Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ακατάφλεκτος,
- επίθ., Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 316, 742, Εις Θεοτ. 13.
Από το στερ. α‑ και το καταφλέγομαι. Η λ. ήδη στον Εφραίμ Σύρο (Lampe, Lex.).
Που δεν καίγεται: εκπέμπει την ακτίναν του στην κόγχην του βημάτου| της εκκλησίας της σεπτής ακαταφλέκτου Βάτου Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 316.
ανάκλησις- η, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 285, Διήγ. Βελ. (Cant.) 556, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 861, Χειλά, Χρον. (Hopf) 347, 348, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 996, Εις Θεοτ. 102, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24126, 43711.
Το αρχ. ουσ. ανάκλησις. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
1) Επάνοδος, ξαναγύρισμα (των καλών), ευτυχία: ποτέ ομόνοιαν οι Ρωμαιοί, ποτέ μοναυθεντίαν,| ποτέ καλών ανάκλησιν δεν ημπορούν να δούσιν Διήγ. Βελ. 556. 2) Βοήθεια: έτερα κάστρα εποίησασιν ... λαβόντες την ανάκλησιν της εκλαμπροτάτης ημών αυθεντίας Χειλά, Χρον. 347. 3) Διάδοση (γεγονότος), διαλαλημός: να γενεί ανάκλησις τοις Χριστιανοίς της Δύσης Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 861.
ανανήφω,- Μιχ. ιερομ. (Merc.) Δούκ. (Grecu) 1255, Εις Θεοτ. 72.
Η λ. στον Αριστοτέλη.
Έρχομαι στη συναίσθηση του εαυτού μου (Η σημασ. και στον Αριστοτέλη): οψέποτε ανανήψας εκ του κάρους της μέθης Δούκ. 1255.
αντίληψις- η, Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙΙ 297, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2658, 2965, Διγ. (Καλ.) A 4178, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 246, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 354, Ch. pop. (Pern.) 199, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. (Λάμπρ.) 77, Εις Θεοτ. 22, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 5, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 80, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 39630, Φορτουν. (Ξανθ.) Ε΄ 98.
Το αρχ. ουσ. αντίληψις.
1) Συμπάθεια (προς κάποιον), βοήθεια, στήριγμα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ 2): προς βασιλεί υποταγήν, προς πάντας την αγάπην,| είχε θερμήν αντίληψην πάντοτε εις τους δούλους Διγ. A 4178· είδες, ψυχή μου, έλεγον, εκδικητήν ον έχεις| και οίαν σοι αντίληψιν ο πλαστουργός παρέσχεν; Διγ. Τρ. 2658. 2) (Αντί προσωπ. αντων. με τα κτητ. μου, σου, κλπ.) εγώ, κλπ.: αγάπα με με την καρδιάν και με την όρεξίν σου,| διατί κι εγώ φλογίζομαι διά την αντίληψίν σου Ch. pop. 199· πως ηύρες το παιδί σου| πολλά περίσσα χαίρομαι με την αντίληψή σου Φορτουν. Ε΄ 98· η αντίληψή σου πώς ακούς; πώς λέσι το όνομά σου; Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 5· εδεξάμην τα γράμματα της αντιλήψεώς σας Βησσ., Επιστ. 354· μα την αλήθεια, αγαφτική κιαμιά ’λλη δεν ομοιάζει| τσ’ αντίληψής σου σαν αυτή τσ’ υπόληψής σου μοιάζει Κατζ. Α΄ 80. — Βλ. και υπόληψη.
απεργάζομαι,- Εις Θεοτ. 35.
Το αρχ. απεργάζομαι. Η λ. και σήμ. στη Λήμνο, στον τ. απιργάζουμ’ (Κρεκούκιας, ΛΔ 14, 1982,17).
Συντελώ, φροντίζω: αιτώ σε δε, απέργασαι ελθείν εν τῳ Χριστῴ μου Εις Θεοτ. 35. — Βλ. και απεργάζω.
απλήρωτος,- επίθ., Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 106, Διγ. (Καλ.) A 544, Βέλθ. (Κριαρ.) 509, Διήγ. Βελ. (Cant.) 162, 275, 301, Φλώρ. (Κριαρ.) 1227, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2171, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3354 (κριτ. υπ.), Λίβ. (Wagn.) N 2992, Ιμπ. (Κριαρ.) 472, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 448, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 3, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 6811, 7634, Εις Θεοτ. 39, Ρίμ. θαν. (Κακ.) 38, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3389· απλέρωτος, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3365, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VI 39, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρου 108.
Το μτγν. επίθ. απλήρωτος. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. απλέρωτος).
1) α) (Προκ. για εργασία) που δεν πληρώνεται, άμισθος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απλέρωτος 2β): Οι απλήρωτοι ήτανε δεκαπέντε χιλιάδες Χρον. σουλτ. 6811· β) (μεταφ. προκ. για πράξεις) που δεν τιμωρείται ή δεν επαινείται: που κάμωμα απλέρωτο στον κόσμο δεν αφήνει Ερωφ. Πρόλ. Χάρου 108. Βλ. και αγδίκιωτος. 2) Άφθονος, ατέλειωτος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απλέρωτος 5): και έτσι υπάγουσι εις την απλήρωτον εκείνην χαράν Διγ. Άνδρ. 3389· με ... (παραλ. 1 στ.) στεναγμούς απλήρωτους αποχαιρέτησάν τους Φλώρ. 1227· χρήμα πολύν απλήρωτον και πλούτον ουκ ολίγον Διήγ. Βελ. 301. Βλ. και αναρίθμητος, άπληστος 3.
απόλαυσις (I), ‑ση- η, Διγ. Gr. VI 842, Διγ. Τρ. 2837, Διγ. A 3855, Μαχ. 18613, Δούκ. 28521, Εις Θεοτ. 39, Πένθ. θαν. N 29, Έγγρ. 16. αι. (ΕΕΒΣ 13, 1937, 195).
Το αρχ. ουσ. απόλαυσις. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
1) α) Ευχαρίστηση, τέρψη (Πβ. L‑S στη λ. II 1): Του κόσμου τες απόλαυσες ας τες ξεχωριστούμεν Πένθ. θαν.2 29 (βλ. και αναψυχή 2, απλαζίρι(ν) 1α)· β) αγαλλίαση: χαρά απλήρωτος, απόλαυσις δικαίων Εις Θεοτ. 39 (βλ. και αγαλλίαμα, αγαλλίασμα). 2) Υποδοχή, περιποίηση: Τότες εγδέχτην τους μαντατοφόρους και εποίκεν τους μεγάλην απόλαυσην εις την Αμόχουστον Μαχ. 18613 (βλ. και αναδοχή 1, ανάπαυσις 1στ, απαντή β, αποδοχή 1). 3) Κέρδος, πρόσοδος: έχοντες χελοκοφινοβίβαρα …, έξ ών έχωσι μικράν απόλαυσιν Έγγρ. 16. αι. (ΕΕΒΣ 13, 1937, 195).
απόστολος- ο, Σπαν. A 188, Προδρ. ΙΙΙ 271, Ασσίζ. 1135, 23-24, 36426, Χρον. Μορ. H 779, Απολλών. 2, 794, Φυσιολ. 34623, Βεν. 30, 32, Χρον. 314, Εις Θεοτ. 8, Δωρ. Μον. 32, Ιστ. Βλαχ. 2548, 2554, 2624, Συναδ., Χρον. 32.
Το αρχ. ουσ. απόστολος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Απεσταλμένος του Θεού α) ο καθένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ωσάν ήφερε το λείψανον του άγιου, το υπήγαν εις τον ναόν των άγιων αποστόλων Χρον. 314· εις τον ναόν επήγασιν του αγίου αποστόλου Ιωάννου Απολλών. 794· β) εκκλησιαστικός αρχηγός: να πάγει εις τον αγιώτατον πατέραν τον απόστολον να του συγχωρήσει Ασσίζ. 11323-24. 2) Βιβλίο με περικοπές από τις Επιστολές και τις Πράξεις των Αποστόλων· (εδώ περικοπή που διαβάζεται στη λειτουργία (Βλ. και ΙΛ στη λ. 2): ει δε … | και ου φθάσω εις τον απόστολον και ουκ είμαι εις το ευαγγέλιον, αφήνουσι με νηστικόν την άπασαν ημέραν Προδρ. ΙΙΙ 271 (βλ. και ανάγνωσις 2).
αρχέκακος,- επίθ., Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 195, Φυσιολ. (Zur.) VIII 415, Φυσιολ. 3441, Μαχ. 21826, Εις Θεοτ. 106, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 453.
Το αρχ. επίθ. αρχέκακος.
(Προκ. για το διάβολο και έπειτα και για τους δαίμονες) που είναι η αρχή των κακών, πρωταίτιος του κακού (Η σημασ. αρχ., L‑S· όμως ειδικά για το διάβολο τον 4. αι., Lampe, Lex.): ο αρχέκακος όφις Φυσιολ. (Zur.) VIII 415· Οι αρχέκακοι και πονηροί δαίμονες Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 453. — Βλ. και αντίπαλος β, αποστάτης 1β, γεροδαίμονας, δαίμονας, διάβολος.
ασκητής- ο, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1197, Συναξ. γυν. 153, Εις Θεοτ. 9, Χρον. σουλτ. 12819, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1397, 1564, 1941, Εγκ. αγ. Δημ. 110178, 185, Συναδ., Χρον. 43.
Το αρχ. ουσ. ασκητής. Η λ. και σήμ. (ΙΛ) και ως επώνυμο και παρων. (βλ. Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 231).
Ερημίτης (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. 2 και ΙΛ στη λ. 1): εδιάβη εισέ έρημον τόπον και εστέκετονε (έκδ. εστεκέτονε) ωσάν ασκητής Χρον. σουλτ. 12819· άγιοι μάρτυρες Χριστού με όλους τους ασκητάδες Συναξ. γυν. 153.
άτοπος,- επίθ., Μιχ. ιερομ. 2, Μανασσ., Χρον. 5383, Πωρικ. Απ. 16, Πωρικ. V 19921, Ασσίζ. 320, Βίος οσ. Αθαν. 241, Εις Θεοτ. 66, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 828, Λίμπον. 227.
Το αρχ. επίθ. άτοπος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Απρεπής, ανάρμοστος (Πβ. L‑S στη λ. 3. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ώ! πώς αγνώμων γέγονα και δόλιος οικέτης| φενακισθείς, απατηθείς υφ’ ηδονών ατόπων Μιχ. ιερομ. 2. Βλ. και ανόρεκτος 2, άπρεπος 1, άσχημος 2γ, άτακτος 2, ατόπιος. Το ουδ. ως ουσ., τα άτοπα = παράνομες πράξεις: Περί τείντα εντέχεται να ποίσει ο εμπαλής, και ταύτα αξιάζει η βοήθειά του, και τείντα εντέχεται να ζημιωθεί, όταν πιάσει τα άτοπα Ασσίζ. 320.
αυλή- η, Ασσίζ. 516, 1630, 4612, 17, 9422, 10229, 1067, 16519, 16813, 17629, 19525, 2181, 29731, 2986, Διγ. (Trapp) Esc. 1641, Βέλθ. 455, 647, Διήγ. παιδ. 250, Λίβ. P 2700, Αχιλλ. L 248, Ιμπ. 874, Μαχ. 22623, 24823, 25233, 26018, 30027, 3061, 7, 21, 37818, 50415, 57223, 5987, 63421, 67821, Ch. pop. 492, Βουστρ. 413 (πληθ. αυλάδες), 418 (πληθ. αυλάδες), 421, Αλφ. (Μπουμπ.) IV 24, Κυπρ. ερωτ. 11511, Έκθ. χρον. 1910, Απόκοπ. 121, 252, 438, Πικατ. 99, Ιμπ. (Legr.) 432, Εις Θεοτ. 36, Πεντ. Έξ. XXXVIII 18, 31, Λευιτ. XXV 31 (γεν. αυλάς), Αρ. III 26, IV 26, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 416, 1230, Αιτωλ., Μύθ. 1012, Ιστ. πολιτ. 2810, Ιστ. πατρ. 17314, Δωρ. Μον. XL, Ιστ. Βλαχ. 1036, Ερωτόκρ. Α΄ 189, 551, Γ΄ 924, Δ΄ 224, Βακτ. αρχιερ. 181, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23911, 35415.
Το αρχ. ουσ. αυλή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τον πληθ. αυλάδες βλ. Hadjioannou, Beginning of Cypr. Dial. 299.
1) α) Ανοιχτός χώρος μπροστά από το σπίτι, αυλή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Ένας κουρούναν έδωκε δεμένη το παιδί του| να παίζει και να την κρατεί μέσα εις την αυλή του Αιτωλ., Μύθ. 1012· βλ. και κουρτέλα· β) είδος «ταράτσας» (Πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. 1ε): εποίησεν κι ανώγαιον, αυλήν δε υπερώον Διγ. (Trapp) Esc. 1641. Βλ. και δώμα. 2) Περίφρακτος τόπος όπου σταυλίζονται τα ζώα, μάντρα (βλ. L‑S Κων/νίδη στη λ. I1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): χαίρε πηγή, χαίρε αυλή των λογικών προβάτων Αλφ. (Μπουμπ.) IV 24. 3) α) (Βασιλική) αυλή, παλάτι (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. IV): εις οίκους τους βασιλικούς και εις αυλάς ρηγάδων Διήγ. παιδ. 250· εβγήκε και ο ρήγας καβαλάρης έξω με όλους της αυλής Δωρ. Μον. XL· έκφρ. μεγάλη αυλή = παλάτι: ει τι ποίσει, να είναι αξαζόμενον ως για να ήτον γράψιμον της μεγάλης αυλής Μαχ. 50415· βλ. και ανάκτορον· β) κατοικία πλουσίου η αξιωματούχου, αρχοντικό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): δουλωτικώς εισήλθε| εις τας αυλάς του καίσαρος, ως είδαμεν εκείθε Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 416· βλ. και ανάκτορο· γ) (γενικά) κατοικία, ενδιαίτημα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III): αιτώ σε δε, απέργασαι ελθείν εν τῳ Χριστῴ μου| και εισελθείν εις τας αυλάς εκείνας των αγίων Εις Θεοτ. 36· ποίος στου Χάρου την αυλήν αποτρομά και μπαίνει; Πικατ. 99. Βλ. και απλίκεμα(ν). 4) Δικαστήριο: Περί τα πράγματα, τα ουδέν εντέχουνται να αγκαλέσουν εις την αυλήν Ασσίζ. 516· και εντέχεται να κριθεί με την άλλην αυλήν της βουργεσίας να τον κρεμάσουν Ασσίζ. 2986· το δίκαιον ορίζει ότι τούτο να κριθεί διά της αυλής της θαλάσσου Ασσίζ. 4612· διά τούτο ένι μερία η αυλή της αλύσεως της λεγομένης τζαϊάνας (= ναυτοδικείου, βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 110) Ασσίζ. 4616. Βλ. και αυθεντία 9. Φρ. πολεμώ αυλήν = κάνω δικαστήριο: ο δε κουβερνούρης πολομά αυλήν μεγάλην και βάλλει το αγκάλεμαν έμπροσθέν τους ζητώντα κρίσην Μαχ. 30027.
αφοβία- η, Χρον. Μορ. H 9229, Εις Θεοτ. 81, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 15, Παλαμήδ., Βοηβ. 24, Διγ. O 682, 2246, 2620, 2762, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 913· αφοβιά, Φλώρ. 1733, Λεηλ. Παροικ. 479, Διγ. O 276, 1428, 1660, 1944.
Το αρχ. ουσ. αφοβία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Έλλειψη φόβου, σιγουριά (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., ΙΛ): μόνο αγάπην, αν μπορείς, κάμε μ’ αυτόν για να ’χεις| ανάπαψην και αφοβιά εις όποιον τόπον λάχεις Διγ. O 276· β) τόλμη: Σπαθί στη μέσ’ εζώστηκεν, στο χέρι του κοντάρι,| με αφοβιά επήγαινε σαν που ’τον παλληκάρι Διγ. O 1428· Ο Διγενής δε πάλι| το άλογο το χόρευεν με αφοβιά μεγάλη Διγ. O 1660. Βλ. και θάρρος. 2) Έλλειψη φόβου, σεβασμού (απέναντι στο Θεό) (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. 1): Η προς τον Θεόν αφοβία γεννάει πολλά παιδία … κουτσά και παράνομα και πολέμια της αληθείας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 913· Λεηλ. Παροικ. 479.
άχραντος,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 3513, Διγ. (Trapp) Esc. 1807, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 719, Πένθ. θαν.2 613, Εις Θεοτ. 1, Ιστ. Βλαχ. 1660, 1705, 2286.
Το αρχ. επίθ. άχραντος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και ιδιωμ. (ΙΛ).
Άσπιλος, αμόλυντος, ιερός (Η σημασ. αρχ., L‑S. Για τη χρ. βλ. Lampe, Lex. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): άχραντε Θεοτόκε Εις Θεοτ. 1· τα άχραντα μυστήρια να τουσε κοινωνήσει Ιστ. Βλαχ. 2286· των αχράντων εφαπτόμενος ευαγγελίων Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 719. Βλ. και αθόλωτος α, άφθορος.
αχρειώ,- Σπαν. A 150, Σπαν. B 217, Σπαν. V 188, Κομν., Διδασκ. Δ 188, Σπαν. P 86, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 161, Ιερακοσ. 50728, 51520, Διγ. Z 627, Ψευδο-Σφρ. 38412, Εις Θεοτ. 62.
Το ενεργ. του μτγν. αχρειούμαι. Η λ. και σε επιγρ. (L‑S).
1) (Μέσ.) γίνομαι άχρηστος, χάνω τις ικανότητές μου (Πβ. L‑S): Επάν καταμάθῃς αχρειωθέντα τον ιέρακα και μηκέτι εις διωγμόν εξαρκούντα περδίκων … Ιερακοσ. 51520· Ιερακοσ. 50728. 2) Καταστρέφω (Η σημασ. μτγν., L‑S): εκ πετροβόλων μηχανημάτων πολλαί οικίαι περιφανείς εγγύς των τειχών ηχρειώθησαν Ψευδο-Σφρ. 38412· Γίγνωσκε τιμιότερον της αρετής ουκ ένι·| το κάλλος γαρ ηχρείωσεν η νόσος και το γήρας,| η δ’ αρετή όσο γηρά γίνεται λαμπροτέρα Σπαν. A 150. Βλ. και απολλύω 1, αποφτιάνω 2, ασυστατώ, αφανιάζω 1. 3) α) Εξαχρειώνω: ουκ έστι μοι ελπίδα σωτηρίας·| έφθειρα και ηχρείωσα ψυχήν μου τε και σώμα Εις Θεοτ. 62· β) (μέσ.) εξαχρειώνομαι (Η σημασ. μτγν., L‑S): διά πόθον χαριντζίρισσας και γοητείας μάγης| τον εαυτόν σου απώλεσας αχρειωθείς τελείως Διγ. Z 627.
άχρηστος,- επίθ., Σπαν. A 369, 444, 485, Σπαν. B 365, Κομν., Διδασκ. Δ 366, Σπαν. P 224, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 273, 407, 466, Μανασσ., Χρον. 3792, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34665, Ελλην. νόμ. 52824, 5541, Διγ. Z 2323, Πουλολ. Αθ. 168, Πουλολ. 26, 54, 174, 187, 284, 292, 590, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 923, Δ΄ 38, 1039, Διήγ. παιδ. 437, 837, Διήγ. Αλ. V 58, Φαλιέρ., Ιστ. V 505, Φαλιέρ., Λόγ. 139, Διήγ. Αλ. G 26930, Εις Θεοτ. 64, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 733, Βακτ. αρχιερ. 212.
Το αρχ. επίθ. άχρηστος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που δε χρησιμεύει σε τίποτε, ανώφελος, αχρησιμοποίητος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ο πλούτος αυτού υπερεπερίσσευσεν ώσπερ ξύλα ή πέτραι άχρηστοι εν τῃ γη Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34665· αν έχεις μέλος τίποτες να ωφελεί εις χρείαν,| ει μη το όλον σου κορμίν εν’ άχρηστον παντάπαν Διήγ. παιδ. 837· των δε γερόντων την βουλήν εκείνων των φρονίμων| αφήκεν την ως άχρηστον, ουδέν την ασχολήθην Σπαν. A 444. Βλ. και άκαιρος 3α, άπρακτος 1, αστοχώ β μτχ., αχρησίμευτος. 2) Ταπεινός, ασήμαντος (Πβ. L‑S στη λ. I2): «Εγώ γαρ, λέγει, δέσποτα, σος δούλος νυν τυγχάνω| και ει ποθείς, ως έγραψας, ιδείν άχρηστον άνδρα,| λάβε ολίγους μετά σου και ελθέ» Διγ. Z 2323. Βλ. και άτυχος 1β, αχρείος 1α. 3) Άκυρος: Εάν παρά τας διατάξεις τας ορισμένας εκ της επαρχίας εν ῃ εγχειρίζεται επάρῃ γυναίκα μετά την συγκατάθεσιν και θέλημα αυτής, ο γάμος άχρηστός εστιν Ελλην. νόμ. 5541. Εάν τις δωρήσηται τῃ μνηστῄ πράγματα επί τούτῳ τῳ όρῳ, ίνα, ότε προβῄ ο γάμος, τότε γένηται αυτών δέσποινα, άχρηστος εστίν η τοιαύτη δωρεά Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 33· Ελλην. νόμ. 52824. Βλ. και άπιστος Α 2α, αστερέωτος, ατελείωτος 1β, ατελής 1. 4) Ανόητος, απερίσκεπτος: ομοιάζεις άχρηστον γεωργόν όστις, αφότου σπείρει,| εμβάζει στο χωράφιν του χοίρους ή άλλα ζώα| κι αποστερείται τον καρπόν και χάνει και τον σπόρον Σπαν. B 365· Σπαν. (Λάμπρ.) Va 407. Βλ. και άμετρος 3, ασυλλόγιστος 2, άτυχος 7, αφορμάρης. 5) Αισχρός, ανήθικος (Βλ. L‑S στη λ. III3. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3. Για τη σημασ. βλ. και Ανδρ., Σημασ. 83): είμαι πόρνη άχρηστος και χειροτέρα πάντων Πουλολ. 187· εμείς γυναίκαν άχρηστον ου θέλομεν ενθάδε Πουλολ. 174. Βλ. και αρρητουργός, άσχημος 2γ.
βάσανος- η, Μιχ. ιερομ. 6, Περί ξεν. A 349, Εις Θεοτ. 38, Διγ. O 1086.
Το αρχ. ουσ. βάσανος. (Βλ. και ΙΛ, λ. βάσανο).
α) Βασανιστήριο, τιμωρία (Πβ. L‑S στη λ. III2. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βάσανο 1): κόλασιν αιώνιον και τας φρικτάς βασάνους Διγ. O 1086· βλ. και βάσανο(ν) 1· β) πόνος, ταλαιπωρία (Πβ. Bauer, Wört. στη λ. 1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βάσανο 2): ου θάνατος, ου βάσανος, ουδέ στενοχωρία Εις Θεοτ. 38.
βασίλισσα (Ι)- η, Μανασσ., Χρον. 3, Διγ. Z 3900, Ερμον. Φ 200, Φλώρ. 83, Ιστ. Ηπείρ. XXVIII8, Ερωτοπ. 501, Απολλών. 829, 836, Λίβ. P 22, Λίβ. Sc. 375, Λίβ. N 10, Θρ. Κων/π. Πολλ. 2493, Θρ. πατρ. O 39, Μαχ. 32616, 3321, Σφρ., Χρον. μ. 12433, Θησ. Πρόλ. [166], Διήγ. Αλ. V 52, Έκθ. χρον. 258, Εις Θεοτ. 26, Χρον. σουλτ. 3433, Μ. Χρονογρ. 3439, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 414, Δωρ. Μον. XXXI, Πανώρ. Β΄ 527, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 45, 76, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 43, Διγ. O 1052, Διακρούσ. 727, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14624.
Το αρχ. ουσ. βασίλισσα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βασιλεάς).
