Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- πέφτω,
- Ασσίζ. 229, 13612, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 66, Σαχλ. N 395, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 44, Ερωτοπ. 402, 604, Λίβ. Esc. 2127, 3861, Αχιλλ. L 68, 947, Αχιλλ. (Smith) N 1147, Αργυρ., Βάρν. K 394, Μαχ. 4226, 29423, Ch. pop. 821, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 456, Αλεξ.2 1376, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4125, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 118, Βεντράμ., Φιλ. 178, Διήγ. Αλ. G 27719, Πεντ. Γέν. XV 12, Αρ. XXIV 4, Δευτ. XXII 4, 8, Αχέλ. 2532, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 2815, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408, Πανώρ. Β́ 153, Γ́ μετά στ. 535, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 442, Χίκα, Μονωδ. 16, Διγ. Άνδρ. 39135, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1536, Β́ 1219, Γ́ 1569, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. έ 12, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11030, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [844], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 233, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 247, 248, Διγ. O 575, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15515, 1702, Μπερτολδίνος 106, Πωρικ. (Winterwerb) II 85, κ.π.α.· πέπτω, Ασσίζ. 1315‑6, 21, 32510, 34712, 38716, Λίβ. (Lamb.) N 510, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 902, 1075, 1516, 2183 κ.α., Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 312, Φυσιολ. (Legr.) 305, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 19119, Κανον. διατ. Β 217· πίπτω, Γλυκά, Στ. 256, Λόγ. παρηγ. L 120, Καλλίμ. 277, 1030, Διγ. Z 367, 3511, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1822, Βέλθ. 495, 1014, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7164, Ερμον. Θ 339, Ψ 236, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 96, Βίος Αλ. 2242, Απολλών. (Κεχ.) 336, 360, Λίβ. P 1754, Λίβ. Sc. 73, 1729, Λίβ. Esc. 116, Λίβ. (Lamb.) N 136, Λίβ. N 2185, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1981, Αχιλλ. (Smith) N 159, Δούκ. 375, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11210, 17818, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 26, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 222, Συναξ. γυν. 102, Έκθ. χρον. 2022, 3219, Κορων., Μπούας 131 δις, Μαλαξός, Νομοκ. 279 δις, Ιστ. πολιτ. 126, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1108 ξγ́ 2, κ.π.α.· παρατ. έπεφθα, Τρωικά 5291, Ιστ. πατρ. 1141· έππεφτα, Θρ. Κύπρ. M 265, 721· αόρ. έππεσα, Μαχ. 623, 21421, 32416, 50612, 67814 κ.α., Βουστρ. (Κεχ.) 19217‑8, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 83, 99, 123, 126, 132· μέσ. αόρ. (γ́ εν. πρόσ.) επέσατο, Χρον. Μορ. H 5882· μτχ. παρκ. πεσωμένος, Πιστ. βοσκ. I 3, 57, Καλόανδρ. (Δανέζης) 83 (24v, 53v, 55r).
Από το αρχ. πίπτω (βλ. ΛΚΝ, στη λ., Ανδρ., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πέπτω σε έγγρ. του 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 1, 1948, 128) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 726). Ο τ. πίπτω και σήμ. μόνο σε λόγ. φρ. (ΛΚΝ). Για τον παρατ. έπεφθα πβ. τ. πέφθω στο Du Cange (πέφθειν). Ο παρατ. έππεφτα και ο αόρ. έππεσα και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα, όπου και τ. ππέφτω (Σακ., Κυπρ. Β́ 730, στη λ., Χατζ., Λεξ., λ. ππέφτω). Για το μέσ. αόρ. επέσατο πβ. μτγν. μέσ. αόρ. επέσαντο (TLG)· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 434. Η μτχ. παρκ. πεσωμένος στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 312, 365 και σήμ. ιδιωμ. (Λάζαρης, Λευκαδ., Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ.). Η λ. πιθ. τον 3.-4. αι. (TLG), στο LBG και σήμ.
1) α) Κινούμαι προς τα κάτω παρασυρόμενος από το βάρος μου: Λίβ. P 114, 117, Λόγ. παρηγ. L 696· Σ’ ένα πηγάδι έπεσε σκύλος ενός ανθρώπου| και να τον βγάλει θέλησεν απάνω μετά κόπου Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 661· στο πέλαγος εγκρέμνισε (ενν. η αλουπού) κι έπεσε μοναχή της.| Επήραν την τα κύματα, στον λύκον την εβγάλα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 460· (σε μεταφ.): εις πόσον κρεμνόν έπεσεν κακώσεως η ψυχή μου Λίβ. Esc. 1944· εις τον βυθόν γαρ έπεσε (ενν. η κόρη) του πόθου του Λιβίστρου Λίβ. Esc. 1526· φρ. πέφτω στον Άδη = πεθαίνω: Έχει στον κόσμο γιαγερμό όποιος στον Άδη πέσει; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 897· (για όπλα που εκτοξεύονται): κοντάρια και λαντζόνια έπιπταν ως το χώμα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4522· ο πόλεμος να τρέχει| σε τουφεκιές και σαϊτιές και να μηδέν κατέχει| άνθρωπος πού να φυλαχτεί και το κορμί του χώσει,| να μηδέν πέσουν εδεκεί μπάλες να τους σκοτώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 47920· β) (για φυσικά ή καιρικά φαινόμενα): Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 24, Σφρ., Χρον. (Maisano) 18628· επέφτασιν τα άστρη Παρασπ., Βάρν. C 451· στα μέρη ετούτα η βροχή με χιόνι να μην πέφτει Πανώρ. Έ 394 κριτ. υπ.· (σε μεταφ.): αστροπελέκι| δεν πέφτει καταφρόνεσης, μήδ’ άλλος φόβος στέκει,| μα όλο χαρές κι όλο δροσές έχου και ξεφαντώνου Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 52· γ) (για υγρά) κυλώ από ένα ψηλότερο σημείο σε ένα χαμηλότερο: Θέλω στενάξω εκ καρδίας πολλά και να θρηνήσω,| να χύσω δάκρυα πικρά, στα στήθη μου να πέσουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 277· την λαύραν τούτηνε την διώχνει και την σβήνει| τούτο που πέφτει απάνου της τ’ αγίασμα Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [424]· δ) κατεβαίνω από ζώο, ξεπεζεύω, πηδώ: εσήκωσεν η Ρίβκα τα μάτια της και είδεν τον Ιτσχακ και έπεσεν από το καμήλι Πεντ. Γέν. XXIV 64. 2) α) Αποσπώμαι, αποκολλώμαι· μαδιέμαι: τα δόντια του (ενν. του γέρου) επέσασι, τα μάτια του θολάνα Γεωργηλ., Θαν. 422· ανισώς και ο ρήγας (ενν. των μελίσσων) να ’τον γέρος και από γεροντοσύνης να ππέσαν τα φτερά του και να μηδέν ημπόρησεν να πετάσει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 114· Όταν πέφτουν τα μαλλιά του και τα γένια του ή μουστάκια Ιατροσ. κώδ. υμθ́· εφύσα ο άνεμος και έπεφταν πολλάκις τα άνθη Διγ. Άνδρ. 40018· β1) γεννιέμαι: εγαστρώθη (ενν. η Σάρρα) (παραλ. 1 στ.)· κι ολπίζαμε οι ταλαίπωροι, σαν πέσει το γομάρι,| να μεγαλώσει και να ζει με του Θεού τη χάρη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 47· καλλιά το ξεύρεις παρά μένα| πως όλοι εγεννηθήκαμε στη γη από κύρην ένα| και πως γδυμνοί μας έκαμε να πέφτομεν η φύση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 279· β2) προέρχομαι, προκύπτω: Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη τας αγκάλας| και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασεν και απήρεν Βέλθ. 680· γ) (προκ. για έμβρυο) αποβάλλομαι: εβάλαν το (ενν. το ’γδίν) απάνω εις την κοιλιάν της και εκουπανίσαν πολλά πράματα, διά να ρίψει το βρέβος· και ο Θεός εγλύτωσέν το και δεν έππεσεν Μαχ. 21433· δ) (μεταφ.) αφαιρούμαι (από ένα σύνολο), δεν υπολογίζομαι: να χωρίσει του Κύριου τις ημέρας του χώρισμά του ... και οι μέρες οι πρώτες να πέσουν, ότι εμαγάρισεν το χώρισμά του Πεντ. Αρ. VI 12. 3) α) Από όρθια στάση σωριάζομαι στο έδαφος: Και περπατώ, κλονίζομαι, τρέμω και θέλω πέσει,| ουδέ γιατρός, ωσάν γροικώ, θέλει με ωφελέσει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 67· Τ’ αλάφι αποζυγώνοντας τόσα είμαι κουρασμένη,| οπού ’ρθα σ’ ώρα δυο φορές να πέσω λιγωμένη Πανώρ. Β́ 140· Εάν είς καμηλάρης αγωγιάζει τα καμήλια του εις κρασί ..., και γίνεται ότι τα καμήλια πέπτου, και γίνεται τίποτες ζημία απέ το φορτίν τους ... Ασσίζ. 32513· Οι Τούρκοι κατακόπτουνταν και ππέφταν πληγωμένοι Θρ. Κύπρ. M 707· Επέφτασιν οι χριστιανοί χαμαί μακελλεμένοι Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 307· β1) βαδίζω με αστάθεια, παραπατώ, σκοντάφτω: Ύπαγε, Σταφυλή κατηραμένη ... Το αίμα σου να πίνουν οι άνδρες ... και από τοίχον εις τοίχον να πίπτουν Πωρικ. (Winterwerb) III 127· β2) (μεταφ.) παραπαίω: πασαείς οπ’ αγαπά να γιάνει την ζωήν του| ας διώχνει τά πικραίνεται από την θύμησίν του (παραλ. 2 στ.), όχι να πέφτει, ώσπερ τυφλός, ώρες εδώ κι εκείθες Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 167· γ) (για οικοδομήματα) καταρρέω, γκρεμίζομαι: Γέγονε δε και σεισμός μέγας εν Κωνσταντινουπόλει ... και έπεσον τα τείχη της Πόλεως και ιμαράτια, και ναοί και οίκοι πολλοί ηφανίσθησαν Έκθ. χρον. 4812· τα θεμέλια τρέμουσιν, ο πύργος συντληάται,| και αν πέσει ο πύργος το βραδί, πλακεί τον νοικοκύρην Δευτ. Παρουσ. 369· δ) (για πλοίο) γέρνω: καθούριν έσωσε μετά βροχήν και χιόνιν| και άμα τῳ σώσειν ήρπαξεν πάραυτα το τιμόνιν·| τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι| κι εποίκεν κτύπον φοβερόν και ... ερράγην Απόκοπ.2 357. 4) α) Γονατίζω (για να προσκυνήσω ή να παρακαλέσω κάπ.): όλοι αντάμα πέζευσαν, πέφτουν και προσκυνούν τον Αχιλλ. L 841· Θέλω τηνε, ζητώ τηνε, πέφτω, παρακαλώ τη Πανώρ. Έ 339· φρ. πίπτω εις τα γόνατα = γονατίζω: Ευγενή Πάτροκλε φίλε,| νυν νομίζω τους Αργείους| να ’λθουσι με δουλοσύνη| κι εις τα γόνατα να πέσουν| και να με παρακαλέσουν,| ότι χρεία πολλή τους ήλθε Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΒ́ [379]· φρ. πέφτω εις τους πόδας/στα πόδια κάπ. = γονατίζω και ικετεύω κάπ., προσπέφτω: έπεσεν εις τους πόδας μου (ενν. η κόρη) και εφίλει τους και επαρεκάλει μοι Διγ. Άνδρ. 3723· με πάσα μου ταπείνωση στα πόδια σου να πέσω| κι όσο μπορώ και δύνομαι να σε παρακαλέσω| για δουλευτή σου ’μπιστικό και σκλάβο σου να μ’ έχεις Πανώρ. Γ́ 589· β) (με τις προθ. εις, προς + αιτιατ.) παρακαλώ θερμά, ικετεύω: σήμερον πέφτω εις εσάς να ζήσω, ν’ αποθάνω Αργυρ., Βάρν. K 298· ας αφήσομεν την οργήν ήν έχομεν και ας πέσομεν μετά δακρύων προς Κύριον, ίνα ελεήσει την αθλίαν μας ψυχήν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 370v· φρ. πέφτω εις την ελπίδα κάπ. = ζητώ τη βοήθεια κάπ.: έλεγεν (ενν. ο Ιωάσαφ): «Ω Ιησού Χριστέ μου, … να με φυλάξεις … από τούτους τους δαίμονας …». Και έκαμε τον σταυρόν του … και έπεσεν εις την ελπίδα του Χριστού Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 13721· φρ. πέφτω σε παρακάλιο = παρακαλώ: οι καβαλιέροι κι άρχοντες σε παρακάλιο πέσα| να μην του πάρει τη ζωή Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32424. 5) α) Ξαπλώνω για να κοιμηθώ, πλαγιάζω: νυστάζω, πέφτω τάχατε, τυλίγομαι την κάπαν,| θέλω υπνώσαι, ουκ ημπορώ, ως έχειν αποκοιμούμαι Προδρ. (Eideneier) III 273-74 χφφ PK κριτ. υπ.· έπεσα ...| ... εις το κρεβάτι μου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 270· ενύσταξα και έπεσα εις τα γόνατα της κόρης και εκοιμήθηκα Διγ. Άνδρ. 37520· φρ. πέφτω εις πλάγιασμα, βλ. πλάγιασμα 1γ· β) (με την πρόθ. μετά + γεν. ή την πρόθ. με + αιτιατ.) συνευρίσκομαι ερωτικά: είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκα … και πέφτει μετά του και τεκνοποιών ... Ασσίζ. 37729· τόση ήτονε η κακή της γνώμη, απού ως και με τους δούλους της έπεφτεν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 415· ο Δαβίδ ο προφήτης εστόντα αμουρούζης της γυναίκας του Ουρία ... έππεσε μιτά της και αγγαστρώσεν την Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 96· γ) κάθομαι κάτω: Την εβδομάδα τω σκολώ μαζώνουνται και βγαίνου| στα περιβόλια, να χαρούν, και με τραγούδια μπαίνου| άνδρες, γυναίκες στα δενδρά· επέσανε να φάσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45525. 6) α) Αρρωσταίνω: Αυτού λέγει το δίκαιον διά εκείνον όπου πουλεί ού αγοράζει ένα σκλάβον ... απού πέπτει απού κακή αρρώστιαν Ασσίζ. 29029· πεσών τῳ πάθει της ελεφαντιάσεως Ιστ. πολιτ. 71· από την πίκραν την πολλήν έπεσ’ αρρωστημένος| κι ήρθε κοντά στον θάνατον Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [362]· (εδώ από έρωτα): με πικριές τέτοιας γλυκιάς αιτίας| να πέφτουν από πόθου τους άθλιοι και πονεμένοι,| διαπάς με παραπόνεσιν έστοντας βυθισμένοι΄ Φαλιέρ., Ιστ.2 3· β) (προκ. για όργανο του σώματος) φθείρομαι, καταστρέφομαι: αν εμαγαρίστην (ενν. η γεναίκα), ... να πρηστεί η κοιλιά της και να πέσει το μερί της Πεντ. Αρ. V 27. 7) α) Σκοτώνομαι στο πεδίο της μάχης: φωνές εβγήκαν παρευθύς και κλάηματα και πόνοι| σ’ εκείνους οπού έπεφταν και τους αρπούσαν φόνοι Αχέλ. 2051· (σε παρομ.): Αρχίνισαν τον πόλεμον μετά μεγάλου πλήθους (παραλ. 3 στ.)· ωσάν τα φύλλα έπεφταν οι Τούρκοι κι οι Τατάροι Ιστ. Βλαχ. 899· β) (κατ’ επέκταση) πεθαίνω: Ο πόλεμος ο φλογερός εκράτησε δυο μήνες (παραλ. 1 στ.) και χώρια από τους σκοτωμούς εκράτιε τσι κι ανάγκη| μεγάλη, κι αποθαίνασι Ρωμιοί πολλοί και Φράγκοι,| οπού ’τον τόσος θάνατος σ’ όλες αυτές τσι μέρες,| που πέφτανε καθημερνό νέοι και θυγατέρες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15426· ίππος ο Βουκέφαλος εξασθενήσας πίπτει| και λύπην προεξένησε μεγάλην Αλεξάνδρῳ Βίος Αλ. 4641. 8) (Συν. με το επίρρ. απάνω ή την πρόθ. εις + αιτιατ.) α) ρίχνομαι, κινούμαι ορμητικά προς κάπ., πλησιάζω πολύ κοντά σε κάπ.: ιάτρευσε (ενν. ο Ιησούς) πολλούς, τόσον οπού να έπεφταν απάνου του να τον πιάσουν όσοι είχαν βλαψίματα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. γ́ 10· φρ. πέφτω απάνω εις κάπ., πέφτω εις τον τράχηλον/επί τους τραχήλους (κάπ.) = αγκαλιάζω κάπ.: υπήγεν και έπεσεν απάνω εις το νεκρόν σώμα του πατρός του και εκαταφίλει τον μετά πολλών δακρύων Διγ. Άνδρ. 40111· πατέρα και μητέρα του απεχαιρέτησέν τους,| έπεσεν εις τον τράχηλον και κατεφίλησέν τους Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 800· έπεσεν ιπί τους τραχήλους του (ενν. του πατέρα του) και έκλαψεν ιπί τους τραχήλους του ακόμη Πεντ. Γέν. XLVI 29· β1) χτυπώ πάνω, προσκρούω: Εάν γίνεται ... ότι είς άνθρωπος φορτωμένος ξύλα ού έτερον τίποτες γομάριν ... διαβαίνει ... και χαλά ού ρίπτει εκείνον τό εκείνος ο βουργέσης ... έβαλεν έξω του εσπιτίου του, ... ει δε γίνεται ότι κανείς άνθρωπος να εβρούθησεν με το ίδιόν του θέλημαν το υποζύγιόν του φορτωμένον ού τον άνθρωπον φορτωμένον, ένι κρατημένος να ανακαινώσει όλην την ζημίαν τήν να ποίσει εκείνος οπού έπεσεν επάνω εις το πράγμαν του βουργέση Ασσίζ. 36210· β2) (για πλοίο) προσαράζω: την οποίαν (ενν. βάρκαν) έστοντας να σηκώσουν και να την βάλουν μέσα εις το καράβι, έκαμαν βοήθειες και εζώνασι το καράβι· φοβούμενοι μήπως και πέσουσιν εις την ξέρην — και εκατέβασαν τα άρμενα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 17· γ) (μεταφ.) παρουσιάζομαι: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκαν του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 1 στ.). Πέφτει ο πόθος εις αυτούς μεγάλως, εξαιρέτως,| βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 157· (προκ. για το Άγιο Πνεύμα): ο Πέτρος ελάλει ετούτα τα λόγια και το Πνεύμα το Άγιον έπεσεν απάνω εις όλους εκείνους οπού άκουαν τον λόγον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ί 44· δ) (μεταφ.) επιζητώ, επιδιώκω κ.: εις πράγμα που ζητούμεν| εις κείνο έως ύστερον πέφτομεν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4120. 9) α) Κινούμαι ορμητικά εναντίον κάπ. ή κ., εφορμώ, επιτίθεμαι: Διγ. Z 2629· ο άνθρωπος πέπτει εις το θηρίον και το θηρίον σφάζεται Φυσιολ. (Legr.) 369· έπεσαν εις τα χρήματα τα θαυμαστά του κάστρου,| τον πλούτον τον αρίφνητον εφθείραν, εχαλάσαν Βυζ. Ιλιάδ. 1051· (μεταφ.): Ο δε Θευδάς ... καλέσας ένα απού τα πονηρά πνεύματα το πέμπει, διά να δώσει πόλεμον εις την σάρκα του ανδρειωμένου στρατιώτου, του Σωτήρος Χριστού ... Το δε πονηρόν πνεύμα … πέφτει εις του λόγου του ανάπτοντας φλογερήν κάμινον εις την σάρκαν του Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11916· οργή του Θεού έππεσεν απάνω τους, διότι ήτον πολλά αγγρισμένος μετά τους διά τας αμαρτίας τους Μαχ. 1612· β) (προκ. για κακό, συμφορά, κ.τ.ό.) συμβαίνω, ενσκήπτω, πλακώνω: Όταν έναι αγάπη δεν μπορεί σκαντάλιση να πέσει Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 65· θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.| Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία Ανακάλ. 2· είπανέ μου (ενν. οι άρχοντες της Λακεδαιμονίας) πως εις την Λακεδαιμόνιαν έπεσεν τόσον θανατικόν, ώστε οπού εμείς δεν ημπορούμεν να θάπτομεν τους νεκρούς Διαθ. Νίκωνος 6. 10) α) Μειώνομαι σε δύναμη ή ένταση, λιγοστεύω, εξασθενώ α1) (για καιρικά φαινόμενα): βλέποντας τον άνεμον δυνατόν εφοβήθη ... και εμπαίνοντας αυτοί μέσα εις το καράβι, ο άνεμος έπεσε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιδ́ 32· α2) (για συναισθήματα ή καταστάσεις): όπου ορίζει ο έρωτας πάσ’ όργητα τελειώνει| και πέφτει η μάνητα η παλιά όπου η νια αγάπη σώνει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 276· απήτι εδιάβηκα εκατό και άλλοι είκοσι χρόνοι,| και η ανομιά δεν έπεφτε, μάλλιοστας πλια φυτρώνει,| τότες όρισε ο Κύριος του Νώε ... (παραλ. 2 στ.) να μπούσι εις τον κιβωτό Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1431· β) παύω, σταματώ: του γενεράλε λέσι| από τσ’ ανθρώπους το κακό κι ο θάνατος ας πέσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5388· θέλου γραφτούν οι σύβασες κι ο πόλεμος να πέσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54414· φρ. πέφτουν τ’ άρματα = παύει η επίθεση: δώκαν την απόφαση για να παραδοθούσι.| Και φλάμπουρον εδείξανε, τ’ άρματα για να πέσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1745. 11) α) Νικιέμαι σε μάχη: Δέσποτα, ας πολεμούμεν,| μην πέσουν τα φουσσάτα σου και λάβεις ατιμίαν Αχιλλ. L 418· β) (για πόλη, κάστρο, κ.τ.ό.) κυριεύομαι, παραδίδομαι: Η καύχηση των Κρητικών (ενν. το Κάστρο) έπεσε κι εσκλαβώθη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56517· Ετούτ’ η χώρα δε μπορεί έτσι εύκολα να πέσει,| κι εμείς να τηνε δώσομε δεν είν’ στην εξουσιά μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36512· γ) (προκ. για εξουσία) ανατρέπομαι: Πάντα σμικτές οι βασιλειές κάλλιά ’ναι φυλαμένες,| και μόνιες και ξεχωριστές πέφτου οι πολεμημένες Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 42· δ) (μεταφ.) υποκύπτω, ενδίδω: Μαγεύγου με τα λόγια σου και πέφτω και πλανούμαι,| μα μ’ όλα αυτείνα του αντρός τες δυσκολιές φοβούμαι Φαλιέρ., Ιστ.2 661· στην εμορφιά της την πολλήν αυτείνοι δύο πέσα Δεφ., Σωσ. 80· φρ. πέφτω εις το θέλημα κάπ. = υποχωρώ, δέχομαι, συγκατατίθεμαι στην επιθυμία κάπ.: Ω πατέρα μου, ύπαγε του σκοπού σου| και πέσε εις το θέλημα, κύρη μου, του υιού σου Τριβ., Ρε 88. 12) (Μεταφ.) α) χάνω το κύρος μου, ξεπέφτω: έχασεν απολογίαν εις την αυλήν, διά τούτο πλέον ουδέν πρέπει να εισακουστεί ουδέ να πιστευτεί εις μαρτυρίαν και έπεσεν οπρός εις την αυθεντίαν, ως γιον πρέπει να πάθει άνθρωπος άπιστος Ασσίζ. 536· τες δόξες έβλεπα (ενν. εγώ, η Αθήνα) και εχαίρουμουν γαλήνη (παραλ. 1 στ.). Με των καιρών τσ’ αντιστροφές ελείψαν τα σχολειά μου,| εχάθηκε το κράτος μου, επέσαν τ’ άρματά μου Λίμπον. 22· (προκ. για την πτώση του ανθρώπου από τον παράδεισο): φαγών ο πρώτος άνθρωπος από του καρπού του ξύλου της παρακοής, ευθύς εξόριστος γίνεται από της τρυφής του παραδείσου, ... και αντί της μακαρίας ζωής …, εις την αθλίαν και πολυβασανισμένην πέπτει Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5029· (προκ. για την πτώση του Εωσφόρου): ’ς ’περιψά εδόθησα (ενν. οι αγγέλοι), το κρίμα εκινήσα.| Και ο Θεός θωρώντας τους ...| ... απάνω απού τους ουρανούς εκαταγκρέμνισέν τους| κι επέσα κι εγενίστησα κι εμείνασι ως τελώνια| κι επήγασι εις την οργή κι εγίνησα δαιμόνια Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 992· (προκ. για την ενσάρκωση του Θεού): επειδή ο Θεός ηθέλησεν τον άνθρωπον να τιμήσει,| εξ ουρανού εκατέβηκεν, να πέσει εις αύτην την φύσιν Συναξ. γυν. 124· β) καταστρέφομαι· δυστυχώ: Αντάν ο εχθρός σου ππέσει ή χαλάσει μηδέν χαρείς απέ την ζημίαν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 87· Σηκώνει η τύχη τσ’ άμαθους, τσ’ άγνωστους, πάσα ψεύτη,| κι ωσάν τη μπάλα ο φρόνιμος σηκώνεται και πέφτει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 128. 13) (Με την πρόθ. εις/σε + αιτιατ.) α) περιέρχομαι στη δικαιοδοσία κάπ.: ο Ρωμανός ως είδεν την δυναστείαν της βασιλείας και την ισχύν και εξουσίαν των Ρωμαίων ότι έπεσεν εις ... γύναιον ... Παράφρ. Μανασσ. 303· πέφτει εις την ελεημοσύνην του αυθέντη το κορμίν του να λάβει τοιούτην τιμωρίαν, ώσπερ να λάβει κλέπτης Ασσίζ. 22030· φρ. (1) πίπτω αποκάτω εις τους ορισμούς κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.· υπακούω κάπ.: ο Θεός την όρισεν (ενν. την γυνήν) και έπεσεν αποκάτω| εις όλους του τους ορισμούς, να έναι εις το θέλημάν του Συναξ. γυν. 111· (2) πέφτω/πίπτω εις το χέριν/εις χείρας/στα χέρια κάπ. = (κυριολ. και μεταφ.) συλλαμβάνομαι· περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: εφάνησαν δύο κάτεργα γενουβήσικα και ήλθαν εις την συντροφίαν του. Ο κοντοστάβλης θωρώντα πως έππεσεν εις το χέριν τους ... Μαχ. 5262· θέλεις πέσει, άθλιε, εις χείρας του Σκεντέρη·| ότι ο Τούρκος ο εχθρός είναι πονηρευμένος Ιστ. Βλαχ. 1266· πέφτου| στα χέρια τότες τω Φραγκώ και τ’ άρματά τως θέτου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46117· αλί οπού πέσει εις χείρας του και οπού τον γνωρίσει (ενν. τον έρωτα)·| τον νουν του χάνει τον ταχύ, χαλά και την ζωήν του Διγ. Z 188· β) (μεταφ.) παγιδεύομαι, απατώμαι, πλανώμαι από κ.: υιέ μου, η ελικία σου μηδέν σε παραπαίρνει·| το νέον σου το εύμορφον μηδέν το καμαρώνεις (παραλ. 1 στ.)· εις κάλλος όπου έπεσεν έμεινε κομπωμένος Σπαν. O 35· φρ. (1) πέφτω εις τα νήματα κάπ. = παγιδεύομαι, συλλαμβάνομαι: το αυτόν όρνιον πέφτει εις τα νήματα κανενού πουλλάρη και πιάνει το Ασσίζ. 20020· (2) πέφτω/πίπτω εις τον δεσμόν/εις παγίδαν/σε βρόχια (κάπ.) = (μεταφ.) απατώμαι, πλανεύομαι: όποιος απόκτησε τον φόβον του Κυρίου (παραλ. 1 στ.). ... ποτέ δεν επλανέθη (παραλ. 1 στ.)· δεν έπεσεν εις τον δεσμόν εχθρού του βροτοκτόνου Ιστ. Βλαχ. 1367· δελεαστείς ο άνθρωπος πέπτωκεν εκ της δόξης (παραλ. 1 στ.)· η Εύα τον επλάνεσε, υιέ αγαπημένε·| διάβολον ουκ έβλεπεν, ει μη τον όφιν μόνον.| Ακούσασιν τον λόγον του, έπεσαν εις παγίδαν Σπαν. O 179· σε βρόχια κιανενός αντρός να πέσω δεν αφήνω Πανώρ. Δ́ 44· γ) υπόκειμαι (στον έλεγχο, την κρίση ή την τιμωρία κάπ.): θέλω ετούτο το μικρόν μου ποίημα να το λέγουν Άνθος Χαρίτων, και αν τύχει τίποτες πταίσιμον, είμαι βέβαιος να έναι εις την συνείδησιν εκεινού οπού το αναγινώσκει, και εγώ έως τώρα πέφτω εις την παίδευσίν τους και αφήνω το πταίσιμόν μου Άνθ. χαρ. 28917· πρόσεχε να μηδέν ψευσθείς εις τον βασιλέαν· και θέλεις πέσει εις μεγάλην οργήν και παίδευσιν και καταδίκην Ιστ. πατρ. 16415. 14) (Με την πρόθ. εις + αιτιατ.) α) περιέρχομαι σε μια κατάσταση: γυναίκα εχήρευσεν και ουδέν δύνεται εγκρατεύσαι, αλλά θέλει να πέσει εις δεύτερον γάμον Ελλην. νόμ. 5835· αρπάζετε τους κόπους των μετά την δυναστείαν| και εκείνοι πέπτουν εις πτωχείαν, πολλά κακοπαθούσιν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2502· πέφτοντας εις φόβον και χαράν ομού σύμμικτον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130· Όσοι γαρ αγαπώσι πέφτουσ’ εις μεγάλες έγνοιες και κινδύνους και φόβους Διγ. Άνδρ. 3348· β) υποπίπτω (σε σφάλμα, παράπτωμα, αμάρτημα, κλπ.): πέφτει (ενν. ο αυθέντης του σκλάβου) εις το πταίσμαν του αμαρτήματος ούτως ώσπερ απαύτα εκείνος να το είχεν ποιήσει διά χειρός του Ασσίζ. 15319· το κορμί έναι γιναμένον από την φύσιν … και πέφτει γλήγορα εις πάθη Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 32r· από την μέθην έπεσαν εις πορνείαν και εις μοιχείαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 366v. 15) α) Kατασκηνώνω: Αναπετώ την τέντα μου, στένω το φλάμπουρό μου (παραλ. 1 στ.), δίδω βουλήν να μένομεν απέσω εις το λιβάδιν·| έλυσαν τα φαρία τους πάντες εις το λιβάδιν (παραλ. 2 στ.). Επέσαμεν αμέριμνα την όλην την ημέραν Λίβ. (Lamb.) N 651· β) στρατοπεδεύω: το ποτάμι επέρασεν (ενν. ο Αλέξανδρος) με όλα τα φουσσάτα του και έπεσεν εις το σύνορό μου κοντά Διήγ. Αλ. G 28614· ο μεν Ισαγγέλης έξωθεν της Τριπόλεως πεσών πάσαν μηχανήν εποίει προς το κρατήσαι το κάστρον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 17· φρ. πέφτει η κατούνα μου, πέφτω την κατούναν μου = στρατοπεδεύω: Ο της Αιγύπτου βασιλεύς ήλθεν ο Φερδερίγος,| έπεσεν η κατούνα του με την υποταγήν του Λίβ. Esc. 2252· έπεσεν την κατούναν του (ενν. ο Βεδερίχος) με την παραταγήν του Λίβ. N 1985· γ) εγκαθίσταμαι: επλίκεψαν από την Χάβιλα ως τη Σουρ ...· ιπί πρόσωπα ολωνών των αδερφιών του έπεσεν Πεντ. Γέν. XXV 18. 16) (Με την πρόθ. εις + αιτιατ.) α) βρίσκομαι τυχαία σε μια περίσταση: Αυτούς οπού θέλουν το κρασί κάνε να τους αφήσεις,| κι αν πέσεις εις χαροκοπιά, βλέπε να μην μεθύσεις Δεφ., Λόγ. 154· οι Τούρκοι επεράσα| …, τους χριστιανούς επιάσα (παραλ. 4 στ.)· κι όλους στα καταλύματα τους δέσαν και τους πιάσα| κι εφέρασι ξύλα, κλαδιά κι εβάλα κι εσκεπάσα| κι άναψε κι εκαήκανε όλοι τως εκεί μέσα,| και δείχνω σας τι πάθανε κι εις είντα ώρα επέσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4225· β) συναντώ απροσδόκητα κάπ.: πέφτοντας απάνω εις τους εχθρούς τούτους, ούτε με το εξαφνικόν τούτο πράγμα εταράχθηκα ούτε πολλά εφοβήθηκα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130· (εδώ σε παροιμ. χρ.): αποφάσισε πως άλλην σωτηρίαν δεν έχουσι να γλυτώσουσι παρά το σπαθί τως, διότι όλοι οι τόποι τριγύρου είναι κλεισμένοι από τους ερημίτας Αράπηδες, και αν βάλουσιν εις τον νουν τως να φύγουσι, θέλουσι φύγει από τον λύκον να πέσουσιν εις το λεοντάρι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 397. 17) α) Αναλογώ· ανήκω, αποδίδομαι σε κάπ.: εκάτσαν ... και είδαν την ομάδαν του μηνίου του λαού και εμοιράσαν τα μεσόν τους ... και έππεσεν πασανού τον χρόνον από τρία πέρπυρα χρυσά Μαχ. 830· το δίκαιον ορίζει ότι όλον να ένι του αυθέντη του τόπου με δίκαιον του ποίου πέφτουν τα πάντα Ασσίζ. 1202· ημείς να κατορθώνομε και ημείς να πολεμούμεν,| η δόξα και το έπαινος να πέφτει εις εσένα Αργυρ., Βάρν. K 378· (εδώ σε μαθηματικούς υπολογισμούς): Μέθοδος των ζ́ απλή. Επτά σύντροφοι με ζ́ φλουριά εις ή μήνας εκέρδισαν φλουριά ιά· αν ήταν σύντροφοι θ́ εις μήνας θ́ με φλουριά ας́, τι ήθελεν τους πέσει; Rechenb. 402· β) (για οικονομική ζημία, ευθύνη, φταίξιμο, κλπ.) β1) επιβαρύνω: πουλεί το αμάχι την άλλην ημέρα διά παρκάτω, επάνω εις τίναν να πέσει η αυτή ζημία του παρκάτου και τις να την πλερώσει Ασσίζ. 31330· να σηκώσει βάρητα που πέφτουν στα παιδιά μου Λίμπον. 38· έπεσε όλο το κατάβαρο εις τους άρχοντας το πως να είναι αιτία ατοί τους και η βουλή να γίνουνται ετούτα τα καμώματα Σουμμ., Ρεμπελ. 165· β2) μοιράζομαι: Περί ναυαγίου, οπού ναυαγήσει το καράβι και ρίχνουν εις την θάλασσαν τίνα είδος, ότι πώς πέφτει η ζημία. ... ζημιώνουνται πάντες κατά το ποσόν της πραγματείας τους ... Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1239 κβ́ 2· γ) περιέρχομαι σε κάπ. (από κληρονομιά ή συγγένεια): το μερτικόν της μητρός κατεβαίνει των τέκνω της ... και ουκ ημπορεί ο πατήρ να εμποδίσει ούτε να παρκατεβάσει των τέκνων τό τους έπεσεν παρά της μητρός αυτών Ασσίζ. 38311· αν ... πεθάνει ο ρε Ούγγες, το ρηγάτον να πέφτει του άνωθεν υιού της κόρης του Λογής και μεν το πάρει άλλον παιδίν του ρε Ούγγε Μαχ. 9412· δ) λαχαίνω, τυχαίνω σε κάπ.: ας αποθάνουμεν στον κόσμον τιμημένα,| μάλιστα που μας έπεσεν καιρός πεθυμημένος| για την ελευθερίαν μας Παλαμήδ., Βοηβ. 235· φρ. πέφτω εις τον λαχνόν κάπ. = κληρώνομαι σε κάπ. (εδώ μεταφ.): εις τον οποίον (ενν. τον Χριστόν) και εταχθήκαμεν, ήγουν επέσαμεν εις τον λαχνόν του Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εφεσ. ά 11 σημ. 18) Μου επιβάλλεται ποινή, τιμωρούμαι: Εάν γίνεται ... ότι κανείς άνθρωπος δέρνει κανένα άνθρωπον έτερον ..., το δίκαιον κρίνει ότι εκείνος έπεσεν να δώσει του δαρμένου ρ́ δωδεκάρια Ασσίζ. 46214· ο εγγυτής οπού είχεν ομόσει τον άδικον όρκον να πέσει να δώσει της κρίσης τοιούτον τέλος, ως γιον χρεωστεί να δώσει άνθρωπος παράνομος Ασσίζ. 6622. 19) α) Σφάλλω, παρανομώ· αμαρτάνω: Υιέ μου, ειδέ και αν έπεσες, και αν έποικες και φόνον,| βλέπε γαρ την γυναίκα σου μηδέν τ’ ομολογήσεις Διδ. Σολ. Ρ 80· πάντα γαρ δέχεται Θεός, μόνον μη απογνώσεις·| οσάκις πέσεις, έγειρε· ουκ ήλθε γαρ καλέσαι| Κύριος δικαίους ..., αλλά τους αμαρτόντας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 233· β) κάνω λάθος, πλανώμαι: οι Ρωμαίοι πλανούν τον λαόν και βάλλουν τους εις αιρεσίαν … και λαλούν ψέματα και πέφτουν ως γιον τους Έλληνες και ονομάζουν πράματα άπρεπα τα ποία δεν είναι Μαχ. 6617. 20) (Μτβ., σε ιδιάζ. χρ.) ρίχνω κάπ. κάπου· (μεταφ.) οδηγώ κάπ. σε μια κατάσταση: Να ’χεις εσύ (ενν. Θεέ) τον ουρανόν, την άβυσσον εκείνος (ενν. ο αντιστάτης).| Και ωσάν εσύ του γίνεται τάχατ’ η αρχή τήν έχει| και πέπτει τον εις παρηγοριάν, της δόξης καν απέχει Δευτ. Παρουσ. 248. Φρ. 1) Μου πέπτει ανάγκη = αναγκάζομαι: Εις άλλον κόσμον, ήξευρε, εις άλλη γη και τόπον| μου πέπτει ανάγκη σήμερον, ξένε μου, να παγαίνω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3122. 2) Με/μου πέφτει δύσκολα/’ς βάρος = μου είναι δύσκολο: ακόμη δεν είναι καιρός σου και τώρα σε πέφτει δύσκολα, διότις είσαι ακόμη δώδεκα χρονών και δεν δύνεσαι ακόμη να πολεμήσεις θηρία Διγ. Άνδρ. 34323· Στην πόλιν να παγαίνουσι, α δεν του πέφτει ’ς βάρος Θησ. Θ́ [307]. 3) Μου πέφτει επιδέξιον/εύκολα = μου είναι εύκολο: αν είχεν γαρ την δύναμιν (ενν. ο βασιλεύς), να του έπεφτε επιδέξιον,| δείξει το ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του Χρον. Μορ. H 2532· να γράψομεν του βασιλέως ευθύς …| ενάντια του Μιχαήλ, κι όταν τον βασιλέα| φέρομεν εις την γνώμην μας να ’ναι με μας στερέα,| θέλει μας πέσειν εύκολα να τον αντισταθούμεν Παλαμήδ., Βοηβ. 733. 4) α) Μου πέφτει λόγος = λέω κ.: η γνώμη σου είναι καλή και του Θεού αρέσει·| μόν’ φύλαγε του λόγου σου και λόγος μη σου πέσει Μαρκάδ. 222· Πολλά τον επασκίσασι (ενν. οι αρχιερείς τον Ιησού), λόγος για να του πέσει| και αντίδικα του Αβραάμ τ’ όνομα να συθέσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2632· β) πέφτει «μια λέξη» από το στόμα μου = λέω κ.: απού το στόμα μου τ’ «όχι» δε θέλει πέσει,| μα πασανός τα χείλη μου «μετά χαράς» θα λέσι Πανώρ. Ά 287. 5) Να ’πεφτε φωτιά να μασε κάψει· πέσε, φωτιά, και κάψε = (σε κατάρα): Ανάθεμα στη μοίρα μας κι ας ήθελε μας θάψει| εδώ γή να ’πεφτε φωτιά τώρα να μασε κάψει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1966· Αέρα, πάψε, δροσερέ· πέσε, φωτιά, και κάψε| το Χοσαΐνη τον πασά, κι εσύ, ουρανέ μου, κλάψε! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22815. 6) Πέφτει η κεφαλή μου = τιμωρούμαι με αποκεφαλισμό: έκαμε την απόφαση (ενν. ο βιζίρης) να πέσει η κεφαλή του (ενν. του Χοσαΐνη),| κι ώστε να πει το λόγο του, είχαν του τηνε κόψει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4048. 7) Πέφτει ο κλήρος απάνω εις = επιλέγομαι με κλήρωση, κληρώνομαι: έδωκαν κλήρον εις αυτούς και έπεσεν ο κλήρος απάνω εις τον Ματθίαν, και εβάλθη και αυτός … αντάμα με τους άλλους ένδεκα τους αποστόλους Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 42r. 8) Πέφτει ο λογισμός/νους μου (εις) = σκέφτομαι: κτίσε παλάτια θαυμαστά ...· και βάλε την θυγατέρα σου εις εκείνα τα παλάτια μέσα, διά να μην πέσει ο λογισμός της εις έρωτα Διγ. Άνδρ. 31320· Τούτο σας λέγω, αυθέντες μου, αλλού μη πέσει ο νους σας,| το πέραμά σας να γενεί μέσον του Μεντοβόρου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 967. 9) Πέφτουν τα νεφρά μου, βλ. νεφρό(ν) Φρ. 1. 10) Πέφτουν τα πρόσωπά μου = σκυθρωπιάζω: οργίστην του Κάιν πολλά και έπεσαν τα πρόσωπά του Πεντ. Γέν. IV 5. 11) Πέφτω εις δρόμον, βλ. δρόμος 24. 12) Πέφτω εις κατηγορίαν, βλ. κατηγορία Φρ. 13) Πέφτω εις όρεξιν να ..., βλ. όρεξις ‑ξη Φρ. 11. 14) Πέφτω εις το προκείμενον = (προκ. για λόγο, αφήγηση) αναφέρομαι, σχετίζομαι με το θέμα: Ετούτον τον μύθον μου εδιηγούτονε η άνωθεν γερόντισσα, ο οποίος πέφτει εις το προκείμενόν μας τόσον, οπού δεν ημπορεί να ειπεί τινάς περισσότερον Μπερτολδίνος 115. 15) Πέφτω εκ τον ορισμό (κάπ.) = παρακούω, απειθώ (σε κάπ.): Με πονηριά εβάλθηκε (ενν. ο όφης) τον άνθρωπο να κάνει| να πέσει εκ τον ορισμό, μόνο για ν’ αποθάνει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1080. 16) Πέφτω κάτω, βλ. κάτω Φρ. 17) Πέφτω/πέπτω και αποθνήσκω/ν’ αποθάνω/να αποθνήσκω/να ψοφήσω = πεθαίνω: το είδος του προσώπου της (ενν. της γοργόνης) θάνατον γαρ εισάγει,| οίον γαρ ίδῃ, παρευθύς πέπτει και αποθνήσκει Φυσιολ. (Legr.) 883· ήλθε μου λακταρισμός να πέσω ν’ αποθάνω Περί ξεν. (Μαυρομ.) 330· ποτέ δεν ομιλεί (ενν. ο αβουγαδούρης) διχώς καλόν κανίσκι,| ανέναι και θωρεί άνθρωπον να πέπτει να αποθνήσκει Σαχλ., Αφήγ. 361· δεν υπάγεις (ενν. συ, ορτύκιν) πούπετε να πέσεις να ψοφήσεις,| αμή ήλθες και εκάθισες εν μέσῳ της τραπέζης Πουλολ. (Τσαβαρή)2 480. 18) α) Πέφτω εις θάνατο = πεθαίνω: ανίσως και θελήσετε εκ τον καρπό να φάτε,| θέλετε πέσει εις θάνατο και στη φωτιά να πάτε Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1071· β) πέφτω σε θάνατον/του θανάτου = είμαι ετοιμοθάνατος, κοντεύω να πεθάνω· (εδώ σε υπερβολή για να δηλωθεί μεγάλη στενοχώρια): από την πλήξιν ήλθασιν σε θάνατον να πέσουν Αχέλ. 1983· από το παράπονον κι εκ την αδημονίαν| ολιγοψύχησεν πολλά και έπεσεν του θανάτου,| και με τα ροδοστάματα με όλις εσυνήλθεν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 401. 19) Πέφτω στα πλάγια κάπ., βλ. πλάγιον Φρ. 2. 20) Πίπτει/πέφτει η αγάπη/ο πόθος μου εις κ. ή κάπ. = επιδίδομαι με ζήλο, αφοσιώνομαι σε κ. ή κάπ.: καθώς ετελείωσε το σωτήριον τούτο έργον ο χριστομίμητος πατριάρχης, έπεσεν ο πόθος αυτού και η αγάπη εις την μελέτην της θείας Γραφής και νύκτα και ημέρα εσπούδαζε Ιστ. πατρ. 1975· επειδή αρνήσθηκα συγγενείς, πατέρα και μητέρα, και έπεσεν η αγάπη μου εις εκείνον (ενν. τον άνδρα), ανάγκη ήτον και είτι ήθελεν με ειπεί να μην τον ακούσω κιόλα; Διγ. Άνδρ. 37222. 21) Πίπτουσιν οι ψήφοι εις = εκλέγομαι με ψηφοφορία: Εποίησαν ουν ψήφους (ενν. οι αρχιερείς) και έπεσον οι ψήφοι εις τον Θεσσαλονίκης και εποίησαν αυτόν πατριάρχην Έκθ. χρον. 4516. 22) Πίπτω εγγυητής = εγγυώμαι: συντύχετε (ενν. σεις, Αγάπη και Πόθε) τον Έρωτα, παρακαλέσετέ τον (παραλ. 2 στ.)· δι’ εμέ πέσετε εγγυηταί, λόγους καλούς ειπέτε Λίβ. P 2812. 23) Πίπτω εις βουλήν/έννοιαν/μελέτην/φροντίδα = σκέφτομαι, αναλογίζομαι: εις έννοιαν έπεσεν και συνεσκόπει ο νους του| και εσκόπει το πώς διέβαινε η γραία ...| δύσβατον τέτοιον ορεινόν Λόγ. παρηγ. O 244· έπεσον εις ετέραν φροντίδα και βουλήν και μελέτην, πότερον να έχωσι τον υιόν αυτού τον Μουράτην αγάπην και να παραχωρήσωσιν είναι αυτόν αυθέντην ... ή να φέρωσι τον Μουσταφάν ... και ποιήσωσιν αυτόν αυθέντην εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. (Maisano) 1815. 24) Πίπτω εις κατηγόρημα, βλ. κατηγόρημα(ν) Φρ. 25) Πίπτω εις οργήν, βλ. οργή Φρ. 13. 26) Πίπτω/πέφτω εις συμβίβασιν/‑εις = συνθηκολογώ: μη δυνάμενοι δε (ενν. οι δύο δεσπόται) αντιμαχήσασθαι αυτῴ, έπεσον εις συμβιβάσεις, όπως δώσωσιν αυτῴ χαράτσιον Έκθ. χρον. 2012· εκ την στένεψιν την πολλήν που είδαν εκείνοι οι απέσω,| ότι ποθέν ουκ ημπορούν να έχουσι βοήθειαν,| έπεσαν εις συμβίβασιν κι εδώκασιν το κάστρον,| μεθ’ όρκου γαρ και συμφωνίες να έχουν τες προνοίες τους Χρον. Μορ. H 2821. 27) Πίπτω/πέφτω με δώρα, δωρήματα ή χαρίσματα σε κάπ. = προσφέρω σε κάπ. δώρα (ζητώντας συν. κ. ως αντάλλαγμα): με δώρα, με χαρίσματα να πέσουν στον σουλτάνον (παραλ. 1 στ.), όπου ήτον εις το χέριν του είτι ήθελεν να κάμει,| και εύχολα να εκάμνασιν το είτι εγυρεύαν Χρον. Τόκκων 2240· στον αμιράν να πέμψουν (παραλ. 4 στ.), να πέσουν με δωρήματα, με πράγματα να τάξουν,| αν ημπορέσουν τίποτε κατάστασιν να κάμουν Χρον. Τόκκων 3082. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = αμαρτωλός: σταυρωθείς, Χριστέ μου,| ανάστασιν δωρούμενος κἀμοί τῳ πεπτωκότι ... Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1822· Με χείρα ψυχοπόνεσης σήκωσε (ενν. συ, Μαρία) τους πεσμένους,| της αμαρτίας κοιμώμενους στον λάκκον και πταισμένους Σκλέντζα, Ποιήμ. 725.
πλακώνω,- Προδρ. (Eideneier) III 253, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 334, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 377, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 365, Αχιλλ. L 320, Χρον. Τόκκων 188, Φυσιολ. (Legr.) 526, Σφρ., Χρον. (Maisano) 467, Θησ. Θ́ [82], Χούμνου, Κοσμογ. 132, Αλεξ.2 105, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 219, Ριμ. κόρ. 675, Άσμα σεισμ. 3, 34, Σκλάβ. 27, 55, Προσκυν. Κουτλ. 156 7819, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 183v δις, Δεφ., Λόγ. 646, Αχέλ. 410, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 266, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 27, Χρον. σουλτ. 6612, Μ. Χρονογρ. 3310, Zygomalas, Synopsis 166 Δ 15, Πανώρ. Γ́ 424, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 2, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 113, Πιστ. βοσκ. I 1, 187, Βοσκοπ.2 120, Χίκα, Μονωδ. 25, Προσκυν. Λαύρ. 874 1025, Διγ. Άνδρ. 38427, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3237, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1720, Ιερόθ. Αββ. 332, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 447, Διήγ. πανωφ. 55, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11022, Διήγ. ωραιότ. 286, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [153], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 80, Φορτουν. (Vinc.) Ά 248, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 184, Έ 304, Μαρκάδ. 218, Λεηλ. Παροικ. 26, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4573, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. ιβ́ 35, Αλφ. 154, κ.π.α.· πλακώ, Δευτ. Παρουσ. 369· μτχ. παρκ. πλακωσμένος, Πικατ. 215.
Το μτγν. πλακόω (TLG· βλ. και L‑S). Η λ. στο TLG, στο Βλάχ. και σήμ.
Ά Μτβ. 1) Επιστρώνω, καλύπτω δάπεδο ή άλλη επιφάνεια με πλάκες: Είναι δε και το έδαφος της εκκλησίας μετά ψηφίδων πλακωμένον Προσκυν. Μεταμ. 50 11132· τα άλλα (ενν. οσπίτια) ήσαν χωρίς κεραμίδια, μόνον με πλάκες πλακωμένα και με άλλα σκεπάσματα Ιστ. πατρ. 13714. 2) Σκεπάζω, καλύπτω: κάθε χρόνον κατεβαίνει (ενν. ο Νείλος) και ανανεώνει τους τόπους, διότι πλακώνοντας τους κάμπους κάνει με την ύλην οπού κατεβάζει τους τόπους όλους καινούργους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 263· επλάκωσε καταχνία ωσάν καπνός όλον το νησί και εκτύπα τους ανθρώπους εις τα μάτια και ετυφλαίνονταν Διήγ. εκρ. Θήρ. 11012· εις την καδέκλα ήτονε μια φούσκα πλακωμένη| με μαξιλάρι ...·| κιανένα μωροκόπελο την ήθελε κουκλώσει| ογιά παιγνίδι τάχατες κι ογιά να ξεφαντώσει Στάθ. (Martini) Β́ 49· (σε μεταφ.): Πολλά μεγάλη καταχνιά κι αντάρα τον πλακώνει,| τα μάτια του εσκοτείνιασε κι εις την καρδιά του σώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 975· του ρηγός το πρόσωπο είν’ θλιμμένο| κι από μεγάλη συννεφιά και νέφη πλακωμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1922· τα λαμπρά λόγια του υιού του δεν τα εδέχθηκε (ενν. ο βασιλεύς) διά την παχύτητα του σκότους οπού επλάκωνε τον νουν του Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9414. 3) Πιέζω, συνθλίβω κάπ. ή κ. με το βάρος μου, καταπλακώνω: εχάλασαν πλείστα οσπίτια απέ το κάστρος το άνω και μερτικόν απέ το κάτω, και επλάκωσαν πλείστον λαόν Byz. Kleinchron. Ά 25668· Ετρέχασι τα άλογα εκείνα του καθένος,| του Νικολάου σκόνταψε κι έμεινε νεκρωμένος,| διότις τον επλάκωσε η σέλα κι εσκοτώθη Αλεξ.2 351· Τ’ απεθαμένου ζήλευε τότε ο λαβωμένος,| γιατί απ’ άλλους ήτονε περίσσα πλακωμένος Διακρούσ. 8920· (παιγνιωδώς): Ω χορταράκια δροσερά, οπού σασε πλακώνει| τέτοια νεράιδα πλουμιστή πλιά ’σπρη παρά το χιόνι Πανώρ. Β́ 199· (σε μεταφ.): φαίνεταί μου κι ο ουρανός και τ’ άστρη με πλακώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1524. 4) α) Επιτίθεμαι, εφορμώ: τον (ενν. τον Άλβαντα) επλάκωσε (ενν. ο Ισμαήλ) τόσον έξαφνα, οπού δεν είχε καν καιρόν να αρματωθεί καλά· όθεν κατά κράτος τον ενίκησε Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 319· Ο δούκας ήτον ακομή νέος, πολλά παιδάκι·| αμέριμνος εκάθετον εις τα νησία Λευχάδος.| Και εξαυτό επλάκωσαν τον τόπον οι Αλβανίται| σκοπώντας και ελπίζοντας όπως να την επάρουν Χρον. Τόκκων 83· επλάκωσάν τους οι Σαρακήνοι τους πτωχούς τους χωριάτες και εσκότωσάν τους Βουστρ. (Κεχ.) 10018· β) πλησιάζω ορμητικά, πηγαίνω πολύ κοντά σε κάπ.: ο όχλος τον επλάκωσεν (ενν. τον Ιησού) να ακούει τον λόγον του Θεού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. έ 1. 5) (Μεταφ. για συναισθήματα, συν. δυσάρεστα) καταλαμβάνω, κυριεύω κάπ.: ωσάν τον είδε (ενν. τον άγγελο Κυρίου) ο Ζαχαρίας, εταράχθη και φόβος μεγάλος τον επλάκωσε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ά 12· Τούτο είναι το πρόσωπο του Βασιλίσκου; Ω, πόση| χαρά και θλίψη σήμερο βλέπω θα με πλακώσει! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 360· ως ήκουσα τους λόγους σου, μεγάλον φως εμπήκεν εις την καρδίαν μου, και η μεγάλη λύπη οπού με επλάκωνεν, παρευθύς έφυγεν από λόγου μου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5236. 6) (Για δυσάρεστες συν. καταστάσεις, δυσμενή καιρικά φαινόμενα, κ.τ.ό.) επέρχομαι ξαφνικά, καταλαμβάνω κάπ. εντελώς απροσδόκητα: επλάκωσέν τον (ενν. τον βασιλέα Αβεννήρ) μία αρρωστία, εις την οποίαν ετελεύτησεν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1446· χειμώνας τους επλάκωσε και το καράβι ’πνίγη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 419· Άνθρωπε, πώς αποκοτάς τον κόσμον και αδικάεις; (παραλ. 2 στ.) πρι σε πλακώσει ο θάνατος, διά την ψυχή σου κάμε Αλφ. (Μπουμπ.) II 4· Κι εσύ του ρίξε (ενν. του δράκου) τουτονέ το χόρτο, κι ως του δώσει,| μεγάλος ύπνος, κάτεχε, θέλει τονε πλακώσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 16· (σε κατάρα): Μεγάλη ’ματορέσσα| να σε πλακώσει, βούβαλε! Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 784. 7) (Για άντρα) συνουσιάζομαι: ωσάν ήκαμεν (ενν. ο Ανδρέας Μαράς) δαμάκιν καιρόν και ήφαγεν και εχόρτασεν και εξεκάτσωσε, εποδιαντράπην και πλακώνει και μία ντου (ενν. του ντεττόρε του Μέζερη) φαμέγια. Και ωσάν το ’μαθεν ο άρχος, του τηνε βλογά και αποβγάνει τσι Κατά ζουράρη 7· στανικώς, δυναστικώς ήλθε και πλάκωσέ με| κι είτι ’θελ’ έκαμε σε με κι ύστερα ενέμπαιζέ με Ριμ. κόρ. 758. Β́ Αμτβ. 1) α) (Κατα)φτάνω (κάπου) ορμητικά: οι δυο μας εσυρθήκαμε, πλακώνοντας το βράδι,| σ’ ένα παβιόνι μοναχοί κι εις ένα στρώμα ομάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 285· Ω πόσην αναγάλλιαση, πόση χαρά και πόση| δροσιά στο σπίτι σήμερον τ’ Αρμένη θα πλακώσει! Κατζ. Έ 58· Τώρα λοιπόν κι εσύ, αδελφή, πριχού παρά να σώσεις| κι εις τούτο το κοινόν κακόν των γερατειών πλακώσεις,| κατάλαβε τες χάρες σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [684]· β) (προκ. για κ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο) ενσκήπτω, επιπίπτω: ωσάν ανεμοστρόφιλος, που ξαφνικά πλακώσει,| και σπίτια, δένδρη κι ό,τι βρει θωρείς να ξεριζώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [187]· πρίχου άλλη μεγαλύτερη κακομοιριά πλακώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 94. 2) Εφορμώ, επιτίθεμαι: οι στρατηγοί θέλου πλακώσου| και ζωντανό στη γη θε να σε χώσου (ενν. εσέ, Ζήνωνα) Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 169· ώστε να φύγουν απεκεί, οι Τούρκοι επλακώσα| κι άλογα και πολύν λαόν ετότες εσκοτώσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15321. Φρ. 1) Πλακώνω το κρεβάτι μου = πέφτω για ύπνο, ξαπλώνω: Οϊμέ, το χηρεμένο μου κρεβάτι όντε πλακώνω,| με νυχτικά μου δάκρυα το γραίνω και με πόνο Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 365. 2) Πλακώνω στρώμα της παντρειάς/την κλίνη του γάμου (μου) = παντρεύομαι (βλ. και παντρειά 1φρ.): είχε ’μόσει (ενν. ο Ροδολίνος)| μακρά από κείνη (ενν. τη μάννα του) τση παντρειάς στρώμα να μην πλακώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 608· Δεν είν’ πρεπό του γάμου του την κλίνη να πλακώσει (ενν. ο Ροδολίνος),| αν ο οχουθρός του γένου μας πρώτας εδώ δε σώσει; Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 647. Το ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = πλακόστρωτο: ευρίσκεις πέτραν πλακωτήν, είναι και πλακωμένον,| το πάτημα του Ιησού είναι χαρακωμένον Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 1022.
πλάσμα- το, Γλυκά, Στ. 4, Ορισμ. Μαμελ. 997, Λίβ. P 333, Λίβ. Esc. 583, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 874, 1524, 1551, 2973, Συναξ. γυν. 94, Δευτ. Παρουσ. 98, 255, 257, 283, Αλφ. 2138, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, Σκλάβ. 226, 236, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 75r, Θρ. Θεοτ. 103, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 102, Ιστ. Βλαχ. 2062, 2751, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 173· πλάσμαν, Καλλίμ. 1292, 2265, Gesprächb. 2121, Ντελλαπ., Λόγ. παρακλ. 34, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 256, 1530, 1535, Δευτ. Παρουσ. 67, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14211· γεν. εν. πλασμάτου, Θησ. Γ́ [212].
Το αρχ. ουσ. πλάσμα. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 739, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πλάσμα(ν)). Η λ. και σήμ.
1) Δημιούργημα, κατασκεύασμα: Φοβούμαι μήποτε και συ τύχης μου πλάσμαν είσαι| και προς δευτέραν απειλήν εκ ταύτης απεστάλης·| ου γαρ πιστεύω και ποτέ κόρον λαβείν την τύχην Καλλίμ. 589· (ως σύστ. αντικ.): έπλασεν ο Έρως, συγγενή, πλάσμα φρικτόν ονείρου,| τό ακόμη βλέπω αιστητώς και εντρέχει εις οφθαλμόν μου Λίβ. (Lamb.) N 479. 2) α) Φανταστική, πλαστή διήγηση, μύθευμα: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 718, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 236 δις· β) τέχνασμα, απάτη: Άπαντα γαρ πανούργημαν, άπαντα πλάσμαν ήσαν Καλλίμ. 2257· τοσούτον γαρ κατεγοήτευσεν ημών τα τε νοήματα και τους λογισμούς με τες υπέρ λόγον θωπείες, ότι και τα πλάσματα αυτού ενόμιζον εγώ υπό κουφότητος αρετάς και ήθη χριστομίμητα Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 4047. 3) α) Δημιούργημα του Θεού ή της φύσης· ύπαρξη, ον: Ούλα τα πλάσματα του κόσμου, ούλα τά εγίνησαν αποτάσσουνται του Θεού, αμμέ έχει τριά πλάσματα τα ποια δεν υποτάσσουνται του Θεού, τουτέστι ο άνθρωπος, η γυναίκα και ο διάβολος Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 142 δις· τίποτε ου ξεύρουσι εκ την θεάν εκείνην,| ανέν απέ τους ουρανούς και εις την γην κατέβη| ή έναι πλάσμα κοσμικόν και το τραγούδι εκίνα Θησ. Γ́ [265]· β) (συχνότ., σε σχ. κατεξοχήν) ο άνθρωπος: ως αγαθός πεθυμά (ενν. ο Θεός) να σώσει το πλάσμαν των χειρών του Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 564· έλαβεν (ενν. ο Θεός) ανθρωπίνην σάρκαν και εσταυρώθη και ετάφη και τῃ τρίτῃ ημέρᾳ ανέστη και έσωσεν πάλιν το αυτού πλάσμα και δεν το άφησε να απολεσθεί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 75r· γ) (ειδικ.) γυναίκα ή παιδί εξαιρετικής ομορφιάς και χάρης: εξέρετε πως αγαπώ| πλάσμαν, τό δεν είχεν ’μοιαστόν| ο κόσμος ’πού πολλύν καιρόν (παραλ. 4 στ.). Λύπην σ’ αυτόν της ουδεμιά| είδα ποτέ στά πάθιασα Κυπρ. ερωτ. 12519· « ... να σασε δώσει (ενν. ο Θεός) χάρισμα σ’ αυτόνο το παιδάκι,| εις ομορφιά και εις φρόνεψη σγουραφιστό πουλάκι». (παραλ. 9 στ.) ... εις τα παρακάλια τως απακουήν ευρήκα (ενν. ο Ιωακείμ και η Άννα),| και τέτοιο πλάσμα θαμαστό να ’λαβα εκ τον Κύριο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1686.
πλατύς,- επίθ., Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 877, Χρον. Μορ. H 2802, 5023, Χρον. Μορ. P 6969, Ερωτοπ. 267, Λίβ. Esc. 1045, Λίβ. (Lamb.) N 904, Φυσιολ. (Legr.) 940, Βεν. 12, Δούκ. 34516, Θησ. ΙΒ́ [551], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 30, Δευτ. Παρουσ. 328, Απόκοπ.2 187, Πένθ. θαν.2 579, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 117r, Κρασοπ. (Eideneier) AO 19, Πορτολ. A 229, 13, 1186, 3462, Παλαμήδ., Βοηβ. 216, Σουμμ., Ρεμπελ. 1881, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 389, 591, Ψευδο-Σφρ. 31820, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [90], Έ [1196], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 162, Hagia Sophia ω 53611· θηλ. πλατέα, Αχέλ. 612, Προσκυν. Ιβ. 535, 205685· πλατεά, Πένθ. θαν.2 575, 585· πλατιά, Απόκοπ.2 187, Πένθ. θαν.2 573· αιτιατ. πληθ. αρσ. πλατέους, Χρον. Μορ. H 3603, Χρον. σουλτ. 1116· πλατίους, Θησ. Β́ [305]· πληθ. ουδ. πλατία, Χρον. Μορ. P 5023, Θησ. Β́ [305], Πορτολ. A 1543.
Το αρχ. επίθ. πλατύς. Το θηλ. πλατέα ως ουσ. (για το οποίο βλ. και LBG, λ. πλατεία) και σήμ. ιδιωμ. (Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν., Κοντονάτσιου, Διάλεκτ. Λήμν., Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, κ.α.). Το θηλ. πλατεία ως ουσ. και σήμ. Η λ. και σήμ.
1) α1) Φαρδύς, ευρύς: Ορνεοσ. 55232, Πορτολ. A 20829, Χρον. 312, Προσκυν. Κουτλ. 390 14434· α2) (προκ. για χρόνο) με μεγάλη διάρκεια, πολύς: Σκηπτροκατάρχα, ... (παραλ. 1 στ.) όλον το πλήθος αγαπά πολλά την βασιλείαν,| είναι Κυρίῳ δέεται την σην ζωήν πλατείαν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 742 χφ P κριτ. υπ.· β) (για ανθρώπους) β1) εύσωμος, μεγαλόσωμος, «ανοιχτός»: Hist. imp. 70, Ερμον. Δ 198, Λίβ. P 750· β2) (μεταφ.) πλούσιος: πλούσιος (ενν. ήτον ο Αγαμέμνων), πλατύς εκ το έχας του και χολιακός εις άκρον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2081· β3) (μεταφ.) γενναιόδωρος: το Δεκρέτον είπεν: Εκεί οπού αφέντης του πραμάτου ένι πλατύς, ο δουλεπτής του δεν πρέπει να ’ναι ακριβός Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 102. 2) Που καταλαμβάνει μεγάλη έκταση, εκτεταμένος: Πορτολ. A 9210, 1581. 3) Ευρύς και επίπεδος: Χρον. Μορ. H 6969. Έκφρ. πιάνω τα πλατιά μου, βλ. πιάνω Φρ. 42. Το θηλ. πλατεία ως ουσ. (κατά παράλ. του ουσ. οδός· η χρ. ήδη μτγν., L‑S, λ. πλατύς ΙΙ· βλ. και LBG, λ. πλατεία) = φαρδύς δρόμος, λεωφόρος (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ́ 321): πλατείαι γαρ και ρύμαι| συν τε στενωπών και βόθρων| εγεμώσασιν εκ το ’μα Ερμον. X 278· Ούτος εστίν ο μέλλων εισιέναι εν τῃ Πόλει ... και αφανίσαι τους τιμίους ναούς και τα εν αυτοίς κείμενα λείψανα θεοφόρων ανδρών και μαρτύρων εν ταις πλατείαις και ταις τριόδοις εναπορρίψαι Δούκ. 29929· ύβρεις και λοιδορίας εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως κατά του δυστυχούς βασιλέως ... εξέχεον Ψευδο-Σφρ. 40425· αι πλατείαι, αι γωνίαι κατά πάντα τόπον πανταχού πασών κακών ην έμπλεα Ψευδο-Σφρ. 43216. Το θηλ. στον εν. και πληθ. (Πλατιές) ως τοπων.: Ιερόθ. Αββ. 336, 337, Πορτολ. A 2199. Το θηλ. Πλατιά και το ουδ. εν. αρ. σε τοπων.: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4692, 2036 (βλ. και ά. πηγάδιον).
πλέον (I),- επίρρ., Σπαν. A 233, Καλλίμ. 554, Διγ. Z 1895 (βλ. και κριτ. υπ.), Διγ. Esc. 894, 960, 1385, 1668, Χρον. Μορ. H 5033, Χρον. Μορ. P 611, 4062, 6746, 7350, 9037, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 538, Φλώρ. 1415, Ερωτοπ. 285, 600, Αχιλλ. (Smith) N 89, Αχιλλ. (Smith) O 176, 505, 737, Ιμπ. 757, 857, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 160, Ανακάλ. 118, Σφρ., Χρον. (Maisano) 14423, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 89, 117, 152, Γεωργηλ., Θαν. 141, Απόκοπ.2 283, Ιμπ. (Legr.) 707, Hagia Sophia ω 518, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12128, Κορων., Μπούας 59, Περί γέρ. (Δαν.) 58, Πτωχολ. α 66, Σταυριν. 1122, Ιστ. Βλαχ. 1287, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, Διγ. Άνδρ. 32120, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 70r, Διήγ. πανωφ. 57, Μπερτόλδος 39, κ.π.α.· μπλιο, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 339, Διαθ. 17. αι. 10103, Πανώρ. Ά 116, Β́́ 230, 382, Γ́ 146, 356, 383, 413, Δ́ 60, 96, 121, Έ 174, 278, Στάθ. (Martini) Á 74, B́ 299, 321, Γ́ 168, 358, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 48, 144, 255, Έ 174, 216· πγιον, Μαχ. 67817· πέλον, Μαλαξός, Νομοκ. 477· πιλιό, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [862], Γ́ [510], [589], Δ́ [210], Έ [358], [1662]· πιο, Ανακάλ. 60· πίον, Ασσίζ. 16630, Μαχ. 1425, 13411, 1848, 3529, Βουστρ. (Κεχ.) 1347, 21010· πιον, Κυπρ. ερωτ. 54, 103, 1111, 1414, 219, 326, 393, 405, 462, 618, 7715, 901, 923, 65,, 9314, 21, 9422, 9713, 1021, 10412, 59, 1097, 11136, 1228, 1496, κ.α.· πλείο, Σπαν. (Μαυρ.) P 183, Ασσίζ. 29719, 36429, Μαχ. 3426, Θησ. Πρόλ. [89], [117], [152], [210], Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 380 κ.α. (γρ. πλίο), Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Η [260], [280], ΙΖ [357]· πλείον, Αναγν., Στ. πολιτ. 10, Ασσίζ. 2917, 8118, 1154, 11719, 16215, 16530, 31, 17425, 19126, 29719, 41719, 4613, Διγ. (Trapp) Gr. 2310, Ανάλ. Αθ. 28, Ερμον. Κ 295, Φ 2, 328 (ή επίθ. πλείων), Χρον. Μορ. H 4062, 6674, Μαχ. 17622, 4281, Μάρκ., Βουλκ. 33920, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 141, κ.α.· πλέο, Σταφ., Ιατροσ. 15424, Ασσίζ. 4210, 1511, Χρον. Μορ. P 1657, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1197, 1372, Φαλιέρ., Ιστ.2 24, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 210, Θησ. Β́ [625], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 68, Αλεξ.2 862, 1899, Σκλάβ. 276, Πένθ. θαν.2 47, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 100v, Πορτολ. A 22110, 34524, Αχέλ. 145, 2322, Βίος Δημ. Μοσχ. 427, Ιερόθ. Αββ. 333, Διήγ. πανωφ. 56, κ.α.· πλεό (/πλεο), Θησ. (Morgan) X 113, Δευτ. Παρουσ. 41, Δεφ., Λόγ. 204, 341, 521, Βυζ. Ιλιάδ. 122, 270· πλεόν, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 85, Χρησμ. I 120, Χ 38, Φυσιολ. (Legr.) 215, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 148 κριτ. υπ., Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 359, 1028, Αιτωλ., Βοηβ. 210· πλιο, Φαλιέρ., Ιστ.2 359, Ch. pop. 295, Κορων., Μπούας 136, Πανώρ. Γ́ 250, Δ́ 239, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 486, Γ́ 239, Δ́ 162, Έ 127, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 49, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 23, Πιστ. βοσκ. Β́ 2, 255, Βοσκοπ.2 408, 471, 474, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 96, 453, 721, 914, 992, 2077, Β́ 60, 965, Γ́ 1123, Δ́ 1117, Έ 583, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 9, 43, 219, 373, 781, 1041, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 476, Έ 216, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1143], Δ́ [17], [784], Φορτουν. (Vinc.) Ά 373, Δ́ 152, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 296, Δ́ 114, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15326, 54322, κ.π.α.· πλιον, Ερωτοπ. 703, Χούμνου, Κοσμογ. 2705, Απόκοπ.2 459, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) N 167, Ιμπ. (Legr.) 707, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 381, Πιστ. βοσκ. III 1, 24 (γρ. πλιον του· διαφορ. γρ. πλιο ντου), IV 3, 117, 8, 146, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 606, 796, Β́ 1582, Έ 614, 1293, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 497, Δ́ 338, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 201 (γρ. πλιον του· διαφορ. γρ. πλιο ντου).
[Το αρχ. επίρρ. πλέον - πλείον (βλ. τ.). Ο τ. πιο και σήμ. Οι τ. μπλιο (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.), πιλιό (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 169, λ. πηλιό), πίον (Σακ., Κυπρ. Β́ 734), πλείον (Andr., Lex., λ. πλείων), πλέο (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. πλέο(ν), Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Andr., Lex., λ. πλείων), πλεο (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 540, λ. πλεά), πλιο (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 311, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πλιο(ν), Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., λ. πλια, Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., λ. πλειό, Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πλια), πλιον (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. πιον σε δημώδη κυπρ. άσματα (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. Α.28 60Β, Β.11 87, Β.17 7, 8 κ.α.) όπως και τ. πκιον (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ., Β.34, 42, Β.40 197 κ.α.) που απ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκιον). Τ. bλεο, μπιλιό, πεό(ν), πλέ’, πλέεν κ.ά. τ. σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Β́ 374, λ. bιλεό, Δ́ 540, λ. πλεά, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. μπιλιό, , Σακ., Κυπρ. Β́ 726, λ. πεό(ν), Andr., Lex., λ. πλείων). Η λ. και σήμ.]
1) α) Πιο πολύ, περισσότερο (συν. με β́ όρο σύγκρισης): η γλώσσα η κακή πλέο ’κ την στια φλογίζει| κι εις βάσανα και πειρασμόν και χαλασμόν εγγίζει Δεφ., Λόγ. 191· Διγ. Z 1327· Μια λυγερή που πλιότερον παρά το χιόνι ασπρίζει,| κι από το ρόδον της αυγής, πλιο του δροσομυρίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [76]· (εδώ με τον επιδοτικό και): οι μανικόν υλάσσοντες και πλέον του Κερβέρου Γλυκά, Στ. 463· β) (συν. με αριθμητ.) περισσότερο, παραπάνω (σε θέση επιρρ./επιθ. ή πρόθ.): άργησεν εις την Βενετίαν πλέον από μήνες δύο Χρον. Μορ. P 2187· γράφοντα ...| το πότε εκατέλαβεν εκεί εις την Βενετίαν| και πώς τον εμποδίσασιν μήνας δύο και πλείον Χρον. Μορ. H 2223· επετάξανε πλέο παρά 150 λουμπαρδές Χρον. σουλτ. 8225· έκφρ. ή πλέον ή έλαττον = πάνω κάτω, περίπου: Δούκ. 2777. 2) α) (Με επόμ. επίθ., μτχ. επίθ., επίρρ. θετ. βαθμού σχηματίζει το συγκρ. ή το σχετικό υπερθ. βαθμό): τα πλι’ ακριβά μου πράματα έριξα της θαλάσσου Βεντράμ., Φιλ. 172· τους πιον χαμηλούς εποίκεν τους να έχουν ελευθερίες Μαχ. 2412· Λέγει: «Δεν ξεύρεις, άλλονε δεν έχω ’μπιστεμένον| ωσάν τον Αλοΐζιον και πλιο ηγαπημένον;» Τριβ., Ρε 244· Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιαν αιτιά να χύσω Δεφ., Λόγ. 494· β) (με επόμ. επίθ./επιρρ. συγκρ. βαθμού ενδεχομ. κάπ. φορές για περισσότερη έμφαση· βλ. και Κακουλίδη-Πάνου - Καραντζόλα [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. σ. 523]): Εάν λέγουν διά αρχιερέα ή ιερέα ότι κάμνει τα πλέο χειρότερα αμαρτήματα ... Μαλαξός, Νομοκ. 127· ο Κάιν ... επρόσφερνε εις τον Θεόν ... τα πλέον χειρότερα και ατυχότερα πράγματα οπού να είχεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r· Εφάνη μου λοιπόν κι εμέν, κυρά μου, να σε γράψω| μίαν ιστόριαν παλαιά ... (παραλ. 8 στ.). Για πλείο ηδονικότερον εσένανε, κυρά μου,| διαστίχου θέλω να γενεί τούτη η πεθυμία μου Θησ. Πρόλ. 115· γ) (εδώ ισοδυναμεί με το «πιο σημαντικός»): την τιμήν τους πὄναι πλέο από τη ζωήν τους Συναξ. γυν. 782. 3) Επιπλέον (πβ. επιθετ. χρ., βλ. και πλέον (ΙΙ) 1): τα ιγονικά τους να έχουσιν κι άλλα πλείον να τους δώσει Χρον. Μορ. H 1637 (βλ. και Lex. Chron. Mor., σ. 375, λ. πλείον). 4) Τίποτε περισσότερο (πβ. ονοματική χρ.): αν ένι ότι εκείνος οπού το εγόρασεν εκείνον τον βίο, μετανώσει απέ κείνη την αγορά τήν εποίκεν, εντέχεται να χάσει την αρραβώνα του, χωρίς πλείον, και με τούτον να ένι αμέριμνος Ασσίζ. 28614. 5) (Με ρ. που δηλώνουν υπεροχή) κατά πολύ: των επιλοίπων γαρ ναών υπερβέβηκε πλέο επί τῃ ωραιότητι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1239. 6) Πια, πλέον (βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 230)· ειδικ. α) από δω και πέρα, στο εξής: αφόν τον επήραν πγιον δεν εγέλασεν από την πικρίαν του Μαχ. 67817· Ήλιε μου, ... (παραλ. 1 στ.) ... εις την Κωσταντινόπολην, την πρώην φουμισμένην| και τώρα την Τουρκόπολην, δεν πρέπει πιο να φέγγεις Ανακάλ. 60· Γιατί σε βλέπω ανήμπορο, γιαύτος δε σε ’ξορίζω| μα ο γιος σου μην πατήσει πλιο σ’ τσι τόπους οπ’ ορίζω Ερωτόκρ. Γ́ 926· (στην αρχή της πρότ. για έμφαση): έναι χρήση,| αδ δεν ευρώ τινάν να μου γροικήσει| με λύπην, πιον οτόσα μην βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 904· (σε επανάληψη για λόγους έμφασης): Ώχου, να μην ιδιούν πιλιό τα μάτια μας πιλιό την εξουρία Εβρ. ελεγ. 162 δις· (σε παροιμ. χρ.): καιρός οπ’ απερνά ουδέ γυρίζει πλέο Φαλιέρ., Ενύπν.2 97· β) τώρα (σε αντίθεση προς το παρελθόν): Κείνη η φωτιά που μου ’φεγγε πλιο λάμψη δε μου δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 761· γ) (με τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων. ενδεχομ. για έμφαση ή/και δήλωση προσωπικής συμμετοχής): Δεν έχω πλιο μου ’νάκαρα, η δύναμή μου εχάθη·| ετούτα φέρνουν οι καημοί, τω σωθικώ τα πάθη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 325· όσοι περάσουν την πλατεάν εις κόλασιν παγαίνουν| και σκότος το αιώνιον, και πλέο τους δεν εβγαίνουν Πένθ. θαν.2 586· από την ώρα εκείνη| οπού ’χασε το ταίρι του, ολόμαυρος εγίνη·| κι α ζήσει χρόνους εκατό, πλιο του δε θε ν’ αλλάξει,| ’πειδή κι η Μοίρα του ήθελε, έτσι να τον πειράξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 767· δ) (επιφ., για την υποδήλωση συναισθημάτων όπως ανησυχία, έντονη θλίψη, απογοήτευση κλπ.): Μα σ’ είντα βρίσκομαι ο φτωχός, α λάχει και ξυπνήσει| και δει με πως τηνε φιλώ κι αδυνατά μανίσει!| Ποια λόγια τη μερώνου πλιο; Ποια δούλεψη μεγάλη| στην όρεξή τση το φτωχό ... με θέλει βάλει; Πανώρ. Β́ 229· Μοίρα μου, κι είντα λείπεσαι να κάνεις πλιο σ’ εμένα;| Τη σήμερο μ’ ενίκησες, όχι στα περασμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1007· Είντα μας ’ξίζου οι θησαυροί, τι πλιο οι φιλιές φελούσι,| αν οι ζωές τελειώνουσι κι οι βασιλειές χαλούσι ...; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 623. Εκφρ. α) Όσον πλέον ... εισπλέον = όσο πιο πολύ ... τόσο περισσότερο: Ο αφέντης της Καρύταινας ανεψιός μου υπάρχει| και άνθρωπός μου λίζιος ευρίσκεται και πρώτος·| και όσον πλέον έσφαλεν εισπλέον θλίψιν το έχω Χρον. Μορ. H 5898· β) όσον ... πλέον = όσο ... τόσο περισσότερο: όσον τον μαστιχώνει πλέον πρέπει να τον προσέχει Χρον. Μορ. H 4875· γ) πλιο ... πλιο = όσο περισσότερο ... τόσο ... (βλ. Κριαράς [Ιμπ. σ. 273]): Ηγάπησέν τον εκ ψυχής σουλτάνος τον Ιμπέρη,| αυθέντην τον εποίησεν εις την Σαρακηνίαν.| Δίδει τον άδειαν και τιμήν, φουρκίζει και απολλαίνει.| Πλιο ετρέμαν τον Ιμπέριον, πλιο τον επροσκυνούσαν Ιμπ. 631 δις· δ) τόσον (...) γιον πιον = όσο το δυνατόν πιο ... ή όσο το δυνατόν πιο πολύ: τόσον βουργά γιον πιον να με πληγώσεις| γιατί δεν πλήσσω αν είμαι λαβωμένος Κυπρ. ερωτ. 6920. — Βλ. και πλέον (ΙΙ), πλέα (Ι), (ΙΙ), πλείων, πλέος.
πλεονάζω,- Δευτ. Παρουσ. 291, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1303 ιζ́ 20.
Το αρχ. πλεονάζω. Η λ. και σήμ.
Ά (Αμτβ.) περισσεύω: Σοφιαν., Παιδαγ. 92, Ιστ. Βλαχ. 128. Β́ Μτβ. 1) Ξεπερνώ (ως προς τον αριθμό ή το μέγεθος), υπερβαίνω: εν τούτοις γαρ πλεονάζουν τα η/θ των ε/ς Rechenb. 215· και πλεονάζει η χάρις σου τες χάρες των αγγέλων Σκλέντζα, Ποιήμ. 747. 2) Αυξάνω, πληθαίνω: Έτι δε και πάλιν μίσος και κακία του Θωμά επ’ αφορμήν ταύτην εγείρεται και ... τας ζημίας ενεργεί, τας αγγαρείας πλεονάζει Ιστ. Ηπείρ. XXI12· Ως εν ολίγῳ δε ... επλεόνασε τας νήας αυτού, και ... ελεηλάτει τα μέρη της Ισπανίας και Μαυριτανίας Έκθ. χρον. 7810.
πλήθος- το, Σπαν. A 446, Διγ. (Trapp) Gr. 23, Διγ. Z 1244, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 617, Ερμον. Χ 258, Ωροσκ. 455, Χρον. Μορ. H 118, 5594, Χρον. Μορ. P 1741, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 143, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1079, Φλώρ. 636, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 7, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 469, Απολλών. (Κεχ.) 177, Λίβ. (Lamb.) N 288, Αχιλλ. (Smith) O 256, Φυσιολ. (Legr.) 1092, Διήγ. Βελ. χ 125, Μαχ. 1929, Διήγ. Βελ. N2 130, Μάρκ., Βουλκ. 34026, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 675, Byz. Kleinchron. Ά 8444, 15092, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 752, Δευτ. Παρουσ. 9, Κορων., Μπούας 27, Διήγ. Αλ. G 26836, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 172v, Πεντ. Γέν. XXXII 13, Πτωχολ. α 89, Αχέλ. 137, Χρον. σουλτ. 8325, Ιστ. πολιτ. 1320, Zygomalas, Synopsis 231 Μ 18, Πανώρ. Ά 229, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 50, Διγ. Άνδρ. 3586‑7, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1168, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28111, κ.π.α.· γεν. εν. πλήθου, Δευτ. Παρουσ. 11, 12.
Το αρχ. ουσ. πλήθος. Η λ. και σήμ.
1) α) Μεγάλος αριθμός, πληθώρα (προσώπων, ζώων ή πραγμάτων): Έκθ. χρον. 59, Καλλίμ. 59, Πεντ. Γέν. XVI 10, Πτωχολ. (Κεχ.) P 22, Χρον. Μορ. P 5201, Διγ. (Trapp) Gr. 3580· β) μεγάλη ποσότητα: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 296, Χρον. Μορ. P 649, Ιμπ. 187. 2) α) Ο λαός, η λαϊκή μάζα: Σπαν. P 226, Χρον. Μορ. P 3013, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 176· β) όχλος: Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιζ́ 13, Ματθ. ζ́ 28· γ) (εδώ) στρατός, στρατιώτες: όρμησεν (ενν. ο σουλτάν Μεεμέτης) ώσπερ θηρ άγριος κατά της Πόλεως μετά πλήθους αναριθμήτου εκ τε γης και θαλάσσης Έκθ. χρον. 1218· Ποιος να ’χε στοχασθεί το τόσον πλήθος| και να μη φρίξει, να γενεί σαν λίθος,| την ταραχήν την τόσην του φουσσάτου Λεηλ. Παροικ. 37· δ) (προκ. για βασιλιά) υπήκοοι: ο Σολομών όταν εκάθισεν εις τον θρόνον, επαρακάλεσε τον Θεόν ότι να του δώσει σοφίαν και σύνεσιν διά να ημπορέσει να κυβερνήσει το πλήθος του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 199v. 3) α) Αριθμός, ποσότητα: Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, Αχιλλ. (Smith) N 538, Έκθ. χρον. 6325, Μάρκ., Βουλκ. 34010, Θησ. Έ [245]· β) (έναρθρο) σύνολο, ομάδα ανθρώπων ή ομοειδών ζώων: το πλήθος των νεκρών να ποίσει δύο μοιράδια,| εδώ κι εκεί του (ενν. του δεσπότη) να σταθούν ...,| εις την ζερβήν οι αμαρτωλοί και εις την δεξιάν οι δίκαιοι Δευτ. Παρουσ. 121· Το σμήνος, ήγουν το πλήθος των μελισσίων το εδικόν μου, όπου πετάξει δικόν μου είναι όσον το βλέπω Zygomalas, Synopsis 238 Μ 65· Αετός, ο μέγας βασιλεύς απάντων των ορνέων,| κλητούριν είχεν και χαράν και γάμον του παιδίου του·| το πλήθος όλον των ορνέων είχεν το καλεσμένον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 3· (στον πληθ.): Ήρξαντο γουν αμφότερα τα πλήθη στρατευμάτων| μάχην ποιείν προς άλληλα Βίος Αλ. 4683. 4) Μέγεθος, έκταση: Διακρούσ. 8221, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 50115. Έκφρ. εις πλήθος, βλ. εις Εκφρ. 27.
πλήρωσις- η, Διάτ. Κυπρ. 51023, Χρον. Μορ. P 7440, Δευτ. Παρουσ. 50.
Το αρχ. ουσ. πλήρωσις. Η λ. και σήμ. λόγ. στον τ. πλήρωση.
1) Γέμισμα· (εδώ προκ. για πρόσληψη τροφής): Ιερακοσ. 44716. 2) (Για χρον. διάστημα) συμπλήρωση, παρέλευση: Λίβ. N 2039. 3) α) Πραγματοποίηση, τέλεση: έδωκαν αρραβώνας χάριν γάμου πληρώσεως Διάτ. Κυπρ. 5273· β) τήρηση, εκτέλεση: με άλλον μόδον δεν ημπορούσαν (ενν. πολλοί των ανθρώπων να παραστήσουν του Θεού την ψυχήν και το σώμα χωρίς αμαρτία), παρά με την πλήρωσιν των εντολών του Θεού Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6219. 4) Πληρωμή, μισθός: Ήφεραν γαρ του πρίγκιπος την ρόγαν του λαού του,| διά τριών μηνών την πλήρωσιν τους επληρώσαν μόνον Χρον. Μορ. H 8855.
πόθεν,- επίρρ., Λόγ. παρηγ. L 561, Λόγ. παρηγ. O 580, Καλλίμ. 1361, 1362 δις, Διγ. (Trapp) Gr. 234, 2089, Διγ. Z 450, Χρον. Μορ. H 3639, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 141, Φλώρ. 764 δις, Απολλών. (Κεχ.) 353, Λίβ. P 223, Λίβ. Sc. 146, Λίβ. Esc. 22, 3479, Λίβ. (Lamb.) N 569, Λίβ. N 2532, Αχιλλ. (Smith) N 200, Αχιλλ. (Smith) O 556, Θρ. Κων/π. (Mich.) 111, 112, Λίβ. Va 2650, 2682, Θησ. Γ́ [763], Δευτ. Παρουσ. 332, Απόκοπ.2 77, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 108, 109, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61v, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 105, Σοφιαν., Γραμμ. 82, Πτωχολ. α 207, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 26317, Hagia Sophia ω 5227, Αγαπ., Καλοκ. 341, κ.α.· πόθε, Ασσίζ. 12713, Βέλθ. 145, Φαλιέρ., Ιστ.2 391, Αχέλ. 302, Πιστ. βοσκ. IV 7 138· πόθες, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3730· πόθθεν, Μαχ. 18228· πούθε, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 162, Έ 49, 225, 243· πούθεν, Νεκρ. βασιλ. 94, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61v, Σοφιαν., Γραμμ. 82, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 26317, Χριστ. διδασκ. 180.
Το αρχ. επίρρ. πόθεν. Ο τ. πόθε και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. πόθθεν βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 427 και Πιλαβάκης, Κυπρ. Σπ. 8 <1944>, 1946, 129· απ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Σακ., Κυπρ. Β́ 745, Χατζ., Λεξ.). Οι τ. πούθε και πούθεν με επίδρ. του επιρρ. πού· ο τ. πούθε και σήμ. λαϊκ. Διάφ. άλλοι τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., λ. πόθαν, Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ., λ. πόθιν, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πούθι, Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., λ. πούθι, κ.α.). Η λ. και σήμ. στην αρχαϊστική έκφρ. πόθεν έσχες και ιδιωμ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ., Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′).
1) (Τοπ.) α) (για να δηλωθεί κίνηση από τόπο ή προέλ.) από πού, από ποιον τόπο: Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 311, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 392, Ανακάλ. 8 δις, Δευτ. Παρουσ. 8· (προκ. να δηλωθεί καταγωγή): Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 133, Απολλών. (Κεχ.) 691 δις, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 430· (προκ. για πρόσωπο): πού το ηύραν (ενν. το βεργίν) ηρώτησε (ενν. η κόρη) και πόθεν έν’ γραμμένον; Λίβ. N 1123· πώς προς εμέναν ήλθεν (ενν. ο Λίβιστρος),| τις τον εξείπεν την οδόν, πόθεν την ερμηνεύθην; Λίβ. Sc. 2498· Πόθεν η νεκρανάστασις και τι έν’ το πανηγύρι| και τις το πλήθος των νεκρών εκέλευσε να γείρει; Δευτ. Παρουσ. 21· β) (για να δηλωθεί κίνηση σε τόπο) προς τα πού, προς ποια κατεύθυνση: όλοι αποκεφαλίστησαν, εβάλθησαν να φεύγουν·| ο είς τον άλλον ουκ έβλεπεν το πόθεν υπαγαίνει Χρον. Μορ. H 4841· της στράτας ης ετρέχαμεν ευρήκαμεν το τέλος·| το πόθεν να υπαγαίνομεν πάλιν περισκοπούμεν,| κρημνόν εκείθεν βλέπομεν, όρη απεκείθεν πάλιν Λίβ. N 2422· (μεταφ.): Ο υιός του ανθρώπου αληθινά ως έν’ γραμμένο πάγει,| αμή οπού τον επρόδωκεν αλί του πόθεν πάγει Μυστ. παθ. 22· γ) (για να δηλωθεί στάση σε τόπο) πού, σε ποιο σημείο, σε ποιον τόπο: είδα το πόθεν ο κοιτών παράκειται της κόρης Λίβ. Sc. 32· Ειδέ και των αμαρτωλών πάλι θέλεις να μάθεις| πού είναι και πόθεν κατοικούν (ενν. αι ψυχαί) ... Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2865· από τον πόνον τον πολύν δε ξεύρω πόθεν κείμαι Απαρν. 10· δ) (με τα ρ. εκβαίνω, περνώ, σεβαίνω, φεύγω, κ.τ.ό.) από πού, από ποιο σημείο: είπασιν τινές να στήκουν εις το Νίκλι,| να κατακλείσουν τους Ρωμαίους στου Μυζηθρά τα μέρη,| να μη έχουν πόθεν εξεβεί, τους τόπους να ζημιώνουν Χρον. Μορ. H 6698· μαντάτα έστειλαν το πού να εσμίξουν όλοι,| όπως να επάρουσιν βουλήν το πόθεν να περάσουν (παραλ. 1 στ.)· αφόν εσυβουλεύτηκαν, ισιάστηκαν αλλήλως| το πέραμα να ποίσουσιν απέ την Βενετία Χρον. Μορ. P 307· βουλήν απήρασιν ομού το πόθεν να σεβούσιν| στον δρόγγο εκείνον των Σκορτών, διατί είν’ σκληροί οι τόποι| από βουνία και έμπατα κι από σκληρές κλεισούρες Χρον. Μορ. H 5641· έκρινα ότι να καγούν τα κάτεργα και ξύλα,| περού λαός ο των Γραικών ενωθεί με τους Φράγκους,| να πολεμίζουν δυνατά, να μη έχουν πόθεν φύγει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 267· Οι Τούρκοι τρέχασιν γοργά στην παραθαλασσίαν,| ελπίζοντες να σέβουσιν στα κάτεργα με βίαν,| τα ποία βρίσκονταν μακρά, και ώστε να σιμώσουν,| οι Τούρκοι δεν ηξεύρασιν το πόθεν να γλυτώσουν,| διατ’ είχαν τους δυναμερούς χριστιανούς κοντά τους Αχέλ. 2527. 2) (Προκ. για λόγο, ομιλία) από ποιο σημείο, από πού: Κυπρ. ερωτ. 9118. 3) α) Για ποιο λόγο, για ποια αιτία, γιατί: Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2605· β) από πού, από ποιο γεγονός: θέλω να με φανερώσεις| πόθεν εκατάλαβές με| πως φουρνάρη γιος υπάρχω; Πτωχολ. B 365· Αφέντες, δότε μου να γροικήσω πόθθεν είναι θαρρούμενοι οι χριστιανοί και πέμπουν τόσον λογάριν και πραματείες εις τον τόπον σου Μαχ. 18228. 4) (Σε έκφραση θαυμασμού ή απορίας) από πού κι ως πού: Βυζ. Ιλιάδ. 249, 251. 5) (Τροπ.) πώς, με ποιο τρόπο (για τη σημασ. βλ. και van Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 163]): Πώς δεν κατέχομεν κι εμείς, καλέ, το πόθεν διάγεις! Φαλιέρ., Ιστ.2 577. 6) (Χρον.) από πότε (για τη σημασ. βλ. και Κριαράς [Πανώρ.2 σ. 479, λ. κρατώ]): Καλέ, και πόθε το κρατεί να μηδέ θε να πάρει| το Γύπαρη ογι’ άντρα τση, πλούσο και παλληκάρι; Πανώρ.2 Έ 229. 7) (Αναφορ.) α) από όπου: Ήθελεν εις τα ίδια να στρέψει πόθεν ήλθεν Ιμπ. (Legr.) 289· β) όπου, προς όποια κατεύθυνση: Άμαν εγνώρισε ο Θησεύς και είδε τες (ενν. τες γυναίκες) πως φεύγουν,| εις μιαν φωνήν εσύναξεν όλον του το φουσσάτο·| να τες αφήσουν όρισεν να πάσιν πόθεν θέλουν Θησ. (Foll.) I 80· γ) από κάπου· (με άρν.) από πουθενά, καθόλου: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκαν οπού ουκ έχει άνδραν εις το σπίτιν του, και ουδέ εκείνος έχει πόθεν γυναίκαν, και συγγίνεται μετ’ αυτήν και τεκνοποιούν ... Ασσίζ. 1259 -10.
ποιμήν- ο, Προδρ. (Eideneier) IV 261 χφφ PK κριτ. υπ., Διάτ. Κυπρ. 50729, 5081, Δευτ. Παρουσ. 259, Λίβ. Va 900, Hagia Sophia ω 5211, Πτωχολ. (Κεχ.) P 38, Ιστ. Βλαχ. 2761, Βελλερ., Επιστ. 54 17, 28, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1594 ά 3, 7, 9, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 229, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 39923· ποιμένας, Λίβ. Esc. 1029, Λίβ. Va 895, Λίβ. (Lamb.) N 889, 891, 894, Λίβ. N 889, 891, 894, Μαλαξός, Νομοκ. 113, 150, Χριστ. διδασκ. 129, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. ί 11, 12, 16.
Το αρχ. ουσ. ποιμήν. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).
1) Βοσκός (προβάτων): Λίβ. P 740· Ένα λυκόπουλ’ έτρεφε ποιμένας στο κοπάδι,| αντάμα το ’χε στα σκυλιά, στα πρόβατα ομάδι Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 701· ελάλιεν ομπρός του πρόβατα, εφαίνετον ως ποιμένας,| το έναν του χέρι να κρατεί ποιμενικόν καλάμιν Λίβ. Esc. 1031. 2) (Μεταφ.) α) ηγέτης, κυβερνήτης: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 13· Χάρις λοιπόν τῳ ευεργέτῃ Θεῴ και της εκλαμπροτάτης μας αυθεντίας και θεοφρουρήτου των Ενετών, απού εδιάλεξεν έτοιον γλυκύν και καλόν άρχον να μας τον πέψει ποιμέναν Μορεζίν., Λόγ. 469· β) (εκκλ.) θρησκευτικός ηγέτης· (συν. προκ. για επίσκοπο): περί της επισκοπής του Αρείου, μη έχοντα ποιμένα προς το παρόν Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 268· ειπέτε τον πολύν κλαυθμόν και του καλού ποιμένος| Ιακώβου, οπ’ είναι καύχημα εις των Ελλήνων γένος,| (σοφού αρχιερέα μου και των Κυκλάδων νήσων,| μετά τον Διονύσιον δεν έτυχα άλλον ίσον) Λίμπον. 463· (προκ. για ηγούμενο μονής): κάθηνται και οι κόλακες πλησίον του ποιμένος Προδρ. (Eideneier) IV 261 χφ H κριτ. υπ. έκφρ. (ο) καλός ποιμήν/‑ένας (προσηγορία του Χριστού): εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός και εγνωρίζω τα εδικά μου και γνωρίζομαι από τα εδικά μου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. ί 14· Και αυτός ο Σωτήρ εαυτόν ποιμένα καλόν εκάλεσε Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 13.
ποίος,- αντων., Σπαν. O 199, Ιων. Ι 8, Ασσίζ. 36, 26013, 3414, Διγ. (Trapp) Gr. 3496, 3498, Διγ. A 44, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 88, Βέλθ. 439, Χρον. Μορ. H 139, 728, 1460, Χρον. Μορ. P 100, 671, 2157, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 546, Φλώρ. 1392, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 361, Απολλών. (Κεχ.) 58, Λίβ. Esc. 2725, 3248, Λίβ. (Lamb.) N 601, Λίβ. N 2412, Αχιλλ. (Smith) N 80, Αχιλλ. (Smith) O 38, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 137 τρις, Βεν. 42, Διήγ. Βελ. χ 524, Μαχ. 418, 32036, 55836, Γεωργηλ., Θαν. 548, Βουστρ. (Κεχ.) 1617, 1403‑4, 18013, 2227, Βουστρ. (Κεχ.) Μ 17715, Αλεξ.2 337, Δευτ. Παρουσ. 24, Συναξ. γυν. 488, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3887, Βεντράμ., Γυν. 248, Ρίμ. θαν. 24, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 685, Ιστ. πατρ. 17316, Διγ. Άνδρ. 3721, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3740, Πτωχολ. A 14, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1163 ρβ́ 1, κ.π.α.· μποίος, Μαχ. 11421· πγοιος, Μαχ. 5604, 67817 ,18, 22· ποίγος, Ασσίζ. 3348, Μαχ. 220, 13423, 4269, 57626, Βουστρ. (Κεχ.) Μ 4917, 9918, 10318· ποιος, Ασσίζ. 1316, 7010, 14821, Φλώρ. 650, Σαχλ., Αφήγ. 351, Απολλών. (Κεχ.) 278, Λίβ. P 1236, Αχιλλ. (Smith) N 1224, Αχιλλ. (Smith) O 464, Φαλιέρ., Ιστ.2 99, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 110, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 78, Χούμνου, Κοσμογ. 574, 2088, Σκλέντζα, Ποιήμ. 146, Γεωργηλ., Θαν. 499, Βουστρ. (Κεχ.) 4817, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 7, 176, 3365, Αλεξ.2 294, Δευτ. Παρουσ. 23, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73 δις, Ιμπ. (Legr.) 7, Πένθ. θαν.2 158, Δεφ., Λόγ. 786, Τριβ., Ταγιαπ. 25, Ξόμπλιν φ. 125v, Πεντ. Δευτ. IV 7, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 351, Κυπρ. ερωτ. 23, 593, 1143, Πανώρ.2 Ά 33, 57, 87, Β́ 555, Γ́ 497, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 387, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 21, Κανον. διατ. Α 15, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 301, Έ 986, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 67, 170, Στάθ. (Martini) Γ́ 269, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 65, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [740], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 249 δις, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 1, Ά 75, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 40 δις, Λεηλ. Παροικ. 281, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46223, κ.π.α.· πληθ. αρσ. πγοι, Μαχ. 9031, 20618· ποι, Χρον. Μορ. H 668, 4989, 4990, 4994, 5864· θηλ. πγη, Μαχ. 38632.
Η αρχ. αντων. ποίος. Για τον τ. πγοιος βλ. και Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 182-3. Ο τ. ποίγος με ανάπτυξη του γ. Ο τ. ποιος και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. ποίο, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. ποίο).
Ά Ερωτ.· εισάγει ευθείες ή πλάγιες ερωτ. προτάσεις 1) Γενικ., προκ. να ζητηθούν πληροφορίες (ταυτότητα προσώπου, ενέργεια, τόπος, χρόνος, κλπ.) α) ως ουσ.: Περί ξεν. (Μαυρομ.) 377, Τριβ., Ρε 367· Κι εσύ ποιος είσαι; … Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 372· (έναρθρ.): οι τζάγρες ουκ αφήνασιν άνθρωπον να προσκύψει| έξω εκ τα δόντια του τειχίου να ιδούν το ποίος τοξεύει Χρον. Μορ. H 1483· τούτο και μόνον έλειπε το ποίον να ποίσει αυθέντην,| ποίον να ποίσει στρατηγόν, να ποίσει καπετάνον Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 524· Τους στρατιώτες όρισα να πάσι για να δούσι| μέσα ολίγο στο νησί, να δουν το ποιοι λαλούσι Αλεξ.2 1678· β) ως επίθ.: Πτωχολ. A 192, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1195 ρμ́ 1· Και το πρεπό ’ναι να σας πω και να σας φανερώσω| ποιαν όμορφη ξεφάντωση θέλω να σασε δώσω Πανώρ.2 Πρόλ. 8· «Από ποιο τόπο, ξένε μου, είσαι;» … Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2332. 2) Ως ουσ. ή επίθ., σε ρητορικές ερωτήσεις α) σε καταφ. πρόταση αντιστοιχεί στο κανείς: Τι έν’ τό λέγεις, αφέντη μου, τι μας κατονειδίζεις;| ’Σ ποιον πόλεμον μας έβαλες κι ουδέν επολεμούμαν; Χρον. Μορ. P 5119· τις έπιεν την θάλασσαν λαιμός του κι εγλυκάνθη;| Ή ποίος να έφαγεν ποτέ πέτραν για να χορτάσει,| και ταύτα πάντα και να ζει, να έναι εις τον κόσμον; Περί ξεν. (Μαυρομ.) 173· Όταν δε τρις και δέκατον ήψατο ο μείραξ χρόνον,| και ποία γλώσσα δυνηθεί καταλεπτόν να γράψει| την θέαν, την ηλικίαν του, την ωραιότητάν του; Αχιλλ. (Smith) N 109· β) σε αποφατική πρόταση αντιστοιχεί στο ο καθένας, όλοι (η χρ. ήδη αρχ., L‑S, λ. ποίος 1): Και ποιο σκληρόκαρδο κορμί τότε δεν είχε κλαύσει,| ποια μάτια από τα δάκρυα ήθελαν ποτέ παύσει; Λίμπον. 403, 404· 3) Σε επιφ. προτάσεις: Ω πολυζητημένη μου, ω φως μου και ψυχή μου,| και ποια καρδιά να δηγηθεί την αναγάλλιασή μου! Φαλιέρ., Ιστ.2 410· Αγάπη! Ποια χαρά γροικώ! Πάθη μου περασμένα,| τώρα μου φαίνεστε γλυκιά κι ανάπαψη σ’ εμένα! Πανώρ.2 Δ́ 179· Αλίμονον, ποιόν επάθασιν όσοι τύχουν εν εκείνῃ τῃ ώρᾳ, κατά μέναν, και ουαί τους, κατά τον θείον Εφραίμ, όσοι λάχουν εις την ζαρβήν μεριάν ... Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 695. Β́ Αναφορ. (για τη σημασ. και τη χρ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 593-7) 1) Έναρθρ. α) (Εισάγει δευτερεύουσες αναφορ. προτάσεις) οποίος: ότε είς άνθρωπος … έχει καμμίαν ασθένειαν, ή κανέναν κακόν απέ το ποίον απεθαίνει αξηγόρευτος … Ασσίζ. 13726· Και εις κοντολογίαν αντροπίασεν (ενν. ο ρήγας) ούλες τες κυράδες της Λευκωσίας, τες ποίες είναι μεγάλη αντροπή να τες ανοματίσομεν Μαχ. 23835· Αλέξιος έτι και Πετρολίφας,| οι ποίοι ηνδραγάθησαν κι επήδησαν κι επήραν| το κάστρον και εστήσασι φλάμουρα βασιλέως Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 337· (σε ανακόλουθο σχ.): Κι αφόν δεν ημπορώ να την κρατήσω,| χρήση ’ναι ν’ ακλουθώ γιον τυφλωμένον| η ποια νιώθω στον άδη με πεσώνει Κυπρ. ερωτ. 1311· β) ισοδυναμεί με δεικτ. αντων., συν. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει, και εισάγει κύριες προτάσεις: εστέφθην ο ρήγας ο ρε Πιερ … τῃ Κυριακῄ τῃ ιζ́ Οκτωβρίου ͵ατξ́ Χριστού … Ο ποίος ρε Πιερ αρμάστην μίαν όμορφην κόρην από την Καταλονίαν και εκράζαν την Λιενόραν τ’ Αραγγούν Μαχ. 8834· ο ρήγας αγγρίστην, και έπεψεν και επιάσαν ούλους τους πραματευτάδες τους Γενουβήσους, όπου ευρέθησαν αρματωμένοι και εβάλαν τους εις την φυλακήν, διατί ήλθαν αρματωμένοι εις την αυλήν την ρηγάτικην εις την ημέραν όπου ήτον η εορτή· οι ποίγοι ήσαν ο σιρ Φρατζικής Φρατζεφίνγκο, ο σιρ Τζουλίμ τα Μιλά, και αλλόνας Μαχ. 32013· μακάριοι και παμμακάριστοι, όσους να θρονιάσει ο δεσπότης εκ δεξιών του, να ακούσουν την ευλογημένην φωνήν, το «δεύτε οι ευλογημένοι να κληρονομήσετε την βασιλείαν των ουρανών ...». Την ποιαν να μας αξιώσει ο Θεός να την γροικήσομεν πάντες, όσοι εφύλαξαν την ορθόδοξον πίστιν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 700. 2) (Αοριστολ., άναρθρ.) όποιος, οποιοσδήποτε: για λόγιασε πως στο θρονί ποιος βούλεται να σώσει| πρέπει να είναι η στόλιση των αρετών, κι ο ίδιος| απ’ όλους να ονομάζεται πως είναι νέος ήλιος Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 336· εβγαίνω να περιπατώ και να κοσμογυρεύγω,| να εύρω το κάστρον το Αργυρόν και την καλήν Ροδάμνην· | και ποίος από τους φίλους μου και απέ τους εδικούς μου| θέλει να έλθει μετά μεν να συγκακοπαθήσει,| ευχαριστώ τον και ας ελθεί και ας βεβαιωθεί από εμένα| ότι να είναι εις τους οδύνας μου πολλή παρηγορία Λίβ. Esc. 721. Γ́ Αόρ. α) (Σε καταφ. προτάσεις) καθένας, όλοι: Ήκουσαν οι πρωτεύοντες, της χώρας μου οι τοπάρχαι,| και ποιος εμπρός συνέριζαν να δώσει το παιδίν του,| να έλθει εις παρηγορίαν μου να μ’ αποθεραπεύσει.| Eβγαίνω από την χώραν μου και από τα γονικά μου| είχον μετ’ εμού εκατόν φίλους τοιούτους όλους Λίβ. P 472· β) (σε αρνητ. προτάσεις) κανένας: Γιατί, κατέχεις το καλά, η γυναίκα τό λογιάσει| θα κάμει, ανέν κι εστέκετο ο κόσμος να χαλάσει.| Το πράμα τούτο έτσι σφιχτά στο νου τση έχει δεμένο,| και να τηνε γυρίσει ποιος δεν έναι μπορεμένο Φορτουν. (Vinc.) Β́ 364· γ) (επιμεριστικώς) ποίος/ποιος ... ποίος/ποιος, ποιος ... κάποιος = άλλος … άλλος, κάποιος … κάποιος, ο ένας … ο άλλος: Την νύχταν πάσα ζον κάπου κοιτάζει,| τίτοια στο δάσος κι άλλα μες στο σπήλιον| πνάζοντα την ημέραν ποιον κοπιάζει| και κάποιον βόσκ’ εις όπου ’χει τον ήλιον Κυπρ. ερωτ. 7821· οι ιστορίες είναι κακές, … διότι ποία λέγει έτσι ποία λέγει αλλέως Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 107r· τα πουλιά χαμοπετού κι αναγαλλιούσιν ούλα| κι έχουν εις τα φτερούγια τως πάχνη από τη δροσούλα| ποιο κάθεται ’ς χλωρό κλαδί, ποιο ’ς δέντρο, ποιο ’ς χαράκι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1253 τρις· Συνήθιν έν’ τω βασιλιώ πολέμους να σηκώνου, (παραλ. 1 στ.) ογιά πολλώ λογιώ αφορμές, ποιος για να μεγαλώσει πλιότερα το βασίλειο, και ποιος για να γδικιώσει| πράμαν απού του θέλασι κάμει άδικο κιανένα Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 3, 4. Δ́ Το ουδ. εν. έναρθρ.: 1) Πράγμα που: Και μοναύτα εμίσευσεν και επήγεν (ενν. η αγία Ελένη) εις την Ιερουσαλήμ, ... και ηύρεν τον Τίμιον Σταυρόν και τους άλλους β́ σταυρούς τους ληστές ...· το ποίον είναι πολλά μακρύν, ας σας ξηγηθώ τα πράματα καταληπτώς, αμμέ ευρίσκεται γραμμένον πολλά πλατεία εις το βιβλίον τό έγραψεν ο άγιος Κυριακός Μαχ. 418· Και απήν επεριτόμησεν (ενν. ο Αβραάμ) αυτήν την φαμελιάν του,| το ποιον ο Κύριος όρισε να κάμει εις οδηγιάν του,| παίρνει τους στου Μελχισεδέκ, διά να τους ευλογήσει Χούμνου, Κοσμογ. 958· Ενίκησες με εσού μ’ ένα σου βλέμμαν,| το ποιον καμι’ άλλη ακόμη δεν καυκάται Κυπρ. ερωτ. 672. 2) (Ως μόρ.· για παρόμοια χρ. αναφ. αντων. βλ. και Κριαρ., Ελλην. 15, 1957, 192-3) λοιπόν· ενώ: εγροίκησεν ο λαός και εστράφησαν εις τας κατοικίας τους· το ποίον μετά τους ήλθαν και πολλοί παροίκοι και εκατοικήσαν εις το νησσίν Μαχ. 810· έναι εκείνο άτοπον και παράλογον, το ποίον πολλάκις αυτοί (ενν. πατέρες) ίδια ακούουσι πολλούς όπου κατηγορούσι την μοχθηρίαν και την απαιδευσίαν των διδασκάλων, αλλ’ όμως δίδουσι τα παιδία τους εις τοιούτους κακούς και αμαθείς διδασκάλους Σοφιαν., Παιδαγ. 102.
πολεμώ ‑άω,- Σπαν. A 159, Γλυκά, Στ. 188, Λόγ. παρηγ. L 395, Προδρ. (Eideneier) IV 537, Καλλίμ. 2187, Ασσίζ. 311, Διγ. Z 327, Χρον. Μορ. H 284, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 451, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 912, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 144, Φλώρ. 593, Gesprächb. 1716, 17, Λίβ. Esc. 2813, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 421, Αχιλλ. (Smith) N 218, Ιμπ. 156, Φαλιέρ., Ιστ.2 185, Θρ. πατρ. 15, Μαχ. 34232, Θησ. Πρόλ. [97], Δ́ [608], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 282, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 496, Συναξ. γυν. 325, Απόκοπ.2 464, Άνθ. χαρ. 2976 δις, Έκθ. χρον. 725, Κορων., Μπούας 14, Διήγ. Αλ. G 26825‑26, Πεντ., Δευτ. I 30, Πτωχολ. α 643, Αχέλ. 2074, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 256, Χρον. σουλτ. 3216, Κυπρ. ερωτ. 612, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 109, Διγ. Άνδρ. 3959, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1359, Στάθ. (Martini) Β́ 206, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 235, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά [64], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 564, Ροδινός (Βαλ.) 76, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 348, Διγ. O 300, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15024, κ.π.α.· απολεμώ, Διακρούσ. 792· πολεμάγω, Αλεξ.2 2336, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 216r· πολεμνώ, Ασσίζ. 23011· πολομώ ‑άω, Ασσίζ. 1111, 176, 2715 κ.α., Ερωτοπ. 691, Μαχ. 1024, 3432, 3812, 623, 6622, 827, 9023, 15418, 1621, 18235 κ.α., Βουστρ. (Κεχ.) 222, 409, 427, 5610, 1449, M 18118‑19, 2162, 2177, 2227‑8, 2445, 2923δις, 2981, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, 75 δις, 84, 85, 118, 119, Ξόμπλιν φ. 122v, 124v, 131r, 132r, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 59, 504, Θρ. Κύπρ. M 17, 380, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ́ δις, Κανον. διατ. Α 1076, 1327, Β 497, 684, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 531.
Το αρχ. πολεμέω. Ο τ. απολεμώ και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πολεμάγω με ανάπτυξη ευφωνικού γ (βλ. Καραντζόλα [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. σ. 516]). Ο τ. πολομώ (‑άω) στο Meursius (λ. πολομάν) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ., λ. πολομώ). Η λ. πολεμάω τον 9. αι. (TLG), στο Somav. (λ. πολεμώ) και σήμ.· βλ. και LBG. Η λ. πολεμώ και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Αμτβ. 1) α) Διεξάγω πόλεμο, μάχομαι: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12, Πανάρ. 7925, Λίβ. Esc. 2815, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 4· (με τις προθ. με, μετά, εις, απάνου) πολεμώ εναντίον κάπ.: οι εχθροί οπού έρχονται δεν πολεμούν με χήρες Σπαν. (Ζώρ.) V 557· να πολεμήσω μετ’ αυτόν εις κάμπον με φουσσάτα Χρον. Μορ. P 6084· Αλλ’ ο σινιόρ Μερκούριος πριν νά μπουσι στην χώραν,| με τα γουργά του τ’ άλογα τους έφθασε στην ώραν,| και μετ’ αυτών πολέμησε Κορων., Μπούας 27· Εγώ να πολεμήσω με τον Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. G 28642· να μπορέσω να πολεμήσω εις αυτόν και να τον διώξω Πεντ. Αρ. XXII 11· ότι να σιμώσεις προς κάστρο να πολεμήσεις απάνου της και να κράξεις προς αυτήν εις ειρήνη Πεντ. Δευτ. XX 10· β) διεξάγω πόλεμο για να υπερασπιστώ κάπ.: μη τους φουβεθείτε, ότι ο Κύριος ο Θεός σας αυτός οπού πολεμάει γιατ’ εσάς Πεντ. Δευτ. III 22. 2) Φιλονικώ, τσακώνομαι: Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 14214, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.). 3) Συμπεριφέρομαι άσχημα ή εχθρικά: Διατί εις την τάβλαν του αφεντός μας ούτως πολεμάς; Διήγ. Αλ. G 27632. 4) Προσπαθώ, αγωνίζομαι, μοχθώ για κ.: Και, ως πολεμούσι τα παιδία των ευγενών ανθρώπων| και κατ’ ολίγον - ολιγόν προσήφερέ με η τύχη,| φροντίδα μου εσυνέβηκεν να ιδώ, κερά, τα ξένα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1211· και πότε κλαίγω και γελώ, μανίζω και ’ρηνεύω| και μ’ ό,τι τρόπον πολεμών πάσχω να τα γιατρεύω Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 162 κριτ. υπ. 5) Ζω με κάπ. ή με κ.: ει τινος παιδίν γεννηθεί και ένι αρσενικόν, τρεις χρόνους πολεμεί με την μητέραν του, και απέκει τον επαίρνει ο πατήρ του και ένι μετ’ αυτόν· ει δε ένι το παιδίν θηλυκόν, στέκεται με την μητέραν του Διήγ. Αλ. E (Konst.) 4517· Πληγές θανάτου, βάσανα, πάθη, κριτήρια δος μου,| μα γάμο δε μπορείς ποτέ να κάμεις στανικώς μου.| Εγώ δε θέλω πει το ναι, α ζήσω χίλιους χρόνους,| να παντρευτώ στην ξενιτιά, κι ας πολεμώ στους πόνους Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 424. Β́ Μτβ. 1) α) Πολεμώ εναντίον κάπ.: Εβρ. ελεγ. 168, Χρον. Μορ. H 1045, Αχιλλ. (Smith) N 700, Ιστ. πατρ. 979· (με σύστ. αντικ.): Μαχ. 41617, Σφρ., Χρον. (Maisano) 227, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 40· β1) επιτίθεμαι εναντίον κάπ., απειλώ κάπ.: Μη μας αφήσεις (ενν. Δέσποινα) το λοιπό, μη μας αμπαντονάρεις,| πρεμάζωξε τα τέκνα σου τά πολεμά ο πνιγάρης Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5269· ο διάβολος με αυτές (ενν. τις γυναίκες) πάντα μας πολεμούσιν Συναξ. γυν. 45· β2) (προκ. για κάστρο ή πόλη) επιτίθεμαι, πολιορκώ: Διήγ. Αλ. G 26713‑14, Θρ. Κύπρ. M 204· γ) (μεταφ., προκ. για σκέψεις, συναισθήματα, την τύχη, κ.ά.) αντιμάχομαι, ταλανίζω, ταλαιπωρώ: πάλιν λογισμοί, βλέπω το, πολεμούν μοι Καλλίμ. 2187· σώφρονα νουν κατέχων τις, ο πόθος πολεμεί τον| και διά τούτο ο ποθών ευταξίαν ουκ έχει Διγ. (Trapp) Gr. 1478· η τύχη μου η καμμένη,| ως ήτον να με πολεμά πάντοτε μαθημένη,| λέγει μου Σαχλ., Αφήγ. 114· Θωρώ το πως σε πολεμού δυο σου οχουθροί μεγάλοι:| η αγάπη με την πεθυμιά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 355· Μα κείνον απού μου κρατεί το νου τον πρικαμένο| μέσα στον Άδη ζωντανό, στον κόσμο αποθαμένο,| πάντα μέ θέλει πολεμά, δίχως ποτέ να δώσει| τέλος γή αλάφρωση κιαμιά στην κρίση μου την τόση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 109· Εδά σε βασανίζουσι τη νύκτα τα όνειρά σου| και την ημέρα πολεμού φόβοι άλλοι την καρδιά σου Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 586· δ) διεξάγω πόλεμο για να υπερασπιστώ κάπ. (εδώ προκ. για την Κρήτη): Μηδέν καυχάστε, Κρητικοί, πως είστε αγαπημένοι,| μα τι καλό εδείξετε σ’ εμέ την πρικαμένη;| Τόσους καιρούς μ’ εβλέπετε, για μένα επολεμάτε| τους Τούρκους, αμ’ εφύγετε και πλιό δε μ’ αγαπάτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56123·. 2) Αντιδρώ σε κ., αντιστέκομαι, καταπολεμώ: Σπαν. A 272, Λίβ. Esc. 2207, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 272, Δ́ 1996. 3) Φιλονικώ με κάπ., τσακώνομαι: Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4210. 4) Καταβάλλω έντονη προσπάθεια για να πετύχω κ., προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω το σκοπό μου, πασχίζω, επιζητώ: τους πελεγρίνους τους πτωχούς εκείνους μακαρίζω| και πολεμώ μιμήσασθαι τούτων ελευθερίαν Προδρ. (Eideneier) IV 153· όλοι να πολεμούμε| εδώ στην κοσμικήν ζωήν για ν’ αναβαστακτούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 97· γροικώντας πως βυθίζεται (ενν. το κάτεργον), και πασαείς ατός του,| δίχως να κράξει σύντροφον, πολεμεί να γλυτώσει Θησ. (Foll.) Ι 68· επολέμα γλήγορα χάμου ναν τον εβάλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1888 κριτ. υπ.· έκφρ. πολομώ κατά ζήτησιν = ζητώ, επιδιώκω, απαιτώ: μία χήρα ζητά μετά ονόματος, ού πολομά κατά ζήτησιν δύο κριτάδες της αυλής εις την βουλήν τους Ασσίζ. 2928· φρ. πολομώ τις όρεξες = προσπαθώ να πραγματοποιήσω τις επιδιώξεις/τις επιθυμίες μου: οι πραματευτάδες μας να πολομούν τες όρεξές τους Μαχ. 3523. 5) α1) Κάνω κ., πράττω, εκτελώ: ο κάτις δίδει του γραφιά, και γράφει, ή πολεμά έναν άνομον προβελίζιον Ασσίζ. 2281· Και πάλιν Βελισάριος εκίνησε τον γύρον,| τριγύρωθε τους άρχοντας αιτών ελεημοσύνην·| δύο και τρεις το έποικεν κατενώπιον πάντων,| και τούτο επολέμαν το εις ύβριν βασιλέως Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 704· Και βλέπε πάντοτε την συνείδησίν σου. Και, ειτι σοι λέγει, πολέμα το, ότι η συνείδησις έναι το φως της ψυχής Ιακ., Παραιν. 841· (εδώ προκ. για τις επιταγές του Θεού) εφαρμόζω, συμμορφώνομαι: εκείνοι όπου πολομούν τας εντολάς του Θεού και παγαίνουν εις την εκκλησίαν είναι ευλογημένοι Κανον. διατ. Β 521· φρ. πολεμώ (μεγάλας) ανδραγαθίας = (προκ. για πολεμικά κατορθώματα) επιδεικνύω γενναιότητα και ηρωισμό, ανδραγαθώ: Αφόν ηρξάμην πολεμείν ανδραγαθίας μεγάλας,| ουδέν ηυρέθηκεν κανείς, ίνα με καταφθάσει| και πολεμήσει, νεότερε, και επάρει μου το κούρσος Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 154· α2) ασχολούμαι με κ., φροντίζω για κ.: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνεσιν ουκ έχει| κι ου δύναται να πολεμεί πράγματα της τιμής του,| ομοιάζει γαρ αστράτευτον άνδρα ηχρειωμένον Σπαν. B 216· Μην πολεμείς τα εδάρτινα, μη βιάσου στα αιώνια·| μη θεμελιώνεις εις νερά, μη κτίζεις εις τα χιόνια,| και έλθει δριμύτητα νερού και πέσουν τα θεμέλια Δευτ. Παρουσ. 379· φρ. πολομώ τη δουλειά μου = φροντίζω για τη δουλειά μου, κοιτάζω τη δουλειά μου: Λοιπόν τους λόγους άφηνε τους περισσούς, υιέ μου,| αργά και μετά προσοχής πολέμα τες δουλειές σου| και έργον με την γνώσιν σου συντόμως επιχείρει Κομν., Διδασκ. Δ 329· Πάσα άνθρωπος να κάθεται εις το σπίτιν του και να πολομούν τες δουλείες τους Βουστρ. (Κεχ.) 18615· α3) καθιστώ κάπ. συγγενή: Περί εκείνου οπού πολομά κληρονόμον τον σκλάβον του Ασσίζ. 1721· μόνος την εξουσίαν μου μοιράζω μετά σέναν| και σε γαβρός μου , Κλιτοβών, μάθε το, πολεμώ σε Λίβ. Esc. 4250· α4) μεταβάλλω, μεταμορφώνω κάπ. ή κ.: η λύσσα της φιλαργυρίας πολομά τους ανθρώπους δαιμόνους Μαχ. 5249· εκεί (ενν. στην εκκλησίαν) θωρείς τους λαϊκούς και πίνουν και μεθυούσιν (παραλ. 1 στ.) γυναίκες, άνδρες, όλοι των, γελούν και χαχαρίζουν, (παραλ. 1 στ.)| μία της άλλης ομιλεί, ποία κάλλια έναι νιμμένη,| κι αν την στέκει ο σουλουμάς ...,| και πολεμούν την εκκλησιάν πορνείον, οι αθλίες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 235· β) προκαλώ κ., προξενώ: Απόφευγε όσον δύνασαι χείλη των συκοφάντων·| πολλάκις γαρ συκοφαντιά εις ιδικούς εμβαίνει,| μάχας και έχθρας πολεμά μέσον γονείς και τέκνων Σπαν. (Μαυρ.) P 56· εκ τον φθόνον τον πολύν, την ’περιψίαν την τόσην| την βασιλείαν εχάσασιν και την τιμήν την τόσην (παραλ. 2 στ.) Βλέπεις, υιέ, τι πολεμεί ο φθόνος εις τον κόσμον; Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 977· γ) αναγκάζω κάπ. να κάνει κ.: κύρην και υιόν να πολεμείς να σπαθοκαταλυούνται,| τα αίματα να τρέχουσιν, τα ομμάτια τους να εβγαίνουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 224· δ) κατασκευάζω κ., φτιάχνω κ.: Απέ το άχερον τουτέστιν την αποκαλάμην τήν φέρνου να πολομούν τα κοφίνια κελεύει το δίκαιον να δώσει δικαίωμαν το τέταρτο Ασσίζ. 4977· τα πτερά μου πολεμούν πάλιν χρυσά ριπίδια Πουλολ. (Τσαβαρή)2 162· (προκ. για είδη διατροφής) ετοιμάζω, παρασκευάζω: αποθετόν με πολεμούν και τρώγουν με, όταν θέλουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 515· (προκ. για κτίριο): χτίζω: αρχίσασιν να πολεμούν κάστρη και δυναμάρια| ο καθεείς στον τόπον του να κάμνει το εδικόν του Χρον. Μορ. P 3146. 6) Συμπεριφέρομαι άσχημα ή και εχθρικά: Πούθεν να δει να λυπηθεί, να κλαύσει η καρδιά του,| ας πάγει να περιδιαβεί στου Τούρκου το φουσσάτον, (παραλ. 1 στ.) να δεις τους χριστιανούλλικους είντα τους πολεμούσιν·| δεν τους διδούν ψουμίν να φαν ούτε νερόν να πιούσιν Θρ. Κύπρ. M 461. 7) Λέγω (για τη σημασ. βλ. Κακουλίδη-Πάνου [Ξόμπλιν σ. 291]): Πάντα εκείνος απού φοβερίζει άλλον πολομά να τον κρατήσουσιν περίτου πελλόν παρά που ένι Ξόμπλιν φ. 134r. ΙI. (Μέσ. αμτβ.) διεξάγω πόλεμο: κάμνει σας χρεία με τ’ άρματα του να πολεμηθείτε| με τρόπον που σας θέλω πει Θησ. Έ [972]· Κι οι Τούρκοι να κοιτάζουνε πώς θα πολεμηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38715. Φρ. 1) Πολεμώ/πολομώ άδικον = διαπράττω αδικία, αδικώ: εάν τύχει (ενν. ο ρήγας) εις καμμίαν αφορμήν, ότι μετά ταύτα πάγει κατά πρόσωπα τους όρκους του, πολομά άδικον απαρχής, έπειτα αρνάται τον θεόν και ποντίζει, τουτέστιν φασιάζει εις τό ώμοσεν Ασσίζ. 374· πολεμά άδικον του ρηγός και παίρνει του την οδόν του Ασσίζ. 45418. 2) Πολεμώ τας αιματοχυσίας = σκοτώνω (πλήθος ανθρώπων), πβ. Επιτομή, κάνω αίματα, κάμνω Φρ. 3: εκίνησεν (ενν. ο Φουκάς) να πολεμά τας αιματοχυσίας| και άλλα δεινά και λυπηρά αυτός προς τους πολίτες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 960. 3) Πολεμώ αμαρτίας ή πταίσματα = αμαρτάνω: τα πταίσματα, τά πολεμούν οι ανθρώποι, να μη βλέπει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2205· να προσέχει, να θωρεί τα πάθη τα εδικά του,| τας αμαρτίας τάς πολεμά αυτός ημέρα νύκτα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2208. 4) Πολεμώ ανταμοιβή = αποζημιώνω: Τους βασιλείς βασιλικάς ανταμοιβάς πολέμα,| τους άρχοντας ως άρχοντας, πλούσιους ως έν’ το πρέπον Φλώρ. 1133. 5) Πολεμώ άργηταν = καθυστερώ, αργοπορώ, πβ. και Επιτομή, ποιώ άργητα, άργητα 1 φρ.: Λαβών ο Βελισάριος τοιαύτην εξουσίαν,| άργηταν ου μεν ουν αυτός να πολεμά καμίαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 232. 6) Πολεμώ άρμενα = αποπλέω, «κάνω πανιά», πβ. και Επιτομή, κάνω άρμενα, κάμνω Φρ. 10 ή άρμενο(ν) 1 φρ.: το καράβι πολεμεί άρμενα και παγαίνει Ιμπ. 662· έφτασεν ο χειμώνας και τα ξύλα απέ την σκλεριάν δεν επολομούσαν άρμενα Μαχ. 1109. 7) Πολεμώ γαρνιζούν = υπηρετώ στη φρουρά (ενός κάστρου): ουδέν ζητώ, ουδέ με δίκαιον πρέπει| να πολεμείτε γαρνιζούν ωσάν οι προνοιατόροι Χρον. Μορ. H 2700. 8) Πολεμώ τας γέννας = γεννώ: ποντίκιν κακορίζικον, από την κακοτύχην,| και να ορίσει να γενείς άρατον εκ τον κόσμον| ετούτον τον γλυκύτατον, να πας εις άλλον βράχος,| να πολεμείς τας γέννας σου δυσκόλως και βαρέως Πουλολ. (Τσαβαρή)2 216. 9) Πολεμώ εμφόβησιν = προκαλώ το φόβο: η δε στίλβα γουν των όπλων| εξ ηλίου αυγαζούση| καινοτέραν γουν την θέαν| και εμφόβησιν μεγάλην| επολέμει τοις ορώσι Ερμον. Λ 90. 10) Πολεμώ/πολομώ ζημίαν, βλ. Επιτομή, ζημία 1γ φρ. 11) Πολεμώ (πολλήν/μεγάλην) θνήσιν = προκαλώ (πολλούς) θανάτους/φόνους, πβ. και Επιτομή, κάνω θνήσιν (μεγάλην), κάμνω Φρ. 38: μεγάλην θνήσιν πολεμεί εις άπαντα τα ζώα Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 40· θνήσιν πολλήν τους πολεμούν, τινάς ουδέν γλιτώνει,| μόνον οπὂχει δύναμιν να διώχνει, να σκοτώνει Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 821. 12) Πολεμώ θρήνο = θρηνώ, πβ. και Επιτομή, κάνω θρήνο, κάμνω Φρ. 39: όλον το πλήθος του λαού μελάνας εφορέσαν,| εκ βάθους θρήνους πολεμούν από καρδιάς δακρύουν Βυζ. Ιλιάδ. 1100. 13) Πολεμώ/πολομώ κακόν = κάνω κακό, αδικώ: την αλουπού την μακροουραδάτην,| την πνίγουσαν τας όρνιθας και τα μικρά πουλία (παραλ. 2 στ.) και πολεμεί μέγαν κακόν και πλείον τε ζημίαν| και αδικίαν άπειρον εις τους πτωχούς ανθρώπους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 192· ο ρε Τζακ επολόμαν πολλά κακά και περισσές αντροπές τους Κυπριώτες, και ήσαν πολλά παραπονημένοι Βουστρ. (Κεχ.) 14017. 14) Πολεμώ κραυγήν = θρηνώ (εδώ με κραυγές): την κεφαλήν εστήσασιν απάνου εις το κοντάριν,| κραυγήν μεγάλην πολεμούν οι Τούρκοι και φωνάζουν Παρασπ., Βάρν. C 420· πάλιν θρηνούν οι Έλληνες, υπάν εις το κιβούριν,| κραυγήν μεγάλην πολεμούν στον μέγαν Αχιλλέα,| όλον το πλήθος του λαού μελάνας εφορέσαν Βυζ. Ιλιάδ. 1098. 15) Πολεμώ/πολομώ κρίσιν, βλ. Επιτομή, κρίσις ‑ση Φρ. 6. 16) Πολεμά μεταγνωμός = μετανιώνω, πβ. και Επιτομή, μεταγνωμό παίρνω, μεταγνωμός φρ.: μηδέ το λογισμό μου| μεταγνωμός δεν πολεμά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 105. 17) Πολεμώ/πολομώ όρκον, βλ. ά. όρκος (I) Φρ 1α. 18) Πολεμώ κάπ. κ. πικρόν = κάνω κάπ. να υποφέρει (με τα λόγια μου), πικραίνω κάπ., παιδεύω, βασανίζω, πβ. και Επιτομή, κάμνω κάπ. πικρίαν, πικρία 2α: Ανάτασσε, τυράννα με, πίκραινε, φλόγιζέ με,| ωσάν δυνάστης άνθρωπος πικρόν πολέμει με το Λίβ. Esc. 3429. 19) Πολεμώ (την) προσευχήν (μου) = προσεύχομαι: Συνήθι έχουσιν, αυθέντη μου, οι Εβραίοι| να πολεμούσιν προσευχήν ώρα του μεσανύκτου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1822· την προσευχήν μου πολεμώ, ως έχω το συνήθι Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1869. 20) Πολεμώ εις τα ρούχα μου απάνω = μάχομαι για την περιουσία μου, υπερασπίζομαι ό,τι μου ανήκει: εκείνοι, οπού εξέβησαν εις του γιαλού την πόρταν,| ουδέν εβλέπουσιν κανείν προς αύτους να εξέβει| εις όχλησιν, εις πόλεμον, ως έναι συνηθεία,| ο καθεείς να πολεμά εις τα ρούχα του απάνω·| αμή αυτοί εκρύφθησαν απέσω εις την χώραν Χρον. Τόκκων 604. 21) Πολεμώ (μεγάλην) στενοχωρίαν = φέρνω κάπ. σε δύσκολη θέση, πιέζω: και εκωλύθη ο Αχιλλεύς από τον πόλεμον και επήρε το φουσσάτον της Τροίας θάρρος και εξέβαινε και επολέμαν μεγάλην στενοχωρίαν τους Έλληνας Τρωικά 52623. 22) Πολεμώ/πολομώ στοίχημα = (α) κλείνω συμφωνία, πβ. και Επιτομή, κορδιάζω στοίχημα, ακορδιάζω Β́ 2 φρ.: όλα τα στοιχήματα τά πολεμούν οι άνθρωποι μεσόν τους εντέχεται να ένι αξιαζόμενα Ασσίζ. 786· έρχομαι εις κανέναν ιατρόν και πολομώ του στοίχημαν ότι να τον (ενν. τον σκλάβον) γιάνει εις τα ήμισα οπού να πουληθεί να ένι εδικά του, και τα άλλα του αυθέντη του οπού τον αγόρασεν Ασσίζ. 1851· (β) στοιχηματίζω, πβ. και Επιτομή, κάνω στοίχημα, κάμνω Φρ. 104: Ήκουσα την βασίλισσαν, πολεμεί στοίχημα με τους νέους·| ήλθα κι εγώ να μάθω το τι είναι Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 156. 23) Πολεμώ/πολομώ στραβά ή πολομώ ζαβά = αδικώ κάπ.: το δίκαιον κρίνει ότι πολεμά (ή πολομά) (έκδ. πομά· διορθώσ.) στραβά του αυθέντη να πάρει την οδόν Ασσίζ. 45412 · το δίκαιον ορίζει ότι πολομά ζαβά προς τον αυθέντην να πάρει την οδόν του Ασσίζ. 20316. 24) Πολεμώ ταξίδια = ταξιδεύω: η θάλασσα έπαυσεν το χειμάζει,| και την λογήν της ήλλαξεν, ως διάργυρος ομοιάζει.| Και ψάρια ουκ είναι πλεό, καράβια ου ταξιδεύουν,| ουδέ ταξίδια πολεμούν, αλλ’ ουδέ κινδυνεύουν Δευτ. Παρουσ. 42. 25) Πολεμώ την τιμήν = τιμώ, πβ. και Επιτομή, κάνω τιμή, κάμνω Φρ. 116: ανάφερνέ τον (ενν. τον αυθέντη σου) ταπεινά και αληθινά με δέος,| και από όσον ημπορείς, υιέ, πολέμα την τιμήν του Σπαν. (Ζώρ.) V 69· Αφέντη, ... είμεστεν κρατούμενοι να σου πολομούμεν πάσα τιμήν Βουστρ. (Κεχ.) 29019. 26) Πολεμώ φωταγωγίας και λαμπάς = φωτίζω με πολλά φώτα, φωταγωγώ: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών» εν εαυτοίς βοώντες,| φωταγωγίας και λαμπάς ηδέως πολεμώντες.| Και κράζων ότι σήμερον εφύγομεν Αιγύπτου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1204. 27) Πολεμώ χαραγείο = ασκώ το δικαίωμα του χαράγματος των νομισμάτων (προκ. για αποτύπωση παράστασης πάνω σε νόμισμα): να πολεμεί στον τόπον, όπου εκράτει,| το χαραγείο των τορνεσίων, ομοίως των δηνερίων Χρον. Μορ. H 2607. 28) Πολομώ αγανάκτησιν/αγανάχτησιν = (α) προκαλώ κακό, ζημιά σε κάπ.: και αν εκείνος ο Σαρακηνός αν ευρεθεί πλείον πολομώντα αγανάχτησιν χριστιανού, ού χριστιανής, πρέπει να τον πάρουν και να τον κρεμάσουν Ασσίζ. 48713‑14· (β) πιέζω κάπ., κάνω κάπ. να αγανακτήσει: να μεν τους πολομούν αγανάκτησιν· διά τούτον επέψαν μαντατοφόρους να συνπάψουν την αγάπην Μαχ. 1363. 29) Πολομώ αγάπην = συμφιλιώνομαι, πβ. και Επιτομή, κάνω αγάπη, κάμνω Φρ. 1: οι αφέντες οι καθολικοί να προυμουτιάζουν να πολομούν αγάπην Μαχ. 18216‑17· 30) Πολομώ αντροπήν = (α) ντροπιάζω, πρσβάλλω την τιμή, πβ. και Επιτομή, κάνω σε κάπ. ντροπή, κάμνω Φρ. 78: ήτον πολλά θυμωμένοι ... απέ τα άπρεπα λογία ... και αντροπήν οπού τους επολόμαν έμπροσθεν τους παρκάτω ανθρώπους Μαχ. 2524· Τείντα σου φαίνεται απανώ εις τες αντροπές απού μας πολομά ο ρήγας και καθημερινόν αντροπιάζει μας; Βουστρ. (Κεχ.) 1442· (β) αποκαθιστώ την τιμή, «ξεπλένω» τη ντροπή: εκείνος επολόμαν του αντροπήν εις την γυναίκαν του, και διά τούτον την εσκότωσεν Ασσίζ. 2276‑7. 31) Πολομώ αποκοπήν = προκαθορίζω αμοιβή για συγκεκριμένη εργασία: εάν είς μου σκλάβος ένι αστενής ... και είς γιατρός ... λέγει να τον γιάνει πολλά καλά και συμπαύγει και πολομά αποκοπήν Ασσίζ. 43614. 32) Πολομώ αργά = αργώ στην εκτέλεση έργου/δραστηριότητας, καθυστερώ: δεν θέλω να έχετε ζημίαν ... διά τούτον πολομώ αργά την αρμάδαν Μαχ. 15822. 33) Πολομώ αρχήν = αρχίζω, πβ. και Επιτομή, βάνω, δίδω, κάμνω, πιάνω αρχή(ν), βάνω εις αρχήν, ποιώ την αρχήν, αρχή 1α φρ.: Αρχεύει και πολομά αρχήν| μερικών κρισιμάτων· αλατίνικον Ασσίζ. 1410·. 34) Πολομώ βίγλα ή (καλές/πολλές) βίγλες, βλ. Επιτομή, βίγλα 3 Φρ. α. 35) Πολομώ βλέπησιν = επιτηρώ, φρουρώ, φυλάω, πβ. και Επιτομή, βλέπηση κρατώ, βλέπησις‑ση 2γ φρ.: να ορίσεις τους λας να πολομούν καλήν βλέπησιν μέραν και νύκταν ... μηδέν εύρει (ενν. ο λύκος) τους λας κοιμισμένους και δράξει το αρνίον Μαχ. 50816. 36) Πολομώ διαθήκην = συντάσσω διαθήκη: είς άνθρωπος ... έρχεται εις τον θάνατον και πολομά διαθήκην Ασσίζ. 1377. 37) Πολομώ διαλαλημόν = διαλαλώ, πβ. και Επιτομή, βάνω διαλαλημόν, βάνω 30 Φρ. γ: πολομά έναν διαλαλημόν Μαχ. 27231. 38) Πολομώ δόσιν = δωρίζω, προσφέρω κ. ως δώρο, χαρίζω: Εάν γένηται ότι ο κάτις άνθρωπος ... πολομά δόσιν ενού ανθρώπου ή ετέρου, καλά αξιάζει εκείνον το δόμαν Ασσίζ. 15510. 39) Πολομώ δυναστείο = ασκώ έντονη πίεση χρησιμοποιώντας βία, βιαιοπραγώ: καθώς θέλει να δώσει εκείνος οπού πολομά δυναστείο εις άλλου χώραν Ασσίζ. 34714. 40) α) Πολομώ τους εξόδους/οξόδους = αναλαμβάνω τα έξοδα: εστάθην κουντέντος απού τους εξόδους απού πολομούσασιν Μαχ. 63830· επρουμουτίασεν ο ρε Φαράντος ... να πολομά του τους οξόδους Βουστρ. (Κεχ.) 2005· β) πολομώ έξοδον = ξοδεύω: ο κύρης του εφίτου πολομά μέσα εις το καιρόν οπού ενομεύτη καμμία έξοδον περί της ποίας δεν ημπορεί να βαστάζει Ασσίζ. 32824. 41) Πολομώ θαύμα = κάνω θαύμα, θαυματουργώ: ο άγιος Ορέστης και ο άγιος Δημητριανός ... πολομούν άπειρα θαύματα Μαχ. 3026· πολομά άξια θαύματα εις τους αστενείς Μαχ. 3213· Άρχισαν τότες τα τουρκιά τες εκκληχιές χαλούσιν,| όλα τα εικονίσματα ’πό πάνω τα κρεμνούσιν (παραλ. 2 στ.) Τόσες εικόνες φοβερές θαύμα δεν πολομούσιν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 423. 42) Πολομώ ίασες = γιατρεύω, θεραπεύω: πολομά (ενν. το αγίασμα) μεγάλες ίασες εις γαρισούραν και εις τας πύρεξες Μαχ. 3818. 43) Πολομώ λιτήν, βλ. Επιτομή, λιτή 2 φρ. 44) Πολομώ την μαντατοφορίαν = μεταβιβάζω ή ανακοινώνω μήνυμα, πβ. και ποιώ (την) μαντατοφορίαν, Επιτομή, μαντατοφορία 1α φρ.: πολομώντα την μαντατοφορίαν, επήγεν εκεί όπου ήτον απλικεμένος Βουστρ. (Κεχ.) 743. 45) Πολομώ κάπ. μούττες, βλ. Επιτομή, μύτη Φρ. 3. 46) Πολομώ νώσιν, βλ. Επιτομή, γνώσις‑ση 6 Φρ. α. 47) Πολομώ παραβουλίες = μηχανορραφώ, δολοπλοκώ: εις το κρυφόν επολόμαν μεγάλες παραβουλίες Βουστρ. (Κεχ.) 6613. 48) Πολομώ σάλβο κουντούτον = επιτρέπω την αναχώρηση, πβ. και Επιτομή, δίδω σάλβο κουντούτον, δίδω IΆ 11δ φρ. (1): πολομούν σου σάλβο κουντούτον Μαχ. 50221. 49) Πολομώ σκάνταλα = προκαλώ αναταραχή: εσείς είστε απού πολομάτε τα σκάνταλα εις την Χώραν Βουστρ. (Κεχ.) 27610. 50) Πολομώ συντροφίαν = συντροφεύω, πβ. και Επιτομή, κάνω συντροφία, κάμνω Φρ. 110: μεις πολομούμεν σου συντροφίαν ως εκεί όπου μέλλει να πεζεύσεις και τότε πάμεν την δουλειάν μας Μαχ. 52615. 51) Πολομώ χάριταν = απονέμω χάρη, χαρίζω την ποινή: πολομούμεν κινούργιαν χάριταν όλους τους πταισμένους, κακοποιούς ... όλοι να είναι συμπαθημένοι Μαχ. 50637. Η μτχ. ως επίθ. = που δέχεται επιθέσεις/απειλείται, βασανισμένος: δηγούμαι βάσανα, πρίκες και μοιρολόγια| ογιά τη χώρα τη φτωχή και την πολεμημένη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53115. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = οι εχθροί: Κι εις τούτο έβγαλε φωνή προς του Πατρός δοσμένη| ζητώντα οι πολεμώντες τον να ’ναι συμπαθημένοι Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 126.
πολυμάζωκτος,- επίθ.
Από το ά συνθ. πολυ‑ και το μαζώνω.
Συγκεντρωμένος, συναθροισμένος σε πλήθος· (εδώ προκ. για κοπάδι ζώων): Ώσπερ τα γίδια της σφαγής τα διώχνουν μακελλάροι| κι ενός τα παραδώσουσιν να σφάξει και να γδάρει,| ως έναι πολυμάζωκτα μη ομοφωνούντ’ αλλήλως ... Δευτ. Παρουσ. 223.
πολυπύρινος,- επίθ.
Από το ά συνθ. πολυ‑ και το επίθ. πύρινος.
Που καίει πολύ δυνατά: Έτοιμη ας έναι να λαλεί η φλόγα της αβύσσου: | «Στρέφουνται όπου εξέβησαν, πάλιν σ’ αυτήν να οικήσουν.»| Κι ευθύς ανεμοστρόφιλος το πλήθος να συνάξει,| κι εις της αβύσσου τον θυμόν σύντομα να πετάξει.| Και γιον την βράσιν του ψαριού εις το θερμόν τηγάνι,| ούτως η πολυπύρινος, άμαν το μπουν, να βγάνει. Δευτ. Παρουσ. 338.
πόνεση- η.
Από το πονώ και την κατάλ. ‑ση. Η λ. και σήμ. λαϊκ. με διαφορ. σημασ.
(Σωματικός) πόνος: οι αμαρτωλοί εξ ανάγκης των να κλαιν, να αναστενάζουν,| και ως από βίας και πόνεσης τον Κύριον ν’ ατιμάζουν Δευτ. Παρουσ. 228.
ποντίζω,- Σπαν. (Μαυρ.) P 422, Ασσίζ. 3431, 799, 11, 13821, 16323, 28315, 41027, 41511, 4346, 48323, Λίβ. P 1403, 2070, Λίβ. Sc. 290, 970, 1826, Λίβ. Esc. 1414, 2046, 3007, Λίβ. N 1298, 2669, 2689, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 780, Μαχ. 14227, 23216, Γεωργηλ., Θαν. 67 (έκδ. εποντιαστήκαν· διορθώσ.), Συναξ. γυν. 42, 202, Δευτ. Παρουσ. 98, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 145, Βεντράμ., Φιλ. 238, Διακρούσ. 8712· αόρ. εμπόντισεν, Ασσίζ. 15914.
Το αρχ. ποντίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Καταποντίζω, πνίγω: Απέρριψεν αυτόν εις τα βάθη του Άιδου, και ποταμός επόντισέ τον Σπανός (Eideneier) A 141· (μεταφ.): βλέπω, τώρα η δυστυχία πάσχει να με ποντίσει| και να με βάλει εις τον βυθόν της κάτω απελπισίας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 16· β) υποβάλλω κάπ. στο βασανιστήριο του πνιγμού βυθίζοντάς τον σε νερό: εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ποιεί στοίχημαν με έτερον άνθρωπον ..., διά ... κακήν δουλείαν ... και πολομά το κατά το αυτό στοίχημαν τό εποίκεν, και επιάστην εις την αυτήν κακοπραξία ... ού να το εμολόγησεν εις την αυλήν με το θέλημάν του, ού διατί τον επόντισαν, ού εποίησάν του έτερον κριτήριον ... εκείνον οπού εποίησεν να το ποιήσουν Ασσίζ. 3366. 2) Καταβρέχω, μουσκεύω: τες κεφαλάδες του Πιερ τε Καρπίε ... και άλλους γ́ όπου ήτον εις την συντροφιάν τους, απάνω στο δώμαν του ψουπουλείου ..., και έτρεξεν το αίμαν στο ψουμίν απού την χολέτραν και επόντιζεν το ψουμίν κάτω Μαχ. 60221. 3) (Μεταφ.) α) καταστρέφω, συντρίβω, αφανίζω κάπ. ή κ.: Όταν σοι επέλθει χαρωπόν, μηδέν κενοδοξήσεις,| και όταν σοι επέλθει λυπηρόν, μη σε ποντίσει η λύπη Σπαν. (Λάμπρ.) Va 313· και εις τον νουν μου επαρέτρεχεν φόβος πολύς και τρόμος,| μήπως εκ του φόβου της εσκεύασεν η γραία| δόλον εκ τέχνης μαγικής, προς το να μας ποντίσει Λίβ. P 2056· Χριστέ μου, παύσε την οργήν τούτην σου την δικαίαν,| και πόντισέ την εξ ημών, ρίψε την εις μερέαν Γεωργηλ., Θαν. 301· β) (ειδικότ., προκ. για περουσιακά στοιχεία) ξοδεύω, (κατα)σπαταλώ: εάν γένηται ότι είς άνθρωπος οπού έχει γυναίκαν και αρχεύει να παίζει το ζάριν, και να τρω και να πίνει άμετρα και να ποντίζει πάντα όσα έχει ... το δίκαιον ορίζει ότι η γυναίκα ημπορεί καλά να ζητήσει το δουέριν της Ασσίζ. 1228· σπίτια από τα ζάρια ποτέ δεν θέλει κτίσει (ενν. ο ζαριστής),| άμμε αν έχει τίποτες πράγμα να το πουλήσει,| το σπίτιν του, το έχειν του όλον να το ποντίσει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 217. B́ Αμτβ. 1) α) Βυθίζομαι, βουλιάζω: Εις μιο καράβια πνίγησαν κι η πραματεία εχάθη,| ’φνίδια το βίος επόντισε, κι επήγε εις τα βάθη Βεντράμ., Φιλ. 256· β) μουσκεύω: Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος επήρεν γυναίκαν και ορμαστήκην της, και εκείνη μετά ταύτα ... κατουρεί κάθα νύχτα εις τα ρούχα της και ποντίζουν όλα τους τα ρούχα, το κείμενον κελεύει ότι ... η εκκλησία πρέπει να τους χωρίσει Ασσίζ. 37525. 2) (Μεταφ.) προκαλώ ζημία, καταστροφή: μετά ταύτα πάγει κατά πρόσωπα τους όρκους του, πολομά άδικον απαρχής, έπειτα αρνάται τον θεόν και ποντίζει, τουτέστιν φασιάζει εις τό όμοσεν Ασσίζ. 375. II. Μέσ., αμτβ. 1) α) Βουλιάζω, βυθίζομαι: Και ολίγον λίγον έλειψε όλα να τσακιστούνε (ενν. τα κάτεργα)| κι εκ τον πολύ τον άνεμον όλα να ποντιστούνε Άλ. Κύπρ. 1543· β) πνίγομαι: Ως δε και πάλιν έβλεψεν (ενν. ο Αλέξανδρος) αυτούς μη βουλομένους| διαπεράν τον ποταμόν, κατάρρουν τούτον όντα,| μήπως, λυθέντων των κνημών, άπαντες ποντισθώσιν,| ατρόμως ούτος πρώτιστος επάνω των ψαλίδων| επέβη συν υπασπισταίς και πέραθεν ορμήθη Βίος Αλ. 3075· οι μεν Ισραηλίται αβρόχως επέρασαν, οι δε εναντίοι άπαντες εποντίσθησαν και δεν εγλύτωσε τινάς εξ αυτών Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 12623· (σε μεταφ.): μη σε φλογίσει πρόσεχε του πόθου το καμίνιν,| βλέπε καλά μη ποντισθείς εις θάλασσαν του πόθου Λίβ. Sc. 331. 2) Πλημμυρίζω: αν γίνεται ότι ο κύρης του εφύτου πολομά μέσα εις τον καιρόν οπού ενομεύτη καμμία έξοδον περί της ποίας δεν ημπορεί να βαστάζει, ώσπερ αν εσκέπασεν την οικίαν ότι εποντίζετον όλον εκείνον διότι ήτον ασκέπαστον ... ού αν ήτον να κάμει το περιβόλιν οπού εποντίζετον ... και μετά ταύτα αν θέλει να περλάβει (ενν. ο πακτωνάρης) την οικίαν ού τον κήπον ... το δίκαιον κελεύει ότι ένι κρατημένος να πλερώσει όλους τους εξόδους τούς εξοδίασεν ο αφέντης του εφύτου Ασσίζ. 32826, 28. 3) Γίνομαι βρόμικος, λερώνομαι: το παιδίν ... ήλθεν εις του Πιαλέκη, κι εκεί είχεν τρύπαν με μίαν χολέτραν ξυλένην και ’πήγαιννεν το νερόν στον Τράχανον, και ’διάβην απουμέσα και ’ποντίστην με τα βόρβορα, και επήγεν εις τον Αράν και εγδύθην και επλύνναν τον Μαχ. 49624· Το λοιπόν εκείνον (ενν. το κτηνόν αρμελίνος) ... αντάν βρέχει δεν εβγαίννει ποττέ απού μέσα απού την τρύπαν του διά να μηδέν ποντιστεί με τον πηλόν, και τούτον πολομά το απού την ζιντιλέτσαν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 151. 4) (Μεταφ.) α) καταστρέφομαι, αφανίζομαι: Ο Πτολομαίος για να μη δει το βίος του πώς ’ποντίστη,| στην κάμερά του έμπηκε, ατός του εφουρκίστη Βεντράμ., Φιλ. 126· Η ακριβειά ... δεν είναι άλλον παρά ... θέλημα, τουτέστιν επιθυμιά να έχει και να κερδέσει και να κρατήσει διά δίκιον και άδικον και ν’ αφήσει να ποντιστούν τα πράματα παρά να δώσει άλλου Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 104· β) αχρηστεύομαι: ομοίως εάν εκείνος ο σκλάβος μου αν είχεν την πληγήν ... εις τον ποντικόν του χερίου, ού εις έτερον τόπον του κιντύνου, και εκείνος ο γιατρός εποίκεν μίαν ημέραν, ού δύο, και ουδέν τον άλλαξεν και έβαλεν ετεσαύτα πράματα θερμά απέ των ποίων ο ποντικός του χερίου, ού του μερίου του σκλάβο εποντίστην, και εβρόμισεν η πληγή ..., και επέθανεν διά τούτον, το δίκαιον κρίνει και κελεύει ότι ... Ασσίζ. 4312· γ) (προκ. για υπόθεση) ναυαγώ, αποτυγχάνω: Ο αυτός Δημήτρης παίρνοντα το αυτόν χαρτίν, εννοιάστην πας και ψηλαφήσουν τον εις την πόρταν και ποντιστεί η δουλεία Μαχ. 40830· Ε, καλέ τουρκοπουλιέρη, διά έναν κουτζούλλην, τον φραγκοπάπαδον, να ποντίζεται η δουλειά σου! Μαχ. 56620· δ) (προκ. για ενέχυρο) χάνω σε αξία, υποτιμώμαι: Περί εκείνου οπού ένι κρατούμενος άλλον εις καιρόν ’νοματισμένον, και δίδει του αμάχια και ποντίζουνται μετά ταύτα, επάνω τίνος ένι το χεροτέρισμαν Ασσίζ. 26521. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = α) κατεστραμμένος, χαλασμένος: και ούτοι οι Ϛ́ (ενν. κριτάδες) ένι κρατημένοι να κρίνουν πάντα τα εγκλήματα οπού να έλθουν εμπρός του εμπαλή, ώσπερ χρεού αμάχια οπού ένι χαμένα, ού ποντισμένα, ού ώσπερ ενοίκια εσπιτίων Ασσίζ. 23329· εάν ο κύρης του πραγμάτου εμπορεί να δείξει με β́ μάρτυρες ... ότι διά το φταίσμαν του καμηλάρη έπεσεν το καμήλιν, ού διά την κακήν του βλέπησιν, ο καμηλάρης ένι κρατημένος να πλερώσει όλην εκείνην την ζημίαν με δίκαιον εκείνου οπού ήτον το πράγμαν το χαμένον, ού ποντισμένον, ού τσακισμένον Ασσίζ. 32522· Και ορδινίασεν ο ρήγας μίαν μεγάλην πουμπάρδαν, και επολόμαν την ένας σαρακηνός, και διά εκείνην την πουμπάρδαν έκοψεν φ́ ελίες εις το Καζαπιφάνι και άλλα περισσά δεντρά, και εξέβην ποντισμένη Βουστρ. (Κεχ.) 8416‑17· β) (προκ. για πρόσωπο) χαμένος, χαντακωμένος: Και ουκ είχα το παράξενον, εάν αιχμαλωτιζόμην,| ει μη ιστανέο σου γίνεται, και εγώ ειμί ποντισμένος.| Αλλά διά την αγάπην σου τόσα δεινά πανθάνω Λίβ. P 1375. Φρ. ποντίζω την κοπέλαν/την παίδαιναν/την παρθενίαν = διακορεύω· ατιμάζω: εκείνος ο άνθρωπος ... πρέπει να ομόσει εις τα άγια ότι ουδέν εποίκεν εκείνον το παράπτωμαν, τουτέστι να ποντίσει την παίδαιναν, και μετά τούτο εντέχεται να ένι κίτες Ασσίζ. 9814· Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος λαμβάνει μίαν παρθένον δυναστικόν τρόπον και ποντίζει της την παρθενίαν της, ... το δίκαιον ορίζει ότι ... ημπορεί να την πάρει διά γεναίκα Ασσίζ. 34631· εκείνος ... να ομόσει εις τα άγια, ότι εκείνος ουδέν εποίκεν τούτον το παράπτωμαν, τουτέστιν να την ποντίσει την κοπέλαν, και μετά τούτον να ένι ελεύθερος και συχωρημένος, κίτες Ασσίζ. 34813.
πορεύω,- Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 143, Ασσίζ. 844, Διγ. Z 652, Βέλθ. 145, Ερμον. Η 132, Χρον. Μορ. H 2469, Βίος Αλ. 3156, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 572, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 48, Φυσιολ. (Zur.) XVIII 2c1, Μάρκ., Βουλκ. 34210, Απόκοπ.2 128, Γεωργηλ., Θαν. 481, Δευτ. Παρουσ. 159, Έκθ. χρον. 466, 6514, Κορων., Μπούας 48, 79, Πένθ. θαν.2 420, Βεντράμ., Φιλ. 28, Βίος Φιλαρ. 238, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 506, Ιστ. πολιτ. 252, Μηλ., Οδοιπ. 634, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1390], Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 1394, Άλ. Κύπρ. 919, Μπερτολδίνος 94, Σεβήρ., Ενθύμ. 2815, Σταυριν. 41, Σουμμ., Ρεμπελ. 171, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 2193, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [814], Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 2126, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ις́ 8, κ.π.α.· πορεύγω, Ιων. I 2, 11, III 2, 3, Μαχ. 839, 11422, 35410‑11, 56818, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 72, 1255, 1256, 2755, Πεντ. Γέν. V 24, Έξ. IX 23, Λευϊτ. XXVI 12, 13, Δευτ. XXIII 15, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1074, Γ́ 1000, Δ́ 584, Έ 517, 1321, 1505, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 409, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1741, 3852.
Το αρχ. πορεύω. Ο τ. πορεύγω ‑ομαι στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., πορέβjω, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πορέγγου, Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν., πορεύγομαι, Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, πορεύγομαι, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., πορεύγομαι (λ. πόρεψη)). Η λ. και σήμ., συν. μέσ.· το ενεργ. απ. σπανιότ. λαϊκ.
I. Ενεργ. 1) Οδηγώ κάπ.: Πεντ. Δευτ. XXIX 4. 2) Παραδίδω: αν δεν ακούσεις εις τη φωνή του Κύριου του Θεού σου … να έρθουν απάνου σου όλες οι κατάρες ετούτες … Να πορέψει ο Κύριος εσέν και τον βασιλεά σου … προς έθνος ος δεν ηξέρεις εσύ και οι γονεοί σου, και να δουλέψεις εκεί είδωλα άλλα Πεντ. Δευτ. XXVIII 36. 3) (Εδώ προκ. για τα νερά της Ερυθράς Θάλασσας) μετακινώ: και έκλινεν ο Μωσέ το χέρι του ιπί την θάλασσα και επόρεψεν ο Κύριος τη θάλασσα με άνεμο ανατολικό δυνατό όλη τη νύχτα, και έβαλεν την θάλασσα εις στέγνη και εσκίστηκαν τα νερά Πεντ. Έξ. XIV 21. 4) Πηγαίνω (να κάνω κ.): και συ, ω άνθρωπε, ότε πορεύεις πιείν εκ της πηγής της αληθινής, του σώματος του Χριστού, και αίματος, μη επιφέρεις την κακίαν εν τῃ καρδίᾳ σου Φυσιολ. (Zur.) XVΙΙII 2c4. IΙ. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Διασχίζω, διαβαίνω: Έκθ. χρον. 5015. 2) Aναχωρώ, φεύγω· (εδώ με σύστ. αντικ.): και τώρα πορεμό επορεύτης ότι πεθυμημό απεθύμησες το σπίτι του πατρός σου Πεντ. Γέν. XXXI 30. Β́ Αμτβ. 1) α) Πηγαίνω κάπου/σε κάπ./να κάνω κ.: Έκθ. χρον. 5512, Βίος Φιλαρ. 240, Ερμον. Υ 284, Κορων., Μπούας 54· (για μετακίνηση κάπ. σε θάλασσα ή ποταμό με πλωτό μέσο· πβ. πλέω): Μηλ., Οδοιπ. 637, 639· (εδώ για μετακίνηση του ίδιου του μέσου): Και αντρειώθηκαν τα νερά και επλήθυναν πολλά ιπί την ηγή και επορεύτην το κιβωτό ιπί πρόσωπα των νερών Πεντ. Γέν. VII 18· β) αναχωρώ, φεύγω: Πορευόμαστε από την νήσο Κρήτη, και πρώτο μεν ευρίσκομε την νήσο Διάκυνθο Μηλ., Οδοιπ. 638· γ) περπατώ, βαδίζω: Πεντ. Γέν. III 8·, Λευϊτ. XI 21· δ) (εδώ προκ. για τα νερά της θάλασσας σε φουρτούνα ) μετακινούμαι, αναταράζομαι: Κι έλαμναν οι άντρες το στρέψει προς την ξερά και ου εδυνάστησαν, ότι η θάλασσα πορευγόμενον και λαιλαπίζον ιπί αυτούς Ιων. I 13. 2) Εκστρατεύω, επιτίθεμαι: επορεύθησαν … εις την Ρώμην,| ην και λεηλατήσαντες … Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 280· Εν δε τοις καιροίς εκείνοις επορεύθη ο αυθέντης εν τῃ Περσίᾳ Ιστ. πολιτ. 431. 3) Πηγάζω, εκπορεύομαι: Πάσα αγαθή διδασκαλιά κι αρχή καλού πραγμάτου| πορεύεται από Πατρός, Υιού κι Αγιού Πνευμάτου Δεφ., Λόγ. 2. 4) Συμπεριφέρομαι, ενεργώ, διαβιώνω: Διγ. Άνδρ. 37020, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1238, Πένθ. θαν.2 191, Πεντ. Γέν. V 22. 5) Γίνομαι: μη πορευτείς μαντατούρης εις το λαό σου Πεντ. Λευϊτ. XIX 16. 6) α) Εξοικονομώ τα προς το ζην: Με τον αυτόν τρόπον λοιπόν ημπορεί πασένας οπού έχει πολλήν φαμελίαν να πορευθεί με ολίγην έξοδον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 163· β) τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα: ως μπορεί και δύνεται ας πορευθεί στην χρείαν Αχέλ. 558. 7) (Σε προστ. με προτρεπτική σημασία) εμπρός ας…: Πορεύεστε, κινήσατε μετά πολλών χρημάτων| και τ’ άλλα όσα θέλετε τα προς υπηρεσίαν.| Όστις πολλήν ενδείξηται στρατηγικην ανδρείαν| και δύναμιν και σύνεσιν και φρόνησιν αξίαν (παραλ. 2 στ.) εκείνον δώσω την αρχήν της αυτοκρατορίας Καλλίμ. 60· Και είπαν ανήρ προς εταίρον αυτού: «πορευτείτε και ρίξομε σκραφνία κι εννοήσομε τίνος η κακοσύνη η ταύτη εις εμάς» Ιων. I 7.
πόσις- η, Προδρ. (Eideneier) II 26-15 χφ H κριτ. υπ., Καλλίμ. 405, 550, Δευτ. Παρουσ. 137· πόση.
Το αρχ. ουσ. πόσις. Ο τ. πόση και σήμ.
1) Πόση: δεν δύνομαι να σας παινώ και του κρασίου το κάλλος| εκείνην την εξαίρετον λέγω την μυρωδίαν,| την νοστιμάδα την γλυκήν, την ηδονήν της πόσης Κρασοπ. (Eideneier) I 55· Διγ. Z 3778. 2) Αυτό που πίνει κανείς, ποτό (εδώ ως αντώνυμο της τροφής): Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 175· προκ. για το αίμα του Χριστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (πβ. ΚΔ, Ιω. 6, 55, Bauer, Wört., λ. πόσις 2): τα άχραντα μυστήρια, το αίμα και το σώμα,| αυτός σε εκοινώνησε το ζωηφόρον πόμα·| αυτός σε καταχόρτασε την ζωηφόρον βρώσιν,| εκείνην την αληθινήν ομοίως και την πόσιν Ιστ. Βλαχ. 1708. 3) Η τάση για υπερβολική κατανάλωση ποτών, πολυποσία: ο δούκας επαίνεσε του Μερκουρίου την γνώσιν,| και εκαταίσχυνε πολλά την βρώσιν και την πόσιν.| Διού οι πλείστοι άνθρωποι έναι πολλά δοσμένοι| εις φαγητά και εις ποτά κι εις αμέλειαν δοσμένοι Κορων., Μπούας 41. 4) (Εδώ) καταβρόχθιση: είδα μυστήριον φοβερόν στον δράκοντα ’ποκάτω,| πώς εν τῳ άμα βρέθηκαν οι από πάνου κάτω.| Επέφταν κατακέφαλα στου δράκοντος την πόση,| κι εκείνος δεν εχόρταινεν, αν ήσαν κι άλλοι τόσοι Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 65.
πόσος,- αντων., Διγ. Z 910, 3223 κριτ. υπ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 255 δις, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4403, Λίβ. Esc. 2564, Αχιλλ. (Smith) N 15, 1716, Αχιλλ. (Smith) O 563, Φαλιέρ., Ιστ.2 36, Δευτ. Παρουσ. 332, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 24, 78, Λίβ. Va 1143, 1144, 3346 δις κ.α., Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 113, 1614, 2414, 3930, 4398 δις, 4533, 4678, Διήγ. Αλ. G 26819, Πτωχολ. P 108, 124, Κυπρ. ερωτ. 9618, 10421, Πανώρ.2 Ά 348, Β́ 67 κ.α., Πτωχολ. B 86, 87, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1686, 2106, 32620.
Η αρχ. αντων. πόσος. Η λ. και σήμ.
α) (Ερωτ. επιθετ., εισάγει ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) ποιος (σε αριθμό, μέγεθος, ποσότητα, αξία, χρόνο, απόσταση, κλπ.): Ασσίζ. 1515, Λίβ. Esc. 1288, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 183, Κυπρ. ερωτ. 994· (ως σύστ. αντικ.): Περί των ορμασιών πόσα κελεύει ο νόμος και η ασσίζα, ποίον καιρόν ημπορεί άνθρωπος να παντρευτεί Ασσίζ. 2621· Γνώθεις καλά γι’ αγάπην της πόσα ’χω παθημένα; Φαλιέρ., Ιστ.2 91· (περιληπτ.): Μα τις μπορεί να δηγηθεί την μάχην οπού εστάθη| και πόσος Τούρκος και Χστιανός έπεσε εκει κι εχάθη! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3154· (επιφ.): Ω, πόσα δάκρυα εχύθησα, πόσες φωνές εβγαίνα| θωρώντας το λακταρισμό τόν είχε η Παρθένα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4046 δις· β) με παράλ. του ουσ. (για έμφαση με την αντων. τόσος): Ω πόσα τόσα ετύχαινεν αυτά σου τα ματάκια| να με κρατούν, ψυχούλα μου, με σπλαχνικά κανάκια Φαλιέρ., Ιστ.2 627· Και πόσες τόσες είναι αυτές (ενν. οι γυναίκες) τα σπίτια τους ρημάξαν,| γονέους, φίλους και δικούς εκάμασι και σφάξαν Δεφ., Λόγ. 699· (εμπρόθ.): και μέχρι τίνος εν κρυπτῴ τας ηδονάς τρυγώμεν;| Και μέχρι πόσου μισθαργός μετά δεσποίνης μένει ...; Καλλίμ. 2103· εις πόσα εγόρασές το; (ενν. το καλαμάριν) Sprachlehre 92‑3.
ποτάμιον- το· Βέλθ. 327, Ερμον. Υ 97· ποτάμι, Κομν., Διδασκ. Δ 31, Εβρ. ελεγ. 166, Λίβ. Esc. 3065, Λίβ. Va 2848, Λίβ. N 3586, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 714, Κορων., Μπούας 37, 71, 83, 84, 95, 97, 108, 122, 123, 125, Διήγ. Αλ. G 2839, 28527, 2863, 14, 28929, Πεντ. Γέν. II 10, Λευιτ. XI 10, Αρ. XXI 15, XXIV 6, Δευτ. VIII 7, Πορτολ. A 19826, 22730, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 873, 11110, Δευτ. Παρουσ. 389, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 159, 163, 1352, 3915, 4101, Δωρ. Μον. XXXV, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 41, Σταυριν. 1121, Ιστ. Βλαχ. 2395 [= Γέν. Ρωμ. 37], Σουμμ., Ρεμπελ. 159, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1095, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 799, Διακρούσ. 8916, 1143, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15324, 1572, 4284, 5307· ποτάμι(ν), Ιων. II4, Αχέλ. 1482, Παλαμήδ., Βοηβ. 798, 801, 807, 813· ποτάμιν, Σπαν. A 23, Διγ. Z 3476, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1720, Βέλθ. 1101, Φλώρ. 817, 994, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 184, Ερωτοπ. 583, Λίβ. P 39, 2112, Λίβ. Sc. 1906, Λίβ. Esc. 2424, 3608, Λίβ. Va 67, 92, 2880, Λίβ. N 2126, Αχιλλ. (Smith) N 1024, 1754, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 714, Χούμνου, Κοσμογ. 339, 340, 341, Απόκοπ.2 276, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 617, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 809· ποτάμι(ον), Ιμπ. 523, Παρασπ., Βάρν. C 136, 270, Αργυρ., Βάρν. K 129, 169, Hagia Sophia k 48710, f 59818.
Το αρχ. ουσ. ποτάμιον. Ο τ. ποτάμι στο Βλάχ. (λ. ποταμός) και σήμ. Ο τ. ποτάμιν σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Kastam. 118, Caracausi, στη λ.) και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Για τη λ. βλ. και LBG.
1) Ποταμός: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 428· Μέρος δε εξ αύτους σκότωσεν εγγύς εις το ποτάμι Κορων., Μπούας 37· τα άλογα των Μακιδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν ούδε βουνά μεγάλα Διήγ. Αλ. G 28529· Όπου περάσω άθρωπος ποτέ του δεν προβαίνει,| γιατί, τα μάτια μου ως τους δου βρίσκουνται αποθαμένοι·| τα δένδρη όλα ξεραίνουνται, φυρούσι τα ποτάμια Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 233· (προκ. για τους μυθικούς ποταμούς του Κάτω Κόσμου): Ω τέρατα σκληρότατα, πού είμαι; Εις το ποτάμι| της Στύγε κι εις την Κόλαση πάμενε πούρι αντάμι; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 279· Στο περιγιάλι του Έρεβου, στης Λήθης το ποτάμι| όπου φυσούν οι ακάθαρτοι ανέμοι θέλεις δράμει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 367. 2) (Μεταφ., προκ. για υγρά) α) μεγάλη ποσότητα: Τα μάτια τση από τη χαρά ποτάμια εκατεβάζα| και με τα δάκρυα, που ’βγανε την πρώτη, δεν εμοιάζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1103· Ποτάμι δάκρυα να κινού, να λένε μοιρολόγια| εις κάθα σπίτι χαμηλό κι εισέ ψηλά ανώγεια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15627· (σε παρομοίωση): Όταν δε πάλιν, δέσποτα, γεύματος ώρα φθάσει (παραλ. 6 στ.) ανάθεμά με ...| αν ου κινούν τα σάλια μου και τρέχουν ως ποτάμιν Προδρ. (Eideneier) III 132-1 χφφ GM κριτ. υπ.· Ίδετε τα βασίλεια ...| ... πολεμιστάς συνάζουν,| και χύνονται τα αίματα σαν βρύση, σαν ποτάμι Ιστ. Βλαχ. 1437· Η γη τότ’ εκοκκίνησεν από τα αίματά τους,| και σαν ποτάμι έτρεχε τότε ’πού τα κορμιά τους Διακρούσ. 10316· β) (ως επίρρ.· πβ. ά. ποταμηδόν): τότε τα δάκρυα ποταμούς εκένωνα καθ’ ώραν Λίβ. Sc. 2989· ποτάμια εκ τα μάτια τους τα δάκρυα να τρέχουν Σταυριν. 1121. 3) Σε παρομοίωση α) προκ. να δηλωθεί η καθαρότητα, η διαύγεια των ματιών κάπ.: υγρά (ενν. τα ομμάτια της κόρης) και εις την υγρότητα εθεώρεις τον εαυτόν σου| ως εις καθρέπτην άψογον και άθολον ποτάμιν Λίβ. Sc. 1289· β) προκ. να δηλωθεί η ορμή και η ταχύτητα με την οποία κινείται κ.: δεν εστάθησαν να πολεμούσιν, αλλά έδραμαν ωσάν ένα γρήγορον ποτάμι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 388· (εδώ προκ. για το πέρασμα του χρόνου): Λοιπόν τον χρόνον βλέπομεν τι τρέχει ωσάν ποτάμι,| και ουδέν καταλαμβάνομεν το τι μας θέλει κάμει Πένθ. θαν.2 507.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Ασσίζ. 229, 13612, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 66, Σαχλ. N 395, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 44, Ερωτοπ. 402, 604, Λίβ. Esc. 2127, 3861, Αχιλλ. L 68, 947, Αχιλλ. (Smith) N 1147, Αργυρ., Βάρν. K 394, Μαχ. 4226, 29423, Ch. pop. 821, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 456, Αλεξ.2 1376, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4125, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 118, Βεντράμ., Φιλ. 178, Διήγ. Αλ. G 27719, Πεντ. Γέν. XV 12, Αρ. XXIV 4, Δευτ. XXII 4, 8, Αχέλ. 2532, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 2815, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408, Πανώρ. Β́ 153, Γ́ μετά στ. 535, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 442, Χίκα, Μονωδ. 16, Διγ. Άνδρ. 39135, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1536, Β́ 1219, Γ́ 1569, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. έ 12, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11030, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [844], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 233, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 247, 248, Διγ. O 575, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15515, 1702, Μπερτολδίνος 106, Πωρικ. (Winterwerb) II 85, κ.π.α.· πέπτω, Ασσίζ. 1315‑6, 21, 32510, 34712, 38716, Λίβ. (Lamb.) N 510, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 902, 1075, 1516, 2183 κ.α., Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 312, Φυσιολ. (Legr.) 305, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 19119, Κανον. διατ. Β 217· πίπτω, Γλυκά, Στ. 256, Λόγ. παρηγ. L 120, Καλλίμ. 277, 1030, Διγ. Z 367, 3511, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1822, Βέλθ. 495, 1014, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7164, Ερμον. Θ 339, Ψ 236, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 96, Βίος Αλ. 2242, Απολλών. (Κεχ.) 336, 360, Λίβ. P 1754, Λίβ. Sc. 73, 1729, Λίβ. Esc. 116, Λίβ. (Lamb.) N 136, Λίβ. N 2185, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1981, Αχιλλ. (Smith) N 159, Δούκ. 375, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11210, 17818, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 26, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 222, Συναξ. γυν. 102, Έκθ. χρον. 2022, 3219, Κορων., Μπούας 131 δις, Μαλαξός, Νομοκ. 279 δις, Ιστ. πολιτ. 126, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1108 ξγ́ 2, κ.π.α.· παρατ. έπεφθα, Τρωικά 5291, Ιστ. πατρ. 1141· έππεφτα, Θρ. Κύπρ. M 265, 721· αόρ. έππεσα, Μαχ. 623, 21421, 32416, 50612, 67814 κ.α., Βουστρ. (Κεχ.) 19217‑8, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 83, 99, 123, 126, 132· μέσ. αόρ. (γ́ εν. πρόσ.) επέσατο, Χρον. Μορ. H 5882· μτχ. παρκ. πεσωμένος, Πιστ. βοσκ. I 3, 57, Καλόανδρ. (Δανέζης) 83 (24v, 53v, 55r).