Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αλάργα,
- επίρρ., Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 55, 56δις, 57, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 474· αλάργο, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 1137, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 754· αλάργου, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 159, Διήγ. εκρ. Θήρ. (Λάμπρ.) 1099, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 214, Διγ. (Lambr.) O 2787.
Από το ιταλ. alla larga. Ο τ. αλάργο από το ιταλ. al largo. Η λ. και Ζωγγρ. (Μενάρδ.) 251 στον τ. αλάρκα, καθώς και σήμ. (ΙΛ, λ. αλλάργα). Ο τ. αλάργο και στον Πορτολ. A (Del.) 510, 12, 3317. Ο τ. αλάργου (που απαντά και αυτός στον Πορτολ. A 344) αναλογ. προς τα επάνου, κάτου (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 195 και 205).
Μακριά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλλάργα 1): και χίλιοι χρόν’ ανέ διαβού, μ’ άλλο δεν κάμω γάμο·| κι ας είν’ κι αλάργ’ από δεπά κι ας είναι κι εις τα ξένα Ερωτόκρ. Γ΄ 1137· έριξε δύο αστροπελέκια και το ένα έφθασε εις μίαν πέτραν αλάργα από ημάς ως εμισό μίλι Διήγ. πανωφ. 56· μετά δε ταύτα εβγήκε μία φλέβα μέσα εις το πέλαγος αλάργου από το νησί έως δέκα μίλια Διήγ. εκρ. Θήρ. 1099. —Συνών.: μακρέα.
αλεύριν- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 234, 364, 383, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 116α (χφ C) (κριτ. υπ.), Ιατροσ. (Legr.) 24177, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 445, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 226, Χρησμ. (Λάμπρ.) 104, 1, Χρησμ. (Trapp) I174, Rechenb. 53, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) Επίλ. Ι 523, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 358, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 518, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVIII 6, Αρ. V 15, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 10637, 13225, Διήγ. εκρ. Θήρ. (Λάμπρ.) 1101, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 343, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 34118.
Από το υποκορ. αλεύριον (Λεξ. (Miller) I 186) του αρχ. ουσ. άλευρον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αλεύρι (όπως και σήμ.) (Για το πράγμα, το αλεύρι και τα είδη ψωμιών βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 13 κε.): με τροφές, λέγω, παξιμάδια, αλεύρι, κρασί Χρον. σουλτ. 13225· Διά τούτο κάλλιον καθενός έναι να μην ηξεύρει| αν έναι άσπρη η γυναίκα του ή α νίβγεται τ’ αλεύρι Δεφ., Λόγ. 518.
ανάπτω,- Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 18727, 24714, Καλλίμ. (Κριαρ.) 352, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 275, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 238, Διγ. (Καλ.) A 688, 1690, 2335, Πτωχολ. (Schick) P 92, Φλώρ. (Κριαρ.) 544, Φυσιολ. (Zur.) ΙL 15, Θησ. (Βεν.) Β΄ [663], Έκθ. χρον. (Lambr.) 179, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 597, Αχέλ. (Pern.) 1756, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31614, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1667, 1707, 11, 16, 26825, 2843· μτχ. αναπτωμένος, Αχέλ. (Pern.) 1756· ανάφτω, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 680, Αχέλ. (Pern.) 2038, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙV 3, 187, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 120, Στάθ. (Σάθ.) Ιντ. β΄ 94, 108, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 123, 129, Β΄ 36, 75, Γ΄ 165, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 27428, 2809, 3163, 3239, 38319, 39813, 4081, 50219, 52416, Διακρούσ. (Ξηρ.) 894· ’νάφτω, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 360· ανάφτω ή ανάβω, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3718, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 305, Λίβ. (Wagn.) N 1800, Θρ. Κων/π. P suppl. 24913, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [36], Γ΄ [766], Θησ. (Schmitt) 335 ΙΙΙ 75, Ch. pop. (Pern.) 363, 422, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 145, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXV 37, XXVII 20, XXX 8, XXXV 3, ΧL 4, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 119, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 824, 11734, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 45, Διήγ. εκρ. Θήρ. (Λάμπρ.) 1114, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Υπόθ. [32], Πρόλ. [43], Δ΄ [1157, 1426], Λίμπον. (Legr.) 56, 420, Διγ. (Lambr.) O 440, 1827, 2146, 2885· ανάφθω, Αχέλ. (Pern.) 1541· ανάβγω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3718, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [324].
Το αρχ. ανάπτω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανάφτω).
Α´ Μτβ. 1) α) ανάβω (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ, λ. ανάφτω A1): Το βράδυ ανάψασι φωτιές στα τείχη να θωρούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4081· μα κείνοι εκαήκανε απού την ’στιάν π’ ανάψαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 52416· β) (προκ. για πολεμικά όργανα) κάνω να εκπυρσοκροτήσει (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ανάφτω A1, Φρ.): ανάφτουσι μία μπόμπα και πετού ντη Τζάνε, Κρ. πόλ. 38319· η χώρα μπόμπες άναψε και κάτω τους τες ρίκτει Τζάνε, Κρ. πόλ. 27428. 2) (Προκ. να προκληθεί ερωτική ή άλλη διάθεση· με αντικ. τις λ. στήθος, καρδιά, νους, έρωτας, φλόγα, κλπ.) ανάβω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. ανάφτω A2α): Και πάλιν Υσμίνη κιρνά και πάλιν εραστής εγώ και πάλιν ανάπτω τον έρωτα Μακρεμβ., Υσμ. 18727· Μουσικέ, το τραγούδι σου πλια ανάφτει την καρδιά μου Ζήν. Β΄ 75· ανάπτει φλόγα εις αυτήν Διγ. Άνδρ. 31614. 3) α) (Προκ. για πνευματική λειτουργία ή συγκίνηση) εξάπτω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ανάφτω A2α): αι αμαρτίαι του λαού άναψαν τον θυμόν του Θεού Θρ. Κων/π. P suppl. 24913· και την μνήμην ανήψε Μακρεμβ., Υσμ. 24714· β) (με αντικ. πρόσωπο) (Πβ. ΙΛ, λ. ανάφτω A2β): Ζήλος δ’ ανήψεν τους πολλούς διά να τους χωρίσουν Διγ. A 2335. 4) Καίω: εκεινού τα γένι’ ανάπτει και το πρόσωπον τσιφλίζει Πτωχολ. (Schick) P 92· με τες φωτιές ετούτες μας να ανάψομε τη χώρα Ζήν. Πρόλ. 167. B´ Αμτβ. 1) α) ανάβω, παρέχω φλόγα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ανάφτω A1): εις την καρδιά τ’ Αρμάκιου φωτιά πολλή ν’ ανάψει| και όλα τα φύλλα της καρδιάς η φλόγα να τα κάψει Ζήν. B΄ 321. Άνεμος τότ’ εφύσησεν, άναψεν η φωλία Αιτωλ., Μύθ. 119· Άναψε και το κάτεργο γιαμιά την ώρα εκείνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 39813· Η χώρα όλη άναπτε εις τα τειχιά τριγύρου Τζάνε, Κρ. πόλ. 1667· β) (προκ. για φουρνέλο, κλπ. ή πολεμικό όργανο) παίρνω φωτιά: Μα το φουσσάτο εσίμωσε όπ’ άναψεν η μίνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 50219· Μ’ ανάπτανε τα σάρμπανα και ερίκτανε τες σφαίρες Τζάνε, Κρ. πόλ. 1707. 2) α1) Φλέγομαι, διακατέχομαι από ερωτική επιθυμία ή ερωτικό συναίσθημα: γι’ αυτή καίγομαι και ανάφτω Θησ. Γ΄ [766]· α2) ομοίως και το ανάπτομαι (πβ. Φυσιολ. (Karn.) M 353): κατά πολλά αναμμένος από τον πόθον Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [32]· β) (με υποκ. τις λ. έρως, πόνος, ζήλος, κλπ.) διακατέχω, κυριαρχώ, έχω δύναμη: Έρως ανήψεν εις αυτήν μεγάλος της αγάπης Διγ. A 1690· Πόνος ανήφθη εις αυτήν ως το δίκαιον έχει Διγ. Gr. IV 275· γ) (προκ. για πόλεμο, μάχη, κλπ.) δυναμώνω (αμτβ.), ενισχύομαι: Και εσμίξανε και άναψε ο πόλεμος εις το σπαθί και εγίνη μεγάλη σφαγή Χρον. σουλτ. 11734· Μέσα σε τούτον είχασιν αναπτωμένον πάλιν| της γης τον μέγαν πόλεμον με ταραχήν και ζάλην Αχέλ. 1756· δεν ξεύρεις τα συγχύσματα, τσ’ όχθρητες οπού ανάφτου| στη χώρα ετούτη ολημερνίς Ζήν. Πρόλ. 115· δ) (με υποκ. πρόσ.) ερεθίζομαι (από συναίσθημα): Εκακοφάνηκε του αγά ο φόνος οπού εγίνη| και άναψεν εις το πρόσωπον και έγινε σαν καμίνι Λίμπον. 420· ο Διγενής εις την καρδιάν άναψεν κι εθυμώθη Διγ. O 2146· έστοντας και να εγροίκησεν (ενν. η βασίλισσα) το πως ο Μπερτόλδος ... εγλύτωσεν ... άναψε καταπάνω του το διπλόν και έκαμεν όρκον ότι να εκδικηθεί Μπερτόλδος 26· ε) (με υποκ. πρόσ.) συγκινούμαι: τώρα φοβάται και πονεί, ’νάφτει οκ την συντροφιά σου Φαλιέρ., Ιστ. A 360.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 55, 56δις, 57, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 474· αλάργο, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 1137, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 754· αλάργου, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 159, Διήγ. εκρ. Θήρ. (Λάμπρ.) 1099, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 214, Διγ. (Lambr.) O 2787.