α) Σύζυγος του βασιλιά ή γυναίκα που βασιλεύει (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεάς 1α): «Πολλά τα έτη του βασιλέως ... και της Ολυμπιάδος της βασίλισσας» Διήγ. Αλ. V 52· Κανδάκην την βασίλισσαν Διγ. Z 3900· Ειρήνη η βασίλισσα ανατολής και δύσης,| Βλαντιμερίου, Μόσχοβου και της Ρωσίας όλης Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 414· βλ. και αυτοκρατόρισσα α, ρήγισσα· (μεταφ.): θεά τση δόλιας μου καρδιάς, βασίλισσα του νου μου Πανώρ. Β΄ 533· β) (προκ. για την Παναγία): Κόρη σεμνή και δέσποινα, βασίλισσα, κυρία Εις Θεοτ. 26· βλ. και άγγελος Α1α φρ.· γ) (προκ. για θεά): βασίλισσα (ενν. εγώ η Ήρα) όλους τσι θεούς κι όλους μαζί του ορίζω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 73· δ) (προκ. για την Κωνσταντινούπολη): Διατί αυτή η χώρα, η Κωνσταντινούπολη, έναι η κεφαλή και βασίλισσα ολωνών των πόλεων Χρον. σουλτ. 3433. Βλ. και βασιλεύω γ μτχ.
βαστάζω,- Μυστ. 62, Σπαν. A 399, Σπαν. (Ζώρ.) V 449, Γλυκά, Στ. 286, Λόγ. παρηγ. L 234, 569, Λόγ. παρηγ. O 588, Αιν. άσμ. 70, Προδρ. I 159, III 151, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 104, Καλλίμ. 562, 1288, 1602, 1612, Ασσίζ. 2713, 1324, 13327, 13820, 1518, 20819, 2094, 2255, 2268, 3852, 45617, 4608, 47515, 47612, Ελλην. νόμ. 53013, Ορνεοσ. αγρ. 5255, 53329, 56810, Διγ. (Trapp) Gr. 1061, Διγ. Z 900, 1384, 3597, Διγ. (Hess.) Esc. 734, Βέλθ. 76, 302, 416, Ακ. Σπαν. 32132, Ερμον. Ν 87, Φ 345, Χρον. Μορ. H 58, 231, 1932, 2517, 3337, 3405, 3411, 7605, 8166, Χρον. Μορ. P 976, 1042, 1471, 5062, 5413, 6263, Πουλολ. 538, Βίος Αλ. 2113, 4716, 5981, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 827, Διήγ. παιδ. 345, 346, 732, Πτωχολ. N 649, Φλώρ. 241, 543, 892, Περί ξεν. V 62, 392, Λίβ. P 33, 179, 837, 1025, 2398, Λίβ. Sc. 10, 14, 710, 1685, Λίβ. Esc. 298, 389, 1010, 1024, 1081, 1810, 2688, Λίβ. N 39, 64, 383, 463, 520, 810, 855, 949, 976, 1198, 1484, 1759, 1761, 2379, 2618, Αχιλλ. L 619, Αχιλλ. N 412, Αχιλλ. O 218, 365, Ιμπ. 229, 834, Φυσιολ. (Legr.) 253, Φυσιολ. (Offerm.) M 993, Φυσιολ. (Zur.) XX 1b6, XXV 117, Φυσιολ. 37028, Ανακάλ. 87, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 709, Παρασπ., Βάρν. C 118, 158, Μαχ. 18014, 2128, 4486, 47419, 5707, 67232, Δούκ. 3611, Θησ. Γ΄ [53], Ε΄ [604], Ch. pop. 20, 23, 45, Χούμνου, Π.Δ. XI 20, Ριμ. Βελ. 655, Αλεξ. 1601, 2797, Άνθ. χαρ. 29315, 2979, Σαχλ., Αφήγ. 5, Κορων., Μπούας 88, 110, 125, 130, Συναξ. γυν. 437, 540, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 609, Διήγ. Αλ. V 26, Δεφ., Λόγ. 212, Εις Θεοτ. 11, Θρ. Θεοτ. 66, Πεντ. Γέν. XXVII 36, Έξ. XXXV 21, Αιτωλ., Μύθ. 4711, 733, Θρ. Κύπρ. M 144, Χρον. 307, Ιστ. πολιτ. 1810, Ιστ. πατρ. 17518, Μ. Χρονογρ. 34, Στ. Βοεβ. 53, Παϊσ., Ιστ. Σινά 259, Αλφ. 1015, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 400, 437, Ιστ. Βλαχ. 1783, 2522, Διγ. Άνδρ. 31712, 33237, 37234, Ερωτόκρ. Γ΄ 1727, Δ΄ 217, Θυσ.2 375, 451, 929, Διήγ. εκρ. Θήρ. 1112, Χρον. 71, Διήγ. ωραιότ. 801, Βακτ. αρχιερ. 216, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [864, 1249, 1496], Ε΄ [567, 1251], Πρόλ. κωμ. 21, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47010, Αλφ. (Mor.) III 25· μτχ. παρκ. βασταγμένος, Πεντ. Δευτ. XXXII 36· βασταμένος, Συναξ. γυν. 449.
Το αρχ. βαστάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαστώ).
I. Μτβ. 1) α) Κρατώ κ. (με το χέρι) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α1): εις το χέριν της εβάσταζεν τριαντάφυλλα η κόρη Λίβ. N 463· εις το άλλον της εβάσταζεν χέριν το δεκανίκιν Λόγ. παρηγ. L 234· όσοι παντιέρες βάσταζαν τότεσον τες ανοίγαν Κορων., Μπούας 130· τινές εβάσταζαν ημάς από τα ποδάρια Ιστ. πατρ. 17518· βλ. και βασταίνω Α1α, βαστώ (Ι) Ι1α· β) φρ. βαστάζω άρματα (προς κάπ., εις πόλεμον με κάπ.) = εξεγείρομαι (εναντίον κάπ.), επαναστατώ: όλοι παρακαλούν τον| να συμπαθήσει τό έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης,| διατί εβάσταξε άρματα εις πόλεμον μετ’ αύτον Χρον. Μορ. H 3337· μετά τούτο εβάσταξεν άρματα προς εκείνον Χρον. Μορ. H 3411· βλ. και άρμα (Ι) 1, αφηνιάζω· γ) μεταφέρω κρατώντας στα χέρια: τούτη απεθαίνει βέβαια ...| πιάστε να τη βαστάξομε ομάδι την καημένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [864]· βλ. και βασταίνω Α1γ· δ) μεταφέρω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α4): άλλος καμήλιν (ενν. να γένει) διά λόγου σου να σε βαστάζει εσένα Λίβ. Sc. 1685· Τότ’ όρισεν Αλέξανδρος την κλίνην να βαστάξουν Αλεξ. 2797· πουλάκιν, πόθεν έρχεσαι, τίνος χαρτί βαστάζεις; Περί ξεν. V 392. Βλ. και βασταίνω Α1δ, βαστώ (Ι) Ι1β. 2) (Προκ. για έγκυο γυναίκα) κυοφορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α2α): Εννιά μήνες σ’ εβάσταξα, τέκνο μου, κανακάρη Θυσ.2 375. Βλ. και βασταίνω Α3, βαστώ (Ι) Ι3. 3) Φορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α2α): εις το κεφάλιν του εβάσταζε στεφάνιν απέ δάφνην Λίβ. Esc. 298. Βλ. και αναζωννύομαι 1, βασταίνω Α4, βαστώ (Ι) Ι4. 4) (Προκ. για ψυχή, κάλλη, κ.λ.π) έχω, διαθέτω: από τα κάλλη τα πολλά, τά εβάσταζεν η κόρη Διγ. (Hess.) Esc. 734· δημίου ψυχήν να εβάσταξεν, θηρίου γνώμην να είχεν Λίβ. Sc. 710. Βλ. και βασταίνω Α5, βαστώ (Ι) Ι7. 5) (Προκ. για ιστορικό γεγονός) φρ. βαστάζω καρπόν = έχω σημασία, είμαι σημαντικός: εβιάστην κι ανθολόγησα και έγραψά το ούτως·| τες πράξεις οπού καρπόν βαστάζουν Χρον. Μορ. P 6263. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι8. 6) Επιφυλάσσω: πάντως εβάσταξες εμέν ευλογιά Πεντ. Γέν. XXVII 36. 7) (Μεταφ.) αισθάνομαι: το λοιπό καταλλακτά βαστάζομεν τον πόθο Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 609· βουνίν ακατατήρητον βαστάζει τας οδύνας Λίβ. N 1484. Βλ. και βασταίνω Α6, βαστώ (Ι) Ι9. 8) Κατέχω (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Α2γ και δ): τι πέραμαν εβάσταξεν και τι στενόν εκράτει ο σαθροφόρος βασιλεύς Παρασπ., Βάρν. C 158. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι10. 9) Τηρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α15α): Οι Φράγκοι, απήν ομόσασιν, τους όρκους εβαστάξαν Χρον. Μορ. H 58· ουδέν ηθέλησεν να βαστάξει δίκαιον Ασσίζ. 2268. Βλ. και βλέπω 12δ. 10) Υποστηρίζω κάπ. ηθικά (εδώ προκ. για το Θεό) (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Α21β): Αλλ ο Θεός και Κύριος οικονομεί τα πάντα,| τον Ιωάννην βάσταξε ...| και εις την Πόλη βρέθηκεν Στ. Βοεβ. 53. Βλ. και βοηθώ Αβ. 11) α) Υπομένω, υποφέρω (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. στην λ. 4 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α24α): ότι ου δύναται πλέον βαστάξαι την τοιούτην στέρησιν την ανδρικήν Ελλην. νόμ. 53013· πώς να βαστάζω τον καιρόν, πώς να τον υπομείνω; Ch. pop. 45· Μην το ’πομένεις, ουρανέ, και γη μην το βαστάξεις Ανακάλ. 87· κάμε να το δυναστείς, κάμε να το βαστάξεις Θυσ.2 929· βλ. και βασταίνω Α8α, βαστώ (Ι) Ι14α· β) ανέχομαι κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α24β): πολλά κακά εποίκασιν και ο Θεός δεν τα βάσταξεν Μαχ. 67232· τους δε εδέραν τους ομπρός σου και εβάσταξές το Μαχ. 2128. Βλ. και βασταίνω Α8β, βαστώ (Ι) Ι14β. 12) Περιμένω κάπ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α25): Βαστάξετέ με, φίλοι μου, μόνον και τρεις ημέρες Αχιλλ. O 218. Βλ. και βλέπω 10γ. 13) Φρ. βαστάζω τον λόγον κάπ. = μιλώ εκ μέρους κάπ.: Επείν γαρ εσυνάχτησαν οι πάντες του φουσσάτου (παραλ. 1 στ.), ο είς από τους δώδεκα, ο γνωστικότερός τους,| τον λόγον τους εβάσταξεν, εφάνισεν το πράγμα Χρον. Μορ. P 976. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι15. 14) Συντηρώ: Να μου βαστάζεις τη ζωή, να δω την πεθυμιά μου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1779). II. Αμτβ. Α´ Ενεργ. 1) α) Αντέχω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β2α): τάχα μικρόν εβάσταξεν, είτα λιποθυμήσας Καλλίμ. 1602· Γλήγορα απεθάνασι, ποσώς δεν εβαστάξαν Αλεξ. 1601· βλ. και βασταίνω Β1, βαστώ ΙΙΑ1α· β) έχω ηθική αντοχή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β2γ): βάσταζε, πολύπονε καρδιά Φλώρ. 543. Βλ. και βαστάζω ΙΙΒ3, βαστώ (Ι) ΙΙΑ1β. 2) Διαρκώ (Βλ. Sophocl. στη λ. 2. Η σημασ. και σήμ, ΙΛ, λ. βαστώ Β7): έξε μήνες εβάσταξε, λέγω, εκείνη η μάχη Κορων., Μπούας 88· ένα χρόνο εκάμασιν η τρέβα να βαστάξει Κορων., Μπούας 110· δεν εβάσταξεν η βρόμα πολύ Διήγ. εκρ. Θήρ. 1112. Βλ. και βασταίνω Β2, βαστώ (Ι) ΙΙΑ2. 3) Περιμένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α25 αμτβ.): λοιπόν καμπόσο βάσταξε τ’ άρματα να φορέσω Θησ. Ε΄ [604]· λοιπόν βαστάξετε δαμίν ωσού να κατουρήσω Διήγ. παιδ. 732. 4) Δέχομαι, συγκατανεύω: ήθελαν της βάλει αφορμήν ότι εσκότωσέν τον, διότι άγκρισέν τον εις την αστένειάν του και διατί εβάσταξεν και έδωκεν απέ τα δικαιώματά της Ασσίζ. 3852. Βλ. και απομένω 11β, βαστώ (Ι) Ι13, θεληματεύω, συγκλίνω. Β´ Μέσ. 1) Συγκρατούμαι, στηρίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β1α): ουδέ στο πονεμένον| πλευρόν μπορώ να βασταχθώ οπού ’ναι πληγωμένο Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1496]· Βαστάξου, θυγατέρα μου,ακούμπησε ωχ οϊμένα! Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1249]. Βλ. και ακουμπίζω 2α, ακουμπώ Α1, απακουμπώ 1. 2) Είμαι εγκρατής (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Β2α): εις την όρεξιν της σαρκός πλέον έχει κρατημοσύνη η γυναίκα παρά τον άνδρα, διότι ποίος καλόγερος ή ποίος ερημίτης ήθελεν είσται εκείνος οπού να εβαστάχθη τόσον; Άνθ. χαρ. 2979. 3) Αντέχω (ψυχικά) (Πβ. ΙΛ, Άλ. ό.π. Β2γ): πώς εβαστάτο μου ψυχή και έγραφα τους λόγους Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 709.
βάτος (Ι)- ο και η, Σταφ., Ιατροσ. 121, 5118, 130, Ευγέν. 906, Ιερακοσ. 45122, 47510, Διγ. Z 2481, Χρον. Μορ. P 5075, Πτωχολ. Z 165, Λέοντ., Αίν. I 120, Μαχ. 6707, Αλφ. (Μπουμπ.) IV 3, Εις Θεοτ. 13, Πεντ. Γέν. XXII 13, Έξ. III 2 τρις, 3, 4, Δευτ. XXXIII 16, Αιτωλ., Μύθ. 84, 411, 7, 17, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 395 (έκδ. βάσιν· διορθώσ. βάτον), Παϊσ., Ιστ. Σινά 742, 821, 902, 1645, Φαλλίδ. 49, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [201], Γ΄ [210].
Το αρχ. ουσ. βάτος (L‑S, λ. βάτος Α). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βάτος[I]). Για τη μεταβολή του γένους βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 66.
Το φυτό βάτος (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. βάτος Α Ι και σήμ., ΙΛ, λ. βάτος[I] 1α): λαβών δάδας λιπαράς και βάτου ρίζας Ιερακοσ. 47510· ο βάτος ξάφτει με την ιστιά και ο βάτος δεν χωνεύγει Πεντ. Έξ. III 2. Η λ. και ως κύρ. όν.: Λέοντ., Αίν. I 125 (Βλ. και Άμ., Γλωσσ. μελετ. 350).

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 316, 742, Εις Θεοτ. 13.