Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αθετώ,
- Σπαν. (Hanna) A 273, 598, Ορνεοσ. (Hercher) 5561, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 771, VI 774, Διγ. (Καλ.) A 901, Θεολ., Τζίρ. (Λάμπρ.) 3589, Λίβ. (Μαυρ.) P 276, 279, 280, 768, 1454, Λίβ. (Lamb.) Esc. 517, 520 (κριτ. υπ.), 1533, Λίβ. (Wagn.) N 1379, 1507, Φυσιολ. (Pitra) 34321, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 829, 261, Δωρ. Μον. (Hopf) XL, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1430, 1570, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 178, ρπβ́́, ρπγ́́, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 39, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2448.
Η λ. ήδη σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Βάζω κατά μέρος, παραμελώ, λησμονώ: πάλι απόψε πρόσεξον και άγωμε δε και ειπέ τον| να μη αθετήσει τας γραφάς· η κόρη ορέγεταί τας Λίβ. Esc. 1533· Προς ιέρακα αθετούντα το κυνήγιον Ορνεοσ. 5561· β) παραβαίνω (προκ. για όρκο, υπόσχεση, κλπ.): όρκον αν έκαμες τινός, να μη τον αθετήσεις Ιστ. Βλαχ. 1430. 2) Περιφρονώ: Αν σε και έδωκεν ο Θεός τέχνην, υιέ, να ξεύρεις,| υιέ, μη την καταφρονείς, να μη την αθετήσεις Σπαν. A 598.
αμή,- σύνδ., Τρωικά (Praecht.) 5309, Σπαν. (Hanna) A 537, 625, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 108, Διδ. Σολ. Ρ 18, 78, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 285, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 31, Διγ. (Hess.) Esc. 110, 672, 1299, 1331, κλπ., Διγ. (Καλ.) Esc. 334, 444, Βέλθ. (Κριαρ.) 211, Ερμον. (Legr.) Θ 41, Λ 218, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2671, 4134, 7811, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 2671, 7811, 9086, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 184, 288, Πουλολ. (Krawcz.) 409, 459, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 893, Πτωχολ. (Schick) P 82, 282, Φλώρ. (Κριαρ.) 1335, 1421, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 56, Αχιλλ. (Haag) L 1278, Αχιλλ. (Hess.) L 1254, 1258, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 193, 311, 582, Rechenb. 462, 724, Θρ. πατρ. (Krumb.) 29, 59, 65, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 11, 571, 998, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 19,42, 326, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 2210, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1026, 601, 7612, 8836, Θησ. (Foll.) I 34, 90, 105, 130, Θησ. (Βεν.) Β΄ [123], Γ΄ [288], Ch. pop. (Pern.) 510, 853, Αρμούρ. (Κυριακ.) 55, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 75, 211, 420, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 42 , Σαχλ. (Vitti) N 71, 333, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 102, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 13, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 37, 237, 286, 439, Ιμπ. (Legr.) 66, Συναξ. γυν. (Krumb.) 66, 117, 302, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 10, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 357, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 92, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 272, 278, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 83, Αχέλ. (Pern.) 558, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 6715, 719, 1386, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 1001, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1003, 1553, 16211, 1738, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 394, Αλφ. (Κακ.) 1134, Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42, Δωρ. Μον. (Buchon) XXXIII, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β́ 387, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́ 130, Ερωφ. (Ξανθ.) Ά́ 476, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 166, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 141, 244, 1064, κ.λπ., Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 1584, 1621, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3133, 32217, 35117, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 505, 517, Β́ 940, 1612, Γ́ 1030, Έ́ 1299, Θυσ. (Μέγ.)2 221, 227, 236, 436, Ευγέν. (Vitti) 694, 834, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β́ [1293], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ [424], Χορ. γ́ [12], Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ιβ́, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 529, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24817, 52725, 58213· άμη, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 601, 696· αμμέ, Ασσίζ. (Σάθ.) 2916, 3121, 4120, 4310, 5011, 525, 5326, 6420, 6913, 8822, 9016, 9230, 9727, 1008, 10529, 17115, 17917, 30115, 34120, 41312, 42224, κλπ., Μαχ. (Dawk.) 1214, 11019, 17611, 25623, 36630, 42618, 42812, 43422, 45618, 51825, 52416, 52627, 58823, 65625, κλπ., Βουστρ. (Σάθ.) 417, 434, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 712, 912, 145, 212, 278, 307, 615, 7014, 765, 8010, 865, 905, 988, 20, 10719, 1098, 11030, κλπ., Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 329· αμέ, Διγ. (Hess.) Esc. 1224, Πτωχολ. (Schick) P 108, Φλώρ. (Κριαρ.) 1370, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 230, 276, Φυσιολ. (Legr.) 1087, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1130, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 33, 258, Αχιλλ. (Haag) L 111, Αχιλλ. (Hess.) L 702, 1254, 1258, Ιμπ. (Legr.) 275, Ανακάλ. (Κριαρ.) 12, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 1733, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 52, 78, Σαχλ. (Vitti) N 344, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 79, 216, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 474, 479, 663, 712, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 366, Επίλ. I 537, 543, 548, Αλφ. (Κακ.) 1130, Πανώρ. (Κριαρ.) Ά́ 234, Β́́ 237, 393, Γ́ 84, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 3, 197· IV 7, 45, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 20, 46, 63, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ́ 1990, Θυσ. (Μέγ.)2 292, Στάθ. (Μανούσ.) Γ́ 353, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [20, 445], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 857, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 138, Ιντ. ά 13, Β́ 97, Δ́ 2, Διακρούσ. (Ξηρ.) 874, 10121, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 518, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15015, 37017, 4591, 46115, 48410, 51113, 51826, 5506, 55518, 5714, κλπ.· άμε, Ασσίζ. (Σάθ.) 5624, 696· ανμέ, Ασσίζ. (Σάθ.) 15821, 28718, 29028, 29923, 3157, 32515, 3527, 45820, 51928, 53019, 56126· αμμά, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 212, 325, 547, 557· ’μμά, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 45, 187, 7532, 9472, 13721· αμά, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 191.
Οι τ. αμμή, αμή από το αρχ. ει μη-αν μη (Κοραή, Άτ. B΄ 40, Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, ΛΑ 39, 41). Οι τ. αμμέ, αμέ από το αμμή με επίδρ. του δε (Χατζιδ., Αθ. 20, 1908, 577, Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 43). Οι τ. αμμά, αμά από το αμμή με επίδρ. του αλλά, καθώς και από άλλα επιρρ. σε ‑α ή από επίδρ. του ιταλ. ma (Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 43). Για τους τ. άμη, άμε πβ. το σημερ. ιδιωμ. τ. άμα (Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 43 38, 41). Εσφαλμ. η υπόθεση του Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. B́ 135 ότι από το τουρκ. ama ή amma. Ο τ. αμή ήδη στο 10. αι. (Διαθ. Νίκων. (Λάμπρ.) 2281). Οι τ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 38‑46).
1) α) (Μετά αρνητική πρόταση· ο σύνδ. με ρ.· πβ. L‑S, λ. αλλά Ι1) αλλά: ω καρδία, και πώς δεν σχίζεσαι, αμή υπομένεις τα τέτοια συμβάματα; Χίκα, Μονωδ. 166· Δεν έχω παραπόνεσην ’που σέναν,| αμμέ ’που το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· ουδέν ήκουσε, αμή όμοσε ούτε να φάγει, ούτε να κοιμηθεί Τρωικά 5309· δεν εφύλαξεν τάξην της αφεντίας,| αμή εκαταφρόνεσε κι έκαμεν ασωτίας Ιστ. Βλαχ. 244· εγώ γομάριν δε βαστώ, αμμέ μαντάτα φέρνω Ανακάλ. 12· Ρούχα μπλιο δεν αποτάσσω, αμέ ’δα φορώ το ράσο Φαλλίδ. 63· ουδέν ηθέλησες να με πλερώσεις εις τον καιρόν, ... αμμέ άργησες ετεσαύτον να με πλερώσεις Ασσίζ. 41312· β) (μετά καταφατική πρόταση· ο σύνδ. με ρ.) όμως, αλλ’ όμως, μολαταύτα (Η χρήση και σήμ., βλ. Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 42): Ο ρε Τζουάνης εγάπαν πολλά τον Αποστόλε, αμμέ διά τον φόβον της ρήγαινας δεν ετόρμα να δείξει κανέναν φανόν Βουστρ. 417· Στες άλυσες η ζωή μου κατινίζει,| αμμέ, γιατί ίτσου αρέσει της κυράς μου,| γλυκιά ’ν’ τα πάθη κι όσα μαρτυρίζει Κυπρ. ερωτ. 988· Κι αν είμαι στο λαμπρόν, αμμ’ έχω σκότη Κυπρ. ερωτ. 615· Εγώ στα φύλλα τση καρδιάς πάντα το θέλω χώνει,| αμ’ ο καιρός κάθε κουρφό είν’ απού φανερώνει Ερωφ. Α΄ 476· εκεί ηύραν τους Σαρακηνούς ευγενείς Αραβίτας·| γελώντας τούς ελάλησαν, αμή ουδέν τους εγνωρίσαν Διγ. Esc. 334· Και είπαν τους: «Ώδ’ έναι, αμμέ κρύβγεις τον» Μαχ. 42812· γ) (μετά καταφατική πρόταση· ο σύνδ. με το όχι και ουσ. ή αντων. ή το να με υποτ.) όχι όμως: Ντύσου να βάλεις σκολινά ρούχα του μισεμού σου| και ν’ ακλουθάς του Χάρου σου, αμή όχι του κυρού σου Θυσ.2 436· Εκείνος είπε: «Ξεύρω το τώρα τις με υβρίζει·| ο τόπος, αμή όχι συ οπού με εμποδίζει» Αιτωλ., Μύθ. 1386· Ας έρτει μόνος του και να τον προσδεκτούμεν ως γιον το προείπαμεν, αμμέ όχι να μπει κανένας απέ τους άπιστους Γενουβήσους Μαχ. 45618. 2) (Προσθετικός, επιτατικός· ο σύνδ. συνήθως με το και ή ως και· πβ. L‑S, λ. αλλά Ι1c) αλλά και, αλλά ακόμη, αλλ’ επιπροσθέτως: Το βλέμμα και το γέλιο σου, αμή ως και το μαλλί σου| ψευτό κι αυτείνο, ’πίβουλη, το ’χεις στην κεφαλή σου; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1293]· Όχι το τέκνο μοναχά (ενν. να θυσιάσεις), αμή και το κορμί σου,| το σπίτι σου, το πράμα σου, τα πλούτη κι η γυνή σου Θυσ.2 227· και ου μόνον οι Γαλατιανοί τον αγαπούσαν, αμή και οι Καραμανίται Ιστ. πατρ. 1738· ουχί μόνον φλωρία να δώσομεν διά τας εκκλησίας μας να τους ελευθερώσομεν, αμή και να απεθάνομεν και ημείς και τα παιδία μας Ιστ. πατρ. 16211· Δεν έσωνεν μόνον να εβγάλουν την ψυχήν της, αμή έκοψαν και τα κάλλη της και είναι ανεγνώριστος; Διγ. Άνδρ. 32217· όχι μόνον συχώρησην ’πού σας ολπίζω, αμμέ καθείς ως αμαλόν να με λυπάται Κυπρ. ερωτ. 278. 3) (Βεβαιωτικός· ο σύνδ. καμιά φορά με το βεβαιωτ. όμως) αλλά βέβαια, και βέβαια (Πβ. τη σημερ. χρήση: Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 42): Πλανούν μας, αμμέ Γενουβήσοι είναι! Μαχ. 58823· και ιδού το σώμα φαίνεται ομπρός μας,| την δε μορφήν σου ου βλέπομεν. Έδε ανομία μεγάλη.| Αμή όμως η ψυχή όταν έβγει, χάνεται και η όψις Διγ. Esc. 110. 4) α) (Μτβ.· ο σύνδ. στην αρχή της πρότ.· πβ. L‑S, λ. αλλά ΙΙ1) λοιπόν: Αμμέ, εάν ένι ότι ο ιατρός είχεν ούτως κακά ιατρεύσει τον ασθενήν ... και εκείνη ή εκείνος απέθανεν, το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ο ιατρός να ένι κρεμασμένος Ασσίζ. 17917· αμέ, αν λαλείς αλήθειαν, ως λέγεις και καυχάσαι,| έναν εκλέξου απ’ ημών, όν θέλεις και κελεύεις Διγ. Esc. 1224· Ευρέ έναν αριθμόν οπού να έχει τέταρτον και είναι πολλοί. Αμή ας ειπούμεν μ΄ Rechenb. 724· Και πώς τα εβάσταξεν ο δίκαιος κριτής; Αμμέ διά τας πολλάς και αμέτρητες αμαρτίες επαραχώρησεν ο Θεός Μαχ. 42618· αμμ’ ανίσως κι η γνώση μου αγκατιάζει| στο μέτωπόν της τι έχει ο λογισμός της,| ζώντα κι αφόν ’ποθάνω είμαι δικός της Κυπρ. ερωτ. 912· Αμέ γιατί μ’ ορίζεις λίγα, άπονη περίσσια, να μιλήσω (έκδ. μιλήσω;· διορθώσ.), λίγα (εκδ. Λίγα· διορθώσ.) σου θέλω πει Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 3, 197· Αμή, ω η καημένη| η κερά η γυναίκα του η κακοπαντρεμένη Κατζ. Β΄ 387· Αμή ημείς τι άξιον έχομεν να αποδώσομεν τῃ βασιλείᾳ σου; Σφρ., Χρον. μ. 7612· β) (ο σύνδ. με επιφών.· πβ. L‑S, λ. αλλά III): αμμέ γιμές! Το δυνατόν ξουφάριν ... Κυπρ. ερωτ. 10719. 5) (Απορηματικός· πβ. L‑S, λ. αλλά ΙΙ1) μήπως (Η χρήση και σήμ., Ψάλτη, Αθ. 28, 1916, 41): Αμή εγώ δεν ήμουνε κάστρον εξακουσμένον| και έγεμα χριστιανούς, τα νυν δε χαλασμένον; Θρ. πατρ. 59. 6) (Ελλειπτικός) ειδεμή, ειδ’ άλλως (Πβ. και αν, Εκφρ.): Δυο κονταρές εις τα κορμιά δίδουν τ’ αρματωμένα| κι ελάχαν τ’ άρματα καλά, αμή κι οι δυο ’ποθαίνα Ερωτόκρ. Β΄ 1612· Εις τα καλά μου μ’ εύρηκε, να ζήσεις, θυγατέρα,| αμή κακή για λόγου ντου ήτον ετούτ’ η μέρα Ερωτόκρ. Γ΄ 1030.
αμόνιν- το, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 92, Σατιρ. ποίημ. (Morgan) 2931, Gesprächb. (Vasm.) 52997, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8610, Δωρ. Μον. (Hopf) 42, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) A΄ 1090, Β΄ 194, 198, Δ΄ 1760.
Από το μτγν. ακμόνιον. Για το σχηματ. της λ. βλ. Χατζιδ., Αθ. 42, 1930, 79 και Du Cange, λ. αμόνη.
Αμόνι (όπως και σήμ.): για να ’χεις την καρδιάν γιον χιόνιν| κάμνει μ’ ο πόθος σίδερον στ’ αμόνιν Κυπρ. ερωτ. 8610· ζιμιό το πιάνει το σφυρί, ζιμιό χτυπά στ’ αμόνι Ερωτόκρ. A΄ 1090.
άνθρωπος- ο, Σπαν. (Hanna) A 222, Σπαν. (Hanna) B 85, Σπαν. (Hanna) V 52, Σπαν. (Hanna) O 53, Σπαν. (Legr.) P 29, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 172, 226, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 544, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 2, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 67, ΙΙ G 71, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2096, 6125, 6132, 6150, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) 312, Ασσίζ. (Σάθ.) 1512, 664, 23, 10616, 13528, 23612, 26011, 2733, 34316, 3632, 3, 4017, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5247, 5258, 52717, 53620, 57820, 58013-4, Διγ. (Mavr.) Gr. V 159, Διγ. (Καλ.) Esc. 386, Α 2654, Ερμον. (Legr.) Δ 60, Ω 356, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 391, 7, 4323, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 158, 621, 1373, 1464, 1583, 1869, 2416, 3144, 3982, 4726, 5042, 5105, 5185, 5697, 6323, 6972, 7786, 8583, 8709, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 83, Πουλολ. (Krawcz.) 350, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 160 υϞ΄, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 430, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 455, Λίβ. (Μαυρ.) P 300, Λίβ. (Lamb.) Sc. 224, 685, 2121, Λίβ. (Lamb.) Esc. 541, 2461, Αχιλλ. (Hess.) N 1574, Ιμπ. (Κριαρ.) 15, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1189, 3470, Μαχ. (Dawk.) 625, 86, 24, 2925, 36419, 40628, 4541, 48820, 55225, 57420, 28, 63218, 26, 6662, 66815, Δούκ. (Grecu) 3579, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 126, 1627, 181, 7033, 11827, Θησ. (Βεν.) Β΄ [862], Ϛ΄ [553], Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1200, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 404, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 29, 85, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15032, 1546, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 14119, Έκθ. χρον. (Lambr.) 721, 528, 10, 7616, Συναξ. γυν. (Krumb.) 72, 204, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 18, 24, 25, 39, 53, 125, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 130, Πένθ. θαν. (Knös) S 130, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 4, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙ 5, Έξ. XVI 20, Λευιτ. XVI 17, Δευτ. ΧΧΧΙΙ 8, Βίος γέρ. (Schick) V 827, Αχέλ. (Pern.) 346, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1014, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 22, 83, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 58, 62, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 4920, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8212, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 95, Δωρ. Μον. (Hopf) 237, Δωρ. Μον. (Buchon) ΧΧΙΙΙ, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 36, 197, 284, Β΄ 202, Δ΄ 271, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 14, Ε΄ 11, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 188, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 131, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 185, 186, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31819, 33431, 36321, 39324, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1203, 2237, Γ΄ 313, Δ΄ 546, Ε΄ 1420, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 266, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 27, 68, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 73, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 146, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 158, 173, Λίμπον. (Legr.) 307, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 339, Γ΄ 458, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 33, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 16319, 21412, 27414, 3312, 37420, 39625, 39814, 52614, 55523· άνθρουπος, Μαχ. (Dawk.) 1846· άθρωπος, Πεντ. (Hess.) Γέν. Ι 26, ΙΧ 5, ΧΙΙΙ 8, XVIII 2, ΧΙΧ 5, 10, ΧΧ 8, XXVI 7, ΧΧΧΙΙ 29, XXXIV 7, XXXVII 28, XLVII 6, Έξ. IV 19, VIII 13, ΙΧ 10, XVI 20, Λευιτ. ΧΧΙΙ 5, Αρ. VIII 17, ΧΙΙΙ 32, ΧΧΧΙ 11, 35, 49, XXXIV 17, Δευτ. V 21, ΧΙΙΙ 14, XXV 11, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 597, Δ΄ 130, 138, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 76, 235, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1344, Β΄ 243, Γ΄ 313, Θυσ. (Μέγ.)2 58, 304, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 206, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 23, 94, β΄ 107, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 33214.
Το αρχ. ουσ. άνθρωπος. Ο τ. άθρωπος ήδη στον 3. αι. μ.Χ. σε επιγρ. (Dieterich, Unters. gr. Spr. 116). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α1) Άνθρωπος (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Και τι και πώς πανθάνουσιν οι άνθρωποι του κόσμου Ιμπ. 15· α2) (ο εν. περιληπτ.) οι άνθρωποι, το ανθρώπινο γένος (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Κάτεχε πως εισέ πολλά το ζο τ’ ανθρώπου μοιάζει Ερωτόκρ. Α΄ 1203· α3) (με το τόσος) ανθρώπινο πλήθος ως πλήρωμα πλοίου, κλπ.: να χάσουν τόσον άνθρωπον και τα πλεούμενά της Τζάνε, Κρ. πόλ. 39625· άναψε και το κάτεργο γιαμιά την ώρα εκείνη,| οπού ’χε τόσον άνθρωπον κι ήτον αρματωμένον Τζάνε, Κρ. πόλ. 39814· α4) (με άλλο ουσ., οπότε το άνθρωπος διακοσμητικό· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α, Φρ.): παιδίος άνθρωπος Μαχ. 625· απαίδευτοι να πολεμούν μετά Φράγκους ανθρώπους Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4726· από του νυν άνθρωπός μου είσαι λίζιος Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1869 (πβ. homme lige)· β΄ μάρτυρας ανθρώπους Ασσίζ. 13528· Δασκάλοι αθρώποι φρόνιμοι κομπώνονται και σφάνου Ερωτόκρ. Γ΄ 313· άνθρωπος ληστής Λίβ. Sc. 224· άνθρωπον πολεμιστήν Δούκ. 3579· α5) κάτοικος: Ελθόντος ... του αμιρά και εις ... αυτό το Λεοντάριν και ευρών αυτό έρημον ανθρώπων Σφρ., Χρον. μ. 11827· α6) (με γεν. ιδιότητας) ικανός, κατάλληλος (για κάτι) (Πβ. τη σημερ. όμοια χρ. για να δηλωθεί το «άξιος να πάθει κάτι», ΙΛ στη λ. 1α, Φρ.): άνθρωπος της κατσάνης Πουλολ. 350· ανθρώπους των αρμάτων Μαχ. 824· Εγέμισε το πέλαος ανθρώπους του πολέμου Τζάνε, Κρ. πόλ. 37420· πβ. άγρυπνος, αμφοτεροδέξιος· εκφρ. (με επίθ.) (1) τοπικός άνθρωπος = εντόπιος: ήσαν τοπικοί άνθρωποι όπου εγνωρίζαν τους τόπους και τα διάβατα Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5042· (2) μεγάλος άνθρωπος = σημαντικός άνθρωπος, αξιωματούχος: οι μεγάλοι άνθρωποι, οι κεφαλάδες όλοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5697· όρισεν δύο αμιράδες μεγάλους ανθρώπους να έλθουν μαντατοφόροι Μαχ. 2925· (3) μικρός άνθρωπος = ταπεινός ως προς την προέλευση άνθρωπος: απ’ αρετές φτωχότερος παρά μικρούς αθρώπους Ερωφ. Δ΄ 308· (4) τρανός άνθρωπος = ηλικιωμένος άνθρωπος: έτερον εις τρανόν άνθρωπον που δεν ημπορεί να ουρήσει Ιατροσ. κώδ. 160 υϞ΄· φρ. δεν είμαι μπλιο άνθρωπος = δεν υπάρχω πια, χάνομαι: αν είχες πει τ’ όχι κι εδά, άνθρωπος μπλιο δεν ήμου Ερωτόκρ. Ε΄ 1420· β1) (χωρίς άρν.) κάποιος, καθένας (Πβ. ΠΔ, Tisch., Αρ. XXIV 2): όταν δε θέλεις κτήσασθαι προς άνθρωπον φιλίαν ... Σπαν. P 29· έβαλεν άνθρωπον κι εσκότωσέν τον Κώδ. Χρονογρ. 62· είδα χαρτίν ερωτικόν τάφος να γένει ανθρώπου Λίβ. Sc. 685· και χίλιες γνώμες άνθρωπος έχει ώστε να γεράσει Ερωτόκρ. Δ΄ 546· Δευτερογαμών ο πατήρ χρήσιν έχει να δώσει προς τα παιδία άνθρωπον να βλέπει τα πράγματα των παιδίων Ελλην. νόμ. 57820· και επέρσεψαν ανθρώποι από αυτό ως το πουρνό Πεντ. Έξ. XVI 20· β2) (με άρν.) κανείς, ούτε ένας: δίχως να σφάξουν άνθρωπον έλα να το νικήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 27414· στέκουν ρημασμένα| και άνθρωπος δεν κατοικά, γιατί ’ναι χαλασμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3312· γιατί άθρωπος με λίγωμα ποτέ δεν αποθαίνει Θυσ.2 304· Του λέει: «Γιε μου, τα κλειδιά αθρώπου δεν τ’ αφήνω» Ερωτόκρ. Α΄ 1344· —Συνών.: ανήρ· β3) (με τη μτχ. «γεννημένος» για να δηλωθεί κατάφαση· βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 535) οποιοσδήποτε, καθένας: τον λόγον| όπου ειπεί κι επισχεθεί ανθρώπου γεννημένου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5185· αν τα είπα εγώ των αδελφών μου ή αν τα εμολόγησα ανθρώπου γεννημένου Διγ. Esc. 386· β4) (σε αρνητ. φράση με τη μτχ. «γεννημένος» για να δηλωθεί ισχυρή άρν.· βλ. Ξανθ., ό.π.· πβ. και Διγ. Esc. 386) κανείς απολύτως: ανδρείαν τόσην οπού δεν ευρίσκεται εις γεννημένον άνθρωπον Διγ. Άνδρ. 36321. 2) Άνθρωπος καθώς πρέπει, με ανθρωπιά (Η σημασ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Και λέγει των μετά χολής: «Ουκ είστε γαρ ανθρώποι να εντρέπεστε κι αισχύνεστε ρόγαν να με ζητάτε ...» Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5105. 3) Κάτοχος, κυρίαρχος: πολλών πραγμάτων άνθρωπον θέλω σε καταστήσει,| χώρας μεγάλης δέσποινα σε θέλω καταστήσει Λίβ. Sc. 2121. 4) α) Άνδρας (Η σημασ. ήδη σε Σχολ. Αριστοφ., Θεσμ. 682, στον Προκόπ., Ανέκδ. 50Α και στο Μαλάλ., Βόνν., 6610· βλ. Δημητράκ. στη λ. 9· και σήμ. στη Θράκη, Κύπρο κ.α., ΙΛ στη λ. 2· πβ. το γαλλ. homme και το ιταλ. uomo): ποταπής ηλικίας μέλλει να ένι ο άνθρωπος και η γεναίκα πριν ορμαστούσιν Ασσίζ. 3633· περί των δωρεών, τών δίδει ο άνθρωπος της γυναικός του, αφού την πάρει Ασσίζ. 1512· β) άνδρας, «παλληκάρι»: αλλά ας σταθούμε ως άνθρωποι, στρατιώτες παιδεμένοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3982. Πβ. αγόρι(ν) 1. 5) Βοηθός, υπηρέτης (πβ. Μαλάλ., Βόνν., 3253, Δημητράκ. στη λ. 8): έστειλε κρυφά άνθρωπον εδικό του εμπιστεμένο εις τον βεζίρ πασά Χρον. σουλτ. 4920· εζήτησαν (ενν. οι Πιζάνοι) βοήθειαν ώσπερ υπόκλιτοί τους (δηλ. των Βενετιών),| δούλοι πιστότατοι αυτών και άνθρωποι εδικοί τους Κορων., Μπούας 18· Το κάστρον ένι του αυθέντη μας του ρηγός και εμείς ανθρώποι του Μαχ. 4541. 6) Υποτελής, τιμαριούχος (βλ. Αδαμαντίου, ΔΙΕΕΕ, 1902 /6, 543 και Ζέπο, ΕΕΒΣ 18, 1948, 207· πβ. και Άννα Κομν. 10, 289· η χρ. και σε σιγίλλ. 10. και 11. αι., Schlumberger, Nic. Phoc. 725, Sigillographie 480 και Κωνσταντόπουλου, Βυζ. μολυβδόβουλλα, Διεθν. εφημ. Νομ. Αρχ. Ϛ΄, 1903, 87, αρ. 335): εποίησε (ενν. ο Γοδεφρείδος Β΄ Βιλλαρδουΐνος) την συμβίβασιν κι εγίνη άνθρωπός του (δηλ. του Λατίνου αυτοκράτορα της Πόλης) Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6323. Πβ. ανθρωπέα, λίζιος. 7) Στρατιώτης, πολεμιστής: έφθασαν τα κάτεργα όλα κι εμαζωχτήκαν (παραλ. 2 στ.) κι ανθρώπους έξω βγάλασι ογιά να πολεμούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 21412. Διά τούτο ας χωρίσομεν από όλα μας τα αλλάγια| ’λαφρούς ανθρώπους, φρόνιμους, στρατιώτες παιδεμένους Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6972. —Συνών.: αγόριν 1, αδνουμιάτης. — Πβ. και αζάπης ο.
αρσενάς- ο, Καραβ. 50515, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51715, 52812, αρσανάς, Χρον. σουλτ. 11236, Δωρ. Μον. XXIX, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19711, 3806.
Από το γαλλ. arsenal (Βλ. και Pern., Ét. linguist. 3, 366 και Kahane Η., B-NJ 15, 1939, 101). Για την προέλευσης των τ. της λ. βλ. Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 378-379).
Ναυπηγείο: έβαλε εις τον αρσανά και έκαμε πολλά κάτεργα Χρον. σουλτ. 11236· μα νά ’ρθουνε στον αρσανά οι γιάντρες να δουλεύγου,| να κτίσου άλλα κάτεργα γιαμιά να τ’ αρματώσου Τζάνε, Κρ. πόλ. 3806. — Βλ. και αρσενάλιν, ταρσενάλε.
αφήνω,- Σπαν. A 190, Σπαν. V Suppl. 175, Σπαν. O 62, Σπαν. (Μαυρ.) P 311, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 249, Λόγ. παρηγ. L 29, Λόγ. παρηγ. O 28, Αιν. άσμ. 72, Προδρ. II Η 49, III 137, 173, 269, Παράφρ. Μανασσ. 307, Καλλίμ. 655, Ασσίζ. 627, 1293, 17222, Διγ. (Trapp) Esc. 338, Διγ. Esc. 1780, Διγ. Z 997, 1917, 1960, Διγ. A 3210, Βέλθ. 80, 225, 228, 560, 1086, Πόλ. Τρωάδ. 129, Ερμον. Φ 325, Χρον. Μορ. H 159, 611, 799, 814, 854, 1482, 2128, Χρον. Μορ. P 1452, Ορισμ. Μαμελ. 971, Φλώρ. 1154, 1156, Gesprächb. 22261, Απολλών. (Wagn.) 578, 839, Απολλών. 375, Λίβ. P 549, 2451, Λίβ. Sc. 339, Λίβ. Esc. 640, 716, 763, Λίβ. (Lamb.) N 643, Λίβ. N 1306, Αχιλλ. (Haag) L 19, Αχιλλ. L 985, Αχιλλ. N 63, Αχιλλ. O 34, Ιμπ. 817, 832, Τζαμπλάκ. 85, Βεν. 6, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 443, Μαχ. 165, 3827, 18625, 20030, 24833, 2625, 37625, Σφρ., Χρον. μ. 248, Θησ. (Foll.) I 13, Θησ. Πρόλ. 16, Ch. pop. 286, 512, Χούμνου, Π.Δ. VII 2, Σκλέντζα, Ποιήμ. 122, 80, Γεωργηλ., Βελ. 44, Γαδ. διήγ. 26, Διήγ. Αλ. V 26, Αλεξ. 5, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15119, Σαχλ., Αφήγ. 116, Κυπρ. ερωτ. 848, Έκθ. χρον. 3811, Απόκοπ. 526, Πικατ. 297, Συναξ. γυν. 695, Κορων., Μπούας 13, 22, 24 δις, 25, 29, 30, 31, 32 δις, 33 δις, 34 δις, 38, 42, 49 δις, 51, 52, 53, 60 δις, 69, 70 δις, 72, 126, Πένθ. θαν.2 88, 93, 102, 120, 275, Πένθ. θαν. (Knös) S 229, Φαλιέρ., Ιστ. A 455, Φαλιέρ., Ιστ. V 59, Φαλιέρ., Λόγ. 373, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 27, Φαλιέρ., Ρίμ. L 107, Βεντράμ., Φιλ. 233, Διήγ. Αλ. G 27321, Ψευδο-Σφρ. 20810, 30630, Δεφ., Λόγ. 153, Πεντ. Γέν. II 24, XIX 16, XXVIII 15, XLIV 22, Ρίμ. θαν. 12, Αχέλ. 420, 464, 465, Αιτωλ., Μύθ. 168, 211, 484, Θρ. Κύπρ. M 126, Χρον. 308, Ιστ. πολιτ. 513, Μ. Χρονογρ. 3414, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 461, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Κατζ. Πρόλ. 23, Β΄ 62, Γ΄ 322, 427, Δ΄ 428, Ε΄ 521, Γύπ. Πρόλ. θεάς 89, Πανώρ. Α΄ 239, 401, Β΄ 66, Γ΄ 158, 172, 179, 328, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 108, Α΄ 212, 495, 604, Β΄ 34, 128, 185, 352, Πιστ. βοσκ. I 1, 61, 129, 193, 4, 51, II 7, 115, Φαλλίδ. 50, Βοσκοπ. 265, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σταυριν. 120, Επιστ. Ηγουμ. 175 δις, Σεβήρ., Διαθ. 190 τρις, Σουμμ., Ρεμπελ. 181, Διγ. Άνδρ. 36711, 37312, Ερωτόκρ. Α΄ 336, 790, 827, 845, 862, 1103, 1212, 1257, 1561, 1590, 1696, 1750, 1877, 2027, Β΄ 468, 594, 940, 1467, 1940, 1963, Γ΄ 1749, Δ΄ 240, 1648, 1956, Θυσ.2 62,188, 444, Παρθεν., Γράμμ. 227, Στάθ. Α΄ 135, Β΄ 82, 205, Συναδ., Χρον. 70, Βακτ. αρχιερ. 137, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [105,157], Λίμπον. 83,152, Φορτουν. Α΄ 139, Β΄ 400, Γ΄ 166, 230, 337, Ζήν. Β΄ 251, Γ΄ 152, Δ΄ 229, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12, Λεηλ. Παροικ. 530, Διγ. O 259, 958, 1831, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1455, 15814, 16210, 16325, 1762, 17821, 18116, 1854, 1878, 19316, 19421, 1961, 1996, 24, 20117, 20213, 20326, 2104, 2118, 2298, 2323, 8, 23318, 23516, 23622, 25318, 2672, 28130, 30823, 3111, 4512, 54418, Διακρούσ. 10226, 10527, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 9617, κ.π.α.· αφήννω, Μαχ. 48221, 6489, 65227, Κυπρ. ερωτ. 7535, 36, 10729· ’φήννω, Κυπρ. ερωτ. 11829, 14212, 15026· ’φήνω, Αλεξ. 2857, Ερωτόκρ. Α΄ 1026, Στάθ. Α΄ 91, Φορτουν. Β΄ 79, Ζήν. Β΄ 376, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3636· αόρ. εφήκα, Ασσίζ. 13911, Φλώρ. 1536, Ερωτοπ. 370, Απολλών. 506, Λίβ. Esc. 743, Λίβ. N 688, 2822, Αχιλλ. (Haag) L 40, 46, 997, Αχιλλ. L 533, Αχιλλ. O 548, Μαχ. 621, 1344, 30421, 5523, Ch. pop. 22, 48, Γεωργηλ., Θαν. 451, Βουστρ. 441, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414, 417, 443, 446, 449, Μορεζίν., Λόγ. 468, 470, Ερωτόκρ. Α΄ 534, Γ΄ 511, Διήγ. ωραιότ. 132, Φορτουν. Πρόλ. 119, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3394, 5617· μτχ. αφησμένος, Παλαμήδ., Βοηβ. 1218.
Από το αρχ. αφίημι. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 288. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφίνω).
1) α) Αφήνω (κ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1α): αφήνουν τα κοντάρια τους και πιάνουν τα σπαθιά τους Διγ. O 259· από την τρομάρα τους τ’ άρματά τους αφήκαν Κορων., Μπούας 126· βλ. και απολύω Α1α, αφίω, αχαμνώ 2α, εξαφήνω· β) τοποθετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 2): στεφάνι στα χρυσά μαλλιά ολόχρυσο τ’ αφήνου Ερωτόκρ. Δ΄ 1956· βλ. και ακουμπίζω Β 3α, ακουμπώ Β, ανακουμπίζω Α, απηθώνω α, αποθέτω 1, αποσταίνω 1, αποτίθεμαι, αρμαθιάζω, βάνω· γ) αφήνω κατά μέρος, εγκαταλείπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1δ): παρέλαβέ μας η χαρά, αφήκε μας η λύπη Λίβ. Esc. 763· μ’ αφείτε την κι έχει καιρό να δέρνεται, να κλαίει Ερωτόκρ. Δ΄ 240· τ’ άλογά ντου ’πόλυκε και τα γεράκι’ αφήνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1749· ουδέ ποσώς σ’ αφήνει η θύμησή μου Ch. pop. 286· άφησαν τα σπίτια τους, περβόλια και τόπους Διακρούσ. 10527· δ) επιτρέπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1β): αν το μάθ’ ο πατέρας μου, ουδέν με θέλει αφήσει| να εξέβω εις αναγύρευσιν ωραίας της Μαργαρώνας Ιμπ. 832· (προκ. για αρχηγό) καθιστώ κάπ. αρχηγό: Καπετάνιον καθολικόν εις όλους τον αφήκε Κορων., Μπούας 30· (προκ. για χρέος) διαγράφω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 9): αφήνει τους το τέλος και το χρέος τους Απολλών. (Wagn.) 839· (προκ. για αμαρτίες) συγχωρώ: Πάγαινε, τες αμαρτιές σου αφήνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 122. Βλ. και απαιτώ 3, δίδω· όσων αφήσετε τες αμαρτίες τους, να τους είναι αφημένες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 298v· παρευθύς ο Θεός τον ελέησεν και άφησέ του τας αμαρτίας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 383v. 2) α) Εγκαταλείπω, «παρατώ» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1δ): … πὀκόμπωσες και φίλησες και ύστερα μ’ έφήκες Ch. pop. 48· β) απαρνούμαι: … δι’ ης την πίστιν άφηκες, δι’ ης και την πατρίδα Διγ. Z 997. Βλ. και αρνούμαι 4α, αρνώ 1. 3) α) Παραδίδω στην εξουσία άλλου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): οι σύβασες α θα γραφτούν, τη χώρα να τ’ αφήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54418· βλ. και αναπαραδίδω· β) αφήνω στη δικαιοδοσία κάπ.: δεν κατέχοντας πως ζυγώνουσι τα φουσσάτα τως, ελόγιαζαν πως εφύγασι και εφήκασίν τως την χώραν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402. 4) Κληροδοτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 6): εις το θάνατό του| μας άφηκε για ψυχικό το πράμα το δικό του Κατζ. Δ΄ 428· βλ. και απαριάζω 2, απαφήνω 4, αποδίδω 2β, αποθέτω 2· φρ. (1) αφήνω τιμήν = τιμώμαι: Ν’ αφήσουν έπειτα τιμήν, πάντες να τους δοξάζουν Κορων., Μπούας 72· (2) αφήνω άνομα ή φήμη = φημίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): ανέν και αποκτήσει| του Αλεξάνδρου τον στρατόν, κάλλι’ όνομα ν’ αφήσει Κορων., Μπούας 31· ηγάπα την αλήθειαν και την δικαιοσύνην (παραλ. 1 στ.), με τες οποίες αφήνουσι φήμην εις κάθε τόπον Λίμπον. 152· (3) αφήνω αγάπην = αφήνω αγαθές αναμνήσεις: αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1156. 5) Παραλείπω κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1Ϛ): αφήνω, παρατρέχω τα, σιγοπατώ τα τότε Λίβ. Sc. 2708· τα αναγκαία σύντυχε, τα δ’ άκαιρα αφήσε Κορων., Μπούας 34. Βλ. και αργώ A3. 6) Παύω, σταματώ: Ενταύθα γάρ αφήνω εδώ να γράφω και να λέγω| διά εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ Χρον. Μορ. H 2128· εσού βιγλώντα αφήννεις να θρηνίζεις| κι εγώ ποτέ αφήννω να βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 7536· βλ. και ανακόπτω 1, αναπαύω Α2, αναχαιτίζω, αποβγάζω, αποδημώ 2, αποκόπτω 5α, παύω, σχολάζω. Φρ. 1) Αφήνω επαινον = επαινούμαι: έπαινον αιώνιον στον κόσμον για ν’ αφήσουν Κορων., Μπούας 70. 2) Αφήνω φωνήν = φωνάζω: στάθη στό σπίτι άντικρυς, μεγάλην φωνήν αφήκεν Διγ. Z 1960. 3) Αφήνω ζωήν = πεθαίνω: Ή να πάρω τους τόπους μου ή την ζωήν ν’ αφήσω Κορων., Μπούας 42. 4) Αφήνω γεια, υγείαν ή πολλή ζωή = αποχαιρετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): γεια σάς αφήνω δάση Πιστ. βοσκ. I 1, 61. Τότες αποχαιρετισμόν ο αμιράς τώς δίνει,| όσοι τον εσυνόδευσαν υγείαν τώς αφήνει Διγ. O 958. αφήνω σας πολλή ζωή, γιατί θωρώ στη βρύση| εσίμωσε ο Γύπαρης Γύπ. Πρόλ. θεάς 89. 5) Αφήνω νυχτιά καλή = λέω καληνύχτα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): απήτις δε σηκώνεστε να ’ρθείτε, αφήνομέ σας νυχτιά| καλή Κατζ. Ε΄ 521.
βέβαια,- επίρρ., Κορων., Μπούας 41, Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Παλαμήδ., Βοηβ. 738, 991, 1057, Ιστ. Βλαχ. 1095, 1523, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 160, Διγ. Άνδρ. 32416, 3704, 40110, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1253], Λίμπον. 449, Ζήν. Α΄ 159, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3889, 5403, Χριστ. διδασκ. 35, 447· βέβια, Χρον. σουλτ. 538, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [895], Γ΄ [53].
Από το επίθ. βέβαιος. Ο τ. βέβια και στον Κατσαΐτ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Ασφαλώς, σίγουρα, φυσικά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Και βέβια τότες εδεκεί ήθελε ξεψυχήσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [895]· έχει ο Μιχαήλ βέβαια τέτοια γνώμη| των Τούρκων να υποτακτεί Παλαμήδ., Βοηβ. 738· γιατ’ είχεν ξεύρειν βέβαια τα πράγματα πώς πάσι Παλαμήδ., Βοηβ. 991. Βλ. και αμετάστετα, αντιλογία 1α φρ., άρα 1, άσφαλτα 1, ασφαλώς α, αφυρά, βέβαιον 1, βεβαιωμένα. 2) Με βεβαιότητα, αδίστακτα: ότι καλά και βέβαια κάμε να το ηξέρεις,| ο τόπος σου ρημάζεται Ιστ. Βλαχ. 1523· βέβαια, βέβαια σας λέγω προτού να γένει ο Αδάμ εγώ είμαι Χριστ. διδασκ. 35. Βλ. και ανενδοιάστως, ανεντήρητα, απόκοτα, αψήφως. 3) Ακριβώς: Και ει μεν θέλετε να μάθετε βεβαιότερα την αλήθειαν Διγ. Άνδρ. 32416. 4) Λοιπόν, βέβαια: Το λοιπόν παγαίνεις βέβαια και αφήνεις με Διγ. Άνδρ. 3704· και ωσάν έμαθεν βέβαια ότι απέθανεν ο πατήρ του Διγ. Άνδρ. 40110. Βλ. και αμή 4α, ζιμιό, λοιπόν, λοιπονιθές, λοιπονίς, πούρι.
βουνόπουλον- το, Χρον. Μορ. H 2804, Αχιλλ. O 237, Θησ. (Foll.) I 81, Δωρ. Μον. XXVIII, Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Λατ. έγγρ. πατμ. αρχ. 363.
Από το ουσ. βουνό και την κατάλ. ‑πουλον. Η λ. στο Meursius (λ. βουνόπουλο) και σήμ. (ΙΛ, λ. βουνόπουλο).
Μικρό βουνό, βουναλάκι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουνόπουλο): κι απάνου εισέ βουνόπουλον ανέβηκεν κι εστάθη Θησ. (Foll.) I 81· βουνόπουλον τους έδειξεν ανάμεσα των κάμπων Αχιλλ. O 237. — Βλ. και βουνό(ν).
γεμίζω,- Γλυκά, Στ. 183, 446, Λόγ. παρηγ. L 5, Λόγ. παρηγ. O 587, Προδρ., Σεβ. 254, Προδρ. III 262, IV 260, Κρασοπ. 32, Καλλίμ. 274, Ιερακοσ. 4231, 49910, Ορνεοσ. αγρ. 5414, Διγ. (Trapp) Gr. 370, Διγ. A 1995, Διγ. (Trapp) Esc. 247, Διγ. Z 362, 607, Βέλθ. 774, Πόλ. Τρωάδ. 769, Χρον. Μορ. H 367, 407, Πουλολ. 245, Φλώρ. 1579, Ερωτοπ. 65, 283, Λίβ. P 1224, Λίβ. Sc. 446, 1545, 2925, 2986, Λίβ. Esc. 2693, 4098, Λίβ. N 1069, 3467, 3503, Αχιλλ. N 576, Αχιλλ. O 188, Φυσιολ. (Offerm.) M 397, Rechenb. 648, Θρ. Κων/π. B 86, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 423, Ανάλ. Αθ. 29, 34, Θησ. Γ΄ [66], Θησ. (Foll.) I 12, Χούμνου, Π.Δ. VI [22], Νεκρ. βασιλ. 48, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 483, 484, Διήγ. Αλ. V 2, Αλεξ. 1851, Σαχλ., Αφήγ. 145, Έκθ. χρον. 1220, Πικατ. 25, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 25, Βεντράμ., Φιλ. 119, Πεντ. Γέν. VI 11, XXI 19, XXV 24, XXIX 27, Έξ. XXIII 26, XXVIII 3, XXIX 29, 33, XXXI 3, Αρ. III 3, XXXII 11, 12, Δευτ. I 36, VI 11, Βίος γέρ. V 758, Αχέλ. 429, 2037, Κώδ. Χρονογρ. 50, Θρ. Κύπρ. K 415, Θρ. Κύπρ. M 745, Χρον. σουλτ. 6038, Ιστ. πατρ. 9612, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Πανώρ. Ε΄ 383, Ερωφ. Β΄ 116, Ε΄ 13, Φαλλίδ. 122, Βοσκοπ. 334, Παλαμήδ., Βοηβ. 1042, Ιστ. Βλαχ. 417, 646, 1811, Διγ. Άνδρ. 32029, 32713, 33513, 33617, 37232, 38817, 40017, Ερωτόκρ. Α΄ 178, Ε΄ 1491, Στάθ. Β΄ 86, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11016, Διήγ. ωραιότ. 660, 777, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [171], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 80, Α΄ 299, Β΄ 285, 290, Ιντ. β΄ 114, Γ΄ 366, Ε΄ 253, Πρόλ. άγν. κωμ. 40, Ζήν. Ε΄ 271, Λεηλ. Παροικ. 477, Διγ. O 26, Διακρούσ. 6812, 9012, 10929, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2057, 21517, 2731, 28628, 3167, 3236, 33825, 35626, 3699, 37517, 3781, 4941, 5003, 50218, 52711· γιομίζω, Ερωφ. Ε΄ 118, Συναδ., Χρον. 67, Σαχλ. N 392, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1005].
Το αρχ. γεμίζω. Για τον τ. γιομίζω βλ. Andr., Glotta 25, 1936, 14. Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Μτβ. 1) Γεμίζω κ. ή κάπ. με κ. (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): εγέμισα αυτόν πνοά Θεού Πεντ. Έξ. XXXI 3· ο σουλτάν Μουράτης ήφερε Τούρκους και ξένους χριστιανούς και εγέμισε την χώρα Χρον. σουλτ. 6038· ο έρως επλήθυνεν και εγέμισεν όλας μου τας αισθήσεις Διγ. Άνδρ. 37232· ο κόσμος τότ’ εφαίνετον πως θέλει να βουλήσει,| ως ήτονε και πρότερα το χάος να γεμίσει Αχέλ. 2037· Κι άλλα πολλά κι αμέτρητα τσι τόπους εγεμίσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1545· Δεν εγέμισεν τες φυλακές ανδρειωμένους τοπάρχας Διγ. Άνδρ. 32713· γεμίσαντες γαρ τας νήας εκ των χωρών Έκθ. χρον. 1220. 2) (Προκ. για ντουφέκι) τοποθετώ μπαρούτι στην κάννη του τουφεκιού (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Μπουμπάρδες να ’χει μπρούντζινες, τουφέκια γεμισμένα Γαδ. διήγ. 483. 3) Φρ. γεμώνω το δοξάρι = θέτω το βέλος στο τόξο (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 411): γεμίζω το δοξάριν μου, προσέχω εις το κουβούκλιν Λίβ. N 1069. 4) Φρ. εγέμισέ (το) ο νους μου, ο λογισμός μου = το πήρα απόφαση (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Βοσκοπ. σ. 37]· πβ. και τη σημερ. φρ. δε γεμίζει το κεφάλι του = δεν πείθεται, Δημητράκ. στη λ. 6): Λοιπόν ο νους μου εγέμισε στο φύγι να κινήσω Πικατ. 25· Τό ’νίμενα να μάθω κι εφοβούμου| την ώρα κείνη εγέμισέ το ο νους μου και δεν εμπόρου Βοσκοπ. 334· ο λογισμός του εγέμισεν να μάθει διά τον κτίστην Χούμνου, Π.Δ. VI [22]. 5) Φρ. γεμίζω καταπόδου τον Κύριον ή του Κύριου = ακολουθώ, πρόσκειμαι σε κάπ., μένω πιστός: οξωθιό ο Κάλεβ υιός του Ιεφουννέ ο Κενιζζί ... ότι εγέμισαν καταπόδου του Κυρίου Πεντ. Αρ. XXXII 12. 6) Φρ. γεμίζω το χέρι μου = αποκτώ ιερατική εξουσία: Και τα ρούχα του άγιου ος του Ααρών να είναι για παιδιά του καταπόδου του· να αλειφτούν μετά αυτά και να γεμίσουν μετά αυτά το χέρι τους Πεντ. Έξ. XXIX 29. 7) Φρ. τη γεμίζω (δηλ. την κοιλιά) = χορταίνω (Πβ. και τη μτγν. φρ. γεμίζω εμαυτόν = γεμίζω το στομάχι μου, L‑S στη λ. I): τάσσω σου πολλά καλά να τη γεμίσεις Φορτουν. (Vinc.) E΄ 253. Β´ Αμτβ. α) Είμαι γεμάτος από κ. (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): φουσάτα μάζωξε πολλά κι εγέμισαν οι κάμποι Ιστ. Βλαχ. 646· αν τύχει να εγέμιζεν ο στόμαχός μου ο δόλιος Κρασοπ. 32· β) συμπληρώνομαι: εγέμισαν οι μέρες της να γεννήσει και ιδού διδυμαρικά εις την κοιλιά της Πεντ. Γέν. XXV 24.
γεντιλόμος- ο· γεντιολόμος (μήπως γεντιλόμος;), Δωρ. Μον. (Hopf) 237· ζιντιλόμος, Μαχ. 16814, Βουστρ. 481, 485· τζιντιλόμος, Χρον. σουλτ. 529, 8238.
Από το ιταλ. gentilomo. Ο τ. τζιντιλόμος και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 842, Κλ. Α΄ 354.
Άνθρωπος με ευγενική καταγωγή, ευγενής (Βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 247]): απεζεύσεν ο καπετάνος της αρμάδας και πολλοί ζιντιλόμοι Βουστρ. 481· εβάλανε καπετάνιο τον μισσέρ Πέτρο Λορδάνο, τζιντιλόμο Βενετσάνο Χρον. σουλτ. 529.
γύροθεν,- επίρρ., Προδρ. IV 169, Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 78, Θρ. αλ. 37, Καλλίμ. 1871, Διγ. (Trapp) Gr. 677, 1166, Διγ. Z 504, 3644, 3868, Βέλθ. 28, 448, Πόλ. Τρωάδ. 383, Έγγρ. του 1324 (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 44), Ερμον. Β 17, Χρον. Μορ. H 3000, Χρον. Μορ. P 1066, Χρυσόβ. του 1364 σ. 35, Φλώρ. 986, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 15, Λίβ. Sc. 1342, Αχιλλ. N 962, Ιμπ. 529, Αργυρ., Βάρν. K 390, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1561, Ψευδο-Σφρ. 4005, Ιστ. πατρ. 8121, 1804, 2028, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1588, Διγ. Άνδρ. 37423, 39432, 39810, 18, 40018, 4114, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26626, Δωρ. Μον. (Hopf) 239· εγύροθεν, Διγ. (Trapp) Esc. 1612.
Το μτγν. επίρρ. γύροθεν (Sophocl. Βλ. όμως και L‑S, λ. γυρόθεν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γύρωθε(ν)).
α) Ολόγυρα, κυκλικά, απ’ όλες τις μεριές (Η σημασ. μτγν., Sophocl. και σήμ., Δημητράκ., λ. γύρωθε(ν)): όλος ο τόπος γύροθεν του πατριαρχείου ήτον έρημος Ιστ. πατρ. 8121· γύροθεν εκείνων των βουνίων Χρον. Μορ. H 3000· Τούτους ιδών ο δούλος σου γύροθεν καθημένους Προδρ. IV 169· κλίνην πάντερπνον γύροθεν χρυσωμένην Διγ. Z 504· επήγαν εις το μνήμα τους και εστάθησαν γύροθεν και έκλαιαν Διγ. Άνδρ. 4114· γύροθεν με πέτρινον τοίχον περιφραγμένος (ενν. κήπος) Παϊσ., Ιστ. Σινά 1588· β) (με το άρθρο το): το κάστρον ένι αφυρόν, απέσω εις λίμνην στέκει,| εν ῳ ένι Μέγας ο Οζερός το γύροθεν του κάστρου Χρον. Μορ. H 8798· Διγ. Άνδρ. 32425, 34634· Χρον. Τόκκων 779.
εντόπιος,- επίθ., Τρωικά 5269, Λόγ. παρηγ. L 257, Λόγ. παρηγ. O 262, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 95, Βίος Αλ. 4178, Μαχ. 2416, 22, Γεωργηλ., Βελ. 666, Αλεξ. 2037, Έκθ. χρον. 511, 573, Πεντ. Λευιτ. XIX 34, Ιστ. πολιτ. 194, 7620, Λίμπον. 126, Χριστ. διδασκ. 476· ντόπιος, Φαλλίδ. 64, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 288, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5216.
Το αρχ. επίθ. εντόπιος. Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Ντόπιος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): είς από τους άρχοντας τους εντοπίους έφη Γεωργηλ., Βελ. 715. Το αρσ. του επιθ. στον εν. και πληθ. ως ουσ. = ντόπιος, ιθαγενής (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): όποιος ήλθε αποέξω και εκατοίκησεν εις το Ανάπλι και κάμει επτά χρόνους, να λέγεται τσιταδίνος, ήγουν εντόπιος Δωρ. Μον. (Hopf) 239· Είπαν μας οι εντόπιοι, κανείς ουδέν υπάγει| σ’ αυτείνην γαρ την έρημον, γιατ’ είν’ ανθρωποφάγοι Αλεξ. 1541.
επάνωθεν,- επίρρ., Λόγ. παρηγ. L 272, Ψευδο-Σφρ. 43211· απάνωθεν, Χρον. Μορ. P 1773, Πουλολ. Z 156, Πουλολ. 167, Απολλών. 175, Διήγ. Αλ. G 27312, Αχέλ. 700, Ιστ. πατρ. 17811, Βακτ. αρχιερ. 154· απανωθέν, Πουλολ. Αθ. 36, 161· επάνωθε, Γεωργηλ., Βελ. 357.
Από το επίρρ. επάνω και την κατάλ. ‑θεν. Ο τ. απάνωθεν άσχ. πρός το μτγν. απάνωθεν.
(Συνήθως με γεν., αλλά και με αιτιατ., με εμπρόθ. προσδιορ. ή και χωρίς προσδιορ.) (1) αποπάνω: απάνωθέν τους στένομαι (ενν. εγώ ο Χάρος) δοξεύω τες καρδιές τους| και με την λόγχη την πικριά εβγάνω τες ψυχές τους Πικατ. 326· βάνει ρόδα επάνωθεν, σκεπάζει τον καθόλου Φλώρ. 1595· την χείραν σου επάνωθεν θες του εικονισμάτου Πόλ. Τρωάδ. 235· έκαμε τες άρμες του και τες έβαλε απάνωθεν εις τες πόρτες του κάστρου Δωρ. Μον. (Hopf) 237· επάνωθεν δε των θυρών υπάρχουν των αγίων| εικόνων τα μορφώματα Παϊσ., Ιστ. Σινά 695· (2) επάνω: το κάλλος του ήτον θαυμαστόν, … μακρύς έναι ως κυπάρισσος, …| επάνωθεν και κάτωθεν ανοικτός ώσπερ λέων Αχιλλ. N 100· (3) πιο πάνω, (πιο) ψηλά: Τότε έδωκα τον Ιωαννάκιον επάνωθεν του αγκώνος Διγ. Άνδρ. 38217· (4) (μεταφ.) επικεφαλής: εγώ διά την αγάπην σου και διά την δούλευσίν σου …| εκάθισά σ’ απάνωθεν όλων των μεγιστάνων Απολλών. 206.
ευεργεσία- η, Γλυκά, Στ. 382, Ιερακοσ. 33511, Χρον. Μορ. H 1327, 1440, 3110, Χρον. Μορ. P 5273, Βίος Αλ. 2301, Ιμπ. 22, Χρον. Τόκκων 143, 2977, Δούκ. 28116, 3316, Σφρ., Χρον. μ. 186, Ψευδο-Σφρ. 22028, Πτωχολ. α 925, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 742, Αιτωλ., Μύθ. 4326, 9812, 11610, 12214, Ιστ. πατρ. 8114, Δωρ. Μον. XXVIII, Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1375], κ.α.· βεργεσία, Θησ. Πρόλ. [238], Αιτωλ., Μύθ. 12212· βεργεσιά, Ιμπ. (Legr.) 401· ευεργεσία, Χρον. Τόκκων 1404, Θησ. Πρόλ. [9], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1158].
Το αρχ. ουσ. ευεργεσία. Ο τ. ευεργεσιά και στον Κατσαΐτ., Κλ. Γ΄ 196. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Ευεργεσία, αγαθοεργία: ευεργεσίες έκαμνε πολλών διά την ψυχήν του Λίμπον. 155· β) δώρο· ανταμοιβή: ευεργεσίαν τους έδωκεν άλογα και φαρία Χρον. Μορ. P 2953· ορίσας πολλούς λόγους προς έπαινον και παραμυθίαν μου, … έφερόν με ευεργεσίαν αυτού ταμπάριον διπλόν χαμουχάν πράσινον Σφρ., Χρον. μ. 3828· ευεργεσίες και τιμές καθένας με την τάξιν| να έχετ’ από λόγου μου με την δικήν του πράξιν Ιστ. Βλαχ. 221· Δος αυτόν ευεργεσίαν| του καλού του κόπου χάριν Πτωχολ. α 942· γ) (προκ. για το Θεό) εύνοια, χάρη: αν έν’ του ριζικού σας ευεργεσίᾳ του Θεού να έμπει εις ηλικίαν (ενν. το βρέφος),| εις άρχοντας ευγενικούς θέλω σας ακουμπήσει Ιμπ. 64. 2) α) Παραχώρηση: Παρακαλώ σε σήμερον, θέλω να σε αναφέρω| κι ας έχω την ευεργεσίαν από την αυθεντιά σου Ιμπ. 868· β) προνόμιο: κατά την ευεργεσίαν οπού έχουν οι πατριάρχαι από τον καιρόν τον σουλτάν Μεχμέτη Ιστ. πατρ. 19314· ο αφέντης του τόπου ο Βενετσιάνος έδωκεν ευεργεσίας και χαρίσματα πολλά των κριστιάνων Δωρ. Μον. XXIX· γ) εύνοια: Εχάριζεν ευεργεσιές κρυφά προς τον Ιμπέρην Ιμπ. 370.
κτίσμα(ν)- το, Καλλίμ. 857, Βέλθ. 446, Ερμον. X 275, Λίβ. Esc. 920, Λίβ. N 783, 2156, Μαχ. 811, 59017, Πένθ. θαν.2 432, Θρ. Θεοτ. 46, Πορτολ. A 1493, Β 2913, Ιστ. πατρ. 8222, 843, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 446, Δωρ. Μον. XXVIII, XXX, Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Ερωφ. Γ΄ 119, Ιστ. Βλαχ. 2520, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [4, 382], Διήγ. πανωφ. 57, Βακτ. αρχιερ. 143, 159, 184, Χριστ. διδασκ. 303, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2795, 46717, 55222.
Το μτγν. ουσ. κτίσμα. Η λ. και σήμ.
1) Χτίσιμο: Ο ρήγας έβαλεν τόσην σπουδήν εις το κτίσμαν του τόπου ότι εις καιρόν α΄ χρόνον εποίκεν το Μαχ. 59217· όταν το κτίσμα τ(ης) Πόλεως επληρώθη, εγένετο η πρώτη και οικουμενική σύνοδος Χρον. βασιλέων 238. 2) Οικοδόμημα: Εστάθη δέ το χτίσμα εκείνο (ενν. η Αγία Σοφία) χρόνους εβδομήκοντα τεσσάρονς Διήγ. Αγ. Σοφ. 1476. 3) Δημιούργημα: Εγώ πιστεύω εις Θεόν, πατέρα των απάντων,| ποιητήν ουρανού και γης και πάντων των κτισμάτων Διγ. Z 1065.
λόγος (I),- ο, Γλυκά, Στ. 116, Προδρ. III 419α, Διγ. Z 516, 586, 858, Διγ. (Trapp) Esc. 1813, Βέλθ. 2, 68, Πόλ. Τρωάδ. 381, Χρον. Μορ. H 5184, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 423, Λίβ. (Lamb.) Esc. 712, 1234, Αχιλλ. O 236, Πτωχολ. α 3, Πανώρ. Γ΄ 215, Ε΄ 173, Ερωφ. Α' 390, 470, Ιστ. Βλαχ. 446, 1032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 80, 768, 1277, Β΄ 452, Θυσ.2 254, 608, Στάθ. (Martini) Ιντ. Β΄ 131, Β΄ 193, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 240, Γ΄ 663, κ.π.α.· ’λλόγος, Μαχ. 5034, 31834, 64617, Κυπρ. ερωτ. 9475, 9526, 10417· πληθ. λόγια, Χρον. Μορ. H 928, 3836, Απόκοπ.2 212, Πανώρ. Α΄ 369, 371, Γ΄ 252, Ερωφ. Α΄ 385, Δ΄ 394, 603, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1862, 1904, Γ΄ 134, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1220], Ε΄ [640], Τζάνε, Κρ. πόλ. 37911, 40315, κ.π.α.· λογία, Μαχ. 5021, 14821, 25422, 47814, Βουστρ. 413, 496, 525, κ.α.· λογιά, Πεντ. Δευτ. II 26 (αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. αντί λόγια)· λογίατα, Βουστρ. 526· γεν. εν. ολόγου, Χρον. Μορ. H 1380, 3164, 3166, 7106, 8394.
Το αρχ. ουσ. λόγος. Ως β΄ πληθ. λόγια ο πληθ. του ουσ. λόγιον (βλ. ά.· για τις παλαιότ. χρ. βλ. κυρίως Lampe, Lex., λ. λόγιον). Για το σχηματ. του τ. λόγιατα βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 179. Για τη γεν. ολόγου βλ. Pernot, Neophilologus 8, 1923, 66· πβ. όμως και Σπυριδ., ΕΜΑ 1, 1939, 49-51. Η λ. και διάφ. τ. και σήμ.
1) α) Ό,τι λέει κάπ., κουβέντα: Διγ. (Trapp) Gr. 429, Απολλών. 325, Προδρ. I 231· Ποιος να ’ναι απ’ αφουκράται| τα λόγια μου των αλλωνώ βοσκώ να τα δηγάται; Πανώρ. Α΄ 294· πότε να ιδώ κοιτώναν της και λόγια της ακούσω; Λίβ. Esc. 1557· μην πιστεύετε … εις τα γλυκά της λόγια (ενν. της γυναίκας) Βεντράμ., Γυν. 37· Αυτά ’ναι λόγια των κλεπτών και ψεματολογίες,| ου στέργομεν, ου θέλομεν τέτοιες μυθολογίες Γαδ. διήγ. 349· (ως σύστ. αντικ. ή είδος σύστ. αντικ.· βλ. και Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 191, 199): Καλλίμ. 1670, Περί ξεν. A 300, Κορων., Μπούας 23· λάλησε λόγον, τι σιγάς; Καλλίμ. 488· Πόσα εβαττολόγησας ληρήματα και λόγους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 541· «Δεν τρώγω ωσάν εσύντυχα τα λόγια μου». Και είπεν: «Σύντυχε» Πεντ. Γέν. XXIV 33· β) λέξη: ήτον όλη η γης γλώσσα μια και λόγια μόνα Πεντ. Γέν. XI 1· γ) Πρόταση, φράση· ρητό, ρήση: να γράφει ορθά και να συντάσσει τα λόγια του με τέχνην γραμματικήν κατά την κοινήν συνήθειαν Σοφιαν., Γραμμ. 252· το «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου» και τα εξής του λόγου Περί ξεν. A 459· δ) νόημα, σημασία: Audi, ascolta, γροίκησε, τρία σε λόγον ένα Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 242. 2) α) Ομιλία: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 298, Χούμνου, Κοσμογ. 596· έκφρ. από λόγου = προφορικά: τα οποία (ενν. υπέρπυρα) λέσι πως τα ’χεν και ο ποτέ Μιχάλης ταμένα ζώντας του από λόγου και ... δεν τα ’γραψεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7014· β) λεκτική ικανότητα· αφηγηματική ευχέρεια: ο ασθενής … χάνει τον λόγον του ή στεγνώνει το στήθος Ασσίζ. 1838· ελπίζω και παρακαλώ να λάβω την σοφίαν,| μνήμην και λόγον και σπουδήν ορθώς να ερμηνέψω Συναξ. γυν. 3. 3) Γλώσσα: Ρωμογενής είσαι, φαίνεσαι εκ του λόγου Βέλθ. 1248. 4) α) Πρόταση: δεν εδέχθη τους λόγους τους διά να παντρευθεί Δωρ. Μον. (Hopf) 238· όσοι ελαλήσετε διά εμέν να γενώ βασιλέας,| επαίρνω εγώ τους λόγους τους και τες φωνές οπού είπαν| και θέτω απάνω εις αυτάς κι εγω τον εδικόν μου Χρον. Μορ. H 957· β) συμβουλή: πείσθητι γεροντικοίς και πατρικοίς μου λόγοις| και μάθε τα γραμματικά Προδρ. IV 13· τα λόγια, τα διατάματα πόσον κακόν εκάμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1240· όποιες δεν αφουκρούνται| τα λόγια τω γονέω ντως ογλήγορα χαλούνται Πανώρ. Ε΄ 254· γ) διδασκαλία, κήρυγμα: βλάπτοντ’ οι μη ακούσαντες τον λόγον του Κυρίου Σπαν. A 187· επροσμένασι (ενν. οι Ιουδαίοι) … τρεις ημέρες νηστικοί να ακούσουσι τον λόγον Πηγά, Χρυσοπ. 58 (17)· τ’ αφτιά τως λόγια του Θεού ποτέ τως δε γροικούσι Ζήν. Δ΄ 323. 5) α) Γνώμη, κρίση, άποψη: είχεν αγάπην περισσήν εκ το κοινό της χώρας.| Όλοι τον ετιμούσασιν, τον λόγον του εστέργαν Χρον. Τόκκων 1314· επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες οπού ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1356· ευλαβής (ενν. ο κυρ Θεοφάνης) φιλοκκλήσιος και εις τον λόγον του στερεός Συναδ., Χρον. 28· β) σκέψη, υπόθεση: πλησίον είναι οι εχθροί και θέλουν μας κουρσεύειν·| αλλά μη τούτο γένειται, καν τολμηρός ο λόγος,| όρισε …| … τινάν πιστόν …| να προμηθεύειται καλώς την σύστασιν του τόπου Αχιλλ. N 644· γ) ερώτηση: ρωτημό ερώτησεν ο ανήρ …: «Αν … ο πατέρας σας ζωντανός; αν είναι εσάς αδερφός;». Και αναγγείλαμε αυτουνού διά στόμα τα λόγια ετούτα Πεντ. Γέν. XLIII 7. 6) Επιχείρημα: παραστήσαι διά λόγων πιθανών ότι τα συμβάντα τῳ Μουράτ ουκ ην αιτία ο βασιλεύς, αλλ’ ο Παγιαζίτ Δούκ. 2317· γράμματα έγραψεν σ’ αυτόν τον βασιλέα| δείχνοντας πως δεν έπταιεν με λόγια ωραία| και με πολλές απόδειξες πως τον συκοφαντούσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1088. 7) α) Εντολή, διαταγή: Πανώρ. Α΄ 376, Πικατ. 505, Διγ. Z 392, Πτωχολ. α 949· έκφρ.: (1) τα δέκα λόγια = οι δέκα εντολές: επαράγγειλεν (ενν. ο Θεός) εσάς να κάμετε τα δέκα λόγια Πεντ. Δευτ. IV 13· (1) χρυσόβουλλος λόγος = είδος αυτοκρατορικού προνομιακού ορισμού (Για το πράγμα βλ. Καραγ., Βυζ. διπλ.2 233 κε.): Τῃ ισχύι και δυνάμει του παρόντος χρυσοβούλλου λόγου της βασιλείας μου καθέξει και νεμηθήσεται η δηλωθείσα σεβασμία μονή τα ανωτέρω Γράμματα Μετεώρ. 58· β) απόφαση: ου παρασάλευσεν εκ την βουλήν τήν είπεν| τον λόγον της τον πρωτινόν ποσώς να μεταθέσει Ιμπ. 321· πολλούς εκρέμασεν (ενν. ο Κούλογλης) άκριτα χωρίς του κατή τον λόγον Συναδ., Χρον. 40. 8) Απειλή, εκφοβισμός: Εμέ δε μόνον βλέποντες (ενν. οι στρατώται) λόγοις ήλπιζον τρώσαι:| «Άφες την κόρην» λέγοντες «και σώσον εαυτόν σου· ειδ’ ου, κερδίσεις θάνατον απείθειαν ως έχων» Διγ. (Trapp) Gr. 2463. 9) α) Μήνυμα,παραγγελία: Του έστειλε λόγον ότι: «ο πατέρας σου σε θέλει να σου ομιλήσει» Χρον. σουλτ. 294· εξαπέστειλεν ο βασιλεύς ο μέγας| … τους δύο λογοθέτας·| κι εκείνοι … του βασιλέως λόγια τον πατριάρχην είπαν Αρσ., Κόπ. διατρ. [141]· (προκ. για επιστολή) Δάκρυα έχυνεν πολλά, παρηγοριάν ουκ είχεν,| στα λόγια τά έπεμπεν σ’ εκείνα ευφραινέτο (έκδ. ευφραίνετο) Σπαν. V 15· β) επιθυμία: της μητρός της ζήτησεν να έβγει από το σπίτι| και προς παραδιάβασιν ελθείν η κόρη είπεν.| Η μήτηρ δεν παρήκουσεν τον λόγον της φιλτάτης Διγ. Z 261· « … να πλαγιάσω με τους γονείς μου και να με θάψεις εις το θαφειό τους». Και είπεν: «Εγώ να κάμω σαν το λόγο σου» Πεντ. Γέν. XLVII 30. 10) Αγόρευση, ρητορεία: Ιστ. πατρ. 1172, Προδρ. III 14· έκφρ. ανήρ λογιών = εύγλωττος: είπε ο Μοσέ προς τον Κύριο: «Παρακαλώ, Κύριε, όχι ανήρ λογιών … ότι βαρύστομος και βαρύγλωσσος εγώ» Πεντ. Έξ. IV 10. 11) α) Διήγηση, εξιστόρηση, αφήγηση γεγονότων: Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 21, 845, Μάρκ., Βουλκ. 3447, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11089, Ηπειρ. 2241· β) πλαστή διήγηση, μήθος: Λόγ. παρηγ. L 748. 12) α) Τμήμα συγγραφής, κεφάλαιο, ενότητα: Διγ. Z 247, 1630· β) (προκ. για νόμο) διάταξη, όρος: να φυλάξετε τα λόγια της διαθήκης ετουτηνής και να κάμετε, για να γνώθετε το όλο ος να κάμετε Πεντ. Δευτ. XXIX 8. 13) (Στον πληθ.) στίχοι τραγουδιών: Τα λόγια του (ενν. του τραγουδιστή) τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,| γραμμένα τα ’χω και συχνιά κλαίγοντας τα διαβάζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 875· Καλά και δεν τον είδαμε, δεν ξεύρομε ποιος είναι,| μ’ από τα λόγια τα ’μορφα κορμίν μεγάλον είναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 886. 14) α) Υπόσχεση, ένορκη διαβεβαίωση: όρκον δεν κρατούσι,| δεν στέκονται στον λόγον τους, σ’ εκείνο που μιλούσι Σταυριν. 1258· είχε λόγον από τον πατέρα του· του είχε ταμένα ότι αυτουνού να δώσει την βασιλείαν … Χρον. σουλτ. 1373· «Μα τον ουράνιον βασιλιά …(παραλ. 1 στ.), ψυχήν, σώμα για λόγου σας να δώκαμεν με θάρρος». (παραλ. 6 στ.) Και οπού τα δάκρυα τους φηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,| τ’ αγρίμια ’ς λίμνην κυνηγά κι εις τα βουνιά ψαρεύγει Απόκοπ.2 263· β) προφορική συμφωνία: λαλεί το δίκαιον ότι ουδέν ένι κρατημένος ο είς του άλλου διά λόγια κατά το κείμενον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 15810· με τον Κα(ζά) Τσικάλε … δεν εποίκα(μεν) τίποτες σασμούς, λόγον είχαμεν μόνον, και ουδέ κείνος εκράτησεν τον λόγον του ουδέ εμείς Μαχ. 28034· γ) όρος: Δούκ. 41728, Διγ. (Trapp) Gr. 93. 15) α) Συζήτηση, συνομιλία: αφότου είπασιν πολλά κι επλήθυναν τα λόγια,| όρισεν ο πρίγκιπας κι ηφέραν το βιβλίον Χρον. Μορ. H 7566· Τούτα τα λόγι’ ας πάψομε κι ας έρθομεν εις άλλο Πανώρ. Γ΄ 327· β) (συν. στον πληθ.) διαπραγματεύσεις, συνεννοήσεις: Διεμηνύσατο … ο βασιλεύς τοις αρχιερεύσι … και τους μετέχοντας εν λόγοις (ενν. της ενώσεως) και ήλθον άπαντες εν Κωνσταντινουπόλει Έκθ. χρον. 610· Οι Γενουβήσοι … δεν εβγατίζουν … ουδέ με τους πολέμους ουδέ με τα λόγια τους Μαχ. 49027· είχαν συχνομηνύματα και λόγους καθεκάστην,| συνεβιβάστην ο Χρυσός μετά του Φερδερίχου Λίβ. Esc. 2255. 16) α) Μάθηση, παιδεία, επιστήμη: Γλυκά, Στ. 12, Θεματογραφία 20· έκφρ. μέτοχος λόγου = κάτοχος γνώσεων, μορφωμένος, επιστήμων: Ανήλθε δε εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο κυρ Μάρκος ο Ξυλοκαράβης, Κωνσταντινουπολίτης και μέτοχος λόγου Έκθ. χρον. 288 (πβ. και αυτ. A 520 μέτοχος φιλοσοφίας)· β) ο νους, η λογική: θέλω σου ’μόσει με ψυχήν καθάρια …| το πως με λόγον και καρδιά … ουδέποτέ μου μετά με, ψυχή μου, να σ’ αρνήθη Φαλιέρ., Ιστ.2 719· τα γράμματα σπουδάζουσι …| να ’ναι εις λόγον φρόνιμοι και εις αξίαν μεγάλοι Φλώρ. 161· γ) (πληθ.) ασκήσεις λογικής (ή και ρητορικής· πβ. και σημασ. 10): Εις λόγους και μαθήματα γύμναζε τον εαυτόν σου| και προκοπή σοι γένηται από των μαθημάτων| και μετά πάντων θαρρικώς δύνασαι συντυχαίνειν Σπαν. B 172. 17) α) Πληροφορία, είδηση: Χειλά, Χρον. 349, Χρον. Μορ. P 3876· Σαρακηνόν ηπάντησαν απέξωθεν τας τέντας| και λόγια τούς ελάλησε μετά πολλής οδύνης Διγ. (Trapp) Esc. 65· β) μαρτυρία: Περί κριτού ότι να είναι εις πάντας συμπαθής και να μην πιστεύει λόγους τινός χωρίς να εξετάζει Βακτ. αρχιερ. 157· ταύτα τα λόγια οπού είπες έχεις μάρτυρες …; Ιστ. πατρ. 16123· γ) μυστικό: όπου εμπιστευθεί σε λόγον,| μη το φαυλίσεις πρόσεχε και μη το φανερώσεις Σπαν. A 391· εκφρ. απόκρυφος, μυστικός λόγος = μυστικό: λόγον τινά απόκρυφον βούλομαι σοι θαρρήσαι Διγ. (Trapp) Gr. 422· κόρη μου, μυστικόν τινά λόγον θέλιο ειπείν σου Διγ. Z 665· δ) κατηγορία, μομφή: υπήγεν εις τον πάπαν και ανήφερεν εις αυτόν λόγους σκληρούς και φοβερούς …, ως ότι οι Ρωμαίοι τον πάπαν έχουν διά αιρετικόν Ιστ. πατρ. 14813. 18) Φήμη: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 61. 19) Προφητεία, πρόβλεψη: έφθασεν η κόρη εις τον δωδέκατον χρόνον κατά τον λόγον οπού προείπεν ο μάντης Διγ. Άνδρ. 3152. 20) Λογοδοσία, απολογία: όταν υπάγει εις τον κριτήν, τι λόγον να λαλήσει; Αλφ. (Μπουμπ.) I 56. 21) Αιτία: Είπον σοι, μάθε, βασιλεύ, τον λόγον και τον τρόπον,| ότι διά θλίψιν έφυγον από τα γονικά μου Βέλθ. 510· Όταν λυπείται άνθρωπος και φανερώνει λόγον,| τότε και το λυπούμενον φεύγει από τ’ εκείνον Διγ. A 2538. 22) Παροιμία: ο λόγος λαλεί: «Κρατεί με ο δυνατός και δέρνει με ο αδύνατος» Μαχ. 25619· εκφρ. δημοτικός, δημώδης, επιχώριος, παλαιός, παροιμιακός, χωρικός λόγος = παροιμία ή παροιμιώδης έκφραση (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 47 και ά. δημοτικός 1 και δημώδης): μία βολά, λέγει ο χωρικός λόγος, επήρε το κουπί τους νερό Σουμμ., Ρεμπελ. 181· Είς λόγος είναι παλαιός κι αληθινό τον κρίνω: «οπ’ αφουκράται κοπελιού γίνεται σαν κι εκείνο» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 967· Η δε των τριών μέθοδος ο της λογιστικής μάντις εστί, καθώς φησίν ο παλαιός λόγος (έκδ. παλαιολόγος· διόρθ. Kriar., BF 3, 1968, 144) Rechenb. 11· επληρώθη … λόγος ο παροιμιακός ον παλαιοί προείπον,| ως έγγιστα του κρείττονος και το κακόν εφύη Βίος Αλ. 608. 23) Παράκληση, δέηση: εζήτησαν βοήθειαν …(παραλ. 1 στ.).Κι η αυθεντιά των Βενετιών …| εδέχθηκε τους λόγους των Κορων., Μπούας 18· εις τον Θεόν εστείλασι λόγον να τους γλυτώσει,| από τα τόσα βάσανα να τους ελευθερώσει Αιτωλ., Μύθ. 1115. 24) Συγκατάθεση: Ο δε βασιλεύς Καντακουζηνός άπαξ αφείς και δόξαν και βασιλείαν … εζήτει παρά του βασλέως λόγον του εξελθείν της Πόλεως και ελθείν εν τῳ Αγίῳ Όρει Δούκ. 712. 25) Λογομαχία, φιλονικία: επράυναν τα λόγια τους κι έβαλάν τους σ’ αγάπην Χρον. Μορ. H 4191· σας παρακαλώ ως φίλους κι αδελφούς μου| να πάψουσιν τα σκάνταλα, η ταραχή, τα λόγια Χρον. Μορ. H 955. 26) Αναθεματισμός: της γραίας μ’ έπιασαν οι λόγοι κι οι κατάρες Γαδ. διήγ. 293. 27) Όρος μαθηματικός: Rechenb. (Vog.) 75. 28) Ο ενσαρκωμένος Χριστός (Για τη σημασ. της λ. ως θεολ. βλ. γενικ. Lampe, Lex.): Συ (ενν. Θεοτόκε) κατά σάρκα τον Θεόν εγέννησας και Λόγον Εις Θεοτ. 17· ο κατελθών εξ ουρανού ως ηθέλησας, Λόγε,| και σαρκοφόρος δι’ εμέ γεγονώς, πλαστουργέ μου Διγ. (Trapp) Esc. 1806. 29) Δικαιολογία: Αν αυτός ο Θεός δεν του το ήθελεν ειπεί (ενν. του Αδάμ), ήθελες έχει λόγον να μου ειπείς ότι εκείνο όπου έδωσεν ο Θεός εξανάκαμέ το Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 58r. Εκφρ. 1) Δυο λόγια = λίγες λέξεις, λίγες κουβέντες: μη το πάρεις σε βαρύ να μου γράψεις και εμένα δυο λόγια Μανολ., Επιστ. 173· Αυτός ο νιος οπ’ αγαπά ας τον παρηγορήσω,| δυο λόγι’ από το στόμα μου να τον καλοψυχίσω Ch. pop. 22. 2) Εκτός λόγου = χωρίς συζήτηση, αναντίρρητα: όταν … ανήρ τέλειος φθάσεις,| τότε λόγον εκτός πόλεμείν τα θηρία Διγ. (Trapp) Gr. 1041. 3) Εξ αέρων λόγος = θεία φώτιση: είς από τους άρχοντας πρακτικός τε και γέρων| πνεύση τον ήλθεν άνωθεν και λόγος εξ αέρων Ριμ. Βελ. 731. 4) Κατά λόγον βλ. κατά Εκφρ. 5) Με λόγια = θεωρητικά, υποθετικά: με λόγια είναι (ενν. οι Ρωμαίοι) χριστιανοί, το έργον γαρ τους λείπει Χρον. Μορ. H 825. 6) Ουδέ λόγος = οπωσδήποτε, αναμφισβήτητα (πβ. το σημερ. ούτε λόγος): Είχεν της κόρης ο κοιτών παρέξω μεσοκήπιν,| του παραδείσου απόκομμαν, της ηδονής κατούναν| και βρύσην της γλυκύτητος να το είπες ουδέ λόγος Λίβ. Sc. 1314. 7) Παλαιός λόγος = παράδοση (πβ. και σημασ. 22): λέγεται γαρ λόγος παλαιός ότι τούτο το μοναστήριον είχεν εισόδημα το τρίτον τον νησίου Χειλά, Χρον. 353. 8) Ο ρέων χύδην λόγος = άποψη που κυκλοφορεί γενικά για κ.: καινότερον συμβαίνει είναι και το ωφέλιμον, εκείνων εν γνώσει των ανθρώπων γεγενημένων, άπερ ο ρέων χύδην λόγος ουκ αληθώς αποφαίνεται Ψευδο-Σφρ. 15013. 9) Το του λόγου = όπως λέει ο λόγος, κατά τη συνηθισμένη έκφραση: μούλαν εκαβαλλίκευσε (παραλ. 1 στ.) και, το του λόγου, πετασθείς έφθασεν εις τον οίκον Διγ. (Trapp) Gr. 871. 10) Υπέρ λόγον = ανυπολόγιστα, σε υπερβολικό βαθμό: παράδεισος ευρέθη (παραλ. 1 στ.) από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284. 11) Χάριν λόγου = για παράδειγμα: γνωρίζω τα λιθάρια,| τα πολύτιμα πετράδια,| χάριν λόγου, σαν διαμάντια,| σαν σμαράγδια Πτωχολ. B 64. Φρ. 1) Αίρω λόγους· βλ. αίρω. 2) Αλλάττω (ή αλλάσσω) (πάλιν) τον λόγον (μου)· βλ. αλλάασω Α΄ 1α φρ. 3) Αναφαίνω λόγους· βλ. αναφαίνω Α φρ. 4) Αποκρίνομαι λόγον· βλ. αποκρίνομαι 1 φρ. 5) βάλλω λόγια· βλ. βάλλω 12 φρ. 6) α) Βάνω λόγια, λόγους·βλ. βάνω 31β φρ.· β) βάνω λόγο στο στόμα κάπ. = καθοδηγώ, υπαγορεύω σε κάπ. τι θα πει: εσυντιάστην ο Κύριος προς τον Βιλεάμ και έβαλεν λόγο στο στόμα τον και είπεν: «Στράφου προς τον Βαλάη και έτσι να συντύχεις» Πεντ. Αρ. XXIII 16. 7) Βαστάζω τον λόγον κάπ.· βλ. βαστάζω I 13. 8) Βαστώ το λόγο κάπ.· βλ. βαστώ (Ι) Ι 15. 9) Βγαίνω από τον λόγον μου = αθετώ την υπόσχεσή μου: ο σουλτάνος τάζει των δουκάδων να παραδοθούνε και να τους δώσει άλλους τόπους με τα χαρτιά στο χέρι και αυτός εβγαίνει από το λόγον του και τους κόφτει το κεφάλι Χρον. σουλτ. 11428. 10) Βγάνω λόγους· βλ. βγάνω 143. 11) Γίνεται λόγος· βλ. γίνομαι 4ι. 12) α) Δίδω λόγον, δίδω λόγον καλόν ή δυο λόγια μειωμένα, δίδω λόγον φοβερόν· βλ. δίδω I Α΄ 7 φρ.· β) δίδω (τον) λόγον = (β1) υπόσχομαι γάμο: Ειπές μου, δεν εδώσετε τον λόγον ανάμεσα σας| και δεν εσταθερώσετε την πίστην της παντρειάς σας …; Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [286]· (β2) διατάζω: ο Αλμερίγος έδωκε λόγο για να κινήσουν,| ν’ αφήσουνε τον πόλεμον κι οπίσω να γυρίσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 425525· Μα ’δωκε λόγο τσ’ εκκλησιές τες φραγκικές ν’ αδειάζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 53915. 13) Εγείρω τον λόγον προς κάπ.· βλ. εγείρω I Α΄ 4. 14) Να μη έναι λόγος, ουκ ένι λόγος, ουκ έχω λόγον = (επιρρ.) «ούτε λόγος», αναμφισβήτητα: Οπόταν βλέπω την μορφήν … την εδικήν σου,| νομίζω εκείνην απατά βλέπω, να μη έναι λόγος Φλώρ. 1250· αν σε θέλω αφηγηθεί το τι έναι τό λυπούμαι (παραλ. 1 στ.), να συμπονέσεις μετ’ εμέν, έξευρε, ουκ ένι λόγος Λίβ. Sc. 2412· Λίβ. Esc. 3594. 15) Ενεργώ λόγον· βλ. ενεργώ A΄ 1 φρ. 16) Έρχομαι εις λόγον, έρχομαι εις λογία· βλ. έρχομαι φρ. 3 και 4α, β. 17) Έχω λόγο μέσα μου = προσέχω, φροντίζω, έχω το νου μου: Στολίζουν τους (ενν. τους άλλους) τα ρούχα σας, στρώνουν τους τ’ άλογά σας| κι έχουν και λόγο μέσα τους μη λέγουν τ’ όνομά σας Απόκοπ.2 174. 18) Μεταδίδωμι λόγους = μιλώ, συζητώ: η μηδέποτε ανδρί αλλοτρίῳ αφθείσα| λόγους νυν μεταδίδωμι όλως μη αιδουμένη Διγ. (Trapp) Gr. 1454. 19) Μοιράζω τον λόγον = μιλώ με σειρά: καθέζονται οι άρχοντες …| να δώσουν λόγον και βουλήν και φρόνεσιν και τάξιν,| τον λόγον να ημεράζουσιν και τάξιν να το λέγουν Βεν. 49. 20) Μπαίνω εις λόγια = α) διχογνωμώ, φιλονικώ: ενέβην εις λόγια ο κύρης σιρ Λούνκεν … με τον κύρην τον Ροκεφόρε Μαχ. 1886· β) μιλώ, συζητώ κ.: καλά ’χεις γροικημένο| το πράμ’ απού σου μίλησα, για κείνο δεν εμπαίνω| τώρα σε λόγια πλιότερα Ερωφ. Β΄ 25. 21) Περνάει ο λόγος μου = εισακούομαι: εδώσανε και άλλα εκατό ρεάλια ενός ανθρώπου του σπιτιού τού … πρεβεδούρου, του οποίου ο λόγος επέρνα καταπολλά εις τον αφέντη Σουμμ., Ρεμπελ. 167. 22) Πιάνω το λόγο ή τα λόγια κάπ. = εισακούω κάπ. (Για τη σημασ. βλ. Κριαρά [Πανώρ. 272]): αν ήθελε να πιάσει| τα λόγια μου, πει τσ’ ήθελα πως κρίμαν είν’ να χάσει| τούτη την καλοριζικιά Πανώρ. Γ΄ 450· Είχαν δε υιούς μέσα εις το σαράγι … εις τιμάς μεγάλας … και διά όνομα αυτών επιάνετον ο λόγος τους εις τον σουλτάνον Ιστ. πατρ. 10216. 23) Πλαταίνω λόγους διά κάπ. = συζητώ εκτενώς για κάπ.: Πλαταίνει λόγους δι’ αυτήν (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην), λέγει διά τον πόθον Φλώρ. 207. 24) Προπέμπομαι λόγον = μιλώ: η κόρη, ως ήκουσεν, ενεός εγεγόνει,| μήτε λόγον προπέμψασθαι μηδόλως δυναμένη,| έμεινε δε στυγνάζουσα επί πολλάς τας ώρας Διγ. (Trapp) Gr. 513. 25) Στέκω ή στέκομαι εις τον λόγον μου = κρατώ την υπόσχεσή μου: τον ηξέρανε ότι ποτέ δεν έστεκε εις τον λόγο του Χρον. σουλτ. 8315· δεν εστάθη εις τον λόγο τον, … μόνε τους έπιασε όλους και τους έκαμε σκλάβους και μέρος απ’ αυτούς έκοψε Χρον. σουλτ. 1242. 26) Στήνω λόγον = κάνω συμφωνία: πέμπω κατά τον λόγον οπού εστήσαμεν ανάμεσόν μας πρότερον, να πέμψομεν δηλονότι εις το Καρπενήσιον τον Αναστάσιον τον υποδιάκονόν μας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 653. 27) Στρέφω λόγο κάπ. = πληροφορώ κάπ. (για κ.): να απεστείλουμε ανθρώπους ομπροστά μας και να καταπατήσουν εμάς την ηγή και να στρέψουν εμάς λόγο τη στράτα ος να ανέβουμε εις αυτήν Πεντ. Δευτ. I 22. 28) Συναίρω λόγον ή λόγους = μιλώ, λέγω: μηνύει (ενν. ο Χαμζάς) τοις ηγεμόσιν τού ελθείν εις αυτόν εις είτε και δύο και συνάραι λόγον μετά Φραντζίσκου Δούκ. 4072· τα χαρτία είδασιν και λόγους εσυνήραν:| «Τι θέλετε; Τι χρήζετε; …» Διήγ. παιδ. 56. 29) Χάνω τα λόγια ή τους λόγους μου = ματαιοπονώ: άνθρωπε, τα λόγια σου χάνεις,| το πράγμα οπού κάμνω ’γώ στον νουν σου δεν το βάνεις Αιτωλ., Μύθ. 879· ήρξατο (ενν. η κόρη), παρακαλεί …| Ο δε Μαρκίωνος φησίν: «Τους λόγους μόνον χάνεις …» Απολλών. 552. 30) Χοντραίνω εις λογία = ανταλλάσσω άσχημες κουβέντες: ειστόσον εχοντρύναν εις τα λογία και διά να μηδέν συντύχει περίτου, έσυρεν ο σιρ Τζάκες τους λας της συντροφιάς του και ήλθεν εις τον ρήγαν Μαχ. 3205. Η γεν. εν. λόγου έναρθρη ή άναρθρη και με τα κτητ. μου, σου, τον, κ.τ.ό., συχν. με τις προθ. από, διά (για, ογιά), εις, εκ, με, μετά, προς, σε χρ. α) ως περιφραστική προσωπ. αντων. (Για την προέλ. και τη χρ. της βλ. Pern., Neophilologus 8, 1923, 64-7 και Σπυριδ., ΕΜΑ 1, 1939, 43 κε. Η δοτ. στο στ. Προδρ. III 268 λόγω μου να λέγουσι «ρωμάνισε την πόρταν» κατά Pern., Neophilologus 8, 1923 67 αντί γεν. πιθ. από δήθεν αρχαϊσμό): όρισεν και εδώκασιν τον πρίγκιπαν Γουλιάμον| δι’ ευεργεσίαν λόγου του μερίδι του πολέμου Χρον. Μορ. P 7106· Αυτό το θάρρος είν’ τρελόν …,| όποιος το συλλογισθεί, του λόγου του σκοτίζει Ιστ. Βλαχ. 2342· ποτέ από λόγου μου δεν έχουν ’λεημοσύνη Κατζ. Πρόλ. 26· ως άλυσιν τους έπλεξα (ενν. τους στίχους) διά λόγου εδικού σου Ερωτοπ. 161· έσερνε με του λόγου του τριακόσους αρματωμένους Χρον. σουλτ. 532· να λυτρωθώ από λόγου τως δεν το ’λπιζα ποτέ μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 890· β) ως αυτοπαθής αντων.: αυτοί οπού φονεύουν του λόγου τους Βακτ. αρχιερ. 140· Δεν έκλαιγε του λόγου του πως θέλει να πεθάνει,| αλλά διά το βασίλειον πως παντελώς το χάνει Βίος Δημ. Μοσχ. 203· Ο μύθος εις αράθυμον άνθρωπον εξηγάται,| που βλέπει μόν’ του λόγου του και άλλον δεν θυμάται Αιτωλ., Μύθ. 11314· φρ. είμαι διά λόγου μου = είμαι ανεξάρτητος: εάν ο υιός τον ουδέν ένι υπό την εξουσίαν του πατρός του ή της μητρός, αλλά ένι διά λόγου του, ένι έξω απού τα αγαθά του κυρού του και της μητρός του Ασσίζ. 1612.
μεσιτεύω,- Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 548, 550, Λίβ. P 167, Δούκ. 2814, Ιωάνν. ιερ. 410, Πηγά, Χρυσοπ. 225 (46), Παϊσ., Ιστ. Σινά 2274, Δωρ. Μον. (Hopf) 237, Ιστ. Βλαχ. 1780, Ψευδο-Σφρ. 2309, Διακρούσ., Πένθος 221· μεσιτεύγω, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1220· μισιτεύγω, Λίβ. Esc. 407.
Το μτγν. μεσιτεύω. Η μτχ. ενεστ. μεσιτεύων ως νομ. (= αιρετός δικαστής) στον Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 454 σχόλ.
Α´ Μτβ. 1) Μεσολαβώ για χάρη κάπ.: Η Αγάπη μεσιτεύει τον, εγγυείται τον ο Πόθος Λίβ. (Lamb.) N 285· περιελθών εν τοις μεγιστάσιν εμεσίτευσαν αυτόν προς τον αυθέντην και ηλέησεν αυτόν Έκθ. χρον. 8216. 2) Σώζω: να τον παρακαλέσεις (ενν. τον Θεόν) να δώσει χάριν εις εσέν και να με μεσιτεύσει| εκ του θανάτου την φθοράν εις της ζωής το τέλος Ντελλαπ., Ερωτήμ. 256. 3) Χρησιμοποιώ κ. ως μέσο για την επιτυχία κάπ. σκοπού: συντρέχουν πολλοί ασθενημένοι (ενν. εις το Όμοδος), οι οποίοι, μεσιτεύοντας νηστείες, προσευχές και άλλα καλά έργα, υγιαίνουσιν από τες ασθένειές των Ροδινός (Βαλ.) 199. Β´ Αμτβ. 1) Παρεμβαίνω, μεσολαβώ, παρακαλώ για κάπ.: πολλών λόγων γενομένων και σκανδάλων, τέλος εμεσίτευσεν ο αρχιερεύς και πάλιν εδέχθησαν και έστερξαν αυτόν είναι ως και το πρότερον Ψευδο-Σφρ. 20420· ετούτο σε παρακαλώ, αγία μου Κυρία,| να μεσιτεύσεις δι’ εμέ εις τον μονογενή σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 13314. 2) Παρεμβάλλομαι: άλλοι μεσιτεύουσιν ή χώρια τους μαλώνουν Σαχλ., Αφήγ. 236. 3) Ενεργώ για να συνάψω συνοικέσιο, προξενεύω: του Αλοϊσίου Διέδου εκείνου ποτέ μεσιτεύσαντος, ίνα ο μακαρίτης ο αυθέντης μου ο κυρ-Κωνσταντίνος … λάβει εις γυναίκα αυτού την τούδε του δουκός θυγατέρα Ψευδο-Σφρ. 47021· ίνα μεσιτεύσουν εις την αυτήν σινιόρα Μαρίαν να την παντρεύσουν με ένα γεντιολόμον εδικόν τους Δωρ. Μον. XXVIII.
μεταβάλλω,- Ορνεοσ. αγρ. 53220, Διγ. (Trapp) Gr. 2435, Διγ. Z 1916, 2759, Αχιλλ. N 66, Ριμ. Βελ. 545, Κώδ. Χρονογρ. 47, Βακτ. αρχιερ. 211· μεταβάλνω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 62v· αόρ. εμεταβάλτην· μτχ. μεταβαλμένος, Ροδινός (Βαλ.) 149.
Το αρχ. μεταβάλλω. Η μτχ. στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Αλλάζω, αντικαθιστώ: εμαυτήν ως προς την οδόν ηυτρέπιζον ευθέως| εις νεανίσκου την στολήν μεταβαλούσα είδος Διγ. (Trapp) Gr. 2165. 2) Μετατρέπω, μεταμορφώνω: οι θεοί την εμετάβαλαν εις πέτραν (ενν. την Αναξαιρέτη) Ροδινός (Βαλ.) 174. 3) α) Αλλάζω (εδώ σκέψη, γνώμη για κ.): την γνώμην ουν μεταβάλει θυμόν καταπραύνας Βίος Αλ. 2588· όταν γαρ ήλθεν ο … Μπαγιαζίτης να πολεμήσει αυτό το Ανάπλι, Θεού βοηθούντος, εμετάβαλε τον λογισμόν αυτού Δωρ. Μον. (Hopf) 238· β) κάνω κάπ. να αλλάξει γνώμη, μεταπείθω: προς αυτόν (ενν. τον Αχιλλέα) πολλά γαρ τάξας| ίνα τούτον μεταβάλουν Ερμον. Ν 382. 4) Αλλάζω την ψυχική διάθεση κάπ., ψυχαγωγώ, διασκεδάζω κάπ.: Κιθάρας δε τῳ κρούσματι θέλων μεταβαλείν σε Διγ. (Trapp) Gr. 3463. 5) α) Μεταφράζω: να το γράψουν (ενν. το βιβλίον) εις την διάλεχτόν του φρανζόζικα, … το ποίον εμεταβάλτην εις ρωμαϊκά εν επισήμων ανδρών Ασσίζ. 36· β) (εδώ προκ. για αποσπ. αρχ. κειμένων) διασκευάζω και μεταγλωττίζω: παρεξεβάλομεν αυτήν διήγησιν του Αχιλλέως| και μετεβάλομεν αυτήν εις σαφεστέραν ρήσιν Αχιλλ. N 1804. 6) Αναπληρώνω: οι γυναίκες ήξευραν το τι ’χαν για να ποίσουν,| να μεταβάλουν τον καιρόν οπου ’χασι χαμένον,| αφόν οι άνδρες έλειψαν εκ το βασίλειο κείνο Θησ. (Foll.) I 139. Β´ Αμτβ. 1) Επιφέρω αλλαγές, μεταβολές: ο χρόνος όσον και αν διαβεί ευκόλως μεταβάλλει Ερωτοπ. 690. 2) Μετακινούμαι, αλλάζω τόπο: Εν τούτῳ δη τω θαυμαστώ μηνί τῳ γλυκυτάτῳ| ηθέλησα μεταβαλείν μόνος με της καλής μου Διγ. (Trapp) Gr. 2346. IΙ. Μέσ. Α´ (Μτβ.) αλλάζω, μετριάζω, περιστέλλω κ.: Όταν σε έλθει λυπηρόν, υπόμεινον ως άνδρας| και να το μεταβάλλεσαι, να το δουλαγωγήσεις Σπαν. (Μαυρ.) P 139. Β´ Αμτβ. 1) Αλλάζω: Περί επαρχίας οπού μεταβάλλεται ο θρόνος της και με ορισμόν του βασιλέως Βακτ. αρχιερ. 152. 2) α) Μεταλλάζω, αλλάζω υφή, σύσταση, γίνομαι: ο λόγος του θεού μετεβλήθη εις την σάρκα ή την ψυχήν του Χριστού Ιστ. πατρ. 891· β) αλλάζω, αλλοιώνομαι: Από μόνης δέ της κόπρου ουδείς δύναται διαγνώναι το πάθος, μεταβαλλομένης αυτής Ιερακοσ. 46411. 3) Αλλάζω διάθεση απέναντι σε κάπ.: δράμε στην Δυστυχίαν| και … φώναξε εκ ψυχής σου (παραλ. 2 στ.) και αν τύχει να μεταβληθεί, νομίζω, εις εσένα Λόγ. παρηγ. O 503. 4) Αλλάζω γνώμη, δεν παραμένω σταθερός στις απόψεις μου: πολλά του βασιλέως ειπόντος προς αυτόν, επεί ο αυτός ήν εκείνος Βαϊμούντος ο μη μεταβαλλόμενος, είπε τούτο: «Αδύνατον εστί τοιαύτην ποιήσαι με υπόσχεσιν» Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 417. 5) (Προκ. για συναισθήματα) μετατρέπομαι: η συνηθισμένη του σκληρότης εις ευσπλαγχνίαν εμετεβάλθη Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [98]. 6) Μετακινούμαι, αλλάζω τόπους: να κάμομεν ταξίδια όπου και αν μας ορίσεις| και συ να μεταβάλλεσαι μετά της ποθητής σου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1296· κυνήγιν εύρεν κάλλιστον …| και κράζει ημάς του απελθείν, όπως μεταβληθώμεν Διγ. Z 3309. Φρ. 1) Μεταβάλλω κάπ. εις οργήν = οργίζομαι εναντίον κάπ. (Για τη σημασ. βλ. Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. σ. 449 και 507]): ορκωμοτικόν μού ποίησον (παραλ. 1 στ.) ίνα μη θλιβείς πολλάκις,| εις οργήν με μετεβάλεις| και κακωτικόν ποιήσης Πτωχολ. α 732 κριτ. υπ. 2) Μεταβάλλομαι εις χαράν = χαίρομαι: Ταύτα κάγώ, ως ήκουσα, εις χαράν μετεβλήθην Διγ. (Trapp) Gr. 2097.
οσπίτιον- το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
πρίγκιπος- ο, Χρον. Μορ. P 3192, 7359, Χρον. Τόκκων 564, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 604, 9, 6626, 6811, 14420, Byz. Kleinchron. Á 42839, Καβαλίστας 72, Δωρ. Μον. XXIII, XXVII πολλ., XXXVIII πολλ., XXXIX πολλ., Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Σεβήρ., Ενθύμ. 2815, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 5· πρέντζιπος, Κατζ. Πρόλ. 11, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 57· πρέντσιπος, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 123, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 368, Β́ 155, Γ́ 11, Έ 307· πρίκιπος, Δωρ. Μον. XXXIX· πρίνζιπος, Byz. Kleinchron. Á 29632· πρίνκιπος, Χριστ. διδασκ. 439· πρίντζιπος, Κορων., Μπούας 112, 147, Χρον. σουλτ. 3611, 5832, 10517, 1345‑6, Επιστ. 16. αι. 1325, Διακρούσ. 1325· πρίντσιπος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 324v, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 41723, 47019, 51716, 51910, 52318· γεν. εν. πρίντζιπο, Σουμμ., Ρεμπελ. 157.
Από το ουσ. πρίγκιψ αναλογ. με τα ουσ. σε ‑ος. Ο τ. πρίντζιπος στο Meursius και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Γιαγκουλλής, Κυπρ. διαλ., Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.) όπου και τ. πρίτσιπος (Χατζ., Μεσ. Κύπρ. 288, λ. πρίντζιπος). Η λ. τον 4.-5 αι. (Lampe, Lex., λ. πρίγκιψ) και σε έγγρ. του 13. αι. (Caracausi).
1) α) Ηγεμόνας φεουδαρχικού κρατιδίου, άρχοντας: εγράψαμεν ορισμούς εις πάντας ... ίνα έλθωσι μετά αρμάτων και των πλειόνων ανθρώπων της αρχής ενός εκάστου αυτών, ίνα μετά του πρέποντος διέλθῃ τον τόπον του πριγκίπου και απέλθῃ εις τα περί την Ανδρούσαν ο νέος αυθέντης Σφρ., Χρον. (Maisano) 4222· Εχάρισε (ενν. ο Μεχεμέτης) και του πρίντζιπου της Βουλγαρίας έναν καλόν τόπον, διατί του εβοήθησε πολλά Χρον. σουλτ. 517· (ως προσφών. σε βασιλιά): Πρέντσιπε, αληθοσύνη| μας δείχνει πάντα ο ουρανός που ό,τι κι αν είπε εγίνη Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 167· (προκ. για το δόγη της Βενετίας και κατ’ επέκταση για τα μέλη του Βενετικού Συμβουλίου): τον γαληνότατον πρίγκιπον της Βενετίας Ιερόθ. Αββ. 336· έδωκε πάλι ο Ουρανός σ’ αυτή (ενν. την Βενετία) να βασιλεύου| οι πρέντζιποι οι ελεύθεροι και να την αφεντεύου,| οι πρέντζιποι οι δικαιότατοι που πάντοτες κρατούσι Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 54, 55· β) ανώτερος τίτλος ευγενείας: Ρηγάδες παίρνει ο θάνατος, πριντζίπους, βασιλιάδες,| μεγάλους γαρδενάληδες και μητροπολιτάδες Αλφ. 1533· (ως τιμητική προσφών.): Πρέντσιποι αδυνατότατοι, ....| ... γροικήσετε να δείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 163. 2) Αρχηγός στρατεύματος: Ήθελενε κι ο πρίντσιπος που τσ’ έσερνε να έβγει,| κι ετύχαινε καλό καιρόν ετότες να γυρεύγει·| και το λαό του εδιάλεξε και καβαλιέρους παίρνει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5217· Χιλιάδες δύο βγαίνουσι και ο πρίντσιπος στη μέση| και τρέχουνε με τ’ άρματα ...| Κι οι Τούρκοι να τους δούσινε ...| εφύγανε από το φορτί Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5221. Ο τ. πρίντζιπος ως οικογ. επών. (πβ. και PLP 10, 23738, Πρίγγιπος): Προς βασιλέα τρέχουσιν, ...| οι άρχοντες οι πρώτιστοι ...| Ασάνης τε και Λάσκαρις ...,| Δούκας ...,|Διπλοβατάτζης, Πρίντζιπος, Σφραντζής και Λεοντάρης Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 509. — Βλ. και πρίγκιψ.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Σπαν. (Hanna) A 273, 598, Ορνεοσ. (Hercher) 5561, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 771, VI 774, Διγ. (Καλ.) A 901, Θεολ., Τζίρ. (Λάμπρ.) 3589, Λίβ. (Μαυρ.) P 276, 279, 280, 768, 1454, Λίβ. (Lamb.) Esc. 517, 520 (κριτ. υπ.), 1533, Λίβ. (Wagn.) N 1379, 1507, Φυσιολ. (Pitra) 34321, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 829, 261, Δωρ. Μον. (Hopf) XL, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1430, 1570, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 178, ρπβ́́, ρπγ́́, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 39, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2448.