Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- πρόσωπον
- το, Σπαν. (Ζώρ.) V 341, Λόγ. παρηγ. L 231, Προδρ., Δεητ. 222, Ελλην. νόμ. 57321, Ασσίζ. 2759, Διγ. (Trapp) Gr. 1449, 2848, Διγ. A 258, Διγ. Z 200, 3398, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 83, 192, Βέλθ. 613, 634, Χρον. Μορ. H 1046, Χρον. Μορ. P 1374, Βίος Αλ. 889, Φλώρ. 8, Απολλών. (Κεχ.) 625, Λίβ. διασκευή α 289, 492, Λίβ. Va 458, 739, Λίβ. Esc. 836, Ιμπ. 814, Χρον. Τόκκων 1324, Rechenb. 8710, 886, Φαλιέρ., Ιστ.2 212, 405, Μαχ. 16216, 26621, 33835, Διήγ. Βελ. N2 207, Ch. pop. 795, Γεωργηλ., Θαν. 594, Βουστρ. (Κεχ.) 266, 506, 7617, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3110, 3133, Κορων., Μπούας 129, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 4, Κώδ. Χρονογρ. 5310, Hagia Sophia ω 5191, Κυπρ. ερωτ. 364, 496, Βουστρ. Μεταφρ. 257, Σουμμ., Ρεμπελ. 185, Διγ. Άνδρ. 3828, 40413, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11618, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1250, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 18345, Διγ. O 2028, 2438, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ί 1, κ.π.α.· πρόσωπο, Εβρ. ελεγ. 174 δις, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 510, 1525, 1927, 2249, 2535, 3417, 3597, 3879, 5319, Πανώρ.2 Αφ. 40, Πρόλ. 68, Β́ 388, 407, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 246, Έ 56, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 122, Δ́ 129, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1156, Έ 24, Στάθ. (Martini) Γ́ 332, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 24, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 71, Διακρούσ. (Κακλ.) 1113, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53717· πρόσωπο(ν), Σπαν. A 166, Σπαν. B 167, Κομν., Διδασκ. Δ 215, Σπαν. P 91, 104, Αιν. άσμ. 28, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 106, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 566, Ερμον. Δ 116, 149, Η 181, Ψ 291, Αχιλλ. (Smith) O 18, Συναξ. γυν. 542, Σκλάβ. 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 310r, Πεντ. Γέν. I 2 δις, ΙΙ 6, XVI 12, Έξ. X 28, XX 3, Λευιτ. VI 7, XVII 10, Αρ. VIII 2, XII 3, XIX 4, Δευτ. IV 37, VII 10, XXXI 11, κ.α., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1004, Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 405, Ψευδο-Σφρ. 2223, Διακρούσ. (Κακλ.) 1097· γεν. εν. πρόσωπου, Πεντ. Έξ. XXV 37· πληθ. προσώπατα, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2752, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 679, Μαλαξός, Νομοκ. 87, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 430100‑1, Πανώρ.2 Β́ 463, Μπερτολδίνος 92.
Το αρχ. ουσ. πρόσωπον. Ο τ. προσώπατα ήδη αρχ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.· για τον πληθ. σήμ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 43-5, αλλά και Προμπονάς, Γλωσσ. ομηρ. 42). Ο τ. πρόσωπο και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πρόσωπο(ν), Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου).
1) α) Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ανθρώπου από το μέτωπο μέχρι το πιγούνι: Διγ. (Trapp) Gr. 1149, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 523, Λίβ. Va 2231, Ch. pop. 232· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.· βλ. και Belleli, REG 3, 1890, 304): είδε την ο Ιουδα και ελογάριασέ την για κούρβα, ότι εσκέπασεν τα πρόσωπά της Πεντ. Γέν. XXXVIII 15· (σπανιότ. προκ. για ζώο· η χρ. ήδη αρχ.): Ορνεοσ. αγρ. 56410· β) (συνεκδ.) μορφή, όψη· φυσική παρουσία: Λίβ. διασκευή α 3450, Χάρο, και τις αξώθηκε να δει το πρόσωπό σου| να μην τον πάρεις μετά σε εις κατοικητήριό σου; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 17, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10525· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): είπεν ο Μωσέ· αλήθεια εσύντυχες μη να προσμίξω πλια να ιδώ τα πρόσωπά σου Πεντ. Έξ. X 29· (μεταφ.): εβάλθην προς εσέ ...| με της γραφής το πρόσωπον προθυμερώς να στείλω| εκείνην την παρηγοριά Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 16. 2) Συνεκδ. α) έκφραση, ύφος: Συναξ. γυν. 403, χαιράμενο είδα το πρόσωπό ντου Στάθ. (Martini) Γ́ 420· ομπρός του εσταλάρανε ...| με πρόσωπο λυπητερό, τα μάτια βουρκωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17414· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): και ερώτηξεν τους μουνούχους του Φαρω ός μετ’ αυτόν ... του ειπεί· γιατί τα πρόσωπά σας κακά σήμερα; Πεντ. Γέν. XL 7· β) η όραση· τα μάτια: Νεράιδα μου ομορφότατη ...,| θαράπειο του προσώπου μου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 464. 3) Αναπαράσταση στην τέχνη της μορφής ανθρώπου, ζώου ή πράγματος: έχει τριγύρου ο τροχός πρόσωπα ιστορισμένα Λόγ. παρηγ. L 427· ειπέτε του να με γυρεύει όπου είναι τα αμάξια τα χρυσά, οπού είναι γραμμένα των λεόντων τα πρόσωπα Διήγ. Αλ. G 26831· (με την πρόθ. εις): Είχεν γραμμένους εις το παλάτι του και τους δώδεκα μήνες εις πρόσωπα έμορφα ανθρώπινα Διήγ. Αλ. G 28825. 4) (Προκ. για πράγμα) α) μπροστινή πλευρά· πρόσοψη: να κάμεις τα λυχνάρια της εφτά και να ανάψει τα λυχνάρια της και να φέγξει ιπί μεριά του πρόσωπού της Πεντ. Έξ. XXV 37· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): να διπλώσεις το βηλάρι το έξατο προς ανάγναντις πρόσωπα της τέντας Πεντ. Έξ. XXVI 9· (μεταφ.): άντικρυ του προσώπου μου κάστρον έκτισε μέγα Θρ. Κων/π. B 77· β) εξωτερική πλευρά: Είς πύργος είναι κτισμένος με τούβλα και με ασβέστην ... Και έναι πρόσωπα δ́, ήγουν τετράγωνος Rechenb. 872· γ1) (στις εκφρ. πρόσωπον της γης/του νερού) επιφάνεια, έκταση: εις του νερού το πρόσωπον πάλιν να τ’ ανηβάσω (ενν. τα ομμάτια) Βέλθ. 634· Επικατάρατος λοιπόν να τρέμεις και να φεύγεις,| κι από το πρόσωπον της γης όρη, βουνά να οδεύγεις Χούμνου, Κοσμογ. 200· εξολοθρευθήκασιν όλοι κακούς θανάτους,| από το πρόσωπον της γης εσβήσθη τ’ όνομά τους Ιστ. Βλαχ. 1324· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): Ιδού, έδιωξες εμέν σήμερα αποπάνου τα πρόσωπα της ηγής Πεντ. Γέν. IV 14· επορεύτην το κιβωτό ιπί πρόσωπα των νερών Πεντ. Γέν. VII 18· γ2) η εξωτερική επιφάνεια υφάσματος (για το πράγμα βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β́2 33): ο ιεριάς ... να ραντίσει εφτά φορές ομπροστά στο Κύριο εις τα πρόσωπα της κουρτίνας Πεντ. Λευιτ. IV 17. 5) Ο άνθρωπος ως ξεχωριστή οντότητα, άτομο: εγώ γαρ και η εμή αδελφή υπάρχομεν προσώπατα δύο Ελλην. νόμ. 56829· Έρως εις την ασχόλησιν πρόσωπα ου διακρίνει Λίβ. διασκευή α 926· ο δίκαιος Κριτής γυρεύει να χωρίσει| το δίκαιο από το άδικο και πρόσωπον δεν βλέπει Πένθ. θαν.2 497· (στη θέση αντων.): οι αυτοί νόμοι και συνήθειαι να είναι οι αυτοί ... και να τους διαφεντεύω, ως καθώς διαφεντεύω το πρόσωπόν μου όλον Επιστ. Μωάμ. 6713· πάντα πλούτη και χαρές να ’ναι στ’ αρχοντικό σας| κι όλες του κόσμου τες τιμές να ’χει το πρόσωπό σας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13610· (σε περίφραση): από ομπροστά γερατειό να σηκωθείς και να διαπρεπίσεις πρόσωπα γέρου Πεντ. Λευιτ. XIX 32. 6) Το «πρόσωπο» του Θεού, ο Θεός (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. IB): Έχομε θάρρος στο Θεό ...| να τωσε δώσει κόλαση, κρίση πολλά μεγάλη,| γιατί μας εχωρίσασι απού το πρόσωπόν Του| κι επέψασί μας εδεπά εις τον αφορεσμόν Του Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 239· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): επαρακάλεσεν ο Μωσε τα πρόσωπα του Κύριου του Θεού του και είπεν Πεντ. Έξ. XXXII 11· (προκ. για το Χριστό): έστειλε (ενν. ο Ιησούς) μαντατοφόρους μπροστά εις το πρόσωπόν Του ... και εμπήκαν εις μίαν χώραν των Σαμαρειτών διά να τον ετοιμάσουν τόπον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. θ́ 52. 7) (Θεολ., προκ. για την αγία Τριάδα) υπόσταση: Πιστεύομεν ότι εισίν εν τῳ Θεῴ άλλα τρία ιδιώματα ... Και ταύτα τα τρία ιδιώματα ονομάζομεν τρεις υποστάσεις, ήγουν τρία πρόσωπα Ιστ. πατρ. 854· (εδώ προκ. για το θεό Έρωτα): λέγει με διά τα πρόσωπα του Έρωτος τα τρία Λίβ. Va 735. 8) Διάθεση, τρόπος συμπεριφοράς: ο βισκούντης εντέχεται ... με αγάπην και καλόν πρόσωπον να ακούσει το έγκλημαν του αγκαλεσίου Ασσίζ. 2623· φρ. δείχνω πρόσωπον (+επιθετ. προσδ.) = συμπεριφέρομαι (με ορισμένο τρόπο): επεί λείψουν χαρίσματα και τα δωρήματά σου,| δείχνει (ενν. η κοπέλα) σε άλλον πρόσωπον και σκυθρωπόν και μαύρον Σπαν. (Ζώρ.) V 380· να δείξει (ενν. η βασίλισσα Ευδοκία) πρόσωπον καλόν και αγάπην εις την χώραν Χρον. Τόκκων 1269· Διά καλόν πρόσωπον όπου τους έδειξεν ο κύρης της Τύρου εκόμπωσέν τους Μαχ. 4213· (προκ. να δηλωθούν ντροπή ή ενοχές): Εις εκατόν επιλεκτούς ποτέ ουκ εφοβήθην| και εδάρτε εις έναν μοναχόν θέλω στέκειν να εβλέπω;| Και μετά ποίον πρόσωπον την Μαξιμού να ιδούμεν; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1438. 9) (Γραμμ.) κάθε τύπος αντωνυμίας ή ρήματος, που φανερώνει εκείνον που μιλά: η αντωνυμία, διά να γενεί τέλειος ο λόγος, δίδει τα πρόσωπα εις τα ρήματα Σοφιαν., Γραμμ. 77. Εκφρ. 1) α) Από προσώπου + γεν. = μπροστά από, ενώπιον: ηνίκα την εμήν ράβδον ετιναξάμην,| έφυγον ωσεί πρόβατα από προσώπου λύκου Διγ. Z 3093· β) από προσώπου μου, σου, του ... = δικός μου, σου, του ... (πβ. και Επιτομή, από (I) 5α): έτσι του κάμνει εκείνη η θαυμαστή Πουλιχερία η αδελφή αυτού· γράφει τον μίαν γραφήν ως από προσώπου του Κατάλ. οικουμ. συν. 98v. 2) Εις πρόσωπον + αιτιατ. = με τη μορφή κάπ.: να σμιχθεί (ενν. ο Κτεναβώ) με την βασίλισσαν την Ολυμπιάδα εις πρόσωπον τον θεόν των Ελλήνων τον Ναβόν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1036. 3) α) Εις (το/τα)/στο πρόσωπον/α = (α) βλ. ά. εις Εκφρ. 31· (β) μπροστά, ενώπιον: καθένας εις το πρόσωπον του βασιλέως επολέμα προθυμότερον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 424· β) εις πρόσωπον + γεν. = για λογαριασμό, για όφελος κάπ.: το μεν άρρεν (ενν. παιδίον) ανδρωθέν λαμβάνομεν ενταύθα| εις πρόσωπον αυτού πατρός, εκεί δε προς μητέρα| το θήλυ συναυλίζεται Βίος Αλ. 4829. 4) Ιπί (τα) πρόσωπα + γεν. = (α) βλ. ά. επί Ά1 εκφρ.· (β) μπροστά· απέναντι· ενώπιον: επλίκεψαν από την Χαβιλα ως τη Σουρ ος ιπί πρόσωπα της Αίγυφτος ...· ιπί πρόσωπα ολωνών των αδερφιών του έπεσεν Πεντ. Γέν. XXV 18 δις· να μην είναι εσέν είδωλα άλλα ιπί τα πρόσωπά μου Πεντ. Δευτ. V 7· (με χρον. σημασ.): και απέθανεν ο Αραν ιπί πρόσωπα του Θεραχ, του πατρός του Πεντ. Γέν. XI 28. 5) Ιπί πρόσωπα + αιτιατ. = εις βάρος κάπ.: την ημέρα οπού κλερονομήσει τα παιδιά του το ός να είναι αυτουνού, να μη μπορέσει να πρωτοκοκίσει τον υιόν της αγαπημένης ιπί πρόσωπα υιόν της μισισμένης τον πρωτόκοκο Πεντ. Δευτ. XXI 16. 6) Με πρόσωπον = από πολύ κοντά: ουδείς πυρός πολλού την καύσιν δεν ’πομένει| με πρόσωπον να την ιδεί, αλλά μακρά πηγαίνει Κορων., Μπούας 58. 7) Προς πρόσωπα = μπροστά, απέναντι: να σιμώσουν αυτήν τα παιδιά του Ααρων ομπροστά στο Κύριο προς πρόσωπα το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. VI 7. 8) Πρόσωπον προς πρόσωπον = (προκ. να δηλωθεί άμεση επικοινωνία δύο ατόμων) πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά: Των μαρτύρων οι λόγοι πιάνονται, ουχί των ανθρώπων εκεινών, οπού ακούσουν λόγους από τους μάρτυρας ...· πρόσωπον γαρ προς πρόσωπον ερωτώνται οι μάρτυρες Μαλαξός, Νομοκ. 95· τοιούτος (ενν. ο Μωυσής γίνεται), ώστε να μιλεί στόμα κατά στόμα με τον Θεόν και πρόσωπον προς πρόσωπον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· (στον πληθ.): Και δεν εσηκώθην προφήτης πλια εις τον Ισραελ σαν το Μωσε, ός τον ήξερεν ο Κύριος πρόσωπα προς πρόσωπα Πεντ. Δευτ. XXXIV 10. Φρ. 1) Βάνω τα πρόσωπά μου εις, προς ... = στρέφω το πρόσωπό μου προς μια κατεύθυνση· κατευθύνομαι: εσηκώθην και απέρασεν το ποταμό (ενν. ο Ιαακωβ), και έβαλεν τα πρόσωπά του εις το όρος του Γιλεαδ Πεντ. Γέν. XXXI 21· έβαλεν προς την έρημο τα πρόσωπά του (ενν. ο Βιλεαμ) Πεντ. Αρ. XXIV 1. 2) Βγαίνω από το πρόσωπο της γης, βλ. ά. βγαίνω 1β φρ. (α). 3) Βγαίνω από τα πρόσωπα κάπ. = φεύγω, απομακρύνομαι από κάπ.: εβγωμό εβγήκεν ο Ιαακωβ από τα πρόσωπα του Ιτσχακ του πατρός του Πεντ. Γέν. XXVII 30. 4) Γελώ (μέσα/ομπρός) στο πρόσωπον κάπ. = κοροϊδεύω, εμπαίζω φανερά: εσύ γελάς μας φανερά μέσα στο πρόσωπόν μας Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 60· εσύ γελάς μας φανερά ομπρός στο πρόσωπόν μας Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 107. 5) Γνωρίζω/θωρώ πρόσωπον/α = κάνω διακρίσεις, ξεχωρίζω, μεροληπτώ: μη κλίνεις κρίση, μη γνωρίσεις πρόσωπα και μη πάρεις φιλοδωριά Πεντ. Δευτ. XVI 19· να κρίνεις (ενν. βασιλεύ) την αλήθειαν με την δικαιοσύνην,| να μην θωρείς εις πρόσωπον, μηδέ να παίρνεις δώρα Ιστ. Βλαχ. 1389. 6) Δείχνω πρόσωπον, βλ. ά. δείχνω IÁ2. 7) Δίδω (το/τα) πρόσωπο/α, βλ. ά. δίδω IÁ7β φρ. 8) Δίδω εις πρόσωπον = μονομαχώ πρόσωπο με πρόσωπο: ει βούλει, ανάστηθι και λάβε σου τα όπλα| και δώσομεν εις πρόσωπον, ως δοκεί τοις ανδρείοις Διγ. (Trapp) Gr. 2601. 9) Έχω δύο πρόσωπα = είμαι υποκριτής, διπρόσωπος: όσ’ είχασι δυο πρόσωπα ανθρώπους να κομπώνου,| θέλουσι να ’χουν κατοικιά στο σπίτι του δαιμόνου Τζάνε, Κατάν. 429. 10) Έχω πρόσωπον = (α) έχω το θράσος, έχω τα μούτρα να ...: έχεις λοιπόν και πρόσωπον και στέκεις και δηγάσαι| και δε θυμάσαι τά ’καμες, να τρέμεις να φοβάσαι; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1703· έχεις πρόσωπον και βλέπεις,| ουδέ χάριτας μοι λέγεις ...; Πτωχολ. α 773· (β) έχω το θάρρος, το κουράγιο να ...: κακορίζικες εμείς, πώς έχομεν πλέον πρόσωπον να γυρίσομεν ομπροσθά εις τον βασιλέα ...; Μπερτόλδος 39· (γ) έχω αξία, κύρος: πλέον εις τον βασιλέα δεν έχω πρόσωπον, μόνον εντροπήν και ονειδισμούς Δωρ. Μον. XXXVII. 11) Δε θωρώ Θεού πρόσωπο, βλ. ά. θεωρώ (Ι) IÁ1γ φρ. 12) Κάνω πρόσωπον = προσποιούμαι: Ο δε βασιλεύς, κάνοντας πρόσωπον πως μανίζει, λέγει ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 905. 13) Πέφτουν τα πρόσωπά μου, βλ. ά. πέφτω Φρ. 10. 14) Πηγαίνω στο πρόσωπο(ν) + γεν. = φθάνω κοντά σε κάπ.· παρουσιάζομαι: αυτός υπάρχει, γνώριζε, όπου κρατεί την κόρην·| ας μην πηγαίνομεν λοιπόν στο πρόσωπον εκείνου,| αλλά ας ερευνήσομεν ένθα την κόρην έχει Διγ. A 3462· Πούρι να πέψει η χάρη Του, σαν πάει στο πρόσωπό Του| τούτη η θυσία που μελετώ, να πάψει το θυμό Του Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 371. 15) Ποιώ πρόσωπον = (στρατ.) παρατάσσομαι μετωπικά: πρόσωπον εποίκασιν κοντά στο παραγιάλιν| κι εβλέπαν την αρμάδαν του έξω να μην την βγάλει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 63. 16) Ποιώ καλόν/κακόν πρόσωπον, βλ. ά. ποιώ Φρ. 83. 17) Ποιώ το πρόσωπον, βλ. ά. ποιώ Ά9β. 18) Σηκώνω (τα) πρόσωπα, βλ. ά. σηκώνω. 19) Φέγγω τα πρόσωπά μου, βλ. ά. φέγγω. Η λ. ως επίρρ. = μετωπικά: στην χώραν ήταν καταυτού χωσμένοι μες στ’ αργάκιν,| και πρόσωπον εμπήκασιν σ’ όλον το παραγιάλιν Θρ. Κύπρ. M 21.
σαλιβάρι- το, Θησ. Έ́ [793], ΣΤ́ [173], Ή [597], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 118r, Λεξ. Μακεδ. 109, Χρον. σουλτ. 402, Βίος Δημ. Μοσχ. 353, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1810 κριτ. υπ., 1916 κριτ. υπ., Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (32v), Ροδινός (Βαλ.) 72· σαλιβάρι(ν), Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 1129, Ιστ. Βλαχ. 1673, Hagia Sophia ω 5145, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 386· σαλιβάριον, Μπερτολδίνος 107 δις· σιλιβάρι, Διγ. O 215, 2779.
Από το ουσ. σαλιβάριον (<υστλατ. salivar/salivarium (Blaise, Lex. Lat. Med.) - salivaris (Du Cange, Lat.)). Πβ. λ. σαλίβι σήμ. ιδιωμ. (Τάκη, Αγραφ.). Ο τ. σαλιβάριν σε έγγρ. του 13. αι. (Act. Xér. 9Α21, 9Β30). Ο τ. σαλιβάριον τον 5. αι. (Lampe, Lex.· πβ. όμως LBG, στη λ.) και στο Meursius. Ο τ. σιλιβάρι στο Du Cange (γρ. σηλιβάρι, λ. σαλιβάρι) και σήμ. ιδιωμ. (Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 60). Τ. σαλ́βάρ (Κοντονάτσιου, Διάλεκτ. Λήμν. 383) και #13α#17βάρ’ σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά́ 336). Η λ. στο Meursius (γρ. σαλυβάρι), σε κείμ. του 18. αι. (Μουσουλμ. χφ. σ. 133) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., Λάζαρης, Λευκαδ., σαλ(ι)βάρι)· βλ. και ΑΛΝΕ.
α) Χαλινάρι: Και ο Μουράτης, οπού εστεκέτονε εις το πλάγι του βουνού, …, ως είδε πως ετσακίσανε το φουσσάτο του και είδε τους χριστιανούς οπού ερχόντησάνε απάνω του, … εβουλήθη να φύγει. Και ένας από τους ανθρώπους οπού είχε κοντά του τον έπιασε από το σαλιβάρι του αλόγου του και του είπε: «Στάσου, ότι τώρα σε σκοτώνω», λέγοντάς του: «Και πού αφήνεις το φουσσάτο σου και θες να φύγεις; Αμή κάμε καρδία και σταμάτησε». Τότε εστάθη και στανίο του Χρον. σουλτ. 7237· Κι ο γενεράλες ήτονε απάνω στο μουλάρι,| στο ’να του χέρι το σπαθί, στ’ άλλο το σαλιβάρι| εκράτιε, κι όλο χούγιαζε κι έτρεχεν άνω κάτω| μονάχα να μηδέ χαθεί το χστιανικό φουσσάτο Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20516· (σε παρομοίωση): Ο Πλάτωνας έλεγεν, πως η ψυχή του ανθρώπου είναι ωσάν ένα αμάξι με τέσσερις τροχούς. Και το σέρνουν δύο άλογα ... και πρέπει ο αμαξάρης να κρατεί εις το ένα του χέρι το σαλιβάρι, διά να κοντοστατεί εκείνο οπού παρατρέχει, εις το άλλο του χέρι την βέργαν, διά να αναγκάζει το οκνιάρικον να περπατεί Ροδινός (Βαλ.) 72· β) (ειδικ.) το εξάρτημα του χαλιναριού που τοποθετείται στο στόμα του υποζυγίου: Όταν γουν έμελλον να τους φέρουν (ενν. τους νέους) εις τον τόπον της καταδίκης, επρόσταξε (ενν. ο Καμβύσης) να εβγάλουν πάλιν τους πατέρας τους έξω, να τους βλέπουν. Και δη τους επέρασαν όλους απεμπροσθάς τους, δεμένους τον τράχηλον με σχοινίον, και εις το στόμα έχοντες σαλιβάρια, ως άλογα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 250.
σκουτέλι- το, Gesprächb. 10616, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 1137, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 230, 234, 249, 250, 255, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 484, 656, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιδ́ 20· σκουτέλιν, Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 273-1 χφ P κριτ. υπ., Δ́ 242, 242 χφ C κριτ. υπ., 244, 244 χφ H κριτ. υπ., 248-26 χφφ PK κριτ. υπ., Hist. imp. (Iadevaia) Ι 933, Χούμνου, Κοσμογ. 1338, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 1153, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 1136, 1205· σκουτέλι(ον), Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 299, 620 κριτ. υπ., Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 26, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 758 κριτ. υπ., Ιμπ. (Legr.) 786, Κακοπ. 98, Ολόκαλος 17341, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3914‑15, 4866, 5355, 8479, Βοσκοπ.2 153· σκουτέλιον, Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 193· σκουτέλλιν, Ασσίζ. 49522 δις, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 714.
Από το ουσ. σκουτέλα και την κατάλ. ‑ι. Ο τ. σκουτέλιον τον 5. αι. (LBG, λ. σκουτέλλιον), σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Ivir. II 4733), στον Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. 21813 και στο Meursius (λ. σκουτέλα). Ο τ. σκουτέλλιν και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου) και ως τοπων. (Πιλαβάκης, Κυπρ. Σπ. 34, 1970, 134). Τ. σκούτλιον στο L‑S, λ. σκουτέλιον και σκούτλον στο Meursius (λ. σκουτέλα). Η λ. στο Βλάχ., σε κείμ. και έγγρ. του 18. αι. (Ιατροσόφ. 18. αι. 45, Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974-1975, 119) και σήμ. λαϊκ.
1) α) Βαθύ πιάτο φαγητού, γαβάθα (για το πράγμα βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 152-3): καθέζομαι εις την τράπεζαν και θέτουν με αγιοζούμιν| σηκώνω το σκουτέλιν μου και βλέπω το πινάκιν| και γέμει ως άνω θρύμματα και φαίνεται αγιοζούμιν Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 381· Κάμε από το ξύλο του (ενν. του δενδρολιβάνου) σκουτέλι ή χουλιάρι ή άλλο αγγείον να τρώγεις εις αυτό να μη σε βλάψει πράγμα εναντίον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 262· Δότε να φάγω και απ’ αυτά οπού ’ν’ εις το σκουτέλι| αυτόνο τ’ ασημίτικο και τ’ όμορφο βατσέλι Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 505· (σε μεταφ.): Αλίμονον εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι καθαρίζετε το απέξω του ποτηρίου και του σκουτελίου, και από μέσα είναι γεμάτα από αρπαγές και αδικίες Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κγ́ 25· (σε παρομοίωση· για το πράγμα βλ. και Αλεξίου [Διγ. Esc. σ. 127-8]): και τον αγκώνα του ήπλωσεν στον κάμπον ως σκουτέλιν Διγ. (Αλεξ. Στ.) 1285· έκφρ. τανώ εις το σκουτέλλιν κάπ. = παίρνω κ. που ανήκει σε άλλον (πβ. σημερ. φρ. απλώνω (το) χέρι σε κ.): Εξηγηθήκαν εις την χώραν ότι επλάνεσεν την αρνάν σου ... και λαλούν πως ο κούντη τε Ρουχάς ετάνυσεν εις το σκουτέλλιν σου και έναι εις μεγάλην αγάπην με την κυράν μας τη ρήγαινα Μαχ. 22034 χφ O· β) (συνεκδ.) η ποσότητα φαγητού που σερβίρεται στο σκουτέλι (πβ. το σημερ. ένα πιάτο φαΐ/μελιτζάνες κτλ.): εμέν εγέλασεν ογιά φακήν σκουτέλι| και πάλιν μου δευτέρωσε κι ήκαμεν είτι θέλει Χούμνου, Κοσμογ. 1423. 2) (Εδώ) ιερό λειτουργικό σκεύος μέσα στο οποίο τοποθετείται ο άρτος της προσφοράς, το άγιο δισκάριο: Ιατρικόν ωφέλιμον εις παροξυσμόν. Έπαρε το άγιον σκουτέλιον ημέραν Σάββατον, και γράφε μέσα το τροπάριν ετούτο: ... Και ας λειτουργήσει ο ιερεύς απάνω των γραμμάτων, και ας λειτουργήσει εις το όνομα του αγίου Αβερκίου Σταφ., Ιατροσ. 24195. 3) Μονάδα μέτρησης χωρητικότητας: μισό σκουτέλι στάρι πλια λιγότερο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3013.
συντρίβω,- Γλυκά, Στ. 529, Γλυκά, Αναγ. 133, 385, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 192, 196, Ορνεοσ. αγρ. 5197, 5418, Διγ. (Trapp) Gr. 2584, Σπανός (Eideneier) A 64, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 11245, Ερμον. Σ 169, Βίος Αλ. (Aerts) 1584, 3099, Λίβ. Esc. 4098, Αχιλλ. L 66, Αχιλλ. (Smith) O 93, 259, Παρασπ., Βάρν. C 423, Αργυρ., Βάρν. K 322, Αλεξ.2 2924, Παλαμήδ., Βοηβ. 1010, Ιστ. Βλαχ. 157, 1952, Διγ. Άνδρ. 34430, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 1270, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 66, 386, Ροδινός (Βαλ.) 118, Διγ. O 2958, Διακρούσ. (Κακλ.) 121, 800, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κά́ 44, κ.α.· συντρίβγω, Πεντ. Έξ. XV 6, Αρ. XXIV 8, 17, Δευτ. I 44, XXXII 39, XXXIII 11· γ́ πληθ. μέσ. παρατ. εσυντριβγόντεσαν.
Το αρχ. συντρίβω. Ο τ. στο Somav. (στη λ.) και σήμ. ιδιωμ. στο μέσ. (Andr., Lex., στη λ.). Για το σχηματ. του γ́ πληθ. παρατ. βλ. Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. LVII]. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Σπάω κ. σε κομμάτια· θρυμματίζω, τσακίζω κ.: Εντούρησεν ο εσωτερικός τούρλος, ήγουν ο μέγας, ... χρόνους ιβ́. Και μετά τούτους, τρεις ώρας της ημέρας, έπεσεν και εσύντριψεν τον αξιοθαύμαστον άμβωνα και την σολέαν Hagia Sophia ω 53518· Τῳ αυτῴ χρόνῳ ... εχάλασαν οι Τούρκοι τον Ταξιάρχη την εκκλησίαν εις τους κηροπουλάδες εις τας Σέρρας και όλες τες εικόνες εσύντριψαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 42v· (με σύστ. αντικ.): Μη προσκυνήσεις τα είδωλά τους και μη τα δουλέψεις ..., ότι χαλασμό να τα χαλάσεις και συντριμμό να συντρίψεις τα στέματά τους Πεντ. Έξ. XXIII 24· (σε μεταφ.): λέγει· δεν συντρίβω την θύραν, τουτέστι την καρδίαν του ανθρώπου, και εμπαίνω μέσα στανικώς, αλλά στέκω έξω και κρούω την καρδίαν, ότι ο Θεός τινά δυναστικώς δεν θέλει εις την βασιλείαν του Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 105· Γένος το μιαρότατον πολλά μας τυραννίζει,| ο Ισμαήλ χριστιανούς εις τέλος αφανίζει·| συ δε, Χριστέ μου, σύντριψον τα βέλη και τα τόξα| τα καθ’ ημών κινούμενα, την επηρμένην δόξα Ιστ. Βλαχ. 2565· β) (εδώ με αντικ. τις λ. βάρκα, καράβι) χάνω πλεούμενο σε ναυάγιο: έχω θάρρος εις τον Κύριόν μου και Θεόν ότι από την σήμερον πλέον δεν θέλεις κινδυνεύσεις, ουδέ να συντρίψεις καράβι. Και τούτο γίνωσκε πως δεν το έπαθες από άλλο, μόνον, διατί το καράβι σου δεν ήτον δικαίως ηγορασμένον Βίος αγ. Ιωάνν. Ελεήμ. 267· (σε μεταφ.): Ανεμοζάλη δυνατή με φοβερίζει| ’ς τόσον οπού βουλήθηκα, Χριστέ, να ρίψω| την άγκουραν στην θάλασσαν, πριν να συντρίψω| την πικραμμένην βάρκαμ μου που ’κόμη ολπίζει Κυπρ. ερωτ. 1437· γ) συνθλίβω, λιώνω κ. ή κάπ.: πτελέας αγρίας σπέρμα κόψας και συντρίψας μετά ελαίου, ποίει ως κολλούρια και χρῳ ανατρίβων την υπερώαν του ζώου Ιερακοσ. 42610· ο άρκος επιστραφείς και στόμα μέγα χάνας| όρμησε γαρ την κεφαλήν συντρίψαι του παιδίου Διγ. Z 1417· (σε μεταφ.): έστειλεν (ενν. ο Πατήρ) τον Υιόν Αυτού τον μονογενή και εσύντριψεν την κεφαλήν του διαβόλου Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 144· Εσύντριψε (ενν. η Παρθένος) με την ταπείνωσίν της την κεφαλήν του φιδιού, τουτέστι του υπερηφάνου διαβόλου Ροδινός (Βαλ.) 101· (σε παρομοίωση): να είδασιν τα ομμάτια μου το τις σε θέλει επάρειν (παραλ. 1 στ.), εάν ου τον εθανάτωνα ας με ελιθοβολούσαν·| ως μύρμηκα και κώνωπα ήθελα τον συντρίψει Αχιλλ. (Smith) N 1791. 2) α) Νικώ ολοσχερώς κάπ., κατατροπώνω: Από του ήλιου ανάτελμα έως ώρας ενάτης| επτά φοράς εσύντριψαν οι Ούγγροι τους Μουσουλμάνους Παρασπ., Βάρν. C 319· Γίνωσκε γουν, Αλέξανδρε, πάσης της γης τα πλάτη| και πάσα δύναμις ανδρών υφ’ ένα συνελθούσα| ούπω Περσών δυνήσεται συντρίψαι δυναστείαν Βίος Αλ. (Aerts) 1723· (σε παρομοίωση): εκ το πλήθος των Ρωμαίων όπου έδραμαν στους Φράγκους,| δεύτερον τους εκρότησαν κι οπίσω τους εστρέψαν (παραλ. 1 στ.) και ούτως τους εσύντριβαν ως φάλκονες κουρούνες Χρον. Μορ. P 5391· β) (γενικ.) εξουδετερώνω, καταστρέφω: εθυμώθη πολλά ο Θεός και είπε προς τον Μωυσήν· άφησέ με να τους συντρίψω και να τους αφανίσω από τον κόσμον. Ο δε Μωυσής ... τον μεν Θεόν δεν άφησε να συντρίψει τον λαόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 51 δις· γ) (μεταφ. για συναισθήματα ή σκέψεις) καταπνίγω, εξαλείφω: Και πούρε μεν το πάθος μου με πάθος το συντρίβγω| και με το κλάμαν το πολλύν απού το κλάμα λείβγω Κυπρ. ερωτ. 13211· άλλο εβουλόντανε εκείνοι να κάμουν εναντίον των αρχόντων και άλλο τους εσυνέβη, και εσύντριψε (ενν. ο Θεός) τους άπρεπούς τους λογισμούς Σουμμ., Ρεμπελ. 185. 3) α) Καταβάλλω, εξαντλώ σωματικά: Πολλάκις υπό καμάτου πολλού συντριβείς (ενν. ο ιέραξ) ... εις το της απεψίας εμπίπτει πάθος Ιερακοσ. 45320· Ουδέν άλλο ... πιέζει και συντρίβει,| ειμή πόνος αφόρητος τα οστά μου απέσω Διγ. (Trapp) Gr. 3417· β) εξουθενώνω ψυχικά, καταρρακώνω: Οι πόνοι κατασφάττουσιν, συντρίβουν την καρδιάν μου,| ότι ο ημέτερος υιός χάνεται δι’ αγάπην,| διά πόθον της πανευγενούς καρδιοδιχοτομείται Φλώρ. 212. II. Μέσ. 1) (Αλληλοπ.) α) τρίβομαι πάνω σε κ.: τ’ άρματά του κτύπησαν, έμορφα κουδουνίσαν,| αλλήλως εσυντρίβονταν, γλυκόν κτύπον εποίκαν Θησ. Ζ́ [466]· β) (εδώ προκ. για δίδυμη κύηση, όπου τα παιδιά πιέζουν με δύναμη το ένα το άλλο, σαν να παλεύουν μέσα στην κοιλιά της μητέρας τους): εθελοποίθην αυτουνού ο Κύριος και εγγαστρώθην η Ριβκα η γεναίκα του. Κι εσυντριβγόντεσαν τα παιδιά μεσοθιό της και είπεν· αν έτσι, γιατί ετούτο; Κι εδιάβην να γυρέψει το Κύριο Πεντ. Γέν. XXV 22. 2) α) Κομματιάζομαι, θρυμματίζομαι: εν Βαβυλώνι δε Διός άγαλμα συνετρίβη Βίος Αλ. (Aerts) 6050· ήλθε το μιαρόν ποντίκιν| κι έφαγε το βάσταμά της| και συντρίβην η κανδήλα Χρησμ. VIII 6· (προκ. για κάταγμα): τον Ιωαννάκιον έκρουσα άνωθεν του αγκώνος| εν τῃ χειρί τῃ δεξιᾴ μετά μικράς ισχύος·| οστέα συνετρίβησαν, η χειρ όλη ηπλώθη Διγ. Z 3104· β) (προκ. για καράβι) τσακίζομαι, καταστρέφομαι: πληρώσας την θυσίαν| εις την Σπάρτην εδιέβην| μετά νήων γαρ τεσσάρων·| η δε μία συνετρίβη,| σύμβολον γαρ του κινδύνου| ήτον η τριφθείσα νήα Ερμον. Β 145· γ) (προκ. για άνθρωπο) σκοτώνομαι από πτώση, «τσακίζομαι»: Ένας δε από εκεινούς, οπού ανέβαζαν τους λίθους, από την αλαζονείαν του, βαστώντας τους λίθους εβλασφήμησεν και διά θαύμα ευθύς έπεσεν από άνω κάτω και συνετρίβη Hagia Sophia ω 51719· οι Τούρκοι τρέχοντες ... έπιπταν μέσα εις τους σκοτεινούς λάκκους, όπου ήσαν στημένα τα σουβλερά ξύλα, και ή εσυντρίβοντο ή εσουβλίζοντο, και ούτως εσκοτώνοντο πολλοί Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 414. 3) Θλίβομαι υπερβολικά, εξουθενώνομαι ψυχικά, καταρρακώνομαι: Εκείνη λέγει προς αυτόν: «από ’να λόγον μόνον| εσυνετρίβης την ψυχήν, εθλίβης την καρδίαν; ...» Καλλίμ. 1608· (σε παρομοίωση): Ημείς ... και εν άρμασι και εν ίπποις υπερέχομεν τους υπεναντίους και, μόνον ενωτισθέντες την ημετέραν άφιξιν, ο νους αυτών ως κάλαμος συντριβήσεται Δούκ. 2139· (σε προσωποπ.): Πάντες διασκορπίζονται εν μέσῳ του δρυμώνος (παραλ. 1 στ.), όταν θελήσει να εβγεί (ενν. ο αυθέντης μου) να πα να κυνηγήσει.| Και τα βουνά συντρίβονται, τα όρη συντρομάσσουν Συναξ. γαδ. (Moennig) 37. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Προκ. για μαγειρικά υλικά) ανακατεμένος, «χτυπημένος»: Το δε σφουγγάτον ηξεύρετε τι είναι: αυγά συντριμμένα και τηγανημένα με κρομμύδια και άλλα μυρωδικά Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 193. 2) (Προκ. για κτίσμα) ερειπωμένος, κατεστραμμένος: Όταν ως τόξου δε βολήν διέλθεις, κατοπτεύσεις| του Κλίμακος την φυλακήν ...| Συντετριμμένη και φθαρτή εκ της πολυκαιρίας| πέλει και ανεπίβατος Παϊσ., Ιστ. Σινά 1731. 3) (Προκ. για πρόσωπο) εξουθενωμένος, «τσακισμένος»: Tον καρπό της ηγής σου και όλο τον κόπο σου να φάει λαός ος δεν ήξερες, και να είσαι μόνε αδικημένος και συντριμμένος όλες τις ημέρες Πεντ. Δευτ. XXVIII 33· ηύρηκα πάλιν, ήξευρε, πιττάκιν άλλον ένα,| ονειδισμούς είχε γράμματα και συνεπόνεσά τον,| γράμματα μετά στεναγμούς, καρδία συντετριμμένη Λίβ. Esc. 1675.
σφογγάτον- το, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 60 χφ H κριτ. υπ., Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 591· σφογγάτο, Ιστ. Βλαχ. 2740· σφουγγάτο, Σαχλ., Αφήγ. 794· σφουγγάτον, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 60 χφV κριτ. υπ., Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 193 τετράκις.
Από το ουσ. σφόγγος (βλ. ά. σπόγγος) και την κατάλ. ‑άτον. Ο τ. σφογγάτο και σήμ. ιδιωμ. (Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. σφοgάτο, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σφογγάτος) και στο ΑΛΝΕ. Ο τ. σφουγγάτο (με τροπή ο>ου) στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. σφουγγάτον στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Η λ. στο L‑S Κων/νίδη Συμπλ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., ό.π.)· βλ. και LBG.
α) Είδος ομελέτας που εκτός από αβγά περιλαμβάνει και άλλα υλικά (όπως τυρί, λαχανικά, λουκάνικα, κλπ.): Το δε σφουγγάτον ηξεύρετε τι είναι: αβγά συντριμμένα και τηγανημένα με κρομμύδια και άλλα μυρωδικά Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 193· β) (πιθ. συνεκδ.) είδος τηγανητού φαγητού (για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́́ 68): κερά μου, θες τραπέζιν,| και πρώτον θες το εκζεστόν, πλην βλέπε να μη βράζει,|και δεύτερον το ακρόπαστον, και τότε το σφουγγάτον Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 129.
τειχόκαστρον- το, Μαχ. 9816, 10629, 11032, 1523, 19232, 36210, 5008‑9, 66822, Βουστρ. (Κεχ.) 1212, 1611, 883, Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Διον. ρήτ., Ιστ. 253, 254, Ροδινός (Βαλ.) 223· τειχοκάστρον.
Από τα ουσ. τείχος και κάστρον. Η λ. το 13. αι. (LBG), στο Βλάχ. και σε έγγρ. του 18. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 9, 511).
1) Τείχος φρουρίου, πόλης: εκρατούσαν το τειχόκαστρον από την πόρταν του Φόρου ώς τον πύργον του Αγίου Ανδρέου και εκτίσαν απάνω τούς τοίχους και εκρατούσαν το δυνατά Μαχ. 40414· έξω εκ το τειχόκαστρον, μέσα εις το παζάρι| καλά μας εκονέψασι μετά τιμήν μεγάλην Αρσ., Κόπ. διατρ. [72]· το σπίτι του πατέρα του ήτον εκεί σιμά εις το τειχόκαστρον εις τόπον ήσυχον Ροδινός (Βαλ.) 225. 2) (Εδώ πιθ.) είδος πολιορκητικής μηχανής: κάμνουσι (ενν. οι Σαρακηνοί) τειχόκαστρον ξύλινον. Και με τέχνες περισσές και με σχοινία και καρούλια έσυραν μίαν πέτραν μεγάλην και έριψάν την εις τα κεραμίδια της εκκλησίας του Ταξιάρχου Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194. 3) (Η αιτιατ. επιρρ.) πλάι, σύρριζα στο τείχος του φρουρίου (για τη σημασ. βλ. και Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 492]): εκαβαλλίκευσεν ο μισέρ Αντρίας και ο Μάρκο Πέμπος απεζός και επήγαν όλον τειχοκάστρον, να παν εις το καστέλλιν Βουστρ. (Κεχ.) 19018. — Βλ. και τοιχόκαστρον.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Σπαν. (Ζώρ.) V 341, Λόγ. παρηγ. L 231, Προδρ., Δεητ. 222, Ελλην. νόμ. 57321, Ασσίζ. 2759, Διγ. (Trapp) Gr. 1449, 2848, Διγ. A 258, Διγ. Z 200, 3398, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 83, 192, Βέλθ. 613, 634, Χρον. Μορ. H 1046, Χρον. Μορ. P 1374, Βίος Αλ. 889, Φλώρ. 8, Απολλών. (Κεχ.) 625, Λίβ. διασκευή α 289, 492, Λίβ. Va 458, 739, Λίβ. Esc. 836, Ιμπ. 814, Χρον. Τόκκων 1324, Rechenb. 8710, 886, Φαλιέρ., Ιστ.2 212, 405, Μαχ. 16216, 26621, 33835, Διήγ. Βελ. N2 207, Ch. pop. 795, Γεωργηλ., Θαν. 594, Βουστρ. (Κεχ.) 266, 506, 7617, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3110, 3133, Κορων., Μπούας 129, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 4, Κώδ. Χρονογρ. 5310, Hagia Sophia ω 5191, Κυπρ. ερωτ. 364, 496, Βουστρ. Μεταφρ. 257, Σουμμ., Ρεμπελ. 185, Διγ. Άνδρ. 3828, 40413, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11618, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1250, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 18345, Διγ. O 2028, 2438, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ί 1, κ.π.α.· πρόσωπο, Εβρ. ελεγ. 174 δις, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 510, 1525, 1927, 2249, 2535, 3417, 3597, 3879, 5319, Πανώρ.2 Αφ. 40, Πρόλ. 68, Β́ 388, 407, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 246, Έ 56, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 122, Δ́ 129, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1156, Έ 24, Στάθ. (Martini) Γ́ 332, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 24, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 71, Διακρούσ. (Κακλ.) 1113, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53717· πρόσωπο(ν), Σπαν. A 166, Σπαν. B 167, Κομν., Διδασκ. Δ 215, Σπαν. P 91, 104, Αιν. άσμ. 28, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 106, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 566, Ερμον. Δ 116, 149, Η 181, Ψ 291, Αχιλλ. (Smith) O 18, Συναξ. γυν. 542, Σκλάβ. 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 310r, Πεντ. Γέν. I 2 δις, ΙΙ 6, XVI 12, Έξ. X 28, XX 3, Λευιτ. VI 7, XVII 10, Αρ. VIII 2, XII 3, XIX 4, Δευτ. IV 37, VII 10, XXXI 11, κ.α., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1004, Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 405, Ψευδο-Σφρ. 2223, Διακρούσ. (Κακλ.) 1097· γεν. εν. πρόσωπου, Πεντ. Έξ. XXV 37· πληθ. προσώπατα, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2752, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 679, Μαλαξός, Νομοκ. 87, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 430100‑1, Πανώρ.2 Β́ 463, Μπερτολδίνος 92.