Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  Βιβλ.αναφορά : Διγ. κάβ.

  • ασημένιος,  
    επίθ., Αιτωλ., Μύθ. 439, Παϊσ., Ιστ. Σινά 612, Ερωφ. Α΄ 619, Βίος Δημ. Μοσχ. 423, Διήγ. ωραιότ. 681· ασημένος, Μαχ. 7618, Θρ. Κύπρ. K 413, 863, Βίος Δημ. Μοσχ. 431, Διγ. κάβ. 2.
    Από το ουσ. ασήμι και την κατάλ. –έινος> ‑ένιος (Για την κατάλ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 118). Η λ. και στο Du Cange και σήμ. (ΙΛ).
    1) Που είναι κατασκευασμένος από ασήμι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): Και βρίσκουσι τις κούπες … ασημένιες Διήγ. ωραιότ. 681· (μεταφ.): ασημένον πάπλωμα Διγ. κάβ. 2. 2) (Προκ. για μέλη του σώματος) που έχει χρώμα ασημιού, λευκός, ωραίος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): στα δροσερά τως στήθη τ’ ασημένια Ερωφ. Α΄ 619. Βλ. και αργυρός 2β, άσπρος 1α, αστραπηβόλος 2.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης