Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- να (I),
- μόρ., Προδρ. IV 22, Ασσίζ. 9325, 21931, Χρον. Μορ. P 468, 3531, Λίβ. Sc. 1544, Λίβ. Esc. 2386, Λίβ. (Lamb.) N 176, Αχιλλ. N 1317, Αχιλλ. O 115, 220, Χρον. Τόκκων 59, 771, Μαχ. 705, 32221, Απόκοπ.2 89, Χρον. σουλτ. 5728, Κυπρ. ερωτ. 96, 363, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 410, Β΄ 13, 247, Γ΄ 126, Δ΄ 409, Ε΄ 127, Ερωφ. Ιντ. α΄ 28, Ιντ. β΄ 80, Ιντ. γ΄ 67, Ιντ. δ΄ 16, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 345, Β΄ 115, Γ΄ 150, Δ΄ 565, Ε΄ 667, Στάθ. (Martini) Β΄ 122, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 98, Β΄ 462, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2381, Ζήν. Β΄ 164, κ.π.α.· ναν, Πιστ. βοσκ. V 2, 103, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 166 δις, Ευρετ. Ερωτοκρ. 765390· νε, Ασσίζ. 41517.
Από τον αρχ. σύνδ. ίνα με αφαίρεση του ι (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 493-4). Στον τ. ναν το ν ευφωνικό πριν από λ.που αρχίζουν από τ. Η λ. και σήμ.
I. Σε κύριες προτάσεις Α´ 1) Με οριστ. ιστορικού χρόνου εκφράζει α) επιθυμία ή ευχή απραγματοποίητη (οριστ. ευχετική· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 287): Να βρέθηκα μιτά της δίχως ήλιον| και μεν μας εθωρούσαν παρά τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 10631· Χριστέ, να ʼράγην το πλακί, να σκόρπισεν το χώμα,| να ʼγέρθημαν οι ταπεινοί από τ’ ανήλιον στρώμα! Απόκοπ.2 243, 244· είπεν εξ όλης του καρδιάς: «Να μη είχα εγεννήθην ... » Βέλθ. 427· β) κ. δυνατό ή ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 188, να δυνητικό· πβ. όμως και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 289, οριστ. δυνητική με το μόρ. θα με την ίδια σημασ.): εστέκαν τέσσαρεις αετοί στα πόδια τον κρεβάτου| και να ʼπες ότι τον κράβατον θέλουσιν να αρπάξουν Αχιλλ. L 511· να είδες αγούρους θαυμαστούς, σπαθεάς δοκιμασμένας,| ουδέναν εδευτέρωναν να μην τον ρίψουν κάτω Αχιλλ. N 512· η μέση του να έλεγες ωραίον δακτυλιδίτσιν Ιμπ. 80. 2) Σε ευθείες ερωτ. προτάσεις συνοδεύει οριστ. ιστορικού χρόνου προκ. να εκφραστεί η αμφιβολία εκείνου που ρωτά για το αν θα πάρει απάντηση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 319): είντα να θέλαν ποίσειν οι ν’ μέσα εις το κάτεργον; Μαχ. 3604· ποιον να είχε πιάσει και ο αγάς; ποιον να ήθελε φονέψει;| ή ποίον από τους φονείς στην Πόλην να είχε πέψει; Λίμπον. 423, 424· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου;| Πότε τον πύργον της εμής καρδίας να εδιέβης; Λίβ. Sc. 278, 279. Β´ 1) Με υποτ. εκφράζει: α) απλή βούληση, στο α΄ πρόσ. εν. ή πληθ. (υποτ. βουλητική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 305): να σας ειπώ μερτικόν απέ την αρχοντίαν τήν είχεν ο σιρ Φρασές Ουλαχά Μαχ. 823· την πεσματιά και τον χαημόν εγώ ʼς κακιά δεν τα ʼχω,| μα πάντα να’σαι αφέντης μου, να σε τιμώ όπου λάχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1674· όμως να έλθωμεν εις το προκείμενον Ιστ. πατρ. 1893· (με προηγ. την προσωπ. αντων. ως εμφαντικό υποκ. για να εκφραστεί έντονη θέληση· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 306): η καύκ’ απέσωσε του κυρ Γεώργου Ρώσω (παραλ. 1 στ.) και λέγει της Τζαβούλαινας: «Εγώ να σε ʼκανώσω» Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 477· ας είναι κι εις τα ξένα,| εγώ να ʼμαι για λόγου του κι εκείνος ογιά μένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1138· β) προτροπή, παραχώρηση, προσταγή, στο β΄ και γ΄ πρόσ. εν. ή πληθ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 307): στρατιώτες μου να ʼρθείτε,| ʼς τούτη τη βρύση σκύψετε ... να πιείτε Ερωφ. Ιντ. β΄ 51, 52· Να ηγνωρίζετε καλά ότι ο νόμος ... ορίζει ... ότι ουδέν εντέχεται να έχει διαφοράν όποιος το γράψει Ασσίζ. 14315· να είναι κραυγή μεγάλη εις όλη την ηγή την Αίγυφτο, ος σαν αυτό δεν εγένην Πεντ. Έξ. XI 6· όποιος νικητής βγει ... (παραλ. 1 στ.) να ʼχει τα δώρα τ’ ακριβά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β 126· γ) απειλή, στο β΄ πρόσ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308): Μην ʼπαίρνεσαι σ’ ό,τι ήκαμες, ρηγόπουλε αντρειωμένε,| και να γνωρίσεις σήμερο ο Αντρόμαχος ποιος έναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1596· δ) ευχή (υποτ. ευχετική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308): Μαγάρι εδά να συβαστεί, μαγάρι να το θέλει,| μαγάρι εσένα, όχι αλλουνού, γυναίκα να σου μέλλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 227, 228· Καλά να ’ν’ τ’ άστρη, ο ήλιος, το φεγγάρι,| η γη και τα νερά στο διάφορός σου Κυπρ. ερωτ. 10445· (σε παρενθετική πρόταση συν. με την υποτ. του ρ. ζω, ως όρκος ή ισχυρή επιβεβαίωση· βλ. ά. ζω Α 1γ): δίδω σού τα και μπορεις με τα μισά, να ζήσω,| να ντύνεσαι καλότατα, να μ’ ακλουθάς ’ποπίσω Στάθ. (Martini) A΄ 181· ’ξέβησαν οι στρατιώτες τους μετά πολλής της τόλμης,| αλλά ...,| να ζω, να ζεις, να χαίρεσαι και εγώ, κόρη, μετά σου,| ... σπαθεάς εχάρισα είτινα ηύρα έμπροσθέν μου Αχιλλ. N 1375· Λέγω σου είναι και όμορφη περίσσια εις τα κάλλη,| να ζήσω, κι εις την χώρα μας, κρένω, δεν βρίσκεται άλλη Ευγέν. 788· σας θυμούμαι πάντα μου, να ζήσει η ψυχή μου Ευγέν. 1298· ε) έκπληξη (υποτ. της έκπληξης· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 310): Ο παντοδύναμος Θεός έπεψεν τον υιόν του ... και έπαθεν ... και τούτος ο μέγας μάστρος, ο φίλος μου, να κρατεί τούτον το κακόν; Μαχ. 145· ς) σε συνεκφ. με το μόνο (να), αξίωση ή παράκληση που είναι ταυτόχρονα και υπόθεση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308 σημ. β): με νίκη θέλομεν εβγεί και με τιμή μεγάλη,| μόνο να μη θελήσομε να λείψομ’ απατοί μας Ερωφ. Ιντ. δ΄ 19· νικούμε τον τον Δάρειον, μόν’ να ’ν’ καλή η καρδιά μας Αλεξ. 710. 2) Συνοδεύει υποτ. σε διηγήσεις ή περιγραφές περασμένων γεγονότων αντί οριστ. παρατ. (υποτ. διηγηματική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 314): Σαΐτες ανερίφνητες στην χώραν να πετούσι,| μέσα τσι ρούγες να ’ρχουνται πλείστοι να σκοτωθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15215, 16· Να βγαίνουν από δυο μερές ...| να πιάνουν τους Αγαρηνούς, να παίρνουν τα παβιόνια,| κι άλλα πολλά εκάνασι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5321. 3) Σε ευθείες ερωτ. προτάσεις εκφράζει α) απορία (υποτ. απορημ.· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 320): άνθρωπον κενόδοξον τις να τον αγαπήσει; Σπαν. A 239· Κι εγώ η καημένη είντα να πω στον κίντυνον οπού ’μαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 147· πώς να παινέσω σήμερο κείνα που σ’ αφουκρούμαι; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 148· β) αγανάκτηση ή δυσφορία (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 321): Γιάντα δεν έσφαξες εμέ πρώτα, γιατί ν’ αφήσεις| τόσο κακό τ’ αμμάτια μου να δούσινε; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 413. 4) Συνοδεύει υποτ. προκ. να εκφραστεί αμφιβολία ή κ. το ενδεχόμενο αντί θα και οριστ.: τῳ βασιλεί σου πρόσδραμε, λέγε τα πταίσματά σου·| ο βασιλεύς φιλάνθρωπος και να σε συμπαθήσει Γλυκά, Στ. 523· χάριν αυτού μη θλίβεσαι, μηδέ συχνοστενάζεις·| η ζάλη τούτη να διαβεί, πάλιν να ελθεί γαλήνη Γλυκά, Στ. 314. IΙ. Σε δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις Α´ Ειδικές 1) α) Εισάγει ειδική πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. (μετά από τα ρ. κρίνω, νομίζω, κ.τ.ό.) και χρωματίζει έτσι αυτό που σημαίνει η πρόταση ως κ. αμφίβολο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 58): Τα ρούχα του Ρινάλδο μου τούτα πως είν’ γνωρίζω| και κρίνω να ’φυγε αποδώ κι όλη να τρέμω αρχίζω Ερωφ. Ιντ. β΄ 146· Μ’ αν το πιστεύγει, ολοτενιάς να κουζουλάθη κρίνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 615· Χρόνους εκαρτερήσαμεν, νομίζω να ήσαν δύο Λίβ. N 2550· Λύπη τ’ αφτιά σας μηδεμιά κρίνω να μου γροικήσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 136· β) συνοδεύει πλεοναστικά τους ειδικούς συνδ. ότι, πως σε προτάσεις που εκφέρονται σε οριστ.: βαρύν φουσσάτο·| ως χιλιάδες είκοσι παντέχω ότι να ήτον Χρον. Τόκκων 435· Πιστεύομεν και ομολογούμεν ότι πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να ενομοθέτησε το ιερόν του Δείπνον Χριστ. διδασκ. 150. 2) α) Εισάγει ειδική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ.: μεν νοιαστείς ποτέ μου να σκαλέψω| την έννοιαν μου αχ το δειν των αμματιώσ σου Κυπρ. ερωτ. 635· λέγει της …| … ως ξημερώσει, ό,τι ζητά να της τα φανερώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 688· (με επόμ. το θα για να εκφραστεί η έντονη επιθυμία του υποκ. γι’ αυτό που δηλώνει η δευτερεύουσα πρόταση· βλ. Μανούσ., Χρ. Κρ. 1, 1947, 573): ανέν και η Ήρα ...| γροικά το μήλο το χρουσό να θα κλερονομήσει,| ’ς τούτο πολλά λανθάνεται Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 45· την εικόνα τση θεάς εβλέπω και όλη τρέμει| και σώπασε, γιατί θαρρώ να θα μασε μιλήσει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 89· β) συνοδεύει τους ειδικούς συνδ. ότι, πως σε προτάσεις που εκφέρονται σε υποτ. και εκφράζεται κ. το αμφίβολο ή ενδεχόμενο: ελόγιασεν η λυγερή πως ν’ αγαπά άλλη κόρη| το ταίρι τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 655· Μην βάλεις εις τον νουν σου ότι χωρίς αυτήν να γυρίσομεν οπίσω Διγ. Άνδρ. 3235· με τι να ξέρω ότι να την κλερονομήσω; Πεντ. Γέν. XV 8. Β´ Βουλητικές 1) Εισάγει βουλητική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη) α) μετά ρ. κυρίως βουλητικά και δυνητικά ως αντικ. του ρ. της κύριας (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 77-81): φίλος μου ... πάντα μου θέλω να ʼσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 110· πώς η Τύχη ενάντιον σας να κλώσει εσυγκατέβη; Απόκοπ.2 390· πε στο βασιλιό σου| να στείλει τσι στρατιώτες του Ερωφ. Ιντ. δ΄ 56· μηνούσιν τον Ιμπέριον να ’λθει εις το παλάτιν Ιμπ. 461· ορίζει ο βασιλεύς να αρματωθεί φουσσάτον Διήγ. Βελ. (Foll.) 390· ως υποκ. απρόσ. ρ. ή έκφρ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 81-83): του δερματιού τα πόδια έτσ’ εσαλεύγα,| που εφαίνετο πως άνθρωπο ν’ αρπάξουν εγυρεύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 354· Περί εκείνου οπού κάμνει το αγκάλεμάν του με τους μάρτυράς του, τείντα εμπαίνει να πλερώσει Ασσίζ. 2307· Στα χείλη οπού μου εσφάξασι λίγ’ έλειψε να πέμψω| μιαν δυνατή δαγκωματιά Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [271]· είναι ντροπή σου ... τα ψόματα να λέγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 883· ως προσδιορισμός, διασάφηση όρου της κύριας πρότασης (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 83-88): Περίσσια είχα πεθυμιά ...| να σασε δούσιν όλες σας τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. Ιντ. α΄ 128· Μη με καταδικάζεις (παραλ. 3 στ.). Σώνει άμετρός μου και πολύς φόβος να με σκοτώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 99· β) μετά το ρ. κάμνω και τροπ. επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 85): ποτέ μου ...| δε θέλω πει «κακά ’καμα να σμίξω μετά κείνο» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 106· δεν κάμνεις καλά να ʼσαι κρυμμένη Κυπρ. ερωτ. 452· γ) μετά τις προθ. δίχως, άνευ (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 88 σημ. β): εντέχεται να τον κρατεί εις την φυλακήν ..., άνευ να του κακοποιήσει, άχρι να πλερωθεί Ασσίζ. 31531· χωσμένο να τον έχει,| δίχως κιανείς πού βρίσκεται ποτέ του να κατέχει Ερωφ. Ιντ. α΄ 56· Τον ουρανό στολίζει …| … η πορπατηξά σου,| δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 716. 2) Συνοδεύεται πλεοναστικά α) α1) από το σύνδ. ότι: ειπές του Ααρών ότι να ανακατώσει το νερόν με την ράβδον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 158v· ο βασιλεύς επρόσταξε ότι να μνημονεύεται και αυτή ομού με τον βασιλέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 14914· όταν είδαν οι μαστόροι ότι αυτό το ξύλον ήτονε από τρεις λογές, ... ηθέλησαν ότι να το μάθει ο Δαβίδ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v· ελπίζω εις το έλεος του Θεού ότι να ευτυχήσεις Χρον. Μορ. H 1389· α2) από το σύνδ. διά: όσες έναι οπού το ʼκάμαν| τούτο το κακόν το πράμαν,| δύσκολα διά να το αφήσουν Συναξ. γυν. 695· Κανείς ... απ’ όλον το φουσσάτο| τούτον ουκ εδυνήθησαν διά να τον απαντήσουν Ιμπ. 352· α3) από το σύνδ. πως: τάσσω σου κι εσένα (παραλ. 1 στ.) πως τση κεράς σου συντροφιά στον Άδη να σε πέψω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 635· κάθεται και λέγει παραμύθια,| λογιάζοντας πως μετ’ αυτά το νου μου να σκοτίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Ϛ΄ 613· α4) από τους συνδ. ότι πως: περί απροίκου γάμου γυναικός, οπού προίκα δεν έταξεν ότι πως να δώσει Βακτ. αρχιερ. 136· α5) από το σύνδ. όπως: επλάκωσαν τον τόπον οι Αλβανίται,| σκοπώντας και ελπίζοντας όπως να τηνε πάρουν (ενν. τη Λευχάδα) Χρον. Τόκκων 84· β) από κάπ. πτώση του ουδ. άρθρου (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 83 σημ.): κἀμέ δε άφες ως με δει του να ʼμαι τυφλωμένος Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 216· ηγάπα και το να με είχε ... εις την δουλοσύνην του Σφρ., Χρον. μ. 2211· ήθελα του να τονε ρωτήσω Λίβ. N 54· άφες το να θυμώνεσαι, ...| άφες το να είσαι μανική ...,| άφες το να κακώνεσαι Λίβ. Sc. 325, 326, 327. 3) α) Σε συνεκφ. με το θε (να) = θα, πρόκειται να: για το κυνήγι οπού ’καμε θάνατο θε να πάρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 716· β) εκφράζει ταυτόχρονα β1) δυνατή θέληση η απόφαση: δε θε ν’ αφήσω να χαθώ δίχως να δοκιμάσω| στό δύνομαι να βουηθηθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 57· απής σ’ ετούτο μ’ έφερεν η τύχη η εδική μου,| θε να σου πω τη σήμερο τίνος κυρού παιδί ’μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 670· πάσα άλλη μου δουλειά σε μια μερά θ’ αφήσω| και τσ’ έγνοιας μόνον ετουνής θε ν’ ακλουθώ ξοπίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 370· β2) κ. ενδεχόμενο: Τούτα θε να ’ναι η αφορμή κι εσφάγηκε και τούτη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 557. Τούτο το πράμα ...| θε να σε βλάψει με καιρόν, όχι να σε φελέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 128· έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα| και θε να κάμεις του κυρού εις την τιμή ασκημάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 183. 4) Εισάγει βουλητική πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. ιστορικού χρόνου όταν το περιεχόμενο της πρότασης α) είναι ευχή απραγματοποίητη (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 90): ήθελα ν’ είχα ζωντανόν τώρα τον Ευριπίδη Λίμπον. 73· Να ήτον οδός …| … να εστάθην εμπροσθά μου| και αν ου τον εθανάτωνα, ας με ελιθοβολούσαν Αχιλλ. N 1612, 1613· να το θεληματέψει η ομορφιά σου| απόψε να κοιμήθηκα κοντά σου Βοσκοπ.2 108· β) παρουσιάζεται ως απλή σκέψη του λέγοντος (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β' 91): όλπιζα με καλλύτερον ανέμιν| ’ς τίτοιον λιμνιώναν να ’σωσα την στράταν Κυπρ. ερωτ. 10716· απ’ αλλονού να δόθηκε στον κόσμο δε λογιάζω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 624· σαΐτες πλουμισμένες ...| μ’ εφάνησαν νά ησαν αιματωμένες Φαλιέρ., Ενύπν.2 18. Γ´ Ενδοιαστικές· εισάγει ενδοιαστ. πρόταση με τα ενδοιαστ. μόρ. μη, μηδέν, που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 120): τρομάσσω| να μη γυρίσει η τύχη μου κι όλα γιαμιά τα χάσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 332· τρομάσσω| να μη γροικήσει τό ’καμα και τη ζωή μου χάσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 206· ουδέ φοβούνται| να μηδέν τασε γροικήσουν Συναξ. γυν. 785. Δ´ Πλάγιες ερωτ. 1) Ακολουθεί ερωτ. αντων. ή επίρρ. σε πλάγια ερωτ. πρόταση που εκφέρεται α) σε απλή οριστ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 116): σ’ ερωτούν …, (παραλ. 5 στ.) ... τα παιδιά π’ αφήκασι οι μάννες κι αρνηθήκαν,| τάχα τι να τα κάμασι οι Τούρκοι σαν τα βρήκαν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 18112· β) σε οριστ. δυνητική (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 116-7): να ʼδαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας| και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας Απόκοπ.2 251, 252· Να ’ξευρα ... την σωτηριάν πού να ʼβρα Κυπρ. ερωτ. 10031· γ) σε υποτ. απορημ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 117): βούηθησέ μου| κι εις τούτα μου τα βάσανα, πώς να περάσω πε μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 430· ο χριοφειλέτης αποκρίνεται ότι ουδέν έχει απόθεν να εμπορήσει να τον πλερώσει Ασσίζ. 30426· μέσα του εδιαλογίζετο πώς να τον αποθάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 776. 2) Ακολουθεί τους συνδ. μη, μήπως σε είδος πλάγιας ερώτησης που δηλώνει κ. ενδεχόμενο, επιδιωκόμενο, επιθυμητό και εκφέρεται σε υποτ.: Θέλω ...| να λείψω εις την ξενιτιάν μη να ξεραθυμήσω (παραλ. 1 στ.), μη ν’ ανασάνω τίποτε και πάλιν να γυρίσω Ιμπ. 177, 179· εγέμισε σύντομα το δοξάριν| και ρίκτει τάχα εις τον αετόν μήπως να τον δοξεύσει Λίβ. Esc. 2694· να τραγουδήσω| θέλω σε τούτο το στενό, μήπως να την ξυπνήσω,| στο παραθύρι της να βγει Κατζ. Α΄ 124. IΙΙ. Σε δευτερεύουσες επιρρ. προτάσεις: Α´ Αιτιολογικές 1) Εισάγει αιτ. πρόταση που εκφέρεται σε απλή οριστ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 60): εάν ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν ουκ εγίνωσκεν ότι ήσαν συγγενάδες, ... το δίκαιον ορίζει ότι ουδέν εντέχεται να έχει καμίαν τιμωρίαν απ’ εκείνον τον γάμον, να δεν εγίνωσκεν Ασσίζ. 11527. 2) Σε υποτ.: τ’ άδικο που εγίνηκε του ριζικού ήτο χάρη,| όχι να ʼνʼ ο Κυπρίδημος καλλιά του παλληκάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1830· με προηγ. το σύνδ. διά, για (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 61): διά να έχει ανδρείαν πολλήν και φρόνησιν, έκαμαν συμβουλήν οι πρώτοι της Συρίας και εδιάλεξάν τον σουλτάνον Διγ. Άνδρ. 31813· διά να μη έχω φίλον,| έγινα ωσάν το ξύλο Συναξ. γυν. 1047· επήρε τέτοιο θάνατο, για ν’ αγαπά περίσσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 719· με προηγ. το επίρρ. μόνε: Μόνε να είμαι εγώ καλή, αρχόντισσά μου, είμαι εδώ πρόθυμη (έκδ. πρόθυμος· διορθώσ.) να τηνε δουλεύσω Μπερτολδίνος 137. Β´ Τελικές 1) α) Εισάγει συν. μετά ρ. κίνησης τελική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 76): ο βασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 536· μ’ έστειλε να σε κάμω| να συβαστείς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 99· τους Ρωμαίους έκραξε να πάσι να βοηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28325· είπεν ο Θεός: «ας είναι φεγγίτες εις άπλωμα του ορανού να χωρίσει ανάμεσα την ημέρα και ανάμεσα τη νύχτα» Πεντ. Γέν. I 14· β) β1) με προηγ. το σύνδ. (ο)για: μ’ εθανάτωσε …| … μόνο για να μου πάρει| τη βασιλειά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 295· Πολλές φορές εγρύπνησα για να σ’ αποκοιμίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 95· ήρθα ως επά μόνο για να σε δούσι| τ’ αμμάτια μου Ερωφ. Γ΄ 77· Επήγασίνε κι εις τη Χιο ογιά να τηνε πάρουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4163· Τούτος ο ανθός ευρίσκετο ’ς τση ρήγισσας τη χέρα,| ογιά να τονε δώσει ενούς εκείνη την ημέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 136· β2) με προηγ. το σύνδ. διά: πήγαν εις πηγάδι,| διά να το κατοικήσουσι Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 196· να ποίσω ορισμόν διά να γένει φόνος Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 546· β3) με προηγ. το σύνδ. όπως: τα κάστρη να φυλάξουσιν, όπως να μη τα χάσουν Χρον. Τόκκων 127· εις κείνους τα μοιράσασιν, όπως να του θυμούνται Κορων., Μπούας 104· Φιλοδωρίες, χαρίσματα άρχισεν να τους τάζει,| όπως να προθυμήσουσιν όλοι μετά καρδίας Χρον. Τόκκων 1358· β4) με προηγ. το σύνδ. ως: μας εκαταδίκασες εις χείρας των εχθρών μας·| πολλά καλά το έκαμες ως να σωφρονισθούμεν Ιστ. Βλαχ. 2479 [= Γέν. Ρωμ. 101]· β5) με προηγ. το σύνδ. ότι: καλά να την φυλάσσει,| ότι να μη τον γελάσει Συναξ. γυν. 702· στην γειτονίαν γλήγορα μέλλει να γένουν γάμοι| και θέλω γένει και εγώ παχύς, ότι να φάγεις Αιτωλ., Μύθ. 349· γ) με επόμ. το θα: θέλ’ έβγει ο δράκος πάλι| να θα σ’ αρπάξει το ζιμιό με μάνητα μεγάλη Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 14. 2) Με προηγ. το άρθρο σε θέση παλαιού απαρεμφ.: καλούσιν των Ελλήνων| άρχοντες του να δικάσουν| περί των αρμάτων τούτου Ερμον. Φ 354· Το δε νεκρωθέν γαρ σώμα| επαρέλαβεν η μήτηρ| προς το να κηδεύσει τούτο Ερμον. Ψ 252. Γ´ Αποτελεσματικές 1) Εισάγει αποτελεσματική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. όπου το αποτέλεσμα: α) εμφανίζεται ως απλή σκέψη εκείνου που μιλεί ή ως ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): δεν ήτο ποιος να του μιλεί και να τονε διατάσσει,| να του αλαφρώσει ο λογισμός Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 620· θωρείς πως έναι δυνατή καρδιά της| τόσον να πεις ότ’ είναι διαμαντένη Κυπρ. ερωτ. 9024· περισσά σπλαχνικός να θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 345· β) δηλώνει συμφωνία ή όρο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 182): Η δε Πάρος και η Αξία και η Μήλος ... επροσκύνησαν να δίδουν χαράτσιον ... και διά τούτο δεν τους επήρεν αιχμαλώτους Κώδ. Χρονογρ. 49· γ) εξαρτάται από την προστ. κάμε, ‑ετε του ρ. κάμνω: τα λόγια που σου θέλει πει κάμε να τα θυμάσαι Γαδ. διήγ. 322· Πιάσ’ τη βουλή μου, αφέντη μου, και κάμε να νικήσει| τη μάνητά σου η φρόνεψη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 545· κάμετε να τους κόψετε κι ουδ’ ένας να γλυτώσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 3· δ) δ1) με προηγ. το σύνδ. για (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): ο σκλαβωμός κι η μοίρα μου ...| ξόμπλι ας γενούν παντοτινό του λογισμού σου ...| για να μην είσ’ αλύπητος Ερωφ. Ιντ. δ΄ 103· αργεί ... την παιδωμή να δώσει| για να’ χει φταίστης τίβοτας καιρό να μεταγνώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 308· δ2) με προηγ. το σύνδ. και: Αλλ’ όμως δεν επήγασι μακρά και να γλυτώσουν Κορων., Μπούας 97· όρισε καβάτοράν σου| να ελθεί εις το παλάτι,| να το σχίσει το λιθάριν| και να εύρεις το σκωλήκι Πτωχολ. α 404· μπόριε να γελάσει| η ζγουραφιά κάθ’ άνθρωπον οπού να μην κατέχει| και να θαρρεί κι απαρθινά ο τόπος σπήλιον έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 244. 2) Σε δυνητικη οριστ., όπου το αποτέλεσμα εμφανίζεται ως δυνατό ή πιθανό (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): στον Άδη να μπορώ να στέκω μετά σένα,| δυο πρικαμένες να ʼμεστα μ’ όνομα μόνον ένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 442· έθελα θωρείν το πρόσωπόσ σου| να ʼδα ποτέ μου αγάπην εις αυτόν σου Κυπρ. ερωτ. 8620· (εδώ με προηγ. το σύνδ. για): φυτεμένο στην καρδιά πως σ’ έχω να σου δείξω| για να ʼχες πει, Πανάρετε, «χωρίς το θάνατό μου| ν’ ανασπαστώ, Ερωφίλη μου, δεν είναι μπορετό μου» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 127. 3) Εισάγει μόνο του ή με προηγ. το σύνδ. (ο)γιά είδος τελικής - αποτελεσματικής πρότασης που εκφέρεται σε υποτ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 182 σημ.): δώσ’ μου μια γλυκιά θωριά να ξοριστούσι| σα νέφαλα εκ τον άνεμον οι πόνοι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 401· ο τυφλός ... πέφτει χάμαι ... από την πολλήν δίψαν ... και ο Λέων ... ελυπήθη περισσά και αρχίζει ... να γυρεύει μήπως και εύρει νερόν να του δώσει να μην αποθάνει Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396· τη γη ποτίζεις για να μπορού να ζιου τα πλάσματά σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 719· ν’ αφήσεις| τη διαφορά σου ...| ογιά να μη δυσκολευτεί το κάλεσμα οπού γίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 925. Δ´ Υποθετικές 1) Εισάγει υποθ. πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. ιστορικού χρόνου όταν η υπόθεση λαμβάνεται ως κ. αντίθετο από το πραγματικό ή ως απλή σκέψη αυτού που μιλεί: να ʼμπόρουν εις χαρτίν να γράψα| τα πάθη μου ... (παραλ. 1 στ.), ... έθελεν πάψειν απού μεν η κάψα Κυπρ. ερωτ. 231· τό έποικες δίχως το θέλημά μου,| έτσι να ήτον τίποτες πράγμαν πολλά μεγάλον,| ... μ’ έχανες εκ τον κόσμον Ιμπ. 147· σιδερή την εμιλιά να ʼβγανα, τον καημό μου| σωστά να πω ... δεν είναι μπορετό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 25. 2) α) Σε υποτ. συν. αορ. όταν η υπόθεση λαμβάνεται ως κ. ενδεχόμενο ή προσδοκώμενο ή αόριστα επαναλαμβανόμενο: καμία εκ τες βαγίτσες μου ...| να εύρω να δέχεται γραφάς και αντιγραφάς να πέμπει,| ας εγνωρίζει απ’ εμέν: γουργόν ο θάνατός της Λίβ. Esc. 1440· να σιγανέψουν οι καιροί, ολπίζω να ψαρέψω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 480· Σπουδαίον άνδρα να ιδούν (ενν. οι αμαθείς), πολλά τονε μισούσιν Γκίνου, Στ. 11· β) ακολουθεί πλεοναστικά τον υποθ. σύνδ. εάν: εάν κανείς να δώσει ετέρου, εκείνος ή εκείνη οπού να τα λάβουν ένι κρατημένος να τα στρέψει εις την αγίαν του Θεού εκκλησίαν Ασσίζ. 15518· γ) στην έκφρ. ανίσως και να = αν τυχόν, αν συμβεί να (βλ. ά. ανίσως 1): ανίσως και ποτέ να καταντήσεις| εκεί που να θαφτούν τα κόκκαλά μου,| μηδέν είσαι τόσον σκλερός μιτά μου Κυπρ. ερωτ. 10477· Ανίσως και να πίστευγες, κυρά μου (παραλ. 3 στ.), έλπιζα ...| να γνώρισες πως είμαι δουλευτής σου Κυπρ. ερωτ. 541. Ε´ Ενδοτικές· ακολουθεί πλεοναστικά τον εναντιωματικό σύνδ. μόλον που σε ενδοτική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. και εκφράζει κ. το αόριστο χρονικά (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 75): το σίδερον και η φωτιά μόλον που να πονούσι,| είν’ ακριβά κι ωφέλιμα εις όσους γιατρευτούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1648]. Ϛ´ Χρονικές α) Εισάγει χρον. πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. αορ. και φανερώνει πράξη προσδοκώμενη (= μόλις, όταν· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 99 και 190): Να την ιδεί ο Αχιλλεύς, λιγοθυμιά τον πιάσεν Αχιλλ. (Haag) L 492· εδιάβην ώρα περισσή να της αποκριθούμεν Απόκοπ.2 391· ασηκώνοτουν τρεις ώρες να ξημερώσει, εις το να ιδεί πώς αύξαινεν ένα σύκον Μπερτολδίνος 91· οι Ισραηλίτες| ομοφωνούν να δώσουσιν την χώραν του Ολοφέρνη.| Και να το ακούσ’ η Ιουδήθ ...| εσύναξεν την γερουσίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1791· με προηγ. το ουδ. άρθρο: Το να τ’ ακούσει παρευθύς ο Αχιλλεύς τους λόγους,| συντόμως γράφει γράμματα Αχιλλ. N 402· το να προκύψει η λυγερή να βλέπει προς εκείνους,| ελάκτισεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλην Αχιλλ. N 1146· Το να το ιδεί ο Ιμπέριος (ενν. το παρανυχίδιν), ετρώθην η ψυχή του Ιμπ. 293· Το να τον δουν εγλήγορα οι γυναικάδελφοί του,| πεζεύγουν, ... προσκυνούν τον Αχιλλ. (Haag) L 1047· β) ακολουθεί πλεοναστικά β1) τους χρον. συνδ. όταν (όντα, όνταν, άντα, αντάν): όταν να θέλει να λουστεί η θαυμαστή η κόρη,| τις έναι οπού να δυναστεί να είπει και να γράψει; Αχιλλ. L 515· όντα να τελειώσει η πρώτη λειτουργία, ... άννοιξε το χαρτίν το βουλλωμένον Μαχ. 1433· Όνταν την ευγενειάσ σου να βιγλίσω,| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· Άντα να μηδέν έχετε τό θέλετε, να ʼχετε το ποίσειν νώσιν του πάπα Μαχ. 3547· Γλυκιά και δροσινά ʼναι τα λαμπρά μου (παραλ. 2 στ.), αντάν την ευγενειάσ σου να βιγλίσω Κυπρ. ερωτ. 508· β2) το σύνδ. ότι: τότες να καθεριστείς από την ανάρα μου, ότι να έρτεις προς τη γενεά μου Πεντ. Γέν. XXIV 41· β3) τους συνδ. πριν, πριχού(ν), πρίχου: αποθαίνει ού ο είς ού ο άλλος πριν να παντρευτούσιν Ασσίζ. 36917· Μα ʼρθαν και τον ευρήκασιν οι μπιστικοί του φίλοι,| πριχού να κάμει η χέρα του ό,τ’ είπασι τα χείλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 728· Φοβούμαι μεν το κλίνω το κεφάλιν| πριχούν με λύπην να με δουν τα μμάτια της θέισσάς μου Κυπρ. ερωτ. 10826· πρίχου ν’ αποθάνει,| σα λιόντας εμουγκίστηκε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 160· β4) το σύνδ. αφόν: αφόν στον ουρανόν να λάψουν τ’ άστρα,| στρέφουνται ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1064· γ) με προηγ. το σύνδ. ώστε· η πρόταση αναφέρεται στο τέλος συν. μεγάλης χρον. περιόδου: θέλω πασαείς να δει τη μπόρεσή μου,| για να φοβάται ώστε να ζει, περίσσα την οργή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 626· δεν τελειώνει η μάχη σας ώστε να μπεις στον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 184· σε χέρι γή σε μάγουλο ποτέ δε θες μου ʼγγίξει| ώστε να φέρουν οι καιροί γλυκύς καιρός ν’ ανοίξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 684· Ώστι να ζει και να θωρεί δεν θέλει λησμονήσει Κυπρ. ερωτ. 11310· δ) με προηγ. το συνδ. κάθα· η πρόταση δηλώνει αόριστη επανάληψη: Κάθα να δω το βγενικόν το ʼδεισ σου,| όλος αφταίννω Κυπρ. ερωτ. 691· ε) με προηγ. το σύνδ. ωσόπου, εωσόπου· η πρόταση δηλώνει το χρον. διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί κ. να ισχύει: Γλυκύν και δροσινόν έν’ το λαμπρόν μου| ωσόπου να βιγλώ τα γλυκιά ʼμμάτια Κυπρ. ερωτ.10532· δεν έχει νίκος να με πάρει| ωσόπου να ʼχω την γλυκιάν της χάρην Κυπρ. ερωτ. 288· εντέχεται να τον κρατεί εις την φυλακήν του ... εωσόπου να τον πλερώσει Ασσίζ. 31218. Ζ´ Αναφορικές 1) Εισάγει μόνο του ή συνοδεύει αναφορ. αντων. ή επίρρ. σε αναφορ. πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. α) απλή: δεν ευρέθηκεν κανείς ...| να είπεν, να με σύντυχεν καλόν διά τα ξένα Περί ξεν. V 166· β) πιθανολογική: εκείνος ού εκείνη οπού να έβαλαν τοιούτους ανθρώπους μάρτυρας, ... εντέχεται όλα να ένι κρατημένα του αυθέντη του τόπου Ασσίζ. 14410· γ) ευχετική (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 106): τοιούτα έχουν οι κορίτσες| όταν είναι κοπελίτσες,| ήγουν όταν έν’ μικρά,| όπου να τα ʼθαψα νεκρά Συναξ. γυν. 499· Αφήτε μ’, οπού να ʼμουνε σήμερ’ αποθαμένη Θυσ.2 311. 2) α) Σε υποτ. και δηλώνει κ. το ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 106-7)· συν. προηγείται αποφατική πρόταση: άθρωπος δεν ήτονε μηδένας να θελήσει| με τέτοιους δυνατούς εχθρούς να βγει να πολεμήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 571· δεν είναι βάσανο να μοιάζει του δικού μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 424· στη μεγαλότητα κιανείς δεν είν’ να του σιμώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 410· τινάν ουδέν έχω δι’ εμέναν να σε αναφέρει Λίβ. Sc. 171· β) με προηγ. αναφορ. αντων. ή επίρρ.: το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ή εκείνη απού να το ποιήσει, πρέπει να χάσει είτι και αν έχει Ασσίζ. 19522· να οικοδομήσει ναόν οπού να μην έγινεν άλλος δεύτερος απ’ αυτόν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1481· μπόριε να γελάσει| η ζγουραφιά κάθ’ άνθρωπον οπού να μην κατέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 243· (εδώ με προηγ. το σύνδ. και στη θέση του αναφορ. που): ίσα του δεν εγίνη άλλος κιανεις και να βαστά την ομορφιάν εκείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 286. 3) Συνοδεύει το αναφορ. επίρρ. απού, οπού σε αναφορ. - αποτελεσματική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 108)· συν. προηγείται στην κύρια πρόταση το δεικτ. τόσον: φοβούμαι| να μη ζηλέψει (ενν. το ριζικό) ...| και ρίξει με σε βάσανο τόσον απού ποτέ μου| να μη μπορέσω να ’γερθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 480· όμορφή ’σαι| τόσον οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· θες γροικήσει| τόση καλή θαράπαψη απού να φχαριστήσεις| την ώραν οπού βάλθηκες να τωνε συμπαθήσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ 547. 4) Συνοδεύει το σα(ν), ως, ώσπερ σε αναφορ. προσδιοριστική πρόταση όπου εκφράζεται υποθ. παρομοίωση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 111): στέκομαι τρεμάμενη σαν να’χα να περάσω| μια θυμωμένη θάλασσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 7· Φράγκοι, Ρωμαίοι στέκουνε σα να ’τον χριστιανοσύνη,| σα να μην ήτονε Τουρκιά, έχουσι καλοσύνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 41615, 16· αγάπα τον και τίμα τον ως να ήτον συγγενής σου Σπαν. (Ζώρ.) V 122· όσοι αποθάνουν εις αυτό εκείνο το ταξίδιν| να έχουν συμπάθιον κι άφεσιν από τες αμαρτίες τους,| ώσπερ να αποθάνασιν εις του Χριστού τον τάφον Χρον. Μορ. H 493.
ναύκληρος- ο, Ασσίζ. 4810, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420, Βακτ. αρχιερ. 171· ναύκλερος, Ασσίζ. 483-4, 29616, Απολλών. 91, 417, Γαδ. διήγ. 144, 145. Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 705· νάφλερος, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 275.
Το αρχ. ουσ. ναύκληρος. Ο τ. ναύκλερος σε έγγρ. του 15. αι. (Act. Doch. 6117) και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 672). Ο τ. νάφλερος στον Κατσαΐτ., Θυ. Γ΄ 80. Τ. αναύληρος στην Κύπρο (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
1) Καραβοκύρης (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 368): την ναυτικήν πολύκοπον να ’ργάζουμουν την τέχνην,| να μετερχόμην πέραμαν, να ʼβρισκα οκάτι κέρδος| ως κωπηλάτης πρότερον, δεύτερον ως πλωρήτης,| να γένουμουν και ναύκλερος και να ʼχα μέγαν κέρδος Προδρ. IV 129r κριτ. υπ. 2) Κυβερνήτης του πλοίου, καπετάνιος: επλέομεν την θάλασσαν μετά πολλού κλυδώνος| και ναύκληρον ουκ είχαμεν να κυβερνά το πλοίον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 540· όντεν αστράφτει και βροντά κι ανεμικές φυσούσι (παραλ. 3 στ.), τότες γνωρίζεται ο καλός ναύκλερος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 51· τον ναύκλερον παρακαλεί (ενν. ο Απολλώνιος) και τον γραμματικόν του| να ʼχουν φροντίδαν, μέριμναν όλην του καραβίου Απολλών. 621· (σε μεταφ.): όποιος στην ασύστατη τύχη θα ζει ... (παραλ. 1 στ.) και θ’ αρμενίζει με διχώς τιμόνι στων ανέμω| τη διάκριση και του γιαλού τω φοβερώ πολέμω,| νάφλερος να ’ναι η τύχη του και το μελλούμενό του| ποδότας, να τον οδηγού να βρει τον τσακισμό τον Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 67· κι εις το καράβι, απού έβαλεν (ενν. ο βασιλιός) όλη την πραματειά του (παραλ. 1 στ.) μ’ εδιάλεξε ογιά ναύκλερο στα τόσα βάσανά του,| εκ το λιμνιώνα, όσο μπορώ, θα φεύγω του θανάτου Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 167· πιθ. έκφρ. μέγας ναύκληρος = κυβερνήτης του πλοίου, καπετάνιος: εσίμωσεν εις αυτόν (ενν. τον Ιωνά) ο μέγας ναύκλερος και είπεν εις αυτόν Ιων. 2136. 3) Ναυτικός (πιθ. ναύτης): Των σολνταδών και ναύκληρων λέγει (ενν. ο Μορεζίνης) να μην οκνήσουν,| λουμπάρδες ν’ αμολάρουσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 24211.
νεκρός,- επίθ., Γλυκά, Στ. 158, Προδρ. I 209, Καλλίμ. 609, 935, 1963, Διγ. (Trapp) Gr. 708, Διγ. Z 1453, Χρον. Μορ. H 1133, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 21, Λίβ. P 2295, Λίβ. Sc. 1407, 1706, Λίβ. Esc. 3419, 3639, Αχιλλ. N 58, Φαλιέρ., Ιστ.2 296, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 215, Έκθ. χρον. 8414, Κυπρ. ερωτ. 588, Πανώρ. Β΄ 452, 496, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 378, Γ΄ 375, Δ΄ 637, Ε΄ 130, 526, 554, Ιστ. Βλαχ. 197, 313, 407, Σουμμ., Ρεμπελ. 175, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 381, 654, Β΄ 224, 1312, Γ΄ 1296, Δ΄ 924, Θυσ.2 198, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1278], Τζάνε, Κρ. πόλ. 2184, 3164, κ.π.α.
Το αρχ. επίθ. νεκρός. Η λ. και σήμ.
1) α) Νεκρός, πεθαμένος: Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 310, Ασσίζ. 27011, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28623· (επιτ. με επόμ. το επίθ. αναίσθητος): φύσις άψυχος εμψυχωμένη ήτον,| νεκρός τε και ανίσθητος ήθελεν μεταπνεύσει Ιμπ. 475 κριτ. υπ.· φρ. κατέρχομαι εις νεκρούς, βλ. ά. κατέρχομαι φρ.· β) (σε προσωποπ.): νεκρή δε βρίσκομαι ούτε κι αποθαμένη| και μόνη μη μ’ αφήσετε, ...| την Κρήτη σας τη θαυμαστή Τζάνε, Κρ. πόλ. 55113· γ) (σε σχ. υπαλλαγής προκ. για παράσταση νεκροκεφαλής): Τα γράμματα ως τα γράψασι, πάραυτα το κουκλώνου (ενν. το κιβούριν)| μαύρα με κεφαλές νεκρές κι απὄκει το σηκώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1954· δ) (συνεκδ. αντί για πολλά ομοειδή): Η γης που τόσον άνθρωπον νεκρό ʼθελε γεμίσει| και τα λιβάδια ... έθελαν κοκκινίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2907. 2) (Μεταφ.) απονεκρωμένος: Από γαρ του φιλήματος ανέκφραστος γλυκύτης| ως ποταμός επότιζε καλός νεκράς καρδίας Καλλίμ. 1961· ιδού σιγώ, μετά νεκράς καρδίας τούτο γράφω Καλλίμ. 454· Νεκράν με βλέπεις σήμερον, αιχμάλωτον κειμένην,| ως δούλην αργυρώνητον εταζομένην άλλην Καλλίμ. 606· νεκροί τῳ σώματι προς πάσαν κακήν πράξιν| με πόνους εγεγόνασιν εις αρετήν και τάξιν Πένθ. θαν. K 373. 3) α) Που έχει χάσει προσωρινά τις αισθήσεις του (με μάγια), που απομένει σαν νεκρός: βάνω το (ενν. το δακτυλίδιν) εις το δακτύλιν μου και ευθύς απενεκρώθην (παραλ. 5 στ.). Ηύραν με (ενν. οι εδικοί μου) κείμενον νεκρόν Λίβ. N 2248· β) αναίσθητος, λιπόθυμος: ουκ ήξευρα το τις ήμουν, νεκρός απεκατέστην·| και μετά βίας οκάποτε ήλθον τα λογικά μου Λίβ. Sc. 678· εμού δε ήδη των ποδών απάρτι αποκαμόντων, (παραλ. 1 στ.) εκείσε που κατέπεσον νεκρά εφηπλωμένη| και μεθ’ ημέρας εαυτήν μόλις αναλαβούσα Διγ. (Trapp) Gr. 2181. 4) (Συνεκδ.) κρύος, «παγωμένος» (από ένταση συναισθηματική): Μαλώνοντας εφεύγασι, στο Κάστρον εσιμώνα| κι από τον φόβον τον πολύ νεκροί ήτανε κι εδρώνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 20314. 5) (Μεταφ.) που έχει παραλύσει, που δεν μπορεί να αντιδράσει (από ψυχική κατάπτωση): νεκρός ο βασιλεύς εξ ερωτοληψίας| και παντελώς αναίσθητος εκ της απελπισίας Καλλίμ. 1057. 6) α) Που έχει στερηθεί την αθανασία, θνητός: Ενέφυσε ... ο όφις διά της παρακοής τοις πρωτοπλάστοις και γεγόνασι νεκροί τῃ αμαρτίᾳ Φυσιολ. 3442· β) υλικός, φθαρτός: Η φαμελιά σου την νεκρήν σάρκαν εξεφορτώθη| και από του κόσμου την σκλαβιά εβγήκεν κι εγλυτώθη Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 143. 7) α) Αναπάντητος· που δε βρίσκει ανταπόκριση: Παρήλθεν τόπους ικανούς αναζητών την κόρην| μετά φωνής οδυνηράς, μετά νεκρούς τους λόγους Καλλίμ. 1474· β) που δεν έχει αποτέλεσμα: ό,τι κι αν εκόπιασα, θωρώ νεκρά επομείνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2067. 8) (Προκ. για θάλασσα) που δεν έχει έμβια όντα: παραπλήσιος (ενν. ο ποταμός) της ασφάλτιδος λίμνης, της πλησίον ούσης της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ, ήν και θάλασσαν νεκράν ο κοινός ονομάζει λόγος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 1365. Το αρσ. ως ουσ.: νεκρός· λείψανο, πτώμα: Ερμον. Φ 337, Πανώρ. Β΄ 205.
νεκρώνω,- Καλλίμ. 1787, Ερμον. Φ 339, Λίβ. Sc. 878, 895, 2815, Λίβ. Esc. 635, 3667, 4003, Λίβ. (Lamb.) N 521, Θησ. Ε΄ [681], Η΄ [831], Σκλέντζα, Ποιήμ. 79, Αιτωλ., Μύθ. 2712, Παλαμήδ., Βοηβ. 629, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 85, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [228, 894], Χορ. β΄ [25], Γ΄ [248], Τζάνε, Κρ. πόλ. 17219, 28, 2128, 45621, 48616.
Το μτγν. νεκρόω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Θανατώνω, σκοτώνω· προκαλώ το θάνατο κάπ.: δράκοντας γαρ και λέοντας (ενν. ο Αχιλλεύς) ...| ώσπερ πουλία ήμερα ενέκρωνεν καθόλου Αχιλλ. N 1558· Αυτόνον, τό βουλήθηκε, θέλουν αποκυρώνουν,| ότι, α δεν το ποίσουσι, πάραυτα την νεκρώνουν (ενν. τη Μαργαρώνα) Ιμπ. (Legr.) 352· β) (μεταφ.): Είδα απέσω από γραφήν ...| το να πηδήσει θάνατος σωματεμψυχωμένος| και να νεκρώσει αυθεντικά την όλην μου καρδίαν Λίβ. Sc. 684· ποιο πράμαν …| … ενέκρωσέ μου την ψυχή κι επήρε μου το φως μου Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 211· ελέησεν τόν ενέκρωσεν, ωραία μου, το πιττάκιν Λίβ. Sc. 696· γ) αφαιρώ προσωρινά τις αισθήσεις κάπ. με μάγια, κάνω κάπ. να φαίνεται νεκρός: ο Καλλίμαχος ουκ ενεκρώθην τότε,| αλλ’ ... η πολύτροπος ... γραία| μετά μεγάλης μηχανής ενέκρωσεν εκείνον Καλλίμ. 1789· ιδέ το δακτυλίδιν,| τό ενέκρωσεν τον Λίβιστρον Λίβ. Sc. 1758. 2) α) Παραλύω, αμβλύνω τις αισθήσεις· κάνω κάπ. να μην μπορεί να αντιδράσει: ο τόσος πόνος ...| μαραίνει το το κάλλος σου, νεκρώνει το κορμίν σου Λίβ. N 2964· αν είν’ και το ψοματινό νεκρώνει μου τα μέλη,| πώς να το πω τ’ απαρθινό; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 345· (σε μεταφ.): η μέθη το φαρμάκιον είναι του διαβόλου,| τον μεθυστήν τον άνθρωπον νεκρώνει τον διόλου Ιστ. Βλαχ. 2088· (μεταφ.): τον ισχυρόν αυθέντην| βλέμμαν απλώς ερωτικόν ενέκρωσεν Καλλίμ. 1119· β) προκαλώ απώλεια της συνείδησης: νεκρώνουνται (ενν. οι μέθυσοι), ξυλώνουνται και γίνονται σαν χοίροι,| διότι καν σταλαγματιά δεν μένει στο ποτήρι Ιστ. Βλαχ. 2121. 3) Προκαλώ τον πνευματικό θάνατο κάπ.: Άστατος ένι (ενν. η όρεξις), πίστευσον, νεκρώνει την ψυχήν σου,| εις τον κριτήν χωρίζει την και χάνεις την ψυχήν σου Αλφ. (Μπουμπ.) I 63. 4) (Μεταφ.) απονεκρώνω: νεκρώνοντας τα μέλη σου τα επί της γης γίνεσαι ιερεύς του κλήρου του αγίου Πηγά, Χρυσοπ. 296 (10). 5) Καταστρέφω: φόνος και κατελυμός εγίνετον στους Τούρκους·| ώσπερ τριγωνοχάλαζον που πέσει εις το χωράφιν| και να νεκρώσει στάχυας, εις γην να εξαπλώνει Παρασπ., Βάρν. C 258. Β´ (Αμτβ.) πεθαίνω, ξεψυχώ: Θέλεις το να σκοτεινιαστούν τα μάτια σου, το φως σου| και να νεκρώσει το παιδί, να ξεψυχήσει ομπρός σου; Θυσ.2 344. Φρ. νεκρώνει η ψυχή μου = παραλύω, «παγώνω»: ενέκρωσε η ψυχή του,| όπου είδεν ούτως έξαφνα ομπρός του τον δεσπότην Χρον. Τόκκων 2823. IΙ. Μέσ. 1) α) Πεθαίνω: Εκείνος οπού απέμεινεν εις το ερημονήσιν| άφαγος, άπιος άνθρωπος, φαίνει με να νεκρώθην Ιμπ. 678· (σε σχ. υπαλλαγής): Μα ʼτονε κρίμα κι αδικιά, Ρωτόκριτε, μεγάλη,| μέσα στα δάση να χαθού, να νεκρωθού έτοια κάλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1044· β) (μεταφ.): Τους γάμους ανεπλήρωσαν, παρέλαβα την κόρην,| την κόρην κι ενεκρώθησε ψυχή μου εκ την οδύνην Λίβ. P 992. 2) Λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου: άμα επληροφορέθηκεν ότι επουλήσασίν την,| πίπτει εις την γην, νεκρώνεται, σπαράσσεται (ενν. η κόρη) εκ την λύπην Φλώρ. 991· η παράξενος λιποθυμεί και πίπτει,| πάλιν τον νουν αναζητεί, κλονίζεται καρδίαν,| πάλιν ψυχήν νεκρώνεται μετά λιποθυμίας Λίβ. Sc. 2502 κριτ. υπ. 3) Παραλύω, δεν μπορώ να αντιδράσω: μόνο να το θυμηθώ, να το καλολογιάσω,| νεκρώνουνται τα μέλη μου κι όλη σιγοτρομάσσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 926· Θωρώντας τόσα κλάηματα να κάνουν τα παιδιά μου,| τα μέλη μου νεκρώνουνται κι άφτου τα σωθικά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 55422. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = α) νεκρός: τον εφονεύσανε κι έμεινε νεκρωμένος| και λέγω οπού τον Θεόν να ’ναι συγχωρεμένος Τζάνε, Κρ. πόλ. 27711· τους ... αποσπάσαν| εκ το νεκρωμένον σώμα| του καλού γαρ Αχιλλέως Ερμον. Φ 342· το νεκρωμένο| κορμί να γνώθει πόνο πλιο δεν ήτο μπορεμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄137· β) (μεταφ.): να μπορεί (ενν. ο χωρισμός) την δόλια μου καρδιάν την πικραμένην| να τηνε κάμει αθάνατα να στέκει νεκρωμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [536]· ευρέθηκα περίσσια κομπωμένη| και την ελπίδα μου θωρώ σβηστή και νεκρωμένη Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 20.
νένα- η, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1125, 1147], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 27, 87, 98, 270, Γ΄ 92, Ε΄ 267, 287, 313, 331, 556, 592, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 435, 647, 665, 867, 897, 943, 996, Γ΄ 159, Δ΄ 79, Ε΄ 1217, 1226, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 509, 542, Γ΄ 415, Ε΄ 173, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 295, Δ΄ 531, 534, Διγ. O 1614.
Το βενετ. nena. Η λ. σε διαθ. του 1503 (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ 68420). Διάφ. τ. της λ. (νενέ, νενέκα, νεννέ, νέννα, νεννά) σε κυπρ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 40, 1976, 241).
Παραμάνα, τροφός: πάντα τη νένα σπλαχνικά εκράτιεν απ’ τη χέρα,| η οποιά σα γρα και φρόνιμη όλα τα πίσω εθώρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 120· Νένα και μάννα μου ακριβή, τάχα να χωριστούμε,| σήμερο μια την άλλη μας πλιο μας να μην ιδούμε; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 283.
νικητής- ο, Αχιλλ. N 689, Σφρ., Χρον. μ. 13231, Έκθ. χρον. 112, 645, Κορων., Μπούας 20, 59, 96, 125, 140, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 276, 364, Δ΄ 590, 702, Ερωφ. Ιντ. δ΄ 74, 93, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 94, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25020· πληθ. νικητάδες, Πιστ. βοσκ. IV 4, 2, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [537 ].
Το μτγν. ουσ. νικητής. Η λ. και σήμ.
1) α) Νικητής (σε πόλεμο ή μάχη): εμίσευσεν στα μέρη Αχαΐας| προς πόλεμον κατά εχθρών και νικητής εφάνη Διγ. Z 2379· πολεμιστής και νικητής Διήγ. Βελ. (Neap.) 339· επήγα κι επολέμησα και νικητής εβγήκα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 351· (σε αγώνες ή μονομαχία): όποιος νικητής βγει τούτη την ημέρα| κι εις το κονταροκτύπημα είναι καλλιά αντρειωμένος,| να ʼχει τα δώρα τ’ ακριβά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 124· ακόμη δεν κατέχου| ποιος απομένει νικητής από τους δυο που τρέχου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1788· (σε μεταφ.): Σήμερον εις της ερωτιάς τον πόλεμον εμπήκα| και τροπαιούχος νικητής, ως επεθύμου, εβγήκα Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [542]· β) (προκ. για το Χριστό· η σημασ. στο Lampe, Lex.): εκρούσεψε ζιμιό τον Άδη ... (παραλ. 1 στ.) και νικητής εγύρισε περίσσια τιμημένος| στον ουρανό Ερωφ. Ιντ. α΄ 17. 2) (Συνεκδ.) αυτός που υπερισχύει, που επικρατεί: γύρεψε ... | να μὄβρεις ένα δαίμονα ...| να μου βοηθά στες πράξες μου και νικητής να βγαίνω Ζήν. Α΄ 72· Τιμή κι ο φόβος του κυρού σφίγγει με και κρατεί με| κι από την άλλη ο έρωτας μ’ έχει έτσι πληγωμένη,| οπού δεν ξεύρω ο νικητής ποιος είναι οπ’ απομένει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 218· (προκ. για τον Έρωτα): είχε και γράμματα αργυρά (ενν. η περικεφαλαία) ... (παραλ. 1 στ.): «Το νικητή, τον κερδαιτή στα πάνω κι εις τα κάτω| δεμένο κωλοσύρνω τον στ’ αμάξι μου αποκάτω» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 515. 3) Τίτλος βασιλέων, αυτοκρατόρων (Η σημασ. στο Lampe, Lex.· βλ. και Χατζή, Αθ. 55, 1951, 207-8): «Έδε στρατιώτης βασιλεύς, νικητής δυνατός τε» Αχιλλ. L 480· προς σε τον χριστομίμητον, τον αληθή φωστήρα,| τον Μανουήλ τον Κομνηνόν, τον της πορφύρας γόνον,| τον νικητήν, τον ευτυχή, τον μέγαν αριστέα Προδρ. IΙΙ 400x χφφ SA κριτ. υπ. — Βλ. και ά. νικήτρια.
νικώ (I),- Ασσίζ. 20519, Διγ. (Trapp) Gr. 2651, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 877, Φλώρ. 680, Λίβ. P 934, Λίβ. Sc. 2069, Λίβ. Esc. 1420, Αχιλλ. L 537, Αχιλλ. N 74, Ιμπ. 453, Μαχ. 4347, Θησ. ΙΑ΄ [614], Απόκοπ.2 295, Κορων., Μπούας 73, 95, κ.α., Αχέλ. 131, Κυπρ. ερωτ. 10838, Πανώρ. Ε΄ 66, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 343, κ.α., Ερωφ. Ιντ. δ΄ 59, Διγ. Άνδρ. 38434, κ.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1054, Β΄ 514 κ.α., Θυσ.2 86, Στάθ. (Martini) Β΄ 216, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 59, Ζήν. Δ΄ 78, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16823, 40626, κ.π.α.· ανικώ, Πιστ. βοσκ. I 1, 306· αόρ. υποτ. (να) νικέσω, Αχιλλ. L 234· μτχ. παθητ. παρκ. νικισμένος, Χρον. Μορ. P 4939.
Το αρχ. νικάω. Ο τ. ανικώ στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 668, Θυ. Β΄ 148, Γ΄ 81, κ.α. Αόρ. ενίκεσα σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Καταβάλλω κάπ. σε μάχη, μονομαχία ή άλλη αναμέτρηση, κερδίζω, νικώ: Ερωφ. Ιντ. δ΄ 57, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22430, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2048, Διγ. Άνδρ. 39524, Ασσίζ. 10627, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43515· νικάται ο Φερδερίχος,| νικάται νίκην φοβεράν, αλλά ανδρειωμένην νίκη Λίβ. Esc. 3230 (ιδιάζουσα σύνταξη· βλ. ά. νίκη 1)· β) (με σύστ. αντικ.): κοντόν επολεμήσασιν, ενίκησεν εκείνος (ενν. ο Λίβιστρος),| ενίκησε νίκην φοβεράν, πολλά ήτον ανδρειωμένος Λίβ. N 2869· γ) (με είδος σύστ. αντικ. που δηλώνει το αγωνιστικό πεδίο): ο βασιλεύς ... απέστειλε ... εις την Πέτρουλαν Αλέξανδρον τον Καβάσιλαν μετά πεζικού στρατού, άνδρα ανδρείον και πολλούς εις την Ανατολήν κατά των Τούρκων πολέμους νικήσαντα Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 351· Ως είδαν ότι ενίκησα την ρένταν και την τζούστραν,| δίδουσίν με την ρήγαιναν γυναίκα να την έχω Ιμπ. 787· οίος νικήσει τ’ άρματα να τονε πάρω εκείνον Λίβ. Esc. 3222· δ) (προκ. για νίκη απέναντι σε πνευματικό εχθρό· η σημασ. στο Lampe, Lex., λ. νικάω A3): Τούτος (ενν. ο Νέρων) εμαρτύρησε Πέτρον και Παύλον τους Αποστόλους, διατί ενίκησαν και εθανάτωσαν Σίμον τον μάγον Χρον. 307 σημ. 2· ε) (μεταφ. προκ. για τον προσωποποιημένο Έρωτα): είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει!| Σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1038· με τα πολλά φιλήματα και τας περιπλοκάς των| ο έρως τον ενίκησεν να κάμει το θέλημάν του Αχιλλ. L 934· Αυτός λοιπόν ο Διγενής οπού δεν ενικήθη,| εις πόλεμον από τινά δεν εκαταπονήθη,| αυτόνος ενικήθηκεν κι έμεινεν πληγωμένος| αφ’ τα άρματα του Έρωτος και βέλη τοξεμένος Διγ. O 1557· ς) (προκ. για τη Μοίρα): Μοίρα μου, κι είντα λείπεσαι να κάμεις πλιο σ’ εμένα;| Τη σήμερο μ’ ενίκησες, όχι στα περασμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1008· ζ) (προκ. για συμπλοκή με μεγάλο ζώο): οι Καβαλιέροι μορεσκάντο μαλώνουν με τα θηρία και δε μπορώντας να τα νικήσουν, λέγει ο ένας τ’ αλλού Ερωφ. Ιντ. β΄ μετά στ. 94· δεν είναι δυνατόν αρκούδα να νικηθεί με το σπαθίον Διγ. Άνδρ. 34412· Αυτά τα θηρία αρκούδες τα λέγουσιν και όποιος τας νικήσει λογίζεται ανδρειωμένος από όλους τους ανθρώπους Διγ. Άνδρ. 3449. 2) Κερδίζω ως έπαθλο της νίκης (με αντικ. ουσ. που δηλώνει το είδος του επάθλου· βλ. Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 626, λ. νικώ]): Επήγασιν εις του ρηγός, λέει τως την ώρα κείνη| πως το στεφάνι το χρουσό για ένα κορμίν εγίνη| κι αυτείνοι οι τρεις αν πεθυμού και θε να το νικήσου,| αλλήλως τως ας τρέξουσι να το ξεκαθαρίσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2231· η μοναχή θωριά μου,| τα κάλλη τα ωραιότατα τά ʼχω και η ομορφιά μου| εφτάνασι με διχωστάς πράμα άλλο να μιλήσω,| να κάμουσι το χάρισμαν ετούτο να νικήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 78· Πούρι α σ’ αρέσει το σπαθί και θέλεις να το πάρεις,| να το νικήσεις πάσκισε, πεζός γή καβαλάρης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 904. 3) (Προκ. για ερωτική επιτυχία) κατακτώ, γοητεύω: δεν είν’ τιμή ’νούς στρατηγού τον πόλεμο ν’ αφήσει| και να γυρεύει μοναχάς μια κόρη να νικήσει Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 16· Τούτος αγάπα κι ήλπιζε μια κόρη να νικήσει| και μόλο οπού ʼχε δυσκολιές, δε θε να την αφήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 427· ενίκησε με τη γλυκιά τση νιότη| τον πλια τως δυνατότερο και ξακουστό στρατιώτη Ερωφ. Ιντ. α΄ 37· Ενίκησές με εσού μ’ ένα σσου βλέμμαν,| το ποιον καμι’ άλλη ακόμη δεν καυκάται Κυπρ. ερωτ. 671. 4) α) Υπερνικώ, υπερισχύω, αποδεικνύομαι ανώτερος από κάπ. ή κ.: Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [47], Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 580, Μεταξά, Επιστ. 47, Διγ. Άνδρ. 38327, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 478, Αχιλλ. N 467· β) (προκ. για πάθη) δαμάζω, κατανικώ: Η γνώση σου τα βάρητα και λογισμούς ενίκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1019· Νίκα λοιπόν τα πάθη σου, νίκα τον εαυτόν σου,| για να νικήσεις εκεινούς οπού ’χει ο λογισμός σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [13]· κάμε να νικήσει| τη μάνητά σου η φρόνεψη Ερωφ. Δ΄ 545· αν είναι δυνατός, βούλεται να νικήσει| τον λογισμόν του πάντοτε και να μην τον αφήσει Κορων., Μπούας 52. 5) Ξεπερνώ κάπ. σε κ., υπερέχω, είμαι ανώτερος από κάπ.: και την σελήνην εκ παντός ενίκα (ενν. η κόρη) εις το κάλλος Διγ. Z 123· ο δ’ Αχιλλεύς ενίκαν τους (ενν. τους στρατιώτας) εις κάλλος και εις ανδρείαν Αχιλλ. N 261· και του χρυσού το καθαρόν, το στίλβον το του κάλλους| ενίκα πάσας εκ παντός ηλιακάς ακτίνας Καλλίμ. 180· αν εύρω τσίπουρον στην γην, σκύπτω, μυρίζομαί το,| και η μυρωδιά του νικά τους μόσχους της Συρίας Κρασοπ. (Eideneier) I 118 (77 )· ως νικά το φως ηλίου| τους αστέρας και σελήνην,| ούτως έχει και το νίκος| όσα υπό την γην επάνω| το Βυζάντιον το μέγα Πτωχολ. α 889. 6) Επιβάλλω σε κάπ. τη θέλησή μου: περίσσια σε παρακαλώ ποτέ να μην αφήσεις| να σε νικήσει ο βασιλιός, να μ’ απολησμονήσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 158· με όσα βάσανα μπορεί να τηνε τυραννήσει,| να τη νικήσει η μάννα τση ποτέ δε θέλει αφήσει| και με άντρα όξω από λόγου μου ποτέ να μην ταιριάσει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 408· Ενίκησέ σε τάχατες η μάννα σου, κερά μου,| να παντρευτείς; Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 441. 7) α) Κυριεύω, κατακτώ (με αντικ. ουσ. που δηλώνουν τόπο, κάστρο, κ.τ.ό.): με πολλύν φουσσάτον ... έφτασεν (ενν. ο Κουντιφρέ ντε Πουλιού) εις την Συρίαν και άρχεψεν και ενίκαν τους τόπους Μαχ. 1630· Της Κρήτης όλο το νησί, το θαύμασμα του κόσμου,| σήμερο το νικήσαμε και βρίσκεται δικό μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 57718· τ’ αθλιότατον καστέλλιν ενικήσαν| και ό,τι πεθυμούσανε σ’ εκείνον εποιήσαν Αχέλ. 1140· πολεμώντας τα Χανιά με φόνον νίκησέ τα (ενν. ο βιζίρης) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1823· β) εξοντώνω, αφανίζω: Σα γίγαντας εκίνησε να πάει να τους πιάσει| και να νικήσει τα πουλιά που κατοικούν στα δάση Τζάνε, Κρ. πόλ. 42225. 8) α) (Προκ. για ασθένεια) καταβάλλω κάπ.: Τότε γαρ ασθένεια ενίκησε τον βασιλέα τον κυρ Μιχαήλ Πανάρ. 694· β) (προκ. για την ερωτική επιθυμία) κυριεύω, εξουσιάζω κάπ.: μα ’σφαλα, μολογώ σου το, κι έμεινα νικημένος| απού τον πόθο, καταπώς πάντα συνηθισμένος| είναι τσ’ αθρώπους να νικά Ερωφ. Δ΄ 665· ως κινηθεί η πεθυμιά κι αρχίσει και νικά μας,| αφέντης οπού κάθεται κι ορίζει την εξά μας,| ζιμιό σ’ αγάπη βάνει μας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1257· γ) (προκ. για δαιμονική επήρεια) φέρνω γρουσουζιά, κακοτυχία: φλυαρούσι ως άγνωστοι: πως τους νικούσι τα πουλία, οπού λαλούσι την άνοιξιν, οι τάλανες, ή ο κόραξ ή άλλον κάποιον πουλίον λέγουσι πως, ωσάν λαλήσει, έρχεται θάνατος εις άνθρωπον Νομοκ. 38630· σηκώνονται την αυγήν και τρώγουν διά να είναι χορτάτοι, να μη τους νικήσουσι τα πουλία Νομοκ. 3871. 9) α) (Προκ. για δικαστικό αγώνα.) κερδίζω, νικώ κάπ.: Διδ. Σολ. Ρ 96, Νομοκριτ. 91 δις, Ασσίζ. 907, 35727, 37920· β) (με αντικ. το ουσ. πόλεμος, προκ. για τη διαδικασία στη διάρκεια της δίκης κατά την οποία ένας από τους δύο διαδίκους αντιμετωπίζει έναν από τους μάρτυρες) κερδίζω: εκείνος οπού βάλλει καταπρόσωπά του τους μάρτυρας, εάν θέλει, ημπορεί να σηκώσει έναν απέ τους μάρτυρας εις πόλεμον, ... και είτις νικήσει τον πόλεμον, εντέχεται να κερδαίσει το ζήτημαν Ασσίζ. 10712· γ) (γενικ. προκ. για κάπ. ζήτημα): αγρωνίσαν οι άρχοντες ότι δίκαιον ζητά και να πέψει μαντατοφόρους ν’ απολογηθούν εις το καλλίτερον όπου να μπορήσουν, και άντα να μηδέν ημπορήσου να το νικήσουν, ας του ποίσουν ψουμίν ν’ χιλιάδες άσπρα της Κύπρου Μαχ. 964· δ) έχω προτεραιότητα: Εάν εδανείστη τινάς άνθρωπος δι’ άλλη του χρεία άσπρα και πάλιν δανειστεί από εμένα άσπρα, διά να υπάγει εις το πανηγύριν να αγοράσει πραγματείαν και εξέβη και, ... ωσάν αγοράσει την πραγματείαν, αποθάνει, νικώ εγώ τον πρωτύτερον δανειστήν και επαίρνω το φορτίον οπού ηγόρασεν εις το πανηγύρι Νομοκριτ. 97· ε) έχω μεγαλύτερη ισχύ: όλα τα στοιχήματα τά ποιούν οι άνθρωποι μέσον τους εντέχεται να ένι στερεωμένα, άνευ να ένι τα στοιχήματα ενάντια του νόμου, ουδέ ενάντια καλού άθους, ότι τα στοιχήματα νικού τους νόμους Ασσίζ. 32726· χοιρίς τα στοιχήματα μηδέν ένι καταπρόσωπα του νόμου, ουδέ καταπρόσωπα καλών κουστουμίων, ότι στοιχήματα καταπονούν ού νικούν τον νόμον Ασσίζ. 789. 10) Αντιμετωπίζω κ. με επιτυχία: με τέχνη κι ο γιαλός πολλές φορές νικάται,| κι εκείνος απού κυβερνά ψηλώνει και τιμάται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 53· την ερμήνειαν εκεί να σε την δείξω,| το πώς να κάμεις και το τι, τα πάντα να νικήσεις| και τον ολόχρυσον κριόν το πώς να τον κερδίσεις Πόλ. Τρωάδ. 50. Β´ Αμτβ. 1) α) Αναδεικνύομαι νικητής, υπερισχύω σε μάχη ή σε οποιαδήποτε αναμέτρηση, επικρατώ, νικώ: Κορων., Μπούας 27, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4155, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 552, Διγ. A 1301, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [289], Ιμπ. 781, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 367· β) (σε μεταφ.): ως βουληθώ στον πόλεμον οπού ’μαι να νικήσω,| τέσσερα ζάλα πάγω ομπρός κι οκτώ γιαγέρνω οπίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1673. 2) α) Υπερισχύω, είμαι ανώτερος: Γαδ. διήγ. 80· β) (μεταφ.) υπερισχύω, επιβάλλομαι, επικρατώ: Εκείνος ο λογαριασμός όλα τα βασιλεύγει·| νικά, μερώνει τ’ άγρια και τα θεριά παιδεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) A΄ 1180· Επεί ... το κακόν ενίκα| και τέλος έσχεν ου καλόν τα της πολλής αγάπης,| εις έχθραν αντεστράφησαν πολλήν τα της φιλίας Γλυκά, Αναγ. 186· τυχαίνει σου ν’ αντρειευτείς στον πόλεμο όπου μπήκες,| να μη νικήσου σήμερο τα βάσανα κι οι πρίκες Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 680· ο αφέντης της Καρύταινας ...| έπεσε εις ζάλην φοβερήν, σ’ αστένειαν βαρυτάτην| κι ενίκησεν το φυσικόν, τό έχουσιν οι ανθρώποι,| κι επήρε τον ο θάνατος Χρον. Μορ. H 7217· Στο ύστερον ενίκησεν η αγάπη του παιδιού του| και φανερώνει τα κουρφά και τα χωστά του νου του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 917· γ) (προκ. για τον Έρωτα ή την ερωτική επιθυμία): Με ταπεινότη προσκαλεί, με αγάπη σιργουλίζει,| για τούτο ο Έρωτας νικά με δόξα και γυρίζει Στάθ. (Martini) Β΄ 218· Κακά αντισταίνεται κιαμιά τσ’ αγάπης του πολέμου| να μη νικήσει ο Έρωτας, κόρη, και πίστεψέ μου Στάθ. (Martini) Β΄ 200· Ο πόθος όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,| γνώση δεν εί, ουδέ δύναμη να τονε πολεμήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 271. 3) (Προκ. για διένεξη, δικαστικό αγώνα) κερδίζω, δικαιώνομαι: κρίνει το δίκαιον να χάσει το δίκαιόν του της ζητήσεώς του και ο άλλος να κάμει το ζήτημάν του ώσπερ αν είχαν κριθεί ού να ηθέλησαν να κρίνουν τις ενίκησεν Ασσίζ. 4298· ημπορεί καλά να σηκώσει τον έναν εις πόλεμον και εκείνος οπού να νικήσει θέλει κερδαίσειν το ζήτημαν με δίκαιον Ασσίζ. 10222· είτις νικηθεί, εντέχεται να τον κρεμάσουν με το κείμενον Ασσίζ. 21910. IΙ. (Μέσ.) αποτυχαίνω, αδυνατώ: εκείνος οπού ʼρέγεται ως διά να την πηδήσει,| νικάται ο κακότυχος να την καλοκαρδίσει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 281. Φρ. 1) Νικώ έρωταν (κάπ.) = ικανοποιώ την ερωτική επιθυμία (κάπ.) (Βλ. Κριαρ., Βυζ. ιππ. μυθ. σ. 269, λ. νικώ): Εκείνος έρωταν νικά τον της δεσποίνης μόνος| και συμπεριλαμβάνουσιν, συχνοκαταφιλούσι Καλλίμ. 2156. 2) Νικώνται τα μάτια μου = με παίρνει ο ύπνος: τα μάτια μου ενικήθησαν και το ζιμιό εσφαλίσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [968]. Το θηλ. της μτχ. ενεργ. ενεστ. έναρθρ. ως ουσ. = νίκη· φρ. λαγχάνω ή λαμβάνω ή τυγχάνω την νικώσαν = νικώ: συνάψαντες πόλεμον και την νικώσαν ο Μεχεμέτ λαχών, εδιώκοντο παρ’ αυτού ... ο Μουσταφάς συν τῳ Τζινεΐτ Δούκ. 1578· Δέδοικε γαρ ως αληθώς την ρώμην του Τριστάνου,| μήπως αυτός αναδειχθεί βελτίων του πρεσβύτου| και την νικώσαν αληθώς λήψεται Πρέσβ. ιππ. 96· Οι δε αρχιερείς ... ησπάζοντο αυτούς ερωτώντες: «Πώς τα ημέτερα; πώς τα της συνόδου; ει άρα ετύχομεν την νικώσαν;» Δούκ. 2711. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως ουσ. = νικητής (Βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 296, Μενάρδ., Τοπων. μελ. 312 και Haag [Αχιλλ. L σ. 87 ]): Ήκαμεν ως θεόφοβος και άρχων παινεμένος| για νά ’βγει εκ τον πόλεμον εκείνον νικημένος,| όσοι στον Βούργον ήθελαν για πόλεμον να μπούσιν,| πρώτον να ξομολογηθούν και να κοινωνηθούσιν Αχέλ. 176· ώστε οπού βάσταν ο Μωσής τα χέρια σηκωμένα,| τα παλληκάρια του Μωσή βρίσκουν τα νικημένα Χούμνου, Κοσμογ. 2614· κτυπούσιν τα Τουρκιά πολλά ομονοιασμένα,| φωνάζουν: «Δώστε πόλεμον κι είμεσταν νικημένοι,| να βγει τούτον το όνομαν σ’ όλην την οικουμένην| και να τους καταλύσομεν» Θρ. Κύπρ. M 750· άμποτε, τέκνον μου καλόν, να σε ιδώ να έλθεις νικημένος| και τους εχθρούς σου να ιδώ στους πόδας σου καταπατημένους Αχιλλ. L 241.
νόμος- ο, Προδρ. III 289, Ασσίζ. 241, 3215, 16, 1692, 30810, 3754, 48020, Χρον. Μορ. H 8033, Λίβ. Sc. 2043, Λίβ. Esc. 1790, Ιμπ. 279, Μαχ. 2469, 30633, Αχέλ. 112, 198, Πανώρ. Γ΄ 20, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 403, Πιστ. βοσκ. III 4, 25, 33, 34, V 5, 32, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1234], Ε΄ [355, 601, 602], Ζήν. Α΄ 384, Γ΄ 314, Διγ. O 91.
Το αρχ. ουσ. νόμος. Η λ. και σήμ.
1) α) Συνήθεια, έθιμο, θεσμός πατροπαράδοτος: Χρον. Μορ. H 1250, 2095, Πανώρ. Β΄ 329, Λίβ. P 2208· β) κανόνας που ισχύει στον πόλεμο, άγραφος νόμος του πολέμου: Να στείλει … δυο υποκρισαρέους| ... να κράξουν τους Ρωμαίους,| λόγον να πάρουν απ’ αυτούς τι θα γενεί ακόμη| κι οι Τούρκοι να τσ’ αφήσουνε, δεν τους το λεν οι νόμοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 53212· ουκ έστι δυνατόν παραδούναι την πόλιν ... ειμή πρώτον αυτοί πολεμικῴ νόμῳ κτανθήσονται Δούκ. 43510. 2) α) Κανόνας δικαίου, νόμος: Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β΄ 473, Μαχ. 2607, Ασσίζ. 1122· β) (περιληπτ .) το σύνολο των νόμων πολιτείας, νομοθεσία: ο νόμος φθέγγεται πάσι τοις υπό χώραν| διδόναι τούτων βασιλεί τιμήν και φόρους άμα Βίος Αλ. 2534· άρχοντα ... ου δίδωσι ο νόμος καθυβρίζειν Προδρ. III 233· Περί ανήβου, ότι δεν έχει εξουσίαν να εγκαλεί εκείνους οπού τους βοηθεί ο νόμος Βακτ. αρχιερ. 135· γ) (προκ. για τον ανθρώπινο νόμο σ’ αντίθεση με το φυσικό ή το νόμο της Εκκλησίας): Σ’ άλλον εδόθη η άπονη, μα ʼμορφη Ερωπρικούσα.| Κι όχι με νόμον κοσμικόν, οπ’ όλους εμποδίζει,| νόμος του πόθου μοναχά εσένα την στερίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1233]· δ) (μεταφ.): η γυναίκα νόμο τση να ʼχει τ’ αντρός τση πρέπει| τη θέληση Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 651· ε) (σε προσωποπ.): Ω των ανθρώπων αλύπητε νόμε π’ ανανθρωπίζεις,| γιατί για πόθου πλερωμήν τον θάνατον χαρίζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [555]· άπονέ μας νόμε,| γιάντα την φύσην βλάφτεις; Πιστ. βοσκ. III 4, 34. 3) α) (Συνεκδ. και προκ. για οικονομική υποχρέωση που απορρέει από την εφαρμογή του νόμου) αυτό που ορίζει ο νόμος: ο Συριάνος ουδέν πλερώνει διά δαρμόν παρά ήμισον νόμον Ασσίζ. 2311· η γυναίκα ουδέν παίρνει παρά ήμισον νόμον και ουδέν πλερώνει παρά ήμισον νόμον, με το κείμενον και με την ασσίζαν Ασσίζ. 2317, 8· β) (συνεκδ.) αυτός που συμμορφώνεται προς τους νόμους: όποιος δίδει νόμον| των αλλονών, τυχαίνει| νόμος και αυτός να γένει Πιστ. βοσκ. V 5, 34. 4) α) (Συνεκδ.) διακυβέρνηση: ο τόπος ο δικός μου| πάντα σε θέλει προσκυνά και νόμον από σένα| θέλ’ ανιμένει Ερωφ. Ιντ. α΄ 87· β) φρ. δίδω, χαρίζω νόμους = κυβερνώ: Χέρια, που σας ετύχαινε σκήπτρο να σας βαραίνει| και μοναχά να δίδετε νόμο στην οικουμένη! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 470· στρατιώτες ... τους κάνω να γενούσι| μεγάλους κι εις τον πόλεμο τα σκήπτρα να κρατούσι| και ... να χαρίζου| νόμους στες χώρες, τσι επαρχιές όλες να τες ορίζου Ζήν. Πρόλ. 86. 5) α) Νομοκάνονας, νομικό εγχειρίδιο για την απονομή της δικαιοσύνης: ορίζει (ενν. η Αλουπού) και της φέρνουσι τον νόμον εμπροστά της| και με πολλήν ευλάβειαν ανοίγει και διαβάζει Γαδ. διήγ. 362· β) (μεταφ.) οδηγός συμπεριφοράς· υπόδειγμα, κανόνας, αρχή: ξετελειωμένος βασιλιός κι άξος σε πάσα τρόπο,| που οι εμιλιές του ήσα σκολειό και νόμος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 32. 6) α) Θέσπισμα, διάταγμα που έχει ισχύ νόμου: γραφάς και νόμους έγραψε (ενν. ο Αλέξανδρος) προς πάσαν Περσών χώραν,| ωσαύτως και προστάγματα Βίος Αλ. 3931· β) (γραπτή) συμφωνία, συνθήκη: βασιλείς ’μνόγουνε στο νόμο που εκάμανε για τον πόλεμο Ευρετ. Ερωτοκρ. 766403· του αποθαμένου ο βασιλιός τον πόλεμο ν’ αφήνει| και να χρωστεί παντοτινά κείνος κι οι κληρονόμοι| χαράτσι τ’ αλλονού ρηγός, έτσι μιλούν οι νόμοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1616· του βιζίρη γνώμη| εκείνο αποφάσισε και να γραπτούν οι νόμοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5144. 7) α) Η φυσική τάξη των πραγμάτων, ο φυσικός νόμος: οχ την φύση ελάβετε (ενν. άγρια θεριά) να ʼχετε στην αγάπη| νόμον σαν πρέπει ελεύθερον Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [554]· Ω φύσις ατελείωτη, τόσον σκληρή θες να ’σαι,| κι εις κείνο που σου δόθηκε τον νόμο εναντιάσαι; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [560]· β) η ηθική τάξη των πραγμάτων: Τα πράματα στην όρεξιν στέκουνται των ανθρώπων,| μα ο νόμος δεν το ξαπολεί δίχως ʼπιτήδειον τρόπον Φαλιέρ., Ιστ.2 122· γ) (προκ. για το πεπρωμένο): το Μελλούμενο τ’ άπονο ... τάσσει| ... πως απού το νόμο του ... δεν αλλάσσει Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 76· δ) (προκ. για τον έρωτα, αγάπη, κ.τ.ό.): Εγώ είμαι ο νόμος του Έρωτος ...| και ομνύετε οι πάντες| ... να είστε δούλοι του, να μην τον αθετείτε Λίβ. Esc. 518· αλλού ’ναι η κόρη σου, καημένε· (παραλ. 1 στ.) ... γιατί νόμος| καινής άλλης αγάπης| την παίρνει εσένα μόνον Πιστ. βοσκ. III 8, 23· Σ’ άλλον εδόθη η άπονη, μα ʼμορφη Ερωπρικούσα.| Κι όχι με νόμον κοσμικόν, οπ’ όλους εμποδίζει,| νόμος του πόθου μοναχά εσένα την στερίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1234]. 8) α) Θρησκευτικός νόμος, οι εντολές μιας θρησκείας: αν είν’ και φυλακίσει σε, ζήτα συγνώμη| ... Ίτσου κρινίσκουν οι ... θείγοι νόμοι Κυπρ. ερωτ. 15326· αρνηταί της πίστεως και παραβάται νόμου Διγ. Z 602· ο νόμος λέγει: «μη φάγεις γαλήν, μηδέ το όμοιον αυτής» Φυσιολ. M 341· κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον Χρον. Μορ. H 772· β) (συνεκδ.) θρησκεία: σ’ όλον τον κόσμον άπιστον το γένος να ξαπλώσει,| του Μαχομέτου ο ψευτός νόμος να μην αφήσει| την παναγίαν πίστιν σου ειμή να την βουλήσει Αχέλ. 1308· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): επήγεν εις την Σαρακηνίαν και θέλει να στραφεί εις την χριστιανοσύνην διά να ένι χριστιανός ... αφήκεν τον κακόν νόμον διά τον καλόν Ασσίζ. 1966· γ) (προκ. για τις εντολές του Μωάμεθ): γεγόναμεν και βδελυκτοί παρ’ όλων των ανθρώπων (παραλ. 1 στ.) ως μη φυλάξαντες καλώς τους νόμους του προφήτου Διγ. Z 603· δ) (προκ. για το μωσαϊκό νόμο): εις του Σινά σάς έδωκε τας πλάκας και τον νόμον Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. (Βασιλείου) 46· έκφρ. παλαιός νόμος = οι εντολές της εβραϊκής θρησκείας, ο μωσαϊκός νόμος (η έκφρ. στο Somav.): ωσάν το έγραψαν ποτέ εις τον νόμον τον παλαίον,| άνδραν ουδέ λιθάζασιν, μόνον και την γυναίκα, λέγω Συναξ. γυν. 97· Εσύ ... γινώσκεις τον τον παλαιόν τον νόμον:| πολλάκις αν εγέννησεν καμιά από τας Εβραίας| και ανέβαινεν εις τον ναόν, τάχα να σαραντίσει,| πουλία εκ τα πουλία μου έδιδεν τον πρεσβύτην Πουλολ. (Τσαβαρή)2 583· ε) (εδώ προκ. για τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης): καθώς εγράφη ο Σαμψών εκείνος ο ανδρείος (παραλ. 1 στ.) ο νόμος ο μωσαϊκός το λέγει κι επαινά τον Διγ. A 3864· έκφρ. ο άγιος νόμος του Θεού = η Παλαιά Διαθήκη: είπαμε με (?) των αγίων, παλαιών τε και νέων,| του αγίου νόμου του Θεού· ας πούμε και Ιταλαίων,| ήγουν των εξακουστών Ρωμάνων, των λεγόμενων Λατίνων| και των Γρηκών των θαυμαστών Συναξ. γυν. 340· ς) έκφρ. νέος νόμος = η Καινή Διαθήκη, η χριστιανική διδασκαλία (η έκφρ. στο Somav.): όταν αυτούνο (ενν. το παιδίν) καταβεί τον κόσμον διά να σώσει,| αυτούνος έν’ το έλεος, νέον νόμον να δώσει Χούμνου, Κοσμογ. 364. 9) Εκκλησιαστική νομοθεσία, οι κανόνες της Εκκλησίας: ο ... Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών Διγ. Άνδρ. 3622-3· με κωλύει ο νόμος της καθ’ ημάς Εκκλησίας, οπού θέλει ότι τινάς να μη γίνεται τρισεπίσκοπος Μεταξά, Επιστ. 4724-25· από την αρετήν αυτού, ψήφῳ των αρχιερέων, των κληρικών και παντός του λαού, εχειροτόνησεν αυτόν πατριάρχην ο Ηρακλείας μετά και άλλων αρχιερέων, κατά νόμους Ιστ. πατρ. 958. 10) Νομοθετική ισχύς (εδώ προκ. για τα είδωλα): Αυτός (ενν. ο Νέβρων) εγιωμέτρησε θάλασσαν και τον κόσμον| κι έδωκεν κι εις τα είδωλα πίστιν και μέγαν νόμον.| Κι ουδέν ευρέθηκεν λαός Θεόν να ονομάζουν,| μα δόθησαν στα είδωλα όλοι να θυσιάζουν Χούμνου, Κοσμογ. 592. 11) (Συνεκδ.) εθνότητα με ξεχωριστή πίστη και εθιμική τάξη: ο Σαρακηνός ουδέν ημπορεί μαρτυράν κατά των Ιουδαίων, ουδέ ο Εβραίος κατά των Σαρακηνών ... ότι το δίκαιον ορίζει ότι απ’ εκείνον τον νόμον απού ένι εκείνος οπού αγκαλέ, απ’ εκείνον τον νόμον χρήζεται μάρτυρες Ασσίζ. 3088· ημπορεί να τον εξαναπουλήσει τον χριστιανόν ... αμμέ όχι εις άλλον νόμον, τουτέστιν να τον πουλήσει χριστιανούς και όχι άλλης γενεάς Ασσίζ. 19618· Συριάνος ή Ακουβίτης ή Ρωμαίος ή Νεστούρης ή ετέρου άλλου νόμου Ασσίζ. 1025. Έκφρ. καιρός νόμου = η ηλικία των εξήντα χρόνων πέρα από την οποία μπορεί κάπ. να στείλει άλλον για να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο (βλ. και Ασσίζ. 10615): Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνου οπού θέλει να σύρει μαρτυρίαν εις την αυλήν και αν ένι λαβωμένος ού ένι γηραιός οπού εδιάβασεν καιρόν νόμου και αν ημπορεί να αλλαχτεί διά άλλον άνθρωπον Ασσίζ. 35627. Φρ. α) Βρίσκομαι ή γίνομαι ή έρχομαι ή φτάνω εις (ή σε) τον νόμον (ηλικίας) ή (του) νόμου (της ηλικίας) = ενηλικιώνομαι (βλ. και ά. ηλικία 1 φρ. α): τες θυγατέρες σας μην τες παραθαρρείτε,| μην πείτε πως δεν βρίσκονται σε νόμον ελικίας Βεντράμ., Γυν. 257· να γένουνται τα παιδία του νόμου να επάρουν την προίκα της μητρός αυτών Ελλην. νόμ. 5825· αφότου ήλθεν ο Γιωτής του νόμου ηλικίας,| την αφεντία επαράλαβεν, το Μεγαλοκυράτο Χρον. Μορ. H 8047· Έφθασεν δώδεκα χρονών, νόμου της ηλικίας| και ... ηνδρειώθηκεν Διγ. O 1255· β) είμαι του νόμου (ηλικίας) = είμαι ενήλικος: εάν ένι (ενν. τα παιδία) του νόμου, ημπορούν να χωρίσουν ... τας κλήρας Ασσίζ. 1294· ο αφέντης μας ... και κληρονόμος των αυτών ρηγάτων ένι ζωντανός και είναι νόμου ηλικίας Μαχ. 30619.
νόστιμος,- επίθ., Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 338, Φαλιέρ., Ιστ.2 469 χφ V κριτ. υπ., Θησ. (Morgan) I 30, Γεωργηλ., Θαν. 106, Πένθ. θαν.2 68, Πένθ. θαν. (Knös) S f. 4r, Πανώρ. Β΄ 267, Ερωφ. Ιντ. β΄ 141, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1416, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [22, 286], Γ΄ [220], Ροδινός (Βαλ.) 128· ονόστιμος, Χρον. Μορ. H 6194, 7011, Λίβ. Esc. 2384, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 716, 1500, Πανώρ. Β΄ 195, Δ΄ 8.
Το αρχ. επίθ. νόστιμος. Για τη λ. βλ. Ανδρ., Λεξ., καθώς και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 627 ]. Ο τ. από συνεκφ. με προηγ. φωνήεν (Ξανθ., ό.π. 644). Η λ. και σήμ.
1) α) Που έχει ευχάριστη γεύση, εύγευστος: το φαγιό η πείνα| νόστιμο κάνει Πανώρ. Πρόλ. 88· τα κρασιά τα νόστιμα Ζήν. Ε΄ 30· β) (σε μεταφ.): Ετούτος (ενν. ο Τίτος) είναι λοιπόν μία βαΐα υψηλή και των ξενών κακοανέβαστη, ήγουν των απίστων, και ο καρπός της κακόκλεφτος από τους αλλοτρίους, μα των εδικών καλός και ονόστιμος Μορεζίν., Λόγ. 467. 2) Μεταφ. α) γλυκός: γλυκύ κι ονόστιμο φιλί Ερωφ. Ιντ. α΄ 97· το στόμα σου έκαμε νόστιμα τα φιλιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [307]· Κρυφά γαμιέται η πολτική, εδώ κι εκεί όπου θέλει,| και φαίνεταί της νόστιμον σαν ζάχαρη και μέλι Σαχλ. N 256· (σε μεταφ.): Μη θέλεις οκ τον γλυκασμόν να φάγεις το πουλάκι,| διατί στο πρώτο έν’ νόστιμον κι ύστερα το φαρμάκι Δεφ., Λόγ. 476· β) ευχάριστος: όταν έμαθε ο πρίγκιπας το έλθιμον του μπάιλου (παραλ. 3 στ.), πολλά του εφάνη ονόστιμον, εχάρην το μεγάλως Χρον. Μορ. H 6566· ονόστιμον του εφάνηκεν να εσμίξουν και χαρούσιν Χρον. Μορ. H 6019· Κερδαίνει, χάνει (ενν. ο ζαριστής), μοναχά έναι όλη του η ομιλία| και φαίνεταί του ανάπαυσις και νόστιμη δουλεία Σαχλ. N 149· γ) ευχάριστος στην ακοή, γλυκός, μελωδικός: ο νόστιμος κιλαδισμός που τα πουλάκια εκάνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 673· δ) (προκ. για πρόσ.) προσηνής, καλοδιάθετος: Είναι γλυκύς και νόστιμος κι όλος χαριτωμένος.| Μ’ ανίσως και διαβεί ομπροστά και δυναμώσει πλήσια,| ετότες γίνεται άσπλαγχνος κι αλύπητος περίσσια Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [924]. 3) (Προκ. για λόγια) α) ευχάριστος, γλυκός· παρήγορος: λόγια νόστιμα μηδέ όμορφα — μαγάρι| ας είν’ τα πλια γλυκότερα — δε θρέφου την κοιλιά μου Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 237· Μα ποια εμιλιά, να ζήσεις,| τόσα γλυκιά κι ονόστιμη μπορείς να μου χαρίσεις,| να κάμεις να μηδέ σφαγώ ...; Πανώρ. Β΄ 556· μυριοευχαριστώ σε,| διατί μ’ επαρηγόρησαν τα ονόστιμά σου λόγια Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 568· β) συνετός, γνωστικός: πολλά με εφέλεσαν τα ονόστιμά σου λόγια Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1464· Τό ακούσει το η κεφαλή, ονόστιμον του εφάνη,| επαίνεσε τον πρίγκιπα διά φρόνιμον αφέντην Χρον. Μορ. H 8687· Τό ακούσει το ο μισίρ Ντζεφρές της Καρυταίνου ο αφέντης,| μεγάλως το αποδέξετον, ονόστιμον του εφάνη,| λογίζοντα κι ελπίζοντα με τον λαόν εκείνον| θέλει ζημιώσει τους Ρωμαίους Χρον. Μορ. H 7195· γ) περιεκτικός σε νόημα: η φράσις ήτον νόστιμη, κοντολογιογραμμένη (έκδ. νόστιμη, κοντολόγια γραμμένη· χφ νόστημι κοντολογία· διόρθ. Wagner [Απολλών. σ. 314]) Απολλών. 312. 4) α) Χαριτωμένος, θελκτικός: Καλά και να ’ν’ μελαχρινός, γιατί ʼτονε βαμμένος,| μα εφαίνετον ονόστιμος κι ομορφοκαμωμένος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 406· μελαχρινή και νόστιμη, όλή ʼσαι της αγάπης Ch. pop. 448· περίχαρη και νόστιμη, πολλά και παινεμένη Θησ. Δ΄ [514]· β) (συνεκδ.): Πανάρετέ μου, αφέντη μου, πού ʼνʼ τα πολλά σου κάλλη,| πού κείνη η νόστιμη θωριά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 454· Τα κάλλη της τα νόστιμα Λίβ. Esc. 2395· Στόμα μου νοστιμότατο και μοσκομυρισμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 457· εφίλησα τα νόστιμά της χείλη Φαλιέρ., Ιστ.2 450· μικρά, πυκνά και νόστιμα, έμνοστα συνθεμένα (ενν. δόντια) Θησ. ΙΒ΄ [598]· Τρίχας σγουράς και νόστιμας, το χρώμα χρυσαφίου Θησ. Ϛ΄ [305]· Μέση λιγνή και νόστιμη Θησ. ΙΒ΄ [627]. 5) Εξαίρετος, εκλεκτός (Για τη σημασ. πβ. Sophocl. στη λ.): Εμένα πάλιν, καρκαξά, ιδές το τις με τρώγει:| οι βασιλείς κι οι άρχοντες, οι πάντες της Συγκλήτου,| και η ηδονή μου νόστιμη απάντων των ορνέων Πουλολ. Αθ. 219.
νους- ο, Καλλίμ. 239, Ασσίζ.14330, 43917, Διγ. (Trapp) Gr. 1267, Διγ. Z 1337, 2728, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1751, Ερμον. Ζ 5, Χρον. Μορ. H 6760, Ερωτοπ. 79, Λίβ. P 36, Λίβ. Sc. 235, Λίβ. (Lamb.) N 822, Λίβ. Esc. 3841, Αχιλλ. L 314, Αχιλλ. N 1185, Αχιλλ. O 385, Ιμπ. 460 κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ιστ.2 209, Ανακάλ. 106, Θησ. Πρόλ. [227], Γ΄ [106], Δ΄ [251], Ε΄ [1014], Βουστρ. 433, Αχέλ. 2155, Χρον. σουλτ. 5917, Πανώρ. Α΄ 164, Β΄ 533, Γ΄ 16, Δ΄ 63, Ε΄ 72, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 172, Β΄ 463, Γ΄ 107, Δ΄ 63, Ε΄ 268, Πιστ. βοσκ. I 2, 40, II 3, 19, III 3, 152, Βοσκοπ.2 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) A΄ 641, Β΄ 858, Γ΄ 969, Δ΄ 212, Ε΄ 751, Στάθ. (Martini) Α΄ 298, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 656, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [409], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 246, Δ΄ 52, Ζήν. Α΄ 198, Διγ. O 2471, Τζάνε, Κρ. πόλ. 40713, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. νους. Η λ. και σήμ.
1) α) Νους, μυαλό, η διανοητική και αντιληπτική ικανότητα: Διήγ. Αγ. Σοφ. 1568, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [319], Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 60, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 197, Πανώρ. Ε΄ 121· β) (σε μεταφ.): Τούτα τ’ αμμάτια, αφέντρα μου, καλά και δε θωρούσι| πως στην καρδιά σου βρίσκομαι, του νου το συντηρούσι| τ’ αμμάτια Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 130· ο νους μου εθανατώθην·| και τις ειμί ουκ εγνώριζα Λίβ. P 1573· τα μάγια τού κρατούν το νου καδενωμένο| και να λογιάσει δε μπορεί κάμωμα τιμημένο Ερωφ. Ιντ. β΄ 5· γ) (σε σχήμα υπαλλαγής): Ω νου των προφητών λωλέ κι εύκαιρε, πώς πλανάσαι·| άλλα στον κόσμο θε να ’ρθούν κι εσύ άλλα μας δηγάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [407]· Ω νου πολλά καημένε των προφήτων,| κι εσύ, τυφλέ απομέσα σαν απόξω,| ʼκκλησάρχο Πιστ. βοσκ. IV 3, 148· δ) η διανοητική κατάσταση κάπ.: εθέλησα εδά απού είμαι γερή εις το νουν και ήκαμα και εκράξασι εσένα τον Γιακουμή Κουρτεζά νοτάριον Διαθ. 17. αι. 910· αρρωστημένη εις το κορμί, μα χάριτι Θεού γερή εις το νου και εις τας λοιπάς αισθήσεις Διαθ. 17. αι. 103· το νου δεν έχω| σωστόν απού την πείνα μου Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 122. 2) Κρίση· ευφυΐα, εξυπνάδα: πελελό και δίχως γνώση κρίνω| κι ολοτενιάς με δίχως νου τον άνθρωπον εκείνο| απού μπορεί με τσ’ ομορφιές μιας κόρης να χαρίσει| παράδεισο στα μέλη του κι εκείνος την αφήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 274· αν έχεις νουν, Μυρτίνο,| το ριζικόν αυτείνο| να χάσεις μην τ’ αφήσεις Πιστ. βοσκ. III 6, 276· τον νουν θαυμάζω, εξαπορώ εκείνον τον τεχνίτην| πώς έστησεν την πλάτανον μέσα εις το περιβόλιν Αχιλλ. N 745. 3) α) Φρόνηση, λογική: Είδα μικρούς και ανέβησαν κι εγίνησαν ρηγάδες (παραλ. 5 στ.)· σήμερον ένα φρόνιμον και δίχως νουν εις άλλη Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 206· πολύ δεν ήτονε ν’ αφήσει| τον πόθο βασιλιού παιδί το νου του να νικήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 672· β) το λογικό, η ικανότητα να σκέφτεται κάπ. σωστά: Ζάλην έχω εγώ, κυρά μου,| κι ο νους μὄναι σαλεμένος Ch. pop. 106· πώς δύνουνται τα μάτια μου και βλέπου σε (ενν. Τρόγια) καημένη | ...; Γή ο νους πώς δεν παραλογίζει ...; Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 189· καταθολεί (ενν. ο Έρως) ...| σύνεσιν και νουν και φρένα Ερμον. Ψ 12· (συχνά με επόμ. το ουσ. γνώση): άθρωπος naturaliter να’χει το νου και γνώση| τού δόθηκεν, e tutto cio ζαβάγραν έχει τόση Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 145· θέλομε δει να λωλαθεί χάνοντας νου και γνώση Ζήν. Ε΄ 46· (εδώ σε μεταφ.): η παιδωμή είναι τόση| που μου σκοτείνιασε το νου και πλιο δεν έχω γνώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1212· του Ζήνου του σκληρού η όχθρητα η τόση| σας ήφερε να δέσετε τον νουν του και τη γνώση; Ζήν. Πρόλ. 160. 4) (Συνεκδ.) προσοχή: όλον το βλέμμαν και τον νουν έρριψεν (ενν. Σουδάλης ο Σαρακηνός) εις Ακρίτην Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 932· ούτως γαρ γίνεται ο λαλών πρόθυμος εις το λέγειν,| αν βλέπει ότι ... ένι ο νους σου εις αύτον Σπαν. B 252· εις χίλια μέρη ο νους μου διασκορπάται,| σα να ’μου βραδιασμένη σ’ άγριο δάσο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 643. 5) Πρόνοια, προνοητικότητα: εάν έλαχεν ότι ο μέγας μάστορος να έστειλεν να ζητήσει εκείνον τον αδελφόν του απού ένι ξημερωμένος ... να είχεν ετεσαύτον νουν ότι να ήξευρεν να είπεν τους άλλους αδελφούς ότι, αν ουδέν ημπορήσει να έλθει εις την ημέραν του, να εξαναμηνύσουν την ημέραν του Ασσίζ. 9416. 6) Προαίσθηση: φοβούμαι και δειλιώ κι ο νους μου δίχως άλλο| μου λέγει τίβοτας κακό πως θα σε βρει μεγάλο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 85. 7) Φαντασία· (εδώ σε μεταφ.): Τα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου| και βάνει τ’ ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,| βλέπεσαι, αδέρφι, όσο μπορείς Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 347. 8) Συνείδηση: Εφάνη μου λοιπόν κι εμέν, κυρά μου, να σε γράψω| μίαν ιστόριαν παλαιά, τον νου μου ν’ αναπάψω Θησ. Πρόλ. [106]. 9) Φιλοδοξία: Τα Γιάννινα αφέντευσε (ενν. ο δούκας), στα χέρια του εμείναν| και διά τ’ Αγγελόκαστρσν ο νους του τον εκίνα Κορων., Μπούας 5. 10) α) Η καρδιά (ως έδρα των συναισθημάτων): Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ΄ [285], Λίβ. P 2303, Ch. pop. 526, Πανώρ. Γ΄ 413· β) (σε σχήμα υπαλλαγής): σε νουν ευγενικό στρατιώτω τιμημένω| το πράμα όσό ’ναι δύσκολο, πλια ’ναι πεθυμημένο Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 183· γ) ψυχική διάθεση: μυρίας γαρ ει λέγει τις καθ’ ώραν αληθείας,| ουκ αν μαλάξει πώποτε τον νουν του κυριεγκλείστου Προδρ. III 330· των νέων δε τας συμβουλάς πολλά μηδέν τας πιάσεις,| ότι προς το θρασύτερον ο νους τους αποβλέπει Σπαν. P 196· Πρώτον συμβουλεύτουν με την βουλήν σου και με τους εδικο(ύ)ς σου και μόνος και μοναχός σου και ’δέ τον νουσ σου Μαχ. 21217. 11) Οι αισθήσεις: όλος γαρ ο νους εκλείπει| υπό της ροής το αίμα Ερμον. Α 8· πάλιν η παράξενος λιποθυμεί και πίπτει·| πάλιν τον νουν αναισθητεί, κλονείται η καρδία Λίβ. P 2373. 12) Η ενέργεια του νου, οι σκέψεις: Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 439, Χορ. β΄ 518, Γ΄ 235. 13) Ανάμνηση, θύμηση: βασάνων διήγησις ...| που πάθαμε στο Ρέθεμνος τους περασμένους χρόνους.| Κι αναστενάζω τό θα πω, κλαίω και θα τ’ αφήσω| κι ο νους κινά το χέρι μου, λέγει μου να τ’ αρχίσω Τζάνε, Κρ. πόλ. 1855. 14) Πνεύμα, πνευματική ικανότητα: Η γλώσσα στίχους να μιλεί κι ο νους να κατεβάζει,| να γράφ’ η χέρα στο χαρτί Τζάνε, Κρ. πόλ. 39826· σ’ αυτήν την Τριάδα την Αγιάν την προσευχή μου κλίνω| διά να μου δώσει χάριτα στο νου κι εις το κοντύλι| να γράψω και να δηγηθώ με τα ʼδια μου τα χείλη Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 5· εκείνοι οπού τελειώσου| του νου τως κόπο τίβοτας ...| μεγάλου αθρώπου κιανενός κι άξου τονε χαρίζου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 6· ου γαρ ην (ενν. ο Θεσσαλονίκης κύρης Νήφων) μέτοχος φιλοσοφίας, αλλ’ ην εν αυτῴ πλάτος νοός και γλώττης Έκθ. χρον. 4521. 15) Γνώμη, απόφαση: αλλάσσει νου και λογισμό κι αυτός την ώρα κείνη| κι εις έτοια χρεία μοναχό το φίλο δεν αφήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 87· Εν τούτῳ εσυμβουλεύτησαν να απέλθουν εις το Νίκλι,| εις τέτοιον νουν γαρ και σκοπόν διά το ένι απλύς ο τόπος,| διά να έχουν τα φουσσάτα τους ανάπαψιν κι απλίκιν Χρον. Μορ. H 6603· (εδώ σε μεταφ.): σε δειλοσκόπησιν εστέκουμου μεγάλη| κι ο νους μου εσέρνετο συχνιά σε μια μερά κι εις άλλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 44. 16) Νοοτροπία, τρόπος σκέψης: Άκουσε (πάλι?) να σου ειπώ το τι βουλήν κρατούσι (ενν. οι αβουγαδούροι)| και εις τι νουν, εις ποίον σκοπόν και στράταν περπατούσιν Σαχλ., Αφήγ. 351· τω γυναικώ ολωνώ το νου μού φανερώνει| πως είν’ περίσσα ασύστατος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 203· Και σήμερον έστειλεν ... τον εν σχήματι και θεωρίᾳ επιτήδειον, τῳ δε τρόπῳ και νοΐ άγροικον και ανωφελέστατον Αντώνιον ιερέα Ψευδο-Σφρ. 37436· (εδώ σε σχήμα υπαλλαγής): Ω πεισματάρη νου συ (έκδ. πεισματάρικε νους· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 279) των ανθρώπω| οπού και νικημένος| δε στέκεσαι ποτέ σου αναπαγμένος Πιστ. βοσκ. V 5, 168. 17) Πρόθεση, επιδίωξη, σκοπός: ο νους τους ήτον πώς να μην με αφήσουν να περάσω πέρα Διγ. Άνδρ. 3925· ο άνθρωπος απὄχει νουν και βλέψη και γνωρίσει| θωρώντα ξόμπλια των αρχιών πρέπει του να νοήσει την στράτα την ορδινιαστήν Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 139· ήτον ο νους του ολωσδιόλου πώς να αφανίσει τους ατάκτους εκείνους Διγ. Άνδρ. 36214· αφού τους εδιόρθωσεν, ...| ο νους του όλος έπεσεν και ο σκοπός ομοίως| με τι ... πράξιν και ορμήν ...| να κάμει τρόπον τίποτε σ’ εκείνον τον Γιακούπην Χρον. Τόκκων 2651. 18) Νόημα, σημασία: Προδρ. III 24, Κομν., Διδασκ. Δ 403, Ψευδο-Σφρ. 31430. 19) Οι Νόες = οι αγγελικές δυνάμεις (Για το πράγμα βλ. Lampe, Lex., στη λ. Ε και Du Cange, λ. Νόες): Εκεί δ’ εστί ζωγραφιστός εν μέρει της εώας| ο δικαιότατος Κριτής μεθ’ άπαντας τους Νόας,| όταν μέλλει ελεύσεσθαι επί το κρίναι πάντας Παϊσ., Ιστ. Σινά 920. 20) Με τα κτητ. μου, σου, κλπ., σε θέση προσωπικής αντων. (Βλ. Pern., Ét. linguist. Β΄ 179 και Neophilologus 8, 1923, 65): όπου κι αν είσαι, ο νους μου εις τα ξένα| να ζήσω, να τελειώσω μετά σένα Βοσκοπ.2 283· παραγγελιά σ’ αφήνω να θυμάσαι·| και πάντα ο νους σου μετά μένα να ’σαι Βοσκοπ.2 300· Τόσος καιρός δεν σ’ έσωσεν, ουδέ τα τόσα πάθη| ο νους σου την αγάπη μου ακόμη να τη μάθει; Φαλιέρ., Ιστ.2 480. Εκφρ. 1) Εις (τον) νου(ν) (μου), στο(ν) νου(ν) (μου), με τον νου(ν) μου, μέσα στο(ν) νου(ν) (μου), προς τον νουν μου, εν τῳ νοΐ μου = (α) στο μυαλό μου, μέσα μου, ενδόμυχα: εις τον νουν μου λέγω Προδρ. IV 182 χφ g κριτ. υπ.· αν είναι δίκιο και πρεπό, στο νου σου μέτρησέ το Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 412· Βλέποντες γουν τον Ούμαρον ούτω θεωρητικόν άνθρωπον και εκ του είδους φοβερόν, ενόμισαν με τον νουν τως ότι αυτός να είναι ο πρώτος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 281· φαίνεταί τση άλλος κιανείς στα κάλλη δεν του μοιάζει·| άξο πολλά μέσα στο νου πάντα τονε λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 552· ήθελεν προς τον νουν του| να ποιήσει προς τον πρίγκιπα απόκρισιν ετέτοιαν Χρον. Μορ. H 6760· Όταν είδα εγώ το αφράτον (παραλ. 3 στ.), έκρινά το εν τῳ νοΐ μου,| είπα εγώ προς τον εαυτόν μου Πτωχολ. α 798· (β) με τη φαντασία μου: οι μωροί γουν τοις ονείροις| εις τον νουν τους γαρ πλουτούσιν Ερμον. Θ 275· Ιδές τι εθυμήθησαν. Πλούτηναν με τον νουν τους Χρον. Τόκκων 730· ελογάριαζα στο νου μου ν’ απομείνω| σ’ όλον τον κόσμον, ο λωλός, μονάρχης Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 285. 2) Με τον νουν μου = έχοντας τα λογικά μου, όντας υγιής διανοητικά: να ’νιαι καλά και φέρμα ωσάν απού τα ʼκαμα με το νουν μου και με τα λογικά μου Διαθ. 17. αι. 841. 3) Κατά νουν, βλ. κατά Εκφρ. Φρ. 1) Αναβιβάζει (ανεβάζει) ο νους μου, αναβιβάζω εις νουν, βλ. αναβιβάζω 4 φρ. 2) Ανοίγω τον νου (κάπ.), βλ. ανοίγω 5 φρ. δ. 3) Απαφήνω νουν, βλ. απαφήνω φρ. α. 4) Αποβγαίνω αχ τον νουν μου, βλ. αποβγαίνω φρ. 1. 5) Βάλλω εις νουν, κατά νουν, βλ. βάλλω 4 φρ. 6) Βάνει με ο νους = παίρνω την απόφαση: αφόντις επέρασεν ο χρόνος, έβαλέ με ο νους να τον ανταποδώσω της ραβδέας το χρέος Διγ. Άνδρ. 38015. 7) Βάνει (βάλλει) ο νους κάπ. = (α) νοιάζεται, σκέφτεται· βλ. βάνω 21α φρ.· (β) φαντάζεται, αναλογίζεται: Των γυναικών τα βάσανα ανθρώπου νους δεν βάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23623· Τα τίτολά σου, δάσκαλε, κράτει τα για δικού σου| κι εγώ δεν είμαι σα γροικάς, μηδέ σα βάνει ο νους σου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 258· Ποιο πράμα τη γλυκότητα και την χαρά την τόση| τήν βάνει ο νους μου να μου πεις να σώσει να πληρώσει; Φαλιέρ., Ιστ.2 100. 8) Βάνει ο νους μου πόθο σε κάπ. = έχω ερωτευθεί, ποθώ κάπ.: Αν το νοήσει (ενν. η ρηγοπούλα) κι ήβαλε πόθο σ’ αυτείνη ο νους σου,| κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του κυρού σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 193. 9) Βάνω άλλον νου = αναθεωρώ τις απόψεις μου, αλλάζω γνώμη: μου λες …| … τη θυσία, τήν μελετώ, ακάμωτη ν’ αφήσω;| Βάλ’ άλλον νου και λογισμόν κι εγώ δεν έχω πόνο,| μα τό ’ρισεν αφέντης μου γλήγορα ξετελειώνω Θυσ.2 729. 10) Βάνω νουν, βλ. βάνω 21η. 11) Βάνω στο(ν) (εις τον, μες στον) νουν μου, κατά νουν κ. = (α) βλ. βάνω 21γ1, γ2, γ3· (β) συνειδητοποιώ, κατανοώ: τούτο πληροφορήθητι και βάλε εις τον νουν σου,| παν πράγμα απολαυτικόν έχει και χορτασίαν Σπαν. A 475· Δεν έβαλες, Πανώρια μου, τα λόγια μου στο νου σου;| Βούλεσαι την κατάρα ντου να πάρεις του κυρού σου; Πανώρ. Ε΄ 251· η σκύλα τότε είπεν την (ενν. την κουρούνα): στον νουν σου δεν το βάνεις| η Αθηνά πως σε μισεί και τες θυσίες χάνεις; Αιτωλ., Μύθ. 985 (γ) προτίθεμαι, σκοπεύω: την Πετρονέλαν ήβαλε στο νου τση να παντρέψει Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 347· εις το νου μου το ’βαλα να κονταροκτυπήσω| και για θανάτους εκατό πλιο δε γιαγέρνω πίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 57· Βάλε στο νου σου το λοιπό, Πανώρια, πρι γεράσεις (παραλ. 1 στ.) τση νιότης σου τση δροσερής ξεφάντωση να δώσεις Πανώρ. Γ΄ 129. 12) Βάνω τον νουν σε (εις) κάπ. = (α) σκέπτομαι· βλ. βάνω 21δ· (β) στρέφω την προσοχή μου σε κάπ.: εις το κρούειν και εις το δέχεσθαι ηύρηκα τον Γιαννάκην| και εις τα πυκνογυρίσματα τον Κίνναμον τον Λέον.| Εις αύτον τον νουν έβαλα, κρυφώς να μη με δώσει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1261. 13) Βάνω στο νου κάπ. κ., βλ. βάνω 21ϛ΄. 14) Βάνω στον νου μου κάπ., βλ. βάνω 21ε. 15) Βάνω τον νου μου κάπου = σκέφτομαι διαρκώς κ.: πήγαινε καθημερινώς πάντα και έβλεπέν τον (ενν. τον μαλαματένιον βώλον),| τον νουν του έβαλεν εκεί κι είχε χαράν μεγάλη Αιτωλ., Μύθ. 585. 16) Βαρώ τον νου κάπ. = προκαλώ συναίσθημα ανίας, κουράζω: Τι να σε λέγω τα πολλά και να βαρώ το νου σου; Χρον. Μορ. P 482. 17) Βγάζω από το νου μου, βλ. βγάζω 1 φρ. α. 18) Βγαίνει κ. από το νου μου, βλ. από 1α φρ. 19) Βγαίνω από (εκ) το νου κάπ., βλ. βγαίνω 1α φρ. (β΄). 20) Βγαίνω από (εκ, οκ) τον νουν (μου), βλ. βγαίνω 1α φρ. (γ΄) και από 1α φρ. 21) Βγαίνω ή είμαι έξω (όξω) του νου, βλ. έξω Α΄ 2β φρ. 22) Βγάνω από (εκ) το νου μου, βλ. βγάνω 18β2 και από 1α φρ. 23) Βγάνω κάπ. από το νου του, βλ. βγάνω 11α2. 24) Γεμίζω στο νου μου = κάνω τη σκέψη, εξετάζω το ενδεχόμενο: Ο Πτολομαίος ... εγέμισε στο νου του| πώς να το ρίξει εις τον γιαλό το βίος όλο τούτο.| Και πάλι εμετανόησεν Βεντράμ., Φιλ. 119. 25) Γυρίζω τον νουν κάπ., βλ. γυρίζω Α΄ 8δ. 26) Δεν με χωρεί ο νους μου = δεν αρκούμαι σε κ., είμαι ανήσυχος, ανικανοποίητος χαρακτήρας: η γι-ασπλαχνιά τση περισσιά,| γιαύτος τον πόθο μου μισά| και αλλού τη βλέπω και θωρεί| και ο νου τση δεν τηνε χωρεί Αγν., Ποιήμ. Α 24. 27) Δίδει μου ο νους μου = κάνω τη σκέψη, σκέφτομαι· πβ. και δίδω Β΄ 1: ο νους μου με το δίδει| ότι, εάν το ποθήσετε, ...| το πράγμα θέλει πληρωθεί Χρον. Μορ. H 8539· ο νους μου δίδει μου να πα να τως σιμώσω,| για τον αγαπημένο μου Πολίταρχο να γνώσω Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 23. 28) Δίδει ο νους μου = χαίρομαι, ξεδίνω: χαράν τον πολεμούν τάχα να δώσει ο νους του Ιμπ. 156· εδιαλογίζουμουν να βγω να περπατήσω (παραλ. 1 στ.) διά ν’ ανασάνει ο λογισμός κι ο πόνος να με λείψει,| να δώσει ο νους μου Νεκρ. βασιλ. 8. 29) Εγέμισέν (το) ο νους μου, βλ. γεμίζω φρ. 4. 30) Είναι ο νους μου (εις) ... = (α) σκέφτομαι· βλ. είμαι φρ. 16· (β) συμφωνώ, συγκατατίθεμαι· αποφασίζω κ.: εάν με αγαπάς και θέλεις με και είναι ο νους σου και θέλεις να με πάρεις διά άνδρα σου, ειπέ με το Διγ. Άνδρ. 35126· πόσο πρέπει ν’ αγαπά μια τον αγαφτικόν της,| όντ’ έν’ ο νους της θαρρετά να τον κρατεί δικόν της Φαλιέρ., Ιστ.2 598. 31) Είναι ο νους μου μετά μένα, βλ. μετά Α΄ δ φρ. 32) Εμβάζω κ. εις νουν = σκέφτομαι· επιδιώκω κ.: Μη, γλυκύτατον τέκνον μου, τούτο εις νουν εμβάλεις,| μηδέ ρόδα σου τα καλά προ καιρού εκτρυγήσεις Διγ. (Trapp) Gr. 1038. 33) Έρχομαι εις (τον), κατά νουν = (α) συνέρχομαι ύστερα από λιποθυμία: φέρνω νερόν, δροσίζω την ... (παραλ. 1 στ.) ήλθεν εις νουν, εις αίσθησιν, τον Λίβιστρον εζήτει Λίβ. Sc. 2675· (β) συνέρχομαι ύστερα από ξαφνικό δυσάρεστο γεγονός: ωσάν ήκουσαν, πολλά το εθλίβησαν και εστάθησαν πολλήν ώραν συλλογισμένοι και μετά βίας ήλθαν εις τον νουν τους Διγ. Άνδρ. 32126. 34) Έχω εις (τον), στον νου(ν) (μου) κάπ. ή κ. = (α) σκέφτομαι, θυμάμαι: αν τρώγω, αν πίνω, αφέντη μου, πάντα στον νουν μου σ’ έχω Ερωτοπ. 642· Αν τις ποιήσει σε καλόν ή τι αγαθοσύνη,| έχε το πάντοτε εις νουν, μη το αλησμονήσεις Σπαν. A 353· Έχε εις τον νουν σου πάντοτε μελέτην του θανάτου Σπαν. P 244· (β) σκοπεύω, σχεδιάζω: είχα εις τον νου μου| να οικοδομήσω εκκλησίαν Χρον. Μορ. P 2735· (γ) έχω υπόψη μου, γνωρίζω: είχον γαρ τούτο εις τον νουν, πως μέλλουσιν ελθείν μοι| και εμαυτόν ηυτρέπισα προς αντιπαρατάξεις Διγ. Z 3353· απάντεχά τους, διότις είχα το εις τον νουν μου πως θέλουν να έλθουν Διγ. Άνδρ. 38732. 35) Έχω νουν = είμαι στα λογικά μου, το μυαλό μου λειτουργεί σωστά: τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω| κι ήχασα το λογαριασμό και πλιο μου νου δεν έχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 158· Πώς έχω μάτια και θωρώ! Πώς έχω φως και βλέπω!| Πώς έχω νουν και πορπατώ στον άτυχον τον κόσμον! Ανακάλ. 27. 36) Έχω τον νουν (εις κάπ. ή κ.) = στρέφω την προσοχή μου σε κ.: σύσσελον τον έρριψα από την φάραν κάτω.| Και εγώ ήλπιζα να σηκωθεί, να έλθει προς εμέναν| κι είχα τον νουν μου εις αυτούς Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1450· να την προσέχεις πολλά και να έχεις τον νουν σου Διγ. Άνδρ. 31315· Βροχάς, χειμώνας, παγετούς πάντες αγωνισθείτε| και πάντα έχετε τον νουν εις τας στενάς κλεισούρας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 491. 37) Έχω το νου αλλού = σκέφτομαι άλλα πράγματα: Η Αρετούσα ... που ʼχεν αλλού το νου της,| ελιγοστράφηκε να δει, μα εμίλιε τον κυρού της Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) 437. 38) Έχω τον νου άνω κάτω, βλ. άνω κάτω β. 39) Θέτω τον νουν μου, βλ. θέτω 2 φρ. α, β. 40) Κάνω όξω του νου, βλ. έξω 2 φρ. 41) Κατερωτώ τον νουν = απορώ, θαυμάζω: η Μαργαρώνα τον θωρεί πως έναι της υγείας,| είδεν τον όμορφον, λαμπρόν, σαν ήτον από πρώτα,| θαυμάζει μόνη μοναχή, τον νουν εκατερώτα Ιμπ. (Legr.) 856. 42) Κείται (κείτεται) ο νους μου εις κ. = σκοπεύω, σχεδιάζω κ.: ο νους μου δε εις την αρπαγήν κείτεται της Ροδάμνης Λίβ. P 1821· πάλιν εις αυτόν τον σκοπόν κείται ο νους μου Λίβ. P 1823. 43) Κομπώνω τον νουν μου = αυταπατώμαι, ξεγελιέμαι: ω θεόπεπτε Αχίλλη,| μη κομπώνεις γαρ τον νουν σου·| δεν με θέλεις καταπείσει Ερμον. Θ 52. 44) Κρατώ στον νουν μου = θυμάμαι: οίον (ενν. στίχον) εύρεις αγαθόν, θες τον εις την ψυχήν σου| κι έχε τον εις ενθύμησιν και κράτει τον στον νουν σου Σπαν. A 48. 45) Κρέμεται ο νους μου (εις έννοιαν), βλ. κρεμώ φρ. 3. 46) Κρίνω κ. εν τῳ νοΐ μου, βλ. κρίνω φρ. 2. 47) Λαμβάνω εις νουν, βλ. λαμβάνω φρ. 11α, β. 48) Λέγει ο νους μου, βλ. λέγω φρ. 3. 49) Λέγω εις νουν, μέσα στο νου μου, του νου, βλ. λέγω φρ. 8. 50) Ορθώνω τον νουν = εντείνω την προσοχή μου σε κ.: εσείς που ευρίσκεστε την σήμερον στα πλούτη,| ορθώσετε τον νουν καλά, ιδέτε την ρόδα τούτη (ενν. της τύχης) Βεντράμ., Φιλ. 8. 51) α) Ορμά (μου) ο νους (προς) κ. = αισθάνομαι την επιθυμία, την ανάγκη για κ.: προς πιττάκιν όρμησεν ο νους μου να την γράψω Λίβ. N 1137· εδιαλογίζουμουν να βγω να περπατήσω (παραλ. 1 στ.) διά ν’ ανασάνει ο λογισμός και ο πόνος να με λείψει (παραλ. 1 στ.). Και ωσάν μου τ’ όρμησεν ο νους, έπιασα μονοπάτι Νεκρ. βασιλ. 9· β) έχω την ορμήν του νοός προς κ. = στρέφω την προσοχή, το ενδιαφέρον μου σε κ.· (εδώ) αναλαμβάνω πολεμική επιχείρηση: Ως ουν ουκ ηδυνήθη (ενν. ο Μουράτ) τι πράξαι κατά της Πόλεως, προς τα μέρη της Θετταλίας την ορμήν του νοός είχε και προς τας εμβολάς της Πελοποννήσου Δούκ. 2397. 52) Παίρνεται ο νους μου = αναστατώνομαι, τα χάνω: εκ την τρομάραν του επάρθη ο νους του όλος Κορων., Μπούας 22· Ο Λύκος την κερά Αλουπού ερώτα την να μάθει| και λέγει του πώς τρόμαξε κι ο νους της πώς επάρθη Γαδ. διήγ. 466. 53) Παίρνομαι από το νου μου, βλ. επαίρνω 1 ϛ΄. 54) Παίρνω τον νουν κάπ. = (α) κάνω κάπ. να παραφρονήσει, να χάσει τα λογικά του: όταν οργισθεί ο Θεός τους ανθρώπους διά τας αμαρτίας τους, τους παίρνει τον νουν τους και τους δίδει θλίψες Σουμμ., Ρεμπελ. 164· ο Θεός τους έπηρε τον νουν τους και δεν ήξευραν το τι έκανον Σουμμ., Ρεμπελ. 187· καλά και ο πόθος μου είν’ πολύς, τον νουν μου δεν μου παίρνει,| να μηδέ γνώθω ...| το πως η τύχη μου η φτωχή …| τέτοιαν νεράιδα ... δεν πρέπει ν’ ανιμένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [359]· (β) ξελογιάζω, ξεμυαλίζω κάπ. (ερωτικά): βεργόλικη, οπού τον νουν μου επήρες,| οπού καυχούμουν κι έλεγα να μη πιαστώ εις αγάπην Ερωτοπ. 200· τα ομμάτια σου τα ορωτικά επήρασιν τον νουν μου Αχιλλ. N 869. 55) Παρασαλεύω το νουν κάπ. (με υποκ. το ουσ. πόθος) = κάνω κάπ. να χάσει τη λογική του: πόθος σε εκατεπόνεσεν, η αγάπη εφλόγισέν σε,| τον νουν σου επαρεσάλευσεν, τον λογισμόν σου επήρεν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 867. 56) Παρέρχεται ο νους μου = ταράζομαι, αναστατώνομαι: Ετούτα τα λόγια ωσάν τα ήκουσεν η κόρη, ... ο νους της επαρήλθεν και έβαλεν εις τον νουν της να το αναφέρει εις τους αδελφούς της Διγ. Άνδρ. 32915. 57) Πηγαίνει ο νους μου άνω κάτω, βλ. άνω κάτω β. 58) Ρίπτω εκ τον νουν μου κ. = ξεχνώ, λησμονώ: Ειδέ κακόν σοι τίποτες τις έτερος ποιήσει,| απαλησμόνει το γουργόν και ρίπτε το εκ τον νουν σου Σπαν. A 355. 59) Σηκώνει ο νους μου = τρελαίνομαι, χάνω τα λογικά μου: πώς δε σηκώνει ο νους και πώς δεν αφορμίζω| εις τ’ άμοιαστα ... τά μου ʼπες, θυγατέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 84· φούσκωση μεγαλύτερη δε θέλει (ενν. η νένα) να της δώσει,| γιατί εφοβήθηκε πολλά ο νους της μη σηκώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 534. 60) Σηκώνω το νου κάπ. = (α) αφαιρώ τη λογική από κάπ., τη δυνατότητα να σκέφτεται σωστά· κάνω κάπ. να παραφρονήσει: ως εθέλησεν ο Θεός να σηκώσει τον νουν οπού τους αβιτσιάληδες και τους συμβουλάτορους, όλα εποίκαν τα αξηνάστραφα Μαχ. 65626· σηκώνου (ενν. τα πράματα του πόθου)| το νου τ’ αθρώπου το ζιμιό κι όλους μασε κομπώνου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 462· η γι-αγάπη σου το νου μου εσήκωσέ μου,| τα λογικά μου επήρε μου Στάθ. (Martini) Α΄ 289· (β) ξελογιάζω, ξεμυαλίζω (ερωτικά): η Δάφνη η κορασά το νουν εσήκωσέ σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 142. 61) Σκορπίζω το νου μου, έχω το νου μου σκορπιστό = με απασχολούν ταυτόχρονα πολλές σκέψεις, πάει το μυαλό μου σε πολλά πράγματα: Σε χίλια μέρη μ’ έκαμες το νου μου να σκορπίσω,| μα την αλήθεια δε μπορώ να βρω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 33· έχω το νου μου σκορπιστό σε μια μερά κι εις άλλη| κι εις πάθη στέκω πάντα μου Πανώρ. Α΄ 215. 62) Σκορπίζω (διασκορπίζω) το νου κάπ. = αφαιρώ τη λογική, τη φρόνηση από κάπ.: ενίκησε (ενν. ο Έρωτας) την Αρετή, εσκόρπισε το νου της| και δε δειλιά τη μάννα της κι όργητα του κυρού της Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1057· Μα μόλο που ʼναι σφαλιστά (ενν. τα μάτια της Πανώριας), δοξεύου την καρδιά μου,| το νου μου διασκορπίζουσι και παίρνου την εξά μου Πανώρ. Β΄ 186. 63) Σκοτίζεται ο νους μου = ταράζομαι, αναστατώνομαι: Επεί προ πάντων έφθασεν ο θάνατος σ’ εμένα,| τα μέλη μου ετρόμαξαν, ο νους μου εσκοτίσθη Περί ξεν. A 352· Ο Λύκος σαν την ήκουσε, όλως απενεκρώθη,| ο νους του εσκοτίσθηκε Γαδ. διήγ. 186. 64) α) Στήνω (ιστήνω) τον νουν (εν εαυτῴ) = δίνω μεγάλη προσοχή, συγκεντρώνομαι: τον νου ιστήσατε ν’ ακούσητε τον λόγον| και να θαυμάσετε πολλά Βέλθ. 23· οίος βούλ’ ειλικρινώς ειδέναι τα συμβάντα,| στήσαι τον νουν εν εαυτῴ και καταλάβει πάντα Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 336· β) στήνω τον νουν κατά + γεν. = εποφθαλμιώ επιβουλεύομαι κάπ. ή κ.: Επεί δέ ο Παγιαζίτ ... μονάρχης εγένετο, τότε κατά της Πόλεως και τον νουν και τον οφθαλμόν έστησε Δούκ. 758 (Πβ. και ά. οφθαλμός φρ.). 65) Στήνω στον νουν μου απέσω = βάζω σκοπό, επιθυμώ πολύ κ.: κανείς μη θυμηθεί στον τόπον του ν’ απέλθει (παραλ. 1 στ.), αν ου και την Ιππόλυτα πρώτον ουδέν κερδίσω,| ωσάν κι εσείς το εστήσετε στον νουν σας όλοι απέσω Θησ. (Foll.) I 93. 66) Συμφέρω, συνηφέρνω το(ν) νουν μου, συμφέρει ο νους μου = (α) ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου, συνέρχομαι: τον Φίλαρμον ...| ροδόσταγμα τον βρέχουσι διά να συμφέρει ο νους του Βέλθ. 84· έκειντο τα σώματα μισοαποθαμένα·| και διέβη ώρα περισσή το νουν των να συμφέρουν Βέλθ. 851· (β) εξετάζω κ. πιο λογικά: Δες κι αν επαραγροίκησες, συνήφερε το νου σου| και τούτο είναι φάντασμα, πείραξη τ’ όνειρού σου Θυσ.2 657. 67) Συστρέφω τον νουν = στριφογυρίζω κ. στο μυαλό μου: Τον νουν συστρέφων έφερε και τον εαυτόν του λέγει:| «Τι τούτο; Πώς παλιπετείς, ασύστατε χρόνε του βίου;» Βέλθ. 725. 68) Υπολαμβάνω τον νουν μου = σκέφτομαι, εξετάζω κ.: υπολάβετε τον νουν σας| κατά τίνα τρόπον γαρ γε| άτιμος μέλλω γενέσθαι Ερμον. Θ 7. 69) Φέρει ο νους μου κ. = μου έρχεται στο μυαλό, θυμάμαι: Στο σπίτι μου να τση χρειαστεί μηδένα πράμα, κρίνω,| γιατί τορνέσα έχω πολλά, σαν ξεύρεις και όλο κείνο| οπού να θέλει θυμηθεί και να τση φέρει ο νους τση Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 199. 70) Φέρνει ο λογισμός στο (κατά) νου(ν) = (α) κάνω τη σκέψη, μου περνά από το μυαλό κ.: η τάβλα δε σας παίρνει| κι απού την άλλη ο λογισμός πάλι στο νου μου φέρνει| πως θα μ’ αζιγανέψετε να φάτε το δικό μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 402· (β) σκέφτομαι, θυμάμαι κ.: ο λογισμός μου πάντοτε φέρνει σε κατά νουν μου Σπαν. A 13. 71) Φέρνω τον νουν = (α) αναλογίζομαι, σκέφτομαι: αναθυμήσου και τον νουν φέρε να καταλάβεις| του Μενελάου την χάλασιν Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 219· (β) συνέρχομαι, ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου: ελιποθύμησεν εκ του πολλού του πόνου·| το δε τρυγόνιν ...| την κόρην εκατάβρεξεν, ανέζησεν αυτίκα.| Και μόλις επανέψυξε και ήφερε τον νουν της (παραλ. 1 στ.), ... εποίκε μέγα λάκκον Βέλθ. 1186· ας ανέζησεν, ας έφερε τον νουν του Διγ. (Trapp) Gr. 3659· (γ) συνέρχομαι ύστερα από δυσάρεστο ξαφνικό γεγονός: ωσάν το εκούσαν οι άρχοντες, εθλίβησαν μεγάλως| και ώραν πολλήν εποίσασιν και εις λογισμούς εμπήκαν| και μετά ώρας περισσάς εφέρασιν τον νουν τους Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 76· τα χέρια μου ετρόμαξαν, δεν ημπορώ να γράψω| και ωσάν τον νουν μου ήφερα, εκάθισα να γράψω Περί ξεν. A 354. 72) Φέρνω στο (κατά) νου(ν) = θυμάμαι, αναλογίζομαι: όλοι αναθυμηθήκαμε κι εφέραμε στο νου μας| την ώραν οπού ζύγωξες ʼκ τη χώρα τους εχθρού μας Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 357· πάντα φέρνε κατά νουν και εμέν μη λησμονήσεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1786. 73) Φεύγει ο νους μου = χάνω τις αισθήσεις μου: κρου με (ενν. το πουλίν), ...| φεύγει και ο νους μου, ημιθανής επόμεινα αυτίκα Φλώρ. 1634. 74) Χάνεται ή χαούται ο νους μου = (α) παραφρονώ: Περί του βαπτισθήναι, θέλοντος αυτού χαθεί ο νους, ότι δεν βαπτίζεται έως να υγιάνει Βακτ. αρχιερ. 138· Περί διαθήκης ασθενούς, αν χαθεί ο νους του ή χαθεί η φωνή του δεν είναι στερκτή Βακτ. αρχιερ. 144· (β) ταράζομαι, αναστατώνομαι: ταύτα η κόρη ως ήκουσεν, βαρέα αναστενάζει| και επήδησαν τα δάκρυα της και εχάθηκεν ο νους της Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 312· η κόρη ως ήκουσεν, βαρέα αναστενάζει| και δάκρυα εστάλαξεν, ο νους της εχαώθη Διγ. Z 688. 75) Χάνω τον νου(ν) μου, έχω τον νουν χαμένο = (α) παραφρονώ: ου χρη έχειν γυναίκαν διά μάρτυραν ούτε κανέναν σκλάβον, ... ουδέ κανείς άνθρωπος οπού έχει τον νουν χαμένον Ασσίζ. 39512· ακ το μεθύσι το πολύ ...| τον λογισμόν μου δεν έχω, τον νουν μου έχασά τον Αιτωλ., Μύθ. 12818· (β) ταράζομαι, αναστατώνομαι: Απ’ την βοή την περισσήν και την πολλή βοτάνη| όποιος ευρέθηκεν εκεί το νουν του όλον χάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 8820· όλοι πολλά ετρομάζαμε κι εχάσαμε το νου μας| χάμαι να ιδούμε το κορμί νεκρό του βασιλιού μας Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 310· (γ) χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ: απού την πείνα την πολλή σνχνιά το νου μου χάνω·| κι εδά ʼχεις πράματα πολλά να δίδεις τω ρουφιάνω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 57. 76) Ψηλώνει ο νους μου = έχω μεγάλες φιλοδοξίες, στοχεύω πολύ ψηλά: ωσάν ευρεθήκανε ανεμπόδιστοι εις τα καμώματά τους, εψήλωσε ο νους τους εις περίσσιες δουλειές ... και διά τούτο εζήτησαν πράγματα τα οποία δεν τους έστεκαν Σουμμ., Ρεμπελ. 184.
νύκτα,- η, Προδρ. ΙΙΙ 216 hh κριτ. υπ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 297, Πόλ. Τρωάδ. 59, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4877 (Δωδώνη 8, 1979, 406), Ερμον. X 127, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 503, Σαχλ., Αφήγ. 94, Περί ξεν. V 17, Ερωτοπ. 305, Απολλών. 753, Λίβ. P 2242, Λίβ. Sc. 2523, Λίβ. Esc. 3625, Λίβ. (Lamb.) N 187, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2438, Αχιλλ. L 904, Αχιλλ. N 1069, Ιμπ. 62, Φαλιέρ., Ενύπν.2 8, Φαλιέρ., Ιστ.2 424, Μαχ. 584, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 895, Χούμνου, Κοσμογ. 145, Απόκοπ.2 405, Ριμ. κόρ. 579, Κορων., Μπούας 56, Πτωχολ. α 834, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 76, Πρόλ. 54, Α΄ 261, Β΄ 326, Γ΄ 26, Βοσκοπ.2 473, Παλαμήδ., Βοηβ. 1121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 68, 501, Β΄ 568, Γ΄ 679, Δ΄ 972, Ε΄ 863, Κρασοπ. (Eideneier) S 118 (90a)· ? νύκτη, Απολλών. 244· γεν. νυκτού, Θησ. Ε΄ [291], Θ΄ [282], Βουστρ. 428, 488, 516, 519· νύχτα, Χρον. Μορ. H 3665, 4889, Αχιλλ. O 350, Πεντ. Γέν. VIII 22, XXXI 24, Έξ. XII 42, Δευτ. I 33, XVI 1, Κυπρ. ερωτ. 1114, 10613, 1103, Πανώρ. Α΄ 449, Γ΄ 177, 579, Ε΄ 392, Βοσκοπ.2 441, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α' 43, 427, 741· γεν. νυχτούς, Πεντ. Γέν. XX 3, Δευτ. XXIII 11.
Η αιτιατ. του αρχ. ουσ. νύξ. Για τις γεν. νυκτού και νυχτούς, που απ. και σήμ. στην Κύπρο, βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 677, Μενάρδ., Γλωσσ. μελ. 29-30 και Hatzid., Einleit. 55. Ο τ. νύχτα και σήμ. Η λ. στο Meursius.
1) α) Το χρονικό διάστημα από τη δύση ως την ανατολή του ήλιου, νύχτα: έκραξεν ο Θεός το φως μέρα και το σκότο έκραξεν νύχτα Πεντ. Γέν. I 5· έκαμεν ο Θεός τους δυο φεγγίτες τους μεγάλους, το φεγγίτη το μεγάλο για ’ξούσιασμα της ημερούς και το φεγγίτη το μικρό για ʼξούσιασμα της νυχτούς Πεντ. Γέν. I 16· εδιάβηκεν το δίμοιρον της νύκτας Πόλ. Τρωάδ. 106· έκλινεν ο ήλιος και εσέβηκεν η νύκτα Λίβ. (Lamb.) N 187· του πόθου σκλερές νύχτες Κυπρ. ερωτ. 11012· η Αρετούσα με χαρά στέκεται κι ανιμένει| ν’ ακούσει του τραγουδιστή τση νύκτας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 491· β) (συνεκδ.): Η νύκτα χάνει την τιμήν και η μέρα τηνε παίρνει Σαχλ. N 98· γ) (σε μεταφ.): Ω των ανθρώπων λογισμοί περίσσια τυφλωμένοι,| εις ποιαν νύκτα βαθύτατην κι έτσι σκοτεινιασμένη| ... με τες ψυχές ομάδι| ανταμωμένοι ευρίσκεσθεν, πνιμένοι στο σκοτάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1061]· Τη νύκτα μέρα βούλεσαι, σα να ʼμου τυφλωμένος (πβ. τη σημερ. φρ. λέω τη νύχτα μέρα) Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 455· δ) (προκ. να δηλωθεί συγκεκριμένη ώρα της νύχτας): ώρα πρώτη της νυκτού ήλθεν ο σίρε Τιπάτ, βουργέσης τοπικός Μαχ. 38212· απέσωσεν εις τες δύο ώρες της νυκτού εις το Κάζα Πιφάνι Βουστρ. 454· εις τες ε΄ ώρες της νυκτού επήρεν πε΄ ανομάτους όλοι αρματωμένοι Βουστρ. 436· ε) έκφρ. ο καιρός της νύκτας/νύχτας = η νύχτα: της νύκτας όλης ο καιρός εδιέβηκεν εκείνης,| εχάραζεν η ανατολή και ανέτειλεν η ημέρα Λίβ. Sc. 1444· επέρασε ο καιρός της νύχτας γαρ το πλείον| κι ελάλησεν ο πετεινός Χρον. Μορ. H 2202. 2) Νύχτωμα, σούρουπο: αν έμελλε να ορίσει (ενν. ο πανιέρης) άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65421. 3) (Συνεκδ.) το σκοτάδι της νύχτας: Ακόμη πὄναι αυγή; Νύκτά ʼνʼ πολλή και κάθισ’ Φαλιέρ., Ιστ.2 237· εσπέρωσε και νύκτα βαθεία γίνη Κορων., Μπούας 49· Ήτον η ώρ’ απού ’κρυβεν ο ήλιος εις την δύση| ακτίνες του τες καθαρές, νύκτα σ’ εμάς ν’ αφήσει Αχέλ. 420· κλεφτάτους γάμους έκαμεν ετότες σκεπασμένους| απού τη νύχτα κι απ’ εμάς τους ίδιους σωπασμένους Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 618. 4) (Σε προσωποπ.): τ’ άστρα, τον ήλιο το λαμπρό, τη νύκτα, την ημέρα,| παρακαλώ ν’ αρματωθού, να ’ρθουν αντίδικά μου,| την ώρα οπ’ άλλος θέλει μπει πόθος εις την καρδιά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 182· έδειξεν τότ’ εξαστεριά ομοιώς κι ευδία μεγάλη| κι η νύκτα εκαλοφόρεσεν Απόκοπ.2 342. Η γεν. νυχτούς και η αιτιατ. εν. και πληθ. επιρρ. (οι χρ. ήδη αρχ.· βλ. L‑S, λ. νυξ I 1 ) = κατά τη διάρκεια της νύχτας: αρπαγμένη δεν έφερα προς εσέν, εγώ να την φταίσω, από το χέρι μου να την γυρέψεις κλεμμένη μερός και κλεμμένη νυχτούς Πεντ. Γέν. XXXI 39· Ετούτην την νύκταν βαρύν όνειρον είδα Διήγ. Αλ. V 47· Την νύκτα δ’ όλην έστεκε και μέθοδον γυρεύε Κορων., Μπούας 60· πουλίτσιν ήθελες γενεί να κιλαδείς τας νύκτας Ερωτοπ. 475. Εκφρ. α) καθημερνό και νύκτα =διαρκώς, πάντοτε: εγώ με τον Αρκίταν,| αφού στον κόσμον ζήσαμε, καθημερνό και νύκτα Θησ. ΙΒ΄ [258]· β) (η)μέρα(ν) (και) νύκτα(ν), νύχτα(ν) (και την ή τε και) (η)μέρα(ν), νύκτες και τες ημέρες, ημέρας τε και νύκτας, μερού - νυχτού (Πβ. ήδη αρχ. χρ., L‑S στη λ. I 1) = διαρκώς, πάντοτε· βλ. και ά. ημέρα 1β: να σε δουλεύω, αυθέντρια μου, νύκταν και την ημέραν Ερωτοπ. 304· Εσάς τους πέντε επάντεχεν ημέρας τε και νύκτας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 167· μάννα τρεις θυγατέρες,| ... τες εκανάκευε νύκτες και τες ημέρες Σκλάβ. 86· (με άρν.): ανέγνοιαστοι κι αμέριμνοι είν’ τούτοι, θυγατέρα,| γιαύτος δεν έχου ανάπαψη ουδέ νύκτα μηδέ μέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 688· ποτέ μηδέν οκνήσετε, μη νύκταν μηδέ ημέραν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 488· Πιστεύγω μεν εθρέφτην ποτέ ʼς δάσος| αλύπητο χτηνόν νύχτα ʼδέ μέραν| γιον τούτην απού κλιω στο σκιος κι εις ήλιον Κυπρ. ερωτ. 10621· γ) νύκτα πολλά = βαθιά χαράματα, πολύ πριν ξημερώσει: νύκτα πολλά τες σήκωνε (ενν. τις σκλάβες) πάντα εις την δουλεία,| όταν αρχή ακούετον του πετεινού λαλία Αιτωλ., Μύθ. 793.
νύμφη- η, Ερμον. Δ 270, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 551, Σφρ., Χρον. μ. 188, 10818, Φαλιέρ., Ιστ.2 459, Δωρ. Μον. XLI, XLII, Διγ. Άνδρ. 36130, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [54], Διγ. O 1475· πληθ. νυμφάδες, Θησ. ΙΑ΄ [71], Διγ. O 1472· νύφη, Σπανός (Eideneier) Α 475, 479, Β 221, D 1727, 1728, Χρον. Μορ. P 6288, Γράμμα κρ. διαλ. 7, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 217v, Πεντ. Γέν. XI 31, Λευιτ. XX 12, Δευτ. XXV 7, 9, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1068, Δ΄ 455, Ευρετ. Ερωτοκρ. 770508, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 600, Γ΄ 48, Ε΄ 164, 338, 339, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 202, 287, 350· πληθ. νυφάδες, Σπαν. (Ζώρ.) V 587, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 197v, Απόκοπ.2 230, 472, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 83, Ιστ. Βλαχ. 2842.
Το αρχ. ουσ. νύμφη. Ο τ. στο Meursius και σήμ.
1) α) Γυναίκα την ημέρα του γάμου της, νύφη: Χίκα, Μονωδ. 28· όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1374· ουδέ φλακή ουδέ σίδερα ουδ’ εκατό θανάτοι| θέλουσι κάμει να με πας σα νύφη στο παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 492· β) γυναίκα που μόλις παντρεύτηκε, νιόπαντρη: Βέλθ. 1040, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 666· πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα,| πόσα γοργό μ’ εκάματε νύφη γιαμιά και χήρα! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 486. 2) Γυναίκα, σύζυγος: Τζάνε, Κρ. πόλ. 7218· νύφη καλή, σαν έν’ και αυτός, να δω και να γυρέψω| ... να τον παντρέψω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 649· ετούτη η κοπελιά για νύφη τού ταιριάζει (ενν. του Φορτουνάτο) Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 431. 3) Μνηστή, μελλόνυμφη: Εσ’ είσαι νύμφη σήμερον και να το πεις ξεφεύγεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [864]· δε σκολάζει η γλώσσα του τα πλουμισμένα κάλλη| τσ’ όμορφης νύφης να επαινά με δόξα τση μεγάλη Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 152. 4) (Θρησκ.) έκφρ. νύμφη Χριστού = α) (προκ. για την Εκκλησία, για να δηλωθεί η συμβολική της ένωση με το Χριστό· βλ. Lampe, Lex. στη λ. Α): η Εκκλησία, η νύμφη του Χριστού Ροδινός (Βαλ.) 79· β) (προκ. για αγίες της χριστιανικής πίστης, για να δηλωθεί η συμβολική τους ένωση με το Χριστό· βλ. Lampe, Lex. στη λ. C): ωραιοτάτη εικών της πανσόφου και αγίας Αικατερίνης ... όντως νύμφη και αληθής βασίλισσα του νυμφίου και βασιλέως Χριστού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 158. 5) Σύζυγος ή μνηστή γιου: να γλύσει αυτός (ενν. ο Νώε) και η φαμελία του, ήγουν η γυναίκα του και τα παιδία του και οι νυφάδες του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 95v· μήτηρ ... έλα ... να ιδείς την καλήν μου, την νύμφην σου Διγ. Άνδρ. 33725· πάλιν τα παιδία σου, εάν τα υπανδρεύσεις,| θέλουν σε υβρίζει άσχημα οι δόλιες σου οι νυφάδες Σπαν. (Ζώρ.) V 470. 6) Σύζυγος αδελφού: έκανεν παιδί με την γυναίκαν αυτήν την νύμφη του, ήγουν την γυναίκα του αδελφού του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 256r· επαίρνω του αδελφού του γαμβρού μου την γυναίκα, ήγουν την νύμφην του Μαλαξός, Νομοκ. 298. Φρ. 1) Γίνομαι νύμφη με κάπ. = παντρεύομαι κάπ.: Ή πεθαμένη ή ζωντανή νύμφη μ’ εμέ να γένεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [I486]. 2) (Ε)παίρνω (για) νύφην, βλ. ά. επαίρνω 2 ε. 3) Λαμβάνω νύμφην = παντρεύομαι (πβ. και ά. λαμβάνω Φρ. 2γ): Την Αρμονίαν Κάδμος ουν ώδε λαμβάνει νύμφην Βίος Αλ. 2311. 4) Λαμβάνω εις νύμφην, βλ. ά. λαμβάνω Φρ 10· πβ. και ά. γυνή 4 φρ.
ξαναβλάπτω.- Από το επίρρ. ξανά και το βλάπτω. Η λ. και σήμ.
Βλάπτω κάπ. ξανά: έναν απού βλάψασι κι εκείνος τ’ απομένει,| να τονε ξαναβλάψουσι χειρότερα τυχαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 644.
ξαναγυρίζω,- Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [21], Διγ. O 336, 2280, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29025.
Από το επίρρ. ξανά και το γυρίζω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ (Μτβ.) ξαναφέρνω πίσω κ.: γύρισε τον πολύ θυμόν, καρδιά μου, την αντρειά σου| την πρώτη ξαναγύρισε να πάψει η μάνητά σου Ζήν. Δ΄ 138. Β´ Αμτβ. 1) Επιστρέφω, ξαναγυρίζω κάπου: πάλιν σε λίγον καιρό θέλει ξαναγυρίσω| στην Ρωμανία μετά σεν Διγ. O 685· εξαναγύρισε (ενν. ο πασάς) περίσσια μανιωμένος| κι ήλθε με πλειότερον λαόν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1897· (μεταφ.): ο ζυγωμένος Έρωτας με μάνητα μεγάλη| στο νου μου εξαναγύριζε κι επλήγωνέ με πάλι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 202. 2) Επανέρχομαι σε προηγούμενη κατάσταση: οι γράδες εις τα νιότα τως πάλι ξαναγύριζου Πανώρ. Α΄ 276· εις την τιμήν την πρώτην τους ξαναγυρίζουν (ενν. οι κάμποι) πάλιν Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [922]. 3) Αλλάζω γνώμη: Ο βασιλεύς μετανιώνει πως είπε κακόν διά τες γυναίκες και διά τούτο ξαναγυρίζει και τες επαινεί Μπερτόλδος 20. IΙ. Μέσ. 1) Επανέρχομαι· ανανεώνομαι: Όταν απέρασεν ο θυμός του βασιλέως έπεμψεν να ζητήξει τον Μπερτόλδον ... Και εκείνος έπεμψε να του ειπούν πως τα ξαναζεστωμένα άλογα και η ξαναγυρισμένη αγάπη ποτέ δεν ήτον καλά Μπερτόλδος 75. 2) (Μτβ.) μεταβάλλω (Βλ. και ά. ξεγυρίζω): Της ξενιτειάς την δούλεψιν πως εξαναγυρίστη Ιμπ. 12 κριτ. υπ.
ξαναλέ(γ)ω,- Πανώρ. Β΄ 477, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 475· αξαναλέ(γ)ω.
Από το επίρρ. ξανά και το λέγω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) α) Λέω κ. ξανά: Μα τώρα ξαναπέ μου το, είντα μου λες να κάμω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 725· λέγει το τέσσαρες φορές και πάλιν ξαναλέγει Σαχλ., Αφήγ. 403· (με σύστ. αντικ.): καλά ημπορεί να μουλλώσει να μηδέν αξαναπεί τίποτες Ασσίζ. 4194· β) ξεστομίζω πάλι: εκείνα που σου γροίκησα μην ξαναπείς ποτέ σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 730· Είπα σου, δάσκαλε, το πως γέρος πολλά δεν είμαι| και μην το ξαναπείς Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 178. 2) Εκ νέου αναφέρω, κάνω λόγο για κ.: Μα ’γώ, για να μην πει κανείς το πως περνά από μένα,| θέλω να της το ξαναπώ με λόγια μερωμένα Πανώρ. Γ΄ 376. 3) Διηγούμαι, περιγράφω πάλι: Δεν πρέπει να σου ξαναπώ τα πάθη μου ο καημένος Πανώρ. Α΄ 397. 4) Τονίζω, υπογραμμίζω πάλι: σου ξαναλέγω πάλι| το πως δεν είναι το πρεπόν ποτέ κανείς να βάλει| με δίχως γάμον κορασιάν σε γάμου νοστιμάδα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1047]· πάλιν του ξαναλέσι:| «ετούτο το πράγμα εμάς, αυθέντη, δεν αρέσει» Παλαμήδ., Βοηβ. 1311. 5) Ανταπαντώ, αποκρίνομαι πάλι: Μάλλιος, του ξαναλέγει η κορασίδα,| εμέ τυχαίνει μόνο απού ʼκ τον νόμον| στέκω αποφασισμένη Πιστ. βοσκ. V 2, 171. 6) Παρακαλώ, ικετεύω πάλι: πάλιν ξαναλέγουν του: «Ω υψηλότατέ μας,| για γροίκησέ μας των φτωχών ...» Τζάνε, Κρ. πόλ. 1943. 7) Αναφωνώ, κραυγάζω πάλι: μ’ αναστεναμούς πολλούς να ξαναλέγεις πάλι (παραλ. 1 στ.): «Ω μέρες μου και νύχτες μου ...» Πανώρ. Γ΄ 175. 8) Δηλώνω, βεβαιώνω πάλι: μα κουκορέξα κάνετε για να σας ξαναπούσι| τούτ’ οι φτωχοί για λόγου σας πως δε μπορού να ζιούσι Πανώρ. Δ΄ 91· πάλιν ξαναλέσιν του: «Ήξευρε, Αβραάμη,| τούτον, ας το ʼσαι θαρρετός, υιόν εσύ θες κάμει» Χούμνου, Κοσμογ. 1033. 9) Ξανατραγουδώ, τραγουδώ επανειλημμένα: Ήπαιρνε (ενν. η Αρετούσα) τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει| κι ερχίνισεν από μακρά ο πόθος να δοξεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 439. 10) Συμβουλεύω, νουθετώ πάλι: Διώξε τσι πρίκες, διώξε τσι, σου ξαναλέγω πάλι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 497. Β´ (Αμτβ.) εκ νέου αναφέρομαι σε κ., κάνω λόγο πάλι για κ.: Μα πάγω ʼς τσ’ Ερωφίλης μου, τ’ αμμάτια και το φως μου,| γι’ αυτή την άξα τση παντρειά να ξαναπώ απατός μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 360.
ξανανεώνω·- ξανανιώνω, Περί γέρ. 184, Κυπρ. ερωτ. 7544, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 423, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 415, Χριστ. διδασκ. 152.
Το μτγν. εξανανεόομαι (L‑S· λ. εξανανεόω στο Sophocl.). Ο τ. ξανανιώνω στο Βλάχ. (λ. ξανανοιώνω) και σήμ. Η λ. στο Somav.
Α´ Μτβ. 1) α) Ξανακάνω κ. καινούργιο· αναζωογονώ: Το μάκρος του καιρού τα πάντα παλαιώνει| και ο χρόνος όλα φθείρει τα, δεν τα ξανανεώνει Πένθ. θαν.2 562· Την ξεχασμένη μου μιλιά και την εμήν θωρίαν,| παρακαλώ σε (ενν. θεέ), φύλαξε, ξανάνιωσε σ’ εμένα Θησ. Δ΄ [474]· β) (ειδικ. προκ. για γεωργικές εργασίες, αμπέλι, κλπ.): Τέχνη πολλή και δύναμη και προκοπή μεγάλη| θε να ʼχει εκείνος ο γιωργός απού στο νου ντου βάλει| να ξανανιώσει τα παλιά, καινούργια να τα κάμει Πανώρ. Γ΄ 313· τ’ αμπέλι μου εξανάνιωνα με τσι καταβολάδες! Πανώρ. Γ΄ 316. 2) α) (Προκ. για άνθρωπο) ξανακάνω κάπ. νέο: Έδε γιωργός απ’ είχα ’σται να ξανανιώνω γράδες! Πανώρ. Γ΄ 315· β) (μεταφ.) κάνω κάπ. να νιώσει νέος, αναζωογονώ: Καλά μαντάτα! Αληθινά, Φόλα, εξανάνιωσές με| κι εμάκρυνες τη ζήση μου κι εκαλοκάρδισές με Στάθ. (Martini) Γ΄ 365· Όσο σιμώνω στη φωτιά και βράζει και κεντά με,| τόσο και ξανανιώνει με, γιατρεύγει και φελά με Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 258· γ) (προκ. για πνευματική ανανέωση): η αληθινή πίστις ... διαμέσου της ακοής του θείου λόγου ... έστοντας και να ενεργά εις τον άνθρωπον, τον ξαναγεννά και τον ξανανιώνει εις νέον άνθρωπον Χριστ. διδασκ. 98. 3) (Προκ. για πόλη, χώρα) κάνω να ακμάσει ξανά: Μα ʼχω τα θάρρη μου σ’ εσέ (ενν. Θεέ μου) για να με λευτερώσεις| και να μου δώσεις στόλισιν και να με ξανανιώσεις (έκδ. ξαναγνώσεις· διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 597 [= Ξανθ., Μελετ. 258]). Τζάνε, Κρ. πόλ. 4378. Β´ Αμτβ. 1) α) Γίνομαι ξανά νέος: μη θαρρείς έναν καιρό, σαν απομείνεις γραία,| Πανώρια, κορασίδα μου, πως ξανανιώνεις πλέα Πανώρ. Γ΄ 142· τόση δροσάν εις την καρδιά γνωρίζω τη δική μου| απού, θαρρώ, εξανάνιωσε σήμερο το κορμί μου Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 80· β) (προκ. για φίδι): ο όφης, ήγουν το φίδι, ξανανεώνει και όταν γεράσει και θελήσει να ξανακαινουργώσει, ... υπάγει εισέ στενώματα και εντριμώνεται απόκει και μένει το δερμάτι του και αυτός ξανακαινουργώνεται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 60r· γ) (προκ. για δέντρα): γιατί από κλώνους έμορφους αεί εξανανιώναν (ενν. τα δένδρα),| απλώνοντά τους έμορφα στο ύψος και τριγύρου Θησ. ΙA΄ [205]. 2) (Μεταφ.) νιώθω πάλι νέος, ακμαίος: ας απακούσει (ενν. η Αρετούσα) σήμερο ʼς τούτα που τση μιλούσι (παραλ. 3 στ.) να ξανανιώσει ο κύρης της, να ξανανιώσει η μάννα,| οπού τσι κρίνει ο λογισμός και ζωντανοί αποθάνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε' 359· μου φαίνεται απατά κι είσαι ξανανιωμένος,| ωσάν ξυλάθρωπος παλιός ξαναζγουραφισμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 481· η κουρασμένη μου ζωή να ξανανιώσει αντάμι| με τα εγγονάκια μου απ’ εσύ κι ο γιος μου είχετε κάμει Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 497. 3) Γεννιέμαι δεύτερη φορά, ξαναγεννιέμαι: είχεν (ενν. η ζγουραφιά) εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνει,| καίγεται κι άθος γίνεται και πάλι ξανανιώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 254. 4) (Προκ. για κάλλη) επανέρχομαι στην πρώτη μου ακμή (Για τη σημασ. βλ. Κριαράς [Πανώρ. σ. 263, λ. ξανανιώνω]): Ζιμιό άφησε τα βάσανα και πιάσ’ τον πόθο πάλι| να δεις πώς ξανανιώνουσι τα πρωτινά σου κάλλη Πανώρ. Γ΄ 306.
ξανανοίγω.- Από το επίρρ. ξανά και το ανοίγω. Η λ. και σήμ.
(Αμτβ.) (προκ. για πληγή) ερεθίζομαι· (εδώ) αιμορραγώ ξανά: Έν ’τον (ενν. τον Φιλόγονο) εδώ που πρόβαλε· να τονε δω φοβούμαι| και την πληγή οπού μου ʼκαμε στο στήθος μου ’ντηρούμαι| μην ξανανοίξει, να γενεί κι εδά σαν τότες βρύση| και τούτους όλους αίματα τσι τόπους να γεμίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 331.
ξαναπά(γ)ω,- Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 192.
Από το επίρρ. ξανά και το πά(γ)ω. Η λ. ξαναπάγω στο Somav. (λ. ξαναπαγαίνω). Η λ. ξαναπάω και σήμ.
Πηγαίνω για δεύτερη φορά (σε κάπ.): πάλι ξαναπάσινε (ενν. οι μπασάδες), του γενεράλε λέσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5387.
ξαναρχίζω,- Πικατ. 558, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1034, Διγ. O 261, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2915.
Από το επίρρ. ξανά και το αρχίζω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Α´ (Μτβ.) αρχίζω να κάνω κ. ξανά, κάνω κ. πάλι από την αρχή: τον πόλεμον θέλω να ξαναρχίσω Αχέλ. 1639· δεν είναι μπορετό να ξαναρχίσω ...| να δηγηθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 27· Α ξαναρχίσου το χορό οι πάγοι μας να δώσου| χαρά ... Ζήν. Ε΄ 143. Β´ (Αμτβ.) αρχίζω ξανά: Κλάμα πολύν εγίνηκε και θρήνος ξαναρχίζει Διήγ. ωραιότ. 915· (εδώ προκ. για έκρηξη ηφαιστείου): πάλε εις τις είκοσι του αυτού Δεκεμβρίου εξανάρχισεν (ενν. η φλέγα) και εσήκωσε ολίγον και ελαφρό ... και πάλιν εσκόλασε Διήγ. πανωφ. 60.
ξαναχαρίζω.- Από το επίρρ. ξανά και το χαρίζω. Η λ. και σήμ.
Χαρίζω πάλι κ. α) (εδώ σε μεταφ.): αν την ολοσκοτώσει (ενν. η αγάπη την καρδιά),| μπορεί ακομή τη ζήση| να την ξαναχαρίσει Πιστ. βοσκ. I 1, 169· β) (με σύστ. αντικ.) δίνω ξανά την ευχή, τη συγκατάθεσή μου: Δεν τυχαίνει| τη χάρην οπού μια φορά, σαν ξεύρεις, χαρισμένη| σὄχω αποστά σε γνώρισα να σου ξαναχαρίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 335.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- μόρ., Προδρ. IV 22, Ασσίζ. 9325, 21931, Χρον. Μορ. P 468, 3531, Λίβ. Sc. 1544, Λίβ. Esc. 2386, Λίβ. (Lamb.) N 176, Αχιλλ. N 1317, Αχιλλ. O 115, 220, Χρον. Τόκκων 59, 771, Μαχ. 705, 32221, Απόκοπ.2 89, Χρον. σουλτ. 5728, Κυπρ. ερωτ. 96, 363, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 410, Β΄ 13, 247, Γ΄ 126, Δ΄ 409, Ε΄ 127, Ερωφ. Ιντ. α΄ 28, Ιντ. β΄ 80, Ιντ. γ΄ 67, Ιντ. δ΄ 16, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 345, Β΄ 115, Γ΄ 150, Δ΄ 565, Ε΄ 667, Στάθ. (Martini) Β΄ 122, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 98, Β΄ 462, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2381, Ζήν. Β΄ 164, κ.π.α.· ναν, Πιστ. βοσκ. V 2, 103, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 166 δις, Ευρετ. Ερωτοκρ. 765390· νε, Ασσίζ. 41517.