιάν τάχα να μάσει πλέον Χρον. Τόκκων 505. 3) (Προκ. για χρον. διάστημα) που έχει μικρή διάρκεια, σύντομος: Αχιλλ. N 1166· Ψευδο-Σφρ. 15818· Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 126· την ’λλίγην την ζωήν με δίχα κλάμαν| να την περάσω Κυπρ. ερωτ. 1365· μετά ώραν ολιγήν εξέβην η Ροδάμνη Λίβ. Sc. 152. 4) (Προκ. για τοπ. έκταση, απόσταση) μικρός: Ροδινός (Βαλ.) 107· Τζάνε, Κατάν. 16· τόπον ολιγόν δραμόντες Ερμον. Ψ 112. 5) α) (Προκ. για μέγεθος) μικρός: Προδρ. (Eideneier) IV 652· β) (εδώ προκ. για κείμενο, ομιλία) σύντομος: ολίγον καταλόγιν Περί ξεν. A 3· Ακούσατέ μου, παρακαλώ, του ταπεινού και αμαρτωλού γέροντος μικράν διδασκαλίαν και λόγον ολίγον Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 3. 6) (Στο συγκριτ., προκ. για ηλικία) μικρότερος: η γυναίκα οπού είναι εις τους χρόνους ολιγότερη από τους εικοσιπέντε Νομοκριτ. 68. 7) α) (Προκ. για ένταση) αδύναμος, ασθενής: σαν η φωτιά η μεγάλη| καταπονά την άλλη,| την ελιγότερή της,| έτσι και ο πόνος τούτος ο δικός σου| σβήνει τον εδικόν μου Πιστ. βοσκ. V 5, 423· Δεν σου πιστεύω, Έρωτα τυφλέ, γιατί κομπώνεις| όσους σ’ εσέ πιστεύσουσι ...| Κι αν είναι ολίγη η βλέψις σου, πίστιν λιγότερ’ έχεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [109]· Λέγει ο Μωυσής: Το πλήθος δεν με θέλει ηκούγει από την ολίγην φωνήν οπού έχω Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 157v· β) (προκ. για συναισθήματα): εάν ποτέ με ηγάπησες, εδά ας το ιδώ, κυρά μου,| να μηδέν η αγάπη σου λιγότερή μοι γένει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 5806 (Δωδώνη 8, 1979, 414)· γ) (προκ. για την ψυχή): ο Αλέξανδρος ... ήτον λωλός και από ολίγη ψυχή Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 241v. 8) α) (Προκ. για ποιότητα ή αξία) μικρός, ασήμαντος, μηδαμινός: όταν ποιήσεις τίποτες προτέρημαν ολίγον,| μη καυχηθείς Σπαν. A 486· Για τόσο λίγο χάρισμα ...| δεν κάμνει χρεια διαμέσου μας τόση ευχαριστία Φαλιέρ., Ιστ.2 163· εσύ φοβάσαι το λοιπόν για τέτοιον λίγον πράμα Ευγέν. 509· Πάσα κιανείς απ’ αγαπά, δίκιό ’χει να φοβάται| με πάσα λίγην αφορμή Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 112· β) (για πρόσ.) ανίκανος, ανεπιτήδειος (σε κ.): όποιος ήταν ολίγος εις την γνώσιν έπαιρνεν παπία, ορνίθια Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 25r. 9) Ανεπαρκής: Άτυχα εφυλάγονταν τότε οι Αλβανίται,| φύλαξιν είχαν ολιγήν και βίγλα ουδέ όλως Χρον. Τόκκων 792· Να μεγαλώσω ελόγιαζα και να πληθύνω πλούτος,| μα λίγος ήτονε για με όλος ο κόσμος τούτος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 290. 10) (Ως σύστ. αντικ.): εποίκεν και ο ρε Ζακ ολλίγον και ο ρε Τζενίος ολλίον Μαχ. 59030. 11) (Με την αντων. τίποτις για να δηλωθεί κάτι το ελάχιστο): Μαγάρι ας εύρομε για ’δά τίποτις λίγο μίσσο,| αμ’ όχι δίχως τίποτις να στρέψομεν οπίσω Φαλιέρ., Ιστ.2 389· έκφρ. ολίγον τίποτε περισσότερον = κάτι παραπάνω: πολλοί πατέρες είναι τόσον φιλάργυροι και μισότεκνοι ώστε, διά να μη δώσουν του διδασκάλου ολίγον τίποτε περισσότερον, προαιρούνται να δώσουν τα παιδία τους εις διδασκάλους χονδρούς και απαίδευτους Σοφιαν., Παιδαγ. 270. 12) (Με το αρνητ. μόρ. ουκ για να δηλωθεί αρκετός, σημαντικός αριθμός, ποσότητα, χρόνος, κλπ.): είχεν και την γυναίκαν του, υιούς άμα και νύμφας| και άλλα ψυχάρια μετ’ εμάς χιλιάδας ουκ ολίγας Πουλολ. (Τσαβαρή)2 552· Γέγονε δέ αργία ουκ ολίγη του επιστρέψαι τον πατριάρχην ένεκεν των γεγονότων σκανδάλων Έκθ. χρον. 7625. Εκφρ. 1) Εν ολίγῳ (Η έκφρ. ήδη αρχ.· βλ. L-S στη λ. IV 3α, Bauer, Wört. στη λ. 3b) = (α) σε μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα: ο δέ Ιμπρεΐμ μπασίας ην οτάμπασης· ως εν ολίγῳ δέ εποίησεν αυτόν ο αυθέντης και βεζίρην Έκθ. χρον. 7516· (β) περιληπτικά, με λίγα λόγια: έλαβε (ενν. ο Αμουράτης) ... και χώρας και φρούρια ..., καθώς εν ολίγῳ εν τῃ της ζωής αυτού διηγήσει ρηθήσεται Ψευδο-Σφρ. 18820. 2) Λίος λαός, βλ. ά. λαός έκφρ. α. Το αρσ. ως ουσ. = (προκ. για εβραϊκή φυλή) α) αυτή που αριθμεί λίγα μέλη (Πβ. κατακληρονομήσετε την γην ... κατά φυλάς υμών, τοις πλείοσι πληθυνείτε την κατάσχεσιν ... και τοις ελάττοσιν ελαττώσετε ΠΔ Αρ. XXXIII 54): να κλερονομηθείτε την ηγή με σκαλφί εις τις γενεές σας· του πολύ να πληθύνετε την κλερονομιά του και του ολίγου να ολιγοστέψεις την κλερονομιά του Πεντ. Αρ. XXXIII 54· β) αυτή που έχει μικρή ιδιοκτησία (Πβ. από των τα πολλά πολλά και από των ελαττόνων ελάττω· έκαστος κατά την κληρονομίαν αυτού ... δώσουσιν ΠΔ Αρ. XXXV 8): τα κράτη ος να δώσετε από διακράτηξη παιδιά του Ισραέλ από το πολύ να πληθύνετε και από τον ολίγο να ολιγοστέψετε Πεντ. Αρ. XXXV 8. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Μικρή ποσότητα: Κάλλιον να δώσεις το ολιγόν και μετά προθυμίας,| περί να δώσεις το πολύν και να τον ονειδίσεις Σπαν. (Ζώρ.) V 16· το λίγο εγίνηκε πολύ και το πολύ να κάμει| αρχίνισεν απλοκαμούς σα οι ρίζες στο καλάμι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 101. 2) (Περιληπτικά, προκ. για εκείνες από τις εβραϊκές φυλές που αριθμούν λίγα μέλη· πβ. μεριείς την κληρονομίαν αυτών ανά μέσον πολλών και ολίγων ΠΔ Αρ. XXVI 56): εις ονόματα σκήφτρα των γονεών τους να κλερονομήσουν· διά στόμα του σκαλφί να μοιραστεί η κλερονομιά του ανάμεσα πολύ εις ολίγο Πεντ. Αρ. XXVI 56. 3) (Ο συγκριτ. επιρρ.) τουλάχιστον: εκείνο το βουτσί δεν ήτον τόσο μέγα,| σα να ’χεν το λιγότερον δέκα χιλιάδες μέτρα Κρασοπ. (Eideneier) Β 74· αν δεν είναι εις όλον, το ολιγότερον εις μέρος Μπερτολδίνος 91.
       
  • όλος,  
    επίθ., Ασσίζ. 14613, Χρον. Μορ. H 1229, 3594, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 60, 193, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 343, Σαχλ., Αφήγ. 503, Φαλιέρ., Ιστ.2 79, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 771, Κορων., Μπούας 76, Πεντ. Γέν. VIII 1, Πανώρ. Γ΄ 220, 293, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 357, 455, Δ́ 87, 722, Έ́ 227, Ιστ. Βλαχ. 1225, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 301, 567, Γ́ 114, Δ́ 1775, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1811, 40720, Μπερτόλδος 68, κ.π.α.· γεν. εν. (αρσ., ουδ.) ολονού, Διήγ. Αλ. V 50, Κορων., Μπούας 4, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 296, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 349· ολουνού, Καραβ. 49216, Διήγ. Αλ. V 26 (δις), 28, Διήγ. Αλ. G 263, 265, 266, 268, 269, 272, 276, 281 (δις), 285, Πεντ. Αρ. XI 13, XVI 29, Δευτ. XIII 10, Σουμμ., Ρεμπελ. 17827, Μπερτόλδος 19· (θηλ.) οληνής, Πεντ. Γέν. I 29, Αρ. XX 27· αιτιατ. εν. (αρσ.) όλονο, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1005]· γεν. πληθ. ’λωνών, Αλεξ. 1106· ολουνών, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 168r, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. 1859· ολών, Ασσίζ. 166, Χρον. Μορ. H 230, 418· ολωνώ, Πανώρ. Β́ 442, Δ́ 78, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 546, 584, Β́ 214, Γ́ 203, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2458· ολωνών, Σκλέντζα, Ποιήμ. 74, Γεωργηλ., Θαν. 196, Πεντ. Γέν. XVI 30 (δις), Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 122, Ά́ 130, Επιστ. Ηγουμ. 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 920, Β́ 299, 412, Ροδινός (Βαλ.) 81, 121, Μπερτόλδος 64· ολωνώνε, Χρον. σουλτ. 10429· αιτιατ. πληθ. (αρσ.) όλου, Κυπρ. ερωτ. 10815· ολουνούς, Διήγ. Αλ. G 271, Άλ. Κύπρ. 1267, Ιστ. Βλαχ. 1911, Μπερτολδίνος 125· ούλος, Ασσίζ. 10925, Συναξ. γαδ. 307, Ανακάλ. 41, 57, Παρασπ., Βάρν. C 323, Μαχ. 5225 Βουστρ. 415, 419, Κυπρ. ερωτ. 2416, 9042, 10629, 10919, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 556, Έ́ 100, 106, Πιστ. βοσκ. I 1, 51, Στάθ. (Martini) Γ́ 356, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 5, Λίμπον. 474, Μαρκάδ. 524, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27912, 50721, κ.π.α.
    Το αρχ. επίθ. όλος. Οι γεν. πληθ. ολουνών και ολών και η αιτιατ. πληθ. ολουνούς, καθώς και ολωνούς στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η γεν. πληθ. ολωνών και σήμ. Για την αιτιατ. πληθ. όλου βλ. Siapkaras - Pitsillides [Κυπρ. ερωτ. σ. 257] και Μενάρδος, Αθ. 8, 1985, 439, καθώς και Σακ., Κυπρ. Β́ ξά́. Ο τ. ούλος, για τον οποίο βλ. Kahane, BZ 66, 1973, 24 και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 457, όπου και τ. ούλλdος, Παπαδ. Α., Λεξ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 180). Επίσης τ. ούλλος στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 191) και ούλους στην Ήπειρο (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά́ 281). Η λ. και σήμ.
    1) Ολόκληρος α) α1) (χωρίς άρθρο πριν από άναρθρο ουσ.): χέρι των μαρτύρων να είναι εις αυτόν εις την αρχή να τον θανατώσουν και χέρι ολονού λαού εις το υστερνό Πεντ. Δευτ. XVII 7· α2) (με προηγ. άρθρο): Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 319, Καλλίμ. 564· α3) (πριν ή ύστερα από έναρθρ. ουσ.): έτρεξεν ούλη η χώρα Βουστρ. 420 κριτ. υπ.· ούλη η Ρόδος Βουστρ. 419 κριτ. υπ.· ετρόμαξεν το νησίν ούλο Ανων., Ιστ. σημ. ρμά́· α4) (με επόμ. το επίρρ. ομάδι επιτ.): Τη θάλασσα περνά (ενν. η Περηφανειά), τη γη χωρίζει,| ’ς τσ’ ανθρώπους διαφορές και μάχες φέρνει| κι όλο τον κόσμο ομάδι αναμιγίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β́ 511· πλήσο εβγήκαν| σκούληκες αγριότατοι που κατοικούν στον Άδη| και εφάγασί μου την καρδιάν και όλην την σάρκα ομάδι Τζάνε, Κατάν. 22· α5) (με επανάληψη του άρθρου): ίνα ...ολοαρμάτωτος ευρίσκωμαι προς ούς γνωρίσω ότι επιβουλεύονται την βασιλείαν υμών, αλλά και υπέρ της όλης της υμετέρας <χώρας> Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 429· β) β1) (προκ. για πρόσ.) που αφορά όλη του την υπόσταση: δούλη σου όλη γέγονα, να μην το απιστήσεις Διγ. Z 242· Ο πατήρ του ως ήκουσεν τον ερχομόν ετούτου (ενν. του Ακρίτη),| όλος εγένετο χαράς, ευθύς καβαλικεύει Διγ. Z 2149· Με την αγάπη καίγομαι κι όλος αναλαμπαίνω| και με το φόβο τον πολύ σα χιόνι αποκρυγιαίνω Πανώρ. Ά́ 199· β2) (εδώ προκ. για ποταμό): ο ποταμός κοκκίνησε κι έγινεν όλος αίμα| και τ’ άθλια τα σώματα κάτω σέρνε το ρεύμα Κορων., Μπούας 38. 2) (Επιρρ. πριν από επίθ. ως επιτ. της σημασίας του) πολύ: Η Βασίλισσα είναι όλη εύσπλαγχνος και επιθυμεί να σε ιδεί Μπερτόλδος 23· φίλον ...| έγκαλον, όλον πρόθυμον, πολλά ηγαπημένον Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 90· άνθρωπον όλον γέροντα την τρίχαν και την όψιν Λίβ. Esc. 1099. 3) (Στον πληθ., για πλήθος προσώπων ή πραγμάτων) όλοι α) (πριν από έναρθρ. ουσ.): Των αρετώ τα ’πωρικά πάντά ’ναι μυρισμένα| κι όλοι οι ανθρώποι τα ’χουσι πολλά πεθυμισμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 42· Στη δούλεψη κι εις τσι καημούς μικρή περίσσα εμπήκα| τσ’ αγάπης, κι όλα τα κακά κι οι παιδωμές μ’ ευρήκα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 16· β) (μετά το έναρθρ. ουσ.): να έλθουσιν οι ιερείς όλοι από την χώραν Ιμπ. 689· γ) (με επόμ. το επίρρ. ομάδι επιτ.) όλοι μαζί: Κορμιά που γεννηθήκατε σήμερο όλα ομάδι| κι όλ’ αποθάνετε μαζί Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 89· όλες ομάδι τσι τιμές και δούλεψες ξεφεύγω Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 19· Τα πράματα όλα ομάδι όλου του κόσμου (παραλ. 2 στ.) όσα εγενήκα κι όσα γεννηθούσι (παραλ. 1 στ.) τα ’δα και βλέπω πού και τι ποθούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελ. 65· στολίσου| τα ρούχα τα βασιλικά για να σε προσκυνήσου| οι στρατηγοί κι η χώρα μας κι όλα τα έθνη ομάδι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 185· δ) (με προηγ. το άρθρο): μετά το ερωτηθήναι οι όλοι μάρτυρες, αναγινώσκονται αι μαρτυρίαι όλαι παρρησίᾳ των δύο μερών Ελλην. νόμ. 57530· ε) (μετά το ουσ. με επανάληψη του άρθρου): τα μικρά στρουθόπουλα τα όλα να μισεύουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 374. 4) (Στον πληθ. ως ουσ.) όλοι οι άνθρωποι, σύνολο ατόμων ή πραγμάτων α) (έναρθρ.): να ποίσετε ομόνοιαν εις μιαν καρδιάν οι όλοι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 451· Οι πάντες τον ζηλεύουσιν, οι όλοι τον τιμούσιν Σπαν. O 160· β) (χωρίς άρθρο): μέσα σ’ όλους ήλαμπεν (ενν. ο Ρωτόκριτος) ωσάν τση μέρας τ’ άστρο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 520· τ’ αμμάτι και το πρόσωπον όλα τα φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1956· γ) (με τους εγκλιτικούς τύπους της προσωπικής αντων. μας, σας, τους, τως): ν’ αφήσομε τσι τόπους μας, τα σπίτια, τα παιδιά μας| κι έτσι μακριά να φέρομε όλοι μας τα κορμιά μας Ερωφ. Ιντ. δ́ 8· Περίσσια είχα πεθυμιά, κοράσια μ’ ακριβά μου,| να σασε δούσιν όλες σας τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. Ιντ. ά́ 128· εσπουδάζουν όλοι τως να ’χουσι πάσα μέρα| χιλιώ λογιώ ξεφάντωσες στη νιότη κι εις τα γέρα Πανώρ. Πρόλ. 23· δ) (με επόμ. τα επιρρ. αντάμα και ομάδι επιτ.) όλοι μαζί: παραύτα ούλοι αντάμα έναν στόμαν εβάλαν φωνήν: «Ζει ο ρε Πιερ!» Μαχ. 45632·· ανέν κι ετούτ’ η γεγλογή σάς άρεσε, όλοι ομάδι| κάμετε να το γνώσομε με τίβοτας σημάδι Πανώρ. Έ́ 421· όλοι ομάδι συχνιά τον ουρανόν ευχαριστούσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 480· ε) (με επόμ. γεν. ουσ. προκ. να δηλωθεί το σύνολο από αυτό που δηλώνει το ουσ.): ούλοι του φουσσάτου επήγαν εις την Αμόχουστον Μαχ. 51623. Το θηλ. στη γεν. εν., επιρρ. =συνεχώς: συ εί παιδίον παίζον, όλης παίζον και χάνον τας ημέρα[ς] σου, μεταμέλεσαι ύστερον Sprachlehre 91. Το ουδ. ως ουσ. = 1) α) Το σύνολο: το όλον του προσώπου της ανάλογον να κείται Λίβ. N 2134· έδωσα εσάς το όλ.ο Πεντ. Γέν. IX 3· (σε αιτιατ. της αναφοράς): την αξιοπρεπέστατην την Κωνσταντίνου πόλιν (παραλ. 2 στ.) Ανατολής το καύκημα και των Ρωμαίων η δόξα,| τό είδεν και τό έλαβεν πολέμους αριθμήτους| και τυραννίσματα πολλά, αρίθμητα το όλον Θρ. Κων/π. (Mich.) 62· β) (στον πληθ. επιτ. με προηγ. την αντων. πάντα): εκείνος οπού είδε τα πάντα όλα Σουμμ., Ρεμπελ. 168· κλέφτει το και χώνει το μέσα σε μιαν σακκούλα,| εγάπαν το και πρόσεχε παρά τα πάντα ούλα Χούμνου, Κοσμογ. 1498· γ) (χωρίς άρθρο): έδωσεν αυτουνού δέκατο από όλο Πεντ. Γέν. XIV 20· Όταν πρησθεί όλον του σώματος Σταφ., Ιατροσ. 371· να μην απεθάνει από όλο των παιδιών του Ισραέλ τίπετα Πεντ. ΄Εξ. IX 4· εδώ θέλετε ακούσει την ζωήν ενός απλού, ειπές πούρου μπαλόρδου, αν δεν είναι εις όλον, το ολιγότερον εις μέρος Μπερτολδίνος 91· (εδώ για σύνολο υπαρχόντων, περιουσίας): εσύ υπηγαίνεις εις το σπίτι της νύφης και με τον καιρόν θέλεις γένει κληρονόμος εις όλον και θέλεις τιμάσαι από όλους σαν άρχοντας Μπερτόλδος 62. 2) Ο αντικειμενικός σκοπός, το σπουδαιότερο πράγμα, το παν: το δέ όλον ήτονε ίνα διώξῃ παντελώς εκείθεν τους Σιναΐτας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 220. Εκφρ. 1) Διά όλων =ολοκληρωτικά: δοξάζω σε, Θεέ και ποιητά των όλων,| ότι ενικήθη απ’ εμού εχθρός μου διά όλων Κορων., Μπούας 132. 2) Δι’ όλης νυκτός και ημέρας =συνεχώς, ασταμάτητα: δι’ όλης νυκτός και ημέρας πολεμίζων το κάστρον ουκ αφίστατο (ενν. ο Καντακουζηνός) Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 90. 3) Μεθ’ όλης της καρδίας =«με όλη μου την καρδιά»: τον εμαυτόν μου δίδω τον μεθ’ όλης της καρδίας| και ως άδικον και αλλότριον όρισε με φονεύσουν Αχιλλ. N 852· πβ. και ά. καρδία 10. 4) Με προηγ. την πρόθ. με (μ’) και στις εκφρ. με (μ’) όλ(α) αυτά ή αυτείνα, κείνα, τούτα, με (μ’) όλον εκείνο ή (ε)τούτο(ν), απού, (ο)πού, τούτο οπού, τούτον όλον, τούτο όλον οπού, ούλο ετούτο· βλ. και ά. μετά 19: ιμπορτάρησεν υπέρπυρα σαράντα δύο, μ’ ούλο ετούτο ο λεγόμενος Στράτης, διά να ’ναι πάλι κοντέντος, του τα απόσωσεν έως υπέρπυρα εβδομήντα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84626. 5) Όλον καιρόν =συνέχεια: Κάμποι, που πρασινίζετε| ολον καιρόν με τα νερά,| ραχίδια, δέντρη τρυφερά,| νερά που τα δροσιζετε Κυπρ. ερωτ. 1252. 6) Όλος εξ ολοκλήρου =(επιτ.) όλος μαζί, ολόκληρος: Οδοντοτύραννος εκεί θηρίον εφιζάνει,| λίαν πολύ το μέγεθος, ώστε πιείν ακόπως| ελέφαντα τον ισχυρόν όλον εξ ολοκλήρου Βίος Αλ. 4844. 7) Ούλοι οι περίτου =οι περισσότεροι (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β́ σ. 261]): ελευθερώθησαν πολλοί ούλοι οι περίτου και εσυνπιάσαν πολλύν λογάριν Μαχ. 19622. 8) Σ’ όλον το ύστερον =τελικά: εβάλαν τα κοράσια τους διά να φυλαχθούσιν,| με τα παλληκαράκια τους διά να μην σκλαβωθούσιν,| αμμέ σ’ όλον το ύστερον φοβούμαι μην τα πάρουν| οι Τούρκοι εις τας χείρας τους και να τα τραπατσάρουν Θρ. Κύπρ. M 287. 9) (Το) όλο ος =όλα (όσα): εσείς είδιετε το όλο ος έκαμεν ο Κύριος Πεντ. Δευτ. XXIX 1· η πείνα ήτον ιπί όλα τα πρόσωπα της ηγής και άνοιξεν ο Ιωσέφ το όλο ος εις αυτουνούς και επούλησεν της Αίγυφτος Πεντ. Γέν. XLI 56· σαν όλο ος επαράγγειλεν ο Κύριος τον Μωσέ, έτσι έκαμαν τα παιδιά του Ισραέλ Πεντ. Αρ. IX 5· απέ το χτήνο το καθάριο και απέ το χτήνο ος δεν είναι καθάριο και απέ το απετούμενο και όλο ος σερπετεύγει ιπί την ηγή Πεντ. Γέν. VII 8· απέστειλαν αυτόν και τη γεναίκα του και όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XII 20.
       
  • ομάδι,  
    επίρρ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 778, Φλώρ. 1831, Πανώρ. Πρόλ. 45, Ά́ 308, Β́ 15, Γ́ 127, Έ́ 320, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 3, Ά́ 162, Β́ 114, Γ́ 2, Δ́ 420, Έ́ 156, Ερωφ. Ιντ. ά́ 7, Βοσκοπ.2 92, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 9, Β́ 224, Γ́ 414, Θυσ.2 260, Στάθ. (Martini) Ά́ 230, Ιντ. β́ 72, Γ́ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 123, Β́ 104, Γ́ 49, Φορτουν. (Vinc.) Ά́  70, Β́ 131, Γ́ 616, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Á́ 1, Β́ 432, Διγ. O 839, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13827, κ.π.α.· αμάδι, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 425, 597, Χρον. Μορ. P 959, Απόκοπ. (Παναγ.) 368, Φαλιέρ., Θρ. 79, Σκλάβ. 76, Βεντράμ., Φιλ. 160, Αχέλ. 232, 1468, 1631, 1728, 1812, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 398, 411, Θυσ.2 498, Βελλερ., Επιστ. 77, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 686, Γ́ 70, Δ́ 476, Έ́ 33, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 6, Γ́ 235, 344, Ιντ. ά́ 86, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1587, 42411, κ.π.α.· αμάδιν, Απόκοπ. (Παναγ.) 421, 554· ’μάδι, Ιμπ. (Legr.) 571, Δεφ., Λόγ. 95, Αχέλ. 2336· ομάδια, Φαλιέρ., Ιστ.2 449α κριτ. υπ.· ομάδιν, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 170, Σαχλ., Αφήγ. 157, 184, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 135, 217, 568, Απόκοπ.2 279, 363, 421, Πικατ. 448, Κυπρ. ερωτ. 104, 13721, Ιστ. Βλαχ. 2082, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 293.
    Από το υποκορ. ομάδιον< ομάς ‑άδος (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 116, Georgac., Glotta 31, 1951, 224). Ο τ. αμάδι σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 108, 113, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 247, Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 116, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 273) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́ 139). Τ. αμάδια σε έγγρ. του 1597 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 103). Τ. αμάδιν στο Du Cange και σήμ. στη Χίο (Andr., Lex. στη λ.). Ο τ. ομάδιν σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 701). Η λ. σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 295). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.), κ.α.
    1) α) (Για δήλ. συνύπαρξης) μαζί: Οι θεοί παρά τον Δία| εγκαθήμενοι ομάδι| εις χρυσόν εύμορφον πάτον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ [2]· Εξενοδόχησες εδώθεν κορασίδα (παραλ. 1 στ.) ομάδι να έναι άρχοντες, ξένοι πραγματευτάδες; Φλώρ. 1307· ας είστε πάντ’ αμάδι Θυσ.2 921· αναπαημένοι στέκουνται (ενν. οι αθρώποι) σ’ αγάπη πάντα ομ[ά]δι Πανώρ. Πρόλ. 61· β) (προκ. για πράγματα): ας τα τρίβεις αμάδι όλα εις έναν μουρτάριν και ας τα κάμεις αλοιφήν Σταφ., Ιατροσ. 13379· πολλοί τραντάφυλλα κι αθθούς θωρούσιν,| αμμέ τ’ αγκάθια που ’χουσιν ομάδιν| απού την προθυμιάν δεν τα βιγλούσιν Κυπρ. ερωτ. 423· γ) (προκ. για αφηρημένα): με τη χαράν η πρίκα| τα δυο εσυγκεραστήκασιν ομάδι κι εσμιχτήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 756. 2) α) (Για δήλ. συνάντησης, προσέγγισης) μαζί: σμίγουν ομάδι οι δυο αδελφοί και είς τον άλλο εφίλει Χούμνου, Κοσμογ. 1510·· εμήνυσέ μου η κόρη μου …| … πεθυμιά πως έχει να βρεθούμε| ομάδι Φορτουν. (Vinc.) Β́ 273· πεθυμώ να σμίξομεν ομάδι| εις έσμιξη παντοτινή και ταίρι να σε κάμω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 472· (σε μεταφ.): Οι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου ειν’ το σημάδι| και μάχουνται και ποιος μπορεί να τα συβάσει ομάδι; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 270· β) (για δήλ. συμπλοκής, μάχης) μαζί, μεταξύ: άλλοι στο πάλεμα συμπολεμούν ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [71]· Εγίνη πόλεμος πολύς, ωσάν ομάδι εσμίξαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 32013. Αρκομπουζές εδίνασι τα δύο μέρη ομάδι Διακρούσ. 8324. 3) (Για δήλ. κοινών ενεργειών) μαζί, από κοινού: Ομάδι συνοδεύγομε, ομάδι πορπατούμε Θυσ.2 569· βούηθα μου κι ας πολεμούμε ομάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 541· μας εδόθηκεν ομάδι να κρατούμεν Απόκοπ.2 369· το δαχτυλίδι μου ... ας είναι ογιά σημάδι| ... τση παντρειάς που μελετούμε αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 482· οι Τούρκοι σαν τα πιάσανε, εχαίρουνταν ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1499· (σε συνεκδ.): ωσάν οι τρεις σας βασιλειές αμάδι να σμιχτούσι,| απού τσ’ εχθρούς σας να μπορούν όλους να φυλαχτούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 69. 4) Ομαδικά: είδαμε κακά θεριά οπὄρχονταν ομάδι Αλεξ. 1552· εχύθησαν ομάδι εις την πόλιν όλοι Τρώες Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ2 [307]. 5) α) (Χρον.) συγχρόνως, ταυτοχρόνως: Ήμουν εγώ είκοσι χρονών και αυτός λίγο πλεοτέριν| και ομάδι εστεφανώθημαν κι είχεν καθείς το ταίριν Απόκοπ.2 368· σύντροφος με το σύντροφο να ξεψυχούν αμάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1081· Γιαμιά τρεις επαρχίες χαλούν αμάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 81· Ο Κρητικός κι άλλοι πολλοί να με μαλώσου ομάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1035· β) παράλληλα: όποιος ετουνού υποτάσσεται υποτάσσεται και της αυθεντίας και αμάδι υποτάσσεται και της αυθεντίας και της εκκλησίας, επειδή είναι και άρχων Βένετος και αρχιερεύς Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 469. 6) Συνολικά: Το πόβολον του Ισραήλ, δώδεκα σκήπτρα ομάδι,| εδιάβησαν την θάλασσαν Φαλιέρ., Λόγ. 27. 7) Εξολοκλήρου: ήλιε, ρίξε τες ακτίνες σου και μάζωξε όλην την ικμάδα της γης διά να ξηράνεις ομάδι την χλωρότητά της Χίκα, Μονωδ. 141. 8) (Προκ. για σύνολο) όλοι μαζί: να ’χ’ αποθάνει, ...| τόσες μου λύπες κι άμετροι πόνοι να λείπου ομάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 406· χέρια, ποδάρια άρματα έρρικτε κάτω ’μάδι (ενν. ο Βαραγάμος) Αχέλ. 644· ο κόλπος ήτο αδυνατός πολλά κι εσήκωσέν τα| κι όξω την πόρτα τα ’βγαλε ομάδι κι έριξέν τα (ενν. τα σπαθιά) Στάθ. (Martini) Γ́ 48. 9) (Με το επίθ. όλος επιτ.· βλ. ά. όλος 1α, 3γ, 4δ). 10) (Με προηγ. ή επόμ. αριθμτ.): Πάτερ αγέννητε Θεέ ...| και συ Χριστέ μου γεννητέ συν πνεύμα το άγιον (παραλ. 2 στ.). Δόξαν λοιπόν να έχετε ομάδι και τα τρία Διήγ. ωραιότ. 37· Ο θείος του και ο πατήρ [του] οι δύο ομάδι υπάσιν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 778· Κι ήτον ανάγκη να ’ν’ κι οι τρεις ομάδι οκαί να σμίξου Φαλιέρ., Ιστ.2 217· Αυτείνοι το χαρήκασιν, ομάδι το ζευγάρι Ριμ. Απολλων. (Βεν.)  [1261]. 11) (Για σύνδεση όρων ή προτ.· συχνά με το συνδ. και) και μαζί, καθώς επίσης: Η φορεσά του κι η θωριά και το φαρίν ομάδι εδείχναν πως είν’ δαίμονας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 359· επλακωθήκασιν πολλοί, πλούσοι, πτωχοί ομάδι| και το ταχύ τους έβγαλαν διχώς εγνωριμάδι Σκλάβ. 55· Ετότες θέλεις ζεις εσύ, για ξόμπλι, …| της πίστης σου της καθαράς κι αληθινής ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [354]· Από την μοίραν την κακήν κι ομάδι από τον πόθο,| στα δάση πάντα κατοικώ Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [457]· Της μοίρας σου της αγαθής ποσώς δεν της ζηλεύω,| μα την δικήν μου την κακήν θρηνώ κι ομάδι κλαίω Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [430]· τάσσω γοργό για λόγου σου, στον πρικαμένον Άδη,| αν κάνει χρεία, να διαβώ και να περάσω αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Β́ 168. 12) (Σε επανάληψη επιτ.): μας εξόρισες την τεχνικήν γνώσιν των γραμμάτων και ομάδι ομάδι ίσως και την φυσικήν Χίκα, Μονωδ. 91· Δεν ημπορά αρνηθείς το πως δεν είσαι| άτυχος και λωλός ομάδι ομάδι Πιστ. βοσκ. V 5, 71. 13) (Σε θέση πρόθ.· με γεν., με αιτιατ., με τις προθ. με, μετά, σε + αιτιατ.· πβ. ά. αντάμα, μαζί) με: αυτείνη χωρίς καμίαν οκνίαν πάγει αμάδι του εις το οσπίτιν του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 423· φάλαγγες αμάδι τως ας έρθου πεζολάτες Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 107· με τον Αβραάμ και Ισαάκ ομάδι να τον θάψει Χούμνου, Κοσμογ. 1986· να πολεμήσει με σπαθί, ...| ομάδι με τον Άριστο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1272· δίδω σας την ευκή μου| ομάδι με το πράμα μου Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 330· θωρώ το Γύπαρη με τον Αλέξη ομάδι Πανώρ. Δ́ 113· Μικρούλης επαντρεύτηκε κι εσυντροφιάστη ομάδι| με ταίρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 33· πιε καμπόσ’, αφέντη μου, ομάδι μετά μένα, δροσέρεψε τα χείλη σου Ερωφ. Ιντ. ά́ 176· ποτέ μου να μη κοιμηθώ αμάδι μετ’ εσένα Χρον. Μορ. P 6072· Ένα λυκόπουλ͵ έτρεφε ποιμένας στο κοπάδι,| αντάνα το ’χε στα σκυλιά, στα πρόβατα ομάδι Αιτωλ., Μύθ. 702. Εκφρ. 1) Με τον καιρόν ομάδι, βλ. ά. μετά 24δ. 2) Σ’ ένα καιρόν ομάδι = συγχρόνως: και σπούρδα και σημάδι| των άπονων σαΐτων θέλω είσθαι| σ’ ένα καιρόν ομάδι Πιστ. βοσκ. II 3, 72. 3) Σε (’ς) μια βουλήν αμάδι (ομάδι) = με σύμφωνη γνώμη: ας είχες είσται μετά με, και ’ς μια βουλήν ομάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1231. Μα σε μια σύβαση, α μου πεις, σε μια βουλήν αμάδι,| ’ς μιαν όρεξην, απού σ’ αυτούς να μη βρεθεί σκονάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 437· 4) Εις ομάδιν = ως σύνολο: βούκολοι και χοιροβοσκοί και μετ’ εκείνοι ράπτες.| Ουδέν κατέχουν να σταθούν ποτέ των εις ομάδιν Σαχλ., Αφήγ. 174.
       
  • ομίλημα  
    το, Μπερτολδίνος 156· μίλημα, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 529, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 188, Μπερτόλδος 57 δις· μίλημαν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 379, 3119.
    Το αρχ. ουσ. ομίλημα. Ο τ. μίλημα στο Βλάχ. και σήμ.
    1) Το να μιλεί κάπ., ομιλία: πολλάκις ο κλαυθμός και τα δάκρυα αποκόπτουσι την φωνήν και το μίλημα και δεν αφήνουσι με ελευθέραν γλώτταν να λέγει τινάς όσα βούλεται Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 134· Παύσε λοιπόν το μίλημαν, παύσε το ερώτημά σου.| Αρκεί σε τό εδίδαξα και πλέο μη ερωτήσεις Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3119. 2) α) Ό,τι λέει κάπ., κουβέντα: πολλάκις δέ εγροικούσαν (ενν. τα άλογα) και το μίλημά τως (ενν. των αυθεντάδων) και έκαναν είτι τως έλεγαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 386· να σου είπα και να σου ’δειξα ότι το μίλημά σου| εις μέρος έναι δύσκολον τινάς να το πιστεύσει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1684· β) λέξη: εις χρόνον ενεστώτα και εις τρίτον πρόσωπον να λέγει: «μεγαλώνει» δεν ευρίσκεται, διατί ηθέλησε το Πνεύμα το Άγιον αυτό το μίλημα, αυτή η όμορφη αρχή να είναι φυλαμένη διά την Παρθένον Ροδινός (Βαλ.) 67· γ) μεμονωμένη φράση, ρήση: κατά το συνηθισμένον μίλημα του Αγίου Πνεύματος οπού διά ετούτα λέγει, ονομάζεται ο Άρτος του Χριστού σώμα Χριστ. διδασκ. 268· «Εποίησε κράτος εν βραχίονι αυτού. Διεσκόρπισε υπερηφάνους διανοίας καρδίας αυτών». Αμή, επειδή και ο λόγος ... με έφερεν εις τούτο το μίλημα Ροδινός (Βαλ.) 123· δ) (με γεν.) λόγος, ομιλία για κ. συγκεκριμένο (εδώ, προκ. για γραπτή ομιλία): Η αφορμή οπού εγώ έκαμα αυτό το μίλημα του «διατί» είναι διότι έχω εις τον νουν μου αυτήν την ομιλίαν να την κάμω με το «διατί» Ροδινός (Βαλ.) 89. 3) Γραπτή διήγηση, εξιστόρηση: αγκαλά και να εσμίξαμεν εις το μίλημά μας, ωσάν ένα γλύκισμα, την ανθιβολήν του ποταμού, με τούτον όλον ας γυρίσομεν πάλιν να μιλήσομεν διά τον άγιον Νεόφυτον Ροδινός (Βαλ.) 230. 4) Συνομιλία, συζήτηση: πάλι ας αποκινήσομεν, κυρά, το μίλημάν μας·| έχω, κυρά, ερωτήματα και, αν έναι θέλημά σου,| να σ’ ερωτήσω, αφέντρια μου, και να με τα δι[α]κρίνεις Ντελλαπ., Ερωτήμ. 379 ας έλθομεν, καλέ, εις το μίλημά μας,| <ας έλθομεν> κατά λεπτόν εις την διήγησίν μας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1386· με τούτα τα ομιλήματα ήλθεν το βράδι Μπερτολδίνος 156. 5) Σκηνική ενότητα θεατρικού έργου (Για τη σημασ. βλ. Vitti [Ευγέν. σ. 102-3]): Τέλος του τετάρτου μιλήματος και άρχεται πέμπτον Ευγέν. 860 κριτ. υπ. Εκφρ. 1) Μιλήματα των προφητών = προφητείες: όλες αι προφητείες, όλες αι θεωρίες, όλοι οι τύποι και τα μιλήματα των προφητών κατέπαυσαν εις τούτην την θαυμαστήν του Θεού κατάπαυσιν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 455. 2) (Προκ. για συγγραφικό έργο) πεζόν μίλημα = πεζός λόγος: Αυτήν την ιστορίαν την εσύνθεσεν εις απλήν γλώσσαν, ποτέ εις στίχους πολιτικούς ποτέ εις πεζόν μίλημα Ροδινός (Βαλ.) 204.
       
  • ομιλία  
    η, Γλυκά, Στ. 92, Σαχλ., Αφήγ. 224, Κορων., Μπούας 30, 32, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 23, Δωρ. Μον. XLII, Ιστ. Βλαχ. 1752· εμιλιά, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408, Πανώρ. Ά́ 101, 167, Β́ 555, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 123, Β́ 279, Κατζ. Α΄ 97, Πιστ. βοσκ. II 5, 311, IV 8, 54, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 266, 450, 586, Δ́ 88, Έ́ 1049, Θυσ.2 553, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 292, Γ́ 265, Δ́ 158, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [347], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 136, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 44, Δ́ 76, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16116, 45516, κ.α.· μιλία, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 166, Θησ. Δ́ [II2], [473]· μιλιά, Πανώρ. Ά́ 420, 441, Δ́ 161, Έ́ 352, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 5, Ά́ 392, Β́ 177, Γ́ 38, Δ́ 194, Ερωφ. Ιντ. γ́ 59, Πιστ. βοσκ. III 3, 244· 6, 351, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1683, Ευγέν. 433, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [689], Τζάνε, Κρ. πόλ. 2774· ομιλιά, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 457, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 292, Απόκοπ.2 246, Αχέλ. 1363, Σταυριν. 1073.
    Το αρχ. ουσ. ομιλία. Ο τ. εμιλιά, που απ. στον Κατσαΐτ., Θυ. Δ́ 40 και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́ 355), από επίδρ. του αορ. εμίλησα (Βλ. Κριαρά [Πανώρ. σ. 236], Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 232 και Hatzid., Einleit. 70-1). Ο τ. ’μιλία στο Du Cange (λ. μιλείν), σε θρησκευτικά κυπριακά ποιήματα του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 34, 1970, 121) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ.). Ο τ. μιλιά στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ.
    1) Συναναστροφή· «επαφές», «επικοινωνία»: Σπαν. O 238· είχα με τον πατέρα σου μεγάλην πολύ φιλίαν,| δείπνους και γιόματα πολλά και σπλάγχνος κι ομιλίαν Σαχλ. N 26. 2) Διδασκαλία, παιδεία· (εδώ μεταφ.): Αλίμονον, αλίμονον, καλή μου βασιλεία,| και πώς εστερηθήκαμεν καλήν σου ομιλία Ιστ. Βλαχ. 2374 [= Γέν. Ρωμ. 16]. 3) Συνομιλία, συζήτηση: τίποτα δεν ήξευρα για τούτη| την εμιλιάν απού ’χει| να κάμει μετά μένα Πιστ. βοσκ. II 5, 308· μόνο με την εμιλιά να λέγω, να μου λέγεις,| αμ’ άλλο τίβοτσι από με κάμε να μη γυρεύγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 627· (εδώ με γεν. προσ.): Του Ρώκριτου είντα όφελος κάνει η μιλιά ...| και θέλεις με το δούλο σου γι’ αγάπες να μιλήσεις; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 463· φρ. (1) Έχω την ομιλίαν κάπ. = συναναστρέφομαι, συνομιλώ με κάπ.· (εδώ προκ. για το Θεό): μάλλον και εις την Παλαιάν Γραφήν φαίνεται η ατυχία τους (ενν. των γυναικών),| ότι ο Θεός ποσώς δεν τας ψηφά, να έχει την ομιλίαν τους Συναξ. γυν. 116. (2) Κάνω ομιλίαν = συνομιλώ, συζητώ με κάπ.: φεύγοντας εις τα βουνά και εις την ερημιάν,| όπ’ άνθρωπον δεν εύρισκεν να κάμει ομιλίαν Σταυριν. 662. (3) Λέγω (την) (ο)μιλίαν, βλ. λέγω Φρ. 19. 4) Το να μιλά κανείς, ομιλία: βάλω κούρκουμον τρανόν και σφίξω τον λαιμόν μου,| και καταστήσω γούργουρον φαρδύν εις ομιλίαν Προδρ. (Eideneier) II 19-13 κριτ. υπ.· σφαίνει οπού πει κι οι λογισμοί τ’ αθρώπου δε γροικούνται,| γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1954·| φρ. γυρίζω την εμιλιά εις κάπ. = μιλώ, απευθύνομαι σε κάπ.: Στρατάρχοι μου, την εμιλιά τώρα εις εσάς γυρίζω| κι ως φίλος σας παρακαλώ Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 51. 5) α) Έναρθρος λόγος, λαλιά, μιλιά, φωνή: Τόσον κακόν που έγινε στα δόλια τα Χανία| δεν έχω στόμα να το πω, γλώσσα ουδ’ ομιλία Διακρούσ. 9010· Αξάδερφε, αποκρύγιανες, εχάθηκε η αντρειά σου·| συνήφερε τα μέλη σου, ας έλθει η εμιλιά σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 182. Σαν εμιλιάν εγροίκησα. Ποιος να ’ναι ... Πανώρ. Ά́ 293· φρ. (1) Βγάνω (ε)μιλιά, βλ. βγάνω 143. (2) Δε βγαίνει (ε)μιλιά από το στόμα μου / τα χείλη μου (η φρ. και σήμ.) = (α) σιωπώ: Απιλογιά απ’ το στόμα της ουδέ μιλιά δε βγαίνει,| μα ’δειχνε πως η εντροπή την κάνει και σωπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1049· (β) δεν παραπονιέμαι για κ.: Ανέναι κι οχ τα βάσανα να ήβγαινε η ψυχή μου,| από τα χείλη μου εμιλιά δε βγαίνει, λυγερή μου,| για τούτη μου την παιδωμή ποτέ μου προς εσένα Πανώρ. Γ́ 642. (3) Δίδω (ε)μιλιά, βλ. δίδω ΙΆ́ 7 φρ. (4) Χάνεται η εμιλιά / ομιλιά μου ή χάνω την εμιλιά μου (η φρ. και σήμ.) = (α) δεν μπορώ να μιλήσω (συν. από φόβο ή συγκίνηση) (πβ. τη σημερ. φρ. κόβεται η μιλιά μου): το βρέφος πιάνει την φωτιάν, στο στόμαν του την βάνει.| Εκάηκεν η γλώσσα του, χάνεται η ομιλιά του Χούμνου, Κοσμογ. 2083· Εχτύπησε η καρδιά μου,| τα μέλη μου εκοπήκασι κι εχάθη η εμιλιά μου Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 526· Ωσάν ξυράφι η γλώσσα του ήσφαξε την καρδιά μου,| οπού μου εχάθη η εμιλιά κι εσβήστη η αναπνιά μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 184· εγώ σου τάσσω| εις το Θεό την εμιλιά και τη λαλιά να χάσω| την ώρα κείνη απού τινάς άλλος θέλει γροικήσει| εκείνα τά μου θέλεις πει Φορτουν. (Vinc.) Β́ 170· (β) μιλώ άδικα, χωρίς αποτέλεσμα (πβ. τη σημερ. φρ. χάνω τα λόγια μου): Γιάντα μισεύγεις από με, κόρη μου πλουμισμένη;| Γιάντα μ’ αφήνεις στη ζωή τούτη την πρικαμένη;| Μα εμάκρυνε και μοναχάς την εμιλιά μου χάνω Πανώρ. Β́ 419· β) τόνος φωνής: τούτ’ η γ-εμιλιά ’ναι| του Σίλβιου τοὔμορφού μου Πιστ. βοσκ. II 2, 39· οχ την εμιλιά μου,| ποιος είμαι, την αδυνατή, μπορείς να με γνωρίσεις Κατζ. Β́ 102· μιλιά και γέλιο αγγελικό Πανώρ. Ά́ 83· η εμιλιά σου φανερά το μαρτυρά πως κλαίγεις Θυσ.2 106. 6) α) Ό,τι λέει κάπ., κουβέντα, λόγος: εμένα κράζει τύραννο αυτείνη η εμιλιά σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 192· (εδώ σε μεταφ.): Φεύγα το δικαιότατον μαχαίρι της μιλιάς της Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1283]· β) (στον πληθ.) τα λόγια, οι κουβέντες: Πάντα δυσκολογροίκητες οι γι-εμιλιές του (ενν. του Δασκάλου) εβγαίνου Στάθ. (Martini) Γ́ 433· οι εμιλιές του (ενν. του ρήγα) ήσα σκολειό και νόμος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 32· γ) έκφρ. αγάπης εμιλιές = ερωτόλογα: Ποιος το κρατεί γι’ απαρθινό μια κορασίδα να ’χει| στο λογισμό τση αδύνατή με την αγάπη μάχη| και να μπορού τα χείλη τση να στέκου σφαλισμένα,| δίχως τσ’ αγάπης τσ’ εμιλιές και δίχως τ’ «ωχ οϊμένα»; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 230. 7) (Συνεκδ.) ο τρόπος που μιλά κάπ.: οι αρετές κι η γνώση του και της μιλιάς του η χάρη| ήκαμε κι αγαπήσαν τον πεζοί και καβαλάροι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 999· είπασιν τι τους φαίνετον μ’ όμορφην ομιλίαν Αχέλ. 941· η εμιλιά σου είναι κλιτή και παραπονεμένη Θυσ.2 566· (εδώ προκ. να αποκτηθεί ευχέρεια λόγου): Τούτη την ώρα θα τση πω τσι πόνους τση καρδιάς μου.| Έρωτα, εσύ την σήμερο βούηθησε τσ’ εμιλιάς μου Πανώρ. Γ́ 442. 8) Γνώμη, άποψη: ηγέρθη χαι είπε το ’θελεν και ηκούσθη η ομιλιά της Σαχλ., Αφήγ. 695. 9) Διαμαρτυρία, παράπονο: άφωνοι δίχως ομιλιάν διαβαίνουν το μαγκούριν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 207. 10) Πρόσταγμα, διαταγή: μόνο όντας γροικήσουσι την εμιλιά μου ας δράμου| κι ό,τι τσ’ ορίσω με καρδιά, ανδρειωμένα ας κάμου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 53. 11) Παράκληση, αίτημα: δεν έν καιρός να αφκραστώ εδά την ομιλιάν σου,| άμε και αλλότες διάγειρε, να ορθώσω την δουλειάν σου Σαχλ., Αφήγ. 376. 12) Απάντηση: επλήθυνε και πλια μεγάλη εγίνη| η μάνητα του βασιλιού στην εμιλιάν εκείνη (ενν. του Πανάρετου) Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 94. 13) α) Προφορικό μήνυμα: Στον Φράντζαν δέ μετέπειτα πιστόν μαντατοφόρον,| να πορευθεί απέστειλεν (ενν. ο ρήγας) άξιον χαρτοφόρον (παραλ. 1 στ.), τον λογισμόν του καθαρά του Φράντζα να μηνύσει (παραλ. 6 στ.)· Μετά ηδύτητος πολλής τον ρήγαν συντυχαίνει| ως να παύσει της μιλιάς ο ρήγας τον ’πομένει (παραλ. 10 στ.). Και ταύτ’ ειπών του έδωκε και την γραφήν εις χέρι Κορων., Μπούας 54· β) (στον πληθ.) τα νέα, οι ειδήσεις: Έχει ν’ ακούσει (ενν. ο Τρωσίλος) με χαρές μαντάτα να τ’ αρέσου,| καθώς κι εγώ χαιράμενος ακούγω τσ’ εμιλιές σου Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 156. 14) Χρησμός, μαντική πρόγνωση: πέσα, κάμνοντάς τηνε (ενν. τη θυσία), σημάδια| τόσα καλά που ακόμη| δεν εφανήκαν πλιον καλύτερά ντους (παραλ. 1 στ.) ... ο ’κκλησάρχης ...| λέγει: «Έξευρε και ο γιος σου| το σήμερον γαμπρός θέλει απομείνει ...» (παραλ. 11 στ.). Μα αυτήν την εμιλιάν σαν εγροικήσαν| όσοι και αν ήσαν τότες μετά κείνους| πολλήν χαράν επήρα Πιστ. βοσκ. IV 3, 155. 15) α) Γραπτή διήγηση, εξιστόρηση γεγονότων: Θέλω να παύσω το λοιπόν αυτήν την ομιλίαν (παραλ. 16 στ.)· τά είδα με τ’ αμμάτια μου, εγώ τά ’χω γραμμένα·| σ’ άλλον χαρτίν ευρίσκονται καλά διορθωμένα,| έβγηκ’ από την συντυχιάν οπού ’χα αρχισμένα.| Ν’ αλλάξω πάλιν τον λόγον μου στην Κύπρον την καμένην Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 479· β) (προκ. για την ομιλία του Θεού προς τον Μωυσή) (Για τη σημασ. βλ. Μέγας [Χούμνου, Κοσμογ., σ. 173, 179]): επιάσεν (ενν. ο Ενώχ) και όλα τα ’γραψεν Θεού τα μεγαλεία,| διά την κοσμογέννησιν και θείαν ομιλίαν Χούμνου, Κοσμογ. 420· φώτισόν μου την καρδιάν, τον νουν και την κοιλίαν,| να ξηγηθώ του Μωυσή την θείαν ομιλίαν Χούμνου, Κοσμογ. 4. 16) α) Διδαχή, κήρυγμα: επαρακίνησα τον λαόν εις μετάνοιαν κάμνοντάς τους μίαν κοντόλογην ομιλίαν απάνω εις το ρητόν του λβ́ κεφαλαίου του Δευτερονομίου Ιερόθ. Αββ. 333· β) γραπτός διδακτικός λόγος: να ’φελεθούν και άλλοι πολλοί αφ’ την διδασκαλίαν σου,| να πάρουν γνώσιν από σε και από την ομιλιάν σου (παραλ. 10 στ.). Λοιπόν ’ξάφες την οκνηριάν και πιάσε το κονδύλι Γεωργηλ., Θαν. 461· Αδύνατόν ’ναι να γραφεί σωστή διδασκαλία| εις πέντε φύλλα πὄδωκες τελεία ομιλία Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 96· γ) (εδώ προκ. για τη διδασκαλία του Χριστού): άκουσε διά παντός αυτού (ενν. του Χριστού) την ομιλίαν Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 82. 17) Γλώσσα έθνους ή διάλεκτος ομάδας ανθρώπων: επήγα εις χώρες όμορφες κι εθώρουν άλλες διάξες,| άλλους ανθρώπους και μιλιές πολλώ λογιώ και πράξες Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 110.
       
  • ομιλώ,  
    Λόγ. παρηγ. L 266, Προδρ. (Eideneier) II 68-4 κριτ. υπ., Διγ. Z 701, Σαχλ., Αφήγ. 311, Λίβ. Esc. 1581, Σφρ., Χρον. (Maisano) 13620, Διήγ. Αλ. V 60, Απόκοπ.2 Επίλ. I 520, 530· μιλώ, Πόλ. Τρωάδ. 2, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 607, Περί ξεν. A 52, Φαλιέρ., Ιστ.2 677 χφ V κριτ. υπ., Θησ. Β́ [64], Ριμ. κόρ. 634, Χούμνου, Κοσμογ. 1104, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1162, Γαδ. διήγ. 405, Ροδινός (Βαλ.) 230, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1536], Κορων., Μπούας 117, Αχέλ. 1553, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 12, Πιστ. βοσκ. III 6, 28, Κυπρ. ερωτ. 7718, Πανώρ. Ά́ 141, Β́ 588, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 209, Δ́ 26, Ερωφ. Ιντ. ά́ 72, Σταυριν. 1017, Ιστ. Βλαχ. 981, Σουμμ., Ρεμπελ. 191, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 165, Β́ 53, Θυσ.2 233, Ευγέν. 873, Στάθ. (Martini) Β́ 47, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 370, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [524], Λίμπον. 290, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 486, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 114, Λεηλ. Παροικ. 440, Διγ. O 313, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16319, κ.π.α.· προστ. μίλιε, Ch. pop. 396, Πανώρ. Β́ 555, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 125, Δ́ 233, 480, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 169, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 115.
    Το αρχ. ομιλώ. Ο τ. μιλώ στο Βλάχ. και σήμ.· για το σχηματ. του βλ. Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 145 και Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 109. Για την προστ. μίλιε βλ. Bakker, Imper. 96. Τ. ημιλώ και μιλιώ σήμ. ιδιωμ. (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 231, Παπαδ. Φ., Κρ. μερακλ. 82 και Φιλ., Γλωσσογν. Β́ 166).
    Ά́ Μτβ. 1) α) Συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με κάπ.: Σπαν. A 183· (προκ. για την επικοινωνία με το Θεό): τούτος ο μέγας (ενν. ο Μωυσής) οπού έλαμψεν το πρόσωπόν του μετά το να μιλεί με τον Θεόν Πηγά, Χρυσοπ. 297 (13)· β) συναντώ κάπ., βρίσκομαι μαζί με κάπ.: άλλες μέσα εις τον χορόν| λέουσιν: «Δεν ηπορώ,| άτυχε, να σε ομιλήσω| ουδέ για να σε φιλήσω» Συναξ. γυν. 628. 2) α) Μιλώ, απευθύνομαι με λόγο σε κάπ. (Για τη σημασ. βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 74): άφησ’ με να μιλήσω| τση γρας οπὄρχεται εδεπά, βουλή να της ζητήσω Πανώρ. Ά́ 239· εστέκετον (ενν. το περιστέριν) τριγύρο εις το κλινάριον του Νεοφύτου και του εμίλιε με ανθρωπίνην φωνήν Ροδινός (Βαλ.) 224· απλώνω κι ουχ ευρίσκω σε, μιλώ σε, ου μιλείς με Σπαν. A 19 δις· (εδώ με υποκ. το Θεό): Στον τόπο αυτόν θέλω φανεί και θέλω σου μιλήσει,| εσένα και το σπέρμα σου θέλω σας ευλογήσει Χούμνου, Κοσμογ. 613· (μεταφ.): Έρωτας στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με, (παραλ. 1 στ.) με το ξιφάρι μού μιλεί, με τη σαΐτα λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1669· β) (με εμπρόθ. προσδιορ.) αναφέρω, κάνω λόγο σε κάπ. (για κάπ. ή κ.): για την κουζουλή τούτη θα του μιλήσω Πανώρ. Γ́ 264· Η αδερφή μου εδεπά να ’ρθώ μου ’χε μηνύσει| για κάποιοι χρειαζόμενη δουλειά να μου μιλήσει Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 30· Παρακαλώ σε όσο μπορώ, κύρη, να μη θελήσεις| ογιά παντρειά κιαμιάς λογής ποτέ να μου μιλήσεις Πανώρ. Δ́ 82. 3) Μιλώ, λέω· (με σύστ. αντικ.): με γρίνιες εχαιρέτησε κι εμίλησε και λίγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 330· ό,τι μιλώ γροικάς Στάθ. (Martini) Β́ 139· (με είδος σύστ. αντικ.): Τι ’ναι τα λόγια οπού μιλείς Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 339· Άμε, του λέ (ενν. ο Αδάμ), εις παράδεισον, λόγον διά να μιλήσεις| στον άγγελον τον Χερουβείμ Χούμνου, Κοσμογ. 295. 4) Προφέρω: μα τ’ όνομα που την καρδιά μιλώντας το δροσίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 385. 5) Εκστομίζω, τολμώ να πω: πέφτω η φτωχή και ταπεινός την υψηλότητά σου| παρακαλώ στά μίλησα συμπάθιο να μου δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 639. Ποιείν ανάσχου, δέομαι, όπερ εγώ λαλήσω,| ότι η ψυχή μου ετρόμασσε πώς να το ομιλήσω Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 88· (με είδος σύστ. αντικ.): πότε εστράφη (ενν. ο Ρωτόκριτος) να σε δει και να σ’ αναντρανίσει| γή πότες αποκότησε λόγο να σου μιλήσει; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1480· Όποιος γνωρίζει μια καρδιά του πόθου πληγωμένη (παραλ. 1 στ.) λογιάζω, αν έχει διάκριση, δε θέλει αποκοτήσει| λόγο μηδένα σε κακό για σένα να μιλήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 470. 6) Μονολογώ· (εδώ με σύστ. αντικ.): Δεν του γροικώ το τι μιλεί και θα παρασιμώσω,| το λογισμό του, αν ημπορώ, πώς στέκεται να γνώσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 249. 7) Ψιθυρίζω, μουρμουρίζω· (εδώ με σύστ. αντικ.): ΜΠΕΡΝΑΜΠΟΥΤΣΟΣ: Ας το ’χες κάμει, πελελέ —·μα δε σου βόλιε, κρίνω —| όντεν ο φράρος τσι ξυλιές σου κόλλα με τον πρίνο.| ΤΖΑΒΑΡΛΑΣ: Είντα μιλείς; Δε σου γροικώ. ΜΠΕΡΝΑΜΠΟΥΤΣΟΣ: Λέγω πως παλληκάρι| ακράτον είσαι Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 182. 8) Συζητώ, κουβεντιάζω· (με σύστ. αντικ.): με τη νένα τση συχνιά εμίλιε (ενν. η Αρετούσα) τούτα - κείνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 435· λέγασι πως είν’ καιρός του Τούρκο να με δώσουν.| Ετούτο όλοι εθέλανε κι ετούτο εμιλούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54917. 9) α) Αφηγούμαι, διηγούμαι: Τώρα μου ’δωσ’ ο λογισμός διά να αρχινίσω| τους έρωτας του Διγενή να πω και να μιλήσω Διγ. O 1554· Αμέ την πρώτην του Μαϊού, Σαββάτο θα κινήσω| τον σκοτωμόν του Κατερή Κορνάρο να μιλήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. 51118· να ’λθει και το θέλημα του ισχυρού του Άρη,| την μάχη να μιλήσομεν με τέχνην και με χάρη Αχέλ. 1721· β) περιγράφω: Τώρα θέλω να αρχινίσω| και καμπόσο να μιλήσω| τα γυναικεία φυσικά Συναξ. γυν. 477. 10) Διαδίδω, κυκλοφορώ φήμη: το γροίκησα και απ’ άλλους| πολλούς· πράγμα άλλο σ’ όλους δε μιλιέται ? · (εδώ με σύστ. αντικ.): σαν ξημερώσει θες γροικάς είντα μιλού στη χώρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 594. 11) Λέω, προσθέτω κ. καινούργιο: πολλά επορπάτησα ’ς τούτον τον κόσμον ατός μου.| Φιλοσοφίες και αστρονομίες είδε τούτο το φως μου.| Και όλες ζιμιό τες έμαθα μαζί με την μαγεία| και με την διδασκαλική, ακόμη και μαντεία (παραλ. 2 στ.). Και ως τώρα επερπάτησα ανατολή και δύση,| μα δεν ευρέθηκε κανείς ποτέ να μου μιλήσει| σ’ αστρονομία και σοφιά μήτε εισέ μαγεία| μήτε εις μαθημάτικα ουδέ φιλοσοφία Ευγέν. 16. 12) Ανακοινώνω, αναγγέλλω· ενημερώνω, ειδοποιώ: έφυγε ο Λουνιάδης από τον πόλεμο με χίλιους Βλάχους και Ούγγαρους χωρίς να μιλήσει τινός, ωσάν κρυφά Χρον. σουλτ. 7315· (με σύστ. αντικ.): το πουρνό απεδεκεί βγαίνουσι και κινούσι| και των πτωχών των χωριανών τίποτας δεν μιλούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 42121· Σταθείτε να γροικήσομε τι θέλει να μιλήσει,| κιαμιά ’ρχεται, μου φαίνεται, σύβαση να ζητήσει Ερωφ. Ιντ. δ́ 43. 13) Διαβιβάζω μήνυμα: Τούτα είπε Αλέξανδρος κι είπε να τα μηνύσουν,| ’ς Δάρειον να παγαίνουσι και να του τα μιλήσουν Αλεξ. 1282· (με πρόταση ως αντικ.): αποκρισάρην έστειλεν να πα να του μιλήσει| πως ο Μιχάλης έρχεται να τονε προσκυνήσει Σταυριν. 437· Εις του βιζίρη πήγανε και τον επροσκυνήσαν κι ό,τ’ είχανε παραγγελιά εκείνοι του μιλήσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54416. 14) Παραγγέλλω· προστάζω: Καθώς ορίζεις να γενεί πρεπό ’ναι· κι από μένα| δε θέλου λείψει με χαρά τά μὄχεις μιλημένα Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 50· να κάμω ό,τι εμίλησε άγγελος κι ο Θεό μας Θυσ.2 282. 15) α) Εκφράζω, εξωτερικεύω, δηλώνω: την πρίκαν οπού πλάκωσε σήμερο το κορμί μου,| γλώσσα, λογιάζω, μηδέ μιά μπορεί να τη μιλήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 81· Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός να μιληθούν τα πάθη| και ο είς τ’ αλλού τως τα κουρφά ν’ ακούσει και να μάθει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 565· πόση χαράν επήρα κει στα δάση| μιλώντας τσι καημούς μου και τα πάθη Βοσκοπ.2 95· αν είχες παραπόνεσην, ετύχαινε ν’ αφήσεις| τη διαφορά σου κι ύστερα να μου τήνε μιλήσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 924· β) εξομολογούμαι, εκμυστηρεύομαι, εμπιστεύομαι κ.· (εδώ με σύστ. αντικ.): Βλέπε ό,τι κια μου μίλησες, άλλος να μη γροικήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 921· την εμιλιά και τη λαλιά να χάσω| την ώρα κείνη απού τινάς άλλος θέλει γροικήσει| εκείνα τά μου θέλεις πει και τά μου θες μιλήσει Φορτουν. (Vinc.) Β́ 172. 16) Εκθέτω, παρουσιάζω· αναπτύσσω: επορεύθη (ενν. ο δεσπότης) εις τον γαληνότατον πρίγκιπον τον ειρημένον, εις το παλάτιν του κι εμίλησε της γαληνότητός του κατά μέρος τα όσα ήταν αναγκαία περί ταύτης της υποθέσεως Σεβήρ., Ενθύμ. 28. 17) Υπερασπίζομαι: πάγει ομπρός εις του ρηγός, με ταπεινότη αρχίζει| να του μιλεί το δίκιο του με δίχως να μανίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 972· Η γλώσσα τους η ελεεινή δεν ημπορεί λαλήσει,| ως για να πει το δίκιον της και να το ομιλήσει Απόκοπ.2 Επίλ. I 504. 18) Υποστηρίζω, πρεσβεύω, φρονώ· (εδώ με σύστ. αντικ.): απὄχει λάθος τά μιλώ, τ’ αμμάτια του ας γυρίσει| και του δικού μας βασιλιού την τύχη ας συντηρήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 217. 19) Επαινώ, εγκωμιάζω: τσι χάρες σου πολλές φορές εμίλιε μετά μένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 694. 20) Επισημαίνω, τονίζω: τα κάλλη τα ωραιότατα τά ’χω και η ομορφιά μου| εφτάνασι, με διχωστάς πράμα άλλο να μιλήσω,| να κάμουσι το χάρισμαν ετούτο να νικήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά́ 77. 21) Σημαίνω, υπονοώ, υποδηλώνω· (εδώ με σύστ. αντικ.): εκείνα τα φιλιά τα ψυχωμένα| κι εισέ λαλιά μικρή πολλά μιλούσι| και λέγουν τα κρυφά τους σωπασμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. β́ [66]. 22) Υπόσχομαι: δεν στέκονται στον λόγον τους, σε κείνο που μιλούσι Σταυριν. 1258. 23) Διαπραγματεύομαι· κάνω συμφωνία, συναποφασίζω για κ.: Πε μου το, α θες να παντρευτείς, το γάμο να μιλήσω| και να σου πάρω όποια κι α θες, να σε καλοκαρδίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 735· δεν έκαμεν ο πρεβεδούρος ως εμιλήθη η δουλειά, μόνον αλληλούισε και έκαμε την αρεσιάν του Σουμμ., Ρεμπελ. 164. 24) α) Συμβουλεύω, νουθετώ: εμίλιε (ενν. η νένα) τση (ενν. της Αρετούσας) σα μάννα τση κι ωσά γονής μανίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 900· (με σύστ. αντικ.): Σύμβουλε, τά μου μίλησες καλά ’χω γροικημένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 601· β) με συμβουλές προσπαθώ να επηρεάσω τη γνώμη κάπ.· πείθω: έστειλα τον Πανάρετο να πα να τση μιλήσει (ενν. της Ερωφίλης),| να συβαστεί να παντρευτεί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 183· να μιλήσει| τση κοπελιάς να συβαστεί και να τη συργουλίσει| με λόγια και παραβολές, ώστε να τήνε κάμει| με θέλημα και μ’ όρεξη να σμίξομεν αντάμι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 127· γ) υποδεικνύω, συνιστώ: Το φίλο κάνουσιν εχθρό, τον εδικό έχουν ξένο,| σαν τως μιλήσουν το πρεπόν εις πράμα κομπωμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 136· Έλα κι εσύ, Φροσύνη,| να του μιλήσεις προς εμάς να κάμ’ ελεημοσύνη Πανώρ. Δ́ 196· δ) επιβάλλω, υπαγορεύω: σ’ ό,τι μιλεί ο λογαριασμός, πολλά ήθελε μανίσει (ενν. η Αρετούσα),| γεις δουλευτής του παλατιού τόσο ν’ αποκοτήσει| να ζγουραφίσει μια κερά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1865. 25) Εισηγούμαι, προτείνω· παρακινώ, παροτρύνω: Το να τους δουν (ενν. τους πραματευτάδες) οι αδελφοί, τρέχουν να τους μιλήσουν,| να κάμουν τη συμβίβασιν, τ’ αδέλφιν να πουλήσονν Χούμνου, Κοσμογ. 1577· Απής οι Τούρκοι το γροικού, αρχίζου να μιλούσι| τ’ αγά για να παραδοθού για να λευτερωθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35023. 26) (Με κατηγ.) ονομάζω, αποκαλώ: η πίστις των χριστιανών λέγεται και καλείται,| περιστερά βασίλισσα απ’ όλους ομιλείται Διγ. O 1052. Β́ Αμτβ. 1) α) Μιλώ: οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,| κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 889· καλά και δε μιλείς, τα μάτια ’μολογούσι| εκείνο που τα χείλη σου δε θέλου να μου πούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1101· (μεταφ.): αν όλα βουβαθούσι| μιλήσει θέλει κιας ο θάνατός μου,| και πόσος είναι ο πόθος μου περίσσιος| θέλει σου πει μιαν ώρα ο σκοτωμός μου Πιστ. βοσκ. I 2, 26· (μεταφ. προκ. για τέλειο, «ολοζώντανο» καλλιτεχνικό δημιούργημα): εφαίνετό σου και γελά (ενν. η ζγουραφιά) κι ήθελε να μιλήσει| κι η τέχνη σ’ έτοιο κάμωμα ενίκησε τη φύση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1497· β) (με υποκ. τη λ. χείλη) αρθρώνω λέξη, λόγο: πόση φωτιά γεννούσι| ’νους νιου τα χείλη όντε μιλού, τ’ αμμάτια όντε θωρούσι,| στο λογισμό μιας κορασάς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 118· Τα χείλη μου τρομάσσουσι ν’ αρχίσου να μιλούσι| κι εις τέτοια αθιβολή βουβά να στέκου πεθυμούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 127· γ) έχω ανθρώπινη λαλιά: ανέν και γάλα οι ποταμοί δεν τρέχου ωσά τσι χρόνους| τσι παλαιούς …| … κι οι πέτρες δε μιλούσι,| αλλά οι γιαθρώποι τσ’ αρετές τσι παλαιές κρατούσι Πανώρ. Πρόλ. 57. 2) Αναφέρομαι σε κ., κάνω λόγο για κ.: πλιο δε μιλεί για μισεμούς, για ξενιτειά δε λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 288. 3) Μιλώ μπροστά σε ακροατήριο, αγορεύω: όταν εμίλιε επέφτασιν άνθη και επερεχούσαν| όσους ευρίσκονταν μ’ αυτόν μαζί και του γροικούσαν Λίμπον. Επίλ. 17· αφής αυτός εμίλησεν, ο Άγγελος αρχίζει| και ωσάν ανεμοστρόβιλος την γνώμην του γυρίζει Λίμπον. Επίλ. 53. 4) Συνδιαλέγομαι σε κάπ. από τις γλώσσες: να δεις στα ξένα, στα μακρά τι κάνου, πώς περνούσι| κι είντα λογής πορεύγουνται κι είντα λογής μιλούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1238. 5) Εκστομίζω, τολμώ να πω (Για τη σημασ. βλ. Ανδρ., Αθ. 51, 1941, 38-9): γλώσσα δεν έχει να το ειπεί, χείλη να ομιλήσει Περί ξεν. A 72. 6) Εκφράζω γνώμη, άποψη: Δώσε μου μόνο θέλημα λεύτερα να μιλήσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 479. 7) Εκφράζω δυσαρέσκεια, διαμαρτύρομαι: άλλοι είν’ εδώ που τούτες σου τσι καύχησες περνούσι| μ’ αληθινά καμώματα και πάλι δε μιλούσι Ερωφ. Ιντ. γ́ 58. 8) Θρηνολογώ: τα μάτια πάντα ετρέχασι κι η γλώσσα πάντα εμίλιε| κι εις κάθε ζάλο εσίμωνε και το κιβούρι εφίλιε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1991. 9) Καυχιέμαι, κομπάζω: την Μαξιμίλλα| ήκαμεν (ενν. ο Διγενής) και δεν εμίλα,| αλλ’ ευρέθην νικημένη,| όχι πλια ανδρειωμένη Διγ. O 2392. 10) Αφηγούμαι· αφηγούμενος απαριθμώ: Μα σώνει δα ως εδεπά, άλλο δεν θε να ποίσω,| να με γνωρίσει πασαείς διαγράφου να μιλήσω Βεντράμ., Φιλ. 388· ιερείς αξιότατους έρχομαι και σου φέρνω| και αφήνω και άλλους παλαιούς ογιά να μη μακραίνω, (παραλ. 18 στ.) … όσον μιλώ, τόσον πολλά τον λογισμόν μ’ ανοίγω Τζάνε, Κρ. πόλ. 5879. 11) α) Συμβουλεύω, νουθετώ: άνθρωπος, σαν του βουληθεί να κάμει το ξετρέχει| όποιος διατάσσει, όποιος μιλεί όφκαιρο κόπον έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 164· δε σκολάζει να μιλεί (ενν. η νένα), δεν παύγει να διατάσσει| και τσ’ Αρετούσας τα στραβά εγύρευγε να σάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 271· β) (προκ. για δικηγόρο) δίνω νομικές συμβουλές: ποτέ δεν ομιλεί (ενν. ο αβουγαδούρος) διχώς καλόν κανίσκι,| ανέναι και θωρεί άνθρωπον να πέπτει ν’ αποθνήσκει Σαχλ., Αφήγ. 360. 12) Συμφωνώ, συγκατατίθεμαι: εδιαβήκαν χωριστά, καθώς αυτοί μιλήσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1170· κάμε και εσύ τα όμοια, ως εμιλήσαμε Χρον. σουλτ. 2513· ήτονε και ο γαρδενάλες του ιμπεραδόρου της Αλαμανίας, ο οποίος δεν του άρεσε η αγάπη, διατί αυτός δεν εμίλιε Χρον. σουλτ. 7024. 13) Ρωτώ: όποιος υπά διά συμβουλήν και θέλει να μιλήσει,| ο αβουκάτος τον θωρεί και πρώτις λογαριάζει,| αν έναι πλούσιος άνθρωπος και αν έχει να ξοδιάζει Σαχλ., Αφήγ. 389· Η Αρετή ως εδιάβασε του πόθου τα γραμμένα,| μιλεί με τσ’ αναστεναγμούς: «Είντα μου λέγεις, νένα, ... » Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1454· Ογιά το φίλο του ρωτά και πεθυμά να μάθει,| πώς βρίσκεται και πώς περνά ... (παραλ. 1 στ.) για κείνο πονηρά μιλεί να μάθει την υγειά του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1468. 14) Συζητώ, κουβεντιάζω: Μ’ απήτις να μιλούμε εδώ πλιότερα δε μπορούμε,| στην κάμερά μου έλα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 185· εξύπνα και τη νένα τση κι εμίλιε μετά κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 443· χορεύοντας μιλούσι (ενν. οι γυναίκες)| με τους άνδρας και γελούσι Συναξ. γυν. 620· απάνω ’ς τούτο θέλομε μιλήσει πάλι αλλότες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 512. 15) Διαβουλεύομαι, συνεννοούμαι: εμίλησε (ενν. ο Ομέρ μπέης) μαζί με τον Φραντζέσκο και εσυβάστηκαν ότι να παραδώσει την Αθήνα με το κάστρο Χρον. σουλτ. 10127. Φρ. 1) Μιλεί το γράμμα = ομολογείται, είναι παραδεκτό: όσοι κοιμώντας την αυγήν είδαν φοβέρας πράμα,| ως εξυπνήσα, επάθαν το, καθώς μιλεί το γράμμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 128· Ο fama, quentum velox es onde a ragione: Fama| malum quo non velociur ullum — μιλεί το γράμμα Στάθ. (Martini) Γ́ 102. 2) Μιλώ αληθινά (πβ. τη φρ. μιλώ εις τα αληθεινά στο Somav.) =λέω την αλήθεια για κ., αφηγούμαι τα γεγονότα όπως πραγματικά έχουν:  Εδά ας σμίξομεν οι τρεις (ενν. ο λογισμός, η γλώσσα και ο νους), αληθινά ας μιλούμε,| ευγενικά ας το γράψομε ή φρόνιμα ας το πούμε Βεν. 3. 3) Μιλώ αμοναχός μου (η φρ. στο Somav., φρ. μιλώ μοναχός μου) = μονολογώ· παραμιλώ: Πολλές φορές στον ύπνο τση εξυπάτο,| αμοναχή τση εμίλιε κι εδηγάτο Βοσκοπ.2 370. 4) Μιλώ κακό = κακολογώ, κατακρίνω: Άνθρωπος κρίνω ζωντανός στη γης να μη γυρίζει,| να μη μιλεί κακό για με και να μηδέ με βρίζει Πανώρ. Β́ 2. 5) Μιλώ κ. μέσα μου (πβ. φρ. μιλώ από μέσα μου στο Somav.)  = ψιθυρίζω, μουρμουρίζω: Μέσα σου, νένα, τι μιλείς; Μη με καταδικάζεις,| γιατί με δίχως όφελος τα σωθικά μου σφάζεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 95. 6) Μιλώ κομπώματα = λέω ψέματα: εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα (παραλ. 3 στ.)· κι είναι ντροπή σου, κάτεχε, τα ψόματα να λέγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 879. 7) Μιλώ λογαριασμό, βλ. ά. λογαριασμός Φρ. 8) Μιλώ με την καρδιάν = μονολογώ, μιλώ «από μέσα μου»: όντεν εσώπαινε, με την καρδιάν εμίλιε| κι ήσκυφτε με το λογισμό την Αρετή κι εφίλιε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1733. 9) Μιλώ ορθά (η φρ. στο Somav.) = μιλώ απερίφραστα, με ειλικρίνεια: φεύγε τους κολακεύοντας μετά κακοτεχνίας,| αγάπα τους οπού μιλούν ορθά, ακολακεύτως Σπαν. (Μαυρ.) P 153. 10) Μιλώ περίσσο (η φρ. στο Somav., φρ. μιλώ περισσά) = περιττολογώ: επήγα κι επολέμησα και νικητής εβγήκα (παραλ. 1 στ.) ... μα τούτον ας τ’ αφήσω,| γιατί κιανείς για λόγου του δε θα μιλεί περίσσο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 354. 11) Μιλώ φρόνιμα (η φρ. στο Somav.) = μιλώ συνετά, με περίσκεψη: Εδά συνάξου, λογισμέ και λεπτινή μου γνώση,| και μίλιε, γλώσσα, φρόνιμα κι ο νους μου ας θεμελιώσει Βεν. 2. 12) Μιλώ χοντρά (η φρ. στο Somav.) = μιλώ άκομψα, με αγένεια, ανάγωγα: μίλησες έτσι χοντρά σα να ’σουν εκ τα όρη; Ριμ. κόρ. 691. 13) Ομιλώ πολλά (η φρ. στο Βλάχ. και το Somav., φρ. μιλώ πολλά) = συζητώ, αναφέρομαι διά μακρών, διεξοδικά: ομιλήσανε πολλά εις αυτά, διατί οι Τούρκοι ηθέλανε ότι η Βουλγαρία και οι μινέρες όπου εβγαίνει το ασήμι, ότι να είναι εδικό τους εις τα Σέρβια Χρον. σουλτ. 7010. 14) Τα μιλώ (πβ. Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. 56) = συζητώ, κουβεντιάζω φιλικά, εμπιστευτικά με κάπ.: Τη χέρα εκράτιεν εις τ’ αλλού, όση ώρα τα μιλούσα| και ποταμό τα μάτια τως και βρύσην εκινούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1483.
       
  • ομμάτιον  
    το· αμμάδιν, Θρ. Κύπρ. M 94, 453, 505,508, 516, 620· αμμάτι, Κάτης 44, Χούμνου, Κοσμογ. 2765, Πανώρ. Β΄ 528, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 6, Χορ. ά́ 623, Β́ 270, Χορ. β́ 505, Γ́ 13, Χορ. γ́ 440, Δ́ 8, Έ́ 8, Ερωφ. Ιντ. ά́ 115, β́ 116, δ́ 30, Βοσκοπ.2 31, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 303, Γ́ 1145, Έ́ 413, Θυσ.2 286, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 27, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 698, Γ́ 5, Δ́ 268, 449, Έ́ 275, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 67, Έ́ 127, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28210, 3743, κ.π.α.· αμμάτι(ν), Νεκρ. βασιλ. 3, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. 1622, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396, 439, 459· αμμάτιν, Μαχ. 4611 (πληθ. αμματία), Αχέλ. 2100, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 34, 136, 552, 664, 826, Κυπρ. ερωτ. 636, 7020, 9263, 1185,1551·   εμμάτιν, Κυπρ. ερωτ. 9831, Ξόμπλιν φ. 136r· πληθ. μάθια, Πηγά, Χρυσοπ. 118 (24)· μάτι, Συναξ. γαδ. 355, Σαχλ. N 328, Φαλιέρ., Ιστ.2 291, Φαλιέρ., Ενύπν.2 15, Θρ. Κων/π. B 6, Γαδ. διήγ. 372, Πεντ. Γέν. III 6, Έξ. III 21, Λευιτ. IV 13, Αρ. XI 10, Δευτ. III 21, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 21, Ά́ 240, Έ́ 28, Ερωφ. Ιντ. ά́ 83, Πανώρ. Ά́ 19, Β́ 156, Γ́ 43, Βοσκοπ.2 429, Ιστ. Βλαχ. 430, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 131, Β́ 48, Γ́ 83, Θυσ.2 408, Στάθ. (Martini) Ά́ 98, Ιντ. β́ 26, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 131, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 33, Γ́ 183, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 140, Β́ 149, Γ́ 209, Δ́ 65, Έ́ 92, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14016, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 19, κ.π.α.· μάτι(ν), Βέλθ. 1158, Εβρ. ελεγ. 166, Πόλ. Τρωάδ. 246, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 469, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 37, Συναξ. γαδ. 332, Φλώρ. 994, Ερωτοπ. 331, Λίβ. Sc. 932, Αχιλλ. L 430, Αχιλλ. O 738, Ανακάλ. 25, Θησ. Πρόλ. 27, Ch. pop. 14, Χούμνου, Κοσμογ. 790, Sprachlehre 191 (πληθ. μάτιγια), Απόκοπ.2 13, Αγν., Ποιήμ. Β́ 45, Κορων., Μπούας 75, Διγ. (Trapp) Esc. 852, Πένθ. θαν.2 518, Βεντράμ., Γυν. 20, Τριβ., Ταγιαπ. 183, Αιτωλ., Βοηβ. 189, Διγ. Άνδρ. 3276, Ευγέν. Πρόλ. 94, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 64r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [843], Λίμπον. 380, Διγ. O 369, κ.π.α.· μάτιν, Σπανός (Eideneier) Α 45, 292, 300, 355, 380, Συναξ. γαδ. 354, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1753, Συναξ. γυν. 619, 1016, Διήγ. Αλ. G 26619, 26926-7, 27220, 27617· ’μμάτι, Διγ. Z 1744· ’μμάτιν, Ασσίζ. 18114 (πληθ. ’μματία), Μαχ. 1035 (πληθ. ’μματία), Μαχ. 8623 (πληθ. ’μματία), Κυπρ. ερωτ. 10511,15·    ομμάτι, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2185 (Δωδώνη 8, 1979, 367), 5774 (Δωδώνη 8, 1979, 414), Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 101, Απόκοπ.2 267, Πικατ. 543, Ιστ. πατρ. 10012, Πανώρ. Έ́ 51, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2188, Θυσ.2 314, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 67, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 191, Ροδινός (Βαλ.) 223, , 363-631">Τραπεζούντιος, Νομοκ. 409 δις, 562· ομμάτι(ν), Σπαν. O 226, Προδρ. (Eideneier) I 148, Καλλίμ. 1694, Διγ. (Trapp) Gr. 361, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 229, Διγ. (Trapp) Esc. 362, Πόλ. Τρωάδ. 172, Χρον. Μορ. P 1131, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 189, Συναξ. γαδ. 299, Φλώρ. 812, Περί ξεν. V 521, Ερωτοπ. 123, Απολλών. 376, Λίβ. P 438, Λίβ. Sc. 954, Λίβ. Esc. 380, Λίβ. (Lamb.) N 566, Αχιλλ. L 896, Αχιλλ. N 814, Αχιλλ. O 722, Ιμπ. 84, Χρον. Τόκκων 3390, Φυσιολ. (Legr.) 118, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 92, Θησ. ΙΒ́ [344], Χούμνου, Κοσμογ. 637, Απόκοπ.2 385, Χρον. σουλτ. 2510, Πιστ. βοσκ. II 3, 47, Διγ. Άνδρ. 3159, Λίμπον. 415, κ.π.α.· ομμάτιν, Σπανός (Eideneier) Α 363, 510, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 393, 1752 Απόκοπ.2 194, Συναξ. γυν. 205, 350, Διήγ. Αλ. G 28120· ομμάτι(ο)ν, Σπαν. O 204, 272, Λόγ. παρηγ. O 443, 570, Ιατροσ. 1712-3, Ορνεοσ. 57914, Διγ. (Trapp) Gr. 1142, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 865, Συναξ. γαδ. 204, Sprachlehre 81, Θησ. Πρόλ. [35], [74], Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8716, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 169r, Χίκα, Μονωδ. 5, 69, Ιστ. πατρ. 1653, Αιτωλ., Μύθ. 10912, Πτωχολ. (Κεχ.) P 281, Διήγ. πανωφ. 58, Ροδινός (Βαλ.) 84, 105, 150, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1232, κ.α.
    Η λ. στον Αριστ. Ο. τ. αμμάδιν και αμμάτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 442)· ο τ. αμμάτι στο Βλάχ.· για το σχηματ. τους βλ. Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 146-7. Ο πληθ. μάθια και σήμ. ιδιωμ. (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 529, Πασπ., Γλωσσ. 228, λ. μάτια, ΛΔ 11, 1966-7, 84, 109, Κοντοσόπ., ΛΔ 11, 1966-7, 128 και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ά́ 141, 171, 202). Ο τ. μάτι στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. μάτιν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και άλλοι τ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ομμάτιν). Για το σχηματ. των τ. ’μμάτι και ’μμάτιν βλ. Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 220· ο τ. ’μμάτιν και σήμ. στην Κύπρο, όπου και τ. ’μμάδιν (Σακ., Κυπρ. Β́ 442, λ. α)μμάδιν και 663). Ο τ. ομμάτι στο Meursius (λ. ομμάτη) και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Γ́ 2, Έ́ 129. Ο τ. ομμάτιν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) α) Το όργανο της όρασης, οφθαλμός, μάτι: Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμά του τόπου,| μα πλια μακρά και πλια καλά θωρεί η καρδιά τ’ αθρώπου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1077· τον αφέντη βλέπουνε πως ήτον τυφλωμένος| το ’ναν τ’ αμμάτι το δεξιό Τζάνε, Κρ. πόλ. 3814· απ’ τη χαρά στα μάτια τση τα δάκρυα εκατεβαίνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1328· β) (μεταφ.): Χίλια μάτιά ’χει ο λογισμός, μερόνυχτα βιγλίζου· χίλια η καρδιά και πλιότερα κι ουδεποτέ σφαλίζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1083. 2) (Συνεκδ.) βλέφαρο: Μιαν ώρα δεν εμπόρεσα τη νύχτα να καμνύσω| τα μάτια μου να κοιμηθώ Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 247· Σ’ έναν ανοιγοσφάλισμα των αμματιώ αποσώνω| και δίχως λύπηση κιαμιά πάσ’ άθρωπο σκοτώνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 77. 3) (Συνεκδ.) α) βλέμμα: ο στρατηγός εσήκωσεν εις τον Θεόν τας χείρας του και τα μάτια του προς την Ανατολήν και ευχαριστεί τον Θεόν Διγ. Άνδρ. 3602· Πάντα τα μάτια του Κυρίου του Θεού σου εις αυτήν (ενν. την ηγή) από αρχή του χρόνου και ως το ύστερο του χρόνου Πεντ. Δευτ. XI 12· β) η έκφραση του βλέμματος που δηλώνει διάθεση, συναισθήματα, κ.τ.ό.: μόνον με το να τους βλέπει τινάς (ενν. τους Τσερκέζους) έδιδαν φόβον, έχοντες εκ φύσεως ομμάτι φοβερόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 386· η Αλήθεια εστράφηκεν με ομμάτιν αγριωμένον| και με θολόν ανάβλεμμαν και σκοτεινήν την όψιν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 808· Διώξε τα νέφη τσ’ όργητας απού το πρόσωπό σου,| ειρήνεψε τα μάτια σου, μέρωσε τον εαυτό σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 424. 4) (Συνεκδ.) η ικανότητα να βλέπει κανείς, όραση: ο φθόνος, το κακό θηρίον, υστέρησέν του τα μάτια| και έχασε το γλυκερόν το φως του κόσμου τούτου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 13· Ω τ’ Άδη και τση κόλασης δύναμη, μ’ είντα τρόπο| πολλές φορές κομπώνετε τ’ αμμάτια των ανθρώπω Ερωφ. Ιντ. β́ 62. 5) (Μεταφ.) προσωπική φροντίδα, επιστασία, επίβλεψη: ουδέν παχύνει το άλογον ωσάν τ’ ομμάτιν του βασιλέως Σοφιαν., Παιδαγ. 113. 6) (Μεταφ. προκ. για την Κων/πολη) πηγή φωτός: Εσείς βουνά θρηνήσετε και πέτραι ραγισθείτε (παραλ. 1 στ.), διατί εχάθη το κλειδί όλης της οικουμένης,| το μάτι της Ανατολής και της χριστιανοσύνης Θρ. Κων/π. H 6. 7) (Συνεκδ. προκ. για άνθρωπο): ήτον, λέγω, (ενν. η θυγατέρα) εις το κορμί ανάλογα γεμάτη,| λιγνή, ψηλή και νόστιμη που ’παίνα κάθε μάτι Μαρκάδ. 18· το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια,| να μην τονε γνωρίσουνε κείνα τα ξένα μάτια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 528· (με γεν. προσ.): Οι στρατηγοί τον δρόμον τους προς έσωθεν να ποίσουν,| από τ’ αμμάτι των Τουρκών να μην τους εγροικήσουν Αχέλ. 1327· τ’ αφέντη μου τ’ αμμάτια δε μπορούσι| πόσα πιστά και σπλαχνικά τον αγαπώ να δούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 163. 8) α) (Μεταφ. στον πληθ. προκ. να δηλωθεί αγαπημένο πρόσωπο): όχι ποτέ άλλη αγαφτική να μπει στο λογισμό μου· μόνο η Σίλα η όμορφη, τα μάτια και το φως μου Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 84· β) (με την αντων. μου ως προσφών., που εκφράζει τρυφερότητα): Χαρτί σου στέλνω, μάτια μου, με το αίμα μου γραμμένο Ch. pop. 309· γ) (σε μεταφ. στη γεν. πληθ. με προηγ. τα ουσ. φως, ήλιος, κ.τ.ό., προκ. να δηλωθεί αγαπημένο πρόσωπο): ταίρι εδικό μου| θα σ’ έχω, να ’σαι μοναχή το φως των αμματιώ μου Στάθ. (Martini) Ιντ. ά́ 4· ’Σ τούτον τον τόπον θέλω ιδεί κείνην που ’ναι το φως μου| και λαμπρυσμένος κι όμορφος ήλιος των αμματιών μου (έκδ. οιματιών) Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [30]. 9) (Μεταφ. προκ. για στόμιο κανονιού): τα κανόνια εσπούσανε κι ανοίγασι τα μάτια| κι οι ρόδες εχαλούσανε κι εγίνουντα κομμάτια Τζάνε, Κρ. πόλ. 31013. Εκφρ. 1) Εις τα μάτια (κάπ.) = κατά τη γνώμη, κατά την κρίση κάπ.: να κάμεις το ίσιο και το καλό εις τα μάτια του Κυρίου Πεντ. Δευτ. VI 18· εκακοφάνην το πράμα πολλά εις τα μάτια του Αβραάμ ιπί αφορμές του υιού του Πεντ. Γέν. XXI 11. 2) Εμπρός στα ’μμάτια (κάπ.) (η έκφρ. και σήμ.) = ενώπιον, μπροστά σε κάπ.: βλέπω του εχθρού θάνατον εμπροστά μου| και γίνεται εκδίκησις εμπρός στα ’μμάτιά μου Αιτωλ., Μύθ. 2612. 3) Με ανοικτά τα μάτια = χωρίς ύπνο· (εδώ σε υπερβολή) με τεταμένη προσοχή: Του καίσαρος οι φάλαγγες φυλάου τα παλάτια| και μέρα-νύκτα στέκουσι με ανοικτά τα μάτια Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 340. 4) Με μαύρα μάτια (συνεκδ. προκ. για τα δάκρυα· πβ. την έκφρ. μαύρα δάκρυα, ά. μαύρος Εκφρ. γ): Τότες ημείς εφύγαμεν εις τα βουνά, στα όρη,| με μαύρα μάτια έκλαιγεν όποιος μας εθώρει Ιστ. Βλαχ. 1208. 5) Στάκτη εις τα μάτια = θόλωμα της όρασης, τύφλωση· πβ. τη σημερ. φρ. ρίχνω στάκτη στα μάτια (κάπ.): τον αισθητάν αντίπαλον κατάβαλον εν τάχει,| δος του δειλίαν, σκοτισμόν, τυφλάγρα όπου λάχει,| δος του στα χέρια κρατημόν και εις τα μάτια στάκτη,| στα σκώτια δίστομο σπαθί και στην καρδιά του σφάκτη Διακρούσ. 11421. Φρ. 1) Ανοίγουν τα μάτια (μου), βλ. ανοίγω Β́ 10. 2) Ανοίγω καλά τα αμμάτια μου (η φρ. και σήμ.) = εντείνω την προσοχή μου για να αντιληφθώ κ.: Άνοιξε καλά τα αμμάτια σου και γνώρισε τον καλόν σου σύντροφον εδά απού ήμαθες την αλήθειαν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 426. 3) Ανοίγω τα ομμάτια (κάπ.) (η φρ. και σήμ.) = κάνω κάπ. να δει καλά, διαφωτίζω· πβ. και ανοίγω Ά́ 5δ: άνοιξε τα ομμάτια τους ως διά να ιδούσιν| το φως σε το αληθινόν, εκ σου να φωτισθούσιν Ιστ. Βλαχ. 2703. 4) Βάνω το μάτι μου επάνου (σε κάπ.) = βλέπω, εξετάζω (με τα ίδια μου τα μάτια): είπες προς τους σκλάβους σου: «καταβάσετέ τον (ενν. τον αδερφό σας) προς εμέν και να βάλω το μάτι μου επάνου του» Πεντ. Γέν. XLIV 21. 5) Βάνω ύπνο εις τα μάτια (μου), βλ. βάνω (I) Ά́ 14. 6) Βγαίνουν τα μάτια μου, βλ. βγαίνω 1α φρ. 7) Βγαίνω (ομπρός) από τα μάτια (κάπ.), βλ. βγαίνω 24 φρ. (α). 8) Βλέπω με άγριο μάτι (κάπ.) (η φρ. και σήμ.) = έχω εχθρική διάθεση για κάπ.: ω τύχη φθονερή και βάσκανε, πόσα κακά φέρνεις εις εκείνους οπού ιδείς με μάτι άγριον Χίκα, Μονωδ. 89. 9) Βλέπω με τ’ αμμάτια μου (η φρ. και σήμ.) = έχω άμεση αντίληψη ενός πράγματος: Άλλο θαύμα εγίνηκεν εις τον καιρόν μου ’μέναν,| τά είδα με τ’ αμμάτια μου, εγώ τα ’χω γραμμένα Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 496. 10) Δεν έχω ομμάτια να δω (κάπ.) (η φρ. και σήμ.) = δεν προσέχω κάπ., αποφεύγω να τον δω: Ό,τι του ειπείς ουδέν σου ακούει (ενν. ο αβουγαδούρος), να ’πες ότι εβουβώθη,| ουδέν έχει ομμάτια να σε δει, να ’πες ότι ετυφλώθη Σαχλ., Αφήγ. 369. 11) Δε σφαλίζω αμμάτι = δεν μπορώ να κοιμηθώ· πβ. τη σημερ. φρ. δεν κλείνω μάτι: στην κλίνη μου πόσες φορές τα μέλη μου ακουμπίζω| και πάσχω ν’ αποκοιμηθώ κι αμμάτι δε σφαλίζω Στάθ. (Martini) Ά́ 276. 12) Έχω κάπ. σαν τα μάτια μου (η φρ. και σήμ.) = αγαπώ πολύ κάπ. και τον φροντίζω: έπρεπε, που τους τιμάς, όλοι να σ’ αγαπούσι,| να σ’ έχουν σαν τα μάτια τους, να σε μυριοδοξάζουν Κορων., Μπούας 152. 13) Κακύνω το μάτι μου σε κάπ., βλ. κακύνω Β́ (Φρ.). 14) Κάμνω μάτια, βλ. κάμνω Φρ. 15) Να χαρείς τα μάτια σου = (για δήλωση παράκλησης, ευχής· η φρ. και σήμ.): Πε μου, να ζεις και να χαρείς τα μάτια σου, κυρά μου,| αυτείνα τά προδώκασι τώρα την εξουσιά μου,| κρατείς τον πόθο σου σ’ εμέν στεριό κι εμπιστεμένο; Φαλιέρ., Ιστ.2 549. 16) Ξεφωτιζω τα μάτια μου, βλ. ξεφωτίζω. 17) Παίζω με το μάτι = κάνω νοήματα, γνέφω: με την άκρα του ματιού συχνιά του απιλογάτο (ενν. η Αρετούσα).| Εις κάποιο τρόπον εις τ’ αλλού ήπαιζε με το μάτι,| οπού γνωρίσασι κι οι δυο πως μια φιλιά τσ’ εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2121. 18) Παίρνει κάπ. το αμμάτι μου (η φρ. και σήμ.) = βλέπω κάπ. φευγαλέα: ως με ’δε, μέσα εσύρθηκε στο μαγερειό και μπαίνει| τάχατες ογιά να χωστεί· κι εμένα τονε παίρνει| το αμμάτι μου, και το ζιμιό στο μαγερειό πετούμαι Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 35. 19) Στένω το μάτιν σε κάπ. = προσηλώνω το βλέμμα, κοιτάζω επίμονα και απειλητικά: Είτα το μάτιν του σ’ εμέν αρχίζει (ενν. το θεριόν) να το στένει| κι εκίνησε να πιλαλεί, απάνω μου να βγαίνει Πικατ. 21. 20) Φυλάγω (κάπ.) ως γιόν τα ’μμάτια (μου) = υπερασπίζομαι, προστατεύω (κάπ.)· πβ. και την αντίστοιχη σημερ. φρ. έχω κάπ. σαν τα μάτια μου: ας εμπεί (ενν. η ρήγαινα) εις την Κερυνίαν και ας την φυλάγουσιν ως γιόν τα ’μμάτιά τους Μαχ. 40827. 21) Χάνω τα μάτια μου = τυφλώνομαι· (εδώ μεταφ.): Οϊμέ, ποια μεγαλύτερη τρομάρα βλέπω ομπρός μου;| Βοηθάτε, γιατί έχασα τα μάτια και το φως μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 134.
       
  • ομνόγω·  
    αμνόγω, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 419, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 16, Πανώρ. Ά́ 42, Β́ 334, Έ́ 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 403, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 75, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 381, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 373, Β́ 408· εμνόω, Λίβ. Esc. 1741· ’μνόγω, Πανώρ. Γ́ 428, Δ́ 49, 415 κριτ. υπ., Έ́ 151, Ερωφ. Ιντ. γ́ 61, δ́ 51, Πιστ. βοσκ. II 7, 86, V 3, 107, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 598, Δ́ 517, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [872], Έ́ [574], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 178, Β́ 193, 250, Γ́ 161, Δ́ 29, Έ́ 100, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25528· β́ εν. ’μνος, Πεντ., Δευτ. X 20· ομνόω, Λίβ. Esc. 519.
    Από το ομνύω, Ο τ. αμνόγω με αντικατάσταση του ο (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 198)· απ. στο Βλάχ., λ. αμνώγω και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β́ 97 και Έ́ 142, λ. αμνώγω). Ο τ. ’μνόγω στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β́ 84, 593, Θυ. Έ́ 576, Κλ. Ά́ 727, στο Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Β́ 152, Ιντ. 321 και σήμ. στην Κρήτη (Andr., Lex., λ. ομνύω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. ’μνώγω), Τ. ’μνόου σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex.). Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Γ́ 487 και στο Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Β́ 256.
    Ορκίζομαι, διαβεβαιώνω με όρκο α) (με σύστ. αντικ.): όρκο φριχτό ν’ αμνόξομε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1131· β) (με αιτιατ. και συχνά με γεν. προσ.): ως άξιου βασιλιού κι αφέντη ’μνόγομέ σου| δούλεψη μπιστικότατη Ερωφ. Ιντ. ά́ 47· Αλήθεια σου το λέγω| και ’μνόγω σού το κιόλας Πιστ. βοσκ. II 5, 135· Ποιαν πίστην, ατυχότατη γυναίκα,| μου ’μνόγεις, αν εσύ πίστην δεν έχεις; Πιστ. βοσκ. II 7, 73· γ) (με δευτερεύουσα πρότ.): μα ’τονε χρεια πρι αρχίσουσιν οι βασιλιοί ν’ αμνόσου,| ό,τι γενεί σ’ αυτούς τσι δυο βέβαιο να το κρατούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1598· εμνόγασίν του πως δεν εφήκασιν ουδέ μίαν τρύπαν αγύρευτη Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 444· εμνόξανε πως τα νησιά θα καίγουν ένα ένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 33518· Ποιοί τ’ όνομά μας να χαθεί απού τον κόσμο εμνόξα; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 374· (συν. με εμπρόθ. προσδιορ. που δηλώνει το πρόσ. ή το πράγμα στο οποίο ορκιζόμαστε): εις το Θεό ’μνόγω με δίχως κρίμα| πως είδα τον Πελάγιο γονατιστό στο βήμα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 240· αμνόγω του στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,| άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1457· τούτο σου ’μνόγω να γενεί, πάνω στην κεφαλήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [387]· δ) (με αιτιατ. προσ. ή πράγματος) ορκίζομαι σε κάπ. ή κ.: εις το ψόμα το όνομα του Κυρίου αμνόγουσι Αποκ. Θεοτ. 49184· παρακαλεί τον ήλιον, εμνόει το φεγγάρι Λίβ. Esc. 1741· μόνον εσένα (ενν. θεά) ’μνόγουσι, μόνον εσένα χρήζου Πανώρ. Δ́ 296 κριτ. υπ. ε) απολύτως (συν. με εμπρόθ. προσδιορ.): τον Κύριο τον Θεό σου να φουβάσαι ... και εις το όνομά του να ’μνος Πεντ., Δευτ. VI 13· δεν ήλπιζα ποτέ μου τέτοιο λόγο| ν’ ακούσω απού τα χείλη σου, που στ’ όνομά σου αμνόγω Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 448· ς́) (με ομοτική έκφρ.): Εδώ δεν είναι τίποτας, σ’ αμνόγω μα τον Άρη Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 129. — Βλ. και ομνέω.
       
  • ομολογώ,  
    Διδ. Σολ. Ρ 81, Σπαν. (Μαυρ.) P 320, Διάλ. Ευθυμ. 11798, Λόγ. παρηγ. O 154, Ασσίζ. 6729, 20618, 25312, 30211, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 316, Χρον. Μορ. H 8748, Χρον. Μορ. P 6051, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 456, Φλώρ. 1763, Περί ξεν. A 212, Ερωτοπ. 369, Φυσιολ. 3728, Σκλέντζα, Ποιήμ. 132, Διήγ. Αλ. V 27, Αλεξ. 2785, Διήγ. Αλ. G 26622, Διγ. Άνδρ. 3949, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α 79, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 55v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [85], Διακρούσ. 11627, κ.α.· ’μολογώ, Ασσίζ. 1673, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 385, Φλώρ. 755, Ερωτοπ. 377, Λίβ. Esc. 1346, Ιμπ. 498, 587, Χρον. Τόκκων 1283, Μαχ. 1217, Βουστρ. 426, Γαδ. διήγ. 211, Αλεξ. 2362, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1357], Χρον. σουλτ. 13722, Πανώρ. Γ́ 514, Έ́ 81, Πιστ. βοσκ. II 5, 128, Ευγέν. 1279, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1094, Β́ 28, Θυσ.2 116, 148, Στάθ. (Martini) Γ́ 487, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 511, Πτωχολ. A 243, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [597], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 260, 364, Τζάνε, Κρ. πόλ. 41226, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 264, κ.π.α.· ’μολοώ, Στάθ. (Martini) Β́́ 300, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 417.
    Το αρχ. ομολογέω. Ο τ. ’μολογώ σε έγγρ. του 17. αι. (Καζανάκη Μ., Θησαυρ. 11, 1974, 27346 και Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 375) και σήμ. Ο τ. ’μολοώ και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. μολοώ). Διάφ. άλλοι τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex.). Η λ. και σήμ.
    Ά́ Μτβ. 1) α) Παραδέχομαι, αναγνωρίζω: Σαχλ., Αφήγ. 339, Ασσίζ. 16622· Μόνια σου ’μολογάς πως μια αγελιά ’σαι. Πιστ. βοσκ. II 7,54· (παρενθετικά): Μα ’σφαλα, ’μολογώ σου το, κι έμεινα νικημένος| απού τον πόθο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 663· Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το Αλφ. 105· φρ. ομολογώ χάριτας = χρωστώ ευγνωμοσύνη (Πβ. και Lampe, Lex., λ. ομολογέω 4): έχεις πρόσωπον και βλέπεις,| ουδέ χάριτας μοι λέγεις| και ομολογείς μεγάλως; Πτωχολ. α 775· β) (νομ.): Περί του εγγυτή οπού ουδέν ’μολογά παρά το ήμισον της εγγυμασίας Ασσίζ. 25430· γ) παραδέχομαι, αναγνωρίζω ως έγκυρο, αληθινό: ουκ οίδεν το ορθόδοξον ομολογείν την τύχην,| ώσπερ οι πρώτοι Έλληνες την ειμαρμένην δόξαν Σπαν. O 245· (θεολ.): Ομνύω εις ... τον μέγαν ημών προφήτην του Μωάμεθ και εις τα επτά μουσάφια όπου έχομεν και ομολογούμεν Επιστ. Μωάμ. 666· ομολογά η εκκλησία «έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών» Πηγά, Χρυσοπ. 293 (1)· δ) (με κατηγ.) αναγνωρίζω τη νομιμότητα του αξιώματος κάπ.: εποίησε δέ και ο πατριάρχης αφορισμόν κατά του ομολογήσαντος τον Καντακουζηνόν βασιλέα Byz. Kleinchron. Ά́ 8236· ε) (προκ. για το Θεό): Έναν Θεόν εμείς πιστεύομεν και ομολογούμεν, οπού εποίησεν τον ουρανόν και την γην Διήγ. Αλ. G 26618· αν θέλεις να ’μολογήσεις έναν μόνον Θεόν και τον Μαχομέτην τον προφήτην, τότε θέλω σε κρατήσειν διά ακριβόν μου φίλον και αδελφόν Μαχ. 229· (με κατηγ.): δος και αυτοίς την χάριν σου διά να σε γνωρίσουν,| μόνον Θεόν αληθινόν να σε ομολογήσουν Ιστ. Βλαχ. 2702· (εδώ, για την Παναγία): Εσέν (ενν. Μαρία) της γης και τ’ ουρανού δέσποινα ομολογούσι Σκλέντζα, Ποιήμ. 753· φρ. δε ’μολογώ θεόν = δε σέβομαι απολύτως τίποτε: συ δε ’μολογάς θεόν, μα θες να με ντροπιάσεις Ριμ. κόρ. 698. 2) α) Αποδέχομαι κάπ. κατηγορία, ομολογώ: ανέν και ο ρήγας σύρει μαρτυρίαν να μεν του πιστέψουν χωρίς να το ’μολογήσει ο ψουμάτος με το δικόν του θέλημαν Μαχ. 2426· το δίκαιον κρίνει ότι εκείνον να μην τον κρεμάσουν διά το αυτόν (ενν. το φόνο), εάν ου μη το ομολογήσει Ασσίζ. 45816· β) παραδέχομαι, ομολογώ (κάτω από ηθικό ή σωματικό εξαναγκασμό): απάνω εις βάρος αφορισμού να ομολογήσει το χρέος του Σεβήρ., Διαθ. 19040· εμαρτυρίσαν τον Νικολό τε Ναούν· και εμολόγησεν έμπροσθέν τους το πως ο άνωθεν σιρ Μάρκος ήτον αίτιος της αυτής υπόθεσης Μαχ. 30011. 3) Έχω τη γνώμη, πιστεύω: Όντα τα δυο σου μάτια| τα ’μορφα συντηρώ ...,| ... την αγάπη| πως μοιάζει ’μολογώ του παραδείσου Πιστ. βοσκ. II 2, 188. 4) Δίνω μαρτυρία για κ.: Ω κύρια και διδασκάλισσα ... (παραλ. 3 στ.). Κι η μαρτυρία κι η σύλληψις κι η θαυμαστή σου γέννα| τα ’μολογά για να βρεθείς μητέρα και παρθένα Φαλιέρ., Θρ. 62. 5) α) Εκμυστηρεύομαι, εμπιστεύομαι κ. σε κάπ. (με αιτιατ. και με γεν. ή αιτιατ. προσώπου): ειδέ και αν έπταισες ή φόνον εποιήσας,| υιέ μου, την γυναίκαν σου μηδέν τ’ ομολογήσεις Σπαν. (Ζώρ.) V 218· ξεύροντας το πως ποτέ από σένα| άλλος τινάς τά θέλω πει δε θέλει έχει ακουσμένα,| ελόγιασα τη σήμερο να σου τα ’μολοήσω Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 159· τά με βαραίνουσιν εσάς δεν κάνει χρεία| σήμερο να τα ’μολογώ για να ’βρω σωτηρία Θυσ.2 616· λέγουν τον (ενν. οι αγούροι τον Αχιλλέα): «Τι είχες, δέσποτα, και τι έναι τό σ’ εφάνη;»·| εκείνος ουκ ηθέλησεν τινά να ομολογήσει Αχιλλ. N 959· β) (θρησκ.) εξομολογούμαι: εξαγορεύσου τα κακά κι ειπέ τες αμαρτιές σου·| φώναξε την ασθένειαν σου, ’μολόγα την αιτιάν σου,| αν έναι ότι έχεις όρεξιν να λάβεις την υγειάν σου Πένθ. θαν.2 453. 6) Εκφράζω, εξωτερικεύω (συναίσθημα): ’μολόγησε τον πόνο σου, τα χείλη σου ας τον πούσι Θυσ.2 609· τον πόθο μου τον άμετρο ποτέ να ’μολοήσω Φορτουν. (Vinc.) Β́ 128· τα μάτια ήσανε μόνο| που εμολογούσαν τση καρδιάς τα πάθη και τον πόνο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2156. 7) α) Δηλώνω, φανερώνω: δείχνει (ενν. το μωρόν) τη χρειά του το ζιμιό κι ομολογά τά θέλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2207· περί εκείνου οπού αγκαλέ έτερον άνθρωπον εις την αυλήν και επήρεν ημέραν όχι τακτήν χωρίς να ομολογήσει διά ποίαν αιτίαν τον εγκαλέ Ασσίζ. 34111· τα καμώματα συχνά ψέματα ’μολογούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [687]· β) φανερώνω κ. κρυμμένο: την γυναίκα του εσκέντζεψαν μερικό και ομολόγησεν τα ασημικά της και την άφησαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 56r· εκριτηρεύγαν (ενν. οι Γενουβήσοι) τους λας και ’μολογούσαν το δικόν τους και επαίρναν το Μαχ. 40223· γ) καταδεικνύω, κάνω ολοφάνερο: τα μάτια σου το ’μολογού το βάρος τση καρδιάς σου Θυσ.2 120· καλά και δε μιλείς, τα μάτια ’μολογούσι| εκείνο που τα χείλη σου δε θέλου να μου πούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1101· δ) εκδηλώνω, φανερώνω: νοούν και ’μολογούσι| μέσα τως το κορμί και ο νους την φύσιν τήν κρατούσι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 25. 8) Αποκαλύπτω: επαρακάλεσαν αυτόν (ενν. τον Απόλλωνα) να τους ομολογήσει την άπασαν αλήθειαν διά τον βασιλέα τους Διήγ. Αλ. V 24· φοβούμενος μήπως το νοήσουν ... ή να μην το ομολογήσει η κόρη, όμοσέν την όρκους φρικτούς να μην την αρνισθεί ποτέ Διγ. Άνδρ. 3671· να σου το ’μολογήσω| από τι γενεάν είσαι| κι από τι φυλή κρατιέσαι Πτωχολ. B 303. 9) Ανακοινώνω: τον μπασιά το θάνατο σ’ όλους εμολογήσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 32714. 10) Γνωστοποιώ, πληροφορώ: καταπώς τα πράματα αλλάσσουν και περνούσι| τα γράμματά μου να ’ρχουνται να σου το ’μολογούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1676· ομολόγησέν του το πώς την έκτισεν (ενν. την εκκλησία) ο Σολομών ο βασιλεύς Διήγ. Αλ. G 26616. 11) Δίνω αναφορά (σε ανώτερο): ο συνορίτης ... επήγεν εις αυτόν (ενν. το βασιλέα) και ομολόγησέν του περί τα φουσσάτα, το πόσες χιλιάδες έρχονται Διήγ. Αλ. V 22. 12) Διακηρύσσω, διαλαλώ: Δεν ημπορώ να μη λέγω και ομπρός εις όλους να ομολογώ πως η καλοσύνη της ευγενείας σας ... να μην εστάθη έτσι μεγάλη Μεταξά, Επιστ. 47· Επήρανε το θέλημα ετότες να κινήσουν,| την νίκην σ’ όλη την Φραγκιά να παν να ’μολογήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3786. 13) α) Διηγούμαι, αφηγούμαι: Λαλούσιν την υπόθεσιν, ομολογούν την πράξιν Ιμπ. 686· η κόρη ουκ ομολόγησεν το όνειρον ως ήτον Λίβ. Sc. 223· τώρα σασε ’μολογώ το μέτρος οπού ’πέσα| ετότες και με τα σπαθιά και πιστολιές εσύραν| κι εσκοτωθήκανε πολλοί Τζάνε, Κρ. πόλ. 45110· β) περιγράφω: Το κάλλος το πανθαύμαστον (ενν. της βασίλισσας) τις να το ’μολογήσει| και τις ν’ αρχέψει να το πει και πώς να το ξηγήσει; Βίος Δημ. Μοσχ. 479· Φουσσάτα ήσανε πολλά ομπρός του (ενν. του πασιά) και οπίσω,| δεν έχω νουν και λογισμόν να σας τ’ ομολογήσω Διακρούσ. 969. 14) Αναφέρω, μνημονεύω, κατονομάζω: Εις την πούντα του Τραγγιλό εις την μερέα της όστριας του σιρόκου ... ήτον και μία χώρα χαλασμένη και δεν την ’μολογούν Πορτολ. A 24021. 15) Επαινώ, εγκωμιάζω (Βλ. Bauer, Wört. λ. ομολογέω 5): Ιούδα, εσύ να σε ’μολογούν τα αδέρφια σου· ... να προσκυνήσουν εσέν παιδιά του πατρός σου Πεντ. Γέν. XLIX 8. 16) (Νομ.) αποδεικνύω, βεβαιώνω, πιστοποιώ: αν ένι ότι εκείνος ομολόγησεν έμπροστεν του βισκούντη και έμπροσθεν τους κριτάδες ή άλλος διά λόγου του ότι ούτος ο τεθνηκώς είχεν του απηδήσει πρωτύτερα ..., εντέχεται να μείνει αμέριμνος άνευ τινός πολέμου Ασσίζ. 20521· (με κατηγ.): ομολογούμεν και μαρτυρούμεν τον άνωθεν πνευματικόν και εφημέριον ονόματι Αββακούμ Κοντολέον άξιον, σεμνόν, ήσυχον και τίμιον κατά πάντα Βλαστού, Επιστ. 177. 17) α) Εξαγγέλλω, υπόσχομαι, εγγυώμαι: Ταύτα δέ ως βέβαια και ομολογούμενα οι ασεβείς είχασι και διά τούτο τον Θεόν ημών ωνείδιζον ασεβώς ταύτα Καναν. 72Β· β) υπόσχομαι στον εαυτό μου, αποφασίζω: Περί παρθένων γυναικών, οπού ομολόγησαν να παρθενεύουν και ευρίσκονται ακόμη των γονέων τους Βακτ. αρχιερ. 178. 18) Καταδίδω, προδίδω: Ανέν κανένας ... και μας ιδει και δράμει (παραλ. 1 στ.) κι έρθει και ’μολογήσει μας επά στην χώραν μέσα; Ευγέν. 484· το βραδύ στον ίδιον τόπο| ευρίσκομέστα με ’πιδέξιον τρόπο| π’ άνθρωπος δεν εμπόρει να γνωρίσει,| ουδέ ποσώς να μασε ’μολοήσει| Βοσκοπ.2 236· ... έγινε καταδότης.| Εις του βιζίρη έσωσεν κι είχε του ’μολογήσει| ό,τι άκουσεν ... και τι θα καταντήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4769. 19) (Νομ.) καταγγέλλω: εκείνος ένι ομολογημένος με μάρτυρες ... οπού ηγνωρίζουν αληθινά ότι εποίκεν εκείνον το λάβωμαν Ασσίζ. 915. Β́ Αμτβ. 1) α) Παραδέχομαι: πάλι σε χέρια σ’ έβαλε (ενν. το ριζικό σου) και πας ’φκαριστημένα,| καθώς μόνιος σου ’μολογάς, και ας είσαι κι εις τα ξένα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 246· β) (νομ.) αποδέχομαι κατηγορία, ομολογώ: εάν ομολογήσει ..., ας ορίσει ο κριτής και ας ποιήσει όρκον Ελλην. νόμ. 53015· εκείνος οπού έβαλεν το λαμπρόν ... αφ’ εαυτού τε εμολόγησεν Ασσίζ. 2233· γ) αναγνωρίζω, παραδέχομαι τα σφάλματά μου: τον φρόνιμον ληστήν, με το να ’μολογήσει,| μέσα εις τον παράδεισον τον έβαλε να ζήσει Ιστ. Βλαχ. 2291. 2) Μιλώ, λέω: γλώσσα δεν έχει να το πει, χείλη να ’μολογήσει Περί ξεν. V 73· πέμπει εδεκεί τεχνίτες και θωρούσι (παραλ. 1 στ.) ... αν είναι τόπος εύκολος σαν είχε ’μολογήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4773. 3) Εκθέτω· αποφαίνομαι: εις την Σοφίαν του ομολογά (ενν. ο Σολομών) και έγραψε με τας χείρας·| λέγει: «Πρώτον <εκ> της αρχής και έμπροσθεν τον αιώναν| την Παναγίαν εποίησεν ο πλάστης με την φρόναν» Συναξ. γυν. 75.
       
  • ονειρεύομαι,  
    Πεντ. Γέν. XXVIII 12, XXXVII 10, XLI 5· ’νειρεύγομαι, Θυσ.2 96, 99· ’νειρεύγω, Πιστ. βοσκ. V 8, 32 (μτχ. ’νειρεύγοντας)· ’νειρεύομαι, Στάθ. (Martini) Γ́ 243· (αόρ. ενειρεύτηκα)· ονειρεύγομαι, Πεντ. Γέν. XLI 1.
    Από το ουσ. όνειρο και την κατάλ. ‑εύομαι. Οι τ. ’νειρεύγομαι και ’νειρεύγω και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. Β́ 697, Κοντοσόπ., ΛΔ 14, 1982, 119). Ο τ. ονειρεύγομαι καθώς και τ. ονειρεύγω στο Βλάχ. Άλλοι τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ονειρεύκομαι, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 452, λ. ονειρέβγουμαι). Η λ. στο Somav. και σήμ.
    1) Βλέπω όνειρο, ονειρεύομαι: επαίρνει τον ο ύπνος| και ονειρεύεται ο ελεεινός, άκουσον τι εβλέπει Περί ξεν. A 33· ονειρευτή η μάννα του πως είχε να γεννήσει| ένα δαυλόν Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά́ 161· (με σύστ. αντικ.): ονειρευτήκαμε όνειρο εις νύχτα μνια Πεντ. Γέν. XLI 11. 2) Επιθυμώ έντονα κ.· ελπίζω: βασιλιάδες ... από τους οποίους ... καρτερούμεν την ελευθερίαν μας και όχι από χρησμούς και ανωφέλετες προφητείες, καθώς τινές ονειρεύγονται Ροδινός (Βαλ.) 156. 3) Σχηματίζω λανθασμένη εντύπωση: Καίσαρε, μη ονειρεύγεσαι, τέρατα μην λογιάζεις| πως είναι ετούτα τα παιδιά, του Άδη, καθώς τα κράζεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 175.
       
  • όνειρον  
    το, Διγ. Z 730, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 320, 331, Λίβ. Sc. 2448, Λίβ. Esc. 557, 581, 640 κριτ. υπ., 1320, 1356, 1514, 4110, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 10, Διήγ. Αλ. G 26536,42, 27517, Βυζ. Ιλιάδ. 45, Παλαμήδ., Βοηβ. 1267, Διγ. Άνδρ. 3315-6·, 40614, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 149, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 7, Εγκ. αγ. Δημ. 110172 (γεν. ‑άτος), Λίβ. P 1849, Λίβ. (Lamb.) N 353, Βυζ. Ιλιάδ. 31, 43, 68· πληθ. ονείρατα, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 152Γ, Αλφ. (Μπουμπ.) III 47, Νομοκ. 38624, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 7, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ 1432, Ροδινός (Βαλ.) 187· γεν. πληθ. ονειράτων, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 8· δοτ. πληθ. ονείρασι, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 857· όνειρο, Φαλιέρ., Ιστ.2 756, Φαλιέρ., Ενύπν.2 34, 120, Πεντ. Γέν. ΧΧ3, XXXI 24, XXXVII 19, XLI 7, 8, XLII 9, Δευτ. XIII 2, 6, Πανώρ. Ά́ 282, Έ́ 361, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 111, 143, Έ́ 588, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 687, Δ́ 50, 141, Στάθ. (Martini) Ά́ 235, 243, Γ́ 537, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 571, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 80, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 174· ονείρο, Αλεξ. 665· ονειρό, Απολλών. 785.
    Το αρχ. ουσ. όνειρον. Για τις πλάγιες πτώσεις βλ. L‑S. Ο πληθ. ονείρατα, για το σχηματ. του οποίου βλ. Παπαδ. Α., ΛΔ 3, 1941, 19, και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 452). Ο τ. όνειρο και σήμ. Οι τ. ονείρο και ονειρό από μετρ. αν. (Για τον τ. ονείρο βλ. Holton [Αλεξ. 213]). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 213, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 432, Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά́ 120, λ. είνουρου, Β́ 19, λ. εινόρο, Γεωργακ., ΑΘΛΓΘ Ά́ 1934-5, 283, Καραναστάση ΛΔ 8, 1958, 74). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 452).
    1) Όνειρο: Ασσίζ. 4729, Φαλιέρ., Ενύπν.2 Β́ 118, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 139, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 151· (εδώ ως σύστ. αντικ.): ιδού ονειρεύτηκα όνειρο ακόμη και ιδού ο ήλιος και το φεγγάρι και έντεκα άστρα προσκυνούν εμέν Πεντ. Γέν. XXXVII 9· 2) (Σε παρομοίωση, για να δηλωθεί κ. φανταστικό, ασταθές, μη πραγματικό): ωσάν όνειρον παρέρχεται πάσα ανθρώπου δόξα Διγ. Άνδρ. 40321· Ψευτό καλό μου χάρισες κι ως όνειρον εχάθη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 503. 3) Κ. φανταστικό, μη πραγματικό, παραίσθηση: Κοιτάζουν από τα βουνά κι άρμενα κατεβαίνουν (παραλ. 5 στ.). Κι ο γκενεράλες έλεγε πως όνειρα θωρούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 18227. 4) Πόθος απραγματοποίητος: Πού σ’ έσυρε το ριζικό ... κι αγάπησες έτοιας λογής μια μας κερά μεγάλη;| Όνειρον ειν πολλά ζαβό Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 213· Εγείρου απαύτου, Φ’λοπαππού, και όνειρα μη βλέπεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1298. 5) (Προκ. για κ. το υπερβολικά ωραίο ή παράδοξο): Ανέν κοιμούμαι, πεθυμώ ποτέ να μην ξυπνήσω,| μα μετά τούτο τ’ όνειρο γλυκιά να ξεψυχήσω Πανώρ. Έ́ 364· πάντά ’χεν (ενν. ο Ρωτόκριτος) εις το πρόσωπο το μαγικό μελάνι·| κι ο βασιλιάς κι η ρήγισσα κι όλοι που το γροικούσα| κοιμούνται τως εφαίνετο κι όνειρο το θαρρούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 1374.
       
  • όνομα  
    το, Προδρ. (Eideneier) IV 359, Διγ. Z 1123, 4203, Διγ. (Trapp) Gr. 2684, Χρον. Μορ. H 795, 1724, Χρον. Μορ. P 3150, Λίβ. Esc. κριτ. υπ. 589, Λίβ. (Lamb.) N 485, Μαχ. 3746, Πεντ. Γέν. XXXII 3, Αρ. I 22, Χρον. σουλτ. 5912, Πανώρ. Αφ. 29, Γ́ 161, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 15, Πρόλ. 17, Ά́ 306, Δ́ 22, Ερωφ. Ιντ. γ́ 21, δ́ 85, Διγ. Άνδρ. 38422, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 61, Β΄ 158, Δ́ 1927, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 28, Φορτουν. (Vinc.) Αφιέρ. 37, Δ́ 243, Έ́ 199, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 66, Β́ 371, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19325, Τζάνε, Κατάν. 220, κ.π.α.· όνομαν, Ασσίζ. 21921, Ιατροσ. 1831, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1338, 1611, Σπανός (Eideneier) Α 477, Χρον. Μορ. H 1236, Χρον. Μορ. P 7941, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 267, Απολλών. 446, Φαλιέρ., Λόγ. 136, Παρασπ., Βάρν. C 407, Μαχ. 2620, 10018, 15217, 59824, 60226, Χούμνου, Κοσμογ. 2049, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1161, Ιμπ. (Legr.) 52, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 304, Θυσ.2 1129, Τζάνε, Κρ. πόλ. 39825· γεν. εν. ονομάτο, Ροδολ. (Αποσκ.) Στ. Φιορέντζα 8· πληθ. ’νόματα, Πένθ. θαν.2 60, Κυπρ. ερωτ. 13719.
    Το αρχ. ουσ. όνομα. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 702) και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Για το σχηματ. της γεν. ονομάτου βλ. Bakker, Cret. St. 1, 1988, 23. Για διάφ. τ. της λ. βλ. Θαβώρ., Δωδώνη 9,1980, 413-4. Η λ. και σήμ.
    1) α) Όνομα, ονομασία: Πεντ. Γέν. II 20, Αρ. I 2, XXVI 33, Ηπειρ. 2405, Λίβ. Esc. 2618· την μητέρα μου Σαλήμ το όνομάν της κράζου Χούμνου, Κοσμογ. 818· (προκ. για το Θεό ή το Χριστό): μη ’μόσεις το όνομα του κυρίου του Θεού σου Πεντ. Δευτ. V 11· Πάντοτ’ ας είναι του Χριστού τ’ όνομα δοξασμένο Ερωφ. Ιντ. Δ́ 79· (η ονομ. και η δοτ. απολύτως· η χρ. της δοτ. και σήμ.) με το όνομα ...: φίλον είχεν, όνομαν κύριν Στραγκαλιώνα Απολλών. 418· (δοτ.) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 336v, Μαχ. 36612, Χούμνου, Κοσμογ. 150· β) (με τις προθ. εις, επί, διά, σε επίκληση ή αναφορά του ονόματος θεού ή άρχοντα από τον οποίο αντλεί κανείς τη δύναμη ή την εξουσία για κ.· πβ. σημερ. «στο όνομα», «εν ονόματι» κάπ.): Εις τ’ όνομά σου, Έρωτα, σκύφτω να τη φιλήσω Πανώρ. Β́ 240· Εις το όνομα του παντοκράτορος Χριστού αμήν Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1641· εφυσήσεν τους (ενν. το παιδίν τους Σαρακηνούς) επί ονόματος κυρίου Ιησού και ότοιμα επρήστησαν και εππέσαν χαμαί Μαχ. 3425· αφήκαν εις την χώραν, να περισκοπά την χώραν, τον σιρ Τζουάν Τερράς διά όνομαν της ρήγαινας Βουστρ. 503· (σε παράκληση· η χρ. και σήμ.): ο ρήγας εμήνυσεν του τουρκοπουλιέρη εις το όνομαν του Χριστού να πάγει εις τον σουλτάνον το γληγορόττερον τό να μπορήσει Μαχ. 17821· γ) (συνεκδ. σε αντωνυμική χρ. με γεν. προσωπικής ή δεικτ. αντων.· βλ. και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 427, 644]: Παρακαλούμε σας λοιπό, άρχοντες τιμημένοι (παραλ. 1 στ.), ’φκαριστημένη ακρόαση να ’χομε απ’ όνομά σας Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 136· Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,| του χρυσαφιού ακριβειά καταραμένη (παραλ. 4 στ.) Στον Άδην ας βουλήσει τ’ όνομά σας Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Γ́ 379· καρδιά μου αγαπημένη μου, γλυκότατη καρδιά μου,| πόσα του πόθου βάσανα είχες για όνομά μου! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 480· του Αβραάμ του έκαμαν καλό διά όνομα αυτής (ενν. της Σάρρας) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 122v· δ) (σε συνεκδ. χρ.): πολλοί των χριστιανών έλαβον θάρρος, έχοντες αντιλήπτορα και βοηθόν τον Δημήτριον, αρχίζοντες και αυτοί να διδάσκουν την Χριστού πίστιν, ώστε οπού εκαινουργιώνετον το χριστιανικόν όνομα Εγκ. αγ. Δημ. 10783· (εδώ προκ. για την Κων/πολη): τώρα οι Αγαρηνοί εκατεδούλωσάν το,| το αξιοπρεπέστατον το όνομαν, το μέγαν, (παραλ. 1 στ.), το όνομαν το θαυμαστόν της οικουμένης όλης Θρ. Κων/π. (Mich.) 65, 67· ε) (σε περίφραση· βλ. και L-S στη λ. IV): Διήγ. Αλ. G 2641, Πεντ. Λευιτ. XXII 2. 2) Ταυτότητα, υπόσταση· ιδιότητα: ο θεός των γονέων σας απέστειλέ με προς εσάς και να πουν εμέν· τι το όνομάν του; τι να πω προς αυτουνούς; Πεντ. Έξ. III 13· φευ, ελεεινοί Χριστιανοί ... (παραλ. 2 στ.) με τ’ όνομά σας δράμετε όπου ζητά τιμή σας (παραλ. 1 στ.) και είς τον άλλον σαν καλά τέκνα Χριστού τιμάτε Αχέλ. 526. 3) Προσωνυμία: Ο θαυμαστός εκείνος άνθρωπος, ..., έγινεν άξιος να αποκτήσει ένα όνομα, οπού κυρίως ενός και μόνου Θεού είναι ίδιον επίθετον, τουτέστιν «ελεήμων» Ροδινός (Βαλ.) 183· έκαμεν και παιδίον αρσενικόν, εύμορφον πολλά, τον Διγενήν εκείνον τον ανδρειωμένον, ο οποίος έλαβε το όνομα από τους γονείς Διγ. Άνδρ. 34217. 4) Προσφώνηση: παιδιά να κάμεις όμορφα, να δεις κλερονομιά σου,| «μάννα» ν’ ακούγεις τ’ όνομα, ν’ αναγαλλιά η καρδιά σου Πανώρ. Γ́ 160· Κύρη, καλά και τ’ όνομα τούτο να μην τυχαίνει| απού την κακορίζικην εμένα πλιο να βγαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 243. 5) Ψευδές όνομα, πρόσχημα: Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Β́ 507. 6) Λέξη: όπου εμπεί και μάθει τον της φυλακής τον πόνον,| όνταν ακούσει το όνομα, όλος ανατριχιάζει Σαχλ., Αφήγ. 432· τούτο γαρ το βάρβαρον όνομα (ενν. κράλης) εξελληνιζόμενον βασιλεύς ερμηνεύεται Ηπειρ. 2101. 7) Τίτλος, αξίωμα: Μέγαν Κύρην τον έλεγαν, όνομα των Ελλήνων Χρον. Μορ. H 7242· την θυγατέρα δέ αυτής πάλιν δέδωκαν τον σουλτάν Μουσταφίαν εις γυναίκα, ονομάσαντες αυτήν κυράν της Ανατολής κενῴ ονόματι αυτήν ονομάσαντες Έκθ. χρον. 36· Αφότου γαρ εστέφθηκεν, ο δούκας ο δεσπότης| βιάζεται κατά παντός την Άρταν να επάρει,| καθώς είχεν το όνομα να έχει και την χρήσιν Χρον. Τόκκων 2181 (πβ. το σημερ. άλλος έχει τ’ όνομα κι άλλος τη χάρη). 8) (Πληθ.) πρόσωπα, άτομα (βλ. και ά. ονόματα· πβ. το σημερινό νομάτοι· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 87, Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 343): Ήσαν δέ των ονομάτων| οι ονομασίαι αύται· Αφαρεύς και Μηριόνης| και Δηίπυρος συν τούτοις Ερμον. Ν 317· επροστάχθην να συγγράψω (παραλ. 1 στ.) των Ελλήνων τας ανδρείας (παραλ. 1 στ.) και αυτών των ονομάτων| των θανέντων εν πολέμοις| και των φθορέων γαρ τούτων Ερμον. Πρόλ. 41· (με τη γεν. ανθρώπων): εσκοτώθησαν εις τον σεισμόν επτά χιλιάδες ονόματα ανθρώπων Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Αποκάλ. Ιω. ιά́ 13. 9) α) «Όνομα», καλή ή κακή φήμη (βλ. και ακοή, άκουσμα(ν)): Θησ. (Foll.) I 109, Ροδινός (Βαλ.) 190, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4915, Φλώρ. 1154· β) υπόληψη: απέ τους ναύτας οπού έχουν φανόν και όνομαν, να τους βάλλουν να ’μόσουν εις τα άγια να ειπούν την αλήθειαν Ασσίζ. 4811. Εκφρ. 1) Αποκάτω στο όνομα· βλ. αποκάτω (I) 3δ φρ. 2) Απ’ όνομα ή διά (τ’)όνομα(ν) κάπ. = από μέρους, για λογαριασμό, στη θέση κάπ.: Γύρεψε τον Πανάρετο λοιπό κι απ’ όνομά μου| του ’πέ πως τονε καρτερώ μέσα στην κάμερά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 181· να ’μόσουν (ενν. οι αμιράδες) έμπροσθέν τους διά όνομαν του σουλτάνου και ο κουβερνούρης έμπροσθεν τους αμιράδες διά όνομαν του ρηγάτου Μαχ. 2927,8· Στον κόσμον σας απέστειλα πτωχόν τον αδελφόν μου,| καθημερινόν να σας ζητά αυτός διά τ’ όνομά του Ρίμ. θαν. 114. 3) Διά ή μετά ονόματος, κατά ή κατ’ όνομα(ν), παρ’ όνομα = ονομαστικά (βλ. και κατά 7 Εκφρ.): κάτις απέ τους κριτάδες τον εκάλεσεν διά ονόματος εις την βουλήν Ασσίζ. 301· Εάν ένι ότι ... μια χήρα ζητά μετά ονόματος ... δύο κριτάδες της αυλής εις την βουλήν τους Ασσίζ. 2928· την ευγενείαν υμών ευλογώ και δι’ υμών πάντας κατά όνομα τους λοιπούς υιούς αγαπητούς ημετέρους εν πνεύματι αγίῳ Βελλερ., Επιστ. 77· Εδώ είναι οι βασιλείς γεγραμμένοι παρ’ όνομα όσοι εβασίλευσαν την αυτήν Κωνσταντινούπολιν Χρον. 311. 4) Διά το όνομα = για να τηρούνται τα προσχήματα, τυπικά (η χρ. και σήμ.): μόνον διά το όνομα φορούσιν (ενν. οι παπάδες) το καπάσι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 174. 5) α) Εις όνομα κάπ. = στην κατοχή, στη δικαιοδοσία κάπ. (η χρ. και σήμ.): Η κόρη δέ εις όνομα να είναι εδικόν σου,| Ιωαννίκιε θαυμαστέ, και εις χαράν του γήρους Διγ. Z 3214· να λάβεις και την προίκα σου ...| κεντηνάρια είκοσι, νομίσματα παλαία,| α προ καιρού εχώρισα και εθέμην ιδίως| της φιλτάτης εις όνομα Διγ. (Trapp) Gr. 1659· β) εις όνομα (με γεν. πράγματος) = «εν είδει», ως ...: μελετήσαι τα της χρειάς του γάμου του Βελθάνδρου,| το τι δίδει τον Βέλθανδρον εις όνομα προικός τε Βέλθ. 995. Φρ. 1) Ακούει το όνομά μου· βλ. ακούω Ά́ 4 φρ. 2) Αυξάνω το όνομά μου· βλ. αυξάνω 1 Έκφρ. 3) Αφήνω όνομα· βλ. αφήνω 4 Φρ. 4) (Προκ. για το Θεό) να βάλει (να απλικέψει) το όνομά του κάπου = να ορίσει τόπο εγκατάστασης του εβραϊκού λαού και (συνεκδ.) τόπο λατρείας του: να μακρύνει από εσέν ο τόπος ός να διαλέξει ο Κύριος ο Θεός σου να βάλει το όνομά του εκεί Πεντ. Δευτ. XIV 24· μόνε προς τον τόπο ός να διαλέξει ο Κύριος ο Θεός σου να απλικέψει το όνομά του, εκεί να θεσιάσεις το Πάσκα Πεντ. Δευτ. XVI 6. 5) Βάνω όνομα· βλ. βάνω 16 β. 6) Βγαίνει το όνομα (κάπ.) ή βγαίνει κακόν όνομα κατά (κάπ.) = αποκτά κάπ. κακή φήμη: κλαίει (ενν. η πολιτική) πολλά και αγανακτά το καταφρόνεμάν της,| την ευγενειάν της να πονεί που θα ’βγει τ’ όνομά της Σαχλ. N 293· εβγήκε κακόν όνομα κατ’ αυτού Ιστ. πατρ. 1346. 7) Βγάνω όνομα (σε κάπ.)· βλ. βγάνω 35 (α) φρ. 8) Βγάνω όνομα κακό (σε κάπ.) = εξαιτίας μου διασύρεται κάπ. (η χρ. και σήμ.): να ζημιώσουν αυτόν έκατον άσπρα και να δώσουν του πατρός της παιδοπούλας, ότι έβγαλεν όνομα κακό ιπί κορασίδα του Ισραέλ Πεντ. Δευτ. XXII 19. 9) Βγάνω, πέμπω, στήνω όνομα ή παίρνω (τ’) όνομα(ν) = αποκτώ φήμη, γίνομαι ξακουστός (βλ. και βγάνω 35 (β) φρ.): απού το τραγούδι μου όνομα θέλου βγάλει Πανώρ. Γ́ 623· Πατέρα μου, όνομα άπονο στον κόσμο θε να πέψεις,| α δε σκολάσεις την οργή κι α δε τη μεταστρέψεις Θυσ.2 793· υπήγεν κι επήρε μίαν χώραν μεγάλην, ... με πόλεμον, κρουσεύοντας και λεηλατώντας όλα της τα περίχωρα. Έστησεν από τούτο μέγα όνομα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 317· να τον θαυμάσουσι πολλοί και όνομα να πάρει Αιτωλ., Μύθ. 964· αυτός ηπήρεν τ’ όνομαν και την κοινήν ευφήμην Παρασπ., Βάρν. C 364. 10) α) Λειώνω, σβήνω ή τελειώνω το όνομα κάπ. = κάνω να λησμονηθεί, να πάψει να υπάρχει το όνομα κάπ. (βλ. και λειώνω ΙΆ́ 5 β): Εύρηκα και καλόν καιρόν τσ’ εχθρούς μου ν’ αφανίσω (παραλ. 1 στ.) τώρα που βάνουσι φωτιά να ρίξουν τα τειχιά σου| και παντελώς από την γην θα σβήσουν τ’ όνομά σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 21625· λωλοί ’ναι όσοι θαρρού με κόπο γή με γνώση| να κάμουσι τη χέρα μου να μη μπορά τελειώσει| τα ’νόματά τως Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 35· β) λειώνει, λειώνεται ή σβήνει το όνομα κάπ. = εξαλείφεται, παύει να ακούγεται το όνομα κάπ. [βλ. και λειώνω Β́ 2 (φρ.) και II 2 (φρ.)]: Ας πέσουν τα μουράγια μου, να σβήσει τ’ όνομά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 57119· τ’ όνομά σου παντελώς από την γην να σβήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 22826. 11) Να ζήσει τ’ όνομά σου· βλ. ζω (I) Ά́ 1β. 12) Στέκει το όνομα κάπ. = εξακολουθεί να υπάρχει, να ακούγεται, να μνημονεύεται το όνομα κάπ.: αθάνατον απόμεινε και στέκει τ’ όνομά του (ενν. του Αλεξάνδρου) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1349· με δίχως κόπο| τα ονόματα παντοτινά δε στέκου των αθρώπω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 56. 13) Σύρνεται το όνομα κάπ. = διασύρεται, εξευτελίζεται κάπ.: ουδέν λυπείσαι, ω Σωκράτη, να σύρνεται το όνομά σου εις το θέατρον; Σοφιαν., Παιδαγ. 283. 14) Τελειώνεται το όνομα κάπ. = πεθαίνει κάπ.: ετελειώθην το όνομα αυτού μηνί τῳ εδώ πέρυσι και εφέτο Σπανός (Eideneier) Α 286.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης