Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- μοναστήριον
- το, Ελλην. νόμ. 53512-13, Απολλών. (Wagn.) 412, Σφρ., Χρον. μ. 13036, Έκθ. χρον. 51, 6, 8326, Παϊσ., Ιστ. Σινά 301, 1255, 1366, 1869, Δωρ. Μον. XXXII, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, 165, 177, Ιστ. Βλαχ. 1114, κ.π.α.· μοναστήρι(ν), Ιμπ. 575 κριτ. υπ., 590 κριτ. υπ., 605 κριτ. υπ., 734 κριτ. υπ., Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μαναστήριον, Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μοναστήρι, Νεκρολ. φ. 38 δις, Χρον. Μορ. H 2736, 4672, Χρον. Μορ. P 2745, Gesprächb. 8327, 841-2, 3, Απολλών. 409, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1621], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 100r, 134r, Πορτολ. A 32726, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v, 36v, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 114, 689, Διακρούσ. 7420, 1067, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23429, 25124, 4149, κ.π.α.· μοναστήριν, Προδρ. II Η 25e, III 224α χφφ CSA κριτ. υπ., 337, 378, 391 χφφ C8A κριτ. υπ., Ασσίζ. 4328, 1241, 36512, Χρον. Μορ. P 4672, Gesprächb. 11723, Ιμπ. 572, 734, Μαχ. 24632, 35, 2484, 62834, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 507, Πορτολ. A 2314, Βεντράμ., Γυν. 227, κ.π.α.· μοναστήριο, Μηλ., Οδοιπ. 640.
Το μτγν. ουσ. μοναστήριον. Ο τ. μοναστήρι(ν) σε έγγρ. του 15.αι. (Darrouzès, Textes byzantins XX 36), στο Μακρυγιάννη (Βλ. Χαραλαμπάκης (Μελ. ελλην. γλωσσ.) Ϛ΄, 1985, 357) και σήμ. Ο τ. μοναστήρι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 793·26, Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 14126, 15162, κ.π.α.) και σήμ. Ο τ. μοναστήριν σε έγγρ. του 13. και 16. αι. (Act. Xér. 9 Α35, Β53, Βισβίζ., ό.π. 798, κ.α.) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μοναστήριο σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 469 και 470· 26, 1983, 427 και 495).
1) α) Τόπος όπου μονάζουν μοναχοί ή μοναχές, μοναστήρι: Τούτος δε ο πατριάρχης κύρης Ιερεμίας ανεκαίνισεν ... το μοναστήριον του Σταυρονικήτα Ιστ. πατρ. 16916· ήλθομεν πάλιν εις την Λαύραν, πολλά τρανό μοναστήρι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 36v· ευρίσκει (ενν. η Μαργαρώνα) τόπον εύμορφον ...| κτίζει ... το άγιον μοναστήριν Ιμπ. 594· (σε παρομοίωση προκ. για μέρος ανυπεράσπιστο, ερημικό): Το κάστρον ηύραν (ενν. οι Φράγκοι) αχαμνόν, ως μοναστήριν το είχαν·| το σώσει το επολέμησαν, από σπαθίου το απήραν Χρον. Μορ. H 1712· β) (μεταφ.· ειρων.): ηγάπουν το μαυλισταρειόν, το μέγα μοναστήριν Σαχλ., Αφήγ. 99. 2) (Γενικ.) τόπος διαμονής· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): Εδά ʼχασες, βαριόμοιρε Αδάμ, αποκλειστήρι,| τον τόπον της παράδεισος και τ’ άγιον μοναστήρι Πικατ. 555. 3) (Συνεκδ.) ναός (συν. μεγάλος· η σημασ. και σήμ.· βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 339 και Δημητράκ., λ. μοναστήριος 3): τον παλαιόν καιρόν, οπού ήτον και όριζαν οι χριστιανοί βασιλείς, ήσαν μοναστήρια, ήγουν εκκλησίες, τξε΄ Προσκυν. Κουτλ. 390 13939. 4) (Συνεκδ.· στον εν. και πληθ.) μοναχοί, καλόγεροι: Ήλθαν τα μοναστήρια και πάντες οι ηγουμένοι| και πήγαν και προσκύνησαν αυτόν Βίος Δημ. Μοσχ. 285· λύσον ταύτην την γραφήν, διά την αγάπην του Θεού, και χαροποίησον το μοναστήρι σου Επιστ. Ηγουμ. 175· Σημαίνουσιν οι εκκλησιές, ψάλλουν τα μοναστήρια Βίος Δημ. Μοσχ. 737. — Ο τ. Μοναστήρι ως τοπων.: Πορτολ. A 3537, 22, 23, 28δις.
μορφή- η, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 374, Διγ. Z 3936, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 109, Σπανός (Eideneier) Α 15, 378, D 61, Φλώρ. 963, 1636, Ιμπ. 103, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 683, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 756, Κυπρ. ερωτ. 13711, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [100].
Το αρχ. ουσ. μορφή. Η λ. και σήμ.
1) α) Εξωτερική εμφάνιση, παρουσιαστικό: Φυσιολ. M 166· β) εξωτερικό είδος, εμφάνιση: έλεγον (ενν. οι Πέρσες): «τις και πόθεν και τις η ξένη σου μορφή και στολισμός ον φέρεις» Βίος Αλ. 3400· (σε μεταφ.) εχθροί εις φίλου μορφήν απέξω απέξω Κυπρ. ερωτ. 1493. 2) Όψη: ευνούχος ουκ εγνώρισεν τον Βέλθανδρον καθόλου,| εκ της κακοπαθείας του ηλλάγην η μορφή του Βέλθ. 1266· Εξέβηκα εις το νησίν, λουλούδια, ρόδα βλέπω| και ενθυμήθηκα μορφήν, το πρόσωπον της κόρης Ιμπ. 814· έτρεμεν η καρδία του μη πράξουν εις εκείνον| ώσπερ και τον πατέραν του, εχάθην η μορφή του Διήγ. Βελ. 427. 3) α) Σχήμα, είδος: έχει δε (ενν. ο λυθίωψ) μακρά κέρατα, πρίονος μορφήν <έχοντα ?>, ώστε πρίζειν αυτό τα μεγάλα δένδρα Φυσιολ. M 33· β) (στην ιδιάζ. έκφρ. μορφή του δέντρου αντί δέντρο): την αυγήν ελθήναι τε προς την μορφήν τον δέντρου Βίος Αλ. 4999. 4) Γλωσσική μορφή, τρόπος έκφρασης, ύφος: Αμ με ρηθέντα του μορφήν τόσα γεννάω Κυπρ. ερωτ. 2712· Αν δείτε την εξαίρετον μορφήν πεδάντε| τόμου και τόσα υμν’ άστρον που μαρτυρίζω Κυπρ. ερωτ. 275.
μπαίνω,- Ερμον. Μ 115, Περί ξεν. A 244, Αχιλλ. L 992, Χρον. Τόκκων 58, Φαλιέρ., Ιστ.2 527 χφ Ν κριτ. υπ., Μαχ. 45432, 6526, Θησ. Β΄ [118], Κορων., Μπούας 62, 75, Αχέλ. 1079, 1767, 1940, Πανώρ. Πρόλ. 48, Α΄ 18, Β΄ 138, Γ΄ 35, Δ΄ 36, Ε΄ 56, Ερωφ. Α΄ 303, Β΄ 235, Γ΄ 184, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 182, Β΄ 581, 713, Γ΄ 359, Δ΄ 261, 656, Ευγέν. 636, Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [26], Γ΄ [88, 91], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 455, Ιντ. γ΄ 82, Διγ. O 2568, Διακρούσ. 9617, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1629, 1755, κ.π.α.· εμβαίνω, Σταφ., Ιατροσ. 9253, Προδρ. Ι 126, Ασσίζ. 43318, Διγ. Z 195, 759, Διήγ. Βελ. (Neap.) 310, Λίβ. P 1230, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 891, Μαχ. 1523, 2664, 52621, Σφρ., Χρον. μ. 2615, Βουστρ. 445, Σουμμ., Ρεμπελ. 178, κ.π.α.· εμπαίννω, Μαχ. 61814, Κυπρ. ερωτ. 1556· εμπαίνω, Λόγ. παρηγ. L 150, Προδρ. III 168, Ασσίζ. 52, 3225, Διγ. A 1750, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 667, 1512, Βέλθ. 742, Χρον. Μορ. H 8799, Διήγ. Βελ. 213, Λίβ. Sc. 75, Αχιλλ. L 216, Ιμπ. 64, Χρον. Τόκκων 292, Μαχ. 4816, 1306, Χούμνου, Κοσμογ. 151, Αλεξ. 669, Συναξ. γυν. 711, Αιτωλ., Μύθ. 126, Πανώρ. Β΄ 252, Ερωφ. Α΄ 274, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 758, Β΄ 683, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [753], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 207, Ζήν. Α΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17515, 23929· επαίνω, Ασσίζ. 343, Μαχ. 1527, Κορων., Μπούας 64· μπαίννω, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 491, Θρ. Κύπρ. M 211· αόρ. έμπηκα, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 318, Απολλών. (Wagn.) 773, Απολλών. 135, 767, Βεντράμ., Φιλ. 126, 216· ήμπα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 416, Βέλθ. 951, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 385, Απολλών. (Wagn.) 96, Απολλών. 274, 378, Αχιλλ. L 59, 183, Διγ. O 2092· αόρ. έμπα, Απόκοπ. (Παναγ.) 438· μτχ. παθητ. παρκ. εμπασμένος, Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 256r, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 87· μπασμένος, Αχέλ. 2206, Πιστ. βοσκ. IV 5, 159, Ευγέν. Πρόλ. 126, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [719], Τζάνε, Κρ. πόλ. 5169.
Το αρχ. εμβαίνω. Ο τ. εμπαίννω στο Meursius και σήμ. στην Κύπρο, όπου και ο τ. μπαίννω, καθώς και τ. ημπαίννω (Σακ., Κυπρ. Β΄ 540, 669, Λουκά, Γλωσσάρ. 145 και 323, λ. εμπαίννω, μπαίννω). Ο τ. εμπαίνω σε έγγρ. του 1618 (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 64), στο Βλάχ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο αόρ. ήμπα, καθώς και ο τ. της μτχ. παθητ. παρκ. εμπασμένος στο Somav. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Α´ Αμτβ. 1) α) Εισέρχομαι, μπαίνω μέσα σε κάπ. χώρο: μπαίνει (ενν. η Αρετή) στο παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1225· Έμπα στο σπήλιο, αγάπη μου, λοιπόν και μην αργήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [841]· τον είδασιν να εμπεί εις την οικίαν Ασσίζ. 985· β) (στην αγκαλιά κάπ.): Κόρη περίσσια ευγενική …| … ’ς τσ’ αγκάλες μου, σαν επεθύμου, μπαίνει Ερωφ. Α΄ 24· εις αγούρου αγκάλες να έμπω Αχιλλ. L 684· γ) (σε σημείο, μέρος του σώματος): ο άνεμος τον κορνιακτόν σηκώνει,| σκορπίζει τον και, αν ευρεθεί ομμάτιν ανοιγμένον,| εμπαίνει και θολώνει το Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2711· κλαίουν, χαίνουσι (ενν. τα πουλία) και μύγες και ακρίδες| υπάσιν και εμπαίνουσιν απέσω στην κοιλιάν τους Φυσιολ. (Legr.) 212· ως έβγουν από την καρδιά και μες στο στόμα μπούσι (ενν. οι αναστεναμοί),| με τον αέρα βγαίνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 327· (εδώ προκ. για υγρό) «μαζεύω»: εκείνος οπού εκαλλίκωνεν το άλογόν μου εκάρφωσέν το και απ’ εκείνον το κάρφωμαν ενέβην νερόν και το κτηνόν μου ελαβώθην Ασσίζ. 43318· δ) (προκ. για ερωτική πράξη): Μάννα μου, τις να το συχωρήσει| από εκεί οπού εβγήκα να εμπώ· ο Θεός να μη το ορίσει Συναξ. γυν. 372. 2) α) (Μεταφ.): αξίωσέ τες, Κύριε, ’ς παράδεισον να μπούσι Διήγ. ωραιότ. 129· αφήνεις στην καρδιά τη δυνατή σου μέσα| να εμπεί η γιαγάπη Στάθ. (Martini) Α΄ 136· επήρε τους ο δαίμονας, εμπαίνει εις τες κοιλιές των (ενν. των φυλακατόρων) Σαχλ., Αφήγ. 542· (εδώ για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 331)· β) (σε μεταφ.): εις την καρδιάν τους έμπαινεν όφης να τους δαγκάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 27112· ενέβην ο διάβολος εις την καρδίαν τους Βουστρ. 490. 3) Εισάγομαι: έστεκε (ενν. ο Μοτσενίγος) ... (παραλ. 1 στ.) ν’ αποσφαλίξει τα νερά στην πόλη να μην μπαίνου| βρώσες Τζάνε, Κρ. πόλ. 36118. 4) α) Εισχωρώ: Από την ρίζαν το νερόν να εμπαίνει του αμπελίου| και εις ένα έκαστον κλαδίν να τρέχει ν’ αναβαίνει Λίβ. Sc. 1361· β) (μεταφ.) τρυπώνω: Χωρεί (ενν. ο φθόνος) και μπαίνει πανταχού, χωρεί και πιάνει πάντας Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 27. 5) α) Επιβιβάζομαι: σ’ άλλον καράβι μπήκασι κι ήλθασι στην Κερκύραν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2294· εμβάς εις έν των κορφιατικών καραβοπούλων ο δεσπότης κυρ Θωμάς ... διέβη εις τον Αγκώνα Σφρ., Χρον. μ. 12429· β) (σε μεταφ.): πολλών ανθρώπων οι ψυχές σήμερο θέλου εμπούσι| στη βάρκα του Αχέροντος Ζήν. Α΄ 25. 6) α) Ορμώ, επιτίθεμαι: ένα του καπετάνιον ... πρεζούνον μπήκε κι έπιασε μέσ’ από τα μαχαίρια Κορων., Μπούας 10· Οι Φράγκοι τών εσμίξανε και μπαίνου και τσι δένου Τζάνε, Κρ. πόλ. 44417, εις τα πρόβατα ο πεινασμένος λύκος| εμπαίνει απέ την πείνα του σα να ’τον λυσσασμένος Θησ. (Foll.) I 75· β) εισβάλλω: ο ρήγας Τζίτμανος ...| με όλα τα φουσσάτα του εμπήκεν στην Βλαχίαν Σταυριν. 312· θα μπούσιν οι εχθροί να σφάξουν τον λαόν σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 20016· άγιοι Δέκα Μάρτυρες …| … τώρα βοηθήσετέ μου| μη μπούνε οι Αγαρηνοί να με καταπατήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4993· γ) παραβιάζω: καταραμένος οπού εμπαίνει εις το σύνορο του σύντροφού του Πεντ. Δευτ. XXVII 17. 7) α) Έρχομαι, φτάνω: με την ώρα μπαίνει| ’ς τούτον τον τόπο η μάννα τση η πολυπικραμένη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 173· εκεί σαν έμπεις (ενν. στην Κυδώνια), ρώτηξε, όποιος κι α σ’ απαντήξει,| τ’ αφέντη μας ... το σπίτι Πανώρ. Αφ. 15· β) προσέρχομαι, παρουσιάζομαι (σε κάπ. ανώτερο): ο Χοσαΐνης προσκυνά ...| κι εις του βιζίρη με χαρά έρχετ’ ομπρός και μπαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 40326· προς την δέσποιναν εμβαίνουσιν ως δούλοι και προσκυνούσι δουλικώς Καλλίμ. 2140· γ) (προκ. για το θάνατο): δίχως να με κράζουσι συχνά ’ς τσι γάμους μπαίνω| κι αρπώ νυφάδες και γαμπρούς Ερωφ. Πρόλ. 82· όπου η αγάπη κατοικά για χαλασμόν τση μπαίνεις (ενν. θάνατε) Ερωφ. Ε΄ 216· δ) επιστρέφω: μην λυπάσαι ότι πως μισεύω και διαβαίνω,| γιατί, τάζω σου, γλήγορα ’ς τούτον τον τόπο μπαίνω Διγ. O 938· Στην Οβρακήν εδιάβηκε και όπου και αν είναι μπαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 507· ε) (προκ. για πλοίο) μπαίνω στο λιμάνι, ελλιμενίζομαι: έρισεν ο σιρ Νικόλ Λαζές τον σιρ Τζουάν Γουνέμε να βιστιρίσει το έναν καράβιν ως γιον εμπαίννει Μαχ. 13031· φρ. μπαίνω εις τον λιμνιώνα, βλ. ά. λιμνιών(ας) φρ. ς) (προκ. για ποτάμι ή τρεχούμενο νερό) χύνομαι: υπηγαίνει και εμπαίνει (ενν. ο ποταμός Βακρίνας) εις τον ποταμό Σάβα Χρον. σουλτ. 6425· χύνουν εκ του στόματος (ενν. τα ζωδία) και εκ των πτερουγίων| νερόν ...| με ταύτα δε εμπαίνουσιν εις πανωραίας φισκίνας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1656. 8) α) Παίρνω μέρος, συμμετέχω: Οι γιανιτσάροι είναι λαβωμένοι ... και δεν ηθέλανε να εμπούσι στον πόλεμο Χρον. σουλτ. 9714· εις σύγχυσες και σκοτωμούς για λόγου της εμπήκα Ερωφ. Ιντ. α΄ 36· βοηθούμενη από τον Θεόν εμβήκεν εις τον αγώνα του μαρτυρίου Ροδινός (Βαλ.) 192· β) (μεταφ.): μπαίνει ζιμιό dum spectat me στου πόθου τα ντουέλλα Στάθ. (Martini) Β΄ 116· αφήν εμπήκα στο χορό, χρειά μὄναι να χορεύγω Ch. pop. 769 (η φρ. μπαίνω στο χορό και σήμ.)· γ) αναμετριέμαι, ανταγωνίζομαι (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 131 και Ε΄ 24): Ένας με δύο έμπαινε ... (παραλ. 1 στ.) κι επαίρνασίνε σαγιτιές στο στήθος, στα ποδάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. 28615· μοναχός μου εμπήκα| ’ς τόσους σου οχθρούς πολλές φορές και νικητής εβγήκα Ερωφ. Δ΄ 701· δ) αρχίζω, επιχειρώ κ.: Έτσ’ είναι κι εις τον άγουρο και κόρη, όντεν αρχίσου| φιλιά να κάμουν τσ’ ερωτιάς κι εμπούσι ν’ αγαπήσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2210· εμένα η ψη μου με βαστά να μπω να αργομεντάρω| κι ένα οζό αδιάκριτο πως είσαι να τρατάρω Στάθ. (Martini) Γ΄ 229· (σε μεταφ.): την πρώτη εστράφη απολιγού, τη δεύτερη πληθαίνει,| την τρίτη παίρν’ αποκοτιά, πλια παραμπρός εμπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2114. 9) (Προκ. για έναρξη χρον. περιόδου): ήμπε και Δικέβριος και τους σεισμούς συχνιάζει Διήγ. ωραιότ. 143· στες κθ΄ του Απριλιού, μπαίνοντας του Μαΐου Τριβ., Ρε 371· Το καλοκαίρι ογλήγορα ... διαβαίνει| κι οπίσω του ... κρυγιός χειμώνας μπαίνει Πανώρ. Γ΄ 138· Οι τρεις χρόνοι περάσασι κι οι τέσσερις εμπαίνα| που η Αρετή ήτο στη φλακή Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 845· ωσάν αρχίσου ... τα γέρα| να μπαίνουσι, τα βάσανα δε λείπου πάσα μέρα Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 24· ΠΕΤΡ. ... γλήγορα περνά ο καιρός. ΜΠΟΖ. ... και μπαίνει στην τουρτούρα Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 502· άρχιζε να βραδιάζουνται κι έμπαινε το σκοτίδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 3384. 10) α) Ανεβαίνω (Για τη σημασ. πβ. και Καψ., Αθ. 73-74, 1973, 552): δόξου έναν όφην και ήρτεν τρεχάτον και ενέβην εις το δέντρον Μαχ. 64830· ενέβην εις έναν όρος Μαχ. 2722· ενέβην εις τους τοίχους της Κερυνίας και απουπάνω ελαβώσαν τον Μαχ. 48211· β) (μεταφ.): να ’χεις φτερά να πηαίνεις| στον ουρανό και παραμπρός κιόλας α θες να μπαίνεις Ζήν. Α΄ 82· γ) εγκαθίσταμαι, κατοικώ: και να χαλάσανε τα σπίτια τα δικά μας| θέλομε μπει στα σπήλια σου να ’ναι για κατοικιά μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 22922· ήρτεν εις την Λευκωσίαν και έμπηκεν εις το σπιτάλλιν Μαχ. 8621· (προκ. για κάπ. που γίνεται μοναχός): ο άνδρας της ένι κρατημένος να δώσει επεσαύτα εις την μονήν οπού να εμπεί (ενν. η γυναίκα) όσον του έδωκεν εις την αρμασίαν Ασσίζ. 12331· δ) (μεταφ.): μια σάρκα να γενούμε| και δυο ψυχές πασίχαρες σ’ έναν κορμί να μπούμε Πανώρ. Β΄ 314· σ’ ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,| πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 660· ε) (για προσωρινή διαμονή): οι νέοι προς τα Σόδομα και Γόμορρα παγαίνουν,| στο σπίτιν κι εις την κατοικιάν του Λωτ αυτοί εμπαίνουν Χούμνου, Κοσμογ. 1094. 11) Καταφεύγω, κρύβομαι: σα με νικήσουνε, όλοι σας θα κοπείτε,| απήτις κι εις τα μνήματα μπείτε να φυλακτείτε Τζάνε, Κρ. πόλ. 5358· στο πατριαρχείον μπήκασι και τότε εγλυτώσαν Στ. Βοεβ. 21. 12) α) Περνώ ανάμεσα, διέρχομαι: του Τούρκου τα πλεούμενα τρίγυρα να κρατούσι (ενν. τα Χανιά),| καράβι, βάρκα των Φραγκών να μην μπορού να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15612· Οι Νέμες είναι δύο νησία· και εμπαίνεις μέσα το έναν και το άλλον και ʼράσσεις εις οργίες ζ΄ Πορτολ. A 515· β) χωρώ, περνώ: Την πόρτα να χαλάσομεν ... ,| γιατ’ είναι το άλογο ψηλό, αλλιάς λοής δε μπαίνει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ δ΄ 146. 13) α) Ανοίγομαι, πηγαίνω στα βαθιά: ωσάν αρχίνησαν ʼκ την γην να ξεμακραίνουν| κι εισέ νερά βαθύτατα της λίμνης να εμπαίνουν,| ερχόνταν μαύρα κύματα και τον εκουκουλώναν Ζήνου, Βατραχ. 126· β) διαπλέω: εις την θάλασσαν να μπεις, πάλιν να ναυαγήσεις Απολλών. 150· (σε μεταφ.): σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 156· γ) βουτώ, ρίχνομαι στο νερό: εκ τον φόβον του θεριού στον ποταμόν εμπήκα Πικατ. 35. 14) Καταλαμβάνω έκταση, εκτείνομαι, επεκτείνομαι: αν γίνεται ότι κανείς άνθρωπος ... εποίκεν ... κανέναν εξωπέταστον επάνω εις τον τοίχον του και εκείνον ... να εμπαίνει εις το στενόν το ρηγάτικον περίττου παρά το τρίτον του στενού ... εντέχεται να το χαλάσουν Ασσίζ. 20315· γέγονε ... μέγας εμπρησμός, εκ του μέρους του νοτιαίου αρξάμενος και εμβάς άχρι πολλού διαστήματος Ιστ. πολιτ. 756. 15) (Προκ. για πυρετό) προσβάλλω: απέ την φλογοτομίαν εμπήκεν του η πυρά εις την κεφαλήν του και εφτερνακίστην και επέθανεν Ασσίζ. 18284. 16) Καταχωρούμαι, καταγράφομαι: τείντα πράγματα μέλλει να κρίνουν ... και τείντα εντέχεται να λάβει απ’ εκείνους οπού έρχουνται της θαλάσσου ... Τούτα θέλουν εμπεί παραμπρός Ασσίζ. 1899. 17) Παρατάσσομαι· προτάσσομαι, μπαίνω μπροστά: τα χοντρά τα κάτεργα ομπρός εκεί να μπαίνουν| τα έξι κι εις έναν καιρόν λουμπάρδες αμολέρνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1901· που ʼσαι, Κορνήλιε Κατερίν, των πολεμάρχω η δόξα,| που ήμπαινες αντήρητα εις των Τουρκών τα τόξα Ζήν. Πρόλ. 38· Ηρματώθησαν κι οι Τρώες| και προ πάντων γαρ ο Έκτωρ (παραλ. 1 στ.) μέσον τους εμπαίνει πρώτος Ερμον. Ξ 281. 18) Πέφτω, ρίχνομαι: Σα να ʼθελ’ έμπει αστραπή και αρκό να τηνε κάψει Σκλάβ. 57. 19) α) Μπήγομαι, καρφώνομαι: πάλος χοντρός στον κώλο σου να μπει με τα τσαρδούνια Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 239· β) (σε μεταφ.): φλόγα η ρομφαία| οπού στ’ Αδάμου την καρδιάν εμπήκεν σαν καρφέα Χούμνου, Κοσμογ. 326· εξανακαινουργιώσασι πάραυτας οι καημοί μου| και λόχη μεγαλύτερη εμπήκε στο κορμί μου Πανώρ. Α΄ 334. 20) Συλλαμβάνομαι, πιάνομαι: το πουλί ’δραμεν εκεί κι εις την παγίδα μπαίνει Αιτωλ., Μύθ. 4510· βρίσκομαι ωσά λαγός στη μέση| δυο κυνηγώ κι όντα θωρώ τον ένα πως μακραίνω| για ν’ αποθάν’ ογλήγορα στ’ αλλού τα βρόχια μπαίνω Πανώρ. Γ΄ 416. 21) α) Αρχίζω ν’ ασχολούμαι με κ., επιδίδομαι σε κ.: Εις τύχην ... μη πιστεύσεις| και έμπεις τότε εις κλεψιάν και εις πορνειάν και εις φόνους Σπαν. (Ζώρ.) V 345· Δεν έχεις έγνοιαν, Κύριε μου, κι η αδελφή μ’ εφήκεν| κι εγώ δουλεύω μόνη μου κι εις άλλα εκείνη εμπήκεν Σκλέντζα, Ποιήμ. 114· όπου σπιρούνια και κουπιά, κατάρτια και τες πρύμες| και να τα γράψω δε μπορώ ούτε να μπω σε ρίμες Τζάνε, Κρ. πόλ. 31820· (προκ. για τις σκέψεις κάπ.): Το ράψιμο, τα γράμματα και το κοντύλι, νένα,| αγάπου κι εις ψιλότητες οι λογισμοί μου έμπαινα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 988· β) (μεταφ.) αφιερώνομαι σε κ.: πλια ξάψε στην αγάπη του, πλια στη φιλιά του εμπήκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 15. 22) α) Περιέρχομαι σε μια κατάσταση: ένα παιδί ... οπού μικρόν εβγήκε| απού τσ’ αγκάλες του κυρού κι εισέ σκλαβιάν εμπήκε Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 138· το φως μου και τα μάτια εθαμπωθήκα| και σε καημόν αρίφνητον εμπήκα Βοσκοπ.2 28· ν’ αλλάξουσίνε τη χαρά απ’ έχουσι σε πρίκα| θωρώντας σ’ είντα παιδωμή για μια νεράιδα εμπήκα Πανώρ. Δ΄ 146· β) υποβάλλομαι σε κ.: τα μέλη εκομπωθήκασι κι εμπήκα σ’ έτοιο κόπο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 946· ποτέ μη μπεις εις κρίσιν,| α δεν εβλέπεις τον κριτήν φιλόθεος να υπάρχει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1095· διά το διάφορον θέλω να κινδυνεύσω| να μπω στον φόβον τούτονε Ευγέν. 424. 23) Συνέρχομαι, συσκέπτομαι: Ο δε Σερμπάνος ήκουσεν, πολλά εσυλλογάτον,| με όλους του τους άρχοντας εμπήκεν στο εφφάτον Ιστ. Βλαχ. 116· οι άρχοντες τση Βενετιάς μπαίνουσι κι ορδινιάζουν κι απού τη Φράντσα το (έκδ. του) μουσού το Σαντ-Αντρέα κράζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 46917. 24) Εκλέγομαι, τοποθετούμαι: θέλουν πάσα δυο χρόνους να αλλάσσουν τον ηγούμενον και μέλλει να μπαίνουν και νέοι ηγουμένοι Επιστ. Ηγουμ. 17415. 25) Φτάνω σε κάπ. ηλικία (Βλ. και Ανδρ., Ελλην. 15, 1957, 24): για παντρειά είμαι δότομος, σαράντα πέντε εμπήκα Στάθ. (Martini) Β΄ 257. 26) Εισάγομαι, φοιτώ (Η σημασ. στο Βλάχ.): πού τα ’μαθες και ʼς ποιο σκολειόν εμπήκες; Ch. pop. 688· Ολίγα γράμματα έμαθα και τότε τα εξαφήκα| και εις το σκολειόν των πολιτικών εγύρεψα και εμπήκα Σαχλ., Αφήγ. 60. 27) Περιλαμβάνομαι, χρησιμοποιούμαι: Κάποιοι δε από τους άρχοντας εδοκίμασαν να μάσουσιν από τους λίθους διά εδικήν τους χρείαν και δεν ημπόρεσαν. Ηθέλησε δε ο Θεός και εμβήκασιν όλοι (ενν. οι λίθοι) μέσα εις τον ναόν Διαθ. Νίκων. 225. 28) α) Συγκρίνομαι: πολλοί ανάξιοι εμπαίνουν| με τους μεγαλιότερους άξιοι μην να γένουν Αιτωλ., Μύθ. 495· β) συγκαταλέγομαι: δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη| να θες να μπεις σε βασιλιούς, ’ς ρηγάτα και σε πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 216. 29) (Προκ. για σκηνική διδασκαλία) αποσύρομαι από τη σκηνή: Τότες μπαίνει ο Πολίταρχος με τους στρατιώτες και η Νερίνα βγαίνει και λέγει Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ μετά στ. 12· Τότες πάλι γίνουνται βροχές και αστραπές και μπαίνει μέσα η θεά και σφαλίζουσίνε οι ουρανοί και η Έλενα λέγει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ μετά στ. 114. 30) α) (Προκ. για ποσό) κυμαίνομαι, ανέρχομαι: διά να ένι η δόσις πλείον στερεωμένη, εάν εμπαίνει περίττου παρά φ΄ πέρπυρα χρυσά, εντέχεται να γίνεται με γράψιμον Ασσίζ. 15425· τα πράγματα του θνητού τα έλαβεν ουδέν αξιάζουν επεσαύτα όσον εμπαίνει το χρέος Ασσίζ. 1366· β) προκύπτω (σαν αποτέλεσμα αριθμητικών πράξεων): επτά ήμισυ φορές είκοσι κάμνουν εκατόν πενήντα· και απέκει ειπέ: δέκα φορές εκατόν πενήντα κάμνουν ̗αφ΄· και μοίρασέ τα με έξι· και εκείνον οπού θέλει έμπει, τόσων βουτσίων θέλει είσταιν το λεγόμενον καράβιν Καραβ. 49211· γ) αντιστοιχώ, αναλογώ: Θέλεις να το κόψεις (ενν. τo άρμενον) εις τρίτον πανίον να πάρεις τες δύο πρώτες φέρσες του φίλου· το ποιον ουδέν εμπαίνουν εις πόντο κανένα και απεκεί να μοιράσεις το πανίν και τους πόντους δεκαέξι Καραβ. 49527· δ) προσδένομαι, προσαρμόζομαι: μάντους οπού εμπαίνουν εις το κατάρτιν Καραβ. 4987-8. 31) Επέρχομαι: όπως το ξίφος της φιλιάς τους νιους ν’ αφταίννει| κι ο θάνατο στους γέροντες δίκιον να μπαίννει Κυπρ. ερωτ. 15612. 32) Βασίζομαι· (μεταφ.): να μην εμπεί τινάς εις καστελλιού ελπίδα| και μετά τούτην να χαθεί του Βούργου η φροντίδα Αχέλ. 2146. Β´ Μτβ. 1) α) Περνώ, διαβαίνω (με αντικ. τη λ. πόρτα): ενέβην (ενν. ο ρήγας) την πόρταν του π(α)λατίου και εγροίκησεν του υιού του πως έκλαιγεν Μαχ. 24237· Αφήτε την απαντοχή όσοι την πόρτα μπείτε·| ολπίδα μπλιο μην έχετε εκ την κόλαση να βγείτε Π. Ν. Διαθ. φ. 246β· Όσους εκατεπίκρανεν η Δυστυχοτυχία| ελάτε, εμπείτε σήμερον της Ευτυχίας την πόρτα Λόγ. παρηγ. L 665· β) διαπλέω, διασχίζω: εμπαίνομε έσω την Μαύρη θάλασσα Μηλ., Οδοιπ. 636· έμπα κι εσύ την θάλασσαν, έρχου όπου με βλέπεις Λίβ. Sc. 1853. 2) α) Ορμώ, επιτίθεμαι: όλοι πεζοί ως ηυρίσκονταν τες γυναίκες εμπήκαν,| τον πόλεμον αρχίνισαν και την δειλιάν αφήκαν Θησ. (Foll.) I 72· β) εισβάλλω: ήλθαν οι Τούρκοι σα θεριά να μπούσινε την χώραν Τζάνε, Κρ. πόλ. 18517· γ) (μεταφ.) αντιμετωπίζω: Την δύναμήν μου πήρες τη, Χάρο, και παραδέρνω| και η καρδιά λιγοψυχά, μέγα βουνάρι μπαίνω Αλφ. 1074· δ) κτυπώ: κατεβαίννει ένας κόρπος από το τριπουτζέττιν και εμπαίνει της περδέσκας των κατέργων και παίρνει την και ρίβγει την εις την θάλασσαν Μαχ. 48621. 3) (Με κατηγ.) γίνομαι· ορίζομαι: Άφς τονε το Ρωτόκριτο ...| να μπεις κερά στις αφεντιές κι εις τα μεγάλα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1082· να πάγει εις τον βασιλέα Λουνυάδη να εμπεί μεσίτης ... και να κάμει και αγάπη Χρον. σουλτ. προσθ. 477· ο υιός ουδέν θέλει να εμπεί εγγυητής διά τον πατέραν του Ασσίζ. 18719. 4) Στο γ΄ πρόσ. και με γεν. προσωπική α) αρμόζω· αναλογώ, ανήκω: ποια τιμωρία του μπαίνει,| ποιος θάνατος λογιάσετε Ζήν. Δ΄ 220· Περί της γυναικός της τεθνεώτης πριν του ιδίου ανδρός και τίνος εμπαίνει το μερτικόν της Ασσίζ. 166· εκείνα τά εμπαίνουν της αγίας εκκλησίας να δοθούν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 327· (εδώ με δοτ. προσωπική): τοις δε παισίν εμπαίνει πάσα πράγμα της μάννα αυτών Ελλην. νόμ. 57720 (Η χρ. και σήμ. στην Κύπρο, Σακ., Κυπρ. Β΄ 570)· β) ορίζω, διατάζω: Αυτού λέγει την υπόθεσιν του χριστιανού απού παίρνει πράγματα κωλυμένα εις την γην τους Σαρακηνούς και τι του εμπαίνει να ποίσει η κρίσις εκείνου του ανθρώπου Ασσίζ. 4911. Γ´ Το γ΄ εν. ενεργ. απρόσ. (με γεν. προσωπική) 1) Πρέπει, αρμόζει, μου επιτρέπεται (Η χρ. και σε συμβόλ. του 17. αι., Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 325): ουδέν μου εμπαίνει επάραι την εμήν προγονήν ή νύμφη Ελλην. νόμ. 56717· Περί εκείνου οπού κάμνει το αγκάλεμάν του με τους μάρτυράς του, τείντα εμπαίνει να πλερώσει Ασσίζ. 2307· εάν ο προπάτοράς μας πατήρ ο Αδάμ ανέζιεν και να εχήρεψεν, ουδέν να του έμπαινε να ορμαστεί καμμίαν, διατί όλοι και όλες είμεστεν υιοί και κόρες του Ασσίζ. 3643. 2) Εξηγείται, δικαιολογείται: πώς εμπαίνει να έχω θετήν θείαν; οίον ο πάππος μου από την μερέαν του πατρός μου έχων υιόν τον κύρην μου επήρεν κόρην θετήν Ελλην. νόμ. 5678. Φρ. 1) Μπαίνω εις την αγάπη, εις έρωτα, εις τον ζυγό του πόθου, στου πόθου τα μπερδέματα, εις πόθου οδύνη, εις (ή στον) πόθο κάπ. = ερωτεύομαι: εδοξευτήκα| τα σωθικά μου το ζιμιό κι εις την αγάπη εμπήκα Πανώρ. Ε΄ 98· όσα και αν είσαι εξαίρετος ...| και ουδέν εμπείς εις έρωτα να μάθεις, να πονέσεις (παραλ. 1 στ.) είσαι ως ουδετίβοτες Λίβ. Esc. 211· αν ουκ εμπείς εις τον ζυγόν του πόθου να πονέσεις (παραλ. 1 στ.) είσ’ ουδετίποτε Λίβ. N 256· Πάσα δουλειά αλησμόνησε ...|στου πόθου τα μπερδέματα την ώραν απού εμπήκε Πανώρ. Γ΄ 512· Η Νένα δεν ελόγιαζε πως να ’μπει (ενν. η Αρετούσα) εις πόθου οδύνη| και τούτη την καλή καρδιά να παίρνει την αφήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 455· Εγώ ’μ’ εκείνος ο βοσκός απ’ απόστεν εμπήκα| στον πόθο σου, νεράιδα μου, πάσα δουλειά μου εφήκα Πανώρ. Γ΄ 553· εύξου ... να μην εμπεί η καρδία σου εις πόθον κορασίου Αχιλλ. N 285. 2) Μου μπαίνει η αγάπη, η βουλή, η γνώμη (στο νου) = σκέφτομαι· επιθυμώ: μια χριστιανή ... είχεν έναν υιόν ..., του ποίου ενέβην του μεγάλη αγάπη να πάγει εις τα Ιεροσόλυμα Μαχ. 6486· της μπαίνει η βουλή διά να επάρει άνδρα Σπαν. (Ζώρ.) V 565· μου μπήκεν εις το νου ... μια γνώμη,| ν’ αφήσω την πατρίδα μου Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 106. 3) Μπαίνω εις αγκάλεμαν = καλούμαι να δικαστώ: Εάν ... κανείς άνθρωπος εμπαίνει εις αγκάλεμαν διά να στρέψει το δουέριν της γυναίκας του και ... ουκ έχει πόθεν το στρέψει, ... ουδέν εντέχεται ... να εμπεί εις φυλακήν Ασσίζ. 12223. 4) Μπαίνω σε αθιβολές = ανοίγω συζήτηση, κουβεντιάζω: εις τση Μηλιάς την κατοικιά βρίσκουμου πάντα αράδι| και εμπαίνοντας σε αθιβολές, τση λέγω μιαν ημέρα| γιάντα την πλουμισμένη τση και όμορφη θυγατέρα| ... δεν έχει παντρεμένη Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 282. 5) Μπαίνω στο αίμα, στο κρίμα κάπ. = αμαρτάνω με το φόνο κάπ.: Εσυμβουλεύθησαν λοιπόν να μη τον θανατώσουν| κι εμπούσι εις το αίμα του, παρά να τον σκλαβώσουν Βίος Δημ. Μοσχ. 184· μηδέν θελήσατε να εμπείτε εις το κρίμα αυτεινού του δικαίου να χύσετε το αίμα του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 276v. 6) Μπαίνω άνω - κάτω = αναστατώνομαι: Εβγήκεν ο συγχαλασμός και κτύπος των αρμάτω| κι ευθύς εμπήκεν των Τουρκών ο κάμπος άνω - κάτω Αχέλ. 1471· είδασιν Τούρκον κι έφερεν προς τον πασά μαντάτο,| που μετ’ αυτόνο μπήκασιν όλοι τους άνω - κάτω Αχέλ. 2467. 7) Μπαίνω εις άρματα, βλ. άρμα 1 φρ. 8) Εμπαίνω την αρχήν = αρχίζω (πβ. αρχή Α 1γ φρ.): πώς απέδαρε την αρχήν να έμβω της αγάπης; Λίβ. P 1235. 9) Μπαίνω στον αφορισμόν κάπ. = αφορίζομαι, προκαλώ τον αφορισμό μου από κάπ.: διά γλυκόν μαγείρευμα κρατίζουσι το αίμα| και μπαίνουν στον αφορισμόν των θείων Αποστόλων Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 789. 10) Μπαίνει κ. στα αφτία μου, βλ. αφτίον 1 φρ. δ. 11) (Ε)μπαίνω (και) βγαίνω (ή εκβαίνω) = α) διαπερνώ τις τάξεις του εχθρού: ο Μερκούριος πώς έκβαινε κι εμπαίνε| κι εσκότωνε κι ελάβουνε Κορων., Μπούας 85· Τον Θεόν παρακάλεσε βοήθειαν να τον δώσει| να μπει, να βγει από τους εχθρούς κι εξ αύτους να σκοτώσει Κορων., Μπούας 50· β) βλ. βγαίνω 1α φρ. (δ΄)· γ) βλ. βγαίνω 1α φρ. (ε΄). 12) Μπαίνω στη βουλή, στη γνώμη κάπ. = συμμερίζομαι την άποψη κάπ., συγκατατίθεμαι (Πβ. ά. βουλή 1β φρ.): ακούτε λόγους μου και εμπείτε εις την βουλήν μου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1340· Αν ήτονε ανύπαντρη και αν ήτον κορασίδα,| ήθελα εμπεί στη γνώμη σου ... ,| αμή αυτή είναι ύπαντρη Τριβ., Ρε 82. 13) Μπαίνω εις δοκιμήν, βλ. δοκιμή 5 φρ. 14) Μπαίνω εις δρόμον, εις την οδόν, εις μονοπατάκι, εις την στράταν = α) ακολουθώ μια κατεύθυνση· ξεκινώ (Πβ. ά. δρόμος φρ. 10, 12, 13): απήτις εσιμώσασιν (ενν. οι νέοι), εις άλλον δρόμον μπαίνου Χούμνου, Κοσμογ. 1017· είς άνθρωπος ένι ξημερωμένος ημέραν τακτήν και ... ενέβην εις την οδόν να έλθει εις την ημέραν του Ασσίζ. 8829· απήτις επομάκρυνε, μπαίν’ εις μονοπατάκι,| σ’ όρος Σιγώρ καλούμενον Χούμνου, Κοσμογ. 1127· εμπαίνει εις την στράταν διά να έλθει την ημέραν του και ευρίσκει τον χείμαρρον ούτως μέγαν ... τοιούτον ότι ουδέν εμπορεί να τον περάσει Ασσίζ. 33829· β) (μεταφ.): είτις εμπεί ’ς τέτοιαν οδόν κι εις τέτοια στράτα να ’ρθει,| γη αγάπη έναι ζάχαρη, μέλι και γλυκορίζι Ch. pop. 681. 15) Μπαίνει κ. σε δρόμον, βλ. δρόμος 23 φρ. 16) Μπαίνω σ’ έγνοια, σε λογισμό, βλ. λογισμός φρ. 5. 17) Μου μπαίνει έγνοια, μέριμνα = σκοτίζομαι, προβληματίζομαι για κ.: Εις τα φουσσάτα και τα δυο έγνοια μεγάλη μπαίνει| ποιος να ’ναι αυτός που ... σα δράκος κατεβαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 947· εισμιόν μὀκίνησε γλυκιά μέριμνα να μου μπαίνει Φαλιέρ., Ιστ.2 207. 18) Μπαίνω εις εργασία = πραγματοποιούμαι, εφαρμόζομαι: με λόγια τον καιρόν χάνω, ʼπειδή είναι χρεία| τούτο το πράγμα παρευθύς να ’μπει εις εργασία Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1171]. 19) Μπαίνω σε έχθρητα, σε μάνητα = εξοργίζομαι, θυμώνω: τ’ όνομά σου ως τ’ άκουσε, ’ς τόση έχθρηταν εμπήκε,| φαρμάκι απ’ τα ρουθούνια της ... εβγήκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1975· τούτοι εξαγριέψασι, ’ς πλια μάνηταν εμπαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2375. 20) Μπαίνω σε ζηλειά = ζηλεύω, κυριεύομαι από ζήλεια: ελόγιασεν η λυγερή πως ν’ αγαπά άλλη κόρη (παραλ. 2 στ.) κι εμπήκε σε πολλή ζηλειά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 658. 21) Μπαίνω εις ηλικίαν, βλ. ηλικία φρ. α. 22) Μπαίνω εις (ή στον) θάνατον = α) με κυριεύει φόθος θανάτου (Για τη σημασ. βλ. Μέγας [Χούμνου, Κοσμογ. σ. 182]: εις έκσταση απομένει (ενν. ο Αβραάμ)| και από του φόβου ελόγιασεν κι εις θάνατον εμπαίνει Χούμνου, Κοσμογ. 974· β) αντιμετωπίζω το θάνατο: Όλες (ενν. οι κορασίδες) ... έμπαιναν στον θάνατο ανδρειωμένα,| αφού δεν ημπορέσασιν εμπόδιον να τους ποίσουν (ενν. τους Έλληνες) Θησ. (Foll.) I 72. 23) (Ε)μπαίνω στην καδένα, εις φυλακήν = φυλακίζομαι: θέλει τα χαράτσια οπού χρωστούσι,| αλλέως στην καδένα όλοι να μπούσι Λεηλ. Παροικ. 84· εκείνος ή εκείνη οπού εντέχεται να στρέψει εκείνον το δουέριν και ουκ έχει πόθεν πληρώσει, ουδέν εντέχεται δι’ αυτού να εμπεί εις φυλακήν Ασσίζ. 12223. 24) Εμπαίννω και κατεβαίννω = πηγαινοέρχομαι: γοι ιδ΄ επισκόποι και ηγούμενοι ... εμπαίνναν και εκατεβαίνναν εις την αυλήν τον ρηγός ιε΄ μέρες να μπορήσου να του(ς) σάσουν Μαχ. 5221· η Τουρκία κοντά μας είναι και γοι πραματευτάδες εμπαίννουν και κατεβαίννουν Μαχ. 2465. 25) (Ε)μπαίνω εις κίνδυνον, κίνδυνους = διακινδυνεύω (Η φρ. στο Somav.): ο ίδιος βοσκός, στην χρείαν που τυχαίνει,| εις κίνδυνον περσότερον για το κουράδι μπαίνει Αχέλ. 1601· εις κίνδυνον εμπαίνει| όποιος την γλώσσαν ψεύτικην έχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [575]· εγώ ʼμαι μαθημένος| εισέ μεγάλους κίνδυνους να μπαίν’ αρματωμένος Κορων., Μπούας 96. 26) Μπαίνω στον κόπο κάπ. = απολαμβάνω τα αποτελέσματα της προσπάθειας άλλου: άλλοι εκοπιάσασι και εσείς ήλθετε και εμπήκετε εις τον κόπον τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 38. 27) Μπαίνω εις κρίμα = αμαρτάνω: τη γδίκιωσην αφήτε| κι εις τέτοιο κρίμα σήμερο μη θέλετε να μπείτε Ερωφ. Ε΄ 600· εις το κορμί κι εις την ψυχήν εις κρίματα εμπήκες Αιτωλ., Μύθ. 156. 28) Εμβαίνω εις λέπτην = αρχίζω να περιγράφω τις λεπτομέρειες: Αφίημι τα τρανότερα κι εμβαίνω εις την λέπτην Προδρ. II 49. 29) Μπαίνω σε (ή εις) λευτεριά = απελευθερώνομαι: εις λευθεριά να μπούσι| από τους άλλους χριστιανούς μονάχα καρτερούσι; Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 15· (σε μεταφ.): μπλιο μου οπού τα χέρια του (ενν. του Έρωτα) σε λευτεριά δε μπαίνω Πανώρ. Α΄ 116. 30) Μπαίνω σε λησμονιά, βλ. λησμονιά φρ. β. 31) Μπαίνω σε λόγια, βλ. λόγος 20α και 20β. 32) Μπαίνω σε μάχη = βρίσκομαι σε διαμάχη, σε αντίθεση: Θωρώ πως με τον κύρη μου ʼς μάχη μεγάλη εμπαίνω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 165· Το ʼνα μελλάμενο με τ’ άλλο ʼς μάχη μπαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [75 ]. 33) Μπαίνω στη(ν) μέση(ν), (στο) μέσον = α) αναλαμβάνω τον αγώνα, την αποστολή (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 128-9, 381): έχουσιν αναμέσον τους νύμφην και γαμπρόν και να εμβείς εις το μέσον να πάρεις την νεόνυμφην να την φέρεις Διγ. Άνδρ. 34826· β) βλ. μέση φρ. 9· γ) περικυκλώνομαι (Πβ. και μέση φρ. 3): στέκουνε ...| να βγου να μασε κόψουνε μος δούνε και προβάλει (ενν. η αρμάδα)| διά θαλάσσης και ξηράς να έμπομε στη μέση Τζάνε, Κρ. πόλ. 16423· δ) μεσολαβώ, συμφιλιώνω κάποιους: ο αφέντης τη(ς) Σπάρας και επήγεν εις τους αφέντες κι επαρακάλεσέν τους να καταδεκτού να εμπούσιν μέσον του ρηγός και εκείνου να τους ποίσουν αγάπην Μαχ. 1982· ε) (χρον.) μεσολαβώ: δίχως καιρός να μπει στη μέση,| δίχως περίσσιους κόπους, δίχως βάρη| ... από δροσιές κι ανάπαψες γεμάτο| πάντά ʼτονε του Πόθου το δοξάρι Ερωφ. Β΄ 499. 34) Μπαίνω μετάμελος = μετανοώ: αν σκοπήσεις άνθρωπον οπού έπαθεν δι’ εσένα (παραλ. 1 στ.), να μπεις πολλά μετάμελος εις τό ʼμοσες στον νου σου Λίβ. Sc. 615. 35) Μπαίνω σε μηχανιά, βλ. μηχανία φρ. 36) Μπαίνω σε μοναστήρι = γίνομαι μοναχός (Η φρ. στο Somav. ): εκείνος ο γάμος δύνεται πάλιν να λυθεί, εάν θελήσουσιν αμφότεροι να εμπούν εις μοναστήριον Ασσίζ. 53512. 37) Μπαίνω σε νια = αποκτώ την εύνοια, τη συμπάθεια μιας κοπέλας (Για τη σημασ. βλ. Κριαράς [Πανώρ. σ. 260]): λησμονούσι| τον πόθο μας κι εις άλλη νια γυρεύγουσι να μπούσι Πανώρ. Δ΄ 38· εξαφήκε| τον πόθο ντου κι εις άλλη νια καλύτερη (έκδ. εις άλλο νιο καλύτερο από παραδρομή) εμπήκε Πανώρ. Ε΄ 170. 38) Μπαίνω στην νίκη = πετυχαίνω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: Ειδέ συνέβη τίποτες στην νίκην να μη εμπούμεν,| την σην πικράν υστέρησιν πώς να την υπομένω; Ιμπ. 141. 39) Μπαίνω σ’ ορδινιά = α) ετοιμάζομαι για κ.: α θέλεις, έμπα σ’ ορδινιά, σαν έχομε ʼπωμένα,| στον τόπο μου κρυφότατα να φύγεις μετά μένα Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 43· εβάλθηκε όσον ημπορει ʼκ τη χώρα να μακρύνει,| με σπούδα μπαίνει σ’ ορδινιά ζιμιό την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1282· β) παρατάσσομαι, παίρνω θέση μάχης: Με σπούδα μπαίνει σ’ ορδινιά να κονταροχτυπήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1181· Ως εκαλοξημέρωσεν εις ορδινιάν εμπαίνου,| με τα φουσσάτα τως κι οι δυο στον κάμπο κατεβαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1603. 40) Μπαίνω εις όρεξιν = επιθυμώ: διά τα μεγάλα θαυμάσια του ζωοποιού Σταυρού εμπήκεν εις όρεξιν να κτίσει ναόν τον Τιμίου Σταυρού διά την ψυχήν της Μαχ. 703. 41) Μπαίνω στην όρεξη κάπ. = γίνομαι αρεστός, αγαπητός: πάσκου και κοπιούσι| με δούλεψη και κλάηματα να μπου στην όρεξή ντως Πανώρ. Πρόλ. 69. 42) Μπαίνω εις παίδευσιν, σε τιμωρία = τιμωρούμαι: Να μείνει ατιμώρητος; μα εις παίδευσιν να μπαίνει,| γιατί αυτός ηθέλησε το χέρι του να βάλει| στους υπηρέτας του ναού Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [514]· εστράφη ο αυτός κουμέσσος οπίσω εις την Ζάκυνθον από την Βενετίαν δίχως να λάβει κανένα από τα όσα εζήτησε ... και αγροικώντας τα ο λαός εμπήκανε σε περίσσια τιμωρία Σουμμ., Ρεμπελ. 184. 43) Μπαίνει κ. σε ... στόματα = διαδίδεται, γίνεται γνωστό κ.: ό,τι κι α χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,| έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 262. 44) Μπαίνω εις σφάλμα = σφάλλω, απατώμαι: οπού τον έχει για κριτή (ενν. τον Έρωτα) εις είντα σφάλμα μπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 572. 45) Μπαίνω εις τον τάφον = σκοτώνομαι, πεθαίνω: εκλείσθηκε (ενν. στο Σιμπίνι) και μερικοί μετ’ αύτον,| οι δε λοιποί δεν έσωσαν κι εμπήκαν εις τον τάφον Ιστ. Βλαχ. 340. 46) Μπαίνω εις την τζουίζαν, εις το δίκαιον = περνώ από δοκιμασία όρκου (Πβ. Ασσίζ. 34820): Περί εκείνου οπού φθείρει μίαν παρθένον και θέλει να εμπεί εις την τζουίζαν, διότι ουδέν το εποίκεν Ασσίζ. 1226· θέλει να εμπεί εις το δίκαιον, λεγόμενον φράγκικα τζουίζα, ότι ουδέν εποίκεν τούτην την αμαρτίαν της παίδενας Ασσίζ. 9829. 47) Μπαίνω σε τιμή, σε τιμές = τιμούμαι: ’ς τόση τιμή να μπαίνει| μουδένας διχωστάς θεός να ʼναι δεν του τυχαίνει Πανώρ. Δ΄ 219· να σπουδάζει όσο μπορεί πάντοτες να ψηλαίνει| κι εις δόξες μεγαλότατες και σε τιμές να μπαίνει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 4. 48) Μπαίνω εις φαντασίαν = α) συνωμοτώ: ο ρήγας ήτον πολλά καλός, δεν επίστευσεν τα λογία τους, λαλώντα: «Δεν θέλουν τορμήσειν τ’ αδερφία μου ποττέ να μπουν εις τούτην την φαντασίαν» Μαχ. 442· β) παίρνω την απόφαση να συγγράψω λογοτεχνικό έργο: Εφάνη μου λοιπόν κι εμέν, κυρά μου, να σε γράψω| μίαν ιστόριαν παλαιά ... (παραλ. 1 στ.) ... διά στίχου απατός μου (παραλ. 9 στ.) ... εμπήκα| εις τούτηνε την φαντασίαν για να σ’ αναθυμήσω| το τι μ’ εμέναν έποικες εις τον καιρόν τον πίσω Θησ. Πρόλ. 118. 49) Μπαίνω στη φούρκα = απαγχονίζομαι: φοβούμαι| διά να μην λάχει στο στερνόν κι οι δυο στη φούρκα μπούμε Ευγέν. 466. 50) Μπαίνω στη φωτιά = α) (σε μεταφ.) πικραίνομαι: απ’ έλπιζα να βρω δροσά σε πλια φωτιάν εμπήκα,| κι αντίς χαρά π’ ανίμενα πολλήν επήρα πρίκα Πανώρ. Δ΄ 245· β) αντιμετωπίζω κινδύνους (σε μάχες), διακινδυνεύω: είναι δίκιο και πρεπό κι εκείνον απού μπήκε| ʼς τόση φωτιά για λόγου τως και νικητής εβγήκε (παραλ. 1 στ.) η αφεντιά σου …| … να συχωρέσει Ερωφ. Δ΄ 589. 51) Μπαίνω στη χάρη κάπ. = α) κερδίζω τη συμπάθεια, τη συγγνώμη κάπ.: Τούτα τα λόγια ας πάψομε και στράταν άλλη ας βρούμε,| πρίχου περάσ’ η σήμερο στη χάρη ντως να μπούμε Πανώρ. Ε΄ 140· β) προκαλώ το ενδιαφέρον κάπ., γίνομαι αρεστός: ο νιος εγύρεψε να μπει στης λυγερής την χάρη Ch. pop. 611· πόσοι ευγενικότατοι κι άξιοι παρακαλούσι| αγαφτικοί στη χάρη μου καθημερνώς να μπούσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 70. 52) Μπαίνω στα χέρια κάπ. = πέφτω στα χέρια κάπ., συλλαμβάνομαι: μέσα τους ελέγασιν: «Χαημένες είμεθε όλες| αν έμπομεν στα χέρια τους ετούτων των Ελλήνων» Θησ. (Foll.) I 78.
μπαλεστρέρης- ο.
Από το ιταλ. balestriere (Βλ. και Kahane, Sprache 570).
Στρατιώτης οπλισμένος με τόξο, τοξότης: τσάγγρας και μπαλεστρέρηδες, τόξα και τοξατόρους (παραλ. 1 στ.) ενέπλησε τα κάτεργα (ενν. ο βασιλεύς) Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 127.
μπομπάρδα- η, Αχέλ. 273, 882, Παλαμήδ., Βοηβ. 135, 276, 1052, Μαρκάδ. 747· βομβάρδα, Ιστ. πολιτ. 199, 7316· βουμπάρδα, Καναν. 64D, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 483· μπουμπάρδα, Τάξ. Πόρτ. 105, Σκλάβ. 175,181, Μηλ., Οδοιπ. 638· μπουπάρδα, Αχέλ. 418· πομπάρδα, Διήγ. πανωφ. 56· πουμπάρδα, Μαχ. 62024, 26, 31, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 398, Βουστρ. 447, 448, 463, Κυπρ. χφ. 161, Ροδινός (Βαλ.) 125· πουμπάρτα, Άσμα Μάλτ. 55· πουπάρδα, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XIV 88.
Το ιταλ. bombarda. Ο τ. βουμπάρδα στο Du Cange. Τ. μπομβάρδα στο Meursius. Ο τ. μπουμπάρδα στο Βλάχ. Ο τ. πουμπάρδα (< προβηγκ. boumbarda, βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 95, Stanitsas, Act. VIIIe Congr. Intern. Neo-hell. franc. 83) στο Du Cange, ό.π. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 405), όπου και τ. πουμπάρντα (Χατζ., ό.π., Kahane, Sprache 586). Η λ. στο Du Cange, ό.π. και σήμ.
α) Είδος τηλεβόλου: Προσδοκώντες οι Τούρκοι ότι των μεγίστων βουμπάρδων αι πέτραι τον σεσαθρωμένον πύργον εκείνον θέλουν χαλάσειν Καναν. 65Α· δύο φορές εκρούσασιν μπουμπάρδες των κατέργων Αχέλ. 2453· β) (συνεκδ. για τη βολή ή το βλήμα του όπλου): εσύραν από την Αμόχουστον μίαν πουμπάρδαν και επήρεν το μερίν του Καζισέστα Μαχ. 62023· γ) (με αισχρό νόημα): Θαρρώ ότι η κοιλία του (ενν. του γαδάρου) να ’ναι αρματοθήκη (παραλ. 1 στ.). Μπουμπάρδες να ʼχει μπρούτζινες, τουφέκια γεμισμένα Γαδ. διήγ. 483. — Βλ. και ά. λομπάρδα.
μπομπαρδιέρης- ο· πουμπαρδιέρης.
Από το ιταλ. bombardiere. Ο τ. στο Du Cange, λ. βουμπάρδα. Λ. μπομπαδιέρος σε έγγρ. του 1822 (Τωμ.-Παπαδάκη Α., Κρητ. έγγρ. Α′ 83) και τ. μπουμπαρδέρης στο Somav. (λ. μπουμπαρδάρης). Η λ. στο Somav. (λ. φουσσάτον).
Πυροβολητής: σκεύη και πουμπαρδιέρηδες, τομφάκια, σιρπεντίνιες| ενέπλησε τα κάτεργα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 128.
μυκώμαι,- Διγ. Z 3075.
Το αρχ. μυκάομαι. Για σημερ. τ. της λ. βλ. Andr., Lex. στη λ.
Μουγκρίζω, μουκανίζω· (σε παρομοίωση): Ο βασιλεύς ετρόμαξεν, ...| εκ το θρονίν επήδησεν ως άγριον θηρίον,| ως βους γαρ εμυκήσατο Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 89· (για αρκούδα): πλησίον γενόμενοι, ένθα ήσαν οι άρκτοι,| προϋπαντά το θηλυκόν φθονούν διά τα παιδία| και σφόδρα μυκησάμενον προς εκείνου εξήλθεν Διγ. (Trapp) Gr. 1074.
μυριάς- η, Διγ. Z 821· μυριάδα, Λίβ. (Lamb.) N 289, Πεντ. Λευιτ. XXVI 8, Δευτ. XXXIII 17, Διγ. Άνδρ. 33231.
Το αρχ. ουσ. μυριάς. Ο τ. μυριάδα στο Somav. και σήμ.
α) Ο αριθμός δέκα χιλιάδες: Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 599· β) (συνεκδ.) αναρίθμητο πλήθος: Διγ. Z 1106, Βίος Αλ. 2778. Η λ. ως επίθ. (η χρ. ήδη αρχ.) = αναρίθμητος: Διγ. Z 3172, Λίβ. Esc. 411, Πεντ. Δευτ. XXXIII 2.
μυρίος,- επίθ., Γλυκά, Στ. 383, Προδρ. II Η 3, Διγ. (Trapp) Gr. 1600, 2503, Αχιλλ. N 751, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 65, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 74v, 345r, 346v, 375v, Αιτωλ., Μύθ. 8610, Μορεζίν., Λόγ. 469· μύριος, Ερμον. Ο 225, Λίβ. Esc. 4034, Φαλιέρ., Ιστ.2 646, Χούμνου, Κοσμογ. 776, 2518, 2646, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 275r, 305v, Σοφιαν., Παιδαγ. 98, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 110, Δ΄ 78.
Το αρχ. επίθ. μυρίος. Ο τ. σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄) και στον πληθ. κοιν.
1) Άπειρος, αναρίθμητος α) (με περιληπτικό ουσ.): Χούμνου, Κοσμογ. 476, 561· (συνηθέστ. στον πληθ.): Αχιλλ. L 487, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 494, Προδρ. III 329, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 305r, 392r· β) (ως σύστ. αντικ.): Η δε κόρη ... εγέλασεν γλυκέα (παραλ. 3 στ.). Μυρία δε φιλήσαντες ήλθομεν εις την τένταν Διγ. Z 2950· γ) (με προηγ. το αριθμτ. χίλιοι, ‑ες, ‑α): Εκείνη η νύκτα ... χρόνος μακρύς τση φάνη| και χίλιους μύριους λογισμούς κακούς στο νου τση βάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 702· απόκει ομπρός και οπίσω της πάντα τσι ξατιμώνου (ενν. τους γέροντες)| και χίλιες μύριες εντροπές και βούλλες τσι κουκλώνου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 398· (εδώ ως σύστ. αντικ.): λαλεί και λέγει χίλια μύρια Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1045. 2) Πολύ μεγάλος, τεράστιος· (εδώ μεταφ.) πολύ αξιόλογος, σπουδαίος: Λέγω πως η τέχνη σου είναι μύρια,| πως ʼπιδεξεύγεσαι καλά και βάνεις τα γλυστήρια Φορτουν. (Vinc.) A΄ 174. Το ουδ. στον πληθ. ως επίρρ. = πάρα πολύ: εις τά δοκείς ότι πονείς και ουδέν σε συμπονούσιν,| πονώ τα εγώ διπλότερα και μύρια τα στενάζω Λίβ. Sc. 2845.
μυστήριο(ν)- το, Σπαν. A 391, Σπαν. O 252, Λόγ. παρηγ. L 279, Ασσίζ. 2831, 294, Διγ. (Trapp) Gr. 507, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 317, 385, Βέλθ. 133, 892, Σπανός (Eideneier) Α 24, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 342, 344, Χρον. Μορ. H 8208, Χρον. Μορ. P 8207, Φλώρ. 348, Λίβ. P 866, Λίβ. Sc. 192, 1359, Λίβ. (Lamb.) N 132, Αχιλλ. N 1037, Αχιλλ. O 394, Καναν. 61 Α, Δούκ. 42722, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 5, Συναξ. γυν. 220, 728, Τριβ., Ρε 118, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 296r, 300r, Πεντ. Γέν. XLIX 6, Πηγά, Χρυσοπ. 52 (6), Δωρ. Μον. XXV, Ιστ. Βλαχ. 1705, 2538, Διγ. Άνδρ. 32919, 3313, Θυσ.2 206 κριτ. υπ., 662, 1082, Ψευδο-Σφρ. 32233, Συναδ., Χρον. 33, 47, Διήγ. ωραιότ. 88, Διγ. O 670, Διακρούσ. 10126.
Το αρχ. ουσ. μυστήριον. Η λ. και σήμ. (‑ο).
1) Μυστική τελετή, ιεροτελεστία: Βίος Αλ. 5092, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [297]. 2) α) Θρησκευτική αλήθεια που αποκαλύφθηκε από το Θεό: πας λόγος θείος μυστήρια θεολογίας ανακαλύπτει Πηγά, Χρυσοπ. 51 (4)· η Παλαιά Διαθήκη έχει ένδον μυστήρια Φυσιολ. M 2225· β) (θεολ.) δόγμα: υποδείξας καθαρώς το μυστήριον της Αγίας Τριάδος Έκθ. χρον. 1926. 3) α) (Προκ. για τα επτά μυστήρια της ορθόδοξης Εκκλησίας): τα μυστήρια της πίστεως να ένι καλά διατηρημένα Ασσίζ. 2803· Στέφανα και ευχέλαια τ’ ακούγουν και θαυμάζουν| και τ’ άλλα τα μυστήρια ποσώς δεν ονομάζουν (ενν. οι ιερείς) Ιστ. Βλαχ. 2204· β) (προκ. για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας): διά τούτο πρέπει κάθα χριστιανός ίνα είναι έτοιμος, ήγουν εξομολογημένος και μεταλαμβανόμενος των αγίων μυστήριων Σεβήρ., Διαθ. 1895· δίσκους χρυσούς και αργυρούς και ιερά ποτήρια| διά να τελειώνουνται τα άχραντα μυστήρια Ιστ. Βλαχ. 1660. 4) Ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού α) (προκ. για το Θεό των χριστιανών): τις έγνω μυστήριον ή την βουλήν Κυρίου; Απολλών. (Wagn.) 678· Ποιος νους, ποια γνώση δύνεται ποτέ να λογαριάσει| τα του Θεού μυστήρια; Θυσ.2 724· β) (γενικ.): τα υψηλά κι απόκρυφα μυστήρια| που έχει το μελλάμενον Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1012]· ο Χρόνος τα μυστήρια της Τύχης ου γινώσκει Λόγ. παρηγ. O 285. 5) α) Παράδοξο και ανεξήγητο γεγονός (συν. με τα επίθ. ξένος, παράδοξος, φοβερός, φρικτός): ω, μυστηρίου ξένου,| ο κτίστης γαρ και Κύριος Θεός τε και δεσπότης| εις γην κατήλθεν σαρκωθείς εκ κόρης απειράνδρου Αλφ. καταν. 116· είδα μυστήριον φοβερόν εις το τρυγονοπούλιν:| άμα το πέσει εις την γην εκείνον τό εφονεύθην,| το άλλον εις ύψος έδωκεν και ανέβη εις τα νέφη (παραλ. 1 στ.) και πίπτει με το ταίριν του και εκείνον φονευμένον Λίβ. Esc. 112· είδα φρικτόν μυστήριον, φίλε μου, εις εκείνον:| ελάλει ούτος, και να λες, εφώναζεν εκείνος Λίβ. P 218· ως δε ήκουσε τούτο το παράδοξον μυστήριον, έφριξε και εθαύμασε Ιστ. πατρ. 11813· β) (προκ. για το θάνατο): μα το μυστήριον το φρικτόν οπού με παραστέκει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1730· γ) θαύμα: ο Πιλάτος αντίγραψε τες γραφές αυτές και έβαλέ τες εις το παλάτι διά να ευρίσκονται να ηξεύρουν τα μυστήρια του Ιησού Χριστού, άπερ έκαμε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 296r. 6) Προφητεία: Τούτο έναι εκείνο το μυστήριον οπού ήκουσα από τον άγγελον Μιχαήλ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 90v. 7) α) (Στον πληθ.) εκκλησιαστικά σκεύη (Για τη σημασ. πβ. Lampe, Lex. στη λ. C): τα πράγματα τα εγκαινιασμένα και αφιερωμένα, ουδέν τα αγαθά τα μυστήρια να τα έχουν κοσμικοί ουδέν πρέπει Ασσίζ. 449· β) (προκ. για τον Τίμιο Σταυρό και τα άλλα ιερά αντικείμενα που βρέθηκαν στον τόπο της Σταύρωσης): αυτού έμειναν κεκρυμμένα τα τέτοια μυστήρια ... έως οπού η φιλόχριστος βασίλισσα Ελένη ... τα ηύρεν Προσκυν. Αγ. Αθ. 6 17411. 8) Σύμβολο (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex., Ε 3): ενομοθέτησε και έβαλεν εις τάξιν γήινον ψωμί οπού βλέπεται εις μυστήριον του σώματός του Χριστ. διδασκ. 151. 9) Παράξενο, αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα: ήτον αμπέλι ριζωτόν από υαλιού ... (παραλ. 1 στ.) και είδα εις εκείνο φοβερόν μυστήριον, φίλε μου, και εξέστην| τό έποικεν ο παράξενος εκείνος ο τεχνίτης Λίβ. P 1058. 10) α) Μυστικό: όπου σε πε μυστήριον κι εμπιστευθεί σε λόγον,| μην το φαυλίσεις πρόσεχε και μην το φανερώσεις Κομν., Διδασκ. Δ 369· είπεν μου λόγους του κρυφούς, μυστήρια εδικά του Λίβ. N 1168· φυλάγεσθεν από τες πόρνες και μυστήριον ποτέ σας μηδέν τους ειπείτε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 183v· β) (προκ. για ερωτική σχέση): Ερώτων δε μυστήρια ερυθριώ του λέγειν Διγ. (Trapp) Gr. 2149· καταλεπτόν αν άρξομαι του να σε αναδιδάξω| του έρωτος τα μυστήρια τά δείχνει εις την αγάπην Λίβ. (Lamb.) N 174· πώς να σου ’ξηγούμαι ʼγώ …| … την πολλήν αδυναμίαν, του πόθου τα μυστήρια; Περί γέρ. 84· γ) κρατικό απόρρητο: Λαμβάνων παρά των Ρωμαίων μυστήρια τινά και ρίπτων εν τοις ωσί του Παγιαζίτ Δούκ. 16125· διέβην εγώ εις τον αμιράν και τον βασιλέα αποκρισιάρης, έχοντός μου και απόκρυφον μυστήριον Σφρ., Χρον. μ. 6416· οι κριτάδες ουδέν έχουν άδειαν να συμβουλέψουν τινάν, ουδέ να ακούσουν τινός, αφού καθίσουν εις τον θρόνον τους, ουδέ να αποσκεπάσουν τα μυστήρια της αυλής τινός Ασσίζ. 417. 11) Μυστικό σχέδιο· συνωμοτική ενέργεια: Κράζουσιν δούλον εξ αυτών …| … και δίδωσίν του όρκον| να κρύψει το μυστήριον Απολλών. 490· ιδού από τούτον το κατά της Πόλεως απεκαλύφθη μυστήριον· και θρους μέγας εγένετο Σφρ., Χρον. μ. 1034· άλλο εβουλόντανε εκείνοι να κάμουν εναντίον των αρχόντων και άλλο τους εσυνέβη ..., όμως δεν τους εβγήκε καλά το μυστήριό τους Σουμμ., Ρεμπελ. 186. 12) Εμπιστευτικό μήνυμα, παραγγελία: Αφέντη, εδώ με απέστειλεν ο κύρης μου ο αδελφός σου| να σε είπω το μυστήριον του, το τι σε συμβουλεύει Χρον. Μορ. H 3743· έκφρ. ως εν μυστηρίῳ = κρυφά, εμπιστευτικά: προμαθόντες ως εν μυστηρίῳ από των εκείνου ότι υπάγει ίνα τα της Ανατολής διορθώσῃ Σφρ., Χρον. μ. 824· με επληροφόρησε και ενόρκως ως εν μυστηρίῳ Σφρ., Χρον. μ. 5422.
να (I),- μόρ., Προδρ. IV 22, Ασσίζ. 9325, 21931, Χρον. Μορ. P 468, 3531, Λίβ. Sc. 1544, Λίβ. Esc. 2386, Λίβ. (Lamb.) N 176, Αχιλλ. N 1317, Αχιλλ. O 115, 220, Χρον. Τόκκων 59, 771, Μαχ. 705, 32221, Απόκοπ.2 89, Χρον. σουλτ. 5728, Κυπρ. ερωτ. 96, 363, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 410, Β΄ 13, 247, Γ΄ 126, Δ΄ 409, Ε΄ 127, Ερωφ. Ιντ. α΄ 28, Ιντ. β΄ 80, Ιντ. γ΄ 67, Ιντ. δ΄ 16, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 345, Β΄ 115, Γ΄ 150, Δ΄ 565, Ε΄ 667, Στάθ. (Martini) Β΄ 122, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 98, Β΄ 462, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2381, Ζήν. Β΄ 164, κ.π.α.· ναν, Πιστ. βοσκ. V 2, 103, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 166 δις, Ευρετ. Ερωτοκρ. 765390· νε, Ασσίζ. 41517.
Από τον αρχ. σύνδ. ίνα με αφαίρεση του ι (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 493-4). Στον τ. ναν το ν ευφωνικό πριν από λ.που αρχίζουν από τ. Η λ. και σήμ.
I. Σε κύριες προτάσεις Α´ 1) Με οριστ. ιστορικού χρόνου εκφράζει α) επιθυμία ή ευχή απραγματοποίητη (οριστ. ευχετική· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 287): Να βρέθηκα μιτά της δίχως ήλιον| και μεν μας εθωρούσαν παρά τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 10631· Χριστέ, να ʼράγην το πλακί, να σκόρπισεν το χώμα,| να ʼγέρθημαν οι ταπεινοί από τ’ ανήλιον στρώμα! Απόκοπ.2 243, 244· είπεν εξ όλης του καρδιάς: «Να μη είχα εγεννήθην ... » Βέλθ. 427· β) κ. δυνατό ή ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 188, να δυνητικό· πβ. όμως και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 289, οριστ. δυνητική με το μόρ. θα με την ίδια σημασ.): εστέκαν τέσσαρεις αετοί στα πόδια τον κρεβάτου| και να ʼπες ότι τον κράβατον θέλουσιν να αρπάξουν Αχιλλ. L 511· να είδες αγούρους θαυμαστούς, σπαθεάς δοκιμασμένας,| ουδέναν εδευτέρωναν να μην τον ρίψουν κάτω Αχιλλ. N 512· η μέση του να έλεγες ωραίον δακτυλιδίτσιν Ιμπ. 80. 2) Σε ευθείες ερωτ. προτάσεις συνοδεύει οριστ. ιστορικού χρόνου προκ. να εκφραστεί η αμφιβολία εκείνου που ρωτά για το αν θα πάρει απάντηση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 319): είντα να θέλαν ποίσειν οι ν’ μέσα εις το κάτεργον; Μαχ. 3604· ποιον να είχε πιάσει και ο αγάς; ποιον να ήθελε φονέψει;| ή ποίον από τους φονείς στην Πόλην να είχε πέψει; Λίμπον. 423, 424· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου;| Πότε τον πύργον της εμής καρδίας να εδιέβης; Λίβ. Sc. 278, 279. Β´ 1) Με υποτ. εκφράζει: α) απλή βούληση, στο α΄ πρόσ. εν. ή πληθ. (υποτ. βουλητική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 305): να σας ειπώ μερτικόν απέ την αρχοντίαν τήν είχεν ο σιρ Φρασές Ουλαχά Μαχ. 823· την πεσματιά και τον χαημόν εγώ ʼς κακιά δεν τα ʼχω,| μα πάντα να’σαι αφέντης μου, να σε τιμώ όπου λάχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1674· όμως να έλθωμεν εις το προκείμενον Ιστ. πατρ. 1893· (με προηγ. την προσωπ. αντων. ως εμφαντικό υποκ. για να εκφραστεί έντονη θέληση· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 306): η καύκ’ απέσωσε του κυρ Γεώργου Ρώσω (παραλ. 1 στ.) και λέγει της Τζαβούλαινας: «Εγώ να σε ʼκανώσω» Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 477· ας είναι κι εις τα ξένα,| εγώ να ʼμαι για λόγου του κι εκείνος ογιά μένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1138· β) προτροπή, παραχώρηση, προσταγή, στο β΄ και γ΄ πρόσ. εν. ή πληθ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 307): στρατιώτες μου να ʼρθείτε,| ʼς τούτη τη βρύση σκύψετε ... να πιείτε Ερωφ. Ιντ. β΄ 51, 52· Να ηγνωρίζετε καλά ότι ο νόμος ... ορίζει ... ότι ουδέν εντέχεται να έχει διαφοράν όποιος το γράψει Ασσίζ. 14315· να είναι κραυγή μεγάλη εις όλη την ηγή την Αίγυφτο, ος σαν αυτό δεν εγένην Πεντ. Έξ. XI 6· όποιος νικητής βγει ... (παραλ. 1 στ.) να ʼχει τα δώρα τ’ ακριβά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β 126· γ) απειλή, στο β΄ πρόσ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308): Μην ʼπαίρνεσαι σ’ ό,τι ήκαμες, ρηγόπουλε αντρειωμένε,| και να γνωρίσεις σήμερο ο Αντρόμαχος ποιος έναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1596· δ) ευχή (υποτ. ευχετική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308): Μαγάρι εδά να συβαστεί, μαγάρι να το θέλει,| μαγάρι εσένα, όχι αλλουνού, γυναίκα να σου μέλλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 227, 228· Καλά να ’ν’ τ’ άστρη, ο ήλιος, το φεγγάρι,| η γη και τα νερά στο διάφορός σου Κυπρ. ερωτ. 10445· (σε παρενθετική πρόταση συν. με την υποτ. του ρ. ζω, ως όρκος ή ισχυρή επιβεβαίωση· βλ. ά. ζω Α 1γ): δίδω σού τα και μπορεις με τα μισά, να ζήσω,| να ντύνεσαι καλότατα, να μ’ ακλουθάς ’ποπίσω Στάθ. (Martini) A΄ 181· ’ξέβησαν οι στρατιώτες τους μετά πολλής της τόλμης,| αλλά ...,| να ζω, να ζεις, να χαίρεσαι και εγώ, κόρη, μετά σου,| ... σπαθεάς εχάρισα είτινα ηύρα έμπροσθέν μου Αχιλλ. N 1375· Λέγω σου είναι και όμορφη περίσσια εις τα κάλλη,| να ζήσω, κι εις την χώρα μας, κρένω, δεν βρίσκεται άλλη Ευγέν. 788· σας θυμούμαι πάντα μου, να ζήσει η ψυχή μου Ευγέν. 1298· ε) έκπληξη (υποτ. της έκπληξης· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 310): Ο παντοδύναμος Θεός έπεψεν τον υιόν του ... και έπαθεν ... και τούτος ο μέγας μάστρος, ο φίλος μου, να κρατεί τούτον το κακόν; Μαχ. 145· ς) σε συνεκφ. με το μόνο (να), αξίωση ή παράκληση που είναι ταυτόχρονα και υπόθεση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 308 σημ. β): με νίκη θέλομεν εβγεί και με τιμή μεγάλη,| μόνο να μη θελήσομε να λείψομ’ απατοί μας Ερωφ. Ιντ. δ΄ 19· νικούμε τον τον Δάρειον, μόν’ να ’ν’ καλή η καρδιά μας Αλεξ. 710. 2) Συνοδεύει υποτ. σε διηγήσεις ή περιγραφές περασμένων γεγονότων αντί οριστ. παρατ. (υποτ. διηγηματική· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 314): Σαΐτες ανερίφνητες στην χώραν να πετούσι,| μέσα τσι ρούγες να ’ρχουνται πλείστοι να σκοτωθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15215, 16· Να βγαίνουν από δυο μερές ...| να πιάνουν τους Αγαρηνούς, να παίρνουν τα παβιόνια,| κι άλλα πολλά εκάνασι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5321. 3) Σε ευθείες ερωτ. προτάσεις εκφράζει α) απορία (υποτ. απορημ.· Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 320): άνθρωπον κενόδοξον τις να τον αγαπήσει; Σπαν. A 239· Κι εγώ η καημένη είντα να πω στον κίντυνον οπού ’μαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 147· πώς να παινέσω σήμερο κείνα που σ’ αφουκρούμαι; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 148· β) αγανάκτηση ή δυσφορία (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 321): Γιάντα δεν έσφαξες εμέ πρώτα, γιατί ν’ αφήσεις| τόσο κακό τ’ αμμάτια μου να δούσινε; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 413. 4) Συνοδεύει υποτ. προκ. να εκφραστεί αμφιβολία ή κ. το ενδεχόμενο αντί θα και οριστ.: τῳ βασιλεί σου πρόσδραμε, λέγε τα πταίσματά σου·| ο βασιλεύς φιλάνθρωπος και να σε συμπαθήσει Γλυκά, Στ. 523· χάριν αυτού μη θλίβεσαι, μηδέ συχνοστενάζεις·| η ζάλη τούτη να διαβεί, πάλιν να ελθεί γαλήνη Γλυκά, Στ. 314. IΙ. Σε δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις Α´ Ειδικές 1) α) Εισάγει ειδική πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. (μετά από τα ρ. κρίνω, νομίζω, κ.τ.ό.) και χρωματίζει έτσι αυτό που σημαίνει η πρόταση ως κ. αμφίβολο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 58): Τα ρούχα του Ρινάλδο μου τούτα πως είν’ γνωρίζω| και κρίνω να ’φυγε αποδώ κι όλη να τρέμω αρχίζω Ερωφ. Ιντ. β΄ 146· Μ’ αν το πιστεύγει, ολοτενιάς να κουζουλάθη κρίνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 615· Χρόνους εκαρτερήσαμεν, νομίζω να ήσαν δύο Λίβ. N 2550· Λύπη τ’ αφτιά σας μηδεμιά κρίνω να μου γροικήσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 136· β) συνοδεύει πλεοναστικά τους ειδικούς συνδ. ότι, πως σε προτάσεις που εκφέρονται σε οριστ.: βαρύν φουσσάτο·| ως χιλιάδες είκοσι παντέχω ότι να ήτον Χρον. Τόκκων 435· Πιστεύομεν και ομολογούμεν ότι πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να ενομοθέτησε το ιερόν του Δείπνον Χριστ. διδασκ. 150. 2) α) Εισάγει ειδική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ.: μεν νοιαστείς ποτέ μου να σκαλέψω| την έννοιαν μου αχ το δειν των αμματιώσ σου Κυπρ. ερωτ. 635· λέγει της …| … ως ξημερώσει, ό,τι ζητά να της τα φανερώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 688· (με επόμ. το θα για να εκφραστεί η έντονη επιθυμία του υποκ. γι’ αυτό που δηλώνει η δευτερεύουσα πρόταση· βλ. Μανούσ., Χρ. Κρ. 1, 1947, 573): ανέν και η Ήρα ...| γροικά το μήλο το χρουσό να θα κλερονομήσει,| ’ς τούτο πολλά λανθάνεται Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 45· την εικόνα τση θεάς εβλέπω και όλη τρέμει| και σώπασε, γιατί θαρρώ να θα μασε μιλήσει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 89· β) συνοδεύει τους ειδικούς συνδ. ότι, πως σε προτάσεις που εκφέρονται σε υποτ. και εκφράζεται κ. το αμφίβολο ή ενδεχόμενο: ελόγιασεν η λυγερή πως ν’ αγαπά άλλη κόρη| το ταίρι τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 655· Μην βάλεις εις τον νουν σου ότι χωρίς αυτήν να γυρίσομεν οπίσω Διγ. Άνδρ. 3235· με τι να ξέρω ότι να την κλερονομήσω; Πεντ. Γέν. XV 8. Β´ Βουλητικές 1) Εισάγει βουλητική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη) α) μετά ρ. κυρίως βουλητικά και δυνητικά ως αντικ. του ρ. της κύριας (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 77-81): φίλος μου ... πάντα μου θέλω να ʼσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 110· πώς η Τύχη ενάντιον σας να κλώσει εσυγκατέβη; Απόκοπ.2 390· πε στο βασιλιό σου| να στείλει τσι στρατιώτες του Ερωφ. Ιντ. δ΄ 56· μηνούσιν τον Ιμπέριον να ’λθει εις το παλάτιν Ιμπ. 461· ορίζει ο βασιλεύς να αρματωθεί φουσσάτον Διήγ. Βελ. (Foll.) 390· ως υποκ. απρόσ. ρ. ή έκφρ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 81-83): του δερματιού τα πόδια έτσ’ εσαλεύγα,| που εφαίνετο πως άνθρωπο ν’ αρπάξουν εγυρεύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 354· Περί εκείνου οπού κάμνει το αγκάλεμάν του με τους μάρτυράς του, τείντα εμπαίνει να πλερώσει Ασσίζ. 2307· Στα χείλη οπού μου εσφάξασι λίγ’ έλειψε να πέμψω| μιαν δυνατή δαγκωματιά Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [271]· είναι ντροπή σου ... τα ψόματα να λέγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 883· ως προσδιορισμός, διασάφηση όρου της κύριας πρότασης (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 83-88): Περίσσια είχα πεθυμιά ...| να σασε δούσιν όλες σας τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. Ιντ. α΄ 128· Μη με καταδικάζεις (παραλ. 3 στ.). Σώνει άμετρός μου και πολύς φόβος να με σκοτώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 99· β) μετά το ρ. κάμνω και τροπ. επίρρ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 85): ποτέ μου ...| δε θέλω πει «κακά ’καμα να σμίξω μετά κείνο» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 106· δεν κάμνεις καλά να ʼσαι κρυμμένη Κυπρ. ερωτ. 452· γ) μετά τις προθ. δίχως, άνευ (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 88 σημ. β): εντέχεται να τον κρατεί εις την φυλακήν ..., άνευ να του κακοποιήσει, άχρι να πλερωθεί Ασσίζ. 31531· χωσμένο να τον έχει,| δίχως κιανείς πού βρίσκεται ποτέ του να κατέχει Ερωφ. Ιντ. α΄ 56· Τον ουρανό στολίζει …| … η πορπατηξά σου,| δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 716. 2) Συνοδεύεται πλεοναστικά α) α1) από το σύνδ. ότι: ειπές του Ααρών ότι να ανακατώσει το νερόν με την ράβδον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 158v· ο βασιλεύς επρόσταξε ότι να μνημονεύεται και αυτή ομού με τον βασιλέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 14914· όταν είδαν οι μαστόροι ότι αυτό το ξύλον ήτονε από τρεις λογές, ... ηθέλησαν ότι να το μάθει ο Δαβίδ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v· ελπίζω εις το έλεος του Θεού ότι να ευτυχήσεις Χρον. Μορ. H 1389· α2) από το σύνδ. διά: όσες έναι οπού το ʼκάμαν| τούτο το κακόν το πράμαν,| δύσκολα διά να το αφήσουν Συναξ. γυν. 695· Κανείς ... απ’ όλον το φουσσάτο| τούτον ουκ εδυνήθησαν διά να τον απαντήσουν Ιμπ. 352· α3) από το σύνδ. πως: τάσσω σου κι εσένα (παραλ. 1 στ.) πως τση κεράς σου συντροφιά στον Άδη να σε πέψω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 635· κάθεται και λέγει παραμύθια,| λογιάζοντας πως μετ’ αυτά το νου μου να σκοτίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. Ϛ΄ 613· α4) από τους συνδ. ότι πως: περί απροίκου γάμου γυναικός, οπού προίκα δεν έταξεν ότι πως να δώσει Βακτ. αρχιερ. 136· α5) από το σύνδ. όπως: επλάκωσαν τον τόπον οι Αλβανίται,| σκοπώντας και ελπίζοντας όπως να τηνε πάρουν (ενν. τη Λευχάδα) Χρον. Τόκκων 84· β) από κάπ. πτώση του ουδ. άρθρου (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 83 σημ.): κἀμέ δε άφες ως με δει του να ʼμαι τυφλωμένος Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 216· ηγάπα και το να με είχε ... εις την δουλοσύνην του Σφρ., Χρον. μ. 2211· ήθελα του να τονε ρωτήσω Λίβ. N 54· άφες το να θυμώνεσαι, ...| άφες το να είσαι μανική ...,| άφες το να κακώνεσαι Λίβ. Sc. 325, 326, 327. 3) α) Σε συνεκφ. με το θε (να) = θα, πρόκειται να: για το κυνήγι οπού ’καμε θάνατο θε να πάρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 716· β) εκφράζει ταυτόχρονα β1) δυνατή θέληση η απόφαση: δε θε ν’ αφήσω να χαθώ δίχως να δοκιμάσω| στό δύνομαι να βουηθηθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 57· απής σ’ ετούτο μ’ έφερεν η τύχη η εδική μου,| θε να σου πω τη σήμερο τίνος κυρού παιδί ’μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 670· πάσα άλλη μου δουλειά σε μια μερά θ’ αφήσω| και τσ’ έγνοιας μόνον ετουνής θε ν’ ακλουθώ ξοπίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 370· β2) κ. ενδεχόμενο: Τούτα θε να ’ναι η αφορμή κι εσφάγηκε και τούτη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 557. Τούτο το πράμα ...| θε να σε βλάψει με καιρόν, όχι να σε φελέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 128· έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα| και θε να κάμεις του κυρού εις την τιμή ασκημάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 183. 4) Εισάγει βουλητική πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. ιστορικού χρόνου όταν το περιεχόμενο της πρότασης α) είναι ευχή απραγματοποίητη (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 90): ήθελα ν’ είχα ζωντανόν τώρα τον Ευριπίδη Λίμπον. 73· Να ήτον οδός …| … να εστάθην εμπροσθά μου| και αν ου τον εθανάτωνα, ας με ελιθοβολούσαν Αχιλλ. N 1612, 1613· να το θεληματέψει η ομορφιά σου| απόψε να κοιμήθηκα κοντά σου Βοσκοπ.2 108· β) παρουσιάζεται ως απλή σκέψη του λέγοντος (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β' 91): όλπιζα με καλλύτερον ανέμιν| ’ς τίτοιον λιμνιώναν να ’σωσα την στράταν Κυπρ. ερωτ. 10716· απ’ αλλονού να δόθηκε στον κόσμο δε λογιάζω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 624· σαΐτες πλουμισμένες ...| μ’ εφάνησαν νά ησαν αιματωμένες Φαλιέρ., Ενύπν.2 18. Γ´ Ενδοιαστικές· εισάγει ενδοιαστ. πρόταση με τα ενδοιαστ. μόρ. μη, μηδέν, που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 120): τρομάσσω| να μη γυρίσει η τύχη μου κι όλα γιαμιά τα χάσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 332· τρομάσσω| να μη γροικήσει τό ’καμα και τη ζωή μου χάσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 206· ουδέ φοβούνται| να μηδέν τασε γροικήσουν Συναξ. γυν. 785. Δ´ Πλάγιες ερωτ. 1) Ακολουθεί ερωτ. αντων. ή επίρρ. σε πλάγια ερωτ. πρόταση που εκφέρεται α) σε απλή οριστ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 116): σ’ ερωτούν …, (παραλ. 5 στ.) ... τα παιδιά π’ αφήκασι οι μάννες κι αρνηθήκαν,| τάχα τι να τα κάμασι οι Τούρκοι σαν τα βρήκαν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 18112· β) σε οριστ. δυνητική (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 116-7): να ʼδαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας| και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας Απόκοπ.2 251, 252· Να ’ξευρα ... την σωτηριάν πού να ʼβρα Κυπρ. ερωτ. 10031· γ) σε υποτ. απορημ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 117): βούηθησέ μου| κι εις τούτα μου τα βάσανα, πώς να περάσω πε μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 430· ο χριοφειλέτης αποκρίνεται ότι ουδέν έχει απόθεν να εμπορήσει να τον πλερώσει Ασσίζ. 30426· μέσα του εδιαλογίζετο πώς να τον αποθάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 776. 2) Ακολουθεί τους συνδ. μη, μήπως σε είδος πλάγιας ερώτησης που δηλώνει κ. ενδεχόμενο, επιδιωκόμενο, επιθυμητό και εκφέρεται σε υποτ.: Θέλω ...| να λείψω εις την ξενιτιάν μη να ξεραθυμήσω (παραλ. 1 στ.), μη ν’ ανασάνω τίποτε και πάλιν να γυρίσω Ιμπ. 177, 179· εγέμισε σύντομα το δοξάριν| και ρίκτει τάχα εις τον αετόν μήπως να τον δοξεύσει Λίβ. Esc. 2694· να τραγουδήσω| θέλω σε τούτο το στενό, μήπως να την ξυπνήσω,| στο παραθύρι της να βγει Κατζ. Α΄ 124. IΙΙ. Σε δευτερεύουσες επιρρ. προτάσεις: Α´ Αιτιολογικές 1) Εισάγει αιτ. πρόταση που εκφέρεται σε απλή οριστ. (Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 60): εάν ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν ουκ εγίνωσκεν ότι ήσαν συγγενάδες, ... το δίκαιον ορίζει ότι ουδέν εντέχεται να έχει καμίαν τιμωρίαν απ’ εκείνον τον γάμον, να δεν εγίνωσκεν Ασσίζ. 11527. 2) Σε υποτ.: τ’ άδικο που εγίνηκε του ριζικού ήτο χάρη,| όχι να ʼνʼ ο Κυπρίδημος καλλιά του παλληκάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1830· με προηγ. το σύνδ. διά, για (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 61): διά να έχει ανδρείαν πολλήν και φρόνησιν, έκαμαν συμβουλήν οι πρώτοι της Συρίας και εδιάλεξάν τον σουλτάνον Διγ. Άνδρ. 31813· διά να μη έχω φίλον,| έγινα ωσάν το ξύλο Συναξ. γυν. 1047· επήρε τέτοιο θάνατο, για ν’ αγαπά περίσσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 719· με προηγ. το επίρρ. μόνε: Μόνε να είμαι εγώ καλή, αρχόντισσά μου, είμαι εδώ πρόθυμη (έκδ. πρόθυμος· διορθώσ