Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 41 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.)

  • απόστημα
    το, Ορνεοσ. 58020, Ιατροσ. κώδ. 167 ωϟστ΄, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1341· απόσταμα(ν), Ασσίζ. 17713, 31, 4305, 22, Ιατροσ. κώδ. νμε΄, φι΄· απόστεμα, Στάθ. Γ΄ 281.
    Το αρχ. ουσ. απόστημα. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Παπαδ. Α., ΛΔ 1, 1939, 12-3.
    1) Απόσταση, διάστημα (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. 1): Θεατός δε ημίν και ο ουρανός, άλλ’ ού πλείον αλωάδος, πλήν του ολίγου αποστήματος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1341. 2) Συγκέντρωση πύου σε ιστό του σώματος (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 3· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. 2): έπρεπε να κόψει την πληγήν ή να ανοίξει το αβγάσιμον η το απόσταμαν του μάκρου Ασσίζ. 17713 (βλ. και αποστηματάρι).
       
  • αρμιά
    η, Συναδ., Χρον. 35· αρμία, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1348.
    Από το ουσ. άρμη. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Λαχανικά πού διατηρούνται σε αλατισμένο νερό (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): όποιος ήτον ολίγος εις την γνώσιν έπαιρνεν παπία, ορνίθια, σταφυλαρμιά, αρμιά Συναδ., Χρον. 35.
       
  • αστροθέτημα
    το, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1342.
    Η λ. σε Σχολ. (Steph., Θησ.).
    Αστερισμός (Η σημασ. σε Σχολ., Steph., Θησ.): αστέρας δε ορώμεν μόνον την πλειάδα και το του ταύρου αστροθέτημα Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1342. — Βλ. και αιγόκερος, αστέρι 2.
       
  • αυτοπρόσωπος,
    επίθ., Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 374, 6818, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 229.
    Το μτγν. επίθ. αυτοπρόσωπος. Η λ. και σε σχόλ. (L‑S).
    Που γίνεται με την παρουσία των ίδιων των προσώπων (Η σημασ. σε σχόλ., L‑S): αντί της αυτοπροσώπου των φίλων ομιλίας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 374.
       
  • αχυρώδης,
    επίθ., Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 516.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και ως εσφαλμ. γρ. στον Ιπποκράτη.
    Που είναι σαν άχυρο· ασήμαντος: φροντίδας τινάς και περιστάσεις …, ας ευχόμεθα ολοψύχως τον των όλων Θεόν να εκλικμήσει ταύτας ράστα ως αχυρώδεις Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 516.
       
  • βάρημα
    το, Ευγεν., Δρόσ. Δ΄ 31, Χρον. σουλτ. 11132, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 411.
    Το μτγν. ουσ. βάρημα (Βλ. L‑S). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βάρεμα ΙΙ). Βλ. και βάρεμα.
    1) Φορτίο (Η σημασ. μτγν., L‑S): τους εκούρσευε και εσκότωνε και τους Τούρκους και τα κοπέλια τους οπού εσύρνανε τα βαρήματα Χρον. σουλτ. 11132. Βλ. και βάρεμα Α1. 2) Χτύπημα, πλήγμα (Για τη σημασ. πβ. ΙΛ, λ. βάρεμα ΙΙ 1): Ην (ενν. ναυν) και λιπόντες έμπλεων βαρημάτων Ευγεν., Δρόσ. Δ 31. Βλ. και βιστιρία, κατάκρουσμα, κοπανιά. 3) (Μεταφ.) δυσφορία: τούτο πάντως ηθέλαμεν το κάνει με προθυμίαν πολλήν και χωρίς τινος οκνηρίας και βαρήματος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 411. Βλ. και βαρυγνωμία.
       
  • διακομιστής
    ο, Lettres 1453 514, 75, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 430, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1238, 354, 729.
    Από το διακομίζω και την κατάλ. ‑τής. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
    Αυτός που μεταφέρει επιστολές, ταχυδρόμος (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. Βλ. και Τωμ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 20, 1969/70, 11): από κακίαν και σπάνιν των διακομιστών αποτυγχάνει πάντα των γραμμάτων των παρ’ ημών Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1238· η σπάνις των διακομιστών είναι μάλιστα το αίτιον της σιωπής Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 729.
       
  • εξαυτόθι,
    επίρρ.
    Από την πρόθ. εκ και το επίρρ. αυτόθι.
    Αποκεί: Μετά γουν την εξαυτόθι του κυρού Παναγιώτου του Ράδου επάνοδον Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1145.
       
  • επιβωμίζω.
    Το μτγν. επιβωμίζω.
    Θυσιάζω στο βωμό: ιερολογούσα τηνικαύτα επεβώμιζε τεσσαρακονθήμερον όλον αναφέρουσα την λογικήν θυσίαν και αναίμακτον Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 108.
       
  • επιθολώ.
    Το μτγν. επιθολόω.
    Θολώνω κ. (μεταφ.): τα ημέτερα πάθη επιθολούσι και σκοτίζουσι την αλήθειαν Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 329.
       
  • επισκιάζω.
    Το αρχ. επισκιάζω. Η λ. και σήμ.
    1) Εμποδίζω κάπ. να δει: την δε ημέραν επισκιάζουσιν ημάς οι γύπες … και οι κόρακες, ορώμεν δε τον ήλιον ως από κάπνης Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1337. 2) (Προκ. για το Θεό) προστατεύω: δούλην με απέργασαι, του σου υιού, Παρθένε,| σκεύος τε πάλιν εύχρηστον Πνεύματος του Αγίου,| του σε επισκιάσαντος χρόνοις εν τοις εσχάτοις Εις Θεοτ. 95.
       
  • επισκοπικώς,
    επίρρ.
    Από το επίθ. επισκοπικός. Η λ. τον 4. αι. (Sophocl.).
    Με δικαιοδοσία επισκόπου: επισκοπικώς επί τους ατακτούντας κινούμεθα Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1555.
       
  • επιφημίζω.
    Το αρχ. επιφημίζω. Η λ. στον Κομνηνό Υψηλάντη [Τα μετά την άλωσιν σ. 774],
    1) Επευφημώ, ζητωκραυγάζω: Ειπών δε ταύτ’ Αλέξανδρος εθράσυνε τα πλήθη,| πάντα τα στρατεύματα γενναίως ηνδραγάθουν,| αυτόν επιφημίζοντες εκ μέσης της καρδίας Βίος Αλ. 3597. 2) Διαδίδω φήμες: ο οικονόμος και οι συν αυτῴ λατρευταί της Μεγάλης Τριάδος πολλάς υμών επιφημίζουσι φλυαρίας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 436. 3) Ανακηρύσσω (διά βοής): διάδημά τε εαυτῴ περιτίθεται και βασιλεύς παρά των ιδίων επιφημίζεται σατραπών Ιστ. Ηπείρ. I6.
       
  • εφεύρεμα(ν),
    το, Προδρ. III 332c (χφ g) (κριτ. υπ.), Συναξ. γαδ. 21, Δούκ. 26311, Ψευδο-Σφρ. 22832, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 517· εφεύρημα, Προδρ. III 332c (χφ C) (κριτ. υπ.)· ’φεύρεμα, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1086.
    Το μτγν. ουσ. εφεύρεμα. Η λ. και σε σχόλ. (L‑S). Ο τ. εφεύρημα σε σχόλ. (L‑S).
    Εφεύρημα, επινόηση· τέχνασμα: έτερα νέα εφευρέματα και μηχανάς εις πολιορκίαν εποίει Ψευδο-Σφρ. 38834· έστι δε λίαν επαχθές και βλαβερόν τῳ ζώῳ και ολέθριον το τοιούτον εφεύρεμα Ιερακοσ. 35131.
       
  • εχθοδοπούμαι.
    Το αρχ. εχθοδοπέω.
    Πιάνω έχθρα: μήλιά τινα της μονής ζητήσας παρ᾽ αυτού και μη τυχών εχθοδοπείται Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 632.
       
  • ζευγηλάτης
    ο, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 89· ζευγαλάτης.
    Το αρχ. ουσ. ζευγηλάτης. Η λ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. ζευγαλάτης στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 550). Τ. ζευγολάτης και σήμ. (Δημητράκ., λ. ζευγολάτης).
    Ζευγάς, γεωργός: Ανέν κι ο ζευγολάτης παραδέρνει| όλον τον χρόνον δίχα να ’χει ’πνάσει| κερδαίννει αχ τον καρπόν κείνον που σπέρνει Κυπρ. ερωτ. 209· Ο ζευγηλάτης προς αυτόν είπεν Καλλίμ. 1501.
       
  • ζωόφυτον
    το, Μάρκ., Βουλκ. 3429.
    Το μτγν. ουσ. ζωόφυτον.
    Ζώο και φυτό μαζί: αμοιρεί δε παντάπασιν (ενν. ο ποταμός) όχι μόνον ιχθύων, αλλά και ενύδρου ζώου παντός και ζωοφύτου Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1364· Ούτως γαρ νοητέον εν πάσῃ τῃ ουσίᾳ του νυν αιώνος, ζώων λέγω, ζωοφύτων και φυτών ωσαύτως και η σήψις σήψιν γεννά Μάρκ., Βουλκ. 34224.
       
  • θεοπαράδοτος,
    επίθ., Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1126.
    Από το ουσ. Θεός και το αρχ. παραδίδωμι. Η λ. τον 5. αι. (Βλ. L‑S).
    Που έχει δοθεί από το Θεό: κατά τα ιερά και θεοπαράδοτα λόγια Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 7524.
       
  • θεόσοφος,
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. θεόσοφος.
    α) Σοφός στα θεία: οι θεόσοφοι πατέρες ημών Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1538· β) θεόπνευστος: οι άγιοι πατέρες ημών διά τε της θεοσόφου διδασκαλίας αυτών και μάλλον διά της πράξεως ημίν εισηγήσαντο Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1611.
       
  • κακεντρέχ(ε)ια
    η· κακαντρεχ(ε)ία, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 5428.
    Το μτγν. ουσ. κακεντρέχεια. Η λ. και σήμ.
    Μοχθηρία, επιδεξιότητα στο κακό: Ω της κακεντρεχείας των σταυροφόρων και της αφοβίας της προς τον Θεόν Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1724· Το δ’ αναιδέστατον εκείνο και αμφιπρόσωπον ανδράποδον ... πάλαι μεν ταις οικείαις κακεντρεχείαις της οπωσούν ημάς κατά νουν διέστησε ζωής Ευγ. Ιωαννουλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 925.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης