Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 120 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.)

  • αμύγδαλον  
    το, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1380· μύγδαλο(ν), Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 724.
    Το αρχ. ουσ. αμύγδαλον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.)
    Αμυγδαλιά: Κέκτηται δένδρα έγκαρπα ωραία και ποικίλα,| ελαίας, σύκα, αμύγδαλα, ροδάνθη με τα φύλλα Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1380.
       
  • αναγραφεύς  
    ο, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 847, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 16018.
    Από το αναγράφω. Η λ. σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Doch. 240).
    Αυτός που γράφει, ή αντιγράφει· γραμματικός, γραμματεύς: του πατρός Μαχουμούτ τζελεμπή του αναγραφέως Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 847.
       
  • αναμερίζω,  
    Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 94, Β΄ 7, 116, 262, Γ΄ 450, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 2558.
    Το μτγν. αναμερίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    α) Απομακρύνω (κάποιον, κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1α): Το Νικολό οχ το σπίτι σου να τον αναμερίσεις Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 262· β) αποφεύγω: γιαύτος ωσάν το δαίμονα όλες τσ’ αναμερίζω Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 94· ... λοιπόν το σπίτι μας τώρα αναμέριζέ το Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 116.
       
  • απαντή  
    η, , Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙ 30, IV 843, VΙ 740, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 1380, Διγ. (Καλ.) A 2244, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1309, 3265, 5250, 6430, 6897, 8880, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5235, Αχιλλ. (Hess.) N 621, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 326, Θησ. (Foll.) Ι 129, Θησ. (Βεν.) Β΄ [232]· απάντη, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 1895.
    Το μτγν. ουσ. απαντή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τη λ. βλ. Παπαδ. Α., ΙΙ 11, 1941, 182.
    α) Συνάντηση: ο βασιλεύς ήλθεν εις απαντήν του Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1309· β) προϋπάντηση, υποδοχή: λαός πολύς εις απαντήν εξήλθον Διγ. Gr. ΙΙ 30· βλ. και αναδοχή 1· γ) πολεμική συνάντηση (Η σημασ. ήδη στο Μαυρικ., Στρατηγ., Mihǎescu, 10214): απήρεν τα φουσάτα του κι ήλθεν εις απαντήν του Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3265. Η λ. Απαντή = Υπαπαντή (της Θεοτόκου) και στο Βίος Ευθυμ. πατριάρχ. 8717 και σε άλλα κείμενα· πβ. και Τωμ., ΕΕΒΣ 33, 1964, 7.
       
  • Αγραφιώτης 
    ο, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 7748, 21638.
    Από το τοπων. Άγραφα και την καταλ. ‑ιώτης. Η λ. και σήμ.
    Αυτός που κατάγεται από τα Άγραφα ή κατοικεί εκεί: καθώς έχουσιν οι άνθρωποι το πέπερι και τα άλλα τα αρώματα, έτσι έχουσιν οι Αγραφιώται τα πωρικά Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 20323.
       
  • αγριοβαρβαρόθυμος, 
    επίθ.
    Από τα επίθ. άγριος και βαρβαρόθυμος.
    Υπερβολικά βάρβαρος, άγριος: πάλιν εφύτρωσαν από την κοσμικήν τούτην και άστατον ύλην κάποια αγριοβαρβαρόθυμα κνώδαλα, ωσάν φυτρώνουσιν οι αμανίται εις τα άτιμα αφοδεύματα Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 6814.
       
  • αείδαρος 
    ο.
    Από το ουσ. γάιδαρος με παρετυμ. επίδρ. (Βλ. Καραποτόσογλου, Κυπρ. Σπ. 43, 1979, 96). Η λ. στο Du Cange.
    Γάιδαρος: καθώς λέγει ο χωρικός λόγος το της παροιμίας, ... πταίει γαρ ο αείδαρος και δέρνουσι (ως λέγεται) το σαμάρι Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 29217.
       
  • Αιγυπτίηθεν, 
    επίρρ.
    Από το τοπων. Αίγυπτος και την κατάλ. ‑θεν αναλογ. με τα αρχ. επιρρ. σε ‑θεν.
    Από την Αίγυπτο: 1659 Ανθεστηριώνος δ́ φθίνοντος Αιγυπτίηθεν Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) Παράρτ. 2453.
       
  • ακαπήλευτος, 
    επίθ.
    Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.). Η λ. και σήμ.
    Που δεν τον καπηλεύτηκαν, δεν τον εκμεταλλεύτηκαν: να ρίψω εις τον βυθόν της λήθης την ακαπήλευτον φιλίαν της σης αιδεσιμότητος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 22930.
       
  • Ανατολικιώτης 
    ο.
    Από το αρχ. ουσ. ανατολή ως κύρ. όν.
    Αυτός που κατάγεται από την Ανατολή: ακολουθάς τα γεροντάτα των παλαιών Ανατολικιωτών Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 1635.
       
  • ανατολικιώτικος, 
    επίθ.
    Από το κύρ. όν. Ανατολικιώτης.
    Που προέρχεται από την Ανατολή: φοβούμενοι μήπως τα πάρει το ποτάμι της λαιμαργίας των κομιστών ωσάν ποτέ τα ανατολικιώτικα δεν σας στέλλομεν (ενν. ηλιόκαυτα) πολλά Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) Παράρτ. 3045.
       
  • ανεπήρετμος, 
    επίθ.
    Από το στερ. αν‑ και το αρχ. επίθ. επήρετμος.
    Που είναι ακατάλληλος για κωπηλάτης: Έρρει ουν, αδελφέ, τα καλά, ηβάσκει τα κακά ... ο των ιερών επειλημμένος οιάκων ανεπήρετμός τε και ανεπίκωπος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 1954.
       
  • ανεπίκωπος, 
    επίθ.
    Από το στερ. αν‑ και το αρχ. επίθ. επίκωπος.
    Που είναι ακατάλληλος για κωπηλάτης: Έρρει ουν, αδελφέ, τα καλά, ηβάσκει τα κακά ... ο των ιερών επειλημμένος οιάκων ανεπήρετμός τε και ανεπίκωπος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 1955.
       
  • ανόψανος, 
    επίθ.
    Από το επίθ. ανέψανος, που απ. στον Ιπποκράτη. Η λ. και σήμ. στην Εύβοια (Βλ. ΙΛ, λ. ανέψανος), όπου και άλλοι τ. Πβ. επίσης σήμ. στην Εύβοια λ. ψανός (με σημασ. εύτηκτος, βραστερός· βλ. Φάβ., Αθ. 42, 1930, 239), για την ετυμολόγηση του οποίου <επίθ. εψανός, που απ. στον Ιπποκράτη, βλ. Georgac., BZ 41, 1941, 380-1.
    Που βράζει δύσκολα· που δεν είναι «ψημένος», ανώριμος: εδεχθήκαμεν το αγεώργητον τούτο και απελέκητον παιδίον και εβαλθήκαμεν όλοι να πελεκήσομεν το ... διεστραμμένον του ήθος ..., αλλά εις όλα δυσαρεστείται και όλα τα αποστρέφεται ...· είναι ανόψανον πολλά, μισάει την φωτιάν και την άλλην επιμέλειαν όπου βράζει το όσπριον Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 12222. — Πβ. και καλόψανος.
       
  • απισκόπευτος, 
    επίθ.
    Από το στερ. α‑ και το επισκοπώ.
    (Προκ. για την εκκλησία) που δεν έχει επίσκοπο ως ανώτατο εκκλησιαστικό λειτουργό: Ημείς είμασθεν και απισκόπευτοι και αβασίλευτοι και έρημοι από κάθε λογής χάριν Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 24713.
       
  • απολόγητος, 
    επίθ.
    Από το απολογούμαι.
    Που μπορεί κανείς να απολογηθεί γι’ αυτόν: Ο δεσμός γουν εκείνος ... το επιτίμιον εκείνο ... ας είναι εν ονόματι Ιησού Χριστού ... απολόγητος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 23630.
       
  • αποσβώ. 
    Aπό τον αόρ. απέσβησα του αποσβήνω. Τ. απισβώ σήμ. στην Ίμβρο (Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 139) και τη Σαμοθράκη (Andr., Lex., λ. αποσβέννυμι). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. αποσβήνω).
    (Μεταφ.) σβήνω εντελώς, εξαφανίζω: την αγάπην και φιλίαν των πιστών και γνησίων φίλων ... δεν την αποσβεί ποτέ μήκος και διάστημα τόπου ουδέ η του χρόνου μακρά περίοδος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 104.
       
  • απότροφος, 
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. απότροφος.
    Που βρίσκεται μακριά από τους τροφείς (την οικογένειά του)· απομονωμένος: ηναγκάσθημεν ... να εκλέξωμε αυτό τούτο (λέγω το Καρπενήσι) εις κατοίκησιν, καίτοι απότροφον ον και Μουσών και λόγων Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 421.
       
  • αργιστικός, 
    επίθ.
    Από το ρ. αργίζω.
    Που παύει προσωρινά (ιερέα) από το λειτούργημά του: Ελάβαμεν τα γράμματα τα αργιστικά και ευχαριστούμεν ... την πρόνοιαν οπού έχει η αρχιεροσύνη σου εις την εκκλησίαν του Χριστού Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 2832.
       
  • Άρτιος 
    ο.
    Από το κύρ. όνομ. Άρτα.
    Ο κάτοικος της Άρτας: ο γαρ Αρτίοις προστατεύσας ουκ έστιν όπως ημίν περιγενήσεται του προαπελθόντος καταδυναστευσαμένου (ενν. ποιμένος) Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) Παράρτ. 3625.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης