Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ

  • παραταγή
    η, Καλλίμ. 72, 129, Διγ. (Trapp) Gr. 1417, Διγ. Z 1876, 4346, Λίβ. Sc. 1150, Λίβ. N 1985, Τάξ. θυρ. 69, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 642, Αχιλλ. (Smith) N 31, 41, 181, 232, 274, 396, 449, 1212, Αχιλλ. (Smith) O 8, 144, 173, 219, Ιμπ. (Lambr.) 28, 30, Ιμπ. 29, 31, 97, 309, 351, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 89, Αλφ. (Μπουμπ.) I 67, Παρασπ., Βάρν. C 119, 183, 288, 348, 352, Αργυρ., Βάρν. K 176, Δούκ. 3314, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 611, Ιμπ. (Legr.) 27, 29, Βυζ. Ιλιάδ. 488, 594, 1003, Διγ. Άνδρ. 40837-8, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 1258, κ.α.
    Από την πρόθ. παρά και το ουσ. ταγή. Η λ. τον 9. αι. (TLG), στο Πορφυρογ., Έκθ. 183, σε έγγρ. και κείμ. του 11. αι. (Act. Lavr. I 4827, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 638, Mihăescu, RSBS 2, 1982, 319, 320) και σε επιγρ. (L‑S). Πβ. και μτγν. ουσ. παράταγμα (L‑S Κων/νίδη).
    α) Σχηματισμός στρατιωτών σε ευθύγραμμες σειρές: Των σκουταρίων φωταυγαί και των αρμάτων πάντων| τον ήλιον αντηύγαζον και αυτήν την Αφροδίτην,| των νέων τας παραταγάς και τας κραυγάς εκείνων| ποίαν ουκ ήγειραν ψυχήν επί την ευφροσύνην; Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 405· Να είδες γουν παραταγήν του κόσμου εξαιρημένην,| φουσσάτον πανεξαίρετον, λαμπρόν αρματωμένον,| φαρία και ιππάρια υπόσελα του δρόμου Αχιλλ. (Smith) N 396· β) το σύνολο παραταγμένης στρατιωτικής δύναμης: φουσσάτα και παραταγάς τις να τας αριθμήσει; Αχιλλ. (Smith) N 41· στου παλατίου την αυλήν εσέμπηκεν να βλέπει,| ηύρεν εκεί παραταγήν, ηύρεν εκεί παιγνίδιν (ενν. ο Πάρις) Βυζ. Ιλιάδ. 614· γ) (συνεκδ.) μάχη, πολεμική σύγκρουση: Έδε οπού μας έδωκαν οι θεοί στρατιώτην βασιλέα,| προς μάχας και παραταγάς τινά να μη φοβάται Αχιλλ. (Smith) N 274· Ίσασι γαρ οι πάντες των επιφανών την σην ορμητικήν ψυχήν και το προς τας παραταγάς των πολέμων το τολμηρόν και θρασύ και λεόντειον Δούκ. 21722. — Πβ. παράταξις ‑ξη.
       
  • παράφρονος,
    επίθ., Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 96.
    Από το επίθ. παράφρων.
    Τρελός, παράφρονας (εδώ από έρωτα): εκείνην δε (ενν. την Σεμίραμη) ουδεποσώς εμπορεί κανείς να την νικήσει,| να ανατρανίσει, να ιδεί και να την εσυντύχει,| το να την ιδεί γίνεται παράφρονος, τρελός και δαιμονιάρης Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 120.
       
  • παρεκβάλλω,
    Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 793, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 783, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 795.
    [Το μτγν. παρεκβάλλω. Πβ. παρεγβάλλω και παρεβγάλλω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).]
    1) Παρασύρω, παραπλανώ: πώς σε παρεξέβαλεν η χατζιροφαγούσα| και αρνήθης και την πίστιν σου και όλην σου την Συρίαν; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 269. 2) Σταχυολογώ και συμπιλώ: αναγινώσκοντες αεί λόγου παιδείας χάριν,| παρεξεβάλομεν αυτήν διήγησιν του Αχιλλέως| και μετεβάλομεν αυτήν εις σαφεστέραν ρήσιν Αχιλλ. (Smith) N 1907. 3) Κατευοδώνω: πώς τον παρεξέβαλα και μετά πόσων δώρων,| πολλά είναι πολαφήγητα και ουκ ημπορώ του λέγειν Λίβ. N 1842. 4) Παραγκωνίζω, απομακρύνω: εις ό έχει προάστειον, μακρότερον των άλλων,| προς ολιγούτσικον καιρόν εκεί τον αποστέλλει,| μηχανικώς και τούτο γαρ να μως τον παρεκβάλλει Προδρ. (Eideneier) IV 536.
       
  • παώνιν
    το, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 132, 133, 163· παγώνι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 132 χφ Ζ κριτ. υπ., 133 χφ Ζ κριτ. υπ., 137 χφ Ζ κριτ. υπ., Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 523, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 15· παγώνι(ον), Διγ. Z 99, Ιμπ. 393, Αρσ., Κόπ. διατρ. [632], Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 71· παγώνιον, Φυσιολ. (Legr.) 591· πάνιν, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 131· παώνι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 132 χφ Α κριτ. υπ., 133 χφφ LA κριτ. υπ., Πηγά, Χρυσοπ. 156 (23)· παώνι(ον), Διγ. Άνδρ. 31425, 40019.
    [Από το ουσ. παώνιον, υποκορ. του ουσ. πάων, βλ. λ. παών (βλ. Ανδρ., Λεξ. λ. παγώνι· πβ. επίθ. παόνιος, Διοκλ. Έδικτο (4. αι.), L‑S Suppl.) ή από το παλαιότ. ιταλ. paone (Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. pavone). Οι τ. παγ‑ από το ουσ. παώνι(ο)ν με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού γ ή από το παλαιότ. ιταλ. pagone (Battaglia, λ. pavone, Triand., Lehnw. 327). Ο τ. παγώνι στο Meursius (λ. παγώνη) και σήμ. Ο τ. πάνιν (<γαλλ. paon, βλ. Πιλαβάκης, Κυπρ. Σπ. 9, 1945, 58-9) σε δημώδη κυπριακά άσματα (Ζωγγρ. 123, Σακ., Κυπρ. Β́ 887, Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. Α.22 3, Β.27 105). Ο τ. παώνι και σήμ. ιδιωμ. (Μουσούρης, Γλωσσάρ. Ιθάκ.). Ο τ. παώνι(ν) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παόνι(ν)) και παώνιον στο Meursius (λ. παόνιον). Τ. παβόνιον στο Du Cange (και στο Du Cange, App., λ. παυόνιον), όπου και τ. παβόνι, ο οποίος απ. και σήμ. ιδιωμ. (Pern., Ét. linguist. III 493). Τ. παούνι σήμ. σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Meyer, NS IV 67, Rohlfs, Et. Wört., λ. παβόνι) και ιδιωμ. (Μουσούρης, Γλωσσάρ. Ιθάκ., ως ά συνθ. στη λ. παουνόφτερο)].
    1) Μεγαλόσωμο ορνιθόμορφο πτηνό με πολύχρωμο πτέρωμα και μακριά ουρά που μπορεί να την ανοιγοκλείνει σαν βεντάλια, παγώνι: όρνεα πολλά πολλών γενεών, οπού ήσαν μέσα εις τον κάμπον, παώνια, ψιττακοί, κύκνοι Διγ. Άνδρ. 3751· παώνια επεριέπλεκαν τα πτερά τους εις τα άνθη και έλαμπαν τα πτερά τους ωσάν τες χρόες των ανθών Διγ. Άνδρ. 3753· (σε παρομοίωση προκ. για άνθρωπο με υπερβολικά επιμελημένη, φανταχτερή εμφάνιση): επιδεικτικός τε ην (ενν. ο βασιλεύς ούτος) καθάπερ παώνιν ... και μη δις τον αυτόν χιτώνα ενδιδυσκόμενος Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 579, κριτ. υπ.· λέγει της (ενν. της κόρης): «άμε, ντύσου,| βάλε τα ρούχα τα ’μορφα, αγάπη μου, στολίσου».| Και το λοιπόν στολίζεται το ταπεινό τρυγόνι| τ’ αντίπροικο του γέροντος και δείχνει σαν παγώνι Περί γέρ. 68. 2) (Μεταφ. προκ. για ωραία γυναίκα)· (εδώ σε προσφών.): Καμαροφρυδούσα κόρη,| παγκαλόμορφον περδίκι| και πανώριον μου παγώνι,| ήκουσέ μου τι σε λέγω Ch. pop. 123.
       
  • περιμαζώνω,
    Διγ. A 1580, 3295, Χρον. Μορ. P 1058, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 17, Αργυρ., Βάρν. K 289, Ιμπ. (Legr.) 362, Κορων., Μπούας 10, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 144v, Βυζ. Ιλιάδ. 1165, Αχέλ. 1587, Πηγά, Χρυσοπ. 127 (3), 303 (1), 310 (3), Προσκυν. Ιβ. 535 7, Προσκυν. Ιβ. 845 5, 216, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 123, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 348, Ιστ. Βλαχ. 961, Εγκ. αγ. Δημ. 108107· περμαζώνω, Χούμνου, Κοσμογ. 641, 992, 1097, 1969, 2571, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 458, Ιμπ. (Legr.) 358, Κατζ. Έ 505, Πιστ. βοσκ. III 3, 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1266, 2347, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 30, 444, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2393, 50518· πρεμαζώνω, Πανώρ. Πρόλ. 2, Έ 404 κριτ. υπ., Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3121, 384, 9926, 10123‑4, 15018‑9, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1042, 1464, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14711.
    Από την πρόθ. περί και το μαζώνω. Οι τ. με αποβολή του ‑ι‑ (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 257, Κριαρ., ΕΕΒΣ 10, 1933, 90). Ο τ. περμαζώνω στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 106, Έ 593 και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο τ. πρεμαζώνω στον Κατσαΐτ., Ιφ. Επίλ. 2 και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Κονδυλάκης, Κρ. Λεξιλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Τ. πρεμαζώννομαι σε κυπρ. χφ του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 34, 1970, 106). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. περιμαζεύω).
    I. Ενεργ. 1) α) Συγκεντρώνω: επεριμάζωξεν όλα του τα φουσσάτα Ιστ. Βλαχ. 133· επεριμάζωξεν απ’ όλην την αρμάδα| σκύφους και βάρκες, κόπανα και πάσα τους φρεγάδα Αχέλ. 1654· όλα τα σεβάσματα τα ειδωλικά εχαλούσαν, και όλον το ασημοχρύσαφον και τα χρήματα οπού ήταν εις αυτά επρεμάζωνεν ο βασιλεύς και εφαμπρικάριζεν εκκλησίες Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13712· (σε προσωποπ. προκ. για το θάνατο): να ιδώ ..., Χάρο, ... (παραλ. 2 στ.) ... αυτούς τούς παίρνεις εκ την γην και ρίκτεις και σκοτώνεις,| τους βασιλείς και άρχοντες πώς τους περιμαζώνεις.| Εις είντα τόπον καταντούν, ’ς ποιαν φυλακήν τους βάνεις Πικατ. 123· (μεταφ.): περμάζωξε τις πονηριές κι όλη τη φρόνεψή σου,| για να μπορώ να βοηθηθώ τώρα με τη βουλή σου Κατζ. Ά 113· περμάζωξε όλη την αντρειά, βάλε τη δύναμή σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1775· β) περισυλλέγω: ήτον τα κορμία τους νεκρά και γυμνωμένα (παραλ. 1 στ.)· ο δε Σερμπάνος ...| εις έναν τόπον όρισε και περιμάζωξέν τους Ιστ. Βλαχ. 316· γ) (προκ. για καρπούς) μαζεύω, σοδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν (ενν. ο Ιωσήφ), αλώνευτα ορδινιάζει,| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· δ) συγκεντρώνω και τοποθετώ μαζί· μετατοπίζω: ποιοι επερμαζώξα τα βουνιά κι εμεσοξετελειώσα| τον πύργο εκείνο τση Βαβέλ ...; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 52· ε) αποταμιεύω, αποθησαυρίζω: Φτωχοί, ...| τά περμαζώνετε σκορπού, τά κτίζετε χαλούσι.| ... τα πλούτη σας σα σκόνη| σκορπούσινε και χάνουνται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 132· (μεταφ.): πλέα παρά χρυσάφι και πέτρες ατίμητες επρεμάζωνεν εις του λόγου του τον πλούτον της ελεημοσύνης Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13815‑6. 2) (Προκ. για πλήθος) συναθροίζω· συγκαλώ· προσκαλώ: περμαζώνει (ενν. ο Μωυσής) τον λαόν και όλοι απ’ αυτούνο (ενν. το νερόν) πίνου Χούμνου, Κοσμογ. 2753· πρεμαζώνοντάς τους (ενν. ο Ιωάσαφ) όλους τως φανερώνει την βουλήν του Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14734· να περμαζώξει (ενν. ο πατέρας της Μαργαρώνας) τους πεζούς και τους καβαλαραίους,| είτις νικήσει στ’ άρματα ...| ... Μαργαρώνας| άνδρα να τονε δώσουσιν Ιμπ. (Legr.) 885. 3) Αιχμαλωτίζω: τα φουσσάτα εμπήκασι, τη χώρα ενικήσα,| τσι Οβραίους εσκοτώσασι ...| Επρεμαζώξα ζωντανούς ’νενήντα εφτά χιλιάδες Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4664. 4) α) Συνενώνω κ. διαλυμένο ή διασκορπισμένο: θέλει του είσται αδύνατον (ενν. του Θεού) πάλιν από την διάλυσιν των στοιχείων, εις τα οποία διαλύονται και άνθρωποι και ζώα, να περιμαζώξει την φύσιν πασαενός και να αναστήσει πασαένας το σώμα του να το σμίξει με την ψυχήν ...; Πηγά, Χρυσοπ. 148 (63)· β) (προκ. για ύφασμα ξηλωμένο) ενώνω, συνδέω ράβοντας τα ξηλωμένα κομμάτια: οκάποιας γειτόνισσας ρούχον να παρελύθη,| και παρευθύς να με έκραξεν: «μαστόρην και τεχνίτην,| να, κέντησε το ρούχον μου και περιμάζωσέ το» Προδρ. (Eideneier) III 164 χφ P κριτ. υπ. 5) Παρέχω προστασία και φροντίδα, περιθάλπω: να θρέψεις τον πεινασμένον, ... να περιμαζώξεις τον ξένον Πηγά, Χρυσοπ. 145 (54)· Μη μας αφήσεις (ενν. συ, μήτηρ) το λοιπό, μη μας απαντονάρεις·| πρεμάζωξε τα τέκνα σου, τά πολεμά ο πνιγάρης Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5269. 6) Προσελκύω κάπ. ερωτικά, κάνω κάπ. να με ερωτευτεί: να περμαζώξω την ξαθή| σ’ εμέναν τον πολυπαθή,| οπού ’παθα πολλά γι’ αυτή Αγν., Ποιήμ. Ά 17. II. Μέσ. 1) α) Συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι: Εκεί (ενν. εις την Ανάπολην) επεριμαζώχθησαν του κόσμου οι ανδρειωμένοι Ιμπ. 337· Τυχαίνει να πρεμαζωκτού δικοί και φίλοι ομάδι,| ν’ αποδεκτού τον Ισαάκ, πὄρχεται απού τον Άδη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1099· έφθασαν στην Μισσίνα,| οπού περιμαζώνετον ... στόλος| κι εις ορδινίαν έμπαινεν εις πάσα χρείαν όλος Αχέλ. 593· β) (μεταφ.) συγκεντρώνω το νου μου, συνέρχομαι: ο Αλέξανδρος απιλογήθηκεν, εσκοτίσθην ο νους του,| πάλιν περιμαζώνεται, συλλογίζεται ατός του,| την Σεμίραμην απιλογήθηκεν Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 372· φρ. ο νους μου περμαζώνεται = λογικεύομαι: να διώξεις έτοιο λογισμό ...| κι ο νους σου να περμαζωχτεί, νά ’ρθουν τα λογικά σου; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1180. 2) Συγκαλούμαι, συνέρχομαι: ας κάμομεν ένα μεγάλον μάζωμα, να πρεμαζωχθούν συναμάδι οι εδικοί μας φιλόσοφοι και οι χριστιανοί, να διαλεχθούσιν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9916. 3) Επανέρχομαι, επιστρέφω: έπαυσαν οι πόλεμοι ... (παραλ. 2 στ.)· επεριμαζωχθήκασιν οι άνθρωποι του τόπου| καθένας εις το σπίτι του Ιστ. Βλαχ. 103· τους καλογέρους τους εξόρισε (ενν. ο Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος) όλους ... Και μετ’ αυτόν βασιλεύει ο Λέων ... Και μετ’ αυτόν ... ο υιός του ο Κωνσταντίνος ... με την μάννα του την Ειρήνην ... και αυτείνοι ... ήσαν ευσεβείς ... και επεριμαζώχθησαν οι καλόγεροι εις τα μοναστήρια τους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 316v. 4) Εγκαθίσταμαι σε τόπο: να στραφώ σ’ αυτήν την γην, οπού μου θέλει δείξει (ενν. ο Θεός) (παραλ. 1 στ.). Σ’ αυτούνην να περμαζωκτώ, σ’ αυτήν να καταντήσω Χούμνου, Κοσμογ. 627. 5) α) Συγκεντρώνομαι κάπου για να προστατευτώ: αν ιδείς τον λύκον να έρχεται, εσύ να σφυρίξεις, να συσμικτούσιν τα πρόβατα, να περιμαζωκτούσιν στην μάνδραν, να μην αρπάζει ο λύκος κανένα Πηγά, Χρυσοπ. 216 (16)· β) προστατεύομαι· περισώζομαι: εις τούτο το ξύλον ήτονε να βαλθεί να αποθάνει εις τον σταυρόν ο Υιός του Θεού. Και ο Δαβίδ ειστούτο ήτον πολλά χαιράμενος, ... διατί είχε ελπίδα να περιμαζωχθεί (ενν. το ξύλον) και να φυλαχθεί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 196r.
       
  • ριζικάρης,
    επίθ, Διήγ. Βελ. χ 339, Διήγ. Βελ. N2 128, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 203, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 69, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1136, Κορων., Μπούας 151, Φορτουν. (Vinc.) B́ 252, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 299· γεν. εν. ριζικάρου· ριζικαρού, Διγ. Άνδρ. 34225· ονομ. πληθ. ριζικάροι, Αχέλ. 203.
    Από το ουσ. ριζικόν και την κατάληξη -άρης. Η λ. στο Meursius (λ. ρηζηκάρης, ριζικόν) και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.).
    1) Που τον ευνοεί η τύχη, που έχει καλό ριζικό, τυχερός: του ριζικάρου του ανθρώπου οι θεοί και οι διάβολοι του βοηθούν· και του κακορίζικου του ανθρώπου ουδέ ηγαπημένοι του οι σύντροφοι ουδέν δύνουνται να του βοηθήσουν Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1126· και πανταχού εγίνετο (ενν. ο Βελισάριος) νικητής τροπαιούχος,| εύτυχος και καλότυχος και μέγας ριζικάρης Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 174. 2) Ριψοκίνδυνος, θαρραλέος: Αυτούς ακολουθήσασιν περίσσοι ριζικάροι| άρχοντες, φόνον καθεείς για τον Χριστόν να πάρει Αχέλ. 587.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης