Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγκυλωτός,
- επίθ., αγκελωτός, Θησ. (Βεν.) Ϛ́́ [166], Ζήνου, Βατραχ. 274· γκελωτός, Θησ. (Βεν.) Ζ́́ [1122].
Από το αγκυλώνω. Τύπος αγκυλωτός και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που έχει αιχμηρή απόληξη: Τ’ αρκάσια …| … εγέμασι αγκελωτές σαΐτες Θησ. (Βεν.) Ϛ́́ [166]. 2) Που έχει αγκύλια, αγκάθια (πβ. Βλάχ. λ. αγκυλωτός και ΙΛ λ. αγκυλωτός 2β): ο κάθε είς εγίνετον ως γένονται οκάπου| οι κυνηγοί στους γκελωτούς δρυμώνες τους μεγάλους Θησ. (Βεν.) Ζ́́ [1122].
ανανοώ,- Προδρ., Ροδ. (Hercher) H΄ 213· ανανογούμαι, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 68· ανανοούμαι, Ερμον. (Legr.) Ξ 24, Λίβ. (Μαυρ.) P 1672, Θησ. (Βεν.) Δ΄ [667]. H΄ [476]· ανανούμαι, Gesprächb. 1035.
Το μτγν. ανανοώ. Για τη λ. βλ. Φάβ., Αθ. 27, 1915, ΛΑ 149-50. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Ανακαλώ στη μνήμη μου, αναλογίζομαι, σκέπτομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ανανογιέμαι 3): βλέπει την και αναστενάζει·| ανανοάται τά επικράθηκε Λίβ. P 1672· Αλήθεια πριν να κοιμηθεί ατός του ανανοάτον·| με την αγάπη αρχίνιζε, μ’ αυτήν παραπονάτον Θησ. Δ΄ [667]· επεί Ροδάνθην εις ανάμνησιν λάβοι (ενν. ο Δοσικλής) ταις παρθένοις γαρ την εαυτού παρθένον| ανανοών έκλαιεν εν τῃ καρδίᾳ Προδρ., Ροδ. H΄ 213. 2) Αισθάνομαι, νιώθω: δαγκάνω τον στο δάκτυλο και δεν ανανοάται Ζήνου, Βατραχ. 82. —Συνών.: αναθιβάλλω Α2, αναθυμούμαι 1, αναμνίζω 1, αναπολώ, ανιστορώ, θυμούμαι.
ανατρομάζω,- Διγ. (Καλ.) Esc. 1037· ανατρομάσσω, Λίβ. (Wagn.) N 3179, Κατζ. (Πολ. Λ.) É 306.
Από την πρόθ. ανά και το τρομάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Τρομάζω, φοβούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): η κόρη, ως είδε τον λαόν και ως είδε τόσον πλήθος,| πολλά τους εφοβήθην| και ανατρομάζουσα έλεγεν τον πολυπόθητόν της Διγ. Esc. 1037· Για ποια ’φορμή μας έκραξε δεν ημπορά λογιάσω| κι έγνοια πολλή μ’ επλάκωσε και δίκια ανατρομάσσω Κατζ. Έ́́ 306· β) τρέμω από φόβο (Πβ. τη σημερ. σημασ. «σείομαι» προκ. για τη γη, ΙΛ στη λ. A2): λαλώ τον: «Τι λιγοθυμείς και ανατρομάσσεις όλος»; Λίβ. N 3179. 2) (Μεταβ.) κάνω κ. να τρέμει: ο κεραυνός την γην ανατρομάσσει Ζήνου, Βατραχ. 442.
απαλόν- το, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 88, Ζήνου, Βατραχ. 376.
Το ουδ. του επίθ. απαλός ως ουσ.
Κεφάλι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απαλός Β1β): εδώκε με ο κουρνιαχτός, έκατσε στο μυαλό μου,| εγέμισε ακ τ’ άχυρα όλον το απαλόν μου Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 88.
αβγόπιτα- η.
Από τα ουσ. αβγό και πίτα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, στη λ.).
Πίτα κατασκευασμένη με αβγό: Δεν με λανθάνει το ψωμί το καλοζυμωμένο (παραλ. 1 στ.), ουδέ καλές αβγόπιτες οι πολυσουσαμάτες Ζήνου, Βατραχ. 65.
αιτιάζω.- Το αρχ. αιτιάζομαι ως ενεργ. Η λ. στο Steph., Θησ.
Κατηγορώ: Οι λόγοι τούτοι ετάραξαν των βορθακών τας φρένας,| Φυσίγναθον αιτίαζαν κι εμέμφετον καθένας Ζήνου, Βατραχ. 252.
απαμελώ.- Από το αρχ. απαμελούμαι. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ).
Αμελώ: Αν θέλετε εκδίκησις να γένει, μη αργούμε,| αλλ’ ας εμπούμε σ’ ορδινιά και μη απαμελούμε Ζήνου, Βατραχ. 216.
βαθιά,- επίρρ., Αχιλλ. N 494, Ιμπ. (Legr.) 810, Ερωτόκρ. Α΄ 13, 547, 1574, Β΄ 270, 847, 1327, 2353, Γ΄ 675, 1063, 1125, Ε΄ 1071, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [58, 940], Γ΄ [1389], Δ΄ [1146, 1394], Ε΄ [1190], Φορτουν. Α΄ 73, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27328, 27921, 49912, 51720, 5254· βαθέα, Συναξ. γυν. 466· βαθία, Αχιλλ. (Haag) L 514, Ζήνου, Βατραχ. 27.
Από το επίθ. βαθύς. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαθεά).
1) α) Σε βάθος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, ό.π. Α1α): Ω πόσο στέκεται βαθιά, μέσα στην γην χωσμένον| και δεν μπορεί να κουνιστεί, καλά είναι ριζωμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1389]· λάκκους να σκάπτουνε βαθιά και να μην κοιμηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5254· ρίχνει χαλάζι μ’ αστραπή, χώνει βαθιά τον ήλιο Ερωτόκρ. Β΄ 2353· ήτο στη μέση του γιαλού βαθιά θεμελιωμένο Ερωτόκρ. Β΄ 270· β) (μεταφ.) στο βάθος ή από το βάθος της ψυχής (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, ό.π. Α1α): εγνώριζε πως πλιά βαθιά ο πόθος τση ριζώνει Ερωτόκρ. Β΄ 1327· Δίκι’ έχεις κι από την καρδιάν βαθιά ν’ αναστενάζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [940]. 2) Απομακριά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, ό.π. Α2): εφάνην έναν άρμενον βαθιά σαν περιστέρι Ιμπ. (Legr.) 810. 3) (Προκ. για λογισμό) έντονα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, ό.π. Β1): Ο ρήγας βάνει λογισμό, πολλά βαθιά τον πιάνει Ερωτόκρ. Α΄ 547.
βάτραχος- ο, Βίος Αλ. 4229, Φυσιολ. 36114, Βίος Αισώπ. 304, Αιτωλ., Μύθ. 841, Ιστ. Βλαχ. 190· βάθρακας, Μπερτόλδος 28 (γεν. βαθράκου)· βάθρακος, Βίος Αισώπ. 303· βαθρακός, Προδρ. ΙΙΙ 95, 311, Ακ. Σπαν. 2810, 37289, 39343, Gesprächb. 511, Βίος Αισώπ. 303, 304, Πεντ. Έξ. VIII 4, 5, 7, Αιτωλ., Μύθ. 191, 842, 1136· βαθραχός, Προδρ. III 95 (χφ g) (κριτ. υπ.)· βατρακός, Πεντ. Έξ. VII 27, 28, 29, VIII 1, 2, 3, 8· βατραχός, Προδρ. III 216b (χφ g) (κριτ. υπ.), Παλαμήδ., Βοηβ. 797· βοθρακός, Ακ. Σπαν. (Eideneier) 2925· βορθακάς, Ζήνου, Βατραχ. 17, 161· μποθρακός, Κατζ. Β΄ 41.
Το αρχ. ουσ. βάτραχος. Για τη λ. βλ. και Χατζιδ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 48 κε. και Φάβ., ΛΔ 2, 1940, 100 κε. Η λ. και οι τ. της βάθρακος, βαθρακός, βοθρακός και σήμ. (ΙΛ).
Βάτραχος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Εις λίμνην κάπου βάτραχος βαθείαν μέσα ήτον Αιτωλ., Μύθ. 841. — Βλ. και βάθραξ.
βέλος- το, Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 242, Μανασσ., Χρον. 3251, 3259, 3657, 3993, 5801, Διγ. (Trapp) Gr. 1227, Διγ. Z 89, 197, Διγ. A 1752, Βέλθ. 409, Βίος Αλ. 3625, Φλώρ. 186, 394, Λίβ. Esc. 490, Αχιλλ. N 909, Δούκ. 33521, Ψευδο-Σφρ. 3921, Κυπρ. ερωτ. 14010, 1564, Ιστ. Βλαχ. 2565, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1468], Ζήν. Δ΄ 33, Διγ. O 360, Διακρούσ. 7517· βέλι, Ζήνου, Βατραχ. 440.
Το αρχ. ουσ. βέλος. Ο τ. από βιασμό για λόγους ομοιοκαταληξίας. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Το μικρό αιχμηρό ακόντιο που εκτινάσσεται με το τόξο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σημερ., ΙΛ): εν τῳ πρωί μην ξεύροντας τι θέλει γένει| αλλάχτησαν εις αύτου τους όλα τα βέλη Κυπρ. ερωτ. 1564· βέλος ασίδηρον Μανασσ., Χρον. 3251· Το γαρ κάλλος οξύτερον και του βέλους τιτρώσκει Διγ. (Trapp) Gr. 1227· αλλά με βέλος θλιβερό που σύρνει το δοξάρι Διγ. O 360· μην εύρει χώραν απ’ αυτών το βέλος της αγάπης Διγ. Z 89· εις του Έρωτος τα βέλη να ομόσεις Λίβ. Esc. 490· του θανάτου το σκληρόν βέλος το πικραμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1468]. Βλ. και βερετούνι(ν)· (μεταφ.): Συ χαρμονή μοι και συ θλίψεως βέλος Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 242· βέλεσιν ονειδισμών κεντούντες κακογλώσσων Μανασσ., Χρον. 3993· πάντες απωδύροντο το της ενδείας βέλος Μανασσ., Χρον. 5801. 2) Σάλπιγγα: παρευθύς επρόσταξεν το βέλος να σαλπίσει Φλώρ. 394. Βλ. και βούκινο(ν).
βιβλίον- το, Λόγ. παρηγ. L 425, Χρον. Μορ. H 91, 1507, 1908, 7638, Χρον. Μορ. P 1358, 3469, 4683, Εξήγ. πέτρ. 276, Βίος Αλ. 385, Φλώρ. 183, Μαχ. 1230, 1841, Θησ. Πρόλ. μετά στ. [260], Διήγ. Αλ. V 22, 26, Βεντράμ., Γυν. 286, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1329, Θρ. Κύπρ. M 406, Ερωτόκρ. Α΄ 1083, Ζήν. Α΄ 130, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3363, 40721· βιβίλιο, Ασσίζ. 22821, 27924, 47825, 48016, 48619· βιβιλιόν, Κυπρ. ερωτ. 29, 26· βιβλιό(ν), Ζήνου, Βατραχ. 27, Κυπρ. ερωτ. 217.
Το αρχ. ουσ. βιβλίον. Για τη λ. βλ. Atsalos, Term. Α΄ 60, 63 κε. και 72 και Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 94. Τ. βιβιλίον στα 1326/63 (Atsalos, Term. Α΄ 69 σημ. 1). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βιβλίο).
1) Βιβλίο, σύγγραμμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., ΙΛ, λ. βιβλίο 1· βλ. και Atsalos, Term. Α΄ 71-2): εις του βιβλίου τον πρόλογον, φαίνει με, σε το γράφω Χρον. Μορ. H 1507· διήλθε δε και έτερον βιβλίον της αγάπης Φλώρ. 183· άνοιξε το βιβλίον της αστρονομίας Διήγ. Αλ. V 26· την εκκλησίαν εκαλλώπισεν εν τε σκεύη και βιβλίοις Εξήγ. πέτρ. 276. 2) Μέρος, τμήμα συγγράμματος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II2. Βλ. και Atsalos, Term. Α΄ 71-3. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 10): πίναξ και πώς ετούτο το βιβλίον χωρίζει εις βιβλία δώδεκα Θησ. Πρόλ. μετά στ. [260]. 3) Επίσημο βιβλίο καταγραφής φεουδαρχικών κτημάτων (Βλ. Αδαμαντίου, ΔΙΕΕΕ 6, 1902/06, 648) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βιβλίο 2): είπεν κι ηφέραν το βιβλίον όπου ήτο η μερισία·| εγράφως γαρ του καθενός το τι του επαρεδόθη| να έχει και νομεύεται Χρον. Μορ. H 1908. 4) Βιβλίο όπου καταγράφονται ήθη φεουδαρχικά (Βλ. Ζέπ., ΕΕΒΣ 18, 1948, 206): με ήφερεν η όρεξις κι έπιακα το βιβλίο,| εκείνο που εγράφασιν του τόπου τα συνήθια Χρον. Μορ. P 7638. — Βλ. και βίβλος 2, λίμπρο.
δικέφαλος,- επίθ., Ζήνου, Βατραχ. 457, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 374, Ιστ. Βλαχ. 2096, Ζήν. Β́ 328.
Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
Που έχει δύο κεφάλια (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S και σήμ., Δημητράκ.): φτερουγιάζει| δικέφαλος ο αετός και νικητή τον κράζει Ζήν. Β́ 328.
δίχως,- πρόθ., Σπαν. O 162, Προδρ. II Η 70, Ασσίζ. 1717, 10225, Πόλ. Τρωάδ. 68, 208, Ερωτοπ. 59, Λίβ. Esc. 3253, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 68, Αχιλλ. O 24, Σκλέντζα, Ποιήμ. 410, Αλεξ. 340, Σαχλ., Αφήγ. 737, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 106, 448, Πεντ. Αρ. XXXV 23, Δευτ. XIX 4, Θρ. Κύπρ. M 616, Κυπρ. ερωτ. 292, Ερωφ. Ά 486, Β΄ 336, Ιντ. β́ 72, Δ́ 111, Βοσκοπ. 70, Σταυριν. 648, 1089, Βίος αγ. Νικ. 151, Ιστ. Βλαχ. 1752, Ερωτόκρ. Ά́ 903, 913, 1323, 1342, Β́ 1857, Γ́ 523, Θυσ.2 190, 384, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 36, Ροδολ. Ά́ [144, 320], Έ́ [307, 422], Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [281], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 426, Διακρούσ. 115 μετά στ. 12, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2305, 24013, κ.π.α· διχώς, Φλώρ. 1120, Ερωτοπ. 587, Λίβ. Esc. 4095, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 658, Μαχ. 36228, Θησ. (Foll.) I 31, 38, 47, 65, 68, 78, 81, 124, Γεωργηλ., Θαν. 44, Αλεξ. 1431, 2214, Σαχλ., Αφήγ. 276, 360, 363, Σκλάβ. 265, Ζήνου, Βατραχ. 276, Τριβ., Ρε 19, Πεντ. Δευτ. XXXII 21, Ερωφ. Ά 161 (έκδ. δίχως· διόρθ. Αλεξ. Στ., Κρ. Χρ. 8, 1954, 251 σε διχώς), Δ́ 193 (έκδ. δίχως· διόρθ. Αλεξ. Στ., Κρ. Χρ. 8, 1954, 251 σε διχώς), Παλαμήδ., Βοηβ. 85, 789, 814, 818, Σταυριν. 1092, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1127, 1668, Ευγέν. Πρόλ. 89, κ.π.α.· οδίχως, Ασσίζ. 1823, 2821, 3920, 6330, 8018, 9113, 939, 1651, 16827, 16911, 18615, 19736, 19913, 20223, 2271, 2295, 4039, 45614‑5, κ.π.α.
Από συμφ. των προθ. διχώς και δίχα (Ανδρ., Λεξ.). Βλ. όμως και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 152. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
α) Χωρίς (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): δίχως γυναικός Διακρούσ. 115 μετά στ. 12· δίχως την βασιλείαν Αχιλλ. O 24· δε θέλω να τα δει άλλος δίχως μου μένα Ερωτόκρ. Ά́ 1342· μόνον ότι τον είδασιν διχώς να καρτερέσουν Παλαμήδ., Βοηβ. 789· β) (με την πρόθ. με) χωρίς (Βλ. για το πράγμα Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 217): Τρεις κορασές ανέθρεφεν με δίχως την μητέρα Βίος αγ. Νικ. 151· με δίχως τρόμον Αλεξ. 340· γ) έκφρ. δίχως άλλο = πάντως, οπωσδήποτε (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): θέλω τον τραγουδιστή να μάθω δίχως άλλο Ερωτόκρ. Ά́ 903· δ) έκφρ. δίχως αριθμοσύνη: βλ. ά. αριθμοσύνη φρ.
δύνομαι,- Κομν., Διδασκ. Δ 82, Λόγ. παρηγ. L 28, Καλλίμ. 772, Ασσίζ. 18631, 18814, 36012, Διγ. (Trapp) Esc. 478, Χρον. Μορ. H 4266, 4748, Λίβ. Esc. 578, 1633, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2298, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 37, Αχιλλ. N 1392, Αχιλλ. O 91, 290, Ιμπ. 30, 460, 839, Χρον. Τόκκων 93, 1675, 1880, Φυσιολ. (Legr.) 122, Θρ. Κων/π. (Mich.) 110, Θρ. Κων/π. B 127, Μαχ. 12435, 33638, 4026, Ch. pop. 817, 842, Διήγ. Αλ. V 23, 28, Αλεξ. 76, 1460, Συναξ. γυν. 729, Αγν., Ποιήμ. Β́ 66, Ριμ. κόρ. 629, Έκθ. χρον. 1122, Πικατ. 368, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 24, 92, Ζήνου, Βατραχ. 431, Αχέλ. 438, 492, 830, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390, 396, Κυπρ. ερωτ. 588, 746, Ερωφ. Ά́ 325, Β́ 202, Γ́ 66, Κατζ. Ά́ 122, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 6, Διγ. Άνδρ. 3356, 3937, Ερωτόκρ. Ά́ 234, 1622, Β́ 889, Δ́ 217, Θυσ.2 723, Βελλερ., Επιστ. 535, 7, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 86, Ροδολ. Πρόλ. Μελλ. [40], Διήγ. ωραιότ. 23, Βακτ. αρχιερ. 165, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 492, Έ́ 275, Διγ. O 710, 1791, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4074, κ.π.α.· δύνουμαι, Ασσίζ. 2501, 34423, 36429, 38331, 43930, Μαχ. 52834, Ιμπ. (Legr.) 665 (κατά βιασμό δυνούμαι), Αιτωλ., Μύθ. 1362, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 419, Πανώρ. Ά́ 158, Β́ 117, Ερωφ. Ιντ. ά́ 64, Δ́ 152, Διγ. Άνδρ. 33625‑6, 3938, Ερωτόκρ. Β́ 1001, Θυσ.2 115, Διγ. O 1196, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57613· ηδύνομαι, Πένθ. θαν.2 341.
Το μτγν. δύνομαι (L‑S, λ. δύναμαι). Η λ. και ο τ. δύνουμαι και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex., λ. δύναμαι). (Βλ. και Δημητράκ.).
1) Έχω τη δύναμη, είμαι ικανός να κάνω κ., μπορώ (Η σημασ. και σήμ. σε δημ. τραγ., Δημητράκ. Πβ. και L‑S, λ. δύναμαι I1): όσο μπορείς και δύνεσαι να το κρατείς χωσμένο Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 492· την πρίκα τ’ αφεντός τωνε κι εκείνοι (ενν. οι δουλευτάδες) να μαθαίνου| για να μπορού στό δύνουνται να τως τηνε λιγαίνου Ερωφ. Δ́ 152. 2) Τολμώ (Πβ. και L‑S, λ. δύναμαι I2): ότι εγώ ουδέν δύνομαι καταπρόσωπα τον Δάρειον να σταθώ Διήγ. Αλ. V 23· (με αιτ. σε ελλιπή φρ.): επάντεχεν την αφεντίαν να έχει,| αλλά οι Τούρκοι ως φθονεροί και δύνονται τας πάσας,| εζήλωσαν, εφθόνησαν τον τόπον του να επάρουν Χρον. Τόκκων 3183. 3) Έχω το δικαίωμα, την εξουσία (Πβ. και Δημητράκ., λ. δύναμαι 4): Η τρίτη αιτία, διατί δύνονται ξεκληρωθήναι τα τέκνα, εάν βάλουν ή λαλήσουν ψευδομαρτυρίας καμμίας ανομίας επί τον πατέραν ή την μητέραν Ασσίζ. 18631· Εγώ αποξαυτής μου δεν δύνομαι να τον διώξω χωρίς να μου μηνύσει ο σουλτάνος Μαχ. 12435. 4) Μπορώ να πετύχω κ. (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): Περί μετανοίας και δακρύων και πόσα δύνονται τα δάκρυα Βακτ. αρχιερ. 165. 5) Μπορώ· προλαβαίνω: Οι δε άλλοι απεμάκρυναν και δεν εδυνήθηκα να τους φθάσω Διγ. Άνδρ. 3937. 6) Υποφέρω, αντέχω, ανέχομαι κάπ. ή κ. (Η σημασ. στο Somav. και σήμ. Πβ. και Δημητράκ., λ. δύναμαι 2): Οι δε αδελφοί δεν εδύνουνταν να την βλέπουν να κλαίει Διγ. Άνδρ. 33625‑6· Τον ένα δεν εδύνουμου, τσι δυο πώς να γροικήσω; Θυσ.2 115. 7) (Απρόσ.) είναι δυνατόν (Πβ. και L‑S, λ. δύναμαι III): να ζητήσουν όσον δύνεται το ρηγάτον το γληγορώτερον Μαχ. 33638.
έβγα- το, Ασσίζ. 24322, 49421, Ερμον. Μ 307, Χρον. Μορ. H 2166, 7848, Μαχ. 11211, 60811, Ριμ. Βελ. 57, Διήγ. Αλ. V 77, Πικατ. 40, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 392, Ζήνου, Βατραχ. 118, Πεντ. Δευτ. XVI 3, XXVIII 19, Έξ. XIX 1, Ερωτόκρ. Δ́ 1724, Τζάνε, Κρ. πόλ. 52924.
Η προστ. του εβγαίνω (βγαίνω ως ουσ. Βλ. Du Cange. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Αναχώρηση, έξοδος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2. Βλ. και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. έγβα 1): να θυμάσαι την ημέρα του έβγα σου από την ηγή την Αίγυφτο όλες τις ημέρες Πεντ. Δευτ. XVI 3· εις το ’βγα ντως (ενν. οι άνεμοι) πολλές φορές σεισμό μεγάλον κάνου Ερωτόκρ. Δ́ 1724. 2) (Προκ. για μήνα) λήξη, τέλος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Εκ την Τσαμπάνια εξέβηκε εις το έβγα του Νοεβρίου Χρον. Μορ. H 2166. 3) (Προκ. για ήλιο) ανατολή (Βλ. Du Cange, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. έγβα 3 και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 36): έως το έβγα του ηλίου ήλθαν εις το ποτάμι Διήγ. Αλ. V 77. 4) (Προκ. για εμπόριο) εξαγωγή: Απέ τους λαγηνάδες και απού πάσα εργασίαν ξαστρένη, ώσπερ μουχρούτια, σκωτέλλια … κελεύει το δίκαιον να πλερώσουν δικαίωμαν εις το έβγα όσα κουστεύγουν το τέταρτο Ασσίζ. 49421.
εδεπά,- επίρρ., Αλεξ. 24, 2410, Σαχλ., Αφήγ. 659, Πικατ. 117, Ριμ. Απολλων. 39, Σκλάβ. 106, 281, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 74 (κριτ. υπ.), 274, 325, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 339, Βεντράμ., Γυν. 177, 209, 285, Βεντράμ., Φιλ. 245, 387, Δεφ., Λόγ. 413, Γύπ. Πρόλ. Διός 53, Πανώρ. Ά́ 240, Β́́ 67, 544, Ερωφ. Δ́́ 17, Ερωτόκρ. Ά́ 1660, Έ́ 78, 345, Θυσ.2 1028, Ευγέν. Πρόλ. 158, 541, 1261, Στάθ. Ά́ 148, 223, Β́́ 309, Γ́́́́ 425, 505, Ροδολ. Ά́ 89, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ 454, Αποκ. Θεοτ. II 72, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́́ 343, 854, 1262, Γ́́ 250, 591, Έ́ 289, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 133, Β́́ 17, 326, Γ́́ 112, 506, Δ́́́ 7, 513, Ιντ. δ́́ 183, Έ́ 102, Ζήν. Πρόλ. 1, Ά́ 100, Β́́ 331, Γ́́ 252, Έ́ 92, Λεηλ. Παροικ. 376, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19717, 45724, 52421, 53113, 5348, κ.π.α.· ’δεπά, Φαλιέρ., Ιστ. V 616, Βεντράμ., Φιλ. 95, Δεφ., Σωσ. 118, Δεφ., Λόγ. 611, Ερωφ. Ά́ 66, Ιντ. ά́ 184, Β́́ 288, 423, Ερωτόκρ. Έ́ 678· εδαπά, Ζήνου, Βατραχ. 18.
Από τη συνεκφ. του επιφ. έδε και του επιρρ. επά. Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.).
1) α) Εδώ, εδωδά, εδώ κάπου κοντά (Η σημασ. και σήμ., στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.): εσύ ανίμενε εδεπά, όσον να ’λθεί μαντάτο Φαλιέρ., Ιστ. V 325· Λαμπρούσα, σίμωσ’ εδεπά, μη ντρέπεσαι κερά μου Στάθ. Γ́ 505· β) (προκ. για κίνηση) κατά εδώ: τση γρας οπὄρχεται εδεπά βουλή να της ζητήσω Πανώρ. Ά́ 240· μα ετούτοι που ’ρχονται εδεπά γελούσινε γή κλαίσι; Θυσ.2 1028. 2) (Με το σύνδ. ως) α) ακόμη και τώρα: μα πιάστηκα σαν το πουλί, μπλιό δε μπορώ να φύγω,| κι ως κι εδεπά, που σου μιλώ εκεινονά ξανοίγω Ερωτόκρ. Ά́ 1660· β) τότε πια: ωσάν το Κάστρο δώσουνε, ο πόλεμός μας σώνει| και μάχη μπλιό δεν έχομεν κι ως εδεπά τελειώνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5348.
είτι,- αντων., Σπαν. A 502, Σπαν. (Ζώρ.) V 46, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 484, Λόγ. παρηγ. O 219 (χφ είτη· έκδ. ει τε· βλ. και Σβορ., Αθ. 47, 1937, 127), Καλλίμ. 672, Βέλθ. 890, Χρον. Μορ. P 393, 6364, Πουλολ. Z 357, Αρμεν., Εξάβ. Δ́́ 918, Φλώρ. 1332, Λίβ. P 2087, Λίβ. Sc. 1315, 1752, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 997, Αχιλλ. L 728, Χρον. Τόκκων 3278, Rechenb. 34, Διαθ. Ακοτ. 148, Μαχ. 1622, 2413, 26424, 33229, 33611, 3487, 40223, Θησ. (Foll.) I 18, 29 δις, 91, 108, Θησ. (Schmitt) 336 V 97, 98, Ch. pop. 335, Χούμνου, Κοσμογ. 1176, 1424, Βουστρ. 443, 450, 455, 488, 527, 536, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 418, Αλεξ. 801, 2193, Κορων., Μπούας 83, Ζήνου, Βατραχ. Πρόλ. 10, Σοφιαν., Παιδαγ. 103, Τριβ., Ρε 211, Αχέλ. 868, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 53, Χρον. σουλτ. 8737, 13220, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών ρλή́, Σεβήρ., Διαθ. 19041, 42, Ιστ. Βλαχ. 32, 368, 2148, Έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 3227, 1948), Διήγ. ωραιότ. 153, Βακτ. αρχιερ. 210, Λίμπον. 279, Χριστ. διδασκ. 37, Αγαπ., Γεωπον. 136, κ.π.α.· είτιν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 231· ούτι, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών νζ́́.
Από τη συνεκφ. του αρχ. συνδ. ει και του ουδ. της αντων. τις (Passow, Handwört., λ. ει I. C, 1). Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́́ 538).
Ό,τι, όσο (Η σημασ. αρχ., Passow, Handwört., λ. ει I. C, 1 και σήμ. στην Κύπρο, (Σακ., Κυπρ. Β́ 538)): «… είτι πικρόν και επώδυνον εσέν το θέλω ποίσει» Λίβ. Sc. 1752· όρισεν τους μαντατοφόρους … να δώσουσιν τους Γενουβήσους τους φονιάδες τους Βενετίκους και είτι πράμαν τους επήραν Μαχ. 33229· οπόταν ίδεις γέροντας, ανθρώπους πειρασμένους,| είτι λαλούν υπόθεσιν μη περικόπτεις τούτους Σπαν. (Λάμπρ.) Va 484· από ξαυτής τους έμαθαν είτι εγίνην Μαχ. 3487· εγροίκησα είτι μου είπες και φαίνεταί μου και λαλείς καλά Βουστρ. 450· «… εις κάθε βιβλίον είτι το τιμήσετε να σας το πληρώσω» Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών ρλή́· τα επίλοιπα, είτι θέλουν περισσεύσει Διαθ. Ακοτ. 148· Όλα διά μέσου του λόγου εγίνηκαν και χωρίς αυτόν δεν έγινε κανένα είτι έγινε Χριστ. διδασκ. 37· «… κάμε είτι σου αρέσει» Χρον. σουλτ. 8737· εμείς θέλομεν σου βουθήσειν είτι να ’ναι χρήση Βουστρ. 488· (με το και α(ν) πριν ή μετά το είτι): την τύχην ευχαρίστει την καν είτι σε ποιήσει Λόγ. παρηγ. O 219· να μου λέγεις, Δέσποινα, είτι και α σε ρωτήσω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 997· Είτι κι αν έναι η αφορμή, ας έναι είτι κι αν θέλει Θησ. (Foll.) I 29· «βάνε εις το ζουμί, είτι και αν είναι, δεκαπέντε μούσκλα …» Αγαπ., Γεωπον. 136· (έναρθρο): έφηκα του αντρός μου του άνω γεγραμμένου το είτι και αν είχα Έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 1948)· ο λόγος μας ακούεται, όταν παρακαλούμεν,| και γίνεται μετά χαράς το είτι σου ζητούμεν Ιστ. Βλαχ. 32· Τότες το είτι εγένηκε εγώ ουδέν το είδα Διήγ. ωραιότ. 153.
ελεημοσύνη- η, Σπαν. A 516, Ασσίζ. 976, 12723, 23222, 39527, Διγ. (Trapp) Gr. 3323, Πόλ. Τρωάδ. 462, Χρον. Μορ. H 1486, Φυσιολ. B 1118, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 733, Μαχ. 59627, Δούκ. 39522, Θησ. (Foll.) I, 33, Χούμνου, Κοσμογ. 865, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1206, Γεωργηλ., Βελ. 688, Πένθ. θαν.2 230, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 188, Φαλιέρ., Θρ. 158, Ψευδο-Σφρ. 19221, Δεφ., Λόγ. 410, Πεντ. Γέν. XIX 19, Δευτ. VII 9, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1276, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 45, Ιστ. πολιτ. 698, Ιστ. πατρ. 11419, Ιστ. Βλαχ. 1313, Ερωτόκρ. Ά́ 418, 1056, Θυσ.2 603, 647, Συναδ., Χρον. 69, Βακτ. αρχιερ. 153, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́́ [146], Ζήν. Ά́ 175, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13915, 22525, Πανώρ. Ά́ 142, 196 κ.π.α.· αλεημοσύνη, Ασσίζ. 3378· ελεγημοσύνη, Αλφ. (Mor.) III 33· ελεμοσύνη, Ασσίζ. 3802, Μαχ. 26629, 54012, Θησ. Β́́ [321], Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 614 (κριτ. υπ.), Ρίμ. θαν. 31, Κυπρ. ερωτ. 1439· ελημοσύνη, Αρμούρ. 173· ’λεημοσύνη, Εβρ. ελεγ. 164, Θησ. (Foll.) I 4, Ch. pop. 18, Κατζ. ΙΙρόλ. 26, Πιστ. βοσκ. III 6, 316, Διήγ. ωραιότ. 515, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3713, 55826· ’λεμοσύνη, Θησ. IB́́ [348], Γεωργηλ., Θαν. 322, Αλεξ. 654, Θρ. Κύπρ. K 711, Κυπρ. ερωτ. 926, Διήγ. ωραιότ. 333.
Το μτγν. ουσ. ελεημοσύνη. Ο τ. ελεμοσύνη και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́́ 539). Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
1) Ευσπλαχνία, έλεος, χάρη, (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 1): ανέ και σφάλλομε κι εμείς ως τέκνα δίχως γνώση,| μπορεί η ελεημοσύνη σου πάλι να μασε σώσει Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 12· γιατί έναι (ενν. ο Θησεύς) ελεήμονας κι έχει ελεημοσύνη| σ’ αυτούς που ταπεινώνονται και πέφτουν έμπροσθέν του Θησ. (Foll.) I 122· κλάψετ’ εσείς, κοράσια μου, τώρα αντίς για κείνη| και ταπεινά ζητήξετε για μένα ελεημοσύνη Ερωφ. Δ́́ 422· ετυραννήσαν τον (ενν. Τζουάν Λουμπάρ) χωρίς ελεμοσύνην Μαχ. 7426· Βλέπει Θεός την αδικία και κάνει δικιοσύνη| και τιμωρεί τους άδικους χωρίς ελεμοσύνη Ζήνου, Βατραχ. 174· ευτύς χαμαί επέσατο, ελεημοσύνην κράζει Χρον. Μορ. H 5882. 2) Επιείκεια, μετριοπάθεια: στην κρίσιν οπού κάνασιν (ενν. οι γέροντες) δεν ήτον ’λεημοσύνη,| μα ό,τι θέλασιν ειπεί εισμιόν αυτό εγίνη Δεφ., Σωσ. 73· Εκεί γαρ κρίσις γίνεται και την δικαιοσύνην| θέλει να βλέπει ο Δικαστής, αμή όχι ελεημοσύνην Πένθ. θαν.2 494· τας ημέρας τάς διδεί η αυλή τους αγκαλεμένους ένι με δίκαιον και με ελεημοσύνην και διά να έχουν οι αγκαλεμένοι μέσα τους ημέραν την βουλήν τους Ασσίζ. 8711. 3) Χρηματική ή άλλη βοήθεια προς τους φτωχούς (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 2 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): καθημερνό δεν έλειπε, στην εκκλησία (ενν. η ρήγισσα) παγαίνει,| εις τους πτωχούς που ’βρισκε ’κεί, ’κάμνε ’λεημοσύνη Διγ. O 37· αληθινόν δε γνώρισμα το της αγάπης ένι| ελεημοσύνη προς πτωχούς και πενητευομένους Σπαν. P 265. (ως προσωποπ.): την παράξενον Ελεημοσύνην είδα| να στέκει, και νομίσματα το χέριν της να γέμει| και να τα δίδει των πτωχών Λίβ. N 871· με λιτανείες και ελεημοσύνες και παρακάλησες εσήκωσέν την (ενν. την ακρίδα) ο Θεός από το νησίν Μαχ. 62412. 4) Έλεος· κρίση: εποίκαν βουλήν μεσόντους και είπαν του ρηγός: «Αγρωνίζομεν πως είναι πταίστες· παραδίδομέν τους εις την ελεημοσύνην σου» Μαχ. 57222· το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ποιεί κλεψίαν … το κορμίν του έπεσεν εις την ελεημοσύνην του Θεού και του αυθέντη της χώρας διά να τον ξηλοθρέψουν Ασσίζ. 22122. 5) Κατανόηση: το δίκαιον κελεύει ότι ο βισκούντης πρέπει να έχει απ’ αυτόν το παράπτωμαν πολλά μεγάλην ελεημοσύνη Ασσίζ. 48214.
ελεώ (I),- Τρωικά 52110, Λόγ. παρηγ. L 595, Προδρ. III 400 κκ (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Διγ. (Trapp) Gr. 2927, 3498, Διγ. Z 653, 3491, Διγ. (Trapp) Esc. 1547, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 48, Χρον. Μορ. H 1538, Χρον. Μορ. P 2040, Φλώρ. 805, Λίβ. Sc. 178, Λίβ. Esc. 2026, Λίβ. N 876, Αχιλλ. N 1575, Σφρ., Χρον. μ. 12612, Σκλέντζα, Ποιήμ. 25, Έκθ. χρον. 218, 255, Αιτωλ., Μύθ. 1315, Πανώρ. Δ́́ 420, Ιστ. Βλαχ. 1940, Αποκ. Θεοτ. II 89· ελώ, Ρωσσέρ. 188· ’λεώ, Ερωτοπ. 499, Χούμνου, Κοσμογ. 2229, Ζήνου, Βατραχ. 421, Σταυριν. 1152.
Το αρχ. ελεέω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Ενεργ. 1) Ευσπλαχνίζομαι, βοηθώ (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. ελεέω 1 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ.): Λοιπόν και αν σου έπταισα, συμπάθησόν με, έρως,| και πρώτον με εφόβησες, τα νυν ελέησόν με Διγ. Z 241· Τους ευγενείς ο θάνατος και τους ωραιωμένους| ουκ ελεεί τα κάλλη τους να τα καταμαραίνει Αχιλλ. O 710· φρ. Κύριε ελέησον (Βλ. Lampe, Lex., λ. ελεέω A4): Έκραζαν μεγαλοφώνως όλοι οι χριστιανοί το «Κύριε ελέησον» Διήγ. πανωφ. 60· Έδε τεχνίτης στιχιστής εκείνος ο τσαγγάρης·| είπε το «Κύριε ελέησον», και ήρξατο ρουκανίζειν Προδρ. IV 75. 2) Δίνω ελεημοσύνη (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex., λ. ελεέω C2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): τους ξένους πάντα σύντρεχε, τους δε πτωχούς ελέει,| τους αδυνάτους, ασθενείς, συνόδευε και δίδε Περί ξεν. A 446. 3) (Η προστ. αορ. ως επιφ.) έλεος: Εγνώρισα την φάλλιαμ μου τώρα και κλαίγω:| «ελέησον, ελέησον, ελέησόν με» λέγω Κυπρ. ερωτ. 1446· Ελέησον! πράγμα τό θεωρούν τα δολερά μου μάτια!| Πώς έχω μάτια και θωρώ! Πώς έχω φως και βλέπω! …» Ανακάλ. 25. 4) Το θηλ. της μτχ. ως επίθ. της Παναγίας: Χαίρε, Μήτηρ Ελεούσα Ύμν. Παναγ. 17. Β´ (Μέσ.) προκαλώ οίκτο: κείσαι δε νεκρά θηρίοις προκειμένη| εις δυστυχή δίαιταν ηλεημένην; Ευγεν., Δρόσ. Ϛ́́ 92.
εμπασοτσουκάλης- ο.
Από τον αόρ. του μπάζω και το ουσ. τσουκάλι.
(Εδώ ως προσωνυμία του ποντικού) που μπαίνει στο τσουκάλι: Μαντατοφόρος έφθασεν ο Εμπασοτσουκάλης,| του Τυρογλύφου ο υιός Ζήνου Ζήνου, Βατραχ. 237.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., αγκελωτός, Θησ. (Βεν.) Ϛ́́ [166], Ζήνου, Βατραχ. 274· γκελωτός, Θησ. (Βεν.) Ζ́́ [1122].