Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]

  Βιβλ.αναφορά : Διήγ. Βελ. (Wagn.)

  • απαράλλακτος,  
    επίθ., Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 246, Πτωχολ. (Schick) P 588, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 572, Διήγ. Βελ. (Wagn.) 2, Φλώρ. (Κριαρ.) 508, Λίβ. (Μαυρ.) P 2557, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3093, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4252, Λίβ. (Wagn.) N 3676.
    Το μτγν. επίθ. απαράλλακτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απαράλλαχτος). Το ουδ. ως ουσ. ήδη στο Μ. Βασίλειο (Lampe, Lex., λ. απαράλλακτος ΙΙ Β2).
    1) Όμοιος σ’ όλα (Η σημασ. μτγν., L‑S, και σήμ., ΙΛ, λ. απαράλλαχτος): Έχει γαρ άλλην αδελφήν η ερωτική Ροδάμνη| ανθόμοιν, απαράλλακτον ως ένι αυτή εκείνη Λίβ. P 2557. 2) Που δεν υπόκειται σε αλλαγή (Πβ. L‑S): εικόνα άτρωτον, απαράλλακτον, αμείωτον Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 246· λύπη απαράλλακτος, οδύνη και πικρία Διήγ. Βελ. (Wagn.) 2. Το ουδ. του επιθ. ως ουσ. = σταθερότητα (Η σημασ. ήδη στον Ιω. Χρυσόστ., Lampe, Lex., λ. απαράλλακτος Ι): το ακέραιον του φρονήματος, το δυνατόν του πόθου,| του πόθου το απαράλλακτον Φλώρ. 508.
       
  • μπαλάσι(ον)  
    το, Αρσ., Κόπ. διατρ. [192, 989, 1007]· μπαλάσι, Δεφ., Σωσ. 57· μπαλάσι ή μπαλάσο, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 100· παλάσι ή παλάσο, Διήγ. Βελ. (Wagn.) 485· παλάσιον, Θαύμα αγ. Νικολ. β′ 36928, 3705· (πιθ. τ.) πελάξιν, Καλλίμ. 395.
    Το ιταλ. balascio (Βλ. Τριαντ., Άπ. Α΄ 354, 436 και Kahane, Sprache 569). Λ. μπαλάξιος στο Du Cange. Ο τ. μπαλάσι σε έγγρ. του 1555 (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, τεύχ. Β΄, 1961, 274) και στο Somav., λ. πέτρα. Για τον τ. πελάξιν πβ. μεσν. λατ. *balascius, Mittelat. Wört., και λ. πέλαζος στο Du Cange. Η λ. στο Du Cange, ό.π.
    Πολύτιμος λίθος, είδος ρουμπινιού: γνωρίζω τα λιθάρια (παραλ. 1 στ.) χάρη λόγου σαν διαμάντια,| σαν σμαράγδια, σαν ζαφείρια,| σαν μπαλάσια, σαν και άλλα Πτωχολ. B 66.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης