Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  Βιβλ.αναφορά : Διήγ. Τωβήτ

  • ζωή (I) 
    η, Καλλίμ. 1457, Ασσίζ. 2523, 5021, 2744, 4128, 4877, Διγ. (Trapp) Gr. 2480, Χρον. Μορ. H 2746, Χρον. Μορ. P 4062, 6771, Βίος Αλ. 4760, Φλώρ. 349, Λίβ. Sc. 1765, 2195, Λίβ. N 215, Αχιλλ. (Haag) L 916, Αχιλλ. N 1171, 1749, Μαχ. 15820, 2565, 47819, Ιμπ. (Legr.) 559, Κορων., Μπούας 42, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 153, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 58, Αχέλ. 152, 1241, 1783, Χρον. σουλτ. 1107, Κυπρ. ερωτ. 15414, Πανώρ. Α΄ 136, 178, 401, Β΄ 276, 429, 585, Γ΄ 6, 40, 178, Ερωφ. Β΄ 216, Δ΄ 217, Ιστ. Βλαχ. 201, Διγ. Άνδρ. 35435, Ερωτόκρ. Α΄ 254, 932, Ε΄ 250, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [644]. Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 150, Γ΄ 242, Ζήν. Γ΄ 374, Δ΄ 328, Διγ. O 2294, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1958, κ.π.α.· ζουή, Αλφ. 1123, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5644· ζω (αιτ. ζων), Κυπρ. ερωτ. 253, 604, 826, 878, 11837, 41, 1249, 12935, 13110· ζωγή, Πεντ. Γεν. II 7, III 24, VI 17, VII 11, XXV 7, XXVII 46, Έξ. I 14, VI 16, 18, Δευτ. XXVIII 66, XXX 15, Κυπρ. ερωτ. 731, Αλφ. (Mor.) III 50.
    Το αρχ. ουσ. ζωή. Η λ. και σήμ.
    1) α) Ζωή, ύπαρξη: την ψυχήν και την καρδιά και τη ζωή σου δίνω Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 32· ανέν και πρέπει η ζωή να ’ν’ άφθαρτος ανθρώπων Κορων., Μπούας 78· μήτε να είναι κανείς τρομαζόμενος να τους μιλήσει, μήτε να τους γράψει εισέ πένα της ζωής του Σουμμ., Ρεμπελ. 191· (ως προσφών.): Ιμπέριε, ομμάτια μου, ψυχή μου και ζωή μου Ιμπ. 136· προς την κόρην τότε ελάλησα: «Δεύρο, ζωή μου, ενταύθα ...» Διγ. Z 3411· ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου, ζωή, εμψύχωσίς μου Φλώρ. 468· έκφρ. ζωή εις κάπ.! = Ζήτω!: Μία φωνή ηκούσθηκεν «ζωή εις τον Γιλδάση!»| και ο λόγος ήταν αφορμή την νίκην τως (ενν. των Τούρκων) να χάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 24519· φρ. (1) αφήνω ζωή· βλ. ά. αφήνω 6 φρ.· (2) δίδω ζωή· βλ. ά. δίδω Α΄ 7β φρ.· (3) (ε)παίρνω τη ζωή κάπ.· βλ. επαίρνω 1Ϛ΄ φρ.· (4) δεν έχω ζωή· βλ. ά. έχω 7 φρ. β) τρόπος ζωής: Οι χρόνοι και τα γερατειά την όρεξη μας παίρνου,| τσι γνώμες μας αλλάσσουσι κι άλλη ζωή μας φέρνου Πανώρ. Γ΄ 290· ζωή και διάξες άλλαξα και τά θυμάσαι αφήκα Πανώρ. Γ΄ 284. 2) α) Ζωή, διάρκεια της ζωής: Ο Θιος να σας πολυχρονά και να σασε χαρύνει| και των τεσσάρω τη ζωή περίσσα να μακρύνει! Πανώρ. Ε΄ 380· Ην δε η πάσα ζωή αυτού δη του μακαρίτου βασιλέως και μάρτυρος χρόνοι μθ΄ και μήνες γ΄ και ημέραι κ΄ Σφρ., Χρον. μ. 984· ήτον οι ζωγές της Σάρα εκατό χρόνια και είκοσι χρόνια και εφτά χρόνια Πεντ. Γέν. XXIII 1· β) η αιώνια ζωή: κείνος οπού κοινωνεί ποτέ δεν αποθαίνει,| μόν’ είναι πάντα ζωντανός κι εις την ζωήν παγαίνει Ιστ. Βλαχ. 2022· Και είπερ βούλει, μήτερ μου, ζωής αξιωθήναι,| πλάνην κατάργησον ψευδή και φλυαρούς τους μύθους·| Θεόν δε σέβου, μήτερ μου,... και εις αυτού το όνομα θέλησον βαπτισθήναι Διγ. Z 1120· έκφρ. (έ)ως ζωής, έως την ζωήν, μέχρι ζωής, ως εφόρους της ζωής = ισόβια, ως το τέλος της ζωής, ως το θάνατο κάπ. (Βλ. και ά. έως, ετυμολ.): ήτον μπάιλος του ρηγός έως εις την ζωήν του Χρον. Μορ. H 7996· Έκαμες όρκον ώστε ζωής ποτέ να μηδέν κινήσεις μάχη Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20· ουκ εγεννήθη ρήμα πονηρόν εν αυτοίς μέχρι γήρους και ζωής αυτών Διήγ. Τωβήτ 161· ως εφόρους της ζωής διά να τηνε θρηνάται Άσμα σεισμ. 28. 3) α) Τα προς το ζην· η τροφή (Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ 6, 1955/56, 260): ο πρίντζης επήρεν ... όλην την είσοδον της Κύπρου και ο πτωχός υιός της μετά βιας έχει την ζωήν του Μαχ. 33416· η αυλή εντέχεται να ιατρέψει εκείνον ή εκείνην οπού έδερεν ο σκλάβος ... και να του δώσει την ζωήν του επεσαύτα ώσπου να μηδέν ημπορήσει να εργαστεί Ασσίζ. 23627· β) χλόη, χορτάρι (Για τη σημασ. βλ. Πανάρετου, Κυπριακές λέξεις, Κυπρ. Σπ. 27, 1963, 162): Στρέφεται πάσα ζον εις την βοσκήν του (παραλ. 1 στ.) και πα καθάνα νά ’βρει τη ζωή του Κυπρ. ερωτ. 7827· γ) συντήρηση, διατροφή: αν ένι ότι κανείς άνθρωπος ... έφερεν σιτάριν ή κριθάριν και ουδέν θέλει να πουλήσει ώδε, λαλώντα ότι εφέραν το διά την ζωήν του Ασσίζ. 2448· Εάν γένηται ότι υιός ... ένι απεσταλμένος εις το σκολείον να μάθει γράμματα, ... ο πατήρ ... ένι κρατημένος να πλερώσει τό εδανείστην εκείνος (ενν. ο υιός) διά την ζωήν του Ασσίζ. 16021. 4) (Σε πληθ. αντί εν. από εβραϊσμό): είπεν ο Φαρό προς τον Ιαακώβ: «Πόσες οι μέρες χρονών ζωγές σου;» Πεντ. Γεν. XLVII 8· ενέβασες από βόθρον ζωές μου, Κύριε Θεέ μου Ιων. II 7. Η λ. και ως κύρ. όνομ.: Συναδ., Χρον. 36.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης