Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- από (I),
- πρόθ., Φυσιολ. (Karn.) Μ 326, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 249, Σπαν. (Hanna) Α 18, 131,164, 524, 532, 551, Β 124, 347, Σπαν. (Ζώρ.) V 69, Σπαν. (Hanna) V 122, 126, 167, Σπαν. (Hanna) Ο 53, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 457, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 493, 626, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 120, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 18, III 45, Καλλίμ. (Κριαρ.) 193, 284, 2271, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 156, Ασσίζ. (Σάθ.) 611, 75 , 8921, 1443, 18711, 40030, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53720, Ορνεοσ. άγρ. (Hercher) 51924, 53714, 5392, Διγ. (Mavr.) Gr. IΙΙ 266, IV 131, 926, VIII 43, 185, Διγ. (Hess.) Εsc. 136, 138, 1316, 1589, 1759, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2835, Διγ. (Καλ.) Α 1440, 2113, 3759, Βέλθ. (Κριαρ.) 71, 248, 249, 328, 405, 530, 538, 566, 700, 714, 914, 1213, 1277, Εβρ. έλεγ. (Παπαγ.) 174, Ερμον. (Legr.) Λ 70, Ν μετά στ. 392, Ξ 73, 105α, Ψ 317, Χρον. Μορ. (Καλ.) Η 439, 940, 1255, 1599, 1675, 1713, 2562, 2738, 2827, 2918, 3531, 4969, 5797, 6107, 6534, 6549, 7290, 7625, 8420, 8683, Χρον. Moρ. (Schmitt) Ρ 3865, Πουλολ. (Krawcz.) 213, Βίος Αλ. (Reichm.) 3661, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 1264, Σπαν. (Ζώρ.) V 41, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 275, 400, Περί ξεν. (Wagn.) V 31, 404, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 133, Λίβ. (Μαυρ.) P 61, 1867, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2213, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1077, 3262, 4019, Λίβ. (Lamb.) N 46, 155, Λίβ. (Wagn.) N 838, 1889, Αχιλλ. (Haag) L 284, Αχιλλ. (Hess.) N 39, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 106, 149, 266, 347, Ιμπ. (Κριαρ.) 178, 233, 434, Γράμμ. κρ. διαλ. (Μανούσ.) σ. 7, Χρησμ. (Trapp) I207, V3, VI28, VII14, IX11, Φυσιολ. (Zur.) I 2α5, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 803, 25410, 3204, 3729, 57822, 38626, 42010, 42214, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 628, 83, 10, 23, 1010, 34, 1212, 28, 31, 1418, 29, 32, 1082, 1149, 1244, 26, 1264, 12617, 12829, Θησ. (Foll.) I 125, Θησ. (Schmitt) 339 IV 5, Ch. pop. (Pern.) 20, 30, Καραβ. (Del.) 49226, 49316, 30, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 197, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 683, Βουστρ. (Σάθ.) 414, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 46, 53, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 92, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14715, 14811, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) 16, Σαχλ. (Vitti) N 93, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 771, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 3, 13, 31, 120, 197, 448, 479, 485, 487, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 356, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 212, 343, 344, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 10, 360, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Πεντ. (Hess.) Γέν. IΙΙ 1, VIII 8, XIV 20, XX 6, XXVII 30, Έξ. I 9, XIV 5, XXX 2, Αρ. XIII 25, XXII 16, 23, XXIV 11, XXXIII 8, Δευτ. IX 1, XX 1, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 511, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 7916, 12425, 1497, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 636, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 282, 1307, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 78, Β΄ 98, 387, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 188, 209, 453, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 397, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 195, 440, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 754, Γ΄ 696, 1501, Στάθ. (Σάθ.) Πρόλ. 19, Α΄ 239, 272, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, 55, 67, Ροδολ. Α΄ [68], Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 76, 428, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [506], χορ. δ΄ [8 ], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 38, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, 77, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 670, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 26017, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 10· ’πό, Διγ. (Καλ.) A 1908, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 393 (μετά διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180· έκδ. παραλ.), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 33, 1003, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 295, 468, 803, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 222, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44525· αποτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 740 χφ V· απού, Ασσίζ. (Σάθ.) 828, 129, 2125, 3114, 4131, 5531, 8327, 924, 934, 9710, 10618, 1092, 1272,1446, 2203, 3122, 34022, 3526, 38829, 40130, 4145, 4212, 4619, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1357, Μαχ. (Dawk.) 223, 226, 3826, 701, 19631, 25410, 3404, 36231, 36417, 4066, 45615, 47211, 52235, 6064, 60832, 62011, 16, 63038, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 137, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 28, 1513, 1613, 248, 578, 588, 766, 771, 805, 9131, 923, 9361, 9914, 22, 10823, 10930, 38, 11030, Αχέλ. (Pern.) 310, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 447, Γ΄ 180, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 42, Α΄ 488, Β΄ 254, 385, 410, Γ΄ 272, Δ΄ 120, Ιντ. δ΄ 109, Ε΄ 142, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 208· III 6, 8· V 6, 329, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 85, Επιστ. Ηγουμ. 168, 175, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 217, 314, 507, 512, 565, 732, 919, 926, 1200, Β΄ 1283, Ε΄ 470, Θυσ. (Μέγ.)2 24, 31, 288, 814, 1079, Στάθ. (Σάθ.) Ίντ. α΄ 11, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9, 66, 173], Δ΄ [119], Ε΄ [272], Ροδολ. Α΄ [344], Ε΄ [588], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) II 12, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 144, Γ΄ 57, Δ΄ 407, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 59, Β΄ 196, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 634, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 28714, 3038, 5473, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8022, Αλφ. (Mor.) III 48· ’πού, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 211, 2, 325, 351, 592, 643, 9232, 9444, 965, 10624, 1073, 25, 11031, 34, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 32217, 3787· απέ, Ιων. (Hess.) 2168, Ασσίζ. (Σάθ.) 49, 1521, 1612, 1923, 2214, 3516, 27, 386, 391, 413, 12, 4514, 4710, 5114, 552, 6416, 653, 6915, 803, 6, 8, 11, 8230, 889, 8921, 9022, 9121, 9831, 1098, 11415, 1214, 12413, 12721, 14217, 15028, 15227, 15422,1593, 16322, 17622, 1784, 17922, 2286, 23711, 25413, 2618, 27121, 28227, 30226, 3049, 32329, 3414, 35318, 3591, 3624, 3777, 41024, 4137, 41524, 4166, 13, 4219, 17, 4234, 4799, 4813, 5217, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52014, 55125, 57714, Βέλθ. (Κριαρ.) 574, 978, Ακ. Σπαν. (Legr.) 167, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 138, 153, 572, 641, 687, 794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570, 3175, 6519, 6864, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4159, 4901, 6226, 6687, 6808, 8967, Πτωχολ. (Schick) P 144, Διήγ. Βελ. (Cant.) 23, Φλώρ. (Κριαρ.) 74, 108, 306, 547, 681, 730, 896, 916, 1020, 1064, 1082, 1454, 1549, 1617, 1797, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 317, Απολλών. (Janssen) 770, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4207, Λίβ. (Lamb.) N 155, Λίβ. (Wagn.) N 247, 1631,1948, 2167, 2405, Αχιλλ. (Hess.) L 271, 582, 713, Αχιλλ. (Hess.) N 278, 316, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 13, 477, Ιμπ. (Κριαρ.) 209, 343, 358, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1392, Ανακάλ. (Κριαρ.) 11, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 120, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 191, 423, Μαχ. (Dawk.) 48, 22, 64, 1020,1823, 2013, 2622, 3812, 18631, 30626, 3641, 37032, 34, 37237, 41223, 43611, 4664, 46835, 48232, 53221, 55815, 59014, 67626, Θησ. (Foll.) I 5, 30, 58, 63, 64, 75, 96, 132, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 127, 154, 192, Β΄ [96], [104], Βουστρ. (Σάθ.) 413, 417, 452, 456, 46828, 50223, 51921, 53411, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 704, Πικατ. (Κριαρ.) 417, Συναξ. γυν. (Krumb.) 99, 871, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 6, 9, IV 13, XVI 2, XXVI 10, Αρ. X 12· ’πέ, Αχιλλ. (Hess.) L 1134, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 128· απ’ (μπροστά από φωνήεν), Σπαν. (Hanna) V 24, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 1818, Διγ. (Καλ.) A 242, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 378, Απολλών. (Wagn.) 550, Λίβ. (Lamb.) Esc. 974, Λίβ. (Lamb.) N 836, 841, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 33, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (έκδ. αποκάτω· διόρθ. Ειδική Χρήση: Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10, σε απ’ εκατόν), Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 418, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 62, Λίμπον. (Legr.) 68 κ.ά.· απ’ (μπροστά από τ), Χρον. Τόκκων (Schirò) 2009, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Γ΄ 67· ’π’ (μπροστά από φωνήεν), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 50, Λίμπον. (Legr.) 262, κ.ά. ’π’ (μπροστά από σύμφωνο), Αλφ. (Κακ.) 1158· αφ’ (μπροστά από τ), Βέλθ. (Κριαρ.) 442, 1154, 1279, 1312, Σωσ. (Legr.) 53, 73, Χρησμ. (Trapp) I 302, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 419, 428, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 32, 408, 459, 460, 493, 637, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8636, Διγ. (Lambr.) O 722, 1705, 2414.
Η αρχ. πρόθ. από. Για τη νεωτερ., ιδίως τη νεοελλην. χρ. της, βλ. Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. Για τους τ. της βλ. επίσης Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478, Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910/11,83 και ΙΛ στη λ., ετυμολ. Για την παλαιότ. σύνταξη και χρ. της πρόθ. βλ. Hatzid., Einleit. 224 Jannaris, Hist. Gramm. 373, Raderm., Neutest. Gramm. 21925, 143, Treu (Aus der Byz. Arbeit der DDR 1, 1957, 17-23), Mihevc (Ziva antika 15, 1966, 355), Lampe, Lex. στη λ. VI και Sophocl. στη λ. 13. Για τη σημερ. σύνταξη της απόβλ. ΙΛ στη λ. (ετυμολ.) και για τη χρ. της με γεν. σε ορισμένες νεοελλ. εκφρ. βλ. Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 221. Για τον τ. απού μπροστά από τ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 388. Η άποψη του Ξανθ. ορθότερη.
1) α) Απομάκρυνση από πρόσωπο, τόπο, πράγμα, ενέργεια, κλπ. (Η χρ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. IΙΙ, Lampe, Lex. στη λ. I Α2, Sophocl. στη λ. 5 και σήμ.,ΙΛ στη λ. Α14α [α]): έκλινεν το μουλάρι από τη στράτα Πεντ. Αρ. XXII 23· να τον διώξουν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 2286· σηκώνετ’ αφ’ την κλίνην του Διγ. O 1705· με το γλυκύν το δείσ σου δώσ’ μου θάρος| … και θέλει λείψειν απού μεν ο χάρος Κυπρ. ερωτ. 9922· οι Γενουβήσοι, διά να μηδέν δράξουν τον ρήγα απού τα χεργία τους οι Βενέτικοι εις το έλα του, αρματώσαν ϛ΄ κάτεργα Μαχ. 6064. τώρα είναι καιρός να μού βουθήσετε και να με αποβγάλετε απέ το πρόσωπον τους Γενουβήσους Μαχ. 53221· Σηκώσου απού τα πόδια μου, τίβοτας μη φοβάσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 109· ώσπερ από πορνείαν φεύγε, (ώ) υιέ, ώσπερ από φαρμάκι Σπαν. O 53΄ και το καλό απού το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις Ερωτόκρ. A΄ 1200· έβγαλε τέτοιο λογισμό απού την όρεξή σου Θυσ.2 814· από τα μάτια μου εχάθηκεν το ’λάφιν Απόκοπ. 13· και είπεν ή Σαρράι … εμπόδισε με ο Κύριος απέ του γεννήσει Πεντ. Γέν. XVI 2· απεστείλαμε (= ελευθερώσαμε, απαλλάξαμε) το Ισραέλ από να μας δουλέψουν Πεντ. Έξ. XIV 5· Αρ. XIII 25· φρ. (1) βγάνω από τον νουν μου, την όρεξη, κτλ. =λησμονώ: απολησμόνει το γουργόν, έβγαλ’ τ’ από τον νουν σου Σπαν. B 347· Θυσ.2 814· (2) βγαίνω από τον νουν μου = τα χάνω, σαστίζω, γίνομαι «αλλόφρων»: απέ τον νουν του έβγαινεν απέ τόν πόνον οπού είχεν Θησ. I 58· Ιμπ. 178· (3) βγαίνει (κάτι) από τον νουν μου = ξεπερνά το μυαλό μου, δεν το θυμούμαι: εις το με βιάζεις να σε πω τούτο πότες εγίνη | λανθάνομ’ από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει Απόκοπ. 448· (4) βγαίνω από τα πρόσωπα του … και συνεπαίρνω από τα πρόσωπα = απομακρύνομαι, φεύγω από (κάποιον) Πεντ. Γέν. XXVII 30, Αρ. XXXIII 8· (με επιρρ. όπως έξω, μακρά, παρέξω, πέρα, κλπ.): είσ’ άπ’ την περηφάνεση μακρά του κόσμου …| τη σκοτεινή Ερωφ. Αφ. 50· σκλερόν είναι πολλά να παραδώσω| έξ’ άφ’ την δούλεψήσ σου Κυπρ. ερωτ. 8636· Αχιλλ. L 582· Διακρούσ. 8022· Ασσίζ. 828· ξεχωριστά από = εκτός από: Πόσες φτωχές εκακομοιριαστήκα| ξεχωριστά ’πού τσ’ άνδρες που πιαστήκα Λεηλ. Παροικ. 634· β) απόσταση (Η χρ. μτγν.· βλ. Κριαρ., Ελλην. 12, 1953, 378): απεξέβηκαν ως από μίλιν ένα Διγ. Esc. 1316. 2) Απαλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 110· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I C1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 13): εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1020· Χάρε, … απού τα τόσα πάθη λύτρωσέ με Κυπρ. ερωτ. 578, σ’ έβγαλεν ο Θεός άφ’ τον ζυγόν τον ένα Γεωργηλ., Θαν. 408· Σπαν. A 532· Ασσίζ. 6915· Θρ. Θεοτ. 119· Ερωφ. Δ΄ 120· Διγ. O 2414. 3) Στέρηση (Η χρ. και παλαιότ., Sophocl. στη λ. 9): ακληρήθη η αρχόντισσα, η ντάμα Μαργαρίτα,| από το κάστρον κι αφεντίαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7625· οι Τούρκοι ωσάν είδασι κι ήτονε νικημένοι| κι απού τα τείχη έρημοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28714· λείποντας ξύλ’ απού το καμίνι Ροδολ. Ε΄ [272]· Γεωργηλ., Θαν. 197· Ριμ. Βελ. 683, Πεντ. Αρ. XXIV 11. 4) Αλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 19 και Lampe, Lex. στη λ. I D2): δύνεσαι απού νεκρόν να μ’ αναστήσεις Κυπρ. ερωτ. 588. 5) α) Προέλευση από πρόσωπο ή τόπο (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4 και III 1b, 5· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. IV, Lampe, Lex. στη λ. ΙΙb και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): επήρεν ορισμόν η άγια δέσποινα Ελένη … απέ τον υιόν της Μαχ. 48· επερίλαβεν τίποτες απέ τον απεθαμένον Ασσίζ. 17922· το θάνατό μου επήρα (παραλ. 1 στ.) απού τον απονώτατο τον ίδιον αδερφό μου Ερωφ. Γ΄ 272· απέ γυναίκα τίποτε τόσον κακόν ούκ ήλθεν Πόλ. Τρωάδ. 794· ο κοντοσταύλης … εστράφην απού την Κερυνίαν Μαχ. 36417· ως αστραπή ’π’ Ανατολής τρέχει να πάει στην Δύσην Κορων., Μπούας 50· να φέροσι τον Μουσταφάν από τον Μυζήθρα Σφρ., Χρον. μ. 1212· τότες απού το χάλασμα βγαίνουν οι αντρειωμένοι Ερωτόκρ. Α΄ 565· βάλε και καβούρους από ποταμού και κρασί και ας βράσουν Σταφ., Ιατροσ. 249· να δω παιδία έμορφα ’πέ (έκδ. απέ· διορθώσ.) τα εδικά σας μέλη Αχιλλ. L 1134· Κυπρ. ερωτ. 766· Αχιλλ. O 33· εκφρ. (1) από λόγου μου = από δικό μου, εγώ ο ίδιος, από δική μου πρωτοβουλία: λάλησε και από λόγου σου· είπε τους πονεμένους Απόκοπ. 487· Όρα τί είπαν οι πρέσβεις τον Αχιλλέαν από λόγου τους χάριν διδασκαλίας Ερμον. Ν τίτλ.· (2) από δικού μου = εγώ μόνος μου (πβ. το αρχ. άφ’ εαυτού, L‑S στη λ. Α6): ας το λογιάσει κι ας το δει κι από δικού ντ’ ας κρίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1501· (3) από ’ξαυτόν μου ή από ’ξαύτου μου = από εμένα, από κοντά μου: Γιατί κυρά μου φεύγει απού ’ξαυτόν μου,| ήλθα, πουλλιά, μ’ εσας να καταντήσω Κυπρ. ερωτ. 771· Κυπρ. ερωτ. 1513· (4) από μέρους μου, από το μέρος μου, από την μεριάν μου ή απέ την μερίαν = από μέρος μου, στη θέση μου (πβ. Lampe, Lex., λ. μέρος D7a): είπες του από το μέρος μου αν χρήζει πλέον φουσάτα,| ας έχω είδησην μικρήν κι ευθέως να του αποστείλω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6549· (5) (και με το σύνδ. ως) ως από = σαν από: ως από λόγον μας γραφές αυτές βάστα μετ’ εσού Απόκοπ. 485· (6) οι από ξένης = οι ταξιδιώτες, οι οδοιπόροι Λίβ. Sc. 2213· (7) (με επιρρ. όπως απέσω, από πάνω, μέσα, πάνω) απέσω απέ = μέσα από: ως ήλιος εμπρόβαλεν απέσω απέ το νέφος Αχιλλ. L 271· (8) μέσα από = από: ας μπαίνει ο ένας έκ τ’ άλλου μέσα απού την αγκάλη Ροδολ. Γ΄ [66]· έλεγες ότι αστράπτουσιν από το χιόνι μέσα Λίβ. N 889· (9) απ’ όνομα· βλ. ά. όνομα Έκφρ. 2· (10) πάνω από = από: αρχίσανε οι λουμπαρδές ’πού τα καράβια πάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3787· (11) αποπάνω από = από: αποπάνω από το παλούκι πολλά τους ονειδούσεν και έβριζεν Συναδ., Χρον. 29· β) εξουσιοδότηση, εντολή (Για την έκφρ. ως από προσώπου ή ως εκ προσώπου στην επιστολογραφία βλ. Τωμ., Βυζ. επιστολογραφία 3 Γ΄ 95-6 και Τωμ., Αθ. 64, 1960, 8-11): τιμητικά τόν χαιρετούν (ενν. τον βασιλέα) από τους κεφαλάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570· Αφέντη, εγώ λαλώ σου από τον ρήγαν ότι εσού ήσουν η αφορμή … Μαχ. 3201· παρακαλούν και λέγουν τον … απέ τον ρήγαν Ιμπ. (Wagn.) 371· ου λέγω εξ εμού άλλ’ από της κυρας μου, … Χρυσάντζας της ωραίας Βέλθ. 914· 6) Καταγωγή (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III Ια και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): αν ένι γνήσιες και από ενού πατρός και απέ μιας μητρός Ασσίζ. 42117· ψουμάτους καβαλάρηδες απού μεγάλην γενιάν Μαχ. 3404· Ημεις γάρ ευρισκόμεθα από γενεάς μεγάλης Διγ. Esc. 136· Γνωρίζω τη, και πούρι δα δεν είμαι απού τα όρη Φορτουν. Α΄ 144· Ασσίζ. 889· Διήγ. Αλ. V 53· Κατζ. Ε΄ 209. 7) α) Αφετηρία (ιδίως χρον.) ήδη από … (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. II, Lampe, Lex. στη λ. II A3, Sophocl. στη λ. 4· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14β [α]): απέ κείνην την ημέραν ευρίσκουνταν καβαλάρηδες εις την Κύπρον Μαχ. 55815· απού την πρώτ’ αργατινή πού ’παίξε το λαγούτο| ελόγιασά το κι είπα το: για μένα είναι τούτο Ερωτόκρ. A΄ 919· οι άνθρωποι του νόμου απού ιδ΄ ετών και η γεναίκα απέ ιβ΄ ετών ημπορούν καλά να ποίσουν διαθήκην Ασσίζ. 40130· απέ το τάρμενον τών ζ΄ ημερών Ασσίζ. 14217· εποίκαν … διαλαλημόν: «Πάσα άνθρωπος απού ιε΄ χρονών και απάνω να έλθουν να τους δώσουν όρδινον» Μαχ. 36231· απέ ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· Κατζ. Β΄ 387· εκφρ. (1) από την πρώτη = ήδη από την αρχή: αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον απού την πρώτη,| μα εδά ’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη … Ερωτόκρ. Α΄ 314· (2) από καιρό(ν) = όπως και σήμ.: ερώτουνα (διορθ.) και από καιρό μου ’λεγες κ’ ήχασές το Στάθ. Α΄ 239· Κυπρ. ερωτ. 9131· σώζεται όμως και η σύνταξη με γεν.: από καιρού, Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 501· β) (αφετηρία με δήλωση και τέρματος)· από … έως (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. I 8, Sophocl. στη λ. 5β): τα κάγκελα εξηλώθησαν άπ’ άκρας έως άκραν Προδρ. I 82· απέ το Νίκλι έως την Λακιδαιμονίαν ένι δασώδης τόπος Χρον. Μορ. P 6687· επηγαίναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον με τα κτηνά τους να εύρουν νερόν Μαχ. 226· είδαμ’ από γης ως γή τον άθρωπο να πέσει Ερωτόκρ. Α΄ 754· ξεφάντωσ’ απού το ταχύ ως το βραδίν εκράτει Ερωτόκρ. Α΄ 512· έριξεν τες σαγίτες της απ’ ύστερην ως πρώτην Απόκοπ. 418· Βέλθ. 366· φρ. (1) (Προκ. για κτήριο και με ρ. όπως κατεδαφίζω, αφανίζω, κλπ.) από τα θεμέλια — συθέμελα, σύριζα· εντελώς, ολοκληρωτικά (πβ. το αρχ. και μτγν. εκ θεμελίων και το σημερ, από θεμελίου· για το τελευταίο βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501): Κατηδάφισαν … και το του αγίου Δημητρίου μοναστήριον από τα θεμέλια Ηπειρ. 25116·. (2) (Με ρ. όπως ποιώ, κτίζω, κλπ.) απού γής = από τα θεμέλια: όρισεν και εποίκαν εκκλησίαν απού γης Μαχ. 3826· Μαχ. 701·. (3) Αποκάτω από τον πάτο = σύριζα· ολοκληρωτικά: την χώραν την αφάνισεν ’πουκάτω ’πού τον πάτο|· τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 197. 8) Διαμέσου τόπου (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14α [β]): ας υπαγαίνωμεν … από της στερέας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1599· τα έστελναν … εις την Κωνσταντινούπολη από θαλάσσης Διήγ. Αγ. Σοφ. 14811· έφυγαν και επεράσαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 25413· από το πόρτο τσ’ Άγουσας εβγαίνει| τότε και από τη Μύκονο παγαίνει Λεηλ. Παροικ. 670· περάσαντος τον Παϊζίτη από το επάνω Στενόν εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1231. 9) Εξάρτηση (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κρέμμασεν και κείνον απέ τα ποδία Βουστρ. 456· απέ το χέριν τόν κρατεί Φλώρ. 1454· ’πού τα μαλλιά τες σύρνουσιν Θρ. Κύπρ. M 765· βουηθάτε μου να σηκωθώ· κράτει μ’ απού το νώμο Θυσ.2 1079· τόν ανακρεμάσαντα τον ουρανόν από της γής Φυσιολ. M 326. 10) Ύστερα από, μετά (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· και παλαιότ. βυζ., Lampe, Lex. στη λ. I Bl, Sophocl. στη λ. 6· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14 β [δ]: από θανάτου του ρέ Πιέρ … αρμάστην με τον υιόν του πρίντζη Μαχ. 57822· Ασσίζ. 40030· Η Σωφροσύνη απ’ αυτήν (= μετά τη Δικαιοσύνη) ανέβη εις γήν ολίγον Λίβ. Esc. 974· Λίβ. N 836, 841· έκφρ. απέ τούτον (ουδ.) = κατόπιν· έτσι: παρακαλεί σας να πιάσετε την εζήτησήν του, αν φανεί της αυλής. Και απέ τούτον εμπαίνει εις την αυλήν Μαχ. 30626. 11) Ποιητ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V 6, Lampe, Lex. στη λ. III Β και Sophocl. στη λ. 1· και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): Κατεφρονέθης απ’ εμού, δέσποτα αυτοκράτορ Διγ. A 242· απέ τους αρχιερείς Λατίνων να χειροτονούνται διάκονοι Μαχ. 2622· αφ’ τον Θεόν και αφ’ τους αγιούς τέλεια ευλογημένος Γεωργηλ., Θαν. 493· απ’ ολωνών των βασιλιών του κόσμου ζηλεμένος Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 62· Πιστ. βοσκ. I 2, 208· Κυπρ. ερωτ. 1073. 12) Αναγκ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 6· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. VI και 3, Lampe, Lex. στη λ. II Α2· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): Μιαν από κόπου νύσταξα να κοιμηθώ εθυμήθην Απόκοπ. 3· μίαν σκλάβαν απού πέφτει απού κακήν αρρωστίαν Ασσίζ. 4131· από την αστένειαν σου πολλά το λυπούμεθαν Μαχ. 3729· απού την πείνα την πολλή συχνιά το νου μου χάνω Φορτουν. Γ΄ 57· από νερό διψούσαν Αιτωλ., Μύθ. 511· ήρξατο από πόνου του τα τέτοια να τον λέγει Λόγ. παρηγ. L 457· Πολλά ’μαι κουρασμένος ’πό τα όρη Βοσκοπ. 222. από άμετρου και πολλής πεσούσα αθυμίας| επί του νέου συμπαθώς εξέπνευσεν η κόρη Διγ. Gr. VIII 185· εξέβηκα από λύπης μου και κόσμον περιεπάτουν Λίβ. N 46· τρέμει αφ’ τον φόβον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 428· απέ τας πικρίας λιγνεύω Συναξ. γυν. 871· Αν είχεν είσταιν χιόνιν, ώ κυρά μου,| έλυεν απού τον πόθον κι αχ την βράστην Κυπρ. ερωτ. 10938· ο πλούτος, το λογάριν σου ως άνεμος παγαίνουν,| λαχαίνουσιν και χάνονται από φωτιά ή κούρσας Σπαν. V 41· περί των πραγμάτων τών να ρίξουν εις την θάλασσαν από κακού καιρού Ασσίζ. 75· απέ τον μέγαν πλούτον τόν είχαν εκαταφρονούσαν τους λας Μαχ. 4664· επίασε το Εξαμίλιον και έκτισεν αυτό, κακώς δε από της συντομίας Σφρ., Χρον. μ. 12829· απού το δείσ σου πάντα μαρτυρίζω, αλλ’ όμως ο φτωχός πάντα ποθώ το Κυπρ. ερωτ. 9914· είχα εις τον νουν μου| να οικοδομήσω εκκλησίαν, να ποιήσω μοναστηρι κι ουδέν το εκατευόδωσα από τες αμαρτίες μου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2738· Δεν έχω παραπόνεσην ’πού σέναν,| άμμε ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· ποντίκιν κακορίζικον από την κακοτύχην Πουλολ. 208· Σπαν. (Hanna) V 122· Σπαν. A 18, 524· Προδρ. Η G 18· Ασσίζ. 1092, 1272· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2918, 8420· Λίβ. Esc. 4019· Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 419· Γεωργηλ., Θαν. 32· Κυπρ. ερωτ. 1613, 248· Σκλάβ. 183· Αχέλ. 310· Κατζ. Α΄ 78, Β΄ 98, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 453, υμείς από κάπου εστέ και από οδού πολλής Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 13927· (με το σύνδ. ως) ως από ομαλότητος και του πολλού του κάλλους| ύδωρ εμφαίνειν πεπηγός και καθαρώτατόν τε Διγ. Τρ. 2835· Απόκοπ. 120· έκφρ. απέ τούτο = γι’ αυτό Ασσίζ. 8921. 13) Αφαίρεση από το όλον (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. 16· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I A1, I D1, καθώς και Psich., Qu. tr. 862· και σήμ., ΙΛ στη λ. AΙΙ): αυτή δε ήτο ονομαστή από τους ανδρειωμένους Διγ. A 3759· πολύν φουσάτον σύντριψαν οι Τούρκοι απέ τους Ούγγρους Παρασπ., Βάρν. C 423· ο ρήγας μια απού τσί πολλές εθέλησε να μάθει … Ερωτόκρ. Α΄ 507· Εάν τύχει … και ρίψει απέ το γομάριν του … διά να αλαφρύνει το καράβιν Ασσίζ. 4710· δεν δίδει τίποτες απέ το εδικόν του … Ασσίζ. 28227· ο πουλητής οπού πουλεί σιτάριν δείχνει του (ενν. του αγοραστή) απέ το σιτάριν Ασσίζ. 4514· έλα στο θάνατό μου| να πιείς από το αίμα μου Πανώρ. Β΄ 447· ηύρασιν πολλά πράγματα απού τες πρα(μα)τείες τους Σαρακηνούς Μαχ. 63038· Ταύτα εγράψαμεν απά των καθ’ εαυτόν και τινων μερικών γεγονότων Σφρ., Χρον. μ. 22· να έχει ο εις ώσπερ τον άλλον απέ τά αγαθά εκείνης της οικίας … Ασσίζ. 4166· απέ τα δέκα ου μη εδυνήθη| να ’γράψε θρήνον, τον εποίκαν Πόλ. Τρωάδ. 687· ουδετίποτε θέλει να ποιήσει απού όσα να του ειπεί η αυλή Ασσίζ. 4619· Καλλίμ. 2271· Ασσίζ. 23711· κάνει (ενν. η αρετή) τον άνθρωπο κι άνθρωπον τόνε κράζου κι από τα ζώα τ’ άλογα λόγιον τον ονομάζου Πρόλ. κωμ. 34. 14) (Επιμερισμός) (Η χρ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. II Al, IV, Sophocl. στη λ. 8·βλ. και Δημητράκ. στη λ. 18) (προκ. για πολλούς ή σαν να πρόκειται για πολλούς) ο καθένας τους: εκείνος εγλυκάθηκε και απ’ εκατόν (πβ. ίσως και από δεκάξι 190) θα βάλει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (πβ. φρ. από ολίγον-ολίγον = λίγο-λίγο, σιγά-σιγά: με θέλει καταπιεί από ολίγον-ολίγον Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 143)· Μοιράζουσιν και άλευρον από μισόν ποτήρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· τους τριακόσιους αφήνω σας από ενός φαριού Διγ. Esc. 1759· οι εξής ας δίδουσιν απ’ ενός δηναρίου Απολλών. (Wagn.) 553. 15) Σύγκριση (Για τον υπερθετ. βλ. Κριαρ., Αθ. 45, 1933, 242-45 και Lampe, Lex. στη λ. V· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α9): σοφώτερη καμιά δεν βρίσκεται απ’ εκείνης Λίμπον. Αφιέρ. 68· τους Αλαμάνους είχασιν κάλλιον απέ τους Φράγκους Χρον. Μορ. P 6808· και θέλει τον καλύτερο απού τσι δυο να γνώσει Ερωφ. Β΄ 254· εναι γληγορώτερον, πονετικόν απ’ όλα (ενν. το τρυγόνι) Περί ξεν. A 378· το φίδι ήτον πονηρό από παν αγρίμι Πεντ. Γέν. IΙΙ 1· κορνέλα … μακρέα από την άλλην τόσον όσο … Καραβ. 49226. πλι’ άπονη απού τον άδην Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6,8· ουδέ να ένι άνθρωπος ανήλικος παρακάτω από ιδ΄ χρονών Ασσίζ. 1443· τούτη ζωή ’ν’ θλιμμένη| πως δεν ’παντά περίτου ’πού μιάν ώραν Κυπρ. ερωτ. 9232· κείνα τόσον απού ’ξίζουν| κάλλιον παρά ’πού τούτα Κυπρ. ερωτ. 9444· Πεντ. Γέν. IV 13· Πιστ. βοσκ. V 6, 329. 16) α) Ύλη (συστατική) (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 2· βλ. και Sophocl. στη λ. Β· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 10): ημφιεσμένους περσικήν στολήν από βλαττιού Διγ. Gr. IV 926· Και εκ της φισκίνας το πλευρόν, εκ το δεξιόν της μέρος| ήτον αμπέλιν ριζωτόν απού υαλίου εκείνο Λίβ. Sc. 1357· Ητον το τρικλινόκτισμα από ζαφείρου λίθων Βέλθ. 328· έλαιον παλαιόν από καρύιον μετά βουτύρου συμμίξας τον ουρανίσκον του ιέρακος τρίβε Ορνεοσ. αγρ. 5392· Βέλθ. 248, 538, Πεντ. Έξ. XXX 2· β) περιεχόμενο (Πβ. ΙΛ στη λ. 10): το άλλον της (ενν. χέρι) εβάσταζεν χαρτίν από γραμμάτων Λίβ. N 838. 17) Όργανο, μέσο, τρόπος (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 3· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V2, Lampe, Lex. στη λ. IΙΙ Α· Sophocl. στη λ. 10· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): να ζούσιν απού τα καλά της (=της εκκλησίας) Ασσίζ. 3114· Καλέ, παρά να με θανατώσεις απού την πείναν όρισε είντα να γενεί Μαχ. 4066· να θανατωθούν απού κακού θανάτου Ασσίζ. 2125. από βίας τον στρέφεται, θεωρεί με Λίβ. P 61· Προσέχω, ιχνεύω, κυνηγώ, πουλιά κρατώ από τέχνης Λίβ. N 933· Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,| γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας Βέλθ. 700· χαίρομαι και ζώ απέ την γραφήν σου Λίβ. N 1631· Τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας Βέλθ. 714· άνθη και φύλλα γέμων (ενν. ο «παράδεισος») από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284· αφύρωσέν τα (δηλ. τα κάστρα) σφόδρα| από λαόν κι από τροφής να ζουν να τα φυλάττουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3531· Λόγ. παρηγ. O 626· Αχιλλ. O 149· Ιμπ. 233 Βέλθ. 249, 530, 700· εκφρ. (1) (με ρ. όπως αγαπώ, αναστενάζω, βρυχούμαι, θρηνώ, κλαί(γ)ω, κράζω, κράζω (μετά θρήνων), ’παινώ, προσεύχομαι, στενάζω, κλπ.) από καρδιάς = έντονα, επίμονα, «σφόδρα» (πβ. το αρχ. εκ της καρδίας φιλείν Αριστοφ., από καρδίας φιλέειν Θεόκρ.· εξ όλης της καρδίας, βλ. Lampe, Lex., λ. καρδία Α4· πβ. επίσης από καρδίας μέσης Βέλθ. 1277· η χρ. και σήμ. ΙΛ, λ. από Α7): ν’ αναστενάζω από καρδιάς, πολλά και να θρηνήσω Περί ξεν. A 275· γιατ’ ήκουσά τον από καρδιάς πολλά να σέ ’παινέσει Ερωτόκρ. Γ΄ 696· Αλφ. III 10, Βίος Αλ. 3661, Ροδολ. Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. 428, Περί ξεν. V 31, Ριμ. Απολλων. 356, Στάθ. Α΄ 272, Σπαν. V 126, κ.π.α. (2) από βάθους (ενν. καρδίας) = έντονα, επίμονα (πβ. βάθος καρδίας ανθρώπου ΠΔ Ιουδ. 8, 14· βλ. και Lampe, Lex., λ. βάθος 2· εκ βάθους αναστέναξεν ψυχής Διγ. (Καλ.) A 1589· βλ. και ΙΛ, λ. βάθος Ια: τσή καρδιάς τα βάθη): από βάθους στενάξασα Διγ. Gr. 43· (3) από ψυχής = με ζήλο, επίμονα, έντονα (πβ. το νεώτ. με την ψυχή μου): ψάλλε από ψυχής και φώναζε μεγάλως Προδρ. III 45· χαιρετισμόν από ψυχής πέμπω σου, καλή κόρη Ερωτοπ. 133· (με το αναστενάζω:) να αναστενάζει από ψυχής , να αναθυμάται εσένα Φλώρ. 1264· Βέλθ. 566 (πβ. και το από ψυχής καημένης Βέλθ. 1213)· (με το τάσσομαι = υπόσχομαι): Και από την χείρα τον κρατεί, καλά τον συμβουλεύει| και τάσσεταί του από ψυχής, πάντα να τον δουλεύει Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395· (4) από προαιρέσεως = θεληματικά, αυτοβούλως (πβ. το εκ προαιρέσεως = Lampe, Lex., λ. προαίρεσις I G): ουδ’ από προαιρέσεως αφήνεις τα κακά σου Πένθ. θαν. N 344· (5) από ριζικού = κατά τύχην: Εάν γίνεται απού ριζικού ότι εις άνθρωπος ου μία γυναίκα έχει καμμία αστένειαν … Ασσίζ. 38829· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4969, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [503]· (6) περνώ (κάποιον) από σπαθί ή από σπαθίου (ή σπαθιού) = σφάζω (πβ. Από σπαθιού Μαλάλ., Βόνν., 49320): από σπαθιού επέρασεν όλους τους Σιλιστριώτες Παλαμήδ., Βοηβ. 195· (7) από σπουδής (πβ. L‑S, III 6) = γρήγορα, αμέσως: Εκείνος δε από σπουδής εξάπλωσε την ράβδον Διγ. A 1440· (8) από πτερού πετώντας: και από πτερού εκατέφυγεν εις τον κόλπον σου απέσω Λίβ. (Μαυρ.) P 1867· (9) από κακού = με δυσμενή προκατάληψη Επείρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356· (10) από κομματιού — κομματιαστά Χρησμ. (Trapp) VI28, VII14· (11) (καμιά φορά και με το σύνδ. ως) ως από βιας = σαν ύστερα από βία, πίεση, βιασύνη: ως από βίας ηκούμπησα του περιανασάνω Απόκοπ. 31· (12) (προκ. για εξόρμηση ίππων) από περιστηθίου = ακάθεκτα, ακατάσχετα πβ. το αρχ. από ρυτήρος): ως αστραπή εξεπήδησεν από περιστηθίου Διγ. Gr. IV 118· φρ. (1) διαβαίνω από σπαθί = σφάζομαι: έξω ο κόσμος να χαθεί| κι εγώ να διάβω από σπαθί Αγν., Ποιήμ. Α 16· (2) πιάνω ή παίρνω χώραν από σπαθίου = καταλαμβάνω, κυριεύω: Εν τούτω οι Φράγκοι πρόθυμα μετά σπουδής μεγάλης| πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν| από σπαθίου την έπιασαν, της Βενετίας την δίδουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 439· Τούτος ο σουλτάνος επήρε την Μεθώνη από σπαθίου, οπού την όριζαν οι Βενέτικοι Ιστ. πατρ. 1497· 18) Συνοδεία (Για τη χρ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΕ και Sophocl. στη λ. 6· βλ. και το θεωρήσασα η σύμβιος αυτού από υποκαμίσου όντα, δηλ. ότι φορεί μόνο πουκάμισο Βίος αγ. Φιλαρέτου, Byz. 9, 1900, 17· απίθ. ότι πρόκειται για ξενισμό, όπως δέχεται ο Αλεξίου Στ., Κρ. Χρ. 6, 1952, 409 σημ. 25· βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501, λ. από και σ. 426, καθώς και ΙΛ στη λ. 6β) με: Εκεί ’τον κι ο Ρωτόκριτος κι ο ρήγας άπ’ τ’ αμάξι| να δούσι το Χαρίδημο σήμερο πως θα διάξει Ερωτόκρ. Β΄ 2071· η Κατερίνα η μαστόρισσα από τ’ οξύ μαντίλι Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535 (περιττή κάθε διόρθ., βλ. Λαογρ. 3, 1911, 616-7 )· Ερωτόκρ. Β΄ 1283, 2071, Γ΄ 67. 19) α) Το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος: Λοιπόν λέγω να ’ξηγηθώ απέ τους δυο Θηβαίους Θησ. Πρόλ. [154]· περί της αμαρτωλής γυναικός και απ’ εκείνον το της δίδουσιν αν ημπορεί πλείον να της το πάρουν Ασσίζ. 1818· επήγε να τον ιδεί και ερωτήσαν τον απέ τους δικούς του Μαχ. 46835· μ’ αυτόν εσύντυχαν από πολλών πραγμάτων Θησ. I 125· β) αναφορά (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. III 2· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. II Β1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8 και Δημητράκ. στη λ. 19): κανέναν αγκάλεμαν το να ποίσει η γυναίκα απέ τον άνδραν της ή ο άνδρας απέ την γυναίκαν του Ασσίζ. 12721· ένας … ο ποιός ήτον καβαλλιέρης και καλός απέ το κορμίν του Βουστρ. 534· ημπορεί να φέρουν μαρτυρίαν τοιούτοι άνθρωποι εις την αυλήν απού πάσα πράγμαν Ασσίζ. 10618· επούλησες την μούλαν διά πέρπυρα ρ΄ απέ τῳ ποιών σου ήμουν εγγυητής Ασσίζ. 6416· είναι έτοιμος να τον απολογηθεί απού πάσα ζήτημαν όπου να του ζητήσει Μαχ. 19631· Περί το δίκαιον το εμπαίνει του αυθέντη απέ όλην του την γην Ασσίζ. 2214· μαύρον φαρίν τον έστρωσαν το πολυαγαπημένον,| μέγαν από του σχήματος, φριχτόν από της θέας Αχιλλ. L 284· Εσύ ομνύεις εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια απέ το σε θέλομεν ερωτήσειν να ειπείς την αλήθειαν; Ελλην. νόμ. 5217· απέ το λαλείτε να σας ποίσωμεν όρκον είμεστεν έτοιμοι Βουστρ. 502· απέ το μηνά η αφεντιά, της δια τα άλογα έμεις άλλα δεν έχουμε να καβαλικεύσωμεν Βουστρ. 519· αν εθυμάται από γονιούς τίποτες ρώτηξέ τη Κατζ. Β΄ 188· Ασσίζ. 9029· 3624· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6864· Βέλθ. 405. 20) Με ουσ. = γενική ιδιότητας (Πβ. ΙΛ στη λ. Α 16): όλοι από μίαν γνώμην ήσαν Σοφιαν., Παιδαγ. 92· ήσαν όλοι απόκοτοι και από καλήν καρδίαν Πόλ. Τρωάδ. 518. — Βλ. και επίρρ. με α΄ συνθ. την από, όπως απαρχής, απεδώ, αποκάτω, απομέσα, κλπ.
αρχοντοπούλα- η, Διγ. Z 68, 83, 84, 165, 224, 265, Ερωτοπ. 2, Αχιλλ. L 565, Αχιλλ. N 832, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 316, Ch. pop. 118, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 453, Σαχλ., Αφήγ. 691, Βίος Δημ. Μοσχ. 679, Επιστ. Ηγουμ. 174, Διγ. Άνδρ. 3147, 3189, Ευγέν. 783, Λίμπον. 205, Διγ. O 101, Τζάνε, Κρ. πόλ. 50 722, Διακρούσ. 9427.
Το θηλ. του ουσ. αρχοντόπουλο. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρχοντοπούλλα).
Κόρη ευγενούς ή πλουσίου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχοντοπούλλα): είχεν κοράσια ευγενικά, βαγίτσες ωριωμένες| και αρχοντοπούλες δώδεκα καλές, ωραιωμένες Αχιλλ. L 565· Αν ήξευρα, κυράτσα μου, πότε θέλεις κινήσει| και πόθεν θέλεις διαβεί με τες αρχοντοπούλες … Ερωτοπ. 2. — Βλ. και αρχοντοθυγατέρα, θηλυκός, κοπελιά, κοπελούδα, κορασίδα, κοράσιο, κόρη, λυγερή.
αφήνω,- Σπαν. A 190, Σπαν. V Suppl. 175, Σπαν. O 62, Σπαν. (Μαυρ.) P 311, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 249, Λόγ. παρηγ. L 29, Λόγ. παρηγ. O 28, Αιν. άσμ. 72, Προδρ. II Η 49, III 137, 173, 269, Παράφρ. Μανασσ. 307, Καλλίμ. 655, Ασσίζ. 627, 1293, 17222, Διγ. (Trapp) Esc. 338, Διγ. Esc. 1780, Διγ. Z 997, 1917, 1960, Διγ. A 3210, Βέλθ. 80, 225, 228, 560, 1086, Πόλ. Τρωάδ. 129, Ερμον. Φ 325, Χρον. Μορ. H 159, 611, 799, 814, 854, 1482, 2128, Χρον. Μορ. P 1452, Ορισμ. Μαμελ. 971, Φλώρ. 1154, 1156, Gesprächb. 22261, Απολλών. (Wagn.) 578, 839, Απολλών. 375, Λίβ. P 549, 2451, Λίβ. Sc. 339, Λίβ. Esc. 640, 716, 763, Λίβ. (Lamb.) N 643, Λίβ. N 1306, Αχιλλ. (Haag) L 19, Αχιλλ. L 985, Αχιλλ. N 63, Αχιλλ. O 34, Ιμπ. 817, 832, Τζαμπλάκ. 85, Βεν. 6, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 443, Μαχ. 165, 3827, 18625, 20030, 24833, 2625, 37625, Σφρ., Χρον. μ. 248, Θησ. (Foll.) I 13, Θησ. Πρόλ. 16, Ch. pop. 286, 512, Χούμνου, Π.Δ. VII 2, Σκλέντζα, Ποιήμ. 122, 80, Γεωργηλ., Βελ. 44, Γαδ. διήγ. 26, Διήγ. Αλ. V 26, Αλεξ. 5, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15119, Σαχλ., Αφήγ. 116, Κυπρ. ερωτ. 848, Έκθ. χρον. 3811, Απόκοπ. 526, Πικατ. 297, Συναξ. γυν. 695, Κορων., Μπούας 13, 22, 24 δις, 25, 29, 30, 31, 32 δις, 33 δις, 34 δις, 38, 42, 49 δις, 51, 52, 53, 60 δις, 69, 70 δις, 72, 126, Πένθ. θαν.2 88, 93, 102, 120, 275, Πένθ. θαν. (Knös) S 229, Φαλιέρ., Ιστ. A 455, Φαλιέρ., Ιστ. V 59, Φαλιέρ., Λόγ. 373, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 27, Φαλιέρ., Ρίμ. L 107, Βεντράμ., Φιλ. 233, Διήγ. Αλ. G 27321, Ψευδο-Σφρ. 20810, 30630, Δεφ., Λόγ. 153, Πεντ. Γέν. II 24, XIX 16, XXVIII 15, XLIV 22, Ρίμ. θαν. 12, Αχέλ. 420, 464, 465, Αιτωλ., Μύθ. 168, 211, 484, Θρ. Κύπρ. M 126, Χρον. 308, Ιστ. πολιτ. 513, Μ. Χρονογρ. 3414, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 461, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Κατζ. Πρόλ. 23, Β΄ 62, Γ΄ 322, 427, Δ΄ 428, Ε΄ 521, Γύπ. Πρόλ. θεάς 89, Πανώρ. Α΄ 239, 401, Β΄ 66, Γ΄ 158, 172, 179, 328, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 108, Α΄ 212, 495, 604, Β΄ 34, 128, 185, 352, Πιστ. βοσκ. I 1, 61, 129, 193, 4, 51, II 7, 115, Φαλλίδ. 50, Βοσκοπ. 265, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σταυριν. 120, Επιστ. Ηγουμ. 175 δις, Σεβήρ., Διαθ. 190 τρις, Σουμμ., Ρεμπελ. 181, Διγ. Άνδρ. 36711, 37312, Ερωτόκρ. Α΄ 336, 790, 827, 845, 862, 1103, 1212, 1257, 1561, 1590, 1696, 1750, 1877, 2027, Β΄ 468, 594, 940, 1467, 1940, 1963, Γ΄ 1749, Δ΄ 240, 1648, 1956, Θυσ.2 62,188, 444, Παρθεν., Γράμμ. 227, Στάθ. Α΄ 135, Β΄ 82, 205, Συναδ., Χρον. 70, Βακτ. αρχιερ. 137, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [105,157], Λίμπον. 83,152, Φορτουν. Α΄ 139, Β΄ 400, Γ΄ 166, 230, 337, Ζήν. Β΄ 251, Γ΄ 152, Δ΄ 229, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12, Λεηλ. Παροικ. 530, Διγ. O 259, 958, 1831, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1455, 15814, 16210, 16325, 1762, 17821, 18116, 1854, 1878, 19316, 19421, 1961, 1996, 24, 20117, 20213, 20326, 2104, 2118, 2298, 2323, 8, 23318, 23516, 23622, 25318, 2672, 28130, 30823, 3111, 4512, 54418, Διακρούσ. 10226, 10527, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 9617, κ.π.α.· αφήννω, Μαχ. 48221, 6489, 65227, Κυπρ. ερωτ. 7535, 36, 10729· ’φήννω, Κυπρ. ερωτ. 11829, 14212, 15026· ’φήνω, Αλεξ. 2857, Ερωτόκρ. Α΄ 1026, Στάθ. Α΄ 91, Φορτουν. Β΄ 79, Ζήν. Β΄ 376, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3636· αόρ. εφήκα, Ασσίζ. 13911, Φλώρ. 1536, Ερωτοπ. 370, Απολλών. 506, Λίβ. Esc. 743, Λίβ. N 688, 2822, Αχιλλ. (Haag) L 40, 46, 997, Αχιλλ. L 533, Αχιλλ. O 548, Μαχ. 621, 1344, 30421, 5523, Ch. pop. 22, 48, Γεωργηλ., Θαν. 451, Βουστρ. 441, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414, 417, 443, 446, 449, Μορεζίν., Λόγ. 468, 470, Ερωτόκρ. Α΄ 534, Γ΄ 511, Διήγ. ωραιότ. 132, Φορτουν. Πρόλ. 119, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3394, 5617· μτχ. αφησμένος, Παλαμήδ., Βοηβ. 1218.
Από το αρχ. αφίημι. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 288. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφίνω).
1) α) Αφήνω (κ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1α): αφήνουν τα κοντάρια τους και πιάνουν τα σπαθιά τους Διγ. O 259· από την τρομάρα τους τ’ άρματά τους αφήκαν Κορων., Μπούας 126· βλ. και απολύω Α1α, αφίω, αχαμνώ 2α, εξαφήνω· β) τοποθετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 2): στεφάνι στα χρυσά μαλλιά ολόχρυσο τ’ αφήνου Ερωτόκρ. Δ΄ 1956· βλ. και ακουμπίζω Β 3α, ακουμπώ Β, ανακουμπίζω Α, απηθώνω α, αποθέτω 1, αποσταίνω 1, αποτίθεμαι, αρμαθιάζω, βάνω· γ) αφήνω κατά μέρος, εγκαταλείπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1δ): παρέλαβέ μας η χαρά, αφήκε μας η λύπη Λίβ. Esc. 763· μ’ αφείτε την κι έχει καιρό να δέρνεται, να κλαίει Ερωτόκρ. Δ΄ 240· τ’ άλογά ντου ’πόλυκε και τα γεράκι’ αφήνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1749· ουδέ ποσώς σ’ αφήνει η θύμησή μου Ch. pop. 286· άφησαν τα σπίτια τους, περβόλια και τόπους Διακρούσ. 10527· δ) επιτρέπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1β): αν το μάθ’ ο πατέρας μου, ουδέν με θέλει αφήσει| να εξέβω εις αναγύρευσιν ωραίας της Μαργαρώνας Ιμπ. 832· (προκ. για αρχηγό) καθιστώ κάπ. αρχηγό: Καπετάνιον καθολικόν εις όλους τον αφήκε Κορων., Μπούας 30· (προκ. για χρέος) διαγράφω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 9): αφήνει τους το τέλος και το χρέος τους Απολλών. (Wagn.) 839· (προκ. για αμαρτίες) συγχωρώ: Πάγαινε, τες αμαρτιές σου αφήνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 122. Βλ. και απαιτώ 3, δίδω· όσων αφήσετε τες αμαρτίες τους, να τους είναι αφημένες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 298v· παρευθύς ο Θεός τον ελέησεν και άφησέ του τας αμαρτίας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 383v. 2) α) Εγκαταλείπω, «παρατώ» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1δ): … πὀκόμπωσες και φίλησες και ύστερα μ’ έφήκες Ch. pop. 48· β) απαρνούμαι: … δι’ ης την πίστιν άφηκες, δι’ ης και την πατρίδα Διγ. Z 997. Βλ. και αρνούμαι 4α, αρνώ 1. 3) α) Παραδίδω στην εξουσία άλλου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): οι σύβασες α θα γραφτούν, τη χώρα να τ’ αφήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54418· βλ. και αναπαραδίδω· β) αφήνω στη δικαιοδοσία κάπ.: δεν κατέχοντας πως ζυγώνουσι τα φουσσάτα τως, ελόγιαζαν πως εφύγασι και εφήκασίν τως την χώραν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402. 4) Κληροδοτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 6): εις το θάνατό του| μας άφηκε για ψυχικό το πράμα το δικό του Κατζ. Δ΄ 428· βλ. και απαριάζω 2, απαφήνω 4, αποδίδω 2β, αποθέτω 2· φρ. (1) αφήνω τιμήν = τιμώμαι: Ν’ αφήσουν έπειτα τιμήν, πάντες να τους δοξάζουν Κορων., Μπούας 72· (2) αφήνω άνομα ή φήμη = φημίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): ανέν και αποκτήσει| του Αλεξάνδρου τον στρατόν, κάλλι’ όνομα ν’ αφήσει Κορων., Μπούας 31· ηγάπα την αλήθειαν και την δικαιοσύνην (παραλ. 1 στ.), με τες οποίες αφήνουσι φήμην εις κάθε τόπον Λίμπον. 152· (3) αφήνω αγάπην = αφήνω αγαθές αναμνήσεις: αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1156. 5) Παραλείπω κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1Ϛ): αφήνω, παρατρέχω τα, σιγοπατώ τα τότε Λίβ. Sc. 2708· τα αναγκαία σύντυχε, τα δ’ άκαιρα αφήσε Κορων., Μπούας 34. Βλ. και αργώ A3. 6) Παύω, σταματώ: Ενταύθα γάρ αφήνω εδώ να γράφω και να λέγω| διά εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ Χρον. Μορ. H 2128· εσού βιγλώντα αφήννεις να θρηνίζεις| κι εγώ ποτέ αφήννω να βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 7536· βλ. και ανακόπτω 1, αναπαύω Α2, αναχαιτίζω, αποβγάζω, αποδημώ 2, αποκόπτω 5α, παύω, σχολάζω. Φρ. 1) Αφήνω επαινον = επαινούμαι: έπαινον αιώνιον στον κόσμον για ν’ αφήσουν Κορων., Μπούας 70. 2) Αφήνω φωνήν = φωνάζω: στάθη στό σπίτι άντικρυς, μεγάλην φωνήν αφήκεν Διγ. Z 1960. 3) Αφήνω ζωήν = πεθαίνω: Ή να πάρω τους τόπους μου ή την ζωήν ν’ αφήσω Κορων., Μπούας 42. 4) Αφήνω γεια, υγείαν ή πολλή ζωή = αποχαιρετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): γεια σάς αφήνω δάση Πιστ. βοσκ. I 1, 61. Τότες αποχαιρετισμόν ο αμιράς τώς δίνει,| όσοι τον εσυνόδευσαν υγείαν τώς αφήνει Διγ. O 958. αφήνω σας πολλή ζωή, γιατί θωρώ στη βρύση| εσίμωσε ο Γύπαρης Γύπ. Πρόλ. θεάς 89. 5) Αφήνω νυχτιά καλή = λέω καληνύχτα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): απήτις δε σηκώνεστε να ’ρθείτε, αφήνομέ σας νυχτιά| καλή Κατζ. Ε΄ 521.
αφού,- σύνδ., Προδρ. III 67 (χφφ. g V) (κριτ. υπ.), 216f (χφ. g) (κριτ. υπ.), 216z (χφ g) (κριτ. υπ.), IV 16, 35, 54, 64, Ασσίζ. 13812, 14631, Διγ. Z 439, Διγ. (Trapp) Esc. 97, Βέλθ. 226, Χρον. Μορ. P 1108, 1407, 1870, 5143, 7585, 7648, Περί ξεν. A 359, Αχιλλ. O 152, Αργυρ., Βάρν. K 77, Κορων., Μπούας 3, 113, Επιστ. Ηγουμ. 175, Λίμπον. 314, κ.π.α.· αφούν, Ασσίζ. 648‑9.
Από τη συνεκφ. αφ’ ου (Η χρ. μτγν.). Ο τ. αφούν από επίδρ. του αφόν, αφόντας. Η λ. και σήμ. κοινή και ο τ. ιδιωμ. (ΙΛ).
1) Αποτότε που, αφότου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): αφού κατήλθεν ο Χριστός εξ ουρανού στον κόσμον,| έδιωξεν τας παράνομας και μυσαράς θυσίας Διγ. (Trapp) Esc. 97· Αφού δε τάχα γέγονα γραμματικός τεχνίτης,| επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάνναν Προδρ. IV 16· αφού οι Τούρκοι επέρασαν εκ Ρωμανίας εις Δύσιν,| αυθέντης ουκ ηκούστηκε αυτούς να πολεμήσει Αργυρ., Βάρν. K 77. Βλ. και αφόν 1α. 2) Από τη στιγμή που (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): Αφού δε έκλαυσαν αυτήν, έθαψαν άμα πάσας Διγ. Z 439· αφούν πουληθεί (δηλ. η μούλα), πολεμά και σηκώνουν την, ήγουν ρεσπετιάζουν την Ασσίζ. 648‑9 . Βλ. και αφόν 1β. 3) Όταν (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2β): Το δένδρον δε εκ του καιρού ύστερ’ αφού γηράσει| και όλην την ποιότητα τελείως θέλει χάσει,| τότε συνάσσει ο γεωργός τα κάλλια του κλαδία Κορων., Μπούας 113. Βλ. και αφόν 2. 4) (Αιτιολ.) εφόσον, μια και (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): αφού η πρωτοστρατόρισσα ευρίσκετον στην Πόλιν| εις φυλακήν και όψιδαν … (παραλ. 2 στ.), δίκαιον ήτον ν’ ακληρωθεί απέ το γονικόν της; Χρον. Μορ. P 7648· αφού εγένετον βασιλεύς ο κόντος της Φιλάνδρας,| ας γένει και του Μουφερά αυτείνος ο μαρκέζης| ρήγας … Χρον. Μορ. P 1008· αφού την ρόγαν μας κρατείς, εμείς σε προσκυνούμεν| και υπαγαίνομε αλλαχού να ζιούμε ως στρατιώτες Χρον. Μορ. P 5143. Βλ. και αφόν 3.
βοήθεια- η, Προδρ. IV 78 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 3427, 27519, 27930, 28321, Πόλ. Τρωάδ. 431, Χρον. Μορ. H 1551, 3118, 8846, Βίος Αλ. 1641, 3359, Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 817, Χειλά, Χρον. 347, Μαχ. 225, 9830, 15437, 1604, 16225, 1667, 18, 17425, 26629, 28817, 5066, 65016, Δούκ. 20310, Σφρ., Χρον. μ. 6433, Έκθ. χρον. 525, 2523, 5022, 5314, 6019, Κορων., Μπούας 15, 23, 33 τρις, 35, 40, 42, 44, 67, 68, 69, 73, 74 τρις, 79, 82, 94, 96, 109, 126, 127, 128, 130 δις, 139, 143, Ρίμ. θαν. 8, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 852, Αχέλ. 1235, 1977, 2421, Αιτωλ., Μύθ. 12415, Θρ. Κύπρ. M 244, Χρον. σουλτ. 3313, 4832, 6318, 7418, 8917, Ιστ. πολιτ. 378, 699, Στ. Βοεβ. 43, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 8, φ. 336α 24, Κυπρ. ερωτ. 796, Πανώρ. Γ΄ 17, Δ΄ 211, Ε΄ 119, Παλαμήδ., Βοηβ. 601, Επιστ. Ηγουμ. 174, Ιστ. Βλαχ. 1720, Ερωτόκρ. Ε΄ 1351, Βελλερ., Επιστ. 7717, Στάθ. Γ΄ 118, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 8, Λίμπον. 364, 418, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 54, 97, Λεηλ. Παροικ. 130, Διγ. O 2118, 2384, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1536, 17018, 18810, 27118, 5857, Αλφ. (Mor.) III 10· βοηθεία, Αλφ. (Μπουμπ.) II 40, IV 9, Σοφιαν., Παιδαγ. 114, Δεφ., Λόγ. 164, Αχέλ. 472, 1253, 1321, Ύμν. Παναγ. 17, Παλαμήδ., Βοηβ. 1310, Σταυριν. 1157, Διακρούσ. 1178· βοηθειά, Διήγ. παιδ. 1037, Μαχ. 56032, Πεντ. Δευτ. XXXIII 7, Παλαμήδ., Βοηβ. 1054, Διήγ. ωραιότ. 52· βούθεια, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 381, Κυπρ. ερωτ. 566, 808, 837, 9134, 1045.
Το αρχ. ουσ. βοήθεια. Ο τ. βοηθεία κατά τα ουσ. σε ‑ία (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 104). Η λ. και σήμ. κοιν. και οι τ. βοηθεία, βούθεια στα ιδιώμ. (ΙΛ).
1) α) Υλική ή ηθική βοήθεια (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): δεν είχαν από πούποτες βοήθειαν ουδέ να ζήσουν Μαχ. 9830· εις Γενουβήσους πήγασι βοήθειαν να τους δώσουν Κορων., Μπούας 74· ήρθανε και άλλοι αφεντάδες από την Ανατολή και του εκάμανε βοήθεια και συντροφίαν Χρον. σουλτ. 4832· δίδει (δηλ. το ενθυμητικόν) και μεγάλην βοηθείαν εις τας πράξεις του βίου Σοφιαν., Παιδαγ. 114· ο έχων χρήσιν βοηθείας και συμβουλής ετέρου, τουτέστιν ο ανήλικος Ασσίζ. 28321· β) η αιτιατ. σε επίκληση (Βλ. L‑S στη λ. I1 και ΙΛ στη λ. 1α): ο ρήγας έβαλεν φωνές: «Βοήθειαν: ελεημοσύνην!» Μαχ. 26629· γ) συνδρομή, επικουρία, υποστήριξη: έβρεξεν εις την βούθειαμ μας Κυπρ. ερωτ. 808· ήρθε ο Μουράτης εις τα μέρη της Θήβας και έσμιξε με τον δούκα της Αθήνας και του ακολούθησε εις βοήθειαν Χρον. σουλτ. 7418· ίνα, όταν τελευτήσει, μετά βοηθείας του σουλτάν Μεεμέτη λάβῃ την ηγεμονίαν του πατρός αυτού Έκθ. χρον. 6019· ου γαρ ηγάπων αυτόν οι γενίτσαροι, ως ότι ουκ είδον εξ αυτού βοήθειαν, ότε επολέμησαν μετά του Σαχ Κουλή Έκθ. χρον. 5022· και ογδόου βαθμού συγγενής, καν μη υπεισέλθῃ την κληρονομίαν, έχει την εκ του νόμου βοήθειαν Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 817· δ) στήριγμα, προστασία (Η σημασ. αρχ., Δημητράκ. στη λ. 4 και σημερ., ΙΛ στη λ. 1γ· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 1): εγέννησε εξ αυτής υιούς τρεις, εξ ων και ήλπιζε βοήθειαν Ιστ. πολιτ. 378· ήτονε τέντα και σκέπος της πατρίδος και βοήθεια των χριστιανών Χρον. σουλτ. 8917· επεί αν έχει τον πρίγκιπα βοήθειαν κι αδελφόν του Χρον. Μορ. H 3118· βλ. και αΐδα, ανάκλησις 2, ανάπαυσις 5, αντίληψις 1, απαντοχή γ, απόσκεπον, βακτηρία, βάσις 1, βάσταγμα 3, θάρρος· ε) ανακούφιση: εις τόσον πάθος έφτασα ’χ τον πόθον| κι αργά ’ναι πάσα βούθεια στά διαβάζω Κυπρ. ερωτ. 9134. 2) α) Τα πρόσωπα ή πράγματα που αποτελούν τη βοήθεια (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 2): να του στείλει βοήθειαν ταχέως εγυρεύσε,| τετρακισχίλιους δε αυτός Τουδέσκους αποστείλε Κορων., Μπούας 127· εις το Τριβίζον έστειλε χίλι’ άλογα βοήθειαν Κορων., Μπούας 109· στο Μόνιγον απέστειλεν ευθύς πολλήν βοήθειαν Κορων., Μπούας 73· β) το υλικό μέρος της βοήθειας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): δέδωκαν δωρεάς πολλάς και ελεημοσύνας και βοήθειαν αρκούσαν Ιστ. πολιτ. 699. Βλ. και ανασωσμός, αποστροφή 1β, γλυτωμός, λυτρωμός.
Γδερνετιανός- ο, Επιστ. Ηγουμ. 175.
Από το όνομ. Γδερνέτος και την κατάλ. ‑ιανός.
Μοναχός που ανήκει στη μονή Γδερνέτου Κρήτης: έβγαλαν οι Γδερνετιανοί τας καλογραίας απού τον Άγιον και έβαλαν και εφημέριον Επιστ. Ηγουμ. 175.
γιαίνω,- Ασσίζ. 17927, 18328, Μαχ. 663, 48215, Θησ. Θ΄ [837], Αγν., Ποιήμ. Α΄ 74, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 46, 296, 657, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 18, 65, 163, 198, Κυπρ. ερωτ. 9828, 10514, Πανώρ. Β΄ 148, 206, Γ΄ 218, Ε΄ 318, 344, Κατζ. Γ΄ 89, 92, Ερωτόκρ. Β΄ 1350, Γ΄ 368, 677, 1002, 1088, 1294, 1406, 1632, Δ΄ 258, 1888, Ε΄ 110, Θυσ.2 1108, Ευγέν. 760, Συναδ., Χρον. 47, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [516], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 203, Πρόλ. άγν. κωμ. 2, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 394, κ.π.α.· γιάνω, Θυσ.2 622 (πιθανότατα από αν. ομοιοκαταληξίας)· ιαίνω, Ασσίζ. 1778, 26711, 36216, 43211· υγιαίνω, Προδρ. III 412 l (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 1125, Ιερακοσ. 49123, Ορνεοσ. αγρ. 5642, Ωροσκ. 4018, Ιατροσ. κώδ. τογ΄, Μαχ. 65013, Δούκ. 35318, Σφρ., Χρον. μ. 189, Θησ. Ι΄ [107], Αιτωλ., Μύθ. 245, 4213, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 422, 425, Επιστ. Ηγουμ. 174, Διγ. Άνδρ. 35318, Συναδ., Χρον. 67, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1659]· μτχ. παρκ. γιαμένος, Ευγέν. Πρόλ. 143· γιαμμένος, Κυπρ. ερωτ. 7912, 1157.
Το αρχ. υγιαίνω. Ο τ. γιάνω από βιασμό από μετρ. αν. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Μτβ. (Προκ. για αρρώστιες και τραύματα) κάνω καλά κάπ., θεραπεύω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. υγιαίνω II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): έρχεται εις τον κύρην του ή εις την κυράν του και λέγει ότι να τον γιάνει απού έναν καθάρσιον βοτανίου Ασσίζ. 18328· Χρυσό στεφάνι| τον πόνο απὄχει η κεφαλή ποτέ δεν τονε βγάνει,| μηδέ παπούτσιν όμορφο ρεματικό δε γιαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 203· το θάνατο μηδέ γιατρός, μηδέ χορτάρι γιαίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1294· (μεταφ.): η φρονιμάδα ’ναι γιατρός και κάθ’ ανάγκη γιαίνει Ερωτόκρ. Δ΄ 258· Για να μου γιάνεις την καρδιάν την καταπληγωμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [516]. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι υγιής, είμαι καλά (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. υγιαίνω I1): αναγνούς το χαρτί ότι και υγιαίνει και απέρχεται καλώς και εις τα περί την μεγάλην Βλαχίαν Σφρ., Χρον. μ. 189· β) γίνομαι καλά, θεραπεύομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): πολλοί άρρωστοι από πάσαν νόσον υγίαιναν Συναδ., Χρον. 67· οι ανάγκες, πάθη κι αρρωστιές γιατρεύγουνται και γιαίνου Ερωτόκρ. Γ΄ 1632· Όσον να γιάνει ο νιούτσικος και για να δυναμώσει Θησ. Θ΄ [837]· ας είσαι ’ς τούτο θαρρετή, πως, όντεν αποθαίνω,| χαιρετισμό να μου ’πεμπες, την ώρα κείνη γιαίνω Ερωτόκρ. Γ΄ 1406· γ) αποκαθίσταμαι ως προς την υπόληψή μου: αλλά διορθωθήσεται η γνώμη αυτών παρά του κοινού λαού και παρά επιστολών τινων και δυναμωθήσονται και υγιάνωσιν Ωροσκ. 4018· όποια πληγώθη στην τιμήν ποτέ ντης δεν εγιάνε Ερωτόκρ. Γ΄ 1088. — Βλ. και γιανίσκω.
γυναικείος,- επίθ., Ελλην. νόμ. 58026, Διγ. (Trapp) Gr. 1742, 2254, Διγ. Z 2152, Απολλών. 789, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1503, 15816· γυναίκειος, Σταφ., Ιατροσ. 5140, Διγ. (Trapp) Esc. 1042, Απολλών. 796, Θησ. (Foll.) I 10, Θησ. ΙΒ΄ [167], Άνθ. χαρ. 2972, Συναξ. γυν. 201, 336, 478, Βεντράμ., Γυν. 265, Τριβ., Ρε 283, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 452, Επιστ. Ηγουμ. 175, Βλαστού, Επιστ. 177, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [111], Μαρκάδ. 298.
Το αρχ. επίθ. γυναικείος. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (Δημητράκ., λ. γυναίκειος και γυναικείος).
α) Που ανήκει, που προορίζεται για γυναίκα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ., λ. γυναίκειος 1 και γυναικείος 1): Μιαν ’ντυμασιά οχ τα ρούχα της γυναίκεια ευθύς μου δίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [111]· δώδεκα σελοχάλινα έστρωσαν γυναικεία Διγ. Z 2152· β) που ταιριάζει σε γυναίκα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., Δημητράκ., λ. γυναίκειος 2 και γυναικείος 2): Την θλίψιν ας αφήσομεν, γυναίκειο έναι πράγμα Θησ. ΙΒ΄ [167]· ολότελα έβγαλε απ’ αυτήν το δείλος το γυναίκειον Θησ. (Foll.) I 10. Το ουδ. εν. ως ουσ. = γυναικωνίτης: Το δε αριστερόν μέρος του γυναικείου έως την κολόνα του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού Διήγ. Αγ. Σοφ. 1503. Το ουδ. πληθ. ως ουσ. = 1) Έμμηνα (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. II2b· βλ. και Δημητράκ., λ. γυναίκειος 2): τα λεγόμενα παρά των ιατρών έμμηνα ... και παρά των γυναικών καλούνται γυναίκεια Σταφ., Ιατροσ. 5140. 2) Γυναικείο φόρεμα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II2f και σήμ., Δημητράκ., λ. γυναίκειος 3 και λ. γυναικείος 7): εποίησεν τον φρόνιμον διά να ειδωλολατρήσει| ... να φορέσει γυναίκεια Συναξ. γυν. 336.
δεσπότης- ο, Act. Lavr. 443, 678, Προδρ. I 1, III 1α (χφ H) (κριτ. υπ.), IV 141, 284, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 861, Ασσίζ. 27312, Διγ. (Trapp) Gr. 1946, Διγ. Z 3700, Χρον. Μορ. H 9216, 9227, Χρον. Μορ. P 3080, Βίος Αλ. 3671, Αρμεν., Εξάβ. Á́ 114, Γ́ 512, Πτωχολ. N 343, Λίβ. P 199, Αχιλλ. (Haag) L 32, Αχιλλ. L 46, Αχιλλ. N 537, Αχιλλ. O 96, Notizb. 32, Χρον. Τόκκων 704, 1247, Χρησμ. (Βέης) 348, Lettres 1453 519, 610, Δούκ. 7130, Σφρ., Χρον. μ. 11411, Θησ. Πρόλ. [209], Ή́ [464], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1197, Γεωργηλ., Βελ. 81, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15320, Θρ. Κύπρ. K 97, 622, Χρον. σουλτ. 701, Ιστ. πολιτ. 318, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437, Μικρ. χρον. Yale 69v, Επιστ. Ηγουμ. 1741, 17552, Σεβήρ., Διαθ. 18910, Διγ. Άνδρ. 40832, Διήγ. ωραιότ. 59, Λίμπον. 300, Πρόλ. άγν. κωμ. 37, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. δεσπότης. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) (Προκ. για το Θεό) Κύριος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 13· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 3): παρακάλεσον τον Θεόν … και ικέτευσον τον … φιλάνθρωπον δεσπότην Διγ. Άνδρ. 40832· να παρακαλέσωμεν τον δεσπότην Χριστόν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437· β) (προκ. για το βυζαντινό αυτοκράτορα) (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. I2): λέγει προς τον βασιλέαν: «Tί λυπείσαι, δέσποτά μου;» Διήγ. Αγ. Σοφ. 15320· Tί σοι προσοίσω, δέσποτα, δέσποτα στεφηφόρε; Προδρ. I 1· γ) (τίτλ. αρχόντων, πριγκίπων και βασιλιάδων) (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 12): το παιδίν ονόμασε δεσπότην Αχιλλέα Αχιλλ. (Haag) L 32· Ποταπός άνθρωπος εντέχεται να ένι ο δεσπότης Ασσίζ. 27313· δ) (τίτλ. του ηγεμόνα του δεσποτάτου): με τον δεσπότην Άρτας Χρον. Μορ. P 3080· ε) επίσκοπος (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. στη λ. 2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Δεσπότη μου πανιερότατε, την πανιερότητά σου δουλικώς προσκυνούσιν Επιστ. Ηγουμ. 1741. 2) (Νομ.) αυτός που έχει την κυριότητα (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. II): Εάν είπει ο δανειστής ότι «ει μη καταβληθεί μοι το χρέος εντός τούδε του χρόνου, δεσπότης έσομαι του ενεχύρου …» Αρμεν., Εξάβ. Γ́ 512.
διά,- πρόθ., Σπαν. A 207, Λόγ. παρηγ. O 297, Act. Lavr. 6624, 6731, Ασσίζ. 56, 1021, 1620, 301, 3926, 5424, 6014, 657, 9216, 9617, 10626, 22123, 3201, Ελλην. νόμ. 5263, Ιερακοσ. 4256, 48724, Ορνεοσ. αγρ. 53210, Διγ. (Trapp) Gr. 232, 1279, 2898, Διγ. Z 814, 1555, 1651, 1848, 2009, 3280, Διγ. (Trapp) Esc. 398, 987, Βέλθ. 386, Χρον. Μορ. H 1005, 1143, 1183, 1362, 1874, 1987, 2094, 2467, 2619, 3729, 3934, 4185, 4314, 4465, 4563, Χρον. Μορ. P 72, Πουλολ. Z 407, Πτωχολ. P 344, Διήγ. Βελ. 317, Φλώρ. 281, 285, 398, 708, Περί ξεν. V 2, Λίβ. Esc. 18, 354, 1309, 3319, 3824, Αχιλλ. O 312, 360, 397, 603, 742, Χρον. Τόκκων 1386, 2712, 3496, Βεν. 77, Θρ. Κων/π. διάλ. 30, Χειλά, Χρον. 356, Μαχ. 6624, 6828, 10221, 21825, 34019, 36033, 37034, 37218, 37623, 38025, 47214, 54813, Σφρ., Χρον. μ. 241, 4210, 843, Θησ. (Foll.) I 50, 63, 88, 136, Θησ. Πρόλ. [57], Χούμνου, Κοσμογ. 2030, 2054, Ριμ. Βελ. 544, Βουστρ. 477, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 127, Συναξ. γυν. 15, Απόκοπ. 454, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 294, Σαχλ., Αφήγ. 18, 303, Κορων., Μπούας 6, 92, Σοφιαν., Παιδαγ. 112, Πεντ. Γέν. XLV 21, XLVII 12, Έξ. XVII 13, Αρ. IV 45, 49, IX 20, 23, Έγγρ. Σύρου Ά́ 123, Αιτωλ., Μύθ. 221, 8416, Χρον. σουλτ. 4322, 12116, Ιστ. πολιτ. 4111, Ιστ. πατρ. 8721, 9013, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1961, Κυπρ. ερωτ. 259, 8629, Ιστ. Βλαχ. 320, 756, 1926, Διγ. Άνδρ. 33230, 38430, Συναδ., Χρον. 57, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [68], Λίμπον. 92, 214, 253, 254, 267, Διακρούσ. 11417, 11526, κ.π.α.· για, Μαχ. 20814, Ch. pop. 287, Αλεξ. 125, 1340, 1367, Κορων., Μπούας 70, 71, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 190, 587, Τριβ., Ταγιαπ. 45, Πεντ. Γέν. I 14, IV 15, IX 3, XII 19, XXII 2, Αχέλ. 2442, Αιτωλ., Μύθ. 12512, Εκατόλ. M 34, Κυπρ. ερωτ. 1111, 10013, 10319, Πανώρ. Ά́ 102, Β́ 17, 120, 254, 278, 301, 302, 385, 396, 459, 546, Γ́ 225, 236, 245, 251, Έ́ 292, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 7, Ιντ. γ́ 103, Φαλλίδ. 56, Παλαμήδ., Βοηβ. 1034, Ερωτόκρ. Ά́ 921, Β́ 29, Στάθ. Ά́ 75, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [266], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [60], Γ́ [556], Δ́ [525, 550], Φορτουν. (Vinc.) Β́́ 254, Ζήν. Β́ 371, Γ́ 314, Διγ. O 74, Διακρούσ. 1166, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13930, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 61, κ.π.α.· ογια, Χούμνου, Κοσμογ. 119, 2054, Απόκοπ. 235, 478, Ριμ. κόρ. 709, Πικατ. 187, 342, Κορων., Μπούας 7, 12, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 171, Ερωφ. Ά́ 216, Ιντ. γ́ 3, 113, Δ́ 200, 302, Έ́ 365, Κατζ. Πρόλ. 31, Β́ 114, 403, Βοσκοπ. 183, 387, Ερωτόκρ. Ά́ 396, 451, 873, 1070, Β́ 1669, Γ́ 1357, Θυσ.2 251, 992, Στάθ. Β́ 52, 79, Γ́ 20, 331, 352, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 17, 88, Ροδολ. Ά [210, 397, 603, 609, 640], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [298], Δ́ [146], Έ [209], Αποκ. Θεοτ. I 34, II 170, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 437, Γ́ 9, Δ́ 42, 111, Ιντ. δ́ 3, Έ́ 30, Ζήν. Ά́ 64, Β́ 164, 412, Δ́ 381, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 79, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13413, 15711, 1756, 1825, 1839, 23318, 28520, 35611, 42921, 4575, 46323, 47011, 53621, 56114, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 194, κ.π.α.· οδιά, Διήγ. Βελ. 33, Ερωτοπ. 149, 243, Λίβ. Sc. 517, 2645, Λίβ. N 2824, Αχιλλ. N 1508, 1515, Ιμπ. 822, Καραβ. 49414, 49834, 49929, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1124, Συναξ. γυν. 15, 94, Ιμπ. (Legr.) 398, Φαλιέρ., Λόγ. 273, Αχέλ. 934, Αιτωλ., Μύθ. 36, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390, 394, 399, Επιστ. Ηγουμ. 175, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 23, 213, Τζάνε, Κρ. πόλ. 24711, κ.α.· ως για, Διγ. (Trapp) Esc. 182, 207, Αλεξ. 320, 430, 436, 1718, 2940, Πικατ. 89, Κορων., Μπούας 93, Φαλιέρ., Ιστ. V 188, Βεντράμ., Φιλ. 9, 292, Ερωτόκρ. Ά́ 407, 414, 420, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [61], κ.α.· ως διά, Διγ. Z 496, Βέλθ. 657, Φλώρ. 710, Λίβ. Esc. 405, 3958, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2440, 2516, Θησ. Πρόλ. [54], Γεωργηλ., Θαν. 53, Ριμ. Βελ. 272, Αλεξ. 413, 1636, Ιστ. Βλαχ. 102, Διγ. Άνδρ. 3328, κ.α.
Η αρχ. πρόθ. διά. Για τον τ. για βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́, 494. Για τον τ. ογια βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 640]. Βλ. και Kaps., Polych. 140. Η λ. και ο τ. για και σήμ. (Δημητράκ., λ. διά και για).
Α´ 1) Αναγκαστικό αίτιο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΒIII1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8, λ. για 1 και 7): Πάλε να έλθομεν εις τό ετραβενίασεν διά το πταίσμαν της ρήγαινας Μαχ. 21825· διά ποίαν αφορμήν και διά τίνα τρόπον Χρον. Τόκκων 3496· διά κακόν καιρόν εχωρίστησαν Μαχ. 36033· πως κλαίσινε για λόγου σου, στράφου να δεις λιγάκι Πανώρ. Β́ 385· για τούτ’ εχώρισα από την συντροφιάν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [525]· α) (με το σύνδ. να) (1) διά να: πως εσείς διά να φοβάσθε την κατάρα της μητρός σας Διγ. Άνδρ. 33230· Ένας, διά να φοβηθεί χειμώνα και κρυάδες,| απόμεινε στο σπίτι του κι έφα τες αγελάδες Αιτωλ., Μύθ. 221· (2) για να: η πόρτα τούτη με κρουφό τρόπον ογια ν’ ανοίγει,| πίστεψε και για να ’ν’ στενή την ξεύρουσιν ολίγοι Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 190· β) (με το σύνδ. ως) ως για: κοράσιον πάντερπνον ενίκησεν φουσάτον| και χιλιάδες εκατόν ως για τα ωραιά της κάλλη Διγ. (Trapp) Esc. 207· γ) (με τους συνδ. ως και να) ως για να: η πόρτα τούτη με κρουφό τρόπον ως για ν’ ανοίγει,| πίστευσε, ως για να ’ν’ στενή την ξεύρουσιν ολίγοι Φαλιέρ., Ιστ. V 188. 2) Σκοπός, προορισμός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 13, λ. για 1 και 5): χίλιοι γαμπροί πλουσότατοι για πάσα κορασίδα Πανώρ. Έ́ 292· θέλει την κερά Μηλιά να πάρει ογια γυναίκα! Φορτουν. (Vinc.) Β́ 437· μη θαρείτε, αγούροι μου, διά πόλεμο σας θέλω Αχιλλ. O 397· η κόρη εκείνη η ωραία να είναι εις το ριζικόν σου εσένα, Ιωαννίκιε, να την έχεις διά το γήρας σου Διγ. Άνδρ. 38430· α) (με το σύνδ. να) (1) διά να (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 493-8): το κορμίν του έπεσεν εις την ελεημοσύνην του Θεού και του αυθέντη της χώρας διά να τον ξηλοθρέψουν Ασσίζ. 22123· (2) για να (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 493-8): Είντα σημάδι πλειότερο θα δεις εις το κορμί μου| για να γνωρίσεις πως καλλιά σ’ έχω απού την ψυχή μου; Πανώρ. Β́ 278· β) (με το σύνδ. ως) (1) ως διά: την νύκτα οπού περπατεί ως διά κακόν γυρίζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 58· (2) ως για: Με τετρακόσιους εκλεκτούς στρατιώτας ως για χρειάν του Κορων., Μπούας 93· γ) (με τους συνδ. ως και να) (1) ως διά να (Βλ. και Kaps., Polych. 140): εδιάβηκε στο μάντειο (ενν. ο Φίλιππος) ως διά να μαντέψει Αλεξ. 292· (2) ως για να: ως για να λάβω θάνατο με τη δική σου χάρη Ερωτόκρ. Ά́ 420· αρματώνει κάτεργα και θέλει να μισεύσει| και κάμνει και την ορδινιά ως για να ταξιδεύσει Αλεξ. 320· δ) (με τους συνδ. όπως και να) όπως διά να (Βλ. και Kaps., Polych. 140): δότε με μήναν τέρμενο όπως διά να μείνω Χρον. Μορ. P 72. 3) Μέσο ή όργανο: έκαμαν έτσι τα παιδιά του Ισραέλ και έδωσεν αυτονών ο Ιοσέφ αμάξια διά στόμα τον Φαρώ Πεντ. Γέν. XLV 21· εχάμνισεν ο Ιοσουά τον Αμαλέκ και τον λαό του διά στόμα σπαθιού Πεντ. Έξ. XVII 13. 4) Αναφορά (Η σημασ. τον 7. αι., Sophocl. στη λ. 8 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 12 και λ. για 1): βούλομαι δε, κυρία μου, τον κόσμον να γυρίσω,| να μάθω πώς εγένετον οδιά την Μαργαρώνα Ιμπ. 822· Λόγο ποτέ δεν ήλεγε ογια την Αρετούσα Ερωτόκρ. Ά́ 873· (με το σύνδ. ως) (1) ως διά: εκείνος τον ερώτησεν: «τι λέγουν ως διά τούτον;» Λίβ. Esc. 405· (2) ως για: να πα να ιδώ τι λέγουσι ως για το λαβωμένο Βεντράμ., Φιλ. 292. 5) Χρονικός προσδιορισμός ή διάρκεια (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΒΙΙ, και σήμ., Πρωίας Λεξ. στη λ. ε (με αιτ.) και Δημητράκ. στη λ. 13 και λ. για 2. Βλ. και Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 231): Ούτω δε πορευόμενος διά δύο ημέρας| προφθάνεις τον αγιαλόν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1961· εις τον δρόμον του ήρθε μία αρρωστία, ζάλη διπλή και διά ολίγες ημέρες απόθανε Χρον. σουλτ. 12116· χρεωστεί να του πλερώσει διά όσον καιρόν να του δουλέψουν Ασσίζ. 3201· εχαίρουνταν αμφότεροι διά όλη την νύκταν Αχιλλ. O 603. 6) Αντικατάσταση (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): Το δίκαιον ορίζει ότι εάν ημπορεί ν’ αλλαχθεί διά έτερον άνθρωπον γερόν οπού να πολεμήσει αντ’ αυτού Ασσίζ. 10626· αυξαίνουσι κι ελέγασι διά το ένα πεντακόσια Χρον. Μορ. H 3729· Φράγκος να μη μας βιάσει| ν’ αλλάξομεν την πίστιν μας διά των Φραγκών την πίστιν Χρον. Μορ. H 2094. 7) (Σε δήλωση της ύλης από την οποία παρασκευάζεται κ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. ΑΙΙΙ2): την διά κηρού συνήθη βούλλαν Act. Lavr. 6624. 8) (Σε ευχές και επικλήσεις) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 4): παρακαλεί και λέγει| «διά τον Θεόν σου, πατέρα,| μην ειπείς το ρήμα τούτο…» Πτωχολ. P 344· Διά τον Θεόν, καλοί αδελφοί, μη αποθάνει αδίκως Διγ. Z 814. Β´ (Σε δήλωση ιδιότητας ή προορισμού) = ως (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., ό.π. λ. για 1 και 3): έχωσεν οπίσω εις τες άρτζες του σιρ Φρασέσκην τα Μαρρήν, Γενουβήσος οπού έμεινεν εις την Κύπρον εις το μηνίον του ρηγός διά βαχλιώτης του Μαχ. 54813· αυτός την εκράτειεν οδιά βεβαίαν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399· επήρε με ογια ταίριν του κι ογια βασίλισσάν του Ροδολ. Ά́ [609]. (Με το σύνδ. ως) ως για: ’ς τούτο σας δίδω θύμησιν, ως για παραγγελία Βεντράμ., Φιλ. 9.
διαλεκτός,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 989, Διγ. Z 484, 2221, Αχιλλ. (Haag) L 107, Αχιλλ. N 447, Αχιλλ. O 7, Ιμπ. 17, Χρον. Τόκκων 1631, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1005, Κορων., Μπούας 34, 36, 74, 82, 94, 124, 128, 139, 141, Αχέλ. 257, 1452, 2439, Χρον. σουλτ. 3319, 694, 11320, 12426, Παλαμήδ., Βοηβ. 1246, Επιστ. Ηγουμ. 174, Σταυριν. 431, 935, Διγ. Άνδρ. 3188, 3245, 3284, 3427, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16012, 4703· διαλεχτός, Κορων., Μπούας 24, Πεντ. Έξ. XIV 7, Διγ. Άνδρ. 3299.
Από το διαλέγω. Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Εκλεκτός, διαλεχτός, έξοχος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διαλεχτός): είχεν και Φράγκους διαλεκτούς, έμορφα παλληκάρια Χρον. Τόκκων 1631· όταν ετελείωνα μίαν λέξιν τε και άλλην,| και άλλες ανηβαίνασιν εις τον εγκέφαλόν μου,| ψηλές, πολλές, διαλεκτές, να τρέχουν διαστίχου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1005.
διατί,- σύνδ., Ασσίζ. 5130, 998, 15630, 18627, 36726, Διγ. A 2625, Διγ. (Trapp) Esc. 1784, Χρον. Μορ. H 3006, Χρον. Μορ. P 2992, Απολλών. 716, Λίβ. Sc. 593, 901, Λίβ. N 1195, 2406, Χρον. Τόκκων 3513, Βεν. 12, Μαχ. 28632, 43812, 55018, 61624, Θησ. (Foll.) I 87, Νεκρ. βασιλ. 3, Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49, Σαχλ., Αφήγ. 29, 239, Κορων., Μπούας 31, 57, 76, 124, Πένθ. θαν.2 561, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, 44, 68,126, 285, Αιτωλ., Βοηβ. 316, Επιστ. Αδελφ. 52, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Σταυριν. 175, 464, Επιστ. Ηγουμ. 175, Σεβήρ., Διαθ. 190 δις, 192, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, Βελλερ., Επιστ. 54, 62, 77, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 328, Διήγ. πανωφ. 55, 57, Λίμπον. Αφ. 54, 70· 143, 258, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227· για, Ch. pop. 301, Κατζ. Γ́ 427, Ερωτόκρ. Ά́ 430· γιατί, Μαχ. 665, 37019, Κυπρ. ερωτ. 9817, 10137, Κορων., Μπούας 83, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, Πεντ. Γέν.XII 18, Έξ. XXXII11, Αρ. IX 7, Αχέλ. 602, Ερωφ. Αφ. 61, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 21, 51, 62, 96, Διγ. O 777, 1582, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227, Αλφ. (Mor.) III 47v (έκδ. γιτί· διορθώσ. γιατί), III12 (έκδ. γιτ’· διορθώσ. γιατ’)· διατίς, Χρον. σουλτ. 3924, Πηγά, Χρυσοπ. 51· ογιατί, Κορων., Μπούας 9329, Πανώρ. Ά́ 89, Γ́ 295, Δ́ 278, Ερωφ. Γ́ 97, Κατζ. Δ́ 281, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, 170, Μανολ., Επιστ. 173, Στάθ. Β́ 172, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 718, Έ́ 131· οδιατί, Συναξ. γυν. 9, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396, 399· οδιατίν Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 345· τι, Διδ. Σολ. Ρ 9, Πένθ. θαν.2 28, 465, 519, 630, Σταυριν. 397, Έγγρ. Σύρου Ά́ 31.
Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της αντων. τι. Η χρ. αρχ. (Βλ. L‑S, λ. τις B8h). Για τον αιτ. όμως τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. 2, 87 και Ανδρ., Λεξ., λ. γιατί II. Για τον τ. για βλ. Δημητράκ., λ. για 11. Ο τ. γιατί και σήμ. (Δημητράκ., λ. γιατί).
Α´ Ερωτημ. α) (σε ευθεία ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η χρ. αρχ. Βλ. L‑S, λ. τις B8h. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): Πώς εφαντάσθης, και διατί ήτον τό εφαντάσθης; Λίβ. N 1195· β) ο τ. γιά με το αρν. δεν = γιατί δεν: για δε λαβαίνεις θάνατο, τι στέκεις κι ανιμένεις; Ερωτόκρ. Ά́ 430· γ) (σε πλάγια ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): να στρέψεις τοιούτον πράγμαν ως γιον σου εδάνεισεν και να σου δείξω διατί Ασσίζ. 5130· διατ’ είμεστα να γνώθωμε και το γιατί να ’ρθούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33. Β´ (Αιτ.) επειδή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 3): ετρέχασι τ’ αμμάτια μου, διατί ’μουν κουρασμένος Νεκρ. βασιλ. 3· γιατί το μάκρος του καιρού τα πάντα παλαιώνει Πένθ. θαν.2 561· πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. Β́ 172· ο άδης κάτω κράζει με, πηγαίνω, τι φοβούμαι Αιτωλ., Βοηβ. 316. (Με το σύνδ. ως): ως γιατί γροικά η κερά μου,| τό ’χω χρειάν εις την πρικιά μου Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49· ως διατί ουδέν έχεις τινάν εις ετούτον τον κόσμον Διγ. (Trapp) Esc. 1784.
δουλεία- η, Τρωικά 5226, Ευγέν. 1376, Παράφρ. Μανασσ. B 274, Καλλίμ. 2135, Ασσίζ. 314, 858, Διγ. Z 2060, Διγ. (Trapp) Esc. 1372, Βασιλ. διάτ. του 14. αι. (Σάθ., ΜΒ Ϛ́ 64224), Πόλ. Τρωάδ. 401, Χρον. Μορ. H 1993, 2670, 5222, 5648, Ορισμ. Μαμελ. 965, Αρμεν., Εξάβ. Παράρτ. 255 σχόλ., Χρυσόβ. του 1364 σ. 34, Λίβ. Esc. 2891, Λίβ. N 2923, Χρον. Τόκκων 875, 1281, Χειλά, Χρον. 354, Μαχ. 9627, 40830, Σφρ., Χρον. μ. 8022, Γεωργηλ., Θαν. 432, Βουστρ. 490, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 163, Ψευδο-Σφρ. 2526, Αιτωλ., Μύθ. 66, 791, Χρον. σουλτ. 8124, Σταυριν. 745, Επιστ. Ηγουμ. 175, Ιστ. Βλαχ. 1727, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 3805, 40228, Συναδ., Χρον. 58, Βακτ. αρχιερ. 181, 182, κ.π.α.· δουλειά, Διγ. Z 3002, Λίβ. N 3640, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 89, Μαχ. 52616‑7, 54212, 67018, Χούμνου, Κοσμογ. 1114, Γαδ. διήγ. 472, Αλεξ. 144, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 76, Σαχλ., Αφήγ. 377, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 228, Δεφ., Λόγ. 336, Πεντ. Γέν. II 2, XXXIII 14, Λευιτ. XI 32, XXIII 7, Αρ. IV 3, Δευτ. V 14, Αιτωλ., Μύθ. 224, Κυπρ. ερωτ. 10442, Πανώρ. Ά́ 399, Γ́ 511, Ερωφ. Έ́ 293, Ιστ. Βλαχ. 2075, Σουμμ., Ρεμπελ. 165, 184 δις, Ερωτόκρ. Ά́ 837, Β́ 2254, Γ́ 1752, Στάθ. Ά́ 329, Β́ 264, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 88, δ́ 42, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 51, Δ́ 388, 435, 458, Διγ. O 1978, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25621, 28022 (έκδ. δουλαίς· διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 595), κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. δουλεία. Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. δουλειά).
α) Εργασία, ασχολία, υπόθεση (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III και σήμ., Δημητράκ., λ. δουλειά 1): ουδέ φαητό ουδέ πιοτό ουδέ δουλειά γυρεύγει Ερωτόκρ. Γ́ 1752· αρχίζω να τηνε ρωτώ για τσι δουλειές του γάμου Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 435· Εγώ διατ’ εσένα ήλθα εδώ, άλλην δουλείαν δεν είχα Διγ. Άνδρ. 3805· β) έργο: μεγάλα κατορθώματα, στρατιωτικές δουλείες| εποίησα Χρον. Μορ. H 5648· γ) στρατιωτική επιχείρηση: τέλος έλαβον αι των εχθρών δουλείαι Καλλίμ. 2135· δ) στρατιωτική υπηρεσία, αγγαρεία (Για τη σημασ. βλ. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Βυζαντ. 11, 1982, 47): τους εκείσε ευρισκομένους στρατιώτας έχειν ανελλιπή τα τε άλογα και άρματα αυτών και ευρίσκεσθαι προθύμους εν ταις επερχομέναις δουλείαις της βασιλείας μου Βασιλ. διάτ. του 14. αι. (Σάθ., ΜΒ Ϛ́ 64224)· ε) φρ. δουλειά αρμάτων βλ. ά. άρμα φρ. (I) 1· στ) φρ. άγωμε στη δουλειά σου βλ. ά. άγωμε(ν) Α 2α φρ.
δουλικώς,- επίρρ., Καλλίμ. 2009, 2141, Διγ. Z 2344, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 553, Λίβ. P 917, 2197, Λίβ. Sc. 1159, Λίβ. Esc. 2261, 3197, Λίβ. N 1994, 2849, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1525, Επιστ. Ηγουμ. 174, Διγ. Άνδρ. 3648.
Το αρχ. επίρρ. δουλικώς (L‑S, λ. δουλικός).
Ευλαβώς, με σεβασμό: κράζει τους πιστούς τους καρτερούντας έξω| και δουλικώς εισέρχονται και προσκυνούσι πάντες Καλλίμ. 2009.
δυνατός,- επίθ., Σπαν. A 603, Διδ. Σολ. Ρ 12, 115, Προδρ. III 16 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 8912, 29516, 29918, Διγ. (Trapp) Gr. 2272, Διγ. Z 160, 324, Διγ. A 2968, Διγ. (Trapp) Esc. 1105, Ερμον. Η 290, Ωροσκ. 4521, Χρον. Μορ. H 869, 1045, 1774, 2153, 2168, 2734, 4427, 5847, 8141, Βίος Αλ. 2882, 3001, 4497, 4542, Διήγ. παιδ. 90, 98, Διήγ. Βελ. 88, Συναξ. γαδ. 31, Φλώρ. 507, 620, 1313, Απολλών. (Wagn.) 116, 451, Αχιλλ. L 964, Αχιλλ. N 260, 426 (έκδ. γενναιού και δυνατού· διόρθ. Lavagnini R., RSBN 6-7, 1970, 171 σε γενναίων και δυνατών), Ιμπ. 299, Καναν. 77C, Χρον. Τόκκων 1039, 1703, 1908, 2507, Παρασπ., Βάρν. C 226, Μαχ. 7229, 15211, 19222, 36830, 42419, 52619, 55410, 57212, 64227, Δούκ. 26323, Σφρ., Χρον. μ. 7810‑1, 1024, Θησ. Β́ [195], Ζ́ [256], Χούμνου, Κοσμογ. 1038, Βουστρ. 448, Γαδ. διήγ. 244, Συναξ. γυν. 211, 739, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15428, Σαχλ., Αφήγ. 247, Κορων., Μπούας 14, 126, 127, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 275, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 42, 50, Βεντράμ., Φιλ. 273, Πεντ. Γέν. XLIX 7, Εξ. VII, Δευτ. IV 34, XXI 4, XXVIII 52, XXXII 30, Αχέλ. 893, 918, Θρ. Κύπρ. M 106, Χρον. σουλτ. 287, 528, 9433, 11327, 12636, Μηλ., Οδοιπ. 641, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 452, Κυπρ. ερωτ. 9023, 1435, Πανώρ. Ά́ 208, Γ́ 417, Ερωφ. Ά́ 413, Γ́ 26, 161, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υψϛ́, Επιστ. Ηγουμ. 175, Βλαστού, Επιστ. 177, Ιστ. Βλαχ. 1680, Διγ. Άνδρ. 32017, 39326, 41138, Ερωτόκρ. Ά́ 439, 1326, Β́ 1771, 2094, 2388, Γ́ 396, Δ́ 167, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 99, 167, Αποκ. Θεοτ. III 37, Διήγ. ωραιότ. 263, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1319], Φορτουν. (Vinc.) Β́ 8, Διγ. O 2388, κ.π.α.· αδυνατός, Πανώρ. Δ́ 308, Ερωφ. Β́ 171, Γ́ 52, 136, 217, 336, Ιντ. γ́ 29, 66, Κατζ. Πρόλ. 29, Β́ 82, 103, Δ́ 351, Πιστ. βοσκ. I 1, 313· IV 8, 237 (έκδ. αδυνητό· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 279 σε αδυνατό)· V 5, 27, Ερωτόκρ. Έ́ 156, Θυσ.2 529, Στάθ. Ά́ 140, Ιντ. β́ 132, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 195, Ιντ. γ́ 102, Δ́ 196, Ιντ. δ́ 67, Ζήν. Γ́ 60, 371, Ε΄ 51, 135, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16818 (έκδ. αδύνατη· διορθώσ. σε αδυνατή), 2704, 30020, 31611 (έκδ. αδύνατε· διόρθωσ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 596 σε αδυνατέ), 40119 (έκδ. αδύνατο· διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 596 σε αδυνατό), κ.π.α.
Το αρχ. επίθ. δυνατός. Ο τ. αδυνατός και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., λ. αδυνατός). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) (Προκ. για πρόσ.) ισχυρός, ρωμαλέος, ακμαίος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Ήτονε δυνατός στο κορμί Χρον. σουλτ. 287· εκείνον τον αδυνατό και φοβερό Τροχάλη| εγώ τον έκαμα κουτσό ’ς μια μας μαλιά μεγάλη Κατζ. Δ́ 351· σαν πύργος στέκω αδυνατός και τρέμω σαν καλάμι Ερωφ. Γ́ 217· β) γενναίος, ανδρείος, θαρραλέος: τον φοβερόν και δυνατόν κατέλαβεν ο Άδης, τον οποίον δεν εδυνήθη να τον βοηθήσει η ανδρεία του και ο πλούτος Διγ. Άνδρ. 41138· ως δυνατοτέρους τοίνυν και μαχιμωτέρους έδωκεν αυτήν προς τους Ούγγρους, ίνα φυλάττωσιν Δούκ. 26323. 2) (Προκ. για πράγμα) α) ισχυρός, δυνατός (Βλ. L‑S στη λ. I1. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): τσι κονταρές τσι δυνατές και φοβερές περίσσα Ερωτόκρ. Β́ 2388· να σπάσουσι τ’ αδυνατό του γιού σου το δοξάρι Πανώρ. Δ́ 308· ’κράτει τοξάρι δυνατόν, μεγάλα κορδισμένον Διγ. Z 160· άρματα είχον δυνατά και άλογα καθάρια Διγ. A 2968· β) γερός, στερεός, ανθεκτικός (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δυναμεροί και απόκοτοι σ’ όλα τα τείχη πηαίνα,| θωρώντα πού ’ναι δυνατά και πού ’ναι χαλασμένα Αχέλ. 893· εις εκείνην την μερέαν δεν έβαλαν δυναμάρια δυνατά ωσάν έβαλαν εις τους νάρθηκους Διήγ. Αγ. Σοφ. 15428· Τα σίδερα για βλέπηση στο παραθύριν ήσα,| διπλά διπλά τα κάμασι και δυνατά περίσσα Ερωτόκρ. Γ́ 396· αγόρασεν έναν καράβιν δυνατόν Μαχ. 55410· γ) (προκ. για κρασί) που περιέχει πολύ οινόπνευμα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Πίνει ο χωριάτης τα κρασιά τα δυνατά και ακράτα Σαχλ., Αφήγ. 247· δ) (προκ. για συναίσθημα) ισχυρός: εποίησαν στοιχήματα και δυνατήν αγάπην Διήγ. παιδ. 90· αλλά (ενν. να έχουσιν) αγάπην στερεάν και δυνατήν φιλίαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 98· είχεν λύπην δυνατήν ο δούκας Χρον. Τόκκων 1908· γιατί πόσα ’ναι δυνατός γνώθουσιν ο θυμός μου Φορτουν. (Vinc.) Β́ 8. 3) Ικανός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 12 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ώσιν δυνατοί του γράφειν και στιχίζειν Προδρ. III 16 (χφ g) (κριτ. υπ.)· δυνατούς προς πόλεμον εποίει και προς μάχην; Βίος Αλ. 3001. 4) Που μπορεί να γίνει, κατορθωτός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): Χωστό τον πόθο να κρατώ δεν είναι δυνατό μου Πανώρ. Γ́ 417· Η πτωχή η κερά Θεόκλητη, η αδελφή σου, αν ήτονε δυνατόν, ήρχετον να πέσει εις τους πανιέρους πόδας της πανιερότητός σου Επιστ. Ηγουμ. 175· έκφρ. κατά το δυνατόν = όσο είναι μπορετό (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II. Βλ. και Πρωίας Λεξ.): εγώ κατά το δυνατόν μου ήγραψα ό,τι εμπόρεσα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 452· Φουσάτα καλά σύναξε κατά το δυνατόν του Κορων., Μπούας 14. 6) Σκληρός, άτεγκτος (Βλ. Somav.): Εμέρων’ όλα τ’ άγρια, τα δυνατά ’παλαίνα Ερωτόκρ. Ά́ 439· Κόρη περίσσια βγενική, όσ’ είν’ η ομορφιά σου| πολλή, τόσ’ είν’ απόκοτη κι αδυνατή η καρδιά σου Ερωφ. Ιντ. γ́ 66· Έννοια γλυκειά, που τόσ’ αγαλιασμένη εποίκες και μετέχτηκα μιτά της,| θωρείς πώς έναι δυνατή καρδιά της| τόσον να πεις ότ’ είναι διαμαντένη Κυπρ. ερωτ. 9023. 7) (Προκ. για τόπο ) τραχύς, άγονος: να κατεβάσουν οι γέροντες του κάστρου εκείνου το μουσκάρι προς ποταμό δυνατόν, ός δε δουλεύγεται εις αυτόν και δε σπείρνεται Πεντ. Δευτ. XXI 4. 8) Άγριος, φοβερός: έχουν σκύλους δυνατούς κι ότινα πιάσουν τρων τον Γαδ. διήγ. 244. 9) (Προκ. για όρκο) σταθερός: Όρκον ποιούσιν δυνατόν να μη αποχωρισθούσιν Ιμπ. 299. 10) (Προκ. για τόπο, πόλη, κάστρα κλπ.) καλά οχυρωμένος· ασφαλής (Η σημασ. στο Βλάχ.): εβάλανε τις γυναίκες τους και τα παιδία τους εισέ δυνατούς τόπους Χρον. σουλτ. 9433· είμαι σαν έναν ακριβό πόχει τσι θησαυρούς του| χωσμένους ’ς τόπο αδυνατό Ερωφ. Γ́ 136· Ο πύργος είναι δυνατός, γύρωθεν έχει κάστρον Φλώρ. 1313· με την χάριν του Θεού επήραν την Αλεξάνδραν, οπού είναι περίτου δυνατή παρά ούλες τές έχουν οι Σαρακηνοί κοντά εις θάλασσον Μαχ. 15211· Κλεισούρες ήσαν δυνατές, στενώματα μεγάλα Χρον. Τόκκων 2507. 11) (Προκ. για καιρό) άσχημος, κακός, βαρύς: οι πραματευτάδες οπού παν της θαλάσσου ού έτεροι λας αν λάχει ότι έχουν δυνατό καιρόν και ρίπτουν διά εκείνον τον κακόν καιρόν απέ τον βίον τους Ασσίζ. 29918· αν έν’ η ελπίδα σου εις γην, σ’ αμπέλια και εις χωράφια| από χειμώνος δυνατού, από ανυδριάς και ξήρας| ξηραίνονται και χάνονται Διδ. Σολ. Ρ 12. 12) (Προκ. για πόλεμο) σφοδρός, φοβερός: εδώσανε πόλεμο με τα φουσάτα του Μαμαλούκου πολλά δυνατό Χρον. σουλτ. 12636· Από του πλήθους του λαού, του δυνατού πολέμου,| τινάς ουκ ίσχυσεν ποσώς να φύγει από την Πόλιν Χρον. Μορ. H 869· άρχισε μάχην δυνατήν να πολεμεί τους Φράγκους Χρον. Μορ. H 1045. 13) (Προκ. για ομιλία, φωνή) βροντερός, δυνατός: Σκιάς οχ την εμιλιά μου| ποιος είμαι, την αδυνατή, μπορείς να με γνωρίσεις Κατζ. Β́ 103· με μία φωνή αδυνατή όλοι τους εγυρίσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 16818. 14) α) Σπουδαίος, σοβαρός: αν έρτουν εις την γην, είναι πολλοί Συργιάνοι και ζαρπότηδες και δεν μας αφήνουν να συντύχωμεν τα ζητήματά μας και είναι βαρετά και δυνατά Μαχ. 36830· Υιέ μου, αν ίδεις γέροντας και μυστικώς λαλούσιν| και έχουν λόγους δυνατούς, μηδέν τους περικόψεις Διδ. Σολ. Ρ 115· ανέν και τώρας συμπαθήσεις τους, άλλην φοράν θέλουν ποίσειν δυνατόττερην παραβουλίαν Μαχ. 57212· ήρτεν του κίνδυνος δυνατός και εμποδίστην Ασσίζ. 8912· ελπίδαν είχεν δυνατήν και θάρρος μέγα εις αύτον Χρον. Μορ. H 2153· β) (προκ. για συνέλευση) μεγάλος (Βλ. Ζέπ., ΕΕΒΣ 18, 1948, 215): να ποίσει κούρτην δυνατήν, να ιδούν τες μαρτυρίες του Χρον. Μορ. H 8141. 15) Πολύς, υπερβολικός: τα χιόνια ηύρεν δυνατά, πολλά πηχτά εις τα όρη Χρον. Μορ. H 2168· εις όσα γαρ εκέρδισε ο αφέντης και πατήρ μας| με βίαν και μόχθον δυνατόν, το εξεύρουσιν οι πάντες Χρον. Μορ. H 2734. Το ουδ. ως ουσ. α) δύναμη: το ακέραιον του φρονήματος, το δυνατόν του πόθου Φλώρ. 507· ηθέλησε να δείξει το δυνατόν του, το δίκαιον και το σοφόν Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υψϛ́ βοήθησον τους πάντας,| όσον έν’ το δυνατόν σου Ερμον. Η 290· β) σκληρότητα: Τελειώνουν τα ξηλώματα, το δυνατό απαλαίνει Ερωτόκρ. Δ́ 167.
δύο,- αριθμητ., Προδρ. I 56, II H 26p, 56a, III 33, 112, 132c (χφφ gCSA) (κριτ. υπ.), 272g (χφφ gV) (κριτ. υπ.), Διγ. Esc. 1094, Act. Xér. 935, Διήγ. Βελ. 219 (γεν. πληθ. δύων), 229, 511, Αχιλλ. O 291 (γεν. πληθ. δύων), Rechenb. 394, Μαχ. 31818, Θησ. Πρόλ. [154]· δυο, Προδρ. III 88, Διγ. (Trapp) Esc. 8, Διήγ. Βελ. 233, Ερωτοπ. 494, Γεωργηλ., Θαν. 598, Ιμπ. (Legr.) 126, 133, 272, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 5, 10, Πεντ. Γέν. IX 23 (γεν. πληθ. δυών), Κυπρ. ερωτ. 281, 411, 10539, Πανώρ. Δ́ 306, Ερωφ. Δ́ 113 (γεν. πληθ. δυών), Επιστ. Ηγουμ. 17414, Ερωτόκρ. Δ́ 1604, 1611, 1669, 1733, Στάθ. Β́ 191, Συναδ., Χρον. 67, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [245] (έκδ. δύο). Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 71, Χριστ. διδασκ. 97 (γεν. πληθ. δυονώνε)· οιδυό, Ερωφ. Ιντ. β́ 7, Δ́ 44, 204, Ερωτόκρ. Β́ 1617, 1785, Γ́ 636, Δ́ 567, Στάθ. Ά́ 158, Γ́ 325, Στάθ. (Μανούσ.) Γ́ 325, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά́́ 103 (γεν. πληθ. οιδυών).
Το αρχ. αριθμητ. δύο. Για τον τ. οιδυό βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 229 κε. Η λ. και ο τ. δυο και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Δύο (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1). 2) Έκφρ. α) ένα δυο = πολύ λίγοι (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): και άλλοι ένα δυο αρχιερείς Συναδ., Χρον. 67· β) δυο τρεις = λίγοι (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δυο τρεις από τους δούλους του Ιμπ. (Legr.) 272.
ελεήμων ‑μονας,- επίθ., Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2610, Θησ. (Foll.) I 122, Ιστ. Βλαχ. 90· ’λεήμων, Θησ. Έ́ [307].
Το αρχ. επίθ. ελεήμων. Η λ. στον τ. ελεήμονας στο Somav.
Που κάνει ελεημοσύνες (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. 2 και στο Βλάχ.): Γένου (ενν. υιέ μου) και ελεήμονας, τινάς μηδέν σε ξεύρει Κομν., Διδασκ. Δ 167· να είσαι ελεήμονας, να είσαι ευεργέτης| εις τους πτωχούς και πένητας ως θείος υπηρέτης Ιστ. Βλαχ. 1891· είναι τόσον ελεήμων (ενν. ο πνευματικός) οπού όλαι αι πτωχαί του μοναστηρίου ζιούσι από δικόν του Επιστ. Ηγουμ. 17537.
εξοδιάζω,- Σπαν. A 654, Σπαν. (Ζώρ.) V 249, Διδ. Σολ. Ρ 129, Ασσίζ. 25612, 32813, Χρον. Μορ. H 612, 7145, Χρον. Μορ. P 612, Σφρ., Χρον. μ. 6011, 10619, Γεωργηλ., Θαν. 439, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 127, 630 κριτ. υπ., Σαχλ. N 84, 375, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 95, Σαχλ., Αφήγ. 490, 637, Ψευδο-Σφρ. 55612, Δεφ., Λόγ. 176, Έγγρ. του 1553 (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-6, 1961, 267), Επιστ. Ηγουμ. 17535, Ιστ. Βλαχ. 1435, Βακτ. αρχιερ. 144, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 36 κ.α.· ξοδιάζω, Ασσίζ. 4830-1, 16310, 29223, 3293, 41427, Ιμπ. 595, Μαχ. 4229, 14024, 34822, 6207, Θησ. Ϛ΄ [72], Ζ΄ [474], Ριμ. Απολλων. 1440, Αλεξ. 40, Σαχλ. N 312, 401, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 181 (έκδ. εξοδιάζει· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 348 σε ξοδιάζει), Σαχλ., Αφήγ. 78, 122, Πένθ. θαν. N 554, Βεντράμ., Φιλ. 77, Αχέλ. 171, 1241, Χρον. σουλτ. 10719, Πανώρ. Γ΄ 174, Κατζ. Γ΄ 328, Δ΄ 106, Πιστ. βοσκ. III 6, 283, Κατά ζουράρη 132, Ροδολ. Α΄ [94], Β΄ [22], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1110], Ε΄ [557], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 166, Γ΄ 332, Διακρούσ. 7123, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14613, 29412, 50911, 56726, Μπερτολδίνος 158, κ.α.
Το μτγν. εξοδιάζω. Η λ. και ο τ. ξοδιάζω και σήμ. (Δημητράκ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., λ. ξοδιάζω).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Ξοδεύω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): έξι τσικίνια μου ᾽δωκε να πα να τα ξοδιάσω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 536· τα εξοδίασεν όλα του τα πράγματα εις φαν και πιείν Ασσίζ. 1638· μεν ξοδιάζεις άπρεπα χαρτίν, βαφήν και κόπον Κυπρ. ερωτ. 15018· (με σύστ. αντικ.): έδωκεν και τον καθένα έξοδον διά να εξοδιάσει εις την στράταν Διγ. Άνδρ. 32513-4· όλους τους εξόδους το να ξοδιάσει … εντέχεται να τα πλερώσει ο ρήγας Ασσίζ. 22220· (μεταφ.): Τούτος εγάπ᾽ από καιρό μιάν πλουμισμένη κόρη,| κι εκόπιασε κι εξόδιασε πολλά να τηνε κάμει| να πει το ναι Ερωτόκρ. Β΄ 463· Δε με βγάνουσι, δάσκαλε, τα λόγια οπού ξοδιάζεις Στάθ. (Martini) Γ΄ 125· γιαύτην δεν ξοδιάζεις| θρήνους Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1086], 2) (Προκ. για τη ζωή, τον καιρό) ξοδεύω, περνώ: την ζην μου εξόδιασα στα βάρη Κυπρ. ερωτ. 13110· τον καιρόν εις κλαύσιμον …| εξόδιαζε καθημερνό Θησ. Ε΄ [18]. 3) Βάζω κάπ. σε έξοδα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Φίλον τον δείχνει και πονεί, γοργόν τον εξοδιάζει| και παίρνει φόλαν για σολδίν, καλά και δεν το ʼξάζει Απόκοπ. 269. 4) Ξεπουλώ: επεράσαν δύο μήνες| κι ήλθεν ένας μπεζεριάνης·| φαρίν είχε να πωλήσει| και να το εξοδιάσει Πτωχολ. Z 95. 5) Χρησιμοποιώ: την ψη και το κορμί μας| τάσσομε τση ψηλότης σου να ʼνιαι στη γδίκιωσή σου| και ως θέλεις μάσε ξόδιασε κι ως έναι η όρεξή σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 154· ’ς τσι ορισμούς σ’, αφέντρα μου, θέλω ʼσται, κόρη μ’, ούλος| κι όχι ποτέ μ’ αφέντης σου, ψυχή μου, σα με κράζεις·| κι έτσι, Νεράϊδα μ’ ακριβή, κάμε να με ξοδιάζεις Ερωφ. Ιντ. α΄ 106. Β´ Αμτβ. 1) Κάνω έξοδα (Βλ. Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.): Θωρείτε οι ακριβοί πως ξοδιάζουν περίτου παρά τους φτηνούς! Μαχ. 43621· η αφεντιά του εγροίκησεν και εξοδίασεν και εποίκεν τούτην την αρμάδα Βουστρ. 450. 2) Συνοδεύω κηδεία: Νηστεύγεις και κρατείς κερί στον άγιον να τ’ ανάψεις,| διά ποιον νεκρόν εξόδιασες, να πας να τονε θάψεις; Δεφ., Σωσ. 318· ξαγορευμένοι εύμορφα, έτι κοινωνημένοι,| σαβανωμένοι και καλά ψαλμένοι, εξοδιασμένοι Γεωργηλ., Θαν. 603. II. (Μέσ.) θυσιάζομαι: είμαι ότοιμος να ξοδιαστώ όλος για την τιμήσ σας Κυπρ. ερωτ. 1336.
εφημερεύω·- εφημερεύγω, Έγγρ. του 1643 (Vinc., Θησαυρ. 4, 1967, 62)· ᾽φημερεύγω.
Το μτγν. εφημερεύω.
1) Επιβλέπω, εποπτεύω: οδιά να πάγει να κατοικήσει εδεκεί να το εφημερεύγει (ενν. το μοναστήρι), να το γουβερνάρει Έγγρ. του 1643 (Vinc., Θησαυρ. 4, 1967, 61)· λέγουσι, δέσποτά μου, οδιά τον πνευματικόν οπού εφημερεύει το μοναστήρι πως είναι άξιος Επιστ. Ηγουμ. 175. 2) (Εκκλ.) είμαι εφημέριος: και τώρα τον εφημέριου το όνομα σας λέγω:| Παπά Αντώνη τονε λεν αυτόν που ᾽φημερεύγει Διήγ. ωραιότ. 569.
εφημέριος,- επίθ., Επιστ. Ηγουμ. 17554, Βλαστού, Επιστ. 1779, Διήγ. ωραιότ. 568· ιφουμέριος, Έγγρ. του 1645 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 309).
Το αρχ. επίθ. εφημέριος.
Καθημερινός: εφημερίους τε ποιών θυσίας υπέρ παίδων Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 36. Το αρσ. ως ουσ. (εκκλ.) α) εφημέριος: εγώ έφθασα τους γέροντες εδώ στην Βενετίαν,| όντας εδώ εφημέριος ’ς τούτην την εκκλησίαν Λίμπον. Επίλ. 10· β) επόπτης: διά ταύτην την σεμνότητα και τετιμημένην ζωήν οπού κάμνει είναι εφημέριος ανάμεσον και εις τα άλλα μοναστήρια τα γυναίκια Βλαστού, Επιστ. 17715.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- πρόθ., Φυσιολ. (Karn.) Μ 326, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 249, Σπαν. (Hanna) Α 18, 131,164, 524, 532, 551, Β 124, 347, Σπαν. (Ζώρ.) V 69, Σπαν. (Hanna) V 122, 126, 167, Σπαν. (Hanna) Ο 53, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 457, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 493, 626, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 120, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 18, III 45, Καλλίμ. (Κριαρ.) 193, 284, 2271, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 156, Ασσίζ. (Σάθ.) 611, 75 , 8921, 1443, 18711, 40030, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53720, Ορνεοσ. άγρ. (Hercher) 51924, 53714, 5392, Διγ. (Mavr.) Gr. IΙΙ 266, IV 131, 926, VIII 43, 185, Διγ. (Hess.) Εsc. 136, 138, 1316, 1589, 1759, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2835, Διγ. (Καλ.) Α 1440, 2113, 3759, Βέλθ. (Κριαρ.) 71, 248, 249, 328, 405, 530, 538, 566, 700, 714, 914, 1213, 1277, Εβρ. έλεγ. (Παπαγ.) 174, Ερμον. (Legr.) Λ 70, Ν μετά στ. 392, Ξ 73, 105α, Ψ 317, Χρον. Μορ. (Καλ.) Η 439, 940, 1255, 1599, 1675, 1713, 2562, 2738, 2827, 2918, 3531, 4969, 5797, 6107, 6534, 6549, 7290, 7625, 8420, 8683, Χρον. Moρ. (Schmitt) Ρ 3865, Πουλολ. (Krawcz.) 213, Βίος Αλ. (Reichm.) 3661, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 1264, Σπαν. (Ζώρ.) V 41, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 275, 400, Περί ξεν. (Wagn.) V 31, 404, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 133, Λίβ. (Μαυρ.) P 61, 1867, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2213, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1077, 3262, 4019, Λίβ. (Lamb.) N 46, 155, Λίβ. (Wagn.) N 838, 1889, Αχιλλ. (Haag) L 284, Αχιλλ. (Hess.) N 39, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 106, 149, 266, 347, Ιμπ. (Κριαρ.) 178, 233, 434, Γράμμ. κρ. διαλ. (Μανούσ.) σ. 7, Χρησμ. (Trapp) I207, V3, VI28, VII14, IX11, Φυσιολ. (Zur.) I 2α5, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 803, 25410, 3204, 3729, 57822, 38626, 42010, 42214, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 628, 83, 10, 23, 1010, 34, 1212, 28, 31, 1418, 29, 32, 1082, 1149, 1244, 26, 1264, 12617, 12829, Θησ. (Foll.) I 125, Θησ. (Schmitt) 339 IV 5, Ch. pop. (Pern.) 20, 30, Καραβ. (Del.) 49226, 49316, 30, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 197, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 683, Βουστρ. (Σάθ.) 414, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 46, 53, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 92, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14715, 14811, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) 16, Σαχλ. (Vitti) N 93, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 771, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 3, 13, 31, 120, 197, 448, 479, 485, 487, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 356, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 212, 343, 344, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 10, 360, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Πεντ. (Hess.) Γέν. IΙΙ 1, VIII 8, XIV 20, XX 6, XXVII 30, Έξ. I 9, XIV 5, XXX 2, Αρ. XIII 25, XXII 16, 23, XXIV 11, XXXIII 8, Δευτ. IX 1, XX 1, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 511, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 7916, 12425, 1497, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 636, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 282, 1307, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 78, Β΄ 98, 387, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 188, 209, 453, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 397, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 195, 440, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 754, Γ΄ 696, 1501, Στάθ. (Σάθ.) Πρόλ. 19, Α΄ 239, 272, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, 55, 67, Ροδολ. Α΄ [68], Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 76, 428, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [506], χορ. δ΄ [8 ], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 38, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, 77, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 670, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 26017, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 10· ’πό, Διγ. (Καλ.) A 1908, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 393 (μετά διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180· έκδ. παραλ.), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 33, 1003, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 295, 468, 803, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 222, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44525· αποτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 740 χφ V· απού, Ασσίζ. (Σάθ.) 828, 129, 2125, 3114, 4131, 5531, 8327, 924, 934, 9710, 10618, 1092, 1272,1446, 2203, 3122, 34022, 3526, 38829, 40130, 4145, 4212, 4619, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1357, Μαχ. (Dawk.) 223, 226, 3826, 701, 19631, 25410, 3404, 36231, 36417, 4066, 45615, 47211, 52235, 6064, 60832, 62011, 16, 63038, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 137, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 28, 1513, 1613, 248, 578, 588, 766, 771, 805, 9131, 923, 9361, 9914, 22, 10823, 10930, 38, 11030, Αχέλ. (Pern.) 310, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 447, Γ΄ 180, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 42, Α΄ 488, Β΄ 254, 385, 410, Γ΄ 272, Δ΄ 120, Ιντ. δ΄ 109, Ε΄ 142, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 208· III 6, 8· V 6, 329, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 85, Επιστ. Ηγουμ. 168, 175, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 217, 314, 507, 512, 565, 732, 919, 926, 1200, Β΄ 1283, Ε΄ 470, Θυσ. (Μέγ.)2 24, 31, 288, 814, 1079, Στάθ. (Σάθ.) Ίντ. α΄ 11, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9, 66, 173], Δ΄ [119], Ε΄ [272], Ροδολ. Α΄ [344], Ε΄ [588], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) II 12, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 144, Γ΄ 57, Δ΄ 407, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 59, Β΄ 196, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 634, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 28714, 3038, 5473, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8022, Αλφ. (Mor.) III 48· ’πού, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 211, 2, 325, 351, 592, 643, 9232, 9444, 965, 10624, 1073, 25, 11031, 34, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 32217, 3787· απέ, Ιων. (Hess.) 2168, Ασσίζ. (Σάθ.) 49, 1521, 1612, 1923, 2214, 3516, 27, 386, 391, 413, 12, 4514, 4710, 5114, 552, 6416, 653, 6915, 803, 6, 8, 11, 8230, 889, 8921, 9022, 9121, 9831, 1098, 11415, 1214, 12413, 12721, 14217, 15028, 15227, 15422,1593, 16322, 17622, 1784, 17922, 2286, 23711, 25413, 2618, 27121, 28227, 30226, 3049, 32329, 3414, 35318, 3591, 3624, 3777, 41024, 4137, 41524, 4166, 13, 4219, 17, 4234, 4799, 4813, 5217, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52014, 55125, 57714, Βέλθ. (Κριαρ.) 574, 978, Ακ. Σπαν. (Legr.) 167, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 138, 153, 572, 641, 687, 794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570, 3175, 6519, 6864, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4159, 4901, 6226, 6687, 6808, 8967, Πτωχολ. (Schick) P 144, Διήγ. Βελ. (Cant.) 23, Φλώρ. (Κριαρ.) 74, 108, 306, 547, 681, 730, 896, 916, 1020, 1064, 1082, 1454, 1549, 1617, 1797, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 317, Απολλών. (Janssen) 770, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4207, Λίβ. (Lamb.) N 155, Λίβ. (Wagn.) N 247, 1631,1948, 2167, 2405, Αχιλλ. (Hess.) L 271, 582, 713, Αχιλλ. (Hess.) N 278, 316, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 13, 477, Ιμπ. (Κριαρ.) 209, 343, 358, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1392, Ανακάλ. (Κριαρ.) 11, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 120, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 191, 423, Μαχ. (Dawk.) 48, 22, 64, 1020,1823, 2013, 2622, 3812, 18631, 30626, 3641, 37032, 34, 37237, 41223, 43611, 4664, 46835, 48232, 53221, 55815, 59014, 67626, Θησ. (Foll.) I 5, 30, 58, 63, 64, 75, 96, 132, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 127, 154, 192, Β΄ [96], [104], Βουστρ. (Σάθ.) 413, 417, 452, 456, 46828, 50223, 51921, 53411, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 704, Πικατ. (Κριαρ.) 417, Συναξ. γυν. (Krumb.) 99, 871, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 6, 9, IV 13, XVI 2, XXVI 10, Αρ. X 12· ’πέ, Αχιλλ. (Hess.) L 1134, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 128· απ’ (μπροστά από φωνήεν), Σπαν. (Hanna) V 24, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 1818, Διγ. (Καλ.) A 242, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 378, Απολλών. (Wagn.) 550, Λίβ. (Lamb.) Esc. 974, Λίβ. (Lamb.) N 836, 841, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 33, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (έκδ. αποκάτω· διόρθ. Ειδική Χρήση: Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10, σε απ’ εκατόν), Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 418, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 62, Λίμπον. (Legr.) 68 κ.ά.· απ’ (μπροστά από τ), Χρον. Τόκκων (Schirò) 2009, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Γ΄ 67· ’π’ (μπροστά από φωνήεν), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 50, Λίμπον. (Legr.) 262, κ.ά. ’π’ (μπροστά από σύμφωνο), Αλφ. (Κακ.) 1158· αφ’ (μπροστά από τ), Βέλθ. (Κριαρ.) 442, 1154, 1279, 1312, Σωσ. (Legr.) 53, 73, Χρησμ. (Trapp) I 302, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 419, 428, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 32, 408, 459, 460, 493, 637, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8636, Διγ. (Lambr.) O 722, 1705, 2414.