Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- παώνα
- η, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 163 χφ Α κριτ. υπ., Φυσιολ. B 21· παγώνα, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 163 χφ Z κριτ. υπ., Διήγ. σεβαστ. Θωμά 315.
[Από το ουσ. παώνι και την κατάλ. ‑α (βλ. και Μηνάς, Μορφολ. μεγεθ. 103)· πβ. όμως και παλαιότ. ιταλ. - βενετ. paona (Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. pavona, Boerio). Ο τ. (<ουσ. παγώνι) ως κύρ. όν. και σήμ. (Συμεων., Ελλην. ονομ. 87). Η λ. ως κύρ. όν. και σήμ. ιδιωμ. (Μενάρδ., Αθ. 16, 1904, 267, Ξιούτας, Κυπρ. λαογρ. Ζώων 293, όπου και τ. παωνού, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παόνι(ν)).]
1) Το θηλυκό παγώνι: η γαρ παώνα διά χρυσού και αργύρου και σμαράγδου την χρόαν έχει των πτερύγων Φυσιολ. B 22. 2) (Μεταφ., προκ. για ωραία γυναίκα): Απ’ όλες τες ευγενικές| ηξεύρω μιαν παγώνα| οπού έχει χείλη κόκκινα| κι ουδέν με δίδει το φιλί Ch. pop. 263.
πισσώνω,- Διήγ. σεβαστ. Θωμά 340, Απολλών. (Κεχ.) 394, 459, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2510, 2555, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 261, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 9, Κρασοπ. (Eideneier) I 167.
Το μτγν. πισσόω (απ. και σε επιγρ.). Το μέσ. ήδη αρχ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
I. (Ενεργ.) αλείφω κ. με πίσσα ώστε να γίνει· α) (προκ. για θήκη, κασέλα, κιβώτιο, κ.τ.ό., όπου (προ)φυλάσσεται κάπ. ή κ.) στεγανό και αδιάβροχο: Τότες την εσφαλίσασι (ενν. την κασέλα) ...| ... και λίγο με στουπί την εκαλαφατίσαν| και, για να μηνε βρέχεται, εισμίον την επισσώσαν, (παραλ. 2 στ.) και τότες τηνε πιάνουσιν, εις τον γιαλόν τη ρίκτου Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 941· είπεν ο Θεός του Νόαχ ... κάμε εσέν κιβωτό ξύλα αδρινά (έκδ. ξυλά αδρυνά) ... και να πισσώσεις αυτό απομέσα και από όξω με τη πίσσα Πεντ. Γέν. VI 14· ο Άβραμ ... κάνει έναν αρκλόπουλον και πισσώνει το καλά και βάνει το παιδίον τον Μωυσήν μέσα και υπαγαίνει και ρίχνει το εις τον ποταμόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 154v· Το δε άλλον βαλάντιον εκέλευσεν (ενν. ο βασιλεύς) ενδύσαι| δέρμα αμνών μετά τριχών και άνωθεν πισσωμένον·| άσχημον γαρ ετύγχανεν, μη χρῄζον δηναρίου,| έσωθεν δε εγέμωσεν άμπαρ, μόσχου και νάρδου Διήγ. σεβαστ. Θωμά 331· β) (προκ. για φρούτο) ανθεκτικό στη διάβρωση: Τα δε απίδια, όταν θέλεις να τα φυλάξεις καιρόν πολύν, ... πίσσωσε τους πάτους και τα ραβδία τους, κρέμασέ τα ... και φυλάγονται Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 153. II. (Μέσ.) λερώνομαι με κ., πασσαλείφομαι: βλέποντάς τον (ενν. η Μαρκόλφα τον Μπερτολδίνο) έτσι πισσωμένον αποπίσω από τους κρόκους των αβγών, τα οποία εκείνος είχεν τσακίσει με τα κωλόμερά του εις το καλάθιον, όλη κακιωμένη άρχισεν να λέγει ... Μπερτολδίνος 128.
πλεκοτρίπλοκος,- επίθ.
Από το πλέκω και το επίθ. τρίπλοκος.
Πλεγμένος τρεις φορές: εκέλευσεν ο βασιλεύς βαλάντια ποιήσαι (παραλ. 1 στ.). Το πρώτον δε προσέταξεν πορφύραν ενεδύσαι| και πολυτίμοις έργοις τε τούτο κατακοσμήσαι (παραλ. 2 στ.)· κύκνους, παγώνας επ’ αυτό, έργα πολλά και ζώα·| γρύψους, λεόντας, ψιττακούς εκ πλεκτών εκόσμησεν αυτά| πλεκοτριπλόκων εξαπλά μετά κρινών και ρόδων Διήγ. σεβαστ. Θωμά 317.
πλεκτός,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 1178, 1184, 1190, Διγ. Z 1525, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1489, Ολόκαλος 1176, 14016· πλεχτός, Πεντ. Έξ. XXVII 9, 11, 12, 14, 15, XXXVIII 12, 14, 15, 16, XXXIX 40, Αρ. III 26, IV 26, XV 39.
Το αρχ. επίθ. πλεκτός. Η λ. και ο τ. και σήμ.
Πλεγμένος· (εδώ) που έχει πλεχτεί με τη χρήση διακοσμητικών στοιχείων· διακοσμημένος με κ.: το δε χαλινάριόν του (ενν. του αλόγου) ήτον πλεκτόν με χρυσάφιον Διγ. Άνδρ. 34716· Εις φάραν έβη μέγιστον, λευκήν ως περιστέριν,| ήτον η χαίτη του πλεκτή μετά βενέτων λίθων Διγ. Z 1519. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Κρόσσι: είπεν ο Κύριος προς τον Μωσέ ...: «Σύντυχε προς τα παιδιά του Ισραέλ και να πεις προς αυτουνούς και να κάμουν αυτωνών πλεχτό ιπί άκρες των ρούχων τους εις τις γενιές τους και να δώσουν ιπί το πλεχτό της άκρης γαϊτάνι γεράνιο ...» Πεντ. Αρ. XV 38 δις· Κότταν μίαν με χρουσά πλεκτά, υπέρπυρα οζ́ Ολόκαλος 2236. 2) Παραπέτασμα: έκαμεν (ενν. ο Βεζαλεέλ) την αυλή εις μεριά νοτικά δεξιά, τα πλεχτά της αυλής λίνο κλωστό, εκατό με την πήχη Πεντ. Έξ. XXXVIII 9· και χώρισμα πόρτα της αυλής κάμωμα κεντητό γεράνιο και οξύ και πυρνοκόκκατο και λίνο κλωστό και είκοσι πήχες μάκρος και ψήλος· εις φάρδος πέντε πήχες ανάγναντις τα πλεχτά της αυλής Πεντ. Έξ. XXXVIII 18. 3) (Πιθ.) ύφασμα κατασκευασμένο με πλέξιμο: εκέλευσεν ο βασιλεύς βαλάντια ποιήσαι (παραλ. 1 στ.). Το πρώτον δε προσέταξεν πορφύραν ενεδύσαι| και πολυτίμοις έργοις τε τούτο κατακοσμήσαι (παραλ. 2 στ.)· κύκνους, παγώνας επ’ αυτό, έργα πολλά και ζώα·| γρύψους, λεόντας, ψιττακούς εκ πλεκτών εκόσμησεν αυτά| πλεκοτριπλόκων εξαπλά μετά κρινών και ρόδων Διήγ. σεβαστ. Θωμά 317.
πλοκή- η, Λίβ. Esc. 557.
Το αρχ. ουσ. πλοκή. Η λ. και σήμ.
1) Πλέξιμο, πλεκτή κατασκευή· (ως σύστ. αντικ., προκ. για αρχιτεκτονικό διάκοσμο): Ο δε κοσμήτης του λουτρού πλοκήν επλάκη ξένην.| Θαυμάζω χείρας τεχνιτών και του χρυσού την φύσιν Καλλίμ. 319. 2) (Μεταφ.) α) κατασκεύασμα, δημιούργημα: οκάποτε ανεσπάσθην| απέ του ονείρου την πλοκήν Λίβ. P 311· β) σύνθεση: να με φωτίσει και εμέ (ενν. ο Θεός) εις τας πλοκάς του στίχου,| και να ποιήσω και εγώ ποιημάτι τοιούτον,| να μη το βαρεθεί τινάς, αμμή ολωνών ν’ αρέσει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 9· γ) συνδυασμός, διαδοχή: περί δε το προσκέφαλον γλυπτοίς γράμμασιν γράφει,| των δε γραμμάτων η πλοκή τοιούτους λόγους έχει Διήγ. σεβαστ. Θωμά 221.
πολυποίκιλος,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 1838, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 57, Κορων., Μπούας 33, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v, Hagia Sophia α 4674‑5, k 48610, 4877‑8, Διγ. Άνδρ. 39826, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 110.
Το αρχ. επίθ. πολυποίκιλος. Η λ. και σήμ. (ΛΚΝ).
Που εμφανίζει πολύ μεγάλη ποικιλία (σε χρώματα, είδη, μορφές, κλπ): Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 235r, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 181.
πολυτιμημένος,- μτχ. επίθ., Διήγ. σεβαστ. Θωμά 398, Φαλιέρ., Ιστ.2 226 NV κριτ. υπ.
Από το ά συνθ. πολυ‑ και τη μτχ. παρκ. του τιμώ ως επίθ. Η λ. στο ΑΛΝΕ.
α) Που απολαμβάνει μεγάλης τιμής και σεβασμού: Δεν έν’ αυτός με των νηπίων το στόμα ο δοξασμένος (ενν. ο Μεσσίας)| κι από της γης σας το λαόν ο πολυτιμημένος; Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 150· β) (προκ. για πράγμα) που έχει μεγάλη αξία, πολύτιμος: Ο βασιλεύς ... με χείρα του την δεξιάν εκράτιε το σκήπτρον,| εκείνο το εξαίσιον, το πολυτιμημένον,| οπού ’χε λίθους εκλεκτούς, εύμορφα καμωμένον| τοπάζια, μπαλάσια και εύμορφα ρομπίνια,| αδάμαντους παμμέγιστους και έκλαμπρα ζαφείρια Αρσ., Κόπ. διατρ. [190].
προσκέφαλον- το, Σταφ., Ιατροσ. 11315, Καλλίμ. 571, 577, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1707, Σπανός (Eideneier) B 123, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 220, Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 106, L 72, Ριμ. κόρ. A 150, V 132, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 328, Βυζ. Ιλιάδ. 305· πρεσκέφαλον, Κρασοπ. (Eideneier) O 106 (βλ. Eideneier [Κρασοπ. σ. 155])· προσκέφαλο, Εβρ. ελεγ. 162, Λεξ. Μακεδ. 138, Πανώρ.2 Β́ 212, Γ́ 580, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 994, Β́ 71, Έ 1045· προσκέφαλο(ν), Αχιλλ. (Smith) N 1858, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3514, 17, Πεντ. Γέν. XXVIII 11, Μπερτόλδος 64· προυσκέφαλον, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. δ́ 38.
To μτγν. ουσ. προσκέφαλον. Ο τ. προσκέφαλο και σήμ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. προσκεφάλιν, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. προσκέφαλο(ν)· (με διαφ. σημασ.) Πασπ., Γλωσσ.).
1) α) Προσκέφαλο, μαξιλάρι (ύπνου): Ει δε και έχεις εις τα ομμάτια ασθένειαν, μη κοιμηθείς πρίμυτα ..., αλλά βάλε ένα προσκέφαλον ελαφρόν και λεπτόν εις το στήθος σου Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 178· ήτον και το προσκέφαλο τα δάκρυα τση γεμάτο,| οπού εφοβάτο κι ήκλαιγε στον ύπνο που εκοιμάτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 89· γράψον τους ψαλμούς ημέραν Κυριακήν μετά μόσχου και ροδοστάματος και κρόκου, και θες το εις το προσκεφαλόν του και θέλει κοιμηθεί Ιατροσ. 24186· φρ. πίπτω εις προσκέφαλον = ξαπλώνω, πλαγιάζω: Εις στένωσιν, όταν δεν ηπορεί να πέσει εις προσκέφαλον Ιατροσ. κώδ. φκς́· (σε μεταφ.): Χιλιδονάκι να γενώ, στην κλίνην σου να έλθω,| να κτίσω την φωλίτσα μου εις τα προσκέφαλά σου Ch. pop. 242· ο άνθρωπος που περπατεί τα ξένα, (παραλ. 1 στ.) πάντα θλιμμένος περπατεί και παραπονεμένος (παραλ. 1 στ.) και βρέχει το προσκέφαλον, ποτέ δεν ανασαίνει Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 9· (μεταφ.): Ώχου, και κείτονδαι όμορφα κορμιά στους κάμπους ξαπλωμένα (παραλ. 2 στ.). Ώχου, κι είχαν τη πλάκα προσκέφαλο τα γνέφη για σενδόνια Εβρ. ελεγ. 160· Άτυχε Απολλώνιε, ... (παραλ. 1 στ.) Πού ’ναι το στρώμα τ’ όμορφον, οπού ’σου μαθημένος (παραλ. 1 στ.) κι έχεις το βράχος συντροφιά, τη θάλασσα κοντά σου,| προσκέφαλο να κείτεσαι απάνω στα μαλλιά σου; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 328· β) καθετί που χρησιμοποιείται σαν προσκέφαλο: ο Ιακώβ ενύκτωσε εις την στράταν και όταν εσκοτεινίασεν καλά και έγινε νύκταν, έπεσεν εις έναν κάμπον έμορφον διά να κοιμηθεί και βάνει μίαν πέτραν διά προσκέφαλον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 144v· ο Αλέξανδρος εγδύθη την φορεσίαν του και την μπερέττα του, οπού είχεν ωσάν προσκέφαλον τάχα ότι εκοιμάτον Διήγ. Αλ. V 76· (εδώ σε υπερβολή): και κλίνη έποισα ληνόν και πάπλωμαν τη σκάφη,| πισσάσκιν το προσκέφαλον, εγκόλπιον πιθάρι Κρασοπ. (Eideneier) V 102. 2) (Με τοπ. χρ.) α) (προκ. να δηλωθεί το τμήμα που βρίκεται στην περιοχή του κεφαλιού): Δύο αγγέλους έκλαμπρους εσκιάστηκες καθάρια,| έναν εις τα προσκέφαλα, άλλον εις τα ποδάρια Σκλέντζα, Ποιήμ. 1150· β) (προκ. για δήλ. εγγύτητας): ο Ηλίας, ο ένδοξος προφήτης, ... εξυπνηθείς, εύρε το ψωμί ... και το κανάτι το νερόν εις το προσκέφαλόν του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 113.
ραφίς- η, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 693.
Το αρχ. ουσ. ραφίς. Η λ. και σήμ. λόγ., και στον τ. ραφίδα (Μπαμπιν., Λεξ.)· πβ. και ΑΛΝΕ (ραφίδα).
Βελόνα: Προς πεφυσιωμένην έχοντα (ενν. τον ιέρακα) την γούλαν. Χαλκῄ ραφίδι κατατίτρωσκε αυτήν ... Ιερακοσ. 45217· (σε παροιμ. φρ.· πβ. ΚΔ Ματθ. 19.24): ευκοπώτερον εστίν τρύπῃ γε της ραφίδος| κάμηλος ήγουν διελθείν ή πλούσιος λοιπόν εις του Θεού την δόξαν Διήγ. σεβαστ. Θωμά 26· (σε παρομοίωση): Περί εχιδνών (παραλ. 4 στ.). Ουκ έχει πόρον η γυνή να δέχεται τον γόνον,| αλλ’ ως οπήν ραφίδος τε έχει διά το ούρον Φυσιολ. (Legr.) 411.
ρυπώ,- Διήγ. σεβαστ. Θωμά 261, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2893, 3055, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 448, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 245.
Το αρχ. ρυπόω - ρυπάω. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.).
(Μτβ.) βρομίζω, λερώνω: Αλλ’ ύπαγε εις την τέντα μου και φέρε μου ν’ αλλάξω| και τά φορώ τα ερύπησα εις το αίμα των ανθρώπων Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1195· (μεταφ.): ως διά να σώσω την ψυχήν, οπού τοσούτους χρόνους| εμόλυνα, ερύπωσα με τρόπους αμετρήτους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2305. Οι μτχ. ενεστ. και παρκ. ως επίθ. = α) βρώμικος, ακάθαρτος: Ο δε Έρμιππος υπήγεν κατά της ώρας και ήφερε τον Αίσωπον και τον επαρέστησεν έμπροσθεν του βασιλέως ρερυπωμένον και μουχλιασμένον από την αναλλαξίαν Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1944· β) (μεταφ., προκ. για την ψυχή) αμαρτωλός: θωρών (ενν. ανδρόφονος κακούργος) τας χείρας εαυτού φονίους ῃμαγμένας,| το συνειδός ελέγχει τον, καν θέλει καν ου θέλει,| λοιπόν αναμιμνήσκεται και τόπου και προσώπου.| Ούτως εννόησον και συ περί ψυχής ρυπώσης Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3094· Τότε η ψυχή εθυμώθηκεν προς το κορμίν και λέγει: (παραλ. 18 στ.) ώστε οπού να είμαι μετά σεν εγώ συνδεδεμένη,| ρερυπωμένη και σαπρά πάντοτε θέλω υπάρχειν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 211. — Βλ. και ρυπαίνω.
σαλία- η, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 102.
Από το επίθ. σαλός και την κατάλ. ‑ία. Η λ. στο Steph., Θησ. και στο Du Cange, Du Cange App. (λ. σαλός)· βλ. και LBG.
Μωρία, ανοησία: και φράξε νυν τον κοπετόν, πέρασε τας σαλίας,| εξάφες τα στιλβώματα και τας αδρολαλίας (παραλ. 1 στ.) μη δώσουν και ξηλώσωσιν το μάγουλόν σου τώρα Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 473.
σάλπιγγας- ο, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ́ 127.
Από το ουσ. σάλπιγξ ‑γγα με αλλαγή γένους.
Σαλπιστής: Κατά προστάγματα εμού Μιχαήλ βασιλέως,| εί τινος δώσω την οργήν και όλον τον θυμόν μου,| απόφασιν ευθύς, ο σαλπίζων τοιούτο,| θανατηφόρος σάλπιγγας ονομάζεται ούτος Διήγ. σεβαστ. Θωμά 164· Και νυν ο βασιλεύς εκέλευσεν τον σάλπιγγαν εκείνον,| τον φοβερόν και μέγιστον και τον θανατηφόρον,| επί τον οίκον του Θωμά εκ τρίτου ανακρούσαι Διήγ. σεβαστ. Θωμά 166.
σάλπιγξ ‑γγα- η, Διγ. (Trapp) Gr. 1748, Διγ. Z 525, 2158, Βίος Αλ. 1529, 2023, 4624, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 156, Δούκ. 22319, Hagia Sophia α 4592‑3, Έκθ. χρον. 135, 16, 347, Αχέλ. 389, Ιστ. πολιτ. 1316, 1713, Hagia Sophia k 4853, Μαξίμου Πελοπ., Αποκάλ. 408, Hagia Sophia φ1 50212, Hagia Sophia f 5974, Hagia Sophia ψ 6143, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 403, 1303, 2173, Δ́ 932, 1649, 1970, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 1, Β́ 270, Έ 75· σάρπιγξ, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 3 χφ Η κριτ. υπ.
Το αρχ. ουσ. σάλπιγξ. Η λ. σάλπιγγα και σήμ.
1) Χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για τη μετάδοση παραγγελμάτων ή μηνυμάτων: Διγ. (Trapp) Gr. 1779, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 386· (προκ. για τις σάλπιγγες της Δευτέρας Παρουσίας): ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός οπόταν θέλει θελήσει να κάμει την Δευτέραν αυτού Παρουσία, θέλει στείλει τον άγγελον αυτού να κηρύξει με την σάλπιγγαν διά να αναστηθούν όλοι οι χριστιανοί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 392r· Και είδα τους επτά αγγέλους, οι οποίοι έστεκαν έμπροσθεν του Θεού, και τους εδόθησαν επτά σάλπιγγες Μαξίμου Πελοπ., Αποκάλ. 407· (μεταφ.): η σάλπιγξ η λαμπρά των σων κατορθωμάτων Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 3· Σώπα του Άδου σάλπιγγα, Κερβέρου η άγρια γλώσσα! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 287· φρ. (1) δίδω τας σάλπιγγας = σημαίνω παράγγελμα (εδώ της αναχώρησης) (πβ. και ά. δίδω IΆ18β): Είθ’ ούτως βεβαιώσαντες τον αμιράν μεθ’ όρκου| γαμβρόν να τον επάρωσιν, να έλθει εις Ρωμανίαν,| εδώκασιν τας σάλπιγγας, υπέστρεψαν ευθέως Διγ. Z 525· (2) δίδω/κρούω την σάλπιγγα του πολέμου = ηχώ τη σάλπιγγα για να σημάνω την έναρξη της μάχης: Ακούσας ουν τους λόγους των νέων, ευθέως έδωκαν τας του πολέμου σάλπιγγας εξ εκατέρου μέρους Έκθ. χρον. 108· Κρούοντες γαρ τας του πολέμου σάλπιγγας, ίνα ετοιμασθήσονται άπαντες, ούτοι δε ουδέν στρατιωτικόν εποίησαν Έκθ. χρον. 741. 2) (Συνεκδ.) το παίξιμο της σάλπιγγας, σάλπισμα: έδε ύμνους και σάλπιγγες, χαρά και ευφροσύνη| οπού ποιούν οι άγγελοι ομού με τους δικαίους,| όταν απολαμβάνουσιν τα αγαθά εκείνα Περί ξεν. (Μαυρομ.) 464· ούτως οι Τούρκοι με βοήν στον πόλεμον εδράμαν,| όταν περίσσες σάλπιγγες σημάδιν τους εκάμαν Αχέλ. 1007.
σαπίζω,- Διήγ. σεβαστ. Θωμά 324, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. στ́ 20· μτχ. παρκ. σαπισμένος, Χρον. Τόκκων 1140.
Από τον αόρ. εσάπησα (<γ́ πληθ. εσάπησαν του σήπω) αναλογ. προς ρ. σε ‑ίζω (Χατζιδ., Αθ. 43, 1931, 201 και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 55). Η λ. στο Βλάχ. (λ. σαπαίνω) και σήμ.
α) (Μτβ.) κάνω κ. να αποσυντεθεί, να αλλοιωθεί, να γίνει σάπιο: περισσά φοβούμαι| μήπως αυτού του Πατρόκλου,| εις τα τραύματα αι μυίαι| εισεμβούσιν εν τοσούτω,| και πολλάς σκώληκας ποίσουν| και το κρέας του σαπίσουν Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Κ’ [51]· β) (αμτβ.) βρίσκομαι σε κατάσταση αποσύνθεσης, αλλοίωσης· γίνομαι σάπιος: όταν φυλάξεις το σιτάρι πολύν καιρόν, σαπίζει και φθείρεται, και, εάν αυτό σπείρεις, πληθαίνει και δίδει σου όφελος Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 168274· Ένατος χρόνος διέβη, | και εσάπισαν αι νήες Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Β’ [141]· Εμπρός παρά να πληρωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες,| εγίνετον θανατικόν μέγα εις το φουσσάτον·| τέτοια βρόμα ανέβαινεν εκ των νεκρών σωμάτων| οπού εσαπίσαν κείμενα οπού ουδέν τα εθάψαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5397.
σεβαστοκράτωρ ‑ορας- ο, Προδρ. (Eideneier)2 Β́ τίτλ., Χρον. Μορ. H 3507, Χρον. Μορ. P 3498, 3614, Δωρ. Μον. XXXVII· σεβαστοκράτορας, Χρον. Μορ. H 3479, 3947, 4914 κ.α., Χρον. Μορ. P 3529, 4914· σεβαστοκράτωρ, Χρον. Μορ. P 3947, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 321r· γεν. εν. σεβαστοκρατόρου, Χρον. Μορ. H 3528, 3587, 3809, 4189, Χρον. Μορ. P 3809, 4189· αιτιατ. εν. σεβαστοκρατόρον, Χρον. Μορ. P 7971· σεβαστοκράτωρ, Χρον. Μορ. H 7971, Χρον. Μορ. P 3107.
Από συμφ. του επιθ. σεβαστός και του ουσ. αυτοκράτωρ (βλ. ODB, λ. sebastokrator). Η λ. σεβαστοκράτωρ τον 11. αι. (LBG), σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. I 5114, Act. Xén. 26, Act. Esph. 513), 12. (Act. Lavr. I 694, Gautier, REB 27, 1969, 239) και 14. αι. (Γράμματα Μετεώρ. 593‑4, Darrouzès, REB 27, 1969, 57), στον Ψευδο-Κωδ., Οφφικ., 3002‑3, 3073 κ.α., στο Meursius και το ΑΛΝΕ.
α) Ανώτατος τίτλος αξιωματούχου, που δημιουργήθηκε από τον Αλέξιο Ά Κομνηνό για τον αδερφό του Ισαάκιο και αποδιδόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα αρχικά μόνο σε μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας (για το πράγμα βλ. ODB, λ. sebastokrator, Πλακογιαννάκης, Τίτλ. αξιώμ. 33, 37-38, 41, Ψευδο-Κωδ., Οφφικ., 3002‑3 13312, 19, 1673‑4, Μαργαρού, Τίτλ. επαγγελμ. ονόμ. γυν. 126 σημ.): ετελεύτησε (ενν. ο Ιωάννης), εάσας βασιλέα Ρωμαίων και αυτοκράτορα τον αγαπητόν υιόν αυτού και πορφυρογέννητον κύριν Μανουήλ όντα σεβαστοκράτορα Byz. Kleinchron. Á́ 582· Είχεν δε και αυτάδελφον ο βασιλεύς εκείνος,| κέκληται γαρ το όνομα Θωμάς σεβαστοκράτωρ Διήγ. σεβαστ. Θωμά 97· (εδώ ως ανώτατος στρατιωτικός αξιωματούχος): Ακούσας τούτο ο βασιλεύς εχάρη, και ηγκαλιάσθη αυτόν, και έτσι τον έκαμε σεβαστοκράτορα εις όλα του τα φουσσάτα Δωρ. Μον. XXXV· αφότου εσυνάχτηκαν όλα του τα φουσσάτα,| κράζει (ενν. ο βασιλεύς) τον κυρ Θεόδωρον τον σεβαστοκράτοράν του| και κεφαλήν τον έποικεν εις όλα τα φουσσάτα Χρον. Μορ. H 3609· Σεβαστοκράτορα τον έποικε (ενν. τον Θεόδωρον) όλης της Ρωμανίας| και τα φουσσάτα του του έδωκεν να τα έχει εις εξουσίαν του Χρον. Μορ. H 3107· β) ως αξίωμα, θέση στην ιεραρχία: Τα οφφίκια του παλατίου. ά ο βασιλεύς, β́ ο σεβαστοκράτωρ, γ́ ο καίσαρ Μαλαξός, Νομοκ. 515.
σεκρέτης- ο· σιγκρίτης.
Από το ουσ. ασικρίτης/ασικρίτις (6. αι., TLG γρ. ασηκρ.-· κατά Psalt., Gramm. 13-15, 186-187, <λατ. a secretis με αφαίρεση του α‑). Για τον τ. πβ. ουσ. σίγκριτος, αν δεν πρόκ. για το μτγν. ουσ. συγκρίτης. Η λ. και τ. σεκρίτης το 13. αι. (LBG, λ. σεκρήτης).
Αξιωματούχος· πιθ. γραμματέας ή δικαστής: Και από την μεγαλόπολιν Ρώμην απέστειλαν κολόνες ... Και τες έστειλεν κάποιος Πλούταρχος ο σιγκρίτης, ο οποίος έγραφε τες γραφές και τες έστελνεν με πολλήν βίαν Hagia Sophia ν 54315 κριτ. υπ.· Πολλών ουν λόγων δαπανηθέντων εστάλησαν προς τον άνθρωπον δύο των σιγκρίτων μοι και είπον αυτῴ· «Ή ειπέ, ό βούλει τῳ παρόντι», δείξαντες εμέ, «ή άπελθε ένθα βούλει» Ψευδο-Σφρ. 25813· όταν θρόνος τεθήσεται ο εμός επηρμένος| και σιγκρίται επείγονται και πάντες συνελθώσιν,| τότε αγάγετε αυτά έμπρoστέν μου Διήγ. σεβαστ. Θωμά 346.
σιδερινός,- επίθ.
Από το ουσ. σίδερο(ν) και την κατάλ. ‑ινός· πβ. Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ., λ. σιδήρινος
Κατασκευασμένος από σίδερο, σιδερένιος (εδώ προκ. για την αλυσίδα που έδεναν γύρω από τη μέση τους για άσκηση οι μοναχοί και άλλοι που ακολουθούσαν τον ασκητικό τρόπο ζωής): είχεν (ενν. ο βασιλεύς) και γνώμην αγαθήν, ταπείνωσιν και τρόπον,| και αρετήν γλυκύτατην, ...| ημφιεσμένος έσωθεν ράκος κατά την σάρκαν,| άλυσον ουν σιδερινήν οσφύν περιεζωσμένος Διήγ. σεβαστ. Θωμά 75. — Βλ. και σιδερένιος.
σιχαίνομαι,- Διήγ. σεβαστ. Θωμά 405, 408, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 230, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4916, Ριμ. κόρ. A 88, Ριμ. κόρ. V 86, Σκλάβ. 151, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354r, Δεφ., Λόγ. 594, Πεντ. Γέν. XXVII 46, Έξ. Ι 12, Λευιτ. XX 23, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6712, Μορεζ., Κλίνη φ. 86r δις, 161v, 165r, 262r, Ιστ. Βλαχ. 856, Σουμμ., Ρεμπελ. 186, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12232, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 504, É 238, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 17917, 1499 νά 1, νβ́ 1, 1519 ζ́ 3, 1520 ζ́ 9, κ.α., Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [28], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 44117, Τζάνε, Κατάν. 30, Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 25121, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Επιστ. Γαλ. δ́ 14, Τιμ. Ά ς́ 20, Αποκάλ. Ιω. κά 8· σιγχαίνομαι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 19, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 100, 824, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 348v, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 260, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 76, Μαργουν., Βίοι2 273, Κανον. διατ. Β 980, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13927, Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 21315, 21831, 2209, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 176107, 108, 110, 112, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3192, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Επιστ. Ρωμ. ιβ́ 9· σικχαίνομαι, Ορνεοσ. αγρ. 55927· σχαίνομαι, Στάθ. (Martini) B́ 254· ενεργ. σιχαίνω, Πεντ. Λευιτ. XI 11, 13· μτχ. σιχαϊμένος, Άνθ. χαρ. 29921.
Από το μτγν. σικχαίνω. Ο τ. σιγχαίνομαι ήδη μτγν. (TLG, γρ. συγχαίνομαι)· για την τροπή του κ σε γ βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 59b, αλλά και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 434. Διάφ. τ. και σήμ. ιδιωμ. (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, λ. ασκαίνουμι, Τσιτσέλη, Γλωσσάρ. Κεφαλλ., σκαίνομαι, λ. σκασιά, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. σ’χαίνουμι κλπ.). Η λ. το 12. αι. (LBG), στο Βλάχ. (γρ. και συχ-) και σήμ.
1) Απεχθάνομαι, αποστρέφομαι: Ούτως ποιεί και η χάρις της αγάπης· ουδέν εβλέπει κανένα ελάττωμα, αμή πάντοτε σιχαίνεται πάσα πράγμα άτυχον και απομένει με την χάριν και με το καλόν Άνθ. χαρ. 29115· Να κάμεις άνθρωπον να σιχαθεί ένα φαγί Ιατροσ. κώδ. 163 χκβ́· (με σύστ. αντικ.): τα πελεκητά των ειδώλων τους να κάψετε εις την ιστιά, μη πεθυμήσεις ασήμι και μάλαμα απάνου τους και να πάρεις εσέν ...· σιχαμό να το σιχάνεις και εβδελιασμό να το εβδελιάσεις, ότι αφόρεσμα αυτό Πεντ. Δευτ. VII 26. 2) (Αμτβ.) νιώθω αίσθημα αποστροφής (για κάποια δραστηριότητα), χάνω το ενδιαφέρον μου για κ.: Εάν ο ιέραξ σικχανθῄ και το κυνήγιον αποστρέφηται … Καύξον μετά υδρομέλιτος συντετριμμένον εις ποτόν τῳ ιέρακι δος, και την σικχασίαν επαίρει Ορνεοσ. αγρ. 56314. 3) Αισθάνομαι έντονη δυσαρέσκεια ή απογοήτευση: Διατούτο εσιχάθηκα την γενεάν εκείνην και είπα: Αυτοί πάντα πλανώνται εις την καρδίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. γ́ 10 (πβ. ΚΔ, Παύλ. Εβρ. 3, 14: δυσηρεστήθην εις την γενεάν εκείνην)· Χαρτί σε πέμπω, μάτια μου· ψυχή μου, ανάγνωσέ το,| μη σιχαθείς τα γράμματα, μη ψέξεις το μελάνι Ερωτοπ. 332. 4) Καθιστώ κ. σιχαμερό, βρομερό· (εδώ μεταφ.): μη σιχάνετε τις ψυχές σας εις το χτήνο και εις το πουλί και εις όλο ος να σερπετεύγει ηγής ος εχώρισα εσάς να μαγαρίσετε Πεντ. Λευιτ. XX 25. 5) (Εδώ) φοβάμαι κάπ.: όταν είδαν (ενν. τα παιδία) τον Αίσωπον εσιγχάθησάν τον και έβαλαν φωνήν και έκλαυσαν Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 25114. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Εδώ προκ. για ζώο) βρόμικος, σιχαμερός: βλέπει τον ουρανόν ανοικτόν, και ένα αγγείον οπού εκατέβαινεν εις αυτόν ωσάν σεντόνι μεγάλον, … εις το οποίον σεντόνι ήταν όλα τα τετράποδα της γης … Και φωνή ήλθε προς αυτόν και έλεγεν: «Ω Πέτρε, σήκω και σφάξε και φάγε». Και ο Πέτρος είπεν: «Όχι, Αυθέντη, διατί ποτέ δεν έφαγα τίποτες σιχαμένον και ακάθαρτον» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ί 14. 2) Αηδιαστικός, αποκρουστικός: ο σαπρός ετούτος και σιγχαμένος (ενν. ο Αίσωπος) έκαμε πλέον φρονιμότερα από όλους Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 21332. 3) Που προκαλεί ηθική αποστροφή, αισχρός: τους φοβιτσάρηδες και απίστους και σιχαμένους και φονείς και πόρνους και μάγους ... το μέρος τους είναι εις την λίμνην οπού καίεται με φωτίαν Χριστ. διδασκ. 112.
σκοπεύω,- Διγ. (Trapp) Gr. 1574, 2834, Διγ. Z 911, 3280, Χρον. Τόκκων 1055, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 66, Διγ. Άνδρ. 38611.
Το αρχ. σκοπεύω. Η λ. και σήμ.
1) Κοιτάζω, παρατηρώ· κατοπτεύω· διακρίνω: Μακρόθεν δε εξεναντίας του δένδρου έτεροι αετοί τινές ήσαν καθήμενοι, σκοπεύοντες την του δένδρου καλλονήν Ψευδο-Σφρ. 21425‑6· σκοπεύων τόπον εύρῃ| γυμνωμένον ίνα βάλῃ| την τε λόγχην Αχιλλεύς γαρ Ερμον. Υ 246· Πόσα στενάζει και αυτή δι’ εμέ αγρυπνούσα| και σκοπεύουσα τας οδούς καθεκάστην ημέραν Διγ. (Trapp) Gr. 666· μόνος του ίππου επιβάς ανέτρεχον τας όχθας| και τους πόρους εσκόπευον ιδείν τους εναντίους Διγ. (Trapp) Gr. 2738· Ο τόπος ήτον ένυλος, δασώδης και αλσώδης·| τίποτι ουκ ημπόρεσε να ίδει, να σκοπεύσει Βέλθ. 1199. 2) α) Ερευνώ, μελετώ· αναζητώ, ψάχνω: Ου γαρ εσυνεκρότησε πόλεμον αληθή ο αλάστωρ εκδεχόμενος την ώραν την σκοπευομένην παρά των μάντεων Δούκ. 34510· ένδιψος όλος γέγονα (πολύς γαρ ην ο καύσων)| και πανταχού εσκόπευα πού το ύδωρ υπάρχει Διγ. (Trapp) Gr. 2073· β) εξετάζω με προσοχή, σκέφτομαι: Διατί δεν σκοπεύει ο άνθρωπος καλά τα πράγματα, αμή με σπουδήν τα αρχινά; Ζυγομ., Διήγ. Περζουέ2 225· Οπόταν εις υπόθεσιν βούλεσαι εδικήν σου (παραλ. 3 στ.), μάλλον δε στερεώθητι και σκόπευσον το κρείττον Σπαν. A 281· Ταύτα ακούων ο βασιλεύς σιωπών εγεγόνει,| εφ’ ικανάς τας ώρας δε όλως ουκ απεκρίθη,| αλλά τον νουν εσκόπευεν το τι απόκρισιν δούναι Διήγ. σεβαστ. Θωμά 140· γ) έχω το νου μου σε κ., προσέχω· (σε προστ. για προτροπή ή προειδοποίηση): Πρώτον ιδέ και σκόπευσε, ερεύνησε και μάθε,| ερώτησον μετά πολλούς και γνησίους και φίλους,| και μάθε αν ένι καλή, καλόγνωμον κοράσιον Σπαν. O 193· ιδές, υιέ μου, ει τι έπταισες, αν έποικες και φόνον,| σκόπευσον την γυναίκαν σου μηδέν το ’μολογήσεις Σπαν. A 631. — Βλ. και σκοπίζω, σκοπώ.
στρατοπεδάρχης- ο, Πανάρ. 6727, 7123, Σφρ., Χρον. (Maisano) 708, 12427‑28, 1282, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 762, Αξαγ., Κάρολ. Ε´ 781, 806, 1175, Μαλαξός, Νομοκ. 515, 516, Hist. imp. (Iadevaia) IΙa 1555, Ψευδο-Σφρ. 37222· αιτιατ. στρατοπέδαρχον (;), Διήγ. Βελ. χ 433 (ή <ουσ. στρατοπέδαρχος κατά τα ουσ. σε -αρχος· βλ. και Bauer, Wört., στη λ.)· δοτ. στρατοπεδαρχίοις (;), Διήγ. σεβαστ. Θωμά 66 (από μετρ. αν.) (ή <στρατοπεδάρχιος; (πβ. επιθετ. σχηματ.)).
Το μτγν. ουσ. στρατοπεδάρχης (βλ. και TLG). Η λ. και σήμ. Πβ. LBG.
α) Οφίκιο στην αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων, στρατιωτικό αξίωμα με αρμοδιότητες επιμελητειακές και κατά περίπτωση επιχειρησιακές (ODB, Καραγιαννόπουλος, «Συμβολή στο ζήτημα της επιμελητειακής οργανώσεως του βυζαντινού στρατού», Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Κ. Δ. Καλοκύρη, Θεσσαλονίκη 1985, 275-287)· εδώ προκ. για τον μέγα στρατοπεδάρχη: εκράτησε την βασιλείαν η Παλαιολογίνα κυρά Ειρήνη, χήρα ούσα. Και ευθέως εταράχθησαν οι άρχοντες και εγένοντο δύο μέρη· και ο μεν Τζανιχίτης, ο μέγας στρατοπεδάρχης κυρ Σεβαστός συν τοις Σχολαρίοις … εκράτησαν τον άγιον Ευγένιον … Πανάρ. 6518· δος αυτῴ (ενν. τον Σφραντζή) το του μεγάλου πριμικηρίου (ενν. οφφίκιον), οπού ένι μετά τον μέγαν στρατοπεδάρχην Σφρ., Χρον. (Maisano) 12429· (προκ. για διοικητή συγκεκριμένης στρατιωτικής μονάδας): Τα οφφίκια του παλατίου. ά́ ο βασιλεύς … ξέ́ ο στρατοπεδάρχης των μονοκαβάλων, ξς́ ο στρατοπεδάρχης των μουρτάτων, ξζ́ ο στρατοπεδάρχης των τσακώνων, ξή ο στρατοπεδάρχης των τσαγκρατόρων Μαλαξός, Νομοκ. 516 πολλάκις· β) αρχηγός του στρατού, επικεφαλής του στρατού, στρατιωτικός διοικητής: καταλιμπάνουσιν τον κύριον και φίλον (παραλ. 1 στ.) Και ταύτα δ’ εκατάστησαν τινάν εκλελεγμένον,| δημαγωγόν υπέρτερον, ένδοξον επηρμένον,| άνθρωπον γενναιότατον, μέγαν στρατοπεδάρχην| όστις επίσταται καλώς εις πόλεμον και μάχην·| ού τοὒνομα Λαγκράφιος, γερμανικόν το κλέος,| της Γερμανίας στήριγμα, μάλλον και ρωμαλέος Αξαγ., Κάρολ. Ε´ 719.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 163 χφ Α κριτ. υπ., Φυσιολ. B 21· παγώνα, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 163 χφ Z κριτ. υπ., Διήγ. σεβαστ. Θωμά 315.