Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 17 εγγραφές  [0-17]

  Βιβλ.αναφορά : Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.)

  • αγανάκτησις ‑η  
    η, Σπαν. (Hanna) A 447, Σπαν. (Legr.) P 227, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 248, 277, Καλλίμ. (Κριαρ.) 444, Ασσίζ. (Σάθ.) 15224, 16027, 2372, 45427, 4552, 3, 6, 8, 12, 15, 20, 23, 24 29, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50224, 5039, 50920, 51015, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2827, Βίος Αλ. (Reichm.) 2997, Φλώρ. (Κριαρ.) 515, 884, Λίβ. (Wagn.) N 1327, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 36, Μαχ. (Dawk.) 1610, 206, 30, 223, 2419, 5019, 887, 10020, 1586, 31436, 31629-30, 32226, 33213, 33627, 37414, 40222, 50228, 5069, 6749, Βουστρ. (Σάθ.) 423, 430, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 42, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 547, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 101, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 234, 302, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 80v, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) 512 φ. 246β22, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2476 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 98], Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 4007· γανάκτησις ‑η, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 31, Θυσ. (Μέγ.)2 216· αγανάχτησις ‑η, Ασσίζ. (Σάθ.) 39813, 48714, Πεντ. (Hess.) Έξ. XVIII 8.
    Το αρχ. ουσ. αγανάκτησις. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγανάχτησι).
    1) α) Αγανάκτηση, οργή (πβ. L‑S στη λ. ΙΙ): την Ιουδαίων έξοδον, κακίστων, αγνωμόνων,| Θεού την αγανάκτησιν, θεράποντος δεήσεις Διγ. Τρ. 2827· β) απαυδησμός (πβ. αγανακτώ Α 3): όλα με πόνους και πικριές πάντα κυλού και πάσι·| Μόνον εβέ και οϊμέ ακούγω να φωνάζουν πολλοί και απ’ αγανάκτησιν τον θάνατον να κράζουν Φαλιέρ., Ρίμ. L 234· γ) κόπος, μόχθος, ταλαιπωρία: Και αυτού τελειώνει ο κόπος τους κι η αγανάκτησίς τους| εις κόλασιν αιώνιον και καύσιν της ψυχής τους Πένθ. θαν. N 547· όλη την αγανάχτηση ός τους ηύρεν εις την στράτα και εγλύτωσέ τους ο Κύριος Πεντ. Έξ. XVIII 8· δ) στενοχώρια, θλίψη (πβ. ΙΛ λ. αγανάχτησι. Η σημασ. και στο Ον. Δανιήλ. (Drexl) 485 και Αχμέτ, Ον. (Drexl) 1511 και 1814): είχεν πολύν τον στεναγμόν και τας αγανακτήσεις Καλλίμ. 444· ε) δυστυχία: έθνος βοά και θρήνεται την αγανάκτησή ντου Π. Ν. Διαθ. 512 φ. 246 β22· Τη σάρκα οπού μου ’δωκες, πλάστη και ποιητή μου,| ας τηνε να θαραπαγεί εις τη γανάκτησή μου Θυσ.2 216· 2) α) Αφορμή αγανάκτησης, βλάβη, ζημία, κακό (που παθαίνει κάποιος): και ήξευρε ουδέ σού, ουδέ εκείνοι οπού να γεννηθούν απού ’ξ αυτόν σου να μεν έχετε αγανάκτησιν απού ’ξ αυτής μας Μαχ. 223· και ο σκλάβος έβαλεν το επάνω τινός, το δίκαιον ορίζει να μηδέν του πιστεύσουν κατά το ͵πειν του, ουδέ κανείς να έχει καμιάν αγανάκτησιν, αν ουδέν έχει περίτου αναθεώρησιν Ασσίζ. 15224· και δος μου την υγειά μου.| Βοήθησε, πάτερ μου αγαθέ, πριν φθάσει να συγκλίνει| εις χρόνον αγανάκτησης και χάσω την κι εκείνη! Φαλιέρ., Ρίμ. L 302· Τούτον δε κατακείμενον ορώντες Μακεδόνες| ενόσουν ούτοι τας ψυχάς, μήπως και γνους Δαρείος| τούτου την αγανάκτησιν και συν πολλῴ τῳ θράσει| τοις Μακεδόσιν επειχθει και τούτους καταστρέψει Βίος Αλ. 2997· β) βλάβη, αδίκημα, παράπτωμα: όλον τούτον οπού ουδέν ένι με το κείμενον ημπορεί να λαληθεί αγανάκτησιν, τουτέστιν ζαβά καμώμενον, και τούτον ένι η αγανάκτηση Ασσίζ. 4552, 3· Εάν γίνεται ότι οκάτις βαπτισμένος, ού καμία βαπτισμένη, αφό ελευτερωθούν, ποιούν καμίαν αγανάχτησην τους αφέντες τους …, εντέχουνται να στραφούν αξαναπαρχής εις την δουλοσύνη τους Ασσίζ. 39813· και αν εκείνος ο Σαρακηνός αν ευρεθεί πλείον πολομώντας αγανάχτησην χριστιανού …, πρέπει να τόν πάρουν και να τόν κρεμάσουν Ασσίζ. 48714· Εβάλαν κούρσος εις την Αμόχουστον δυο τρεις φορές και εποίκαν πολλές αγανάκτησες Μαχ. 40222· γ) αναταραχή, φασαρία: Και εδιαλάλησεν πάσα άνθρωπος να κάτσει φρόνιμα και να πολομούν τες δουλείες τους … και τινάς μηδέν τορμήσει να ποίσει καμίαν αγανάκτησιν Μαχ. 6749.
       
  • αγανακτώ,  
    Σπαν. (Hanna) B 505, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 154, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 477, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 464, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 183, II H 19f, III 216 (χφ gg) (κριτ. υπ.), 309, IV 274, Καλλίμ. (Κριαρ.) 411, 1120, 1202, 1547, 1709, 1770, 1867, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50231, Διγ. (Mavr.) Gr. I 182, Πουλολ. (Krawcz.) 545, Gesprächb. (Vasm.) 257, 26359, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 76, 453, Λίβ. (Μαυρ.) P 33, 615, Λίβ. (Lamb.) Esc. 20, 890, 3581, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1040, 2398, Λίβ. (Wagn.) N 56, 753, 1442, 1860, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 35, Αλφ. ξεν. (Ζώρ.) 117, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 690, Μαχ. (Dawk.) 17228, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1037 A, Ch. pop. (Pern.) 434, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 411, Ριμ. κόρ. (Pern.) 735, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 182, 309, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 80, 242, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 9528, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 46, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1976, Ερωτόκρ. Ά́ 1577, Ευγέν. (Vitti) 879, Φορτουν. (Ξανθ.) Β́́ 470, Διακρούσ. (Ξηρ.) 6960, 11312· αγανακτώ ή γανακτώ, Μαχ. (Dawk.) 36428, 42818, 58410, 64435, Φορτουν. (Ξανθ.) Δ́́ 480, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 52617· αγαναχτώ, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 1577· αγαναχτώ ή γαναχτώ, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΧ 11, XLVII 13· γαναχτώ, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 892· μτχ. αγανακτισμένος, Ch. pop. (Pern.) 783, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 285, Ιερόθ. Αββ. (Legr.) 337· γανακτισμένος, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 54318.
    Το αρχ. αγανακτώ. Οι τ. αγαναχτώ, γαναχτώ και σήμ. (ΙΛ λ. αγαναχτώ). Για τη μτχ. βλ. και Χαριτων., Αθ. 36, 1924, 198.
    Α´ Αμτβ. 1) α) εξανίσταμαι: Απήν διαβεί το κάμωμα, αυτούς αν ερωτήσεις| τείντά ’χαν και μαλώνασι, πολλά ν’ αγανακτήσεις·| διατί δεν είχαν αφορμήν, υπόθεσιν καμίαν Σαχλ., Αφήγ. 242· β) εκδηλώνω την αγανάκτησή μου, βαρυγγωμώ: και να υπομένω ο ταπεινός αδύνατον υπάρχει,| α δε λαλήσω, α δεν ειπώ, α δεν αγανακτήσω Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 35· σκοντάφτει, πεδουκλώνεται και πέφτει και βαρίσκει·| αγαναχτά στη ζήση ντου, το θάνατό ντου κράζει Ερωτόκρ. Ά́ 1577. 2) Ταράζομαι, τρομάζω: Το αίμα δε κατέρεε την γην εκείνην όλην·| οι ίπποι ηγανάκτησαν, πάντας έκπληξις είχεν Διγ. Gr. I 182· πάλιν μέγας έγινε σεισμός με βοήν και αυτός, ώστε οπού … ήλθομεν ως νεκροί αλλαξοπροσωπισμένοι και αγανακτισμένοι Ιερόθ. Αββ. 337. 3) α) Κουράζομαι, βαριέμαι, απαυδώ (πβ. αγανάκτησις 1β): Ω θάνατε, … ποτέ δεν εγανάκτησες στη μέση να γυρίζεις,| με το δρεπάνι τ’ άπονο πάντα να τους θερίζεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 52617· Εγώ γαρ ηγανάκτησα τρώγειν τας παλαμίδας Προδρ. III 216 (χφ gg) (κριτ. υπ.)·   να έκλαι’ η καρδιά μου, ώστε ν’ αγανακτήσει Διακρούσ. 11312· β) κάνω μεγάλη προσπάθεια, κουράζομαι υπερβολικά (πβ. ΙΛ λ. αγαναχτώ Α2): κι από μακρά εγανάκτησα ποιός είσαι να γνωρίσω Φορτουν. Δ́́ 480· και εις αυτόν τον τρόπον δεν αγανακτούσαν τα χερία του, και έτσι ενίκησε τον Αμαλήκ ο Ιωσιέ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 174r· γ) δυσανασχετώ, δυσκολεύομαι (πβ. ΙΛ λ. αγαναχτώ Α 1γ): και τση Αυγουστίνας είχα πει νά ’ρθει να σε γυρέψει,| μα τούτη, αν πάγει και ποθές, αγανακτά να στρέψει Φορτουν. Β́́ 470. 4) Υποφέρω, βασανίζομαι: και εγανέχτησεν η γης η Αίγυφτο και η γης του Κεναάν από ομπροστά την πείνα Πεντ. Γέν. XLVII 13· Α βουληθείς να μ’ αρνηθείς και να μ’ αλησμονήσεις,| εις την Τουρκιά, στα σίδερα, πολλά ν’ αγανακτήσεις Ριμ. κόρ. 735· και τι την θέλω την ζωή την αγανακτισμένη Ch. pop. 738. Β´ Μτβ. 1) α) Θυμώνω, αγανακτώ (με κάποιον ή με κάτι) (Για τη μτβ. χρήση βλ. και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. 1953, 53): αν βάλω χέρα νά ’ρχομαι, θέλεις με αγανακτήσει Ερωτοπ. 453· μεγαλοψύχως δέξαι με και μη με αγανακτήσεις Προδρ. ΙΙ Η 19 f· την μοίραν της ν’ αγανακτά, την τύχην ν’ ατιμάζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 309· και παρεμπρός να σέ το ειπώ, μη με το αγανακτήσεις Λίβ. N 1442· β) δυσφορώ (για κάτι), δεν ανέχομαι (κάτι): Αγανακτώ τους λόγους σας, φονεύει μέ το πλήθος,| ο τόπος τούτος πνίγει με και το παλάτιν τούτο Καλλίμ. 1867· γ) βαριέμαι (κάτι): Κάπα μου, οπού δύναται, κάπα μου, ας σε αγοράσει,| κάπα μου, ηγανάκτησα, κάπα, τας χάριτάς σου Προδρ. IV 274. 2) Κάνω κάποιον να αγανακτήσει, πιέζω κάποιον (πβ. ΙΛ λ. αγαναχτώ Β 1): τους υποτακτίτας εκ την υπακοήν αυτού εκκλίναι κακώσας και αγανακτήσας πεποίηκεν Διάτ. Κυπρ. 50231· και αφού τόν ηγανάκτησα και εβιάσα (κριτ. υπ.) τον τοσούτον,| θλιμμένα εστράφην προς εμέ και απηλογήσατό με Λίβ. Sc. 2398.
       
  • αδουλοσύνη  
    η, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 51311.
    Από το στερ. α‑ και το αρχ. ουσ. δουλοσύνη.
    Ελευθερία: μηδεμίαν έχειν βουλόμεθα εξουσίαν ότι την δοθείσαν εις το σώμα αυτού διά του αυτού ισασμού αδουλοσύνην πληρεστάτην ελευθερίαν χαρήναι Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 51311.
       
  • ακροατής  
    ο, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50315.
    Το αρχ. ουσ. ακροατής. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Διαιτητής, κριτής (Η σημασ. ήδη στον Επιφάνιο Κωνσταντίας Lampe, Lex. στη λ. 5· πβ. και Χριστοφιλόπουλος, BZ 44, 1951, 86-8): έμπροσθεν του επισκόπου Τουσκουλάνου ον δεδώκαμεν εις τας αναμεταξείας αυτών ακροατήν Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50315. — Πβ. και ακροαστής, αφουκραστής.
       
  • αλήθεια  
    η, Σπαν. (Hanna) A 579, 642, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 214, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 119, II G 24, III 327, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 174, Διγ. (Καλ.) A 629, 1088, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50822, Βέλθ. (Κριαρ.) 272, 556, 1268, Ακ. Σπαν. (Legr.) 39352, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2199, 4121, 4312, 8939, 8948, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 144, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 190, Λίβ. (Μαυρ.) P 350, Λίβ. (Lamb.) Sc. 974, 1887, 2272, 2813, Λίβ. (Lamb.) Esc. 599, 3046, 4001, Λίβ. (Lamb.) N 490, 2721, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1234, Χρησμ. (Trapp) X35, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 3510, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 188, Μαχ. (Dawk.) 37815, 4783, 59633, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [82], Γ΄ [133], Ch. pop. (Pern.) 786, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 31, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15236, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 305, 7531, Έκθ. χρον. (Lambr.) 7531, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 163, 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 510, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVIII 13, XX 12, XXVIII 16, XLII 16, Έξ. ΙΧ 16, Αρ. XXVII 7, XXXVI 5, Δευτ. ΧΙΙΙ 15, Αχέλ. (Pern.) 2345, 2381, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 206, 281, Ε΄ 229, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 301, Β΄ 587, Γ΄ 173, 233, 293, 521, Δ΄ 114, Ε΄ 293, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 84· 4, 205, Σταυριν. (Legr.) 1218, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3733, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 1651, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 242, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 82, 96, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) [1563], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 9, Δ΄ 450, Διακρούσ. (Ξηρ.) 7924· αληθεία, Βουστρ. (Σάθ.) 524, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 16· αληθειά, Πεντ. (Hess.) Έξ. XVIII 21· αλήθειο(ν) το, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1849, 5294, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 292, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) (χφ) Β΄ 1651, Στάθ. (Μανούσ.) Γ΄ 349.
    Το αρχ. ουσ. αλήθεια. Για τον τονισμό του τ. αληθεία βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 104. Για τον τ. αλήθειο(ν) βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 65 κε. και Γεωργακ., Glotta 31, 1951, 204, αλλά και Λαμπρινός, Ελλην. 33, 1981, 255. Πβ. και Χρον. Μορ. P 2681, 4258, λ. συμπάθειον (την) και Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2681, 4258, λ. συμπάθειον (την). Η λ. και σήμ. κοιν. και με διάφορους τ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) Η αλήθεια από δογματική άποψη, η ορθόδοξη θρησκευτική άποψη: μη σφάλεις εις την πίστιν σου κι έβγεις εκ την αλήθειαν Σπαν. A 642· την πίστιν την αληθινήν οι χριστιανοί γαρ έχουν| και ει τις θέλει έρχεσθαι εις τον δρόμον της αληθείας ... Διγ. A 1088· ευχαριστώ σοι, βασιλεύ αόρατε, ότι εφανέρωσας εις εμένα το έλεός σου και την αλήθειάν σου Διήγ. Αγ. Σοφ. 15236· τους Τούρκους αγαπήσετε, παντοτινούς εχθρούς σας,| αμή κι εσείς σαν αυτουνούς είστε μαγαρισμένοι·| αλήθειαν δεν έχετε, ούδ’ είστε βαπτισμένοι Σταυριν. 1218. 2) Αυτό που αντικειμενικά υπάρχει, η πραγματικότητα: άρχισε να λέγει τους την αλήθειαν όλην Διήγ. Ιωσήφ 261. 3) Επίκληση της αλήθειας σε δήλωση πραγματικού ή οιονεί όρκου (Για τους όρκους και την επίκληση της αλήθειας και άλλων συναφών βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 346 κε., και μάλιστα 364): μα την αλήθειαν ζω καλά, αυθεντικά στον κόσμον Συναξ. γαδ. 144· διότι, μα την αλήθειαν και μα το συνειδός μου| και μα την κακοπάθειαν μου, τήν έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Sc. 2272· μα την αλήθειαν, απορώ και ο πόνος της ψυχής μου| πετά με εις Άδην σύψυχον Λίβ. Sc. 2813· μα την αλήθεια, έν’ την εδώ! το πρόσωπό τση κλίνει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 82. 4) Εκφρ. α) εις αλήθεια(ν) ή σ’ αλήθεια(ν): κι εκείνος λογιζόμενος σ’ αλήθειαν τού το λέγει Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2199· Επεί εγώ λέγω διά εμέν και κράτει το εις αλήθειαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8948· μην έχεις τρόμο, ογιάντα σ’ αμνόγω εις αληθεία Π. Ν. Διαθ. φ 244α 16· β) με αλήθεια(ν): λαλείτε το να πιστέψει ο ρήγας πως το λαλείτε με αλήθειαν Μαχ. 4783· εγώ εξεύρω εις πληροφορίαν, με αλήθειον σε το λέγω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1849· ότι έν’ καλλίων σου άνθρωπος και χριστιανός με αλήθειαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4121. 5) (Επιρρ.) πραγματικά, αληθινά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· βλ. και Ανδρ., Ελλην. 15, 1957, 19 και Κοραή, Λεξιλ. σημ. 7. Για την ανάλογη χρήση του η πβ. Αριστοφ., Νεφ. 483, Ανδρ., Σημασ. εξ. 89): τα γράμματα τιμήν έχουν, αλήθεια, μεγάλην Γλυκά, Στ. 214· ου γαρ ισχύει το λοιπόν αλήθεια τοσούτον Προδρ. ΙΙΙ 327· αλήθεια απέθανεν ο υιός Ροδοφίλου; Βέλθ. 1268· αλήθεια και ο Λιμότ και ο Περότ ήσαν αιχμάλωτοι εις την Γένουβαν Μαχ. 59633· αλήθεια οι άλλοι άρχοντες όλοι εντάμα ως φαίνεται ουδέν αρκούνται Βησσ., Επιστ. 3510· αλήθεια μοίραν απ’ αυτές έδειξαν να χηρέψουν Απόκοπ. 183· μ’ αλήθεια σου δεν ήχασα κι εγώ το διάφορό μου Στάθ. Β΄ 242· μ’ αλήθεια αναρίθμητοι επήγαν εις τον Άδη Διακρούσ. 7924· οι Τούρκοι επληροφόρησαν τον πρίγκιπα αλήθειον| το πώς εμάθασιν αυτοί εις την μαντείαν που εξεύραν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5294· και πρέπει αλήθειο τ’ όνειρο να’ ναι με δικαιοσύνη Στάθ. Γ΄ 349· κι ηύρισκε χίλιες αφορμές, μ’ αλήθειο δεν του ξάζου Ερωτόκρ. (χφ) Β΄ 1651.   —Συνών.: αληθινά 1, απαληθινά, απαρθινά.
       
  • άλυσις  
    η, Ασσίζ. (Σάθ.) 4617, 29424, 29618, 2981, 48814, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50331, 5114.
    Το αρχ. ουσ. άλυσις.
    1) α) Αλυσίδα (Η σημασ. αρχ.)· β) αλυσίδα με την οποία έκλειναν την είσοδο του λιμανιού (βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 381): περί των πραγματειών τά φέρνουν διά της θαλάσσης απέ την ριβιέραν, ήγου παραθαλασσίαν, κελεύει το δίκαιον: ημπορούν καλά να τα στρέψουν και να τα εβγάλουν διά της αλύσεως Ασσίζ. 48814. Φρ. αυλή της αλύσεως και κριτάδες της αλύσεως = ναυτοδικείο (Βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 110): και διά τούτο ένι μερία η αυλή της αλύσεως, της λεγομένης τζαϊάνας Ασσίζ. 4617· ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι οι κριτάδες της τζαϊάνας, τουτέστιν της αλύσεως Ασσίζ. 29618. 2) (Μεταφ.) δέσμευση, καταδίκη, ποινή: αλύσεσιν αφορισμού εκρατούντο φανερώς Διάτ. Κυπρ. 50331· εκ τας αλύσεις της εκκλησίας, ας εκρατείτο, συμπαθούμεν αυτού Διάτ. Κυπρ. 5114. Πβ. αλυσίδα 2.
       
  • αναλαβαίνω,  
    Ασσίζ. (Σάθ.) 11727, 1182, 17214, 17322, 28710, 29020, 23, 32219, 36826, 3698, 4254, 4448, 9-10, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50623, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 2096, 2158, Γ΄ 1723.
    Από το αρχ. αναλαμβάνω. Για τη λ. βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 438 και Αθ. 26, 1914, ΛΑ 154. Βλ. όμως και Κουκ., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 105. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Παίρνω πίσω (Η σημασ. και σήμ. στην Κύπρο, Σακ., Κυπρ. B΄ 447): ουδέν ημπορεί πλείον να αναλάβει τό της έδωκεν Ασσίζ. 1182· εκείνος οπού έχει το πράγμαν του χαμένον και ηύρεν τό εντέχεται να το αναλάβει με τοιαύτην οπλήν Ασσίζ. 4254. Πβ. αναπαίρνω. 2) Καίω: Η κάηλα η ψοματινή επέρασεν κι εδιάβη·| νερό γυρεύγει τση φωτιάς πρι να τον αναλάβει Ερωτόκρ. Α΄ 2096. Πβ. αναλαμπάνω Α. 3) Καίομαι: Έρωτας τσ’ ήφτε τη φωτιά κι ήστεκε ν’ αναλάβει Ερωτόκρ. Α΄ 2158· Ουρανέ, ρίξε φωτιά ο κόσμος ν’ αναλάβει Ερωτόκρ. Γ΄ 1723. Πβ. αναλαμπάνω Β.
       
  • αναμεταξία  
    η, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50315.
    Από το επίρρ. αναμεταξύ.
    Διαφορά, διένεξη: έμπροσθεν του επισκόπου Τουσκουλάνου, όν δεδώκαμεν εις τας αναμεταξίας αυτών ακροατήν Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50315.
       
  • ανάμιξις  
    η, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52526, 58228, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50312, Ερμον. (Legr.) Ι 324, Φ 181, Αχέλ. (Pern.) 2496.
    Το μτγν. ουσ. ανάμιξις. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (ανάμιξη).
    1) Ανακάτεμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, και σήμ.): διά την ανάμιξιν του αίματος της γονής Ελλην. νόμ. 58228. 2) Διένεξη: επάνω εις δεκατισμόν και έτερα δίκαια και τας αναμίξεις αυτών κωλύσαι Διάτ. Κυπρ. 50312. 3) Συμπλοκή: και τότε με σπαθιά ’σμιξαν και ανάμιξις εκείνη| πολλά φρικώδης ήτονε ... Αχέλ. 2496. —Συνών.: ανακάτωσις - ση 3.
       
  • ανατρέπω,  
    Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2930, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 85, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5248, 52719, 53311, 54124, 5476, 56113, 5753, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 5032, 9, 50717, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 42, Διγ. (Καλ.) A 1852, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXVII 14, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1772, 2655, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 134, 135, 147.
    Το αρχ. ανατρέπω.
    1) α) Ακυρώνω, διαλύω: εκκλησιαστικάς αποφάσεις, ας ... αρχιεπίσκοπος δικαίως έκδωκεν, έργῳ ανέτρεψεν Διάτ. Κυπρ. 5032· εάν μνηστευθεί άνθρωπος γυναικός και γινώσκει ότι έναι άλλης γενεάς ή πίστεως, ου δύναται μεταμεληθείς ανατρέψαι την μνηστείαν Ελλην. νόμ. 5248· β) καταργώ: γίνουνται οι άνθρωποι εις τελείαν ηλικίαν από κ́ χρόνου έως κε΄, ... δύνανται και να ανατρέψουν τους κουράτορας αυτών Ελλην. νόμ. 52719. 2) (Προκ. για δικαιολογίες) δεν παραδέχομαι, δε θεωρώ ικανοποιητικές: ορίζομεν ούτως, ανατρέπομεν τα δίκαια τα δοθέντα παρά του κυρού δείνα και ορίζομεν αυτόν του απολογήσασθαι εις την αίτησιν της συμβίου αυτού Ελλην. νόμ. 5476.
       
  • ανατροπή  
    η, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1031, 1589, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50717, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 145, 146.
    Το αρχ. ουσ. ανατροπή. Η λ. και σήμ. ως λόγ.
    1) α) Ακύρωση: περί διαθήκης ανατροπής και ότι κατά έξι τρόπους ρήγνυται η διαθήκη Βακτ. αρχιερ. 145· β) μεταβολή: επεί δε τούτο γέγονεν, ανατροπήν ουκ έχει Καλλίμ. 1031. 2) Κατάπαυση, σταμάτημα: καν και των θρήνων και κλαθμών ανατροπήν ουκ έχει (ενν. η Χρυσορρόη) Καλλίμ. 1589. Πβ. ανάπαυσις 4.
       
  • ανένοχος,  
    επίθ., Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5147, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50311.
    —Συνών.: αδόλωτος β, αμέριμνος δ, αναιτίατος.
    — Πβ. ακριμάτιστος.
       
  • αντιδικία  
    η, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 58310, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 5122, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 3923.
    Το μτγν. ουσ. αντιδικία. Η λ. και σήμ. ως λόγ.· ως ιδιωμ. στην Κρήτη (αντιδικιά, ΙΛ, λ. αντιδικιά).
    α) Φιλονεικία, έριδα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): προς τινάς έξουσιν έχθρας και αντιδικίας, αλλά νικήσουσιν αυτούς Ωροσκ. 3923· πβ. αγκάρα· —Συνών.: άγρητα, αλληλομαχία, αμφίβολον· β) αντίθεση (σε κάτι)· παράβαση: η ατεκνία διδοί χώραν της ορμασίας και ουδέν ποιεί αντιδικίαν της φύσεως Ελλην. νόμ. 58310· πβ. αμαρτεμός, αμάρτημα(ν) 1, αμαρτία 1α· γ) αντίρρηση: Ισάζομεν και ορίζομεν ότι τον αυτόν Γερμανόν τον Γραίκον αρχιεπίσκοπον έως ου ζη εκ του αυτού ημετέρου ισασμού μη όντος αντιδικίας του Λατίνου αρχιερέως Διάτ. Κυπρ. 5122.
       
  • ανυποταξία  
    η, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 5049.
    — Βλ. και αντάρτεμα.
    Ανυποταγή, απείθεια (Η σημασ. μτγν., L‑S): διά την ανυποταξίαν και απιστίαν των Γραικών Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 5049.
       
  • αξία  
    η, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3364, 4166, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50211, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2113, Διγ. (Καλ.) A 20, 4756, Βέλθ. (Κριαρ.) 17, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 3922, 436, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1022, 6063, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6064, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 343, Φλώρ. (Κριαρ.) 161, 397, 611, 933, 1835, Λίβ. (Lamb.) N 305, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 262, Μαχ. (Dawk.) 30829, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 9235, Θησ. (Βεν.) Β΄ [321], Ϛ΄ [152], Ι΄ [482], Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 227, 651, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 67, 132, 152, Βίος γέρ. (Schick) V 629, 854, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 10022, 1036, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 2510, 311, 5212, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1472, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3719, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1098, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 158, 186, Λίμπον. (Legr.) 235, 239, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44216· αξιά, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 80, Θησ. (Foll.) Ι 31, 65, 89, 126, Θησ. (Βεν.) Β΄ [56], Γ΄ [366],Ϛ΄ [314], Θησ. (Schmitt) 332, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 204, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 210, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 2710, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 151, Πεντ. (Hess.) Γέν. XLIX 3, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 2, 111· ΙΙΙ 2, 41, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [268, 494], Χορ. β΄ [12], Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 55, Διγ. (Lambr.) O 2220.
    Το αρχ. ουσ. αξία. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) (Γενικά) η αξία του ανθρώπου, (αξιόλογη) υπόσταση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 3 και σήμ.): ά (δηλ. τα οφίκια) ακόμη θέλει είσθαιν και παρά την αξίαν τους Σφρ., Χρον. μ. 9235· ας αποσκεπασθεί η αξιά κι η δύναμίς μας Θησ. Ι, 89. έκφρ. κατ’ αξίαν = σύμφωνα με την αξία (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. 3): ο βασιλεύς ... μεγάλως τους εδέχθην| ... , ως πρέπει κατ’ αξίαν Γεωργηλ., Βελ. 651· β) ικανότητα, αξιοσύνη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Εις την Μιλάνα διέβηκε με περισσήν αξίαν Κορων., Μπούας 132. 2) Αυτοκυριαρχία: μου σύγχυσε (ενν. ο Έρωτας) τον νουν κι επήρε την αξιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ 268. 3) α) Τιμή, δόξα (Πβ. L‑S στη λ. 2· Lampe, Lex. στη λ. 2d· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): λαμπρά τους υποδέχονται, αξίας μεγάλας κάμνουν Φλώρ. 1835· ας έμπει εις άρματα όποιος αξιάν γυρεύει Θησ. Ι 65· β) αξιοπρέπεια (Πβ. L‑S στη λ. 2): εις αξιάν και έπαινον άνοιγεν η καρδιά της Θησ. Ι 126· γ) υπόληψη (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. 2α): Την έχουσιν σ’ αξιά κι εισέ καμάρι Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. β΄ [12]. 4) α) Αξίωμα, βαθμός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2): γεγυμνωμένον πάσης ... αρχιερατικής αξίας Ιστ. πατρ. 1472· δίδω σου την αξίαν του να ’σαι καπετάνιος Γεωργηλ., Βελ. 227· εδώκαν την αξίαν των Ιεροσολύμων και τα σημεία εις την Αμόχουστον Μαχ. 30829· έκφρ. κατ’ αξίαν = σύμφωνα με το αξίωμα, το βαθμό: Άπαντες εσυνήχθησαν, στέκονται κατ’ αξίαν Φλώρ. 397· β) εξουσία (Πβ. L‑S στη λ. 2 Lampe, Lex. στη λ. 2 b ii, 2c): Ο σκύλος και τ’ αλάφι αυτό βρίσκονται στην αξιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [494]. Βλ. και εξιά· γ) δύναμη, ισχύς, δικαίωμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): επαύξησις της αξίας των νοταρίων Ωροσκ. (Λάμπρ.) 436· Χάρε, και πού ’βρες την αξίαν και έχεις τόλμην τόσην; Γεωργηλ., Θαν. 204· δ) αξίωση: πάσαν εύλογον αξίαν αυτού ... εξεπλήρου Ιστ. πολιτ. 311. 5) Επιτηδειότητα: επλήθυναν και ηύξηναν όλες εκείνες οι χώρες από πάσα τέχνην και αξίες αρκετές Σουμμ., Ρεμπελ. 158. 6) (Αξιόλογη) παραχώρηση, προσφορά, ευεργεσία: όταν ο χοντρός άνθρωπος έμβει εις καμίαν αξίαν θέλει να πάρει περισσότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 186. 7) Αμοιβή: εκ των έργων καθεείς λαμβάνει την αξίαν Διγ. A 4756. — Βλ. και καταξίας.
       
  • απαιτώ (Ι),  
    Σπαν. (Hanna) A 68, Σπαν. (Hanna) B 507, Σπαν. (Hanna) V 182, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 388, Σπαν. (Legr.) P 165, Σπαν. (Μαυρ.) P 460, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 80, 529, 562, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2853, Ασσίζ. (Σάθ.) 1415, 11310, 2724, 39028, 4466, 47014, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5287, 53013, 57713, 5774, 4848-9. 25, 26, 28, 30, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50718, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3413, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3319, Βίος Αλ. (Reichm.) 4480, Λίβ. (Μαυρ.) P 2128, 2163, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1933, Λίβ. (Wagn.) N 2796, Χρησμ. (Trapp) Ι 327, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 8834, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 152.
    Το αρχ. απαιτώ.
    Α´ 1) Ζητώ από κάποιον κάτι επίμονα: θέλω σε απαιτήσει| να κάτσεις να με αφηγηθείς Λίβ. Sc. 1933: έτρεχον, υπάγουν όλοι, απαιτούσιν τους παπάδας ... Χρησμ. Ι 327. Βλ. και αναγυρεύω 1α, αναζητώ 1. 2) Επιβάλλω, ορίζω: να της δώσεις λύσιν του τοιούτου γάμου του συναφθήναι ετέρῳ ανδρί, καθώς το δίκαιον απαιτεί Ελλην. νόμ. 53013. Βλ. και αναγκάζω. 3) Επιτρέπω: Ήθελα και άλλα περισσά να σ’ έγραφα παιδί μου,| αλλ’ ο καιρός ουκ απαιτεί , τα πράγματα ’μποδίζουν Κομν., Διδασκ. Δ 388. B´ (Ενεργ. και μέσ.) καθιστώ αναγκαίο (για μένα), χρειάζομαι: Περί τον όρκον τόν απαιτεί ... Ασσίζ. 2724· τους όρκους απαιτούνται Σπαν. V 182.
       
  • απιστία  
    η, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) 308, Ασσίζ. (Σάθ.) 2237, 538, 846, 1442, 1948, 19620, 22812, 23312, 3344, 36420, 39515, 4789, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 5049, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 636, 662, 669, 681, 727, 783, 801, 5441, Φλώρ. (Κριαρ.) 453, Λίβ. (Lamb.) Esc. 276, Μαχ. (Dawk.) 1684, 25428, 53417, 6741, Δούκ. (Grecu) 858, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2710, 2758· απεστία, Ασσίζ. (Σάθ.) 4784-5· απιστιά, Διήγ. Βελ. (Cant.) 340, Λίβ. (Μαυρ.) P 2743, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 59, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [1155].
    Το αρχ. ουσ. απιστία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Έλλειψη πίστης, εμπιστοσύνης· κακοπιστία (Πβ. την αρχ. σημασ. και χρ., L‑S στη λ. Ι 1, και τη σημερ., ΙΛ στη λ. 1): την κακοσύνην των Ρωμαίων, την απιστίαν όπου έχουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 727· Περί του όρκου της απιστίας απέ το ποίον η αυλή ουδέν να πάρει τίποτες Ασσίζ. 23226· ουδέν πρέπει να πάρει τίποτες η αυλή ... τα εθέσπισαν να παίρνουν απού άλλατα άπιστα αγκαλέματα, διότι τούτον ουδέν ένι έγκλημαν, αμμέ ένι απιστία Ασσίζ. 2336. 2) Αναξιοπιστία (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. Ι 2): να μείνει ως άπιστος ... ότι αφ’ εαυτός του έδειξεν την απιστίαν Ασσίζ. 538. 3) Έλλειψη χριστιανικής πίστης (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. 1 και Δημητράκ. στη λ. 4, και σημερ., ΙΛ στη λ. 2· πβ. και την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. ΙΙ): Εκείνος γαρ ο απόστολος (δηλ. ο Πέτρος) ... (παραλ. 3 στ.) διά να πατάξει τα είδωλα, την απιστίαν των εθνών Χρον. Μορ. (Καλ.) H 783. 4) Δολιότητα: διότι εποίησεν τούτο διά την απιστίαν του, διά να αποβγεί της δουλοσύνης Ασσίζ. 19620. 5) Κατηγορία: Το δίκαιον κρινίσκει και ορίζει ότι ο σιρ Μιτζέλ έπεσε να λάβει τοιαύτην αντροπήν ... και τούτο ένι δίκαιον από όλους εκείνους απού βάνουν επάνω άλλου τοιαύτην απιστίαν Ασσίζ. 1948. 6) Προδοσία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ): λίγον έλειψε να σκοτώσουν την ρήγαινα διά την απιστίαν απού τους εποίκεν Μαχ. 53417. 7) α) Ανυπακοή στους νόμους, παρανομία: διότι εποίησεν να ποιήσουν με τα καρτεσία του τον γραμματικόν να ποιήσει την απιστίαν, το άλλον ένι ότι εκείνος είχεν εις τον εαυτόν του εκείνη την απιστίαν απαύτα, ότι ηγνώριζέν το καλά Ασσίζ. 4789. Βλ. και αμάρτημα(ν) 3, αμαρτία 4, ανομία 1α· β) παράβαση των όρων μιας συμφωνίας, παρασπονδία: να κρατήσει την αγάπην στερεωμένην με την δικαίαν εξουσίαν, χωρίς καμίαν κακίαν ου καμίαν απιστίαν Μαχ. 25428· Εάν λάχει ότι β΄ ή γ΄ άνθρωποι συντροφεύγουν εν τῳ άμα ... και λαγχάνει μετά ταύτα ότι έχουν μεσόν τους καμίαν αδυσκεψίαν, ώσπερ απιστίαν κανενού (έκδ. και ενού· διορθώσ.· πβ. Ασσίζ. 3344) πράγματος της συντροφίας και εκείνος ο σύντροφος ζητά τη όρκον απέ τούτον το απιστεί Ασσίζ. 846.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης