Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 238 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Γλυκά, Αναγ.

  • αγαθότης ‑ητα 
    η, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 360, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ́́ 259, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 192, Φορτουν. (Ξανθ.) Αφ. 46, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1953, 3713.
    Το μτγν. ουσ. αγαθότης. Πβ. και το σημερ. αγαθότη (ΙΛ).
    1) α) Καλοκαγαθία, μεγαλοψυχία (πβ. L‑S): αλλ’ ευεργετικώτατε των όλων βασιλέων, πηγή της αγαθότητος, θάλαττα των χαρίτων Γλυκά, Αναγ. 360 (πβ. αγαθοσύνη 1)· β) καλοσύνη (σε προσφών. Πβ. L‑S λ. αγαθότης): κι ελεημοσύνη έκαμε η αγαθότητά σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 3713. 2) Χρηστότητα (πβ. ΙΛ λ. αγαθότη 1): επέρνα με περίσσιαν αγαθότητα και ειρήνην, διότι ήταν και πλέον εκκλησιαστικός και φοβόθεος Σουμμ., Ρεμπελ. 192 (πβ. αγαθοσύνη 2).
       
  • αγριάδα (I) 
    η, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 96, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 398, 471· αγριγιάδα, Πανώρ. (Κριαρ.) Αφ. 7.
    Το μτγν. αγριάς. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγριάδα Ι).
    1) Το φυτό άμπελος η αγρία (πβ. L‑S λ. αγριάς και λ. ημερίς 1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4. Βλ. και Βλάχ. λ. αγριάμπελο): ει δε τις εγκεντρίσειε και τούτον τεχνηέντως, την αγριάδαν τρέψειε πάντως εις ημερίδα Γλυκά, Αναγ. 96. 2) Άγριος τόπος (πβ. Kalits., Erkl. Eust. 3 σημ. 2 και ΙΛ στη λ. 1, 3): Έβγα λοιπό εκ τα δάσητα και απού τις αγριάδες Πανώρ. Αφ. 7· Αίγα καημένη, αφήνω σε, γιατ’ ηυρήκ’ αγελάδα| αντίς για σένα σήμερο ’ς τούτη την αγριάδα Πανώρ. Γ́́ 398.
       
  • αγριότης ‑ητα 
    η, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 112, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 396, Λίβ. (Μαυρ.) P 1751, Πένθ. θαν. (Knös) S 229, Αχέλ. (Pern.) 2319, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 1, 55, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 482, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 44, 603, Διγ. (Lambr.) O 984· αγριότη, Θησ. (Βεν.) Θ́́ [551], Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 1935, Δ΄ 1119, Έ́ 1187.
    Το αρχ. ουσ. αγριότης. Ο τ. αγριότη και σήμ. (ΙΛ λ. αγριότη).
    1) α) Άγρια εμφάνιση, φοβερότητα:  Στην στράτα που πηγαίνασιν λεοντάρι μεγάλο,| οπού εις την αγριότητα δεν είδασι ποτ’ άλλο,| των απαντά Διγ. O 984· β) άγρια διάθεση (πβ. ΙΛ λ. αγριότη): τότε αυτοί κι οι δυο τους …| εις το μπαστόνι στέκουνται αγριότητα γεμάτοι| και με τες σπάθες κάνουσιν πολύν κακόν στο πλήθος Αχέλ. 2319. 2) Ερημιά (πβ. αγριάδα Ι 2): πλην εις το δάσωμα έξευρε και εμέναν θέλεις ευρείν,| να είμαι εις παρηγορίαν σου διά την αγριότητα του τόπου Λίβ. P 1751. 3) Κακοκαιρία: ως οι ιχθύς ου βλάπτονται εν πολυκλύστῳ ζάλῃ,| εν αγριότητι πικρᾴ θαλάσσης κυμαινούσης Γλυκά, Αναγ. 396· η αγριότη μέρωσε, δε στράφτει μπλιό, δε βρέχει Ερωτόκρ. Έ́ 1187.
       
  • αίνεσις  
    η, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 367, Νεκρ. βασιλ. (Μανούσ.) 135.
    Το μτγν. ουσ. αίνεσις.
    Εξύμνηση (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): και ζήσομαι και το σεπτόν μεγαλύνω σου κράτος (παραλ. 1 στ.), καν εν νεκροίς την αίνεσιν ουκ είναι λόγος λέγει Γλυκά, Αναγ. 367.
       
  • αιχμαλωτίζω,  
    Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 254, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 55410, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1623, 3304, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275, Chron. br. (Loen.) 18, Βίος Αλ. (Reichm.) 1928, 2625, 3333, Αχιλλ. (Hess.) N 180, 588, 639, 653, Αχιλλ. (Hess.) L 103, 459, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 243, Πανάρ. (Λαμψ.) 6812, Λίβ. (Μαυρ.) P 1371, 1374, 1383, 1417, Λίβ. (Lamb.) Sc. 285, 288, 298, 357, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1411, 3983, Λίβ. (Wagn.) N 1259, 1267, 1323, 1371, 1721, Καναν. (PG 156) 65A, 65D, 69C, 80D, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) Πρόλ., Μαχ. (Dawk.) 4444, Δούκ. (Grecu) 33710, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 11418, 1169, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 344, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 2221, 7211, 7413, 1679-10, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33116, 33614, 37132· ’χμαλωτίζω, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 232, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 863, Διακρούσ. (Ξηρ.) 719, 1059.
    Το μτγν. αιχμαλωτίζω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και ως δημ. στο Λιβύσσι (Λυκίας) (ΙΛ).
    I. Ενεργ. 1) Πιάνω κάποιον αιχμάλωτο (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S και σήμ, ΙΛ στη λ. 1): Αλλά δη και αυτοί οι Τούρκοι ... τους μεν ηχμαλώτιζον τους δε απέκτεινον, τους δ’ αυθέντας και τους άρχοντας κατεγέλων Σφρ., Χρον. μ. 11418· Ορίζει αιχμαλωτίζουν τους και σιδηρώνουσίν τους Αχιλλ. N 588· ήκαψε δάση και χωριά κι ανθρώπους ’χμαλωτίζει Ερωτόκρ. Δ΄ 863· αυτός ην ο προ τεσσάρων ετών ελθών εν τῃ Λέσβῳ και αιχμαλωτίσας αιχμαλωσίαν άπειρον Δούκ. 33710· και έκλαιεν εκείνον οπού την ήρπασεν από τους γονείς της και έφερέν την εκεί να αιχμαλωτισθεί Διγ. Άνδρ. 37132· και καθ’ εκάστην τους εχθρούς πάντα να πολεμούμεν,| να τους αιχμαλωτίζομεν και να τους κατελούμεν Αχιλλ. N 653· παρού ότι αιχμαλωτίζομαι διά πόθον ιδικόν σου Λίβ. N 1371. (πβ. ιδιάζουσα χρήση): Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 105. 2) α) Υποδουλώνω, κυριεύω: Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως. Ηχμαλωτίσθη δε υπό των Τούρκων Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. Πρόλ.· όπως δουλώσομεν τους Ρωμαίους και αιχμαλωτίσομεν και την Πόλιν Καναν. 69C· να πάρομεν και να αιχμαλωτίσομεν την Κερυνίαν Μαχ. 4444. β) κυριεύω, κατακτώ (μεταφ.): το κάστρον της καρδίας μου μόνη να το υποτάξεις| και αυθεντικά να το διαβείς, τον πύργον της ψυχής μου,| του φθόνου το επιβούλευμα να λείψει από την μέσην| και από το αιχμαλωτίζομαι να λάβω ελευθερίαν και όσα πονώ να τα χαρώ, να μη νικήσει ο φθόνος Λίβ. Sc. 298· και το πτερό σου οπού πετά και αιχμαλωτίζει ανθρώπους Λίβ. Sc. 3983. 3) Λεηλατώ: να αιχμαλωτίσουν τα χωρία και να σφαγούν ανθρώποι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1623· τες χώρες σου κουρσεύουν,| καταπατούν και καύτουν τες, αιχμαλωτίζουσίν τα Αχιλλ. L 103· να λυπηθεί από καρδιάς και να αναστενάξει| και τα λοιπά περίχωρα πώς αιχμαλωτισθήκαν| από το γένος των Τουρκών και καταρημασθήκαν Διακρούσ. 719. 4) (Προκ. για πράγματα) αρπάζω, οικειοποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): αιχμαλωτίσας πάμπολλα πρόβατα της Περσίδος (παραλ. 2 στ.) προσέταξεν ακολουθείν όπισθεν στρατοπέδου Βίος Αλ. 3333· Έρριψαν δε και πολλά ων εκείθεν ηχμαλώτισαν μη έχοντες φέρειν αυτά Ιστ. πολιτ. 7413. 5) Συλλαμβάνω, κατακτώ κάτι (διανοητικώς): τούτον τον λόγον ει μεν τις ούτω απλώς νοήσει,| προς μόνον το φαινόμενον, ουδέν σπουδαίον έχει (παραλ. 6 στ.)· εγώ δε τούτο το ρητόν πιστώς αιχμαλωτίζων| εις εκδοχήν ανάγομαι τούτου τιμιοτάτην Γλυκά, Αναγ. 254. II. (Παθητ.) δε σημειώνω ανάπτυξη, πρόοδο, μαραζώνω: τα μεν ουν σωματικά ηύξανεν ως αι ημέραι ..., τα δε ψυχικά λίαν ηχμαλωτίζετο και εις άκρον επτώχευε Εξήγ. πέτρ. 275. Η μτχ. παρακ. ως επίθ. = σκλάβος, δούλος: Διά αιχμαλωτισμένη σε επήρα από τους εδικούς σου και έγινες αυθέντρια Διγ. Άνδρ. 33116· Τότε λοιπόν εβγαίνασιν ως αιχμαλωτισμένοι, μαύροι και ολολύπητοι και καταδικασμένοι Διακρούσ. 1059. — Πβ. και αιχμαλωτεύω.
       
  • ακρίτως,  
    επίρρ., Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 298, Ερμον. (Legr.) Ξ 21, Βίος Αλ. (Reichm.) 2313.
    Το αρχ. επίρρ. ακρίτως (Χωρία μτγν. και βυζ. συγγρ. με το ακρίτως βλ. Χαριτων., Αθ. 54, 1950, 257-8).
    Χωρίς κρίση, ασυλλόγιστα (Για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 2): Μήπως ακρίτως τον καλόν ρίπτων του λόγου σπόρον,| ψυχήν τινα ζημιωθεί των εν διδασκαλίαις Γλυκά, Αναγ. 298· και σεμβαίνουσιν ακρίτως εις τας μη πρεπούσας πράξεις Ερμον. Ξ 21. —Συνών.: άκριτα.
       
  • αλλεπάλληλος,  
    επίθ., Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 251.
    Το μτγν. επίθ. αλλεπάλληλος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
    Ο ένας επάνω στον άλλο (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, και σήμ., Δημητράκ.): όταν αι δύο τετρακτύς των εν αυτῄ δρομέων| εξ εκατέρων των μερών αλλήλοις συμπλακείεν| και σταίεν αλλεπάλληλοι και συλληφθείεν πάντες Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 251.
       
  • ανάγω,  
    Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 234, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 255, 401, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 280, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 427, Λίβ. (Μαυρ.) P 148, Φυσιολ. (Legr.) 54, Φυσιολ. (Pitra) 37128, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 139, Αργυρ., Βάρν. (Mor.) K 132, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 120, Χρον. (Kirp.) 304, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1933, Αλφ. (Κακ.) 147, Αλφ. (Μπουμπ.) I 6.
    Το αρχ. ανάγω. Η λ. και σήμ. ως λόγ., αλλά και στα ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) α) (Μτβ.) βγάζω κάποιον από χαμηλά και τον οδηγώ υψηλότερα (Πβ. την αρχ. σημασ. και χρήση, L‑S στη λ. I και τη σημερ., ΙΛ στη λ. A1): απέρριψάς με, δέσποτα, πάλιν ανάγαγέ με Γλυκά, Στ. 234· χείρα πάρασχέ με,| ανάγουσαν εκ βόθρου με, λάκκου του της πενίας Προδρ. IV 280· β) (αμτβ. μέσ.) ανεβαίνω: πώς από τον βυθόν ανάγεται, διά πόθον αναβαίνει Λίβ. P 148· γ) (αμτβ. μέσ.) οδηγούμαι (πνευματικώς): Εγώ δε τούτο το ρητόν πιστώς αιχμαλωτίζων| εις εκδοχήν ανάγομαι τούτου τιμιοτάτην Γλυκά, Αναγ. 255· δ) (αμτβ. μέσ.) (προκ. για κάποιον που καταλαμβάνει ανώτερη θέση) ανέρχομαι: ανήχθη εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν Χρον. 304· ε) (μεταφ.) (μτβ. και αμτβ.) κάνω κάποιον να ορθοποδήσει, εξυψώνω, προάγω: Να ελευθερώσω Ρωμανιάν εκ των εχθρών τας χείρας| και τους Ρωμαίους τους κατηφείς ν’ ανάξω, να υψηλώσω Παρασπ., Βάρν. C 139· τους μεν ανάγει σήμερον, τους δε άλλους κατεβάζει Περί ξεν. A 427· 2) (Μεταφ.) α) (μέσ. με δοτ.) (προκ. για γεγονότα) αντανακλώ, έχω απήχηση, σχετίζομαι: ως πάντ’ αυτῄ (ενν. τῃ Κων/πόλει) ανάγονται ως ούσῃ μητροπόλει Ριμ. Βελ. 120· β) θεωρούμαι: ανάγονται παρόμοια αυτά τα δύο ζώα Φυσιολ. (Legr.) 54. γ) (αμτβ. μέσ.) ανάγομαι σε κάτι όμοιό μου, μοιάζω με κάτι: Ο διάβολος ανάγεται, άνθρωπ’, εις την αρκούδα Φυσιολ. (Pitra) 37128.
       
  • αναγωγή  
    η, Καλλίμ. (Κριαρ.) 598, Φυσιολ. (Pitra) 3739, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 335.
    Το αρχ. ουσ. αναγωγή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Καταγωγή: Αυτός δε πάλιν την αρχήν επιζητεί της κόρης,| το γένος, την αναγωγήν, την χώραν, τους προγόνους Καλλίμ. 598. —Συνών.: ρίζα. 2) Ανέβασμα, εξύψωση, εξιδανίκευση (Για τη σημασ. πβ. Lampe, Lex. στη λ. A): τι δ’ ουκ αφείς την υψηλήν αναγωγήν του λόγου,| προς την εμήν υπόθεσιν τούτον καταβιβάζω; Γλυκά, Αναγ. 335. 3) Μεταφορά (θεωρητική) ενός γεγονότος από μια περίπτωση σε μια άλλη, αλληγορία· δίδαγμα από διήγηση (Πβ. τη μτγν. σημασ. L‑S στη λ. II): Άκουε την αναγωγήν, άνθρωπε, του θηρίου Φυσιολ. 3739.
       
  • ανατάζω,  
    Καλλίμ. (Κριαρ.) 508, 582, Λίβ. (Wagn.) N 3047, Πικατ. (Κριαρ.) 337· ανατάσσω, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 277, Ασσίζ. (Σάθ.) 22723, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2243, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2015, 3428, Αχιλλ. (Hess.) N 399, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 324.
    Το μτγν. ανετάζω.
    1) Ανακρίνω (Πβ. L‑S, λ. ανετάζω): Ουδέν πρέπει να εισακουσθεί παρά της πολιτικής αυλής, αλλά εις την αγίαν εκκλησίαν η ποία ένι κρατημένη περί τούτα τα κρισίματα να ακούσει και να διδάξει και διορθώσαι και με τους πνευματικούς να εξετάσει και να τους ανατάξαι και εις μετάνοιαν του τοιούτου κακού διόρθωσιν Ασσίζ. 22723. 2) α) Βασανίζω (Για τη σημασ. βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 35): Λαβών τι κείμενον εκεί λεπτόν λυγώδες ξύλον| ανέταζεν επί πολύ την κρεμαμένην κόρην Καλλίμ. 508· β) τιμωρώ: Η θάλασσα ζαλίζεται, βρυχάται, κυματίζει,| και τον περάτην τον πτωχόν ως πταίστην ανατάσσουν Γλυκά, Αναγ. 277· γ) (μέσ.) βασανίζομαι προσπαθώντας να κάνω κάτι· προσπαθώ: Καστέλλιν έχεις, δέσποτα, τό ηγάπα ο πατήρ σου· πολλά το περιεκύκλωσεν και εκατεσφάλισέν το (παραλ. 1 στ.)· τρεις μήνας ανατάσσεται (Εσφαλμ. ο Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 202, δέχεται ότι το ρ. είναι άσχετο προς το ανετάζω) και ου δύναται το πάρει Αχιλλ. N 399. 3) Στενοχωρώ (πολύ): Πώς με ανατάσσει σήμερον δι’ εσέν ο λογισμός μου; Λίβ. Sc. 933. 4) Βασανίζοντας διδάσκω· κάνω κάποιον να μάθει: κρεμνούν και ανατάσσουν τους (πβ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 357) να τρώσιν τους ανθρώπους Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 324. 5) Υβρίζω: Και τάχα τότε εκίνησα τον Χάρο ν’ αγενίζω| και ανάταξά τον άχρηστα και τ’ όνομά ντου εβρίζω Πικατ. 337. Πβ. παστολογώ. —Συνών.: αγενίζω, ανατιμώνω, γενολογώ, υβρίζω.
       
  • άνετος,  
    επίθ., Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 209, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17527, Καλλίμ. (Κριαρ.) 2121, Ιερακοσ. (Hercher) 1892, 4997.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
    1) Αναπαυτικός, ήσυχος, ατάραχος (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. 3 και τη σημερ., Δημητράκ. στη λ. 3): Κοιμάται μέχρι δειλινού βασιλικώς η κόρη.| Ως είδον ανετότατον τον της δεσποίνης ύπνον Καλλίμ. 2121. 2) Που δεν παρέχει εμπόδια, εύκολος (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 3): ... ρήξας (ενν. τις) τας ηνίας ανέτῳ δρόμῳ φέρεται πόρρω που της ευθείας Γλυκά, Αναγ. 209. 3) α) (Προκ. για πτηνά) που δε δεσμεύεται, δεν εμποδίζεται, ελεύθερος (Η σημασ. ήδη μτγν., Δημητράκ. στη λ. 4): Πώς ού πτερύσσεται το πτηνόν ανέτῳ πτερῴ, αλλά δουλογραφείται καινώς ούτω και υπέρ την φύσιν; Μακρεμβ., Υσμ. 17527· β) που δε φέρει (ιατρικό) επίδεσμο: εάν θλασθεί όνυξ εν άκρᾳ, έασον αυτόν (δηλ. τον ιέρακα) εν τῃ οικίᾳ άνετον Ιερακοσ. 4997.
       
  • απαρρησίαστος,  
    επίθ., Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 6, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3410, 4192.
    Το μτγν. επίθ. απαρρησίαστος.
    1) Που δεν έχει την τόλμη να μιλήσει: ούτως απαρρησίαστον κακομηχάνου στόμα Μανασσ., Χρον. 3410. 2) Δειλός (Πβ. L‑S στη λ. ΙΙ a, b): και πώς θρασύς ο την αιδώ προβεβλημένην έχων,| ο δ’ αυ απαρρησίαστος τας χείρας πώς ανταίρει; Γλυκά, Αναγ. 6. Το ουδ. = δειλία, φόβος (Η σημασ. ήδη στο Ιω. Χρυσόστ., Lampe, Lex. στη λ. A): (Το γαρ απαρρησίαστον ηνάγκαζεν επέχειν),| ως ύστερον εδράξατο καιρού και παρρησίας| εξέρρηξεν τον τοκετόν Μανασσ., Χρον. 4193. Βλ. και ακάρδιος.
       
  • αποβάλλω,  
    Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 17, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 341, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2567, Ασσίζ. (Σάθ.) 11530, Ιερακοσ. (Hercher) 44113, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 52726, Επιστ. Μουρ. Β′ (Λάμπρ.) 58Β, Δούκ. (Grecu) 797, 3252, Έκθ. χρον. (Lambr.) 6719.
    Το αρχ. αποβάλλω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) (Ενεργ. και μέσ.) εγκαταλείπω, παρατώ: αποβαλών δε την γυναίκα και παίδας αυτού, ήλθεν εν τῃ Πόλει Έκθ. χρον. 6719. Βλ. και αλλάσσω Α4, αμπαντονάρω, αναχωρίζω Α, απαριάζω 1α, απαρνούμαι, απαφήνω 1. 2) Δεν αποδέχομαι κάτι: προσέξατε μήπως αποβάλλοντες το ζήτημά μου Επιστ. Μουρ. Β′ 58 Β. 3) Θανατώνω, φονεύω (πβ. και ΙΛ στη λ. αποβγάζω 4): εκεί γαρ ο το τρόπαιον στησάμενος της νίκης φθάσας πολλούς απέβαλε τῳ του πολέμου νόμῳ Γλυκά, Στ. Β′ 17. Βλ. και αγουροκόβω, αποκοιμίζω 2. 4) (Μεσ.) απομακρύνομαι από τους κόλπους της εκκλησίας: και εαν ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν ουκ εγίνωσκεν ότι ήσαν συγγενάδες …, ου χρή αποβάλλεται Ασσίζ. 11529-30. 5) Φρ. α) Αποβάλλω χολήν = βγάζω χολή από το στομάχι, κάνω εμετό: … όταν αυτόν ιδείς αποβάλλοντα χολάς, τότε αυτῴ δός … Ορνεοσ. αγρ. 52726· β) αποβάλλομαι την ψυχήν = χάνω την ζωτικότητά μου, εξασθενώ: Η δε Πόλις … τῳ μεγέθει του λοιμού εστενοχωρείτο και απεβάλλετο την ψυχήν Δούκ. 797· γ) αποβάλλομαι του ζήν = πεθαίνω (πβ. και L‑S στη λ. 3, χωρίο Σοφοκλ.): δει ούν ινα αυτόν ιατρεύσει ευθέως· εάν δε μη, του ζήν αποβαλείται Ιερακοσ. 44113.
       
  • αποκρυφή  
    η, Γλυκά, Αναγ. 330.
    Το μτγν. ουσ. αποκρυφή.
    Κρύψιμο, απόκρυψη (Η σημασ. μτγν., L‑S): σκύτος εις αποκρυφήν ετίθει της φιλίας Γλυκά, Αναγ. 330.
       
  • απολογία  
    η, Γλυκά, Αναγ. 21, Ασσίζ. 2624, 306, 6418, 718, 10116, 2202, 31925, 3203, Διγ. Gr. II 161, Διγ. A 830, Χρον. Μορ. H 3795, 3808, 5142, 5268, 6501, Χρον. Μορ. P 295, 5141, 5711, 5838, Ορισμ. Μαμελ. 989, Βίος Αλ. 3486, Διήγ. Βελ. 100b, Μαχ. 1581, 24233, 24610, 5981, Σφρ., Χρον. μ. 4414, 4614, Ριμ. Βελ. 173, Έκθ. χρον. 8119, Αχέλ. 1522, Ρίμ. θαν. 111, Ιστ. Βλαχ. 2033, Διγ. Άνδρ. 3323 απελογία, Χρον. Μορ. P 2616· απιλογία, Λόγ. παρηγ. L 615, Διγ. Gr. 1517, Χρον. Μορ. H 295, 372, 1549, 2147, 2616, 2975, 5141, 5711, 5835, 7136, 7161, 7616, 8609, Χρον. Μορ. P 250, Παρασπ., Βάρν. C 221, Αργυρ., Βάρν. K 348, Θησ. (Foll.) I 47, 98, Θησ. [521], Κορων., Μπούας 4, Χρον. σουλτ. 8232, Εγκ. αγ. Δημ. 109160· απιλογιά, Θησ. (Foll.) I 47, 99, 109, 110, Θησ. Γ΄ Υπόθ. [13], Β΄ [881], Γ΄ [736] (έκδ. απιλογία), Αιτωλ., Μύθ. 612, Ερωτόκρ. Α΄ 982, 1232, Β΄ 1247, 1458, Γ΄ 498, 1049, Δ΄ 200, 255, 305, 1296, 1434, Ε΄ 674, Ροδολ. Β΄ [524], Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [244, 515], Φορτουν. Ιντ. γ΄ 149, Τζάνε, Κρ. πόλ. 46523, 5342, 5381, 25· απολογιά, Ασσίζ. 1441, Μαχ. 3569-10, Θησ. (Foll.) I 115, Θησ. Β΄ [358], Γ΄ [744], Δ΄ [403], Βουστρ. 422, 481, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16424, 3669.
    Το αρχ. ουσ. απολογία. Ο τ. απιλογία κατά το αντιλογία (Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 29, 57). Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. απολογιά).
    1) α) Δικαιολογία για ό,τι ευθύνεται κανείς (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., ΙΛ, λ. απολογιά 1): έχει και προμελετημένην απολογίαν να δώσει Διγ. Άνδρ. 3323· το έγκλημαν του αγκαλεσίου και την απόκρισην του αγκαλεμένου (χφ., έκδ., αγαλένου διορθώσ.), την απολογίαν Ασσίζ. 2624· β) δικαίωμα να εμφανίζεται και να μιλεί (κάπ.) (σε δικαστήριο): εντέχεται να χάσει απολογίαν της αυλής πάντοτες, ως ότι ποτέ να μην εισακουσθεί, ουδέ να πιστευτεί απού είτι ειπεί Ασσίζ. 2202· έχασεν απολογίαν της αυλής δια καμμιάν απιστίαν Ασσίζ. 1441. 2) α) Απάντηση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απολογιά 2· βλ. και Κουκ., ΗΜΕ 1930, 431): απιλογιά λυπητερή ήδωκε στα ’φουκράτο Ερωτόκρ. Α΄ 1232· συμπεθερώ να κάμουσι, τα τέκνα να παντρέψου| και θέλουσιν απιλογιά γλήγορα να μισσέψου Ερωτόκρ. Δ΄ 200· ας πάγω την απιλογιά του βασιλιού να δώσω Ροδολ. Β΄ [524]· επήγαν εις την Λευκωσίαν εις τον ρήγα και είπαν του την απολογίαν του σουλτάνου Μαχ. 1581 (βλ. και αντίγραμμαν 1, αντιγραφή 1, αντίγραφον, αντιπίττακον, αντίσηκος, ούδ. 1, αντίφασις)· β) ανακοίνωση για απόλυση (Βλ. και Ησύχ.): ο κύρης ή η κυρά οπού τους εκράτησεν (ενν. τον σεργέντη και την τζαμπερλάνα) ένι κρατούμενος να τους δώσουν είδησην,ήγουν απολογίαν Ασσίζ. 718 (βλ. και αβίζο, αβίς, αιτία 3). 3) α) Συγκατάνευση, άδεια για την αποχώρηση κάπ. (Βλ. Δραγ., Αθ. 26, 1914, 27): διατί εκόπιασαν πολλά της γης και της θαλάσσης (παραλ. 1 στ. ), να έχουσι (ενν. οι κεφαλάδες) απιλογίαν μικροί τε και μεγάλοι, να απέρχονται εις τα οσπίτια τους Χρον. Μορ. P 2975· απολογίαν εζήτησεν, ήθελε να υπαγαίνει Χρον. Μορ. H 3795· απολογίαν του εδώκασιν, εδιάβη οπόθεν ήλθεν Χρον. Μορ. H 3808· έδωσε απιλογία ο βασιλεύς των Βενετσάνω, ότι να φύγουν από κεί Χρον. σουλτ. 8232, Χρον. Μορ. H 295, 372, 1549 (βλ. και απάδεια)· β) χαιρετισμός (Βλ. Δραγ., Αθ. 26, 1914, 27): απιλογίαν απήρασιν ο είς από τον άλλον· ο βασιλεύς εδιάβηκεν ολόρθα εις την Πόλιν | κι ο μισίρ Ντζεφρές εστράφηκεν οπίσω εις τον Μορέαν Χρον. Μορ. H 2616. 4) Απόλυση από μια εργασία: πάσα φοράν απού θέλει ημπορεί να τον απολογιάσει τον σιργέντην ον την τζαμπερλάναν την εκράτησεν με τοιούτον, ότι να τον πλερώσει εις όσον καιρόν απού του εδούλεψεν και αλλοίως η απολογία ουδέν αξιάζει Ασσίζ. 31925. 5) Αποπομπή, διώξιμο, καταδίωξη (Βλ. Δραγ., Αθ. 26,1914, 27· η σημασ. και σήμ., ΙΛ,. λ απολογιά 5): Ο άνωθεν Τζάκες επήγεν εις τον αφέντην του και είπεν του πως ο κούντης εμήνυσεν δια τα σκυλία και πως τον απολόγιασεν και αγγρίστην ο αυτός σιρ Χαρρήν δια την απολογίαν του υιού του Μαχ. 24233· Ει δε καθίσει (ενν. ο Διγενής) εις άλογον, απιλογίαν μάς κάμνει (=μας διαλύει) Διγ. Esc. 1517· ημείς, αφέντη, από του νυν απολογίαν μας δίδεις. Αφού την ρόγαν μας κρατείς, ημείς σε προσκυνούμεν| κι υπάμεν να εύρομε αλλαχού να ζούμε ωσάν στρατιώτες Χρον. Μορ. H 5142 (βλ. και απεκβολή, απόβγαλμαν 1). 1) (Προκ. για διήγηση) συνέχιση ομιλίας: έναι μακρά η εξήγησις κι έχει πολυλογίαν,| αμ’ έναι χρεία ’δά τό ’ρχισα να δώσ’ απιλογίαν Κορων., Μπούας 4.
       
  • αποπηδώ,  
    Γλυκά, Αναγ. 342, 345, Μανασσ., Χρον. 5231, Ορνεοσ. αγρ. 55923, Διγ. Gr. IV 181, Διγ. Z 1387, Ψευδο-Σφρ. 2185, 37621.
    Το αρχ. αποπηδάω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Πηδώ (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αποπηδάω I): αποπηδώ της εαυτού κλίνης ο νεωκόρος Μανασσ., Χρον. 5231. 2) Αναπηδώ (Πβ. L‑S, λ. αποπηδάω ΙΙΙ): όταν δε επλησίασεν, αποπηδα ο λέων Διγ. Gr. IV 181 (βλ. και αναβράζομαι). 3) Απομακρύνομαι: έρημος πάντων γέγονα, πάντων απεστερήθην, | ο φίλος απεπήδησεν, ο συγγενής εκρύβη Γλυκά, Αναγ. 342 (βλ. και αλαργάρω, αλαργώ, αναμεριάζω, ανασπώ II 1, αναφεύγω, αναχωρίζω Β, απεκβαίνω α, αποβγαίνω 1, αποδιαβαίνω 1, αποκουντουρίζω 1, απολείπω 1, απομακραίνω Β, απομακρίζω 2, απομακρύνω A3, αποξεβαίνω α,β, αποξενώνω Β1β, αποφοιτώ, αποχύνω). 4) Μεταθέτω, μετατοπίζω: ο Οτθμάνης φίλαρχος ων και πλεονέκτης ουκ ηρέμησεν, άλλα αποπηδών τα όρια των ετέρων αδίκων αυτούς … Ψευδο-Σφρ. 2185 (βλ. και απομακρίζω 1β). 5) Υπερπηδώ: βούλονται κατά σύγκρισιν των σων ταις εαυτών υπολήψεσι αποπηδάν τους προσήκοντος βαθμούς των οφίκιων Ψευδο-Σφρ. 37621.
       
  • απορώ (I),  
    Κομν., Διδασκ. Δ 308, Σπαν. P 251, 267, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 540, Γλυκά, Στ. 257, 389, Γλυκά, Αναγ. 3, Προδρ. I 108, Μανασσ., Χρον. 1357, 1427, 2983, 5260, Καλλίμ. 345, Ελλην. νόμ. 55311, Διγ. Gr. VH 167, Ακ. Σπαν. 35222, Χρον. Μορ. H 8527, 8535, 8558, 8669, Χρον. Μορ. P 158, 2301, Πτωχολ. N 65, Φλώρ. 1242, 1335, Απολλών. (Wagn.) 698, Λίβ. Sc. 2813, Λίβ. N 2989, Αχιλλ. N 921, Ιμπ. 857, 886, Notizb. 85, Δούκ. 7915, 42912, Σφρ., Χρον. μ. 307, 7626, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [46], Κυπρ. ερωτ. 225, Έκθ. χρον. 149, 4714, 541, Ιμπ. (Legr.) 791, Συναξ. γυν. 332, 624, Ψευδο-Σφρ., 2044, Τριβ., Ρε 16, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 444, Βίος γέρ. V 60, Αχέλ. 681, 871, 2311, Παλαμήδ., Βοηβ. 151, Ιστ. Βλαχ. 898, 1186, 2190, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [170], Διακρούσ. 818, 9511, 9725, 988.
    Το αρχ. απορέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Βρίσκομαι σε αμηχανία η σύγχυση (Πβ. L‑S στη λ. II): ο λογισμός μου απορεί δεν ημπορώ να γράψω Διακρούσ. 9511· Η δε απόρει τα πολλά, ουκ είχεν τί ποιήσει Απολλών. 698. 2) (Με αντικ. η χωρίς αντικ. η με εμπρόθ. προσδ.) παραξενεύομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): πώς υπομένεις απορώ ταύτην την αδικίαν Γλυκά, Στ. 257· τόσα ’μορφα κινούσασιν ότ’ άνθρωπος απόριεν Παλαμήδ., Βοηβ. 151· απορώ και εξίσταμαι Ακ. Σπαν. 35222. καλάν όπ’ έκαμεν πολλά τα απορούσιν Ιστ. Βλαχ. 2190· Θαυμάζει την υπόθεσιν, πολλά απορεί το πράγμα Φλώρ. 1242· Ευρέθησαν κι οι δυο γυμνοί και εις τον άλλο εθώρει. Αδάμ το εξενίζετον, η Εύα το ηπόρει Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [46]· θαυμάζουν, φρίττουν, απορούν πλέον εις το εγκόλπιν Ιμπ. 857. 3) Ανησυχώ, στενοχωριέμαι (Πβ. L‑S στη λ. ΙΙΙ): Ημέρας έκαμαν πολλάς όπου το πολεμούσαν | και τίποτας δεν έκαμναν και όλοι απορούσαν Διακρούσ. 818· μα την αλήθειαν, απορώ και ο πόνος της ψυχής μου πετά με εις Αδην Λίβ. Sc. 2813 (βλ. και αγκουσευω, αποκουντουρίζω 2, βαραίνω). 4) Αναρωτιέμαι, διερωτώμαι: από το κάστρον ιδόντες ημάς και απορήσαντες τι άρα και ένι … απέστειλαν ένα των αρχόντων Σφρ., Χρον. μ. 307. 5) Βρίσκομαι σε αδυναμία να …, αδυνατώ να …: μα την αλήθειαν, απορώ να σε τα καταλέξω Λίβ. N 2989· φράσαι δη όλως απορώ κινήματα της κόρης Διγ. Gr. VII 167. 6) α) (Ενεργ. και μέσ.) στερούμαι (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II): εσύ αποστέλνεις στον Μορέαν μπάιλον και ρογατούρους | και τυραννίζουν τους φτωχούς, τους πλούσιους αδικούσιν το διάφορον τους πολεμούν κι ο τόπος απορείται Χρον. Μορ. H 8558. και βιάζονται το διάφορον το εδικόν τους πάντα κι ο τόπος πάντα | απορεί, χάνεται, κιντυνεύει Χρον. Μορ. H 8527· εκ πάντων ουν απορηθείς ο Δαρδανίδης γέρων Μανασσ., Χρον. 1357· β) δυστυχώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV): εάν ο υιός μου λάβει γυναίκα με τον ορισμόν μου και απορεί καγώ ο πατήρ εύπορος υπάρχω, υπόκειμαι του τρέφειν τους παίδας του υιού μου Ελλην. νόμ. 55311· απορήσας τοίνυν ούτως και όπως ζήσειν ουκ είχεν Βίος γέρ. V 60. 7) Η μτχ. ηπορημένος, απορημένος = α) αμήχανος, που δεν ξέρει τι να κάμει: ο δε Ρουμπέρτος έμεινεν ωσάν απορημένος, ότι άλογα ουκ ηύρηκεν να επάρει μετά κείνον Χρον. Μορ. P 2301· β) φτωχές (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV πβ. και ΙΛ, λ. άπορος 1): ας έλαβες ομοίαν σου καπήλου θυγατέραν, | κουτσοπαρδάλαν τίποτε, γυμνήν, ηπορημένην Προδρ. I 108· γ) δυστυχισμένος (Πβ. ΙΛ, λ. άπορος 6α): εν σκοτεινοίς εκάθισε γυμνόν, ηπορημένον Γλυκά, Στ. 389 (βλ. και απολλύω μτχ., άπορος I 2).
       
  • αποστρέφω,  
    Φυσιολ. M 366, Σπαν. A 370, Σπαν. V Suppl. 143, Σπαν. (Μαυρ.) P 205, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 398, Γλυκά, Αναγ. 339, Προδρ. IV lh (χφ g) (κριτ. υπ.), lss (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Κρασοπ. 57, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 361, Ελλην. νόμ. 51523, 5165, 54321, Ιερακοσ. 50332, Διγ. A 480, Ερμον. Ψ 267, Χρον. Μορ. H 22, Εξήγ. πέτρ. 275, Πουλολ. Z 236, Βίος Αλ. 2578, Πανάρ. 6220, Απολλών. (Wagn.) 114, Λίβ. P 99, 2181, Βησσ., Επιστ. A΄ 2310, Μαχ. 64229, Θησ. Ε΄ [34], Θ΄ [228], I΄ 328], Πένθ. θαν.2 426, 490, Ψευδο-Σφρ. 35624, 56030, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 361, 451, 1069, Παϊσ., Ιστ. Σινά 187, Αλφ. 2376, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 450, Χίκα, Μονωδ. 39190, Ιστ. Βλαχ. 1739, Στάθ. Β΄ 77, Βακτ. αρχιερ. 155, 156, 181, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 424, 709, Ηπειρ. 2297, ’ποστρέφω, Ch. pop. 337.
    Το αρχ. αποστρέφω. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Παναρέτου, Κυπρ. Σπ. 14, 1950, 147). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I. Ενεργ. Α´ μτβ. 1) Κατευθύνω: και τους δικαίους εις ζωήν αιώνιον να πέψει, εις πυρ δε τους αμαρτωλούς και σκότος ν’ αποστρέψει Πένθ. θαν.2 490. 2) Αποπέμπω· αδιαφορώ (για κάπ. η κ.): την θεραπείαν σου θέλομεν, μηδέν μας αποστρέφεις Πένθ. θαν.2 426· Προδρ. IV lh (χφ. g) κριτ. υπ.)· αν δύνεσαι και δανεικόν μηδέν το αποστρέφεις | και βλέπε και το δάνος σου το τίναν γουν το δίδεις Σπαν. V Suppl. 143 (βλ. και ακηδιάζω, ακηδιώ 1, αμελεύω, αμελώ, αμεριμνώ Αβ, αποβγάνω 1, αποδιώχνω α, αποζυγώνω 2, απολογιάζω 14, απομεριμνώ 1β). 3) Επιστρέφω, γυρίζω (Πβ. ΙΛ στη λ. A3): και πρόβλεψον εις την υγείαν τ’ Αρκύτα πώς να γιάνει | για ν’ αποστρέψουν την ζωήν οπού ’τόνε χαημένη Θησ. Θ΄ [228]· Ιερακοσ. 50332· Θησ. I΄ [328] (βλ. και αποδίδω 1, γιαγέρνω). 4) Μεταθέτω, μετακινώ, μεταβιβάζω: οι γάρ θεοί των εθνών ουκ έχουσιν εν εαυτοίς ισχύν αποστρέψαι βασιλείαν βασιλέως εις έτερον βασιλέα Παράφρ. Μανασσ. 361 (βλ. και ανακινώ Α1, απομακρίζω 1β). Β´ αμτβ. επιστρέφω, γυρίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): και ανέν και ιδείς την ’πόστρεψε χαρτάκι μου οπίσω | και κατά το έκαμε αυτή πε μου κι εμέ να ποίσω Ch. pop. 337· Σπαν. (Μαυρ.) P 205· εκεί, στα μέρη εκείνα | ουκ έναι ημπορούμενο εκείνος ν’ αποστρέψει Θησ. Ε΄ [34] (βλ. και αναγυρίζω Αα, αναζευγνύω, ανεπιστρέφω, άνθυποστρέφω Α). II. (Μέσ.) 1) α) Αισθάνομαι αποστροφή, αντιπάθεια, αδιαφορία, αδιαφορώ (για κάπ.), αντιπαθώ, αποφεύγω (κάπ.) (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Γ1): αυτοί τον αποστρέφονται (ενν. τον ιερέα) διά κακόν σημάδι Ιστ. Βλαχ. 1739· Περί τους έχοντας τέλειον γάμον μετά γυναικός και αποστρέφονται τον γάμον και ου βούλονται είναι μετ’ αυτάς Ελλην. νόμ. 54321· Αλλά μη κλείσεις ακοάς, μηδέ αποστραφείς με Προδρ. IV lss (χφφ CSA) (κριτ. υπ.) γονείς του απεστράφηκεν διά την εμήν αγάπην Λίβ. P 2181 (βλ. και ακηδιάζω, ακηδιώ 1, αμελεύω, αμελώ, αμεριμνώ, ανορεξιάζω, απομεριμνώ 1β)· φρ. αποστρέφομαι το πρόσωπον = γυρίζω από το άλλο μέρος: εάν η νόσος του ανθρώπου ῄ εις θάνατον, αποστρέφεται το πρόσωπον αυτού ο χαλαδριός Φυσιολ. M 366 (βλ. και ακρογυρίζω)· β) αλλάζω διάθεση, γνώμη: τανύν δε αποστρέψεται και ου βούλεται εκπληρώσαι μετ’ αυτήν την τελείαν ιερολογίαν Ελλην. νόμ. 5165 (βλ. και αλλάσσω Γβ, αλληλογώ Α). 2) Απομακρύνομαι, μένω μακριά (από κ.), αποφεύγω (κ.): Περί ιερέως αναξίου … ότι πριν να εξεταχθεί από της συνόδου να μην αποστρέψεται ο λαός από τας λειτουργίας αυτού Βακτ. αρχιερ. 155· αν δεν αποστραφείς απέ την μωρικήν βουλήν τούτην, θέλεις νικηθήν και θέλεις χαλαστήν Μαχ. 64225· Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 361, 451 (βλ. και ανασπώ III, απολείπω 1, απομακραίνω Β, απομακρύνω A3, αποξεβαίνω β, αποξενώνω Β1β, αποπηδώ 3). 3) Επιστρέφω: ουδείς ημών χωρίς αυτήν αποστραφήναι θέλει Διγ. A 480· εάσας το σπήλαιον απεστράφη όπισθεν εις το χρύσινον Εξήγ. πέτρ. 275 (βλ. και αναγυρίζω, αναζευγνύω, ανεπιστρέφω ανθυποστρέφω Α, γιαγέρνω). 4) α) Καταφεύγω: όπου ανεμίσεις (έκδ. ανεμίσει· διορθώσ.) τίποτας καλό σιμά αποστρέφου Στάθ. Β΄ 77· είχεν δε φίλον γνώριμον … (παραλ. 1 στ.) εκεί απεστράφην το λοιπόν ’πολλώνιος ο πρίγκιψ Απολλών. 114 (βλ. και ανασώνω 1)· β) φτάνω: Εγώ προς γην αποστραφείς διά την αμαρτίαν | και λογισθείς εν τοις νεκροίς εκ παραπτώματος μου έρημος πάντων γέγονα Γλυκά, Αναγ. 339. 5) Αποτείνομαι: Η κίσσα απεστράφηκε και λέγει προς εκείνον Πουλολ. Z 236· Ερμον. Ψ 267.
       
  • απρόσκοπτος,  
    επίθ., Γλυκά, Αναγ. 398, Λίβ. P 1035.
    Η λ. σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. (Δημητράκ.).
    Που δεν προσκόπτει, δεν προσκρούει πουθενά, ανεμπόδιστος, απρόσβλητος (Η σημασ. σε επιγρ., L‑S): όντως και οι ευάρετοι εν τῃ του βίου ζάλῃ | ακύμαντοι, απρόσκοπτοι μένουσι Γλυκά, Αναγ. 398· αποξενώσεως ένωσις και απρόσκοπτος αγάπη Λίβ. P 1035 (βλ. και ανοικτός 1ε1, απρόσκρουστος).
       
  • αρχαίος,  
    επίθ., Κεκ., Στρατ. 89ροε, 2812, Σπαν. V 53, Γλυκά, Στ. 116, Γλυκά, Αναγ. 163, Στ. Αδάμ 14, Προδρ. IV 1bbb (χφφ. CSA) (κριτ. υπ.), Διγ. (Trapp) Gr. 414, Διγ. Z 659, 4471, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 31, Σαχλ., Αφήγ. 95, 853, Έκθ. χρον. 2511, Ιστ. πολιτ. 3618, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403· αρχιός, Φαλιέρ., Λόγ. 232, Δεφ., Λόγ. 23 (έκδ. αρχαιών Κριαρ., Αθ. 46, 1935, 137 διόρθ. σε αρχιών), Πανώρ. Ε΄ 171.
    Το αρχ. επίθ. αρχαίος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Προκ. για πράγμα ή κατάσταση 1) Που είναι παλαιό και διατηρείται ως σήμερα (Πβ. L‑S στη λ. I1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): ο σάκος ο αρχαίος έως του νυν Ιστ. πολιτ. 3618· μνησθήναι τον βασιλέα αρχαίαν αγάπην Κεκ., Στρατ. 89ροε· ου γαρ ποτέ λανθάνεται αρχαιότερος πόθος Διγ. Z 659. 2) (Προκ. για την πατρίδα) που υφίσταται από παλαιά· σεβαστός: πατρίδα την αρχαίαν Γλυκά, Αναγ. 163. Β´ Προκ. για πρόσωπο 1) Που είναι παλαιός, που υφίσταται από πολύν καιρό· έμπειρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II· πβ. τη σημερ. χρ. του συγκρ., Δημητράκ. στή λ. 1): απέστειλεν εν αυτῄ (δηλ. τῃ πόλει) στρατιώτην αρχαίον και έμπειρον εις τα πολέμια Κεκ., Στρατ. 2812· εγώ ’μαι πρώτη πολιτική, εγώ ’μαι αρχαία μαυλίστρα (χωρίς λόγο ο Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 370 διόρθ. σε αρχιμαυλίστρα) Σαχλ., Αφήγ. 853. 2) Που έζησε σε προγενέστερη εποχή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ): γενναίων ο καλλωπισμός, το άλσος των ενδόξων,| των ευγενών η καλλονή, ο τύπος των αρχαίων Διγ. Z 4471. Βλ. και αλλοτινός. Το ουδ. του επιθ. στον πληθ. ως ουσ.= 1) η παλαιά, η προηγούμενη κατάσταση (Πβ. τη σημερ. χρ., ΙΛ): να τήνε φέρει (δηλ. την πόλη) εις τα αρχαία της Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403· 2) το αρχικό χρηματικό ποσό, το κεφάλαιο: Θεσπίζομεν μηδεμίαν ανάγκην εκ νόμου καθεστάναι τοις κηδεμόσι τα των νέων χρήματα δανείζειν, άλλ’ ασφαλώς αποτίθεσθαι και φυλάττειν αυτοίς, κάλλιον όν την επί τοις αρχαίοις αυτοίς ασφάλειαν μένειν ή τῃ των τόκων εφέσει και των αρχαίων εκπεσείν … Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 1238.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης