Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 31 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Διάλ. Ευθυμ.

  • άρπαγος,  
    επίθ., Διάλ. Ευθυμ. 129β347 (κριτ. υπ.), Αιτωλ., Μύθ. 19, Συναδ., Χρον. 38, 62, 66, 71, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 252, Φυλλ. Αλ. 100, 106.
    Το αρχ. επίθ. άρπαγος, αν όχι από το άρπαγας κατά τα επίθ. σε ‑ος. Τ. αρπαγός στο Χρον. Γαλαξ. 206 (Η λ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρπαγας).
    α) Που έχει τάση ή αρέσκεται στην αρπαγή, αρπαχτικός, πλεονέκτης (Βλ. και L‑S, λ. άρπαξ I· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρπαγας 1): Ο αετός, ως άρπαγος … τα αλεπόπουλά ’φαγε Αιτωλ., Μύθ. 19· ήτον … άνθρωπος έμορφος …, αμή ήτον … άρπαγος, άδικος Συναδ., Χρον. 38· βλ. και αρπακτικός 1, άρπαξ α· β) (ως ουσ.) κλέφτης (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρπαγας 1): εγώ τον έχω διά Βασιλέα και εκείνος με έχει διά άρπαγον και φονέα Φυλλ. Αλ. 100. Βλ. και άρπαξ β.
       
  • άρπαξ — άρπαγας,  
    επίθ., Διάλ. Ευθυμ. 353, Καλλίμ. 2471, Διγ. Άνδρ. 3306, Βακτ. αρχιερ. 148· άρπαγας, Κορων., Μπούας 68, Συναδ., Χρον. 35.
    Το αρχ. επίθ. άρπαξ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άρπαγας).
    α) Που αποκτά (κ.) με αρπαγή, αρπακτικός, πλεονέκτης (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. άρπαξ I και σήμ., ΙΛ, λ. άρπαγας 1): ο Μπεντε-Βόγια άρπαγας διατί την κυριεύει (ενν. την Μπολόνιαν) Κορων., Μπούας 68· βλ. και φιλάρπαξ· β) (προκ. για απαγωγή) κλέφτης (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρπαγας 1): Περί δούλου οπού δείξει πως θέλουσι να αρπάξουν μίαν κόρην ή δείξει τους ανθρώπους τους άρπαγας Βακτ. αρχιερ. 148. Βλ. και άρπαγος β.
       
  • αρσενοκοιτεύω,  
    Διάλ. Ευθυμ. 363.
    Από το ουσ. αρσενοκοίτης.
    (Προκ. για άρρενα) αισχρουργώ με άντρα: εδιδάχθη πορνεύειν και αρσενοκοιτεύειν και άλλας αθεμίτους πράξεις Διάλ. Ευθυμ. 363.
       
  • ατιμία  
    η, Τρωικά 5233, Διάλ. Ευθυμ. 125, Σπαν. A 207, 657, Διδ. Σολ. Ρ 27, Σπαν. (Μαυρ.) P 232, Ελλην. νόμ. 5563, Ερμον. Θ 230, Χρον. Μορ. H 5103, 8438, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 422, 465 (σχόλ.), Δ΄ 920, Φλώρ. 1339, Αχιλλ. L 418, Καναν. 73C, Μαχ. 35213, Σκλάβ. 152, Φαλιέρ., Ρίμ. L 205, Θρ. Θεοτ. 104, Ιστ. πατρ. 14510, Παλαμήδ., Βοηβ. 90, Ιστ. Βλαχ. 286, 351, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Βακτ. αρχιερ. 182, Χριστ. διδασκ. 65, Διακρούσ. 11011, κ.π.α.· ατιμιά, Σπαν. (Μαυρ.) P 430, Βέλθ. 57, Πουλολ. Αθ. 43, Πένθ. θαν.2 534, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 209.
    Το αρχ. ουσ. ατιμία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Ντροπή, εξευτελισμός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Αλλά αισχύνης πλήρωσον το πρόσωπ’ ατιμίας| εις τα οπίσω να στραφούν με εντροπήν δειλίας Διακρούσ. 11011· άλλ’ ο Θεός του έδωσε μεγάλην ατιμίαν| κι έχασε τα φουσσάτα του και όλην την στρατείαν Ιστ. Βλαχ. 351· βλ. και ανυποληψία, απαντροπή, αποτσιπωμάρα, ατιμασία 1, αχρειοσύνη, εντροπή, σκόρνο· β) προσβολή: Ήλθες, βρομούσα τζαπερού, εις ατιμιά του γάμου Πουλολ. Αθ. 43 Ο τον χαρακτήρα της εικόνος του βασιλέως τιμών και προσκυνών εις τιμήν τον βασιλέως ποιεί ή εις ατιμίαν; Διάλ. Ευθυμ. 125. Βλ. και αναισχυντία 3γ, ασχημία 2, ασχημοσύνη 2, σκόρνο. 2) Ανυποληψία: Επροσπάθει να φτιάσει τα πταισίματα του λαού και να μείνουν οι άρχοντες με την ανυποληψίαν και ατιμίαν από τον λαόν Σουμμ., Ρεμπελ. 168. 3) (Νομ.) μείωση της προσωπικότητας (κάπ.) (Βλ. και Αρμεν., Εξάβ. σ. 392): έγκλημα επάγον δήμευσιν και ατιμίαν Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 465 (σχόλ.). 4) (Πληθ.) λόγια προσβλητικά: ύβρισαν τον Αλέξανδρον ύβρεις και ατιμίας μεγάλας Τρωικά 5233· ατιμίας πολλάς εφλυάρει Ιστ. πατρ. 14510. Βλ. και αναισχυντία 3β. 5) Άτιμη, αισχρή πράξη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): να πράξετε φόνους και κούρση και ατιμίες Μαχ. 35213· αλλά της μεγαλοπόλεως ταύτης την άλωσιν και την αιχμαλωσίαν του γένους, των γυναικών τας ατιμίας, των σωφρόνων τας αισχρουργίας Καναν. 73C. Βλ. και αισχροπραγία. 6) Καταισχύνη: εδιάβη κι έλαβε ζημίαν κι εστράφη με ατιμίαν,| των Τούρκων αλαζονικήν απόκρισιν εποίκεν Χρον. Μορ. H 5103. Βλ. και ασχημάδι 2.
       
  • αυτόκτιστος,  
    επίθ., Διάλ. Ευθυμ. 64-5.
    Από το αυτο‑ και το κτίζω. Η λ. ήδη τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
    Αυτοδημιούργητος (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex.): Ο ουρανός και η γη και τα πάντα υπό τινος εκτίσθησαν ή αυτόκτιστα ην; Διάλ. Ευθυμ. 64-5.
       
  • αυτολαμπής,  
    επίθ., Διάλ. Ευθυμ. 30.
    Από το αυτο‑ και το λάμπω. Η λ. ήδη τον 8. αι. (Lampe, Lex.).
    (Προκ. για τον ήλιο) αυτόφωτος (Η σημασ. τον 8. αι., Lampe, Lex.): Ο ήλιος αυτολαμπής ήν και μονοϋπόστατος Διάλ. Ευθυμ. 30.
       
  • αχούρι(ο)ν  
    το, Διάλ. Ευθυμ. 131α402, Κορων., Μπούας 76, Ιστ. πατρ. 1787.
    Από το τουρκ. ahir, περσ. achur (βλ. Maidhof, Glotta 10, 1920, 8, Φιλ., Θρακ. 5, 1934, 274, Ανδρ., Λεξ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Ιπποστάσιο, στάβλος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): τ’ άλογα στ’ αχούρια τους καλά ορδινιασμένα Κορων., Μπούας 76· πλησίον τούτων έκαμεν αχούριον ένα Ιστ. πατρ. 1787.
       
  • αποκαθαρίζω, 
    Διάλ. Ευθυμ. 155-6.
    Το μτγν. αποκαθαρίζω.
    (Μτχ. προκ. για φάρμακο ) καθαρτικός: Των εν ασθενείᾳ όντων ανθρώπων ουχ ενδέχεται ο ιατρός αποκαθαρίζοντα φάρμακα κεράσαι, ει μήπως προκαθάρει τούτους Διάλ. Ευθυμ. 155-6.
       
  • βοτάνη  
    η, Προδρ. II 102, 103, Διάλ. Ευθυμ. 348, Μανασσ., Χρον. 66, 166, 3250, Ιερακοσ. 3419, 36027, 4279, 4436, 47024, 51023, 52030, Βίος Αλ. 250, Δούκ. 574, 2653, 10 (γεν. βοτάνου), 3111, 10, 33120, 23 (γεν. βοτάνου), Μάρκ., Βουλκ. 34826, Διακρούσ. 8819.
    Το αρχ. ουσ. βοτάνη. Η λ. και σήμ. στο καππαδοκ. ιδίωμ. (ΙΛ).
    1) (Γεν.) χόρτο (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 3· πβ. και την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 1): Μη σε πλανά, πανσέβαστε, το πτωχοπροδρομάτον| και προσδοκάς να τρέφονται βοτάνας ορειτρόφους·| ακρίδας ου σιτεύομαι, ουδ’ αγαπώ βοτάνας,| αλλά μονόκυθρον παχύν Προδρ. II 102· όταν των θρεπτικών και αυξητικών και φυσικών βοτανών τύχει εμβληθήναι τῃ γῃ Μάρκ., Βουλκ. 34826· έπειτα ή χόρτῳ ή βοτάνῃ τῃ ευρεθείσῃ πλησίον όλον το σώμα σκεπάσαντες Ιερακοσ. 3419. Βλ. και βότανον 1. 2) α) Φαρμακευτικό, θεραπευτικό βότανο, βοτάνι (Η σημασ. και στο καππαδοκ. ιδίωμ., ΙΛ και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): ουκ ειδότες οι άθλιοι τίνα μετακαλούνται εις βοήθειαν και ποίαν βοτάνην εκθλίβουσιν, ίνα ποιήσομεν έμπλαστρον εις την νόσον Δούκ. 574· βλ. και βοτάνι(ον) 2α· β) (έκφρ. προκ. για φάρμακο) (1) ελαφική βοτάνη: ελαφικήν βοτάνην μίξας συμφύτῳ δος αυτῴ τρία μέρη Ιερακοσ. 47024· (2) μισόδουλος βοτάνη: λαβών μισόδουλον βοτάνην είτε ξηράν είτε χλωράν λείου καλώς και σήθε Ιερακοσ. 36027· (3) σιδηρίτις βοτάνη (Βλ. και Πάτρια Κων/π. 4714): σιδηρίτιν βοτάνην κόκκους β΄ Ορνεοσ. αγρ. 52030· (4) φιλάνθρωπος βοτάνη: Λαβών βοτάνην φιλάνθρωπον καλουμένην Ιερακοσ. 4279· βλ. και βότανον 2· γ) δηλητηριώδες φυτό, φαρμακερό χόρτο: δράκαινα φαρμακεύτρια, βοτάνη θανασίμη Μανασσ., Χρον. 3250· δ) μαγικό βότανο (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Α2 260-1): προς ονειροπόμπιον κρείττους ευρών βοτάνας Βίος Αλ. 250. Βλ. και βοτάνιον 2β. 3) Πυρίτιδα, μπαρούτι (Βλ. και Στεφανίδ., ΛΑ 5, 1920, 83-5 και 6, 1923, 232-3, Λάμπρ., ΝΕ 5, 1908, 402-3 και Άμ., Ελλην. 3, 1930, 346): Απ’ την βοή την περισσήν και την πολλή βοτάνη| όποιος ευρέθηκεν εκεί τον νουν του όλον χάνει Διακρούσ. 8819· Εξόπισθεν ουν της χαλκής καλάμου βοτάνης συσκευασία εκ νίτρου τεάφης και καρβούνου ιτέας πλήρης Δούκ. 2653· η δύναμις της βοτάνου τόσον υπερισχύει όσῳ και περονήσασα η βολίς τον ένα ου χαυνούται προς τον έτερον Δούκ. 26510· την πέτραν καλώς ενθείς και την βοτάνην σταθμήσας Δούκ. 3111. Βλ. και βοτάνιον 4. Η λ. με τον τ. Βοτάνης ο, ως κύρ. όν.: Σουμμ., Ρεμπελ. 170.
       
  • δαίμων  
    ο, Διάλ. Ευθυμ. 11652, 59, Γλυκά, Στ. 70, Προδρ. III 253 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 536, Διγ. (Trapp) Gr. 1340, Βέλθ. 172, Πτωχολ. P 265, Φλώρ. 583, Λίβ. P 2477, Λίβ. Sc. 1639, 2795, Λίβ. Esc. 3903, Φυσιολ. (Legr.) 149, Φυσιολ. (Zur.) III 117, Θρ. Κων/π. B 73, Μαχ. 25026, Μάρκ., Βουλκ. 34420, Ιστ. πολιτ. 2419, Ιστ. πατρ. 9211, Βακτ. αρχιερ. 177, Διακρούσ. 10829, κ.α.· δαίμων‑δαίμονας, Καλλίμ. 1230, 2579, Ερμον. Ω 3, Χρον. Μορ. H 902, Διήγ. παιδ. 330, Περί ξεν. A 465, Ρίμ. θαν. 125, Ερωφ. Ιντ. γ΄ 110, Ζήν. Πρόλ. 166, Ε΄ 122, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4054, 48718, κ.α.· δαίμονας, Ερμον. Ψ 85, Χρον. Μορ. H 3774, Χρον. Τόκκων 1734, Μαχ. 52410, Χούμνου, Π.Δ. IX 26, Σκλέντζα, Ποιήμ. 761, Αχέλ. 1410, Πανώρ. Β΄ 46, Ερωτόκρ. Α΄ 1008, Γ΄ 460, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 305, Β΄ 59, Δ΄ 234, Ζήν. Α΄ 71, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4542, 47522, κ.α.
    Το αρχ. ουσ. δαίμων. Ο τ. δαίμονας και σήμ. (Δημητράκ., λ. δαίμονας).
    Πονηρό ή ακάθαρτο πνεύμα, διάβολος, σατανάς (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II 2 και σήμ., Δημητράκ., λ. δαίμονας 1, 2. Βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 68): Ενδυθείς (ενν. ο Θεός) την σάρκα και προσβαλών τῳ δαίμονι Διάλ. Ευθυμ. 11659· Μη δαίμων σε εβάσκανε; Διγ. (Trapp) Gr. 1340· συντυχαίνω δαίμονας εις νύκτας ασελήνους Λίβ. Sc. 1639· Γροίκ’ ανοστιά, γροίκ’ αρρωστιά, γροίκα δαιμόνου οδύνη Ερωτόκρ. Α΄ 1008.
       
  • διάλεξις ‑η 
    η, Διάλ. Ευθυμ. 1141, Ωροσκ. 402, 4218, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 565, Ψευδο-Σφρ. 1827, Ιστ. πολιτ. 3016, Αλφ. 11α, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Αποκ. Θεοτ. II 33.
    Το αρχ. ουσ. διάλεξις. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Συζήτηση, συνομιλία (Για τη σημασ. βλ. L‑S στη λ. I): εις διάλεξιν τινά εκάλει … τον κυρ-Γρηγόριον τον Παλαμάν, … ίνα μετά τον Καλαβρού διαλεχθεί Ψευδο-Σφρ. 1827.
       
  • εισέρχομαι, 
    Διάλ. Ευθυμ. 124252, Ελλην. νόμ. 52726, Ορνεοσ. 55921, Διγ. (Trapp) Gr. 858, 2550, Διγ. Z 2691, 3062, 4236, Χρον. Μορ. H 2865, Βίος Αλ. 2904, 3503, Αρμεν., Εξάβ. Έ́ 828, 31, Αχιλλ. N 1305, Καναν. 81D, Μάρκ., Βουλκ. 34422, Διγ. Άνδρ. 3528.
    Το αρχ. εισέρχομαι.
    1) Μπαίνω (μεταφ.) (Βλ. L‑S στη λ. VI): τρόμος εισήλθε εις αυτούς και φόβος και δειλία Αχιλλ. N 1305· «… εάν ο πόθος μου, ξανθή, εισέλθη εις την ψυχήν σου, μήτε ο πατήρ σου ο στρατηγός, μήτε όλον σου το γένος … δεν θέλουν δυνηθεί να με φοβίσουν» Διγ. Άνδρ. 3528· εισήλθεν νόσος εις την εαυτού χώραν, ώστε παντελώς αφανισθήναι Διάλ. Ευθυμ. 124252. 2) (Προκ. για χρόνο) μπαίνω: Το καλοκαίρι επέρασεν, ο χειμώνας εισήλθεν Χρον. Μορ. H 2865. 3) (Προκ. για διαθήκη) συμπεριλαμβάνομαι: ου δέχονται τούτο οι τοιούτοι παίδες, αλλά θέλουσιν εισελθείν εις την πατρικήν κληρονομίαν μετά των λοιπών αδελφών Αρμεν., Εξάβ. Έ́ 831. 4) Αρχίζω: Όθεν αυτόν αληθινός νοήσας Παρασάπης| εισήλθε λέγων τάχιστα τῳ βασιλεί Δαρείῳ Βίος Αλ. 3503. 5) Πηγαίνω: Προ δε δέκα ημερών του εκβαλείν αυτόν εισέρχου πλησίον αυτού, μη από της μούτας αυτόν εκβάλεις εξαίφνης, και αποπηδών ψοφήσει Ορνεοσ. 55921. 6) Βαδίζω εναντίον κάπ., επιτίθεμαι: ευθύς ο Φιλοπαππούς κατήλθεν εκ του ίππου·| σπαθίν αράμενος αυτού άμα και την ασπίδα| τρανώς εισήλθε προς εμέ πτοήσαι με ελπίζων Διγ. (Trapp) Gr. 2550. 7) Προσφεύγω, καταφεύγω: ότε δε κατεφλέχθησαν υμών πάντα τα πλοία,| εισήλθετε δεόμενοι τυχείν ελευθερίας Βίος Αλ. 2904. 8) Επέρχομαι: Πρότερον ομνύνται οι κουράτορες του βλεπήσαι και διοικήσαι τοις ορφανοίς καλώς, άνευ ζημίας της εισερχομένης εις αυτούς Ελλην. νόμ. 52726.
       
  • εναντίος, (I),  
    επίθ., Λόγ. παρηγ. O 143, Διήγ. Βελ. 72, Ριμ. Βελ. 132, Φαλιέρ., Λόγ. 119, Αχέλ. 1121, Χρον. σουλτ. 578, Μεταξά, Επιστ. 4723, 4848, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [47]· ανάντιος, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 485· ενάντιος, Διγ. (Trapp) Gr. 1409, 1727, Χρον. Μορ. H 4340, 1822, Φλώρ. 26, 280, 447, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1374, Θησ. (Foll.) I 104, Ιμπ. (Legr.) 146, 158, Βεντράμ., Γυν. 154, Αχέλ. 559, Παλαμήδ., Βοηβ. 1369, Ιστ. Βλαχ. 1476, 1584, 2135, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, 163, 175, 184, Έγγρ. του 1643 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64), Ροδολ. Β΄ [456], Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [324], Τζάνε, Κρ. πόλ. 25619, 3361, 34516, 52023· ᾽ναντίος, Θησ. Πρόλ. [58, 77], Ζ΄ [1435], IB΄ [113].
    Το αρχ. επίθ. εναντίος. Ο τ. ανάντιος και σήμ. σε ιδιώμ. (Πρωίας Λεξ., λ. ενάντιος). Ο τ. ενάντιος και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. ενάντιος). Ο τ. ᾽ναντίος από μετρ. αν.
    I. Επίθ. 1) α) Αντίθετος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I 3α): δυο πάθη ενάντια πολλά βαστώ εις εμένα:| θανάτου ομάδι και ζωής Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [255]· επάτησες τον όρκον,| το ενάντιον γαρ του έποικες εις όσον του επισχήθης Χρον. Μορ. H 5549· ουδένας δεν αποκοτά το ενάντιο να μιλήσει Ερωτόκρ. Β΄ 1204· β) αντιφατικός (Η σημασ. στο Βλάχ.): Τούτο το κεφάλαιον εναντιότατον εαυτῴ Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 886 σχόλ.· γ) αταίριαστος: τα έμασεν εις ένα και έγραψέ τα και έκαμε τα έξι βιβλία λόγους εξήντα και εξέβαλε και εφήκε τα εναντία και άχρηστα εις τας κρίσεις Βακτ. αρχιερ. 212. 2) α) Δυσάρεστος: ήφεραν του πατέρα του μηνύματα εναντία| ότι· «τινές αλλογενείς τας χώρας σου κουρσεύουν …» Αχιλλ. N 178· όλος εξίσταμαι βλέποντας τόσας περιστάσεις εναντίας κατά πολλά της τοιαύτης μου επιθυμίας Μεταξά, Επιστ. 4723· β) δυσμενής: είχε την τύχην ενάντιαν Λίμπον. 224· πάλι ξεύρεις οι θεοί ενάντιοι μας είναι,| θεά η Ήρα απαρχής εχθρεύεταί μας πάντα Θησ. Γ΄ [661]· γ) (προκ. για καιρό ή άνεμο) όχι ευνοϊκός, αντίθετος (Για τη σημασ. βλ. L‑S στη λ. I 1b): δεν ημπορούσανε να περάσουνε από τα στενά της Καλλίπολης από εναντίον καιρό Χρον. σουλτ. 578· άνεμοι ενάντιοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 36411· δ) φοβερός: διότι αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψήν του Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 3) Βλαβερός: ούτε να τρώγεις ενάντια πράγματα Αγαπ., Γεωπον. 205. II. Ουσ. Α´ α) (αρσ. και θηλ.) αντίπαλος: διότι το αφεντικόν γράμμα να μην πατιέται (παραλ. 1 στ.), μόνον να είναι στερεόν σαν πύργος από πέτρα| και κείνον το ενάντιον δικαίως αντιμέτρα,| ήγουν εκείνος οπού θε να το καταπατήσει Ιστ. Βλαχ. 1594· δίχως άργητα καμιάν να τήνε θυσιάσουν.| Σαν βγάλω την ενάντιαν ετούτην απ’ ομπροστά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [869]· β) (αρσ.) αντίδικος (Η σημασ. στο Βλάχ.): Ει δε της αυτής χειρός και το εναντίον μέρος προκομίσειε γράμματα, τότε μη διαβάλλεσθαι· ῳ γαρ ο ενάντιος πιστεύει και ο προκεκόμικε και εξ ου τα οικεία επιρρώννυσι, τούτο ουκ αν διαβάλλοι Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 810· γ) (αρσ.) (προκ. για πόλεμο) εχθρός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι 2α): κατά των ’ναντίων μας ανδρείως να ʼρμηθούμεν| να τους αιχμαλωτίσομεν Κορων., Μπούας 61. Β´ Ουδ. 1) Συμφορά, δυστυχία (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 6): Δεν πρέπει να φοβάσαι,| πριχού μας έρθει ενάντιο να κλαίς και να θρηνάσαι Βεντράμ., Φιλ. 196· όλα τα ενάντια, τά ’χομε, να τα γλυκοβαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 278· ακόμη άλλα περισσά κακά και εναντία| παθαίνομεν οι άθλιοι με την συκοφαντία Ιστ. Βλαχ. 2647. 2) Αντίρρηση: να ημπορεί να φράσσει το λεγόμενον παραθύρ(ιν) κατά πώς και πρωτύτερα ουδέν ήτονε εκεί ποτέ, δίχως τινός εναντίου και αμπόδισμα Έγγρ. του 1550 (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295). 3) Μειονέκτημα: Απήλθον δε διά συμπεθέριον, όπου άρα με φανῄ εκ των δύο γενών. Εδέησεν ουν, ίνα διά το αναίτιόν μου πλέον δηλώσω τῳ αυθέντη μου τῳ βασιλεί τα καλά αμφοτέρων των μερών και τα εναντία Σφρ., Χρον. μ. 7426. 4) Εμπόδιο: να μαντενίρου από πάσα ενάντιον τον ... αγοραστή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2635. III. Το ουδ. με το άρθρο ως επίρρ. α) αντίθετα: ουδέν φωτίζει (ενν. ο ήλιος) ως έφεγγεν … Αλλά το ενάντιον η αρετή εργάζεται αιωνίως Ντελλαπ., Ερωτήμ. 920· β) έκφρ. εις τουναντίον = αντίθετα: κλίναντες εις τοὐναντίον απερρίφημεν από Θεού και απέστημεν Διάλ. Ευθυμ. 124248.
       
  • ενέργεια  
    η, Σπαν. O 185, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 376, Διάλ. Ευθυμ. 11785, Ιερακοσ. 5162, Διγ. Z 3263, Πόλ. Τρωάδ. 271, Βίος Αλ. 1248, Φλώρ. 275, Αχιλλ. N 1013, Σφρ., Χρον. μ. 1382, Σουμμ., Ρεμπελ. 185, Διγ. Άνδρ. 37235, Βακτ. αρχιερ. 217· ενεργεία, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 269v.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Ενέργεια α) δράση (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. I α και σήμ.): την φρικτήν ενέργειαν του πνεύματος του θείου Γλυκά, Στ. Β′ 230· β) πράξη (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S στη λ. I α και σήμ.): μάλλον ανδρείαν το δράμα ηγήσονται και σοφιστικήν ενέργειαν Δούκ. 4079. 2) Δύναμη α) ανδρεία: είχε δε (ενν. η Μαξιμού) την ενέργειαν μεγίστην εκ προγόνων Διγ. (Trapp) Gr. 2721· β) ένταση: οίον κραμπίον και πράσον … πώς υπό της φύσεως της αυξητικής σφοδροτέραν και τραχυτέραν (πιθ. διορθωτ. σε ταχυτέραν) έχει την ενέργειαν Μάρκ., Βουλκ. 34828· γ) ιδιότητα:  … ενέργειαν έχει εκ Θεού, τον θάνατον διώκει Ιμπ. 235· και του νερού η ενέργεια, αν έναι (ενν. η κόρη) δίχα δόλου, καθάριον έναι το νερόν ως κρύσταλλον και χιόνι Φλώρ. 1358.
       
  • εξαποστέλλω,  
    Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 25, Διάλ. Ευθυμ. 160, Καλλίμ. 1521, 1907, Διγ. (Trapp) Esc. 598, 1827, Βέλθ. 1251, Ερμον. Β 64, Η 314, Βίος Αλ. 2635, Θεολ., Τζίρ. 35810, Συναξ. γαδ. 244, Χρον. Τόκκων 3047, Έγγρ. του 1509 (Ραφτόπουλος, Πρακτ. Γ′ Παν. Σ A΄ 22510, 22611), Ψευδο-Σφρ. 35835, 56217, Ιστ. Βλαχ. 1125, Παρθεν., Γράμμ. 228, Έγγρ. του 1638 (Κωνσταντουδάκη Μ., Θησαυρ. 12, 1975, 11619, 31), Χριστ. διδασκ. 48· ʼξαποστέλλω, Μαχ. 68219, Χούμνου, Κοσμογ. 329, Ιστ. Βλαχ. 1728.
    Το αρχ. εξαποστέλλω. Τ. ξαποστέλνω και σήμ. (Δημητράκ., λ. ξαποστέλνω και Andr., Lex.). Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Πρωίας Λεξ.).
    α) Στέλνω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ. και σε ιδιώμ., Andr., Lex.): εξαπέστειλε (ενν. ο Θεός) βοήθειαν εξ ύψους Διγ. (Trapp) Gr. 3025· μας τον εξαπέστειλε να μας ελευθερώσει| από τας χείρας των εχθρών Ιστ. Βλαχ. 1221· β) στέλνω πίσω: έδωκέν τους δε χρυσίον πολύν και εξαπέστειλέν τους (ενν. τους καλεσμένους) εις τα οσπίτια τους Διγ. Άνδρ. 40419.
       
  • ζωοπάροχος, 
    επίθ., Διάλ. Ευθυμ. 9.
    Από το ουσ. ζωή και το παρέχω. Η λ. και στο Ρωμανό Μελωδό (Lampe, Lex.).
    Που παρέχει ζωή: αυτείνη (ενν. η Παρθένος Μαρία) η ζωοπάροχος πηγή Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397.
       
  • ζωοποιώ, 
    Διγ. (Trapp) Gr. 792, Φυσιολ. (Offerm.) G 403, Φυσιολ. (Kaim.) 22α18, Φυσιολ. B 710, 15, Θρ. Θεοτ. 21, 28, Διακρούσ., Πένθος 44· ζωποιώ, Πεντ. Γέν. VI 19, 20, VII 3, XII 12, XIX 19, XLVII 25, L 20, Έξ 118, XXII 17, Aρ. XXXI 15, Δευτ. XX 16· ζωπώ.
    Η λ. στον Αριστoτέλη.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. α) Δίνω ζωή: Ο φυσιολόγος έλεξεν περί του πέρδικος ότι αλλότρια ωά θάλπει και ζωοποιεί Φυσιολ. (Zur.) XI4· εις πνεύμα το άγιον, ζωοποιούν τα πάντα Διγ. (Trapp) Gr. 792· Και λαβών ο βασιλεύς εν ταις ιδίαις χερσίν το του υιού αυτού αίμα και ποτίσας τον λαόν εζωοποίησεν εκ του θανάτου την εαυτού χώραν Διάλ. Ευθυμ. 125206α· απέστειλέ με ο Θεός ομπροστά σας να βάλω εσάς απομονάρι εις την ηγή και να ζωποίσω εσάς εις γλυτωμό μεγάλο Πεντ. Γέν. XLV 7· β) ανασταίνω: ο φοίνικας έχει την εξουσίαν του αποκτείναι εαυτόν και του ζωοποιήσαι Φυσιολ. (Legr.) 779· τους νεκρωθέντας τῃ αμαρτίᾳ διά του τιμίου αυτού αίματος εζωοποίησε (ενν. ο Κύριος) Φυσιολ. (Kaim.) 16b17· τούτον (ενν. τον Λάζαρον) εζωοποίησας, συ (ενν. Χριστέ) δε πώς αποθνήσκεις; Θρ. Θεοτ. 28· γ) αφήνω να ζήσει κάπ., κρατώ κάπ. στη ζωή: εφουβήθηκαν οι μαμμήδες τον Θεόν και δεν έκαμαν χαθώς εσύντυχεν προς αυτές ο βασιλεύς της Αίγυφτος και εζωπούσαν τα παιδιά Πεντ. Έξ. I 17· παν υιός οπού γεννάται εις τον ποταμό να τον ρίξετε και παν θυγατέρα να ζωποίσετε Πεντ. Έξ. I 22. Β´ (Αμτβ.) ανασταίνομαι, αναζωογονούμαι: Ότι το όρνεον διά τριών ημερών εζωοποίησε και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πώς ουκ ηδύνατο εγείραι αυτόν εκ νεκρών; Φυσιολ. (Zur.) XIII 219. II. (Μέσ.) παίρνω ζωή: ούτω ζωοποιούται (ενν. ο ερωδιανός) Φυσιολ. (Zur.) XXXVIII 27· (μεταφ.): Ούτω και τα άπιστα έθνη ... ανέβλεψαν και ζωοποιήθησαν Φυσιολ. 339. Φρ. ζωποιώ σπορά = (προκ. για γυναίκα) φέρνω στη ζωή, γεννώ: σύρε να ποτίσομε τον πατέρα μας κρασί και να πλαγιάσομε μετά αυτόν και να ζωποίσομε από τον πατέρα μας σπορά Πεντ. Γέν. XIX 32.
       
  • θεογνωσία 
    η, Διάλ. Ευθυμ. 121167, 126 (κριτ.υπ.), 129β352, 131 (κριτ. υπ.), Γλυκά, Αναγ. 233, Διγ. (Trapp) Gr. 560, 911, Διγ. Z 842, Χούμνου, Κοσμογ. 2791.
    Από τα ουσ. Θεός και γνώσις. Η λ. και σήμ. ως λόγ.
    1) Η γνώση του Θεού, των εντολών του Θεού: έγινε άνθρωπος φέρνοντας την θεογνωσίαν και ευσέβειαν εις τον κόσμον Εγκ. αγ. Δημ. 1059‑10· το θείον ευαγγέλιον και την θεογνωσίαν Ιστ. Βλαχ. 2724. 2) Η πίστη στο Θεό: ελαμπρύνετο της θεογνωσίας το φρόνημα Εγκ. αγ. Δημ. 10783.
       
  • θεοποιώ, 
    Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 363l5.
    Το μτγν. θεοποιέω.
    Α´ (Ενεργ.) κάνω, θεωρώ κάπ. θεό: θωρώ πολλάκις| ανθρώπους δίχως αρετήν, δίχως φιλοσοφίαν| να τους προσέχουσιν τινές να τους θεοποιούσιν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2684· μόνον την κοιλίαν θεοποιεί, την δε ψυχήν αφήκεν έρημον Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IV 47. Β´ (Μέσ.) λατρεύω κ. σε θέση θεού: εις τιμήν των αγίων προσκυνούμεν τας αγίας εικόνας και ου θεοποιούμεθα ταύτας Διάλ. Ευθυμ. 119128.
       
  • θεοπρεπώς, 
    επίρρ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1323.
    Το μτγν. επίρρ. θεοπρεπώς (Βλ. L‑S).
    Με τρόπο που ταιριάζει στο Θεό: διατί γλυπτά ξύλα και εικόνας προσκυνείτε θεοπρεπώς; Διάλ. Ευθυμ. 119123.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης