Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ξεχωριστά,
- επίρρ., Μορεζίν., Λόγ. 482, Σκούφ. Φ. 269, Διαθ. 17. αι. 916, 11186, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [612], Λεηλ. Παροικ. Αφ. 6, 141, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. θ́ 10· ξεχωριστός, Αποκ. Θεοτ. II 102.
Από το επίθ. ξεχωριστός. Η λ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 112) και 17. αι. (Αμάλθ. 10, 1979, 253, Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 116, κ.α.), στο Βλάχ. και σήμ.
1) Κατ’ ιδίαν, ιδιαίτερα, παράμερα: Για τούτο σ’ έκραξα εδεπά ξεχωριστά, ν’ αφήσεις| σε μια μερά τσι λογισμούς όλους, να μου γροικήσεις Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 89· εγύρισεν εις τους μαθητάς και ξεχωριστά τους είπε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ί́ 23. 2) α) Μεμονωμένα: ανεχώρησεν απεκεί με καράβι ξεχωριστά εις ένα έρημον τόπον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιδ́ 13· επήγαν εις ένα έρημον τόπον με καράβι ξεχωριστά Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ϛ́ 32· ανέβασέν τους εις ένα όρος υψηλόν ξεχωριστά μοναχούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. θ́ 2· β) (με επόμ. γεν. προσωπικής αντων.): Η Σάρα με τον Αβραάμ επήγεν κι ενεπάγη| κι ο βασιλεύς με λογισμόν ξεχωριστά του πάγει Χούμνου, Κοσμογ. 726. 3) Χωριστά ο καθένας ή το καθένα: εμείνασι του χρυσαφιού και τση πλουσότης δούλοι| και βαρεμένους λογισμούς κι έγνοιες επροκαλέσα| με χίλια πάθη και καημούς στο λογισμό ντως μέσα,| πάσα κιανείς για λόγου του ξεχωριστά κοπιώντας,| φυλάττοντας το πράμα ντου και των αλλών αρπώντας Πανώρ. Πρόλ. 37· ας σέρνουν άλλοι τα θεριά τ’ άγρια και μερωμένα| πάσ’ ένα τως ξεχωριστά, μ’ ολόχρουση καδένα Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 82. 4) α) Ιδίως, ιδιαιτέρως: Τώρα μια κοπανιά ʼμορφη να κάμω μου τυχαίνει| στους δυο τους, μα ξεχωριστά ’ς τούτην την ντροπιασμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1366]· πρέπει τους προεστώτας των εκκλησιαστικών, ήγουν τους ιερείς και αρχιερείς και εις όλας μεν τας ημέρας, αμή ξεχωριστά εις τες Κυριακές όλου του χρόνου, να διδάσκουσιν όλον τον κλήρον και τον λαόν τους λόγους της αρετής και της ευλαβείας Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 454· ξεχωριστά δε επαράγγειλε (ενν. ο Σελίμ) του Μουσταφά Μπασία, ότι, αν δεν τον κάμει να στέρξει, θέλει κόψει το κεφάλι του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 350· (με επόμ. γεν.): αφήνω αγάπη και συγχώρεσην ολωνών των ορθοδόξων χριστιανών και ξεχωριστά ολωνών εκεινών απού εις όλον τον καιρόν της ζωής μου με εβλάψασιν εις κανένα μόδον Διαθ. 17. αι. 318· Δεν είναι ... μεγαλύτερη κόλασις ουδέ φοβερότερη ... ωσάν του πόρνου και του κλέφτη, ξεχωριστάς του χωστού πόρνου και τση χωστής πόρνης· ετούτοι κολάζουνται περισσότερο Αποκ. Θεοτ. II 102· ξεχωριστά του λόγου μας τόσες και τετοιανής λογής χάριτες μας εχάρισες, οπού δεν ημπορούμεν να τες διηγηθούμεν Χριστ. διδασκ. 433· β) ιδιαιτέρως, περισσότερο: Ξεχωριστά αφεντάκης του παρ’ άλλο είχε διά το παιδί καημό μεγάλο Λεηλ. Παροικ. 453. 5) Επιπλέον: έχω καμπόσες βίζιτες κι αποδεκεί ασπετάρω| τορνέσα, και όσα σου χρειαστού, εγώ σε κοντεντάρω.| Και πάλι αλεύρι και τυρί ξεχωριστά και λάδι| και ό,τι άλλο έχω στο σπίτι μου πάντα θες έχει αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 343· Κι εις την γαστέρα είπε τους διά να τηνε γεμώσουν| αίμα από την καρδίαν μου να πιει να τησε δώσουν·| είπε τους και ξεχωριστά τα χέρια να μου πάρου,| διατί σαν μου τα κόψουνε θέλω διαβεί εις του Χάρου Ευγέν. 1323. 6) Τόσο περισσότερο, κυρίως: Για τούτο δεν ετύχαινε σ’ εμέ να κρύβεις τόσον| την αφορμήν της παίδας σου, για να μηδέν την γνώσω.| Ξεχωριστά γιατί ποτέ δε σου ʼτον μπορεμένον| τον πόνον σου τον άμετρον να μου κρατείς κρυμμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [337]· Μ’ ανίσως κι άλλοι την γροικούν (ενν. την αγάπη) και καίγονται για κείνη,| λογιάζω κι άσφαλτα κρατώ να την γροικά κι αυτείνη.| Ξεχωριστά γιατί το πως τηνε θωρώ αλλαμένη| στην όψη και στο λογισμό και στέκεται γνοιασμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1039]. Έκφρ. ξεχωριστά από, βλ. ά. από Ια.
παραβγαίνω,- Πικατ. 384.
Από το παρεκβαίνω (βλ. λ.). Η λ. σε έγγρ. του 17. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 99), του 18. αι. (Σιγάλας, Ελλην. 3, 1930, 81) και σήμ. με διαφορετική σημασ.
1) (Αμτβ.) βγαίνω λίγο έξω: ηθέλησε να παραβγεί, γιατ’ ήτον πρικαμένος,| κράζει τον Απολλώνιον εκείνην την ημέρα,| λέγει του ας πάμε ως εδώ να πάρω σαν αέρα Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [540]· Αβγά εγέννα δίκροκα (ενν. η όρνιθα), χοντρά παρά την φύσιν,| να παραβγεί την πόρτα της δεν ήθελε ν’ αφήσει (ενν. η χήρα) Γαδ. διήγ. (Pochert) 163 Β. 2) (Αμτβ., μτβ. και με εμπρόθ.) παρεκκλίνω ηθικά, παρανομώ, παραβαίνω, παραβιάζω: Η Εύα μού το ποίκε| κι ετάγισέ με εκ τον καρπόν· αυτείνη επαραβγήκε Πικατ. 503· Ακόμη παραβγαίνομεν και το η΄ κεφάλαιον της εν Καρθαγένῃ αγίας συνόδου Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 455· ηθέλησεν (ενν. ο Θεός) … να παραγγείλει των υιών του … ότι να μηδέν παρέβγουν από την παραγγελίαν αυτού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 355r.
περιτριγυρίζω,- Παράφρ. Χων. (v. Dieten) II 61, Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 458, Διγ. Άνδρ. 32716, 39114-15, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 161, Χριστ. διδασκ. 44, 467, Διγ. O 394 Μπερτολδίνος 94· περιτρογυρίζω, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 85v.
Από την πρόθ. περί και το τριγυρίζω. Η λ. στο Meursius και σήμ.· βλ. και LBG.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Περιβάλλω κ., περιφράσσω· (εδώ) οχυρώνω: θέλει κτισθεί η χώρα του Κυρίου, από τους πύργους του Αναμεήλ ως την πόρταν της γωνίας ... και θέλει περιτριγυρισθεί τριγύρου από διαλεγμένες πέτρες Χριστ. διδασκ. 118· (προκ. για φυσική οχύρωση): γύρωθεν δε (ενν. του φρουρίου) ομαλαί αι πέτραι και απίαστοι διά των χειρών. Περιτριγυρίζει δε ταύτας ο Αξιός ποταμός ο νυν Βαρδάριος λεγόμενος βαθύς και απάτητος Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 666, κριτ. υπ. 2) α) Περιβάλλω κάπ., περιστοιχίζω: Η κόρη από τον φόβον της εσκώθηκεν απάνω| και τρέχουσιν απάνω της όλες αι βάες τότε,| αρχοντοπούλες έρχονται, την περιτριγυρίζουν,| και διηγείται τ’ όνειρον το φοβερόν εκείνο Διγ. Z 224· (μεταφ.): Περιτριγυριζόμενος με τους πόνους του Άδου, αναγκάζετον με ταλαίπωρον και οικτρόν θάνατον να εξεψυχήσει Διαθ. Νίκωνος 260· β) περικυκλώνω: με επεριτριγυρίσασι πολλά σκυλία Χριστ. διδασκ. 87· Ας αφήσω τα πολλά λόγια και να σας ενθυμίσω εκείνο, οπού έγινεν τώρα γλήγορα εις το Μυλοκοπίδιν, ωσάν μας επεριτριγύρισαν οι Ρωμαίοι Διγ. Άνδρ. 33414‑15. 3) Περιφέρομαι, τριγυρίζω: ο πατριάρχης ... επαρακάλει την δέσποιναν Θεοτόκον και σηκώνει και την αγίαν της εικόνα και περιτριγυρίζει τα τείχια παρακαλώντας την χάριν της ... να μην δύνεται ... να σιμώσει κανείς πολέμιος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399· Αμή ωσάν επεριτριγυρίσασιν (ενν. όλοι) όλα τα όρη και τες στράτες και φαράγγια απορπάτηκτα, τον ευρίσκουσι μέσα εις ένα οργυάκι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14725. Β́ (Αμτβ.) α) Περιφέρομαι, τριγυρνάω: εις κάμπους και εις τα χωριά να περιτριγυρίζουν| και έως άνοιξιν καιρού πάλιν να πολεμίζουν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 697· ο δε νέος επεριτριγύριζεν εκεί κοντά και ερώτα ως τάχατες δεν ηξεύρει τίποτες και έλεγεν· «Τάχατες ετούτο είναι το εύμορφον οσπίτιον του στρατηγού ...» Διγ. Άνδρ. 3514· β) γυρίζω άσκοπα στους δρόμους: να μην κάθονται αργοί (ενν. οι ζητιάνοι) και έξω από την πρέπουσαν αυτών υπηρεσίαν, να περιτριγυρίζουν και να αργούν ματαίως Zygomalas, Synopsis 293 Υ 7. II. (Μέσ., αμτβ.) (μεταφ.) ετοιμάζομαι για μάχη, αρματώνομαι: ας καβαλλικεύσωμεν και ας περιτριγυρισθούμεν και ας υπάμεν εις τον τόπον εκείνον, οπού είδες το όνειρον Διγ. Άνδρ. 3309‑10· Εγώ ωσάν τον είδα ότι έπεσεν, ελάλησά τον και είπα τον· «Σηκώσου επάνω και μην πέφτεις. Διότις εγώ δεν θέλω να κείτεσαι και να σε κρούω. Αμή σηκώσου γλήγορα και περιτριγυρίσου αν θέλεις και έλα» Διγ. Άνδρ. 38228· Η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = που περιβάλλει, που περικυκλώνει κ.: Οι δε της πόλεως ταύτης κάτοικοι ... τον του κάστρου περιτριγυριζόμενον ποταμόν διαπεράσαντες ... ταις του βασιλέως συμπλέκονται τάξεσι τῃ ταχύτητι των ίππων θαρρούντες αυτών Παράφρ. Χων. (v. Dieten) I 59· διά το να είναι περιτριγυρισμένη (ενν. αύτη η χώρα) με την θάλασσαν … εστάθη και επολέμησε και δεν την επάτησαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 429.
πλέα (I),- επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. 15412, Φλώρ. 896, Σαχλ., Αφήγ. 465, Χρον. Τόκκων 1445, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 313, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 245, Θησ. Γ́ [328], Ριμ. κόρ. 765, Σκλέντζα, Ποιήμ. 153, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 21, Βεντράμ., Γυν. 118, 238, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r, 115v, Πορτολ. A 82, Αχέλ. 238, 1352, Πηγά, Χρυσοπ. 153 (13), 303 (3), 305 (1), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 393, Πανώρ. Γ́ 142, 358, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 596, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 37, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 218, 8514, Σταυριν. 1116, Ιστ. Βλαχ. 96, 540, 682, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3818, 4410, Λίμπον. 40, Προσκυν. Κουτλ. 390 14833, Ροδινός (Βαλ.) 136, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 51, κ.π.α.· πια, Κυπρ. ερωτ. 718 (ή ως επίθ.), 8710, 10013 (ή ως επίθ.), 10219, 1082, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 655, 9034· πιλιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]· πλεά (/πλεα), Σαχλ., Αφήγ. 642, Αχιλλ. L 212, Γεωργηλ., Θαν. 98, Βυζ. Ιλιάδ. 373, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12326, Σταυριν. 397, Διαθ. 17. αι. 9195· πλεία (ή γρ. πλία), Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) ΕΝ 169, Ε 353, ΑΕ 380 κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 65, Παλαμήδ., Βοηβ. 296, Σταυριν. 1158, Θρ. Μιχ. 154· πλια, Φαλιέρ., Ιστ.2 147, 698, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 271, Φαλιέρ., Ενύπν.2 24, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 146, 147, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5163, 5164, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 353, Πεντ. Γέν. IX 11, Πανώρ. Ά 121 δις, Β́ 7, Γ́ 150, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 248, 341, Β́ 68, Γ́ 188, Έ 41, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 39, Φαλλίδ. (Παναγ.) 171, Βοσκοπ.2 352, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 229, Β́ 365, 688, Γ́ 1210 τρις, Έ 36, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 114, 169, 274, 361, 650, 711, Στάθ. (Martini) Β́ 291, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 28 δις, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [512], Έ [1357], Λίμπον. 259, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 358, Γ́ 442, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 50, Β́ 36, Διγ. O 2244, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26010, κ.π.α.· πλιαν, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2130· πλιας, Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 4, 60.
Από πληθ. πλέα (του πλέον)· βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πλια. Ο τ. πια και σήμ. Ο τ. πλεα σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 540). Ο τ. πλεία στο Somav. (λ. πλεια) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πλέα). Ο τ. πλια στο Βλάχ. (πλεια, λ. πλέα) και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., (μ)πλια, όπου και τ. μπλια, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., κ.α.) και κοιν. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. πια, βλ. και Μπαμπιν., Λεξ., πια). Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ά 198, Β́ 294, στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 91, Κωστ., Λεξ. τσακων., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.).
1) α) Περισσότερο, πιο πολύ: σ’ έκαμεν (ενν. ο Θεός) εις όλους βασιλέα,| και χρεωστείς απ’ ολουνούς να τον φοβάσαι πλέα Ιστ. Βλαχ. 1386· Μοιάζ’ η Αρετούσα τ’ άρρωστου οπού πολλά τον κρίνει| κάηλα βαρά κι όλο διψά, πάντα ζητά να πίνει| κι όσο του δίδουν το νερό, πλια καίγεται και βράζει| και πλια πληθαίνει η δίψα του και πλια τονε πειράζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 3, 4· με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 508· Χωρίς γαρ φρόνησιν η δύναμις πλέα βλάβει παρ’ ωφελεί Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 112· να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 1411· β) παραπάνω, επιπλέον: όλα τα άρμενα από δεκατεσσάρων οργίων και απάνω, θέλει να έναι το φίλον των μακρύν ωσάν το αντενάλι και πλεία δύο ποδάρια Καραβ. 50211· γ) (εδώ προκ. για χρον. διάστημα· πβ. 3α): πέμπ’ ευθύς μαντάτα (ενν. ο Μιχάλης) (παραλ. 1 στ.) της ώρας που ’δούν την γραφήν να μην καρτερούν πλεία,| μόνον για να κινήσουσιν γοργά σ’ αυτόν να φτάσουν Παλαμήδ., Βοηβ. 932. 2) α) (Για το σχηματ. του συγκρ. βαθμού επιθ., μτχ. επιθ., επιρρ. ή (με το άρθρο) του υπερθ. βαθμού) πιο, περισσότερο: πια ’φκολον έν’ η θάλασσα να πήξει| παρά ’πού μέναν το λαμπρόν να λείψει Κυπρ. ερωτ. 357· Δεν βολεί, λέγει, να ευρεθεί πράγμα πλέα γλυκύ, πλέα θείον και πλια σεμνόν από την πατρίδα Ροδινός (Βαλ.) 159· βρέθησαν πάντες οι φονεμένοι| δύο χιλιάδες μετρητοί κι οι πλέα προκομμένοι Αχέλ. 717· Πια γλήγορα στη γη να ζήσει ψάρι| κι ο Έρωτας να χάσει το δοξάρι| κι η νύκτα δίχως άστρα και δροσούλα| παρά ν’ αφήσω τέτοια βοσκοπούλα Βοσκοπ.2 293· Χωρίς δε του βαπτίσματος, αν ήτον ο πλέα ευσεβής, δεν ημπορεί να λάβει της μακαρίας εκείνης ελπίδος τα αγαθά Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5322· (ακολουθούμενο από τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων.): μαθών πως ο άνω ειρημένος παιδαγωγός είναι από όλους ο πλέα του ηγαπημένος, τον κράζει ξεχωριστά και λέγει του ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4736· β) (με το συγκρ. βαθμό επιθ., επιρρ.· συν. με το άρθρο ως υπερθ.): Ποιος άλλος έχει ωσάν εσέ στρατιώτες αντρειωμένους (παραλ. 1 στ.); Ο πλια μικρότερος σ’ αυτούς ’ξάζει τον πλια μεγάλο,| ’ξάζει τον πλια καλύτερον απ’ το φουσσάτο τ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1455, 1456· με τον πλέα ευκολότερον μόδον τον κάνομεν πάλι τον υιόν σου να επιστρέψει απού την διδασκαλίαν εκεινού του πλάνου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8517· ημείς οι παραβάται των θείων εντολών είμεστεν οι πλέα δυστυχέστεροι και ταλαίπωροι άνθρωποι του κόσμου Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 452· τα πλούτη εις τους νέους πλια γρηγορύτερα είναι υπηρέτης των ηδονών παρά της αρετής Πηγά, Χρυσοπ. 305 (1)· γ) (με ουσ.· εδώ ισοδυναμεί με το «καλύτερος», «ικανότερος», «μεγαλύτερος», βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 231· βλ. και πλέα (II), πλέον (II) 1β): Θέλεις να δεις στον ζαριστήν έναν καλόν σημάδιν; Οπὄναι πλέα μάστορας, έναιν και πλεά ρημάδιν Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 169. 3) α) Πια, στο εξής, από εδώ κι εμπρός: τρέχαν και πιλαλούσι,| και πλέα δεν ακαρτερούν σ’ εμάς ν’ αντισταθούσι Αλεξ.2 1650· στην Πόλιν έδραμαν, στον μέγα βασιλέα,| διά να ’χουσι το σκέπος του, να μην φοβούνται πλέα Κορων., Μπούας 6· να μη κραχτεί πλια το όνομά σου Αβράμ και να είναι το όνομά σου Αβραάμ, ότι πατέρα μάζωμα εθνών έδωκά σε Πεντ. Γέν. XVII 5· (με τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων. ενδεχομ. για έμφαση ή/και δήλωση προσωπικής συμμετοχής): η Κορίσκη πονηρή, δεν με θωρεί πιλιά της| τόσ’ αχαμνόν κι αδύναμον αγαφτικόν κοντά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1286]· Πόθε σκληρέ, άπον’ έρωτα, κι είντα ανιμένω πλια μου,| λειψός εκ την αγάπη μου, γδυμνός εκ τη φιλιά μου; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 525· (κυρίως για να υποδηλώσει κ. οριστικό και τελεσίδικο): Ήπρεπέ σου πρωτύτερα αυτά δα να λογιάζεις,| μα τώρα δεν είν’ πλια καιρός αυτά να λογαριάζεις Αλφ. 1126· β) επιτέλους: Τριπλόν πάθος σε τούτα που διαβάζω| αν έχω θάρρος θέλω να παθιάσω·| και αν έν’ και πια να βγω ’χ τα πάθη ολπίζω,| όμως πλάσιν για σεν δεν απολπίζω Κυπρ. ερωτ. 707· Πιάσ’ την κακόμοιρε δειλέ, τι ακαρτερείς πιλιά σου,| λογιάζεις νά ’ρθει μοναχή, νά μπει στην αγκαλιά σου; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]. 4) Πρωτύτερα, πιο μπροστά: εκείνο που δεν ήξευρα μηδ’ άκουσά το πλέα,| πως είναι του Θρασύμαχου παιδί του βασιλέα,| μου ’πε, το ποιο πρωτύτερας αν ήθελα γροικήσει,| τόσα περίσσα και πολλά δεν ήθελα μανίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 347. Εκφρ. 1) Το πλέα = το περισσότερο, το πολύ πολύ: Τα εξάρτια ενός καταρτίου οργίες δεκάξι ήμισυ, το πλέα έως δεκαπτά Καραβ. 49910. 2) α) Πλια (...) παρ’ άλλη/ο (πβ. πλέα (ΙΙ), Έκφρ. 1) = περισσότερο από κάθε άλλη/ο ή πιο ... (= συγκρ.) από κάθε άλλη/ο: τούτο με παρηγορά στον κόσμο πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 180· σ’ αγαπά εσένα πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 930· έδειξε τούτη η φορεσά όμορφη πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 510· β) πλια παρά φοράν άλλη / πλια παρά ποτέ = περισσότερο από κάθε άλλη φορά: απόψε πλια παρά φοράν άλλη είχε με σηκώσει| το πρικαμένον όνειρο που είδα πριν ξημερώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 535· τώρα πλια παρά ποτέ λέγω και τω δυονώ σας,| τούτους τσι δυο να πάρετε, στην ψη μου, για καλλιό σας Πανώρ. Δ́ 75. 3) α) Όσο (πλια) ... πλια τόσο/((ε)τόσο(ν)) πλια ή πλέο(ν) = όσο (περισσότερο) ... τόσο περισσότερο: όσο τση φεύγει τση φωτιάς πλια τόσο τση σιμώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 487· Όσο πλια λες κι είναι βαρύ ετούτο το μαντάτο,| ετόσο πλια τα λογικά μού βάνεις άνω κάτω| κι ετόσο πλια αυτή η καρδιά με ξεκινά και θέλει| να μάθω τι ’ναι το βαρύ κακόν οπού μας μέλλει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 149‑51· απ’ άθρωπο σταλαρισμό μηδεποσώς δεν έχει,| αμ’ όσο πλια ’μποδίζεται, πλια θυμωμένος τρέχει Πανώρ. Γ́ 404· όσο πλια το νικημένο αξίζει,| τόσον ο νικητής πλέο τιμάται Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ́ [89]· β) όσο ... τόσο και πλια = όσο ... τόσο και περισσότερο: όσο και δυναμώνουσι, τόσο και πλια δριμώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1795· γ) όσο πλια ... τόσο και πλιότερα = όσο περισσότερο ... τόσο και περισσότερο: όσο πλια η Μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,| τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τονε γκρεμνίζει Ερωτόκρ. Δ́ 609. — Βλ. και πλέα (II), πλέον (I), (II), πλέος.
πολυλογώ,- Καλλίμ. 341, 821, 2336, Ερμον. Ε 53, Λ 271, Φλώρ. 1235, Λίβ. Sc. 2132, 2658, Λίβ. Esc. 3645, 4107, Λίβ. N 3095, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1268, Φαλιέρ., Ιστ.2 591 κριτ. υπ., Διήγ. Βελ. χ 250, Παρασπ., Βάρν. C 317, Διήγ. Βελ. N2 270, Βυζ. Ιλιάδ. 934, Πτωχολ. α 853, Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 450, Κατζ. Έ 381, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 47, Ιστ. Βλαχ. 2665, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 611, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ 67V, Μαρκάδ. Πρόλ. 30, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 40315.
Το μτγν. πολυλογώ (L‑S). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Ά (Μτβ.) αναφέρομαι σε, περιγράφω κ. με πολλά λόγια: Αλλ’ ίνα τι πολυλογώ τα περισσά του κήπου;| Τι τας τοσαύτας χάριτας κατά λεπτόν μη γράψαι; Καλλίμ. 289· Αλλά και τι πολυλογώ και τα περί την πόσιν; Καλλίμ. 405· (πλεοναστικά με αντικ. λ. όπως αφήγησις, υπόθεσις): Πλατύνω την αφήγησιν, πολλά πολυλογώ την,| αφήνω τα στιχήματα της κόρης παρά μίαν Λίβ. Sc. 2935· Πλατύνω την υπόθεσιν πολλά πολυλογώ την Λίβ. P 2582· (πλεοναστικά με σύστ. αντικ. το επίθ. πολλά): Τι τα πολλά πολυλογώ και λόγους περιπλέκω,| και τόσο την αφήγησιν του λόγου μου πλατύνω; Λίβ. N 2945. Β́ (Αμτβ.) εκφέρω πολλά και συν. περιττά λόγια, μιλάω πολύ, φλυαρώ: Τι θέλω να πολυλογώ και να πλατύνω λόγον;| Ανάγνωσε την ιστορίαν και θέλεις μάθειν όλα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 518· Αλλά και τι πολυλογώ; Παρήλθεν η ημέρα,| ήλθεν η νυξ, επέδραμεν, επλάτυνεν το σκότος Καλλίμ. 2228· και περί μεν της παιδεύσεως, ουδέν πρέπει να χασοημερούμεν πολυλογούντες Σοφιαν., Παιδαγ. 110· (με άρν. σε τελική πρόταση, ως διαβεβαίωση του ομιλητή για σύντομο λόγο· η χρήση και σήμ.): και ίνα μη πολυλογώ, ούτως αποφασίζω Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 227· Και διά να μην πολυλογώ, πάγω εις άλλην χώρα·| κι ο Ρήγας έρχεται εδεπά, που δεν περνάει ώρα Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 157· Τέλος πάντων, διά να μην πολυλογώ, εχώρισεν αυτήν νομίμως και έλαβεν άλλην γυναίκα νόμιμην Συναδ., Χρον.-Διδαχ.φ 36r· (προκ. για ζώα): κι όσες παπίτσες κι όρνιθες, χηνάρια κι αν βρεθούσι,| όλα σκοτώνω, πνίγω τα, να μην πολυλογούσι Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 216· Ακούεις, λέων βασιλεύ, ακούτε μεγιστάνοι,| τα ζώα ... | πώς επολυλογήσασιν, πώς εμακρολογήσαν| και υπερεκαυχίσθησαν και πέραν του μετρίου; Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 552. — Βλ. και πολλολογώ.
πολυχρονισμός- ο.
Από το πολυχρονίζω και την κατάλ. ‑ισμός. Λ. πολυχρόνισμα στο Meursius (λ. πολυχρόνιον) και σήμ. Η λ. στο LBG και σήμ. εκκλ.
Απαγγελία εκκλησιαστικής δέησης για μακροημέρευση (συν. βασιλιάδων): δικαίως ημείς οι παραβάται τούτων οι αρχιερείς ... είμεστεν άξιοι να μας κλαίουν και να μας μοιρολογούσιν ως αθλίους και ταλαιπώρους, και όχι να μας επαινούσι και να μας μακαρίζουν ή να μας μνημονεύουν με τους πολυχρονισμούς Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 457. — Βλ. και πολυχρόνιον.
προκόπτω,- Σπαν. A 175, Σπαν. P 108, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 188, Γλυκά, Στ. 204, 367, Λόγ. παρηγ. L 283, Gesprächb. 1162736‑7, Διγ. Άνδρ. 34732, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1643‑4, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 143, Διήγ. πανωφ. 55, Λίμπον. 104, 191, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 100, Ροδινός (Βαλ.) 124, 150, 169· προκόβγω, Κυπρ. ερωτ. 14118, Διγ. O 431, 433· προκόβω, Πορτολ. A XIII5· προκόπτω — προκόβγω — προκόβω — προκόφτω, Χρον. Μορ. H 616, 1350, 1355, Χρον. Μορ. P 616, 1350, 1355, Βησσ., Επιστ. 2510, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 70, Αλεξ.2 1912, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2142, 2171, 2534, Βεντράμ., Φιλ. 370, Δεφ., Σωσ. 11, Τριβ., Ρε 24, 166, Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 455, Αχέλ. 294, 505, κ.α., Άλ. Κύπρ. 935, Πιστ. βοσκ. I 5, 227, V 1, 7, Ιστ. Βλαχ. 2038, 2194, Διγ. Άνδρ. 3244, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 236, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [973], Έ [3], Φορτουν. Πρόλ. (Vinc.) 20, Λεηλ. Παροικ. 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28616, 48522· προκόφτω, Σοφιαν., Γραμμ. 85, Σοφιαν., Παιδαγ. 100· μτχ. παρκ. επροκομμένος, Βεντράμ., Φιλ. 370.
Το αρχ. προκόπτω. Ο τ. προκόβγω στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. προκόβω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 57, λ. προκόβγει). Τ. προκόβκω σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.). Ο τ. προκόφτω στο Βλάχ. (λ. προκόβγω) και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ., λ. προκόβω). Ο τ. προκόβω και σήμ.
Ά Μτβ. 1) (Προκ. για υλικά αγαθά) αυξάνω, πολλαπλασιάζω· προάγω: Υιέ μου, αν έχεις δουλευτήν ...| και συνεργεί εις το καλόν, προκόπτει το ιδικόν σου,| αγάπα τον και τίμα τον Σπαν. (Μαυρ.) P 255· Εάν ου μη βάλεις άνθρωπον ... (παραλ. 1 στ.) να έχει έννοιαν και σκοπόν τον τόπον να προκόβει,| ... χάνεις το πριγκιπάτο Χρον. Μορ. H 8561· (μεταφ.): σ’ αγαπώ (ενν. Θεέ), πρόκοψε την αγάπην μου Σοφιαν., Γραμμ. (Legr. Préface) 23. 2) (Προκ. για άνθρωπο) συντελώ στην πρόοδο, στην ευημερία κάπ.: όπου και αν αφέντεψεν ο δούκαν ο αφέντης,| ετίμησεν, επρόκοψεν τους άρχοντες του τόπου Χρον. Τόκκων 1384· εάν οι πατέρες θέλουσι να παιδεύσουν και να προκόψουν καλά τα παιδία τους, ας διώξουσι τα μυσαρά ... γεννήματα των τοιούτων ανθρώπων Σοφιαν., Παιδαγ. 121· (ειρων.): μαθητήν δεν είχα| να τον προκόψω σαν εμέ και να τον ευλογήσω,| να μη χορταίνει το κρασί Κρασοπ. (Eideneier) S 135. 3) Καταφέρνω, πετυχαίνω (να κάνω κ.): λογάριασε πόσους χρόνους ... οι νέοι κάθοντ’ επί τα σχολεία ..., και οι περισσότεροι γενειάζουν ... και ακόμη καν να καλαναρχούν ή να διαβάζουν καλά δεν προκόφτουν Σοφιαν., Γραμμ. 85· Μ’ αν επροκόβασι κι αυτοί (ενν. ο Γύπαρης και ο Αλέξης) ν’ αλλάξουσι δαμάκι,| τις κορασές δειν ήθελες να πιούσινε φαρμάκι Πανώρ.2 Ά 443 κριτ. υπ. Β́ Αμτβ. 1) α) Πηγαίνω μπροστά· προοδεύω, ευδοκιμώ σε κ.: και πρόκοπτα εις την παίδευσιν, ώστε όπου εμεγαλώθην Σαχλ., Αφήγ. 36· εις τους πολέμους επρόκοπτε (ενν. ο άγιος Νικόλαος) ... και πολλάς ανδραγαθίας ετέλεσε Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16114· καθώς προαιρείται καθαείς ... προκόπτει εις τας αρετάς της αληθινής φιλοσοφίας Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 702· β) προοδεύω, ευημερώ: Αλεξάνδρειαν την πόλιν ... θέλω θάλλειν και προκόπτειν μέχρι της συντελείας του αιώνος Διαθ. Αλ. 2557· αφόντις άρχισε το σχίσμα ... ούτε η Βασιλεία, ούτε η Εκκλησία ... επρόκοψαν ολίγον τίποτις Ροδινός (Βαλ.) 149· (σε μεταφ.): ημάς είναι το ελάττωμα και της ημετέρας ασθενείας, η οποία με το να είναι τόσους κόπους και τόσες φροντίδες ... παίρνει αν τύχει πρόφασιν και δεν προκόπτει Πηγά, Χρυσοπ. 341 (6). 2) (Προκ. για καλλιέργειες) αναπτύσσομαι· αποδίδω: έβρεξαν ... την ρίζαν οπού ήθελαν να φυτεύσουν με κοπρίαν βοδίου και κατά πολλά επρόκοψεν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 154. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = α) Εργατικός, δραστήριος· ικανός: Πλάτωνα, ...| ... της φιλοσοφίας δάσκαλε προκομμένε Συναξ. γυν. 455· εις το κοντάρι και σπαθί περίσσια προκομμένος Διγ. O 230· απόσταν βρέθηκα ’ς τούτο τον τόπο ξένος,| στ’ αφέντη μου τη δούλεψη πάντα ’μου προκομμένος Φορτουν. (Vinc.) Ά 343· β) πετυχημένος· νοικοκύρης: ο πολύς οίνος ... και ανθρώπους μεγάλους προκομμένους απώλεσεν Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 71· γ) (προκ. για καλλιέργειες) αποδοτικός: Χωράφια που ’χανε δεντρά κι έχουν τα κουκλωμένα,| εκείνα δεν καρποφορούν, μηδ’ είναι προκομμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 58024. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = άνθρωπος φιλόπονος και ικανός: τους προκομμένους αγαπά, βάνει τους στο τραπέζι,| στέκει και αφοκράζεται Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 51· Τσι φρόνιμους το ριζικό κι όλους τσι προκομμένους| πάντα χαιράμενους κρατεί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 377.
σκόνταμμα- το, Σπαν. O 258, Βουστρ. Μεταφρ. 257.
Από το σκοντάπτω και την κατάλ. ‑μα. Η λ. στο Βλάχ. (σκόνταμα) και σήμ.
1) Η ενέργεια του σκοντάφτω, πρόσκρουση σε εμπόδιο κατά το βάδισμα: Για δε θυμάσαι, αφέντρα μου, τα παραδάρματά μου,| της νύκτας τον παρεδαρμόν και τα σκοντάμματά μου ...; Ch. pop. 316· (σε μεταφ.): Άσφαλτα δίχως σκόνταμμα ήριχνε κάθε ζάλο| και πάντα με τη φρόνεψην ήδειχνεν ένα γι’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1323. 2) (Μεταφ.) α) εμπόδιο, πρόσκομμα: Αλίμονον, την ιεροσύνην πουλούμεν με τα αργύρια, τον λαόν δεν διδάσκομεν, γινόμεσθεν εξόμπλι της κακίας εις τον λαόν ..., είμεστεν πρόσκομμα και σκόνταμμα των ανθρώπων να σκοντάφτουν οι άνθρωποι από ημάς και να σκανδαλίζονται Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 451· τ’ άδικο εθεμέλιωσε κι η δικιοσύνη φεύγει| κι η τύχη χωρίς σκόνταμμα στο Κάστρο βασιλεύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 43110· έκφρ. πέτρα σκοντάμματος = ηθικό εμπόδιο, αιτία ηθικής διαμάχης (πβ. ΚΔ, Παύλ. Ρωμ. 9, 33): Να οπού βάνω εις την Σιών πέτραν σκοντάμματος και πέτραν σκανδάλου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. θ́ 33· β) δυσκολία· παγίδα: αυτείνη (ενν. η Παρθένος Μαρία) αμποδίζει και τον εχθρόν να μην μας καταπίει μονοτάρου, διά τούτο εις την σκοτεινήν νύκταν της ζωής ετουνής απού είμεσθεν, ας περιπατούμεν με το φως το εδικόν της ..., οδιά να ημπορέσομεν να περάσομεν τα σκοντάμματα του κόσμου ετουνού να φτάξομεν εις την ειρηνικήν κατοικίαν την αιώνιον Μορεζ., Κλίνη φ. 493r.
σκοντάπτω,- Μορεζ., Κλίνη φ. 22v, 107v, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. δ́ 6, Λουκ. δ́ 11· ασκοντάπτω ή ασκοντάφτω, Βεν. 5, Αλεξ.2 375, Δεφ., Λόγ. 269· σκοντάβγω, Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 26621, Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 155, 200, 210· σκοντάβ(γ)ω ή σκοντάπτω ή σκοντάφτω, Προδρ. (Eideneier)2 Ά́ 168, Σπανός (Eideneier) D 1763, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 635, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 141, 182, Σκλέντζα, Ποιήμ. 176, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 28v, 76r‑v, 76v, 189v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [938], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 294, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 233· σκοντάβω, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1787, 8, Χίκα, Μονωδ. 180· σκοντάφνω, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. γ́ 14· σκοντάφτω, Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 451, Πιστ. βοσκ. II 2, 68, III 5, 79, V 6, 3, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 128, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 101· σκοντέβω, Πεντ. Δευτ. XXXII 35, Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 2283· σκουντάβω ή σκουντάφτω, Πεντ. Λευιτ. XXVI 37.
Από το κονδάπτω (6. αι., L‑S Κων/νίδη Συμπλ., πιθ. <ουσ. κονδός και το άπτω· βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. σκοντάφτω, Κοραή, Άτ. Δ́ 513, Άμ., Γλωσσ. μελετ. 241 και Παντ., B-NJ 6, 1927/28, 416). Ο τ. ασκοντάφτω και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β́). Ο τ. σκοντάβγω και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σκοντάβjω-βγω, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, λ. σκοντάβgω). Ο τ. σκοντάβω στο Βλάχ. (σκονταύω, λ. σκονταίφνω), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Έ́ 1047 και σήμ. λαϊκ. Ο τ. σκοντάφνω στο Βλάχ. (ό.π.) και σήμ. στην Κρήτη (Χαραλαμπάκης, Προμηθεύς Πυρφόρος 25, 1981, 269 και Αναγνωστοπούλου, Αθ. 38, 1926, 173). Ο τ. σκοντάφτω στο Du Cange (σκοντάφτειν, λ. σκοντάπτειν) και σήμ. Τ. σκοντέφνω στο Βλάχ. (ό.π.) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 196, λ. σκοdέφνω). Η λ. στο Meursius (λ. σκοντάπτειν).
1) α) Βαδίζοντας προσκρούω σε κάπ. εμπόδιο, σκοντάφτω: Όποιος περιπατεί την ημέραν δεν σκοντάπτει ‑ότι βλέπει το φως του κόσμου ετούτου· αμή όποιος περιπατεί την νύκτα σκοντάπτει ‑ότι δεν έχει το φως εις του λόγου του Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. ια΄ 9, 10· Ετρέχασι τα άλογα εκείνα του καθένος,| του Νικολάου σκόνταψε κι έμεινε νεκρωμένος,| διότις τον επλάκωσε η σέλα κι εσκοτώθη Αλεξ.2 350· έβαλεν εις την μέσην του λουτρού μίαν πέτραν, και όποιος έμπαινεν και έβγαινεν εσκόνταβγεν Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 26620· (σε παρομοίωση): περιπατούσιν εις την σκοτεινάγρα και σκοντάφνουσιν ωσάν μεθυσμένοι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11015‑6· Σαν ο τυφλός οπού ποτέ στράτα καλή δε βρίσκει,| σκοντάφτει, πεδουκλώνεται και πέφτει και βαρίσκει … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1536· (σε κατάρα): Έρχεται ο συμπέθερος αυτού να τον ευχισθεί και είπεν· αυτού σκοντάψεις και εδώ να πέσεις Σπανός (Eideneier) A 512-13· β) (μτβ., με αντικ. το ουσ. πόδας) χτυπώ, τραυματίζω (το πόδι μου): απ’ τη βια μου| εισέ μια πέτρα εσκόνταψα τον πόδα μου, και βγαίνει| το ανύχι του δαχτύλου μου, και ωσάν αποθαμένη| επόμεινα απ’ τον πόνο μου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 691. 2) (Μεταφ.) α) συναντώ εμπόδιο στην πορεία μου και σταματώ: έτυχε και συνέβηκεν απέθανεν ο Σπάτας,| ο δυνατός, ο θαυμαστός, το φούμος του Αλβάνι.| Και παρευθύς εσκόνταψεν το γένος των Σπαταίων·| αχάμνισαν, εξέπεσαν και ήλθαν παρακάτω Χρον. Τόκκων 177· Ποια χέρα γρηγορότρεχη, με δίχως να σκοντάψει,| να δηγηθεί τα βάσανα του Χάντακος, να γράψει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2316· β) πέφτω πάνω σε κάπ., συναντώ τυχαία: Μα ’δώ θωρώ μιαν κορασιά ... (παραλ. 1 στ.). Ω οϊμέ κακά π’ ασκόνταψα σήμερο, τούτ’ είν’ εκείνη| που με παιδεύει το συχνό και πείραξιν μου δίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [457]· γ) πέφτω σε ηθικό παράπτωμα, σφάλλω ηθικά: εκείνοι οπού είναι αγράμματοι και υπάρχουν ιδιώτες| αναγελούν τον φρόνιμον, όντα μικρά σκοντάψει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1170· αν σε αγαπάει (ενν. η γυναίκα), βλέπεται ποτέ να μη σου σφάλλει| και αν ασκοντάψει μιαν φοράν, προσέχεται την άλλην Δεφ., Λόγ. 310. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = που έχει περιπέσει σε ηθικά παραπτώματα, παραστρατημένος, αμαρτωλός: ο μέγας Κωνσταντίνος ο βασιλεύς είχεν έναν του εφημέριον πνευματικόν του και μίαν των ημερών τον εβλέπει οπού έκαμεν την αμαρτίαν … και μετά τρεις ημέρες ελειτούργησεν ο σκονταμμένος εκείνος ο εφημέριος Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 93v· (εδώ ως ουσ.): Και δεν έκαμε έξι μήνες αφόντις έφυγεν, και η γυναίκα του έκοψεν καπίνι τον μαθητήν της και τον επήρεν άνδρα. Βλέπεις, ω αδελφέ μου, τι έκαμεν αυτή η χριστιανή; Δεν την έσωνεν οπού ήτον επτωχή ..., αμή να κάμει αυτήν την παρανομίαν οπού τινάς δεν το έκαμεν αυτό, ούτε ασεβής. Τι εκέρδαισεν η σκονταμμένη και σωματικά επτωχή και ψυχικά χαμένη; Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 75v.
στερεύω (ΙΙ),- Λίβ. Esc. 3347, Μαχ. 21613, Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 112, Χούμνου, Κοσμογ. 1924, Σκλέντζα, Ποιήμ. 47, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 489, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4645, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 546, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1578, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [61], Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 456, Θρ. Κύπρ. Μ 511, 547, Zygomalas, Synopsis 161 Γ 47, 173 Ε 6, Πηγά, Χρυσοπ. 225 (48), Μορεζ., Κλίνη φ. 2v, Ιστ. Βαρλαάμ 182, Κυπρ. ερωτ. 8637, 1313, 1454, Σταυριν. 1141, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9118, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 794, Δ́ 184, Διγ. Ο 711, 1888, 2206, 3055, κ.α.· στερεύγω, Ασσίζ. 42723, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 170, Δευτ. Παρουσ. 289, 290, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 90, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 265, 676, 683, Πηγά, Χρυσοπ. 185 (42), 300 (4), Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3136, 1254, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 855, 861, Γ́ 21, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 436, Διγ. Ο 778, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20822, 56823, 57020, Τζάνε, Κατάν. 503· στιρεύγω, Ερωτοπ. 434, 547, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 170 κριτ. υπ.· στιρεύω, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Α 1023· υποτ. αορ. (να) στερέσω, Ασσίζ. 2885.
Από το στερώ με μεταπλ. κατά τα ρ. σε ‑εύω (ΛΚΝ, λ. στερεύω2,‑ομαι). Ο τ. στερεύγω στο Meursius (λ. στερεύγειν). Η λ. στο Meursius (λ. στερεύειν), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 587, Θυ. Έ́ 149, Κλ. Γ́ 47 και σήμ. λαϊκ. (ΛΚΝ, ό.π.).
I. Ενεργ. α) Αφαιρώ, στερώ κ. ή κάπ. (από κάπ. άλλο): Αυτού λέγει το δίκαιον διά εκείνον τον βίον τόν παραδίδουν να το πάρου απάνω της θαλάσσου, και γίνεται ότι οι κουρσάροι στερεύγου τον πάντα όσα εβάσταν και δικά του και αλλότρια Ασσίζ. 29812· Σε τούτο δεν πρέπει τινάς την τύχην να πιστεύει·| όσα δίδει πολλές φορές ’ς μιαν ώραν τα στερεύει Παλαμήδ., Βοηβ. 974· Ω αμιρά, πρωτοαμιρά, και σκύλε της Συρίας·| το αδέλφιν μας τό έρπαξες, μηδέν μας το στερέψεις.| Ή δείξε μας το αδέλφι μας ή κόπτομεν κι εσέναν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 130· β) εμποδίζω, αποκλείω κάπ. από κ., αρνούμαι σε κάπ. κ.: τέτοιας λογής επολέμα (ενν. ο Φώτιος) ώστε οπού όχι μόνον να τον στερέψει (ενν. τον Ιγνάτιον) από τον θρόνον, αμή ακόμη να πάρει και την ζωήν του, αν ήθελεν είσται βολετόν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 788· εστερέψες μου το δεισ σου| με σκλερόν μαντίν τακένον Κυπρ. ερωτ. 1247· (προκ. για συναίσθημα): Ετύφλωσές με, κόρη μου, επήρες μου το φως μου,| εστέρεψές μου την χαρά ετουτουνού του κόσμου Διγ. O 1884· γ) ζημιώνω κάπ.: Διατί δεν προκρίνετε μάλλον να υπομένετε την ζημίαν; Αλλά εσείς αδικείτε και στερεύετε τους άλλους, και τούτο το κάμνετε εις τους αδελφούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά́ Ϛ́ 8. IΙ. Μέσ. α) Μου λείπει κ., στερούμαι κ. ή κάπ.: Τούς εις τον Άδην έχετε από καιρόν θαμμένους,| τον ουρανόν στερεύγουνται, τον ήλιον ου θωρούσιν,| το χώμαν έχουν σάβανον, την γην στολήν φορούσιν Απόκοπ.2 489· Αυτήν την αρρωστίαν είχεν ο Λέων, διά της οποίας εστερεύτηκε κάθα λογής φαητόν απού τα πλούσια και καλά φαητά της Κωνσταντίνου πόλεως Μορεζ., Κλίνη φ. 105r· διά να μην στερεύγεται η άλλη θλιμμένη αδελφή Μαρία τον Χριστόν, τρέχει (ενν. η Μάρθα) και λέγει της κρυφά ότι: «Μαρία, ήρθεν ο διδάσκαλος και σε κράζει» Πηγά, Χρυσοπ. 152 (9)· β) αποχωρίζομαι: Ίδα μου ευγενικότατη, που ’σαι συνηθισμένη| από χαιράμενους βοσκούς να ’σαι κατοικημένη,| σήμερο θα σε στερευτώ κι εις τόπο θε να πάω| όπου νερό δε βρίσκεται, ουδέ ψωμί να φάω Πανώρ.2 Ά́ 15· γ) χάνω: διατί όλοι ήμαρτον και στερεύουνται την δόξαν του Θεού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. γ́ 23· Μοναχοί γινόμενοι, πατέρες ή παίδες, δεν στερεύονται της κληρονομίας διά αιτίαν που έγινε προτού να κουρευθώσι και να γένωσι τέλειοι καλόγηροι Zygomalas, Synopsis 228 Μ 2· φρ. στερεύομαι τη(ν) ζωήν = «χάνω τη ζωή μου», σκοτώνομαι: οι πέτρες τσ’ εσκοτώσανε (ενν. τα παλληκάρια), γιατ’ ήτον στην τριντζέρα,| κι εστερευτήκα τη ζωήν εκείνη την ημέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21725· Ανίσως και ο Νεόφυτος … δεν θελήσει να αλλάξει την γνώμην του …, ας στερευθεί βιαστικώς με σπαθιά και θηρία αυτήν την γλυκιάν ζωήν Ροδινός (Βαλ.) 231. — Βλ. και στερίζω, στερώ.
συνέδριον- το, Διήγ. παιδ. (Eineneier) 187, 195, 266, 658, 829, 831, 933.
Το αρχ. ουσ. συνέδριον. Η λ. και σήμ. στον τ. συνέδριο.
1) Συνέλευση, σύνοδος: μηδέ ωσάν τους Μεγαρείς δεν είμεστεν (ενν. οι αρχιερείς), οι οποίοι ήταν καταφρονημένοι από όλους τους Αθηναίους και δεν τους εδέχουνταν εις το συνέδριον μηδέ διά λογαριασμόν μηδέ διά μέτρημα Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 447. 2) Συμβούλιο· α) (εδώ) το συμβούλιο της εβραϊκής συναγωγής, το οποίο είχε και δικαστική αρμοδιότητα στα μέλη της κοινότητας: Πάντες οι δούλοι και γνωστοί της γυναικός ηττούντο·| άγεται προς συνέδριον και κρίσιν πρεσβυτέρων.| Ήλθον οι ψευδομάρτυρες, Χριστέ, της αντοχής σου!| Είπον τα τούτοις δόξαντα κακά κατά Σωσάννης Σωσ. 40· β) (συνεκδ.) το σύνολο των ανθρώπων που συμμετέχουν σε συμβούλιο, οι σύνεδροι: Εκάθισεν ο βασιλεύς λέων επί του θρόνου,|πλησίον οι συγκάθεδροι και πάσα η βουλή του,| ομού και οι προάγοντες και οι ακολουθούντες,| και όλον το συνέδριον και πάσα γερουσία Διήγ. παιδ. (Eideneier) 111· (εδώ με αρνητ. σημασ.): Και όσοι περάσουν την πλατεάν εις κόλασιν παγαίνουν| και σκότος το αιώνιον, και πλέο τους δεν εβγαίνουν,| διότι εκεί κολάζονται μετά του διαβόλου| και των αγγέλων των αυτού και συνεδρίου όλου Πένθ. θαν.2 588. 3) Ο τόπος όπου γίνεται η συνέλευση ενός συμβουλίου: Η αίγα δε ως ήκουσεν, ομοίως και ο τράγος,| του χοίρου προς το πρόβατον τοιαύτα φθεγγομένου,| εξήλθον και εστάθησαν μέσον του συνεδρίου,| οι δύο ομοθυμαδόν να πουν και να λαλήσουν Διήγ. παιδ. (Eideneier) 455· Ταύτα ειπόντος του λαγού εντράπη η αλώπηξ,| εξέβη και εστάθηκεν έξω του συνεδρίου Διήγ. παιδ. (Eideneier) 315.
συνεικάζω,- Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 451, Πηγά, Χρυσοπ. 234 (10).
Το μτγν. συνεικάζω. Η λ. στο ΑΛΝΕ και σήμ. ιδιωμ., όπου και άλλοι τ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. συνεικάζου, κ.α.).
1) α) Συμπεραίνω, υποθέτω: Βλέπω παντός από χρυσού το κάστρον με μαργάρων| και λίθων πολυτέλειαν πολλών συσκευασμένον,| όφεις μεγάλοι και φρικτοί και παρά φύσιν πράγμα| άγρυπνοι να φυλάσσουσιν το κάστρον να προσέχουν·| και συνεικάζω κατά νουν, απάντων τούτων ένι| άρχων, αυθέντης, βασιλεύς ανθρωποφάγος δράκων Καλλίμ. 220· β) θεωρώ: αν λογιάσεις την προκοπήν μας και την αξιότητα, θέλεις γνωρίσει πως μηδέ ωσάν τους Μεγαρείς δεν είμεστεν, οι οποίοι ήταν καταφρονημένοι από όλους τους Αθηναίους ... Τοιούτους μας θέλεις συνεικάσει και ημάς, άγιε καθηγούμενε Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 447. 2) Αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: το σανιδοκράβατον αψάμενος της κλίνης| ολίγον συνετάραξεν (ενν. το παιδόπουλον) άπαξ και δις και τρίτον.| Ο γαρ (ενν. ο άναξ) ...| και προς βυθόν τον λογισμόν έχων υπό φροντίδων,| ευκόλως ου συνείκασεν το τάραγμαν της κλίνης Καλλίμ. 1103· ουδένας απ’ αυτούς εσυνείκασε τον λόγον. Εγώ λοιπόν, ως είδα ότι είναι αμαθείς, δεν άνοιξα να έμπουν μέσα, μόνον ετούτον, οπού εσυνείκασε τον λόγον και απολογήθηκε σοφικά Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 23127, 29.
σφάλαξ ‑κας- ο, Ιατροσ. 2627, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 329.
Το μτγν. ουσ. σφάλαξ ή σπάλαξ. Τ. ασπάλαξ ήδη στον Αριστοτέλη. Θηλ. σφάλαξ η τον 6.-7. αι. (LBG). Η λ. σφάλακας και σήμ. ιδιωμ. (Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., Σπίντιος, Δαρνακ. γλωσσ.).
Ο τυφλοπόντικας: περί του ζώου οπού λέγεται σφάλακας, το οποίον είναι τυφλόν από γεννήσεως αυτού ... Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 458.
ταιριάζω,- Βεν. (Λάμπρ.) 11, Θρ. Κων/π. B 55, Χούμνου, Κοσμογ. 1734, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1166, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 143, Βεντράμ., Γυν. 8, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 688, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 38, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 706, Θρ. Κύπρ. M 80, 662, Πανώρ.2 Β́ 379, Γ́ 334, Δ́ 79, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 358, Διγ. Άνδρ. 32527, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1006, Γ́ 646, 1276, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1263, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 96, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 903, Β́ 984, Γ́ 1085, κ.α., Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 272, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 409, 671, Ιντ. β́ 158, Διγ. O 2814, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 373, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5747, 6531.
Από το ουσ. ταίρι και την κατάλ. ‑ιάζω ή από το εταιριάζω (7.-8. αι., L‑S Κων/νίδη Συμπλ., TLG). Η λ. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) Συντροφεύω κάπ.· γίνομαι φίλος ή οπαδός κάπ.: Ας είναι ασυγχώρητος αυτός και η αυλή του| και όσοι τον εταίριασαν κι έγιναν σύμβουλοί του Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2672. 2) Φτάνω κάπ. σε αξία, ισοφαρίζω: ’Πεικάζω ουδέν ευρίσκεται χώρα να την ομοιάζει (ενν. την Βενετία),| ίτις πολλά παράξενη πλούσια να την ταιριάζει Βεν. 11· μα την αλήθεια, άρχοντα, και πρώτε των φρονίμων:| ουχ ευρεθεί θέλει κανείς ’κ τους νέους να σε ταιριάσει Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 687. 3) Διορθώνω, διευθετώ, εξομαλύνω: ο μισέρ Τζουάν Μουστρής ..., ο ποίος ήτον φρόνιμος καβαλλάρης, εννοιάστην πως ... ο ρήγας εύκολα δεν ταιριάζει τούτην την ταραχήν Μαχ. 25237. 4) Θεωρώ κ. όμοιο με κ. άλλο, παρομοιάζω: η κάτασπρη και λαμπρά ’που βλεπες περιστέρα (παραλ. 1 στ.), η εδική μας αδελφή πως είν’ εγώ λογιάζω,| γιατί με την περιστερά αυτήν εγώ ταιριάζω Διγ. O 754. 5) (Προκ. για ποιητικό λόγο) συνταιριάζω, συνδυάζω: Αν μου βουθήσ’ ο λογισμός, η γλώσσα και το μέλος| να γράψω τα επίλοιπα και τότες κάμνω τέλος (παραλ. 6 στ.). ... θρηνώ, αναστενάζω,| μέσα ’ς τοσούτον πέλαγος τες ρήσες να ταιριάζω Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 787. Β´ Αμτβ. 1) α) Γίνομαι, κάνω ζευγάρι με κάπ.: Ο Δούκας εποκρίθηκεν, λέγ’· «εύκαιρα κοπιάζεις·| ξεύρε το με την κόρη μου ποτέ σου δεν ταιριάζεις.| Πτερά αν κάμεις να πετάς απάνω στον αέρα,| δεν παίρνεις εις γυναίκα σου αυτήν την θυγατέρα» Διγ. O 1656· και με όσα βάσανα μπορεί να τηνε τυραννήσει (ενν. την Πετρονέλα),| να τη νικήσει η μάννα τση ποτέ δε θέλει αφήσει,| και με άντρα όξω του λόγου μου ποτέ να μην ταιριάσει,| αν και αν ερίχτα τω σκυλιώ τα κρέτα τση να φάσι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 409· β) (κατ’ επέκταση) συγκρίνομαι με το ζευγάρι μου· (μέσ.): ημείς τώρα ... λογιάζομεν πως συνομιλούμεν με τον Θεόν και ... κατά αλήθειαν δεν είμεστεν άξιοι μηδέ καν με τον Ίρον ... τον ζήτουλα ... να ταιριασθούμεν και να φανούμεν καλύτεροι Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 447. 2) α) Δημιουργώ ένα αρμονικό σύνολο με κάπ. ή κ., συνδυάζομαι αρμονικά: Κόκκινα δεν σε ντύννω, βιβλιόν μου,| γιατί γιορτήν δεν είδα στην πικριάν μου·| πράσινα δεν ταιριάζουν στο λαμπρόν μου,| γιατί θάρρος δεν βλέπω αχ την κυράν μου Κυπρ. ερωτ. 219· Κουρούνα εβουλήθηκε να γένει περιστέρι (παραλ. 3 στ.) και άσπρισε του λόγου της διά να τα μοιάζει,| μέσα στα περιστέρια και κείνη να ταιριάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1006· Το πράγμα δείχνει φανερό και τα σημάδια μοιάζουν:| τ’ όνειρο και μελλάμενο καλότατα ταιριάζουν! Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 814· (σε παροιμ. φρ.): Με την κιτριάν η λεμονιά συχνιά συμπεθεριάζει| και με τη σφάκα την πρικιά γλυκιά μηλιά ταιριάζει Πανώρ.2 Γ́ 110· β) (προκ. για πρόσωπα) έχω καλή σχέση, συμφωνώ με κάπ.: Κι οι δυο εσοπορπατούσασι, στη ζυγαράν εσάζα,| στην όρεξην ευρίσκουντα, στον πόθο εταιριάζα.| Αγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 38. 3) Είμαι όμοιος, ισάξιος με κάπ. άλλον: Εγώ κρατώ να μ’ ευρεθεί σ’ όλον τον κόσμον άλλος| να σε ταιριάσει στην ανδρειάν, στην γνώσιν και στο κάλλος Κορων., Μπούας 151· η προκοπή του παιδίου τούτου οπού σου εγεννήθη τώρα δεν θέλει είσται εις την βασιλείαν σου, αλλά ... εις άλλην βασιλείαν μεγαλιοτέραν, η οποία δεν ταιριάζει με την εδικήν σου Ιστ. Βαρλαάμ 450. 4) α) Είμαι κατάλληλος, αρμόζω (σε μια περίσταση): Ο πάπας είπεν: «Δεν ταιριάζουν τα λογία σας, ουδέν ’ναι πράμαν τούτον να τσακκίσουν το δίκαιον του παιδίου ...» Μαχ. 9428· Ο μύθος λέγει: καθεείς πρέπει να λογαριάζει| πράγμα που μεταχερισθεί αν έν’ και ταιριάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1912· β) (τριτοπρόσ.) μου αξίζει, μου πρέπει κ.: Δεν τους ταιριάζει λύπησις, γιατ’ έχουν κακά ήθη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 122.
ταυτοπάθεια- η, Zygomalas, Synopsis 282 Σ 19· αυτοπάθεια, Μαλαξός, Νομοκ. 89, 98, 110 δις, Zygomalas, Synopsis 184 Ε 50.
Από το ταυτοπαθώ (απ. τον 4.-5. αι., TLG), πιθ. με επίδρ. του μτγν. ουσ. αυτοπάθεια. Ο τ. ήδη μτγν. και σήμ. Η λ. τον 4.-5. αι. (TLG), στο Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 229, στο Du Cange, στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ., καθώς και στο ΑΛΝΕ.
(Νομ., προκ. για επιβολή τιμωρίας, ποινής) το να πάθει κάπ. το ίδιο μ’ αυτό που έκανε σε κάπ. άλλον: Είτις επίσκοπος … διά τίποτε κακόν θέλημα ευρεθεί πως δεν αφήνει ιερέα να ψάλλει ή αφορίζει τινά άλλον κληρικόν …, ο τοιούτος άνθρωπος πρέπει να πάθει την ταυτοπάθειαν ..., να αργισθεί και να αφορισθεί Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 456· Όποιος κόψει χείρα ανθρώπου ... είτε τους οφθαλμούς τινός εβγάλει, ... ειδέ είναι πτωχός, να πάθει την αυτοπάθειαν: ή τους οφθαλμούς του να εβγάλεις, ή τας χείρας του να κόψεις Νομοκριτ. 91.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Μορεζίν., Λόγ. 482, Σκούφ. Φ. 269, Διαθ. 17. αι. 916, 11186, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [612], Λεηλ. Παροικ. Αφ. 6, 141, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. θ́ 10· ξεχωριστός, Αποκ. Θεοτ. II 102.