Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]

  Βιβλ.αναφορά : Εκατόλ. (Hess.-Pern.) M

  • αηδονάκι  
    το, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 471, Εκατόλ. (Hess.-Pern.) M 61.
    Υποκορ. του ουσ. αηδόνι. Η λ. και στον Du Cange και σήμ. (ΙΛ).
    Μικρό αηδόνι: <και> τ’ αηδονάκι μπλιό μην κελαϊδήσει Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 471. — Πβ. αηδόνι.
       
  • ακόνι(ον)  
    το, Λεξ. Μακεδ. (Giann.-Vaill.) 155, Εκατόλ. (Hess.-Pern.) M 42, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ 1631.
    Υποκορ. του αρχ. ουσ. ακόνη. Η λ. ήδη στο Διοσκουρίδη (Sophocl.), μολονότι εκεί σημαίνει «φάρμακον»· όμως βλ. Chantraine, Dict. étym., λ. ακ‑. Η λ. και σήμ. (ΙΛ στη λ. ακόνι). Για την ύπαρξη βυζ. λ. ακόνα βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ Β΄ 6, 1955/6, 234.
    Ακόνι, όπως και σήμ.: Οκτώ μαχαίρια ακόνισαν απάνου σ’ έν’ ακόνι| και στην καρδιά μου τα ’βαλαν να με διαβούν οι πόνοι Εκατόλ. M 42· Πιστέψετέ μου, ότ’ εις του νου την πίστην ήμουν μόνη| κι εις την τιμήν της αλληνής της δοκιμής τ’ ακόνι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ 1626.
       
  • αλέθω,  
    Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 261, III 106, Φυσιολ. (Legr.) 158, Μαχ. (Dawk.) 2161, 52231, Πεντ. (Hess.) Έξ. ΧΧΧΙΙ 20, Δευτ. ΙΧ 21, Εκατόλ. (Hess.-Pern.) M 72, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 640, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 59τρις, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3617.
    Το αρχ. αλήθω. Η λ. και στο Ονειροκρ. του Αχμέτ (Sophocl.). Το ε από τον αόρ. ήλεσα του αρχ. αλέω, που χρησιμοποιήθηκε και ως αόρ. του αλήθω (Χατζιδ., Αθ. 43, 1931, 201). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Αλέθω (όπως και σήμ.): εκεί έναι μύλος κάτωθι της γέφυρας και αλέθει με την θάλασσα Μηλ., Οδοιπ. 640· το σιτάριν, τό είχεν το κάστρον, άλεσέν το και έδωκέν το τους μαγκίπους Μαχ. 52231· Τα στάρια εις τα μαγατζιά έβαλαν εν τῳ άμα| κι αλέθαν κι εζυμώνασι και παξιμάδια ’κάμα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3617. 2) Κόβω σε πολύ μικρά κομμάτια, κατακερματίζω: και επήρεν το μοσκάρι ος έκαμαν και έκαψεν εις την ιστιά και άλεσεν ως ότι φτενό Πεντ. Έξ. ΧΧΧΙΙ 20. 3) (Μεταφ.) τρώγω με βουλιμία, ροκανίζω: και πλύσιμον ου δέχεται καν όλως το πινάκιν,| και άφες τρώγειν τα πολλά, ν’ αλέθεις πασπαλάτα Προδρ. ΙΙΙ 106.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης