Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]

  Βιβλ.αναφορά : Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T

  • αχινός  
    ο, Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 250 δις.
    Από το αρχ. ουσ. εχίνος. Για τον καταβιβ. του τόνου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 117. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    α) Αχινός θαλάσσιος = αχινός (Βλ. ΙΛ στη λ. 1α): Περί αχινού θαλασσίου Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 250· β) αχινός χερσαίος = σκαντζόχοιρος (Βλ. ΙΛ στη λ. 1α): περί αχινού χερσαίου, ήγουν καντζοχοίρου Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 250. Βλ. και ακανθόχοιρος, καντζόχοιρος.
       
  • βάθος (Ι) 
    το, Μακρεμβ., Υσμ. 27023, Κρασοπ. 23, Μανασσ., Χρον. 4810, 5754, 5836, Ασσίζ. 28421, Ιερακοσ. 4466, Διγ. (Trapp) Gr. 53, 914, 3666, Διγ. Z 1562, 2187, 2513, Βέλθ. 835, Ακ. Σπαν. 3052, Ερμον. Α 19, Χρον. Μορ. H 535, 9207, Φλώρ. 401, Λίβ. P 2096, Λίβ. Sc. 904, Λίβ. Esc. 510, 1987, Αχιλλ. N 727, Φυσιολ. (Legr.) 69, 432, Μαχ. 343, Δούκ. 1618, Σκλέντζα, Ποιήμ. 711, Συναξ. γυν. 455, Βεντράμ., Φιλ. 256, Ρίμ. θαν. 60, Αξαγ., Κάρολ. Ε΄ 1152, Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. Τ 251, Πανώρ. Ε΄ 56, Ερωφ. Α΄ 99, Δ΄ 730, Ε΄ 42, Ιστ. Βλαχ. 348, 2432 [= Γέν. Ρωμ. 66], 2543 [= Γέν. Ρωμ. 133], 2566 [=Γέν. Ρωμ. 146], Διγ. Άνδρ. 3407, 35230, 40831, Ερωτόκρ. Α΄ 2, 301, 368, 987, 2168, Β΄ 305, 1125, 2280, Γ΄ 360, Δ΄ 151, 171, Ε΄ 164, 961, 1052, Στάθ. Πρόλ. 32, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [781], Ε΄ [694], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 16, Πρόλ. 6, 54, Ιντ. α΄ 127, Ζήν. Α΄ 7, 69, Ε΄ 213, 313, Λεηλ. Παροικ. 400, Διακρούσ. 7089, 92, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27822, 31818, 43212 κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. βάθος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Βαθύτατα, βάθος (όπως και σήμ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1α και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): τα βάθη ... της σκοτεινής αβύσσου Ζήν. Α΄ 69· αγάλι’ αγάλια πορπατεί, ζάλο και ζάλο κάνει,| να δει το βάθος του νερού βέργαν κρατεί και βάνει Ερωτόκρ. Α΄ 2168· την άλμην εκρυστάλλωσεν έως απλέτου βάθους Μανασσ., Χρον. 4810· Διατί το βάθος του γιαλού ένι βαθύ και μέγα Χρον. Μορ. H 535· (μεταφ.) (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 1α): βάθος της σκλαβίας Ιστ. Βλαχ. 2543 [= Γέν. Ρωμ. 133]· βάθος απωλείας Ιστ. Βλαχ. 2556 [= Γέν Ρωμ. 146]· βάθος ταπεινοσύνης Σκλέντζα, Ποιήμ. 711 (εμπροθ. με τα ουσ. καρδιά, ψυχή ή και με παράλειψή τους) (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 19 και Lampe, Lex., στη . 2): ταύτα και τούτοις όμοια θρηνήσαντες εκ βάθους Διγ. (Trapp) Gr. 3666· ευχάς εκ βάθους ψυχής ... έφη Διγ. Z 2187· από βάθους της καρδίας αναστέναξεν Διγ. Άνδρ. 3407· στενάξαντες εκ βάθους Διγ. (Trapp) Gr. 53· έσω δ’ επόρφυρε δεινά και κατά βάθους ώργα Μανασσ., Χρον. 5836· κλαύσετε αυτά τα πάθη| από της καρδιάς τα βάθη Διακρούσ. 7089· πάντα την είχε ’ς τση καρδιάς τα βάθη ριζωμένη Ερωτόκρ. Β΄ 305· έκφρ. του ύψου και του βάθου (προκ. για κ. ριψοκίνδυνο) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): απάνω κάτω πορπατώ, του ύψου και του βάθου Ερωτόκρ. Ε΄ 164· β) μία από τις τρεις διαστάσεις (αντίστοιχη με το μήκος και το πλάτος) (Βλ. L‑S στη λ. 1α): Χριστέ μου, να εγένετο βουτσίν αντί ηλίου,| προς την ευρυχωρίαν του να είχεν και το βάθος| και νά ’τον ολογέματον καλόν κρασίν ακράτον Κρασοπ. 23. 2) Χαμηλός τόπος: ώρες στα ύψη πέτομαι κι ώρες στα βάθη μπαίνω Πανώρ. Ε΄ 56· του τροχού (ενν. τα γυρίσματα), π’ ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου Ερωτόκρ. Α΄ 2. 3) Πυθμένας, βυθός (Η σημασ. τον 7. αι., Sophocl. στη λ. 2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Εισμιό καράβια πνίγησαν κι η πραγματειά εχάθη,| ’φνίδια το βίος επόντισε κι επήγε εις τα βάθη Βεντράμ., Φιλ. 256· λιθάριν ήτον παμφανές εις βάθος εζωσμένη (ενν. η φισκίνα) Αχιλλ. N 727. Βλ. και βυθός, πάτος. 4) (Συνεκδ.) βαθιά νερά (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. 1α· βλ. και Δημητράκ. στη λ. 3): σεβαίνω εις την θάλασσαν, βιτσώνω το άλογόν μου| και έως να τρίψεις οφθαλμόν, επέρασα το βάθος Λίβ. P 2096· μέσα να μπω στα βάθη τση και να μηδέ βουλήσω; Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 16· εσύρασιν τα σίδερα κι εστήκαν εις το βάθος Χρον. Μορ. H 9207. Βλ. και άβυσσος 4β. 5) α) Λάκκος, βαθούλωμα (Η σημασ. μτγν., Δημητράκ. στη λ. 7): αίματα, φόνους, σκοτωμούς, λάκκους στην γην και βάθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 27822 β) βαθύ μέρος: πού νά ’βρω βάθος για να μπω, ’ς ποιες κατοικίες, ’ς ποιους τόπους; Ζήν. Ε΄ 213. 6) Αυτά που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της γης (Η σημασ. μτγν., Δημητράκ. στη λ. 5): παρευθύς κρύπτονται (ενν. τα οφίδια) εις τα βάθη της γης Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 251· στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει Ερωτόκρ. Α΄ 368. 7) (Στον πληθ.) ο κάτω κόσμος, ο Άδης: τα βάθη θέλουν ταραχθεί Ρίμ. θαν. 60· Δεν ήρθα εγώ για σας επά από τα βάθη κάτω Ζήν. Α΄ 7. 8) Συμφορά, δυστυχία, βάσανο: είντα, δεν είσ’ εις ταραχές; είντα, δεν είσ’ εις βάθη; Ερωτόκρ. Δ΄ 151· αγάλι γάλ’ η πεθυμιά μ’ έβανε μες στα βάθη Ερωτόκρ. Α΄ 301· εις τέτοια βάθη| μ’ αφήνετε! δεν έρχεστε να βγω από τόσα πάθη; Ζήν. Ε΄ 313. Βλ. και αγανάκτησις 1ε, άγκωμα, αδέξιος, απορία (Ι) 3, αστραποχάλαζη, κακομοιριά, κακοριζικιά, κρίση, κριτήριο, παίδα, παιδωμή. 9) (Προκ. για νοήματα) ουσιαστικό περιεχόμενο (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 18): Πού είν’ τα σπουδαστήρια κι η γνώσις των γραμμάτων| και της σοφίας η πηγή, βάθος των νοημάτων; Ιστ. Βλαχ. 2432 [= Γέν. Ρωμ. 66]. 10) Έκφρ. α) εις βάθος ή κατά βάθος = ολοκληρωτικά, ουσιαστικά: γεραιά σπλάγχνα πατέρων ημών ες βάθος κατέκαυσε Μακρεμβ., Υσμ. 27023. θεραπεύσεις το πάθος κατά μικρόν· κατά βάθος γαρ ον ουκ εν βραχεί ιαθήσεται Ιερακοσ. 4466. β) εις βάθος = σε μακρινή απόσταση: Γέρος ακαταπόνετος εις βάθος ανεφάνη Λίβ. Esc. 510. Βλ. και βαθύς, βόθρος, βυθός.
       
  • βοή  
    η, Τρωικά 52925, Προδρ. I 132, 207, Μανασσ., Χρον. 3631, 4008, 5870, 6198, Διγ. Z 3990, Βέλθ. 1307, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 81, Δούκ. 28316, Θησ. ΙΑ΄ [112], Αλεξ. 847, Έκθ. χρον. 6327, Κορων., Μπούας 27, Αχέλ. 1710, 2493, Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 251, Ιστ. πολιτ. 5710, Παλαμήδ., Βοηβ. 999, Ευρετ. Ερωτοκρ. 766372, Ιερόθ. Αββ. 331, Λίμπον. 399, Διακρούσ. 7823, 834, 8819, 25, 9322, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14724, 26725, 28523, 3626, 41510, 4195, 45318, 52212.
    Το αρχ. ουσ. βοή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βουή).
    1)   α1) Φωνή δυνατή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σημερ., ΙΛ, λ. βουή A1): με βοήν λέσι το ναι Τζάνε, Κρ. πόλ. 14724· βλασφημούν τον Μιχαήλ βοαίς αγριοθρόοις Μανασσ., Χρον. 6198· α2) φωνή συγκεχυμένη, οχλαγωγία: γροικά κτύπους και ταραχές, βοές πολλών ανθρώπων Παλαμήδ., Βοηβ. 999·   β1) κραυγή (ιδίως θρηνητική) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σημερ., ΙΛ, λ. βουή A1): βοής συν κλαυθμῴ τον αέρα πληρούντες Δούκ. 28316· προς Θεόν ανέπεμπε βοάς θρηνητηρίους Μανασσ., Χρον. 5870· βλ. και αλάλαγμα, μουγκαλισματιά, φωνή· β2) θρήνος: βοή τω σκοτωμένωνε Ευρετ. Ερωτοκρ. 766372. Βλ. και ανακάλημα, βάι, βρασμός 3, βρυχηθμός 2, βρύχισμα, βρυχισμός 1, καήλα, κλάημα, μοιρολόγι. 2) α) Ταραχή, θόρυβος συγκεχυμένος (Βλ. L‑S στη λ. I· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A2· βλ. και Ανδρ., Αθ. 51, 1941, 36): σεισμός έγινε με βοήν, μέγας και φοβερός Ιερόθ. Αββ. 331· η βοή ανέβη έως τον ουρανόν Τρωικά 52925· βοή πολλή εγίνηκε, σύγχυσις και αντάρα Διακρούσ. 9322· με βοήν και ταραχήν στο τρίτον εκινήσαν Αχέλ. 2493· Βοή εγένετο πολλή ανθρώπων και κτημάτων Αλεξ. 847· βοή τις άφνω γίνεται και ταραχή μεγάλη Προδρ. I 207· κι εις το λιμιώνα με βοή τα κάτεργα εμπαίνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 41510· με μια βοή απάνω τωνε βγαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 45318· εις τους Φραντσέζους με βοή χαρά πολλή εγίνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 52212· βλ. και αναμιγή, σάλαγος, σύγχυση· β) θόρυβος (από συγκεκριμένη αιτία): μόνον να ακούσουν την βοήν των πτερών του Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 251. Βλ. και αντάρα 3α, βαβούρα α, βοασμός 1, βουρβουλειό, βροντισμός, λαλιά, σάλαγος, στρεπιτό, χτύπος, φωνή.
       
  • δράκαινα 
    η, Μανασσ., Χρον. 3250, Καλλίμ. 1515, 1539, 1540, 1587, Βεντράμ., Γυν. 149, Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 250, 251, 253.
    Το αρχ. ουσ. δράκαινα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Η γυναίκα του δράκου (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. I· η σημασ. και σήμ.): «εκ το δρακοντόκαστρον ο βασιλεύς απήρεν| την δράκαιναν και δέσποιναν εις το παλάτιν έχει …» Καλλίμ. 1539. 2) Είδος ψαριού, «ιχθύς o τραχίνος» (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): Ο δράκων είναι ψάρι εις την θάλασσαν, το οποίον το ονομάζουν οι άνθρωποι δράκαιναν Δαμασκ. Στουδ., Φυσιολ. T 253.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης