Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- απρονόητος,
- επίθ., Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1834, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1316.
Η λ. στον Αριστοτέλη.
Που γι’ αυτόν δεν υπάρχει καμιά πρόνοια (Η σημασ. μτγν., L‑S): Ο απρονόητος δε εστιν ή ο μηδένα τον προνοούμενον έχων αυτού ή ο μη δυνάμενος εαυτού προνοείσθαι Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1316.
αρτοκοπείον- το, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 512, Αρμεν., Εξάβ. Β́ 414, Παϊσ., Ιστ. Σινά 883.
Το μτγν. ουσ. αρτοκοπείον.
Αρτοποιείο (Η σημασ. μτγν., L‑S): ήτις αρτοκοπείον| καλείται μεν υπό τινων, άλλων δε μαγγιπείον Παϊσ., Ιστ. Σινά 883.
αυστηρολόγημα- το, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 617.
Από το επίθ. αυστηρός και το λέγω.
Λόγος αυστηρός: πάντα τα υπό του ασθενούς τούδε του γέροντος εκφερόμενα αυστηρολογήματα γενναίως δεχόμενον (ενν. τον νέον Ακάκιον), ως που φησίν ο της Κλίμακος προς τον γνησίως υποτασσόμενον ότι … Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 617.
αυτεξουσίως,- επίρρ., Ερμον. Ε 447, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 87, Ιστ. Βλαχ. 2686.
Το μτγν. επίρρ. αυτεξουσίως.
1) Με προσωπική εξουσία, χωρίς τη βοήθεια άλλου (Βλ. Lampe, Lex., λ. αυτεξούσιος Α): αν έλαβες και θάνατον σαρκί και εκουσίως,| αλλά ανέστης ως Θεός ευθύς αυτεξουσίως Ιστ. Βλαχ. 2686. 2) Αυθαίρετα: λέγουν προς αυτούς αλλήλων| πώς γάρ και εκ ποίῳ τρόπῳ| ούτως γάρ αυτεξουσίως| εδιέκρινεν αυτός τε| του καταφρονείν τον όρκον Ερμον. Ε 447. Βλ. και ανάρχως, ανερωτήτως, αυθεκάστως, αυτονόμως.
αυτοψεί,- επίρρ., Διγ. (Trapp) Gr. 1934, Δούκ. 16929, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 2415, Βελλερ., Επιστ. 54.
Το μτγν. επίρρ. αυτοψεί (Lampe, Lex.).
Με τα ίδια (μου) τα μάτια (Η σημασ. ήδη τον 4. αι., L‑S): Οίδατε γάρ ακριβώς, οι μεν αυτοψεί, οι δε παρά των γονέων ενωτισθέντες Δούκ. 16929.
αχώριστος,- επίθ., Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 426, Λίβ. Sc. 2847, Λίβ. Esc. 4036, Λίβ. N 3453, Γεωργηλ., Θαν. 640, Πικατ. 416, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 657, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 7010.
Το αρχ. επίθ. αχώριστος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Που δεν μπορεί να χωριστεί (από κάπ. η από κ.) (Βλ. L‑S. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): στρατιώτα μου (κριτ. υπ.) ολόγλυκε, καρδία αχώριστέ μου Λίβ. Esc. 4036· β) (προκ. για την Αγ. Τριάδα) που δεν μπορεί να χωριστεί, αδιαίρετος (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. 1): Πάραυτα εδιάβην η βουλή της υψίστου Τριάδος,| Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, αχώριστης ομάδος Πικατ. 416.
αποπίπτω,- Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 2022.
Το αρχ. αποπίπτω.
Απομακρύνομαι (Πβ. L‑S στη λ. II): Οι γάρ της υποταγής αποπίπτοντες εν τῃ πλάνῃ του εχθρού γίνονται Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 2022.
διακόνημα- το, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 513· δικόνημαν, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 327· διηκόνημα, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) Παράρτ. 3721.
Το αρχ. ουσ. διακόνημα.
Υπηρεσία που εκτελείται από μοναχό (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 2 και Παπαδ. Α., ΛΑ 6, 1923, 126· βλ. και Eideneier [Σπανός σ. 291]): εν πάσι τοις διακονήμασι δεξιός ην υπηρέτης Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 513.
διακονία- η, Act. Lavr. 6139, Έγγρ. του 14. αι. (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1961/63, 136, 144), Βίος οσ. Αθαν. 245, 246, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 53, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1308· διακονιά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2337· δικονία, Παϊσ., Ιστ. Σινά 955.
Το αρχ. ουσ. διακονία. Ο τ. διακονιά και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Το έργο, η υπηρεσία του διακόνου (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. I1): ου μόνον αυτούς, αλλά και τους μεθ’ ημάς την του πρώτου διακονίαν διαδεξομένους αδελφά φρονείν παρῃνέσαμεν Act. Lavr. 6139· β) υπηρεσία, φροντίδα (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 6): δίδωσι προς με κελλίον και διακονίαν αδελφάτου ενός Έγγρ. του 14. αι. (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1961/63, 144). 2) Δοχείο ορισμένης ποσότητας τροφής (Πβ. L‑S στη λ. III. Η σημασ. και σήμ. σε ιδίωμ., Παπαδ. Α., ΛΑ 6, 1923, 126, λ. διακονία 1): Μοιράζουσιν και άλευρον από μισόν ποτήρι| (διακονίαν καθ’ ενός) από το παραθύρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1308. 3) Ζητιανιά, επαιτεία (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διακονιά 1): αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2337.
διάλειμμα- το, Αρμεν., Εξάβ. Έ́ 110, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1048.
Το αρχ. ουσ. διάλειμμα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) (Προκ. για κατάσταση παραφροσύνης) χρονική στιγμή νηφαλιότητας και διαύγειας, «φωτεινό διάλειμμα» (Βλ. και Δημητράκ.): Ο εν ασθενείᾳ σώματος παραφρονήσας ου διατίθεται εν τῃ παραφρονήσει, εν τοις διαλείμμασι δε Αρμεν., Εξάβ. Έ́ 110. 2) Έκφρ. εκ διαλειμμάτων = κατά διαστήματα, από καιρό σε καιρό (Η χρ. μτγν., L‑S. Βλ. και Δημητράκ.): άλλοτε μεν ο καλλίπενθος ούτος την των δακρύων χάριν εκέκτητο ει και εκ μέρους και εκ διαλειμμάτων Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1048.
διαμερίζω,- Βυζ. συμβόλ. του 12. αι.? (Σάθ., ΜΒ Ϛ́ 6327), Διγ. Esc. 904, Χρον. Μορ. H 6203, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 17, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1520, Ηπειρ. 2253, 5, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 852, Φυσιολ. (Legr.) 236, Μαχ. 44835, Δούκ. 30121, 35517, Σφρ., Χρον. μ. 9822‑3, Ψευδο-Σφρ. 23623, 26020, 38420, 40419, 43824, Ιστ. πολιτ. 469‑10, 5216, Σταυριν. 1189.
Το αρχ. διαμερίζω. Πβ. το σημερ. διαμερίουμαι (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. διαμερίζομαι). Βλ. και Andr., Lex.
I. Ενεργ. α) Διανέμω, μοιράζω (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S στη λ. I και στο Βλάχ. Βλ. και Andr., Lex.): ο βασιλεύς ώρισεν, ίνα πάντες οι μη δυνάμενοι μάχεσθαι … τους άρτους και παν βρώσιμον διαμερίζειν κατ’ οίκον Ψευδο-Σφρ. 40419· Ζων δε ο βασιλεύς και πατήρ αυτών διεμέρισεν εκάστῳ τούτων τούσδε τους τόπους Ψευδο-Σφρ. 26020· β) χωρίζω, διαιρώ: εις τα «Ρωτήματα» αυτός διαμερίζει| τα μέρη της γραμματι[κή]ς και θε[ωρεί τα] εις έξι Ντελλαπ., Ερωτήμ. 852· την λεγομένην εξηκοντάβιβλον τελείως απήρτισεν, ην και εις τεύχη εξ διεμέρισε Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 17. II. Μέσ. Α´ Αμτβ. α) Χωρίζομαι σε ομάδες: Οι δε εντός και αυτοί διαμερισθέντες, ο μεν ο βασιλεύς συν τῳ Ιωάννῃ Ιουστινιανῴ …, ο δε μέγας δούκας εν τῃ Βασιλικῄ <Πύλῃ> έχων ως πεντακοσίους Δούκ. 35517· β) διασκορπίζομαι: εξήλθον πάντες και επιπεσόντες αίφνης τοις Αγαρηνοίς, ως εύρον αυτούς διαμεμερισμένους …, ενίκησαν Ιστ. πολιτ. 469‑10· διαμερισθήκασιν από τα πατρικά τους| και λείπουν εκ τα σπίτια τους και εκ τα γονικά τους Σταυριν. 1189. Β´ Μτβ. α) Μοιράζομαι κ. με άλλους (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II): Εδιαμερίστησαν οι θειοί σου την Κύπρον, ο νείς επήρεν το Άγιον Ιλαρίον και ο άλλος την Κερυνίαν Μαχ. 44835· β) διαιρώ, μοιράζω: ο Θωμάς τους εγκρίτους των Αλβανιτών εν τῃ φρουρᾴ συναθροίζει, τους δε ετέρους προς τους άρχοντας αυτού και τον λαόν της πόλεως διεμερίσατο Ηπειρ. 2253.
διαπεραίνω,- Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 123.
Το αρχ. διαπεραίνω.
Διασχίζοντας κάπ. μέρος φτάνω κάπου (Η σημασ. μτγν., Preisigke-Kiessling): Διαπεράνας ουν εκείσε λοιπόν πέντε ενιαυτούς πάσης συνουσίας ανθρώπων κεχωρισμένος ην Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 123.
διειδής,- επίθ., Ευγεν., Δρόσ. Ά́ 92, Μακρεμβ., Υσμ. 16515, Βέλθ. 465, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 2113.
Το μτγν. επίθ. διειδής.
Διαυγής (Η σημασ. μτγν., L‑S): νάμα πηγιμαίον ην εκεί ρέον,| ψυχρόν, διειδές και γλυκάζον ως μέλι Ευγεν., Δρόσ. Ά́ 92· έβρυε βρύση καθαρά, πολλά διειδεστάτη Βέλθ. 465.
διελέγχω,- Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 54, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1318, 40‑1.
Το αρχ. διελέγχω.
Αποδεικνύω, ξεσκεπάζω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II): Οι μηνυταί εάν διελέγξωσι τα μηνυθέντα, την ογδόην μοίραν των προσαγγελθέντων λαμβάνουσιν Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 54· Ούτω μεν ουν ο της ακλινούς πίστεως εργάτης εκείνος την εμήν ολιγοπιστίαν διήλεγξε Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1318.
διψητικός,- επίθ., Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 416.
Η λ. στον Αριστοτέλη.
Διψασμένος (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S στη λ. 1): εδίψα γαρ και εζήτει Θεῴ εκείσε παραγενέσθαι ως η διψητικωτάτη έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 416.
δοκάρι(ον)- το, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 59‑10, Χούμνου, Κοσμογ. 691, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 512, 821, κριτ. υπ.
Από το ουσ. δοκός και την κατάλ. ‑άρι(ον). Η λ. σε παπυρ. (Βλ. Preisigke-Kiessling) και σήμ. (Δημητράκ.).
Δοκάρι, δοκός (Η σημασ. σε παπυρ., Preisigke-Kiessling και σήμ., Δημητράκ.): Ήγγιζε το κεφάλιν του απάνω στα δοκάρια Χούμνου, Κοσμογ. 691.
ειρήνη- η, Γλυκά, Στ. Β́́ 107, Μανασσ., Χρον. 3198, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 111, Ασσίζ. 10410‑11, 1277‑8, 21410, 46620, Διγ. (Trapp) Gr. 3340 (κριτ. υπ.), Διγ. Z 4152, Ωροσκ. 396, Χρον. Μορ. H 1017, 2689, 8108, 8706, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 519, Μαχ. 64835, Δούκ. 30531, Σφρ., Χρον. μ. 264‑5, 585, 7621, 9412, 10821, Θησ. Ζ́́ [642], Ch. pop. 429, Σκλέντζα, Ποιήμ. Ά́ 62, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15219, Έκθ. χρον. 3116, Κορων., Μπούας 69, 111, 129, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 103, Πεντ. Γέν. XV 29, Δευτ. XX 11, Ρίμ. θαν. 78, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 696, 1029, 1040, Ιστ. πολιτ. 5515, 738, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 55, Ιστ. Βλαχ. 137, 266, 1434, 1441, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, Διγ. Άνδρ. 36219, 40432, Μεταξά, Επιστ. 47, Διακρούσ. 7115, 8620· ερήνη, Θησ. Ί́ [28], Πεντ. Γέν. XXVI 29, 31, XXVIII 21, XXIX 6, XXXVII 4, 14, XLI 16, XLIII 23, 27, Έξ. IV 18, XVIII 7, Λευιτ. XXVI 6, Αρ. VI 26, XXV 12, Δευτ. II 26, XX 10, XXIII 7, XXIX 18.
Το αρχ. ουσ. ειρήνη. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Κατάσταση ησυχίας, φιλική σχέση μεταξύ κρατών και ατόμων (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ.): αγαπά φιλονεικίαν και την ειρήν’ αρνείται Κορων., Μπούας 111· τα ρωμαϊκά μέρη των ορθοδόξων και οι τόποι επερνούσαν με ειρήνην Διγ. Άνδρ. 36219. 2) Συνθήκη, συμφωνία για την κατάπαυση πολέμου (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ποιήσαντες ειρήνην μετά των εν τῳ κάστρῳ Σφρ., Χρον. μ. 264‑5· δένει τα βασίλεια με την καλήν ειρήνην Ιστ. Βλαχ. 1441. 3) α) Γαλήνη, αταραξία, ηρεμία (Βλ. Bauer, Wört. στη λ. 1β. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Έμεινε δε εν τῃ αυτῄ μονή ζων εν ειρήνῃ Έκθ. χρον. 3116· Ει δε πάλιν εμφυτεύσει ειρήνην εν τῃ καρδίᾳ σου Δούκ. 30531· χάρις είη υμίν και ειρήνη και έλεος παρά Θεού Μεταξά, Επιστ. 47· ερήνη εσάς Πεντ. Γέν. XLIII 23· β) (προκ. να ρωτήσει κανείς για την υγεία) (Πβ. L‑S στη λ. IV): ερώτησεν αυτουνούς εις ερήνη Πεντ. Γέν. XLIII 27. Η λ. και ως κύρ. όνομ.: Chron. br. (Loen.) 1.
εκδουλεύω,- Βυζ. συμβόλ. του 12. αι.? (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 6089, 62412), Βασιλ. διάτ. του 14. αι. (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 65224), Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 317, 811, Πένθ. θαν.2 492· εξεδουλεύω, Χρον. Μορ. H 5265, 7093· ξεδουλεύω, Περί γέρ. 126, Μανολ., Επιστ. 17316, Σουμμ., Ρεμπελ. 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1441].
Από την πρόθ. εκ και το δουλεύω. Η λ. τον 8. αι. (Lampe, Lex.).
1) Προσφέρω υπηρεσίες, υπηρετώ: ως οφείλει εκδουλεύσαι κατά συμφωνίαν υμίν και αρέσκειαν χρόνους τελείους τόσους Βυζ. συμβόλ. του 12. αι.? (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 6089)· εκδουλεύω αυτῴ πιστώς και ορθώς Βασιλ. διάτ. του 14. αι. (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 65224)· (μεταφ.): διατί έπρεπ’ ο κακότυχος καλόγερος να γένει,| να ξεδουλεύει την ψυχήν, πολύ μαγαρισμένη Περί γέρ. 126. 2) Κερδίζω κ. με τη δουλειά μου, αποκτώ: ξεδουλεύω κομμάτι ψωμί και τρώω Μανολ., Επιστ. 17316· Για να μαζώξουν τον γλυκύ καρπόν τον δροσισμένον| του πόθου, πόχουν με πολλούς κόπους ξεδουλεμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1441]· Διότι εκεί συγχώρησις αδύνατον να γένει·| εις τόπον που εξεδούλεψεν ο καθεείς παγαίνει Πένθ. θαν.2 492. 3) Αξίζω (να πάθω κ.): ουδέν το εξεδούλεψεν να κόψει την κεφαλήν του Χρον. Μορ. H 7093. 4) Ξεπληρώνω: βάνει την (ενν. ο ρουφιάνος την Τάρσια) εις το σκολειό, να του τα ξεδουλέψει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1290].
εκείσε,- επίρρ., Προδρ. III 269 gv (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Ευγεν., Δρόσ. Ά́ 82, Καλλίμ. 499, 1384, 2410, Διγ. (Trapp) Gr. 3133, Διγ. Z 271, 315, 696, 1134, 1296, 2337, 2587, 2715, 2812, 4099, 4215, Διγ. (Trapp) Esc. 970, 1777, Βέλθ. 28, 404, Ερμον. Α 74, 118, Β 78, Ν 114, Χρον. Μορ. H 500, 847, 884, 1520, 2808, 3377, 5765, Χρον. Μορ. P 2042, 3694, 4517, Γράμματα Μετεώρ. 567, 8, 6975, 7412, Βίος Αλ. 443, 636, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 632, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 610, 936, Χρησμ. I 111, Σφρ., Χρον. μ. 6410, 9428, 11811, Γεωργηλ., Θαν. 43, Γεωργηλ., Βελ. 138, Συναξ. γυν. 809, Έκθ. χρον. 27, 56, 199, 18, 6723, 761, 2, 7721, Βυζ. Ιλιάδ. 794, 840, 852, Βίος γέρ. V 95, Παϊσ., Ιστ. Σινά 392, 551.
Το αρχ. επίρρ. εκείσε.
1) (Προκ. για στάση) εκεί (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. II. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 453): Αυτός δ’ όλως ουκ ήθελεν προσκαρτερείν εκείσε,| αλλά ταχύ εβούλετο ελθείν προς την μητέρα Διγ. Z 696· εκείσε θάπτει τον αυτού πανευτυχή πατέρα Διγ. Z 4099. 2) Έκφρ. ο εκείσε κόσμος = ο άλλος κόσμος (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 12): σήμερον γαρ πληρώνει με ο θάνατος κι υπάγω·| καλή μου, μη με δικαστείς εις τον εκείσε κόσμον,| μη ισταθώμεν αμφότεροι εις το δεινόν κριτήριον Διγ. (Trapp) Esc. 1777.
εκζητώ,- Μανασσ., Χρον. 6197, Χρον. Μορ. H 7329, Χρον. Μορ. P 264, 5041, Θεολ., Τζίρ. 3586, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 125, 1027‑8, Ψευδο-Σφρ. 54418, Αιτωλ., Βοηβ. 14, Ιστ. Βλαχ. 477, Διγ. O 1224· εξεζητώ, Χρον. Μορ. H 278, 7333, 7630, 8704.
Το μτγν. εκζητέω. Η λ. και σε παπυρ. (L‑S, λ. εκζητέω) και σήμ. η μτχ. παρκ. (Δημητράκ.).
1) Ζητώ επιμόνως κάπ. ή κ. (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S, λ. εκζητέω 1): το πώς τον εξεζήτησαν οι ευγενείς κοντάδες Χρον. Μορ. P 264· αφιλονείκως και ανερεθίστως τα βουλητά εκζητούντες Θεολ., Τζίρ. 3586. 2) Επιθυμώ κ. (Η σημασ. μτγν., Steph., Θησ. 413C): αγάπην, τρέβα εξεζητεί να ποιήσει μετ’ εκείνον Χρον. Μορ. H 8704. 3) Παρακαλώ κάπ.: Τον Άδην εξεζήτησα ολίγον να μ’ αφήσει Αιτωλ., Βοηβ. 14· τον Θεόν εκζητήσαντες Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 125.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Αρμεν., Εξάβ. A΄ 1834, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 1316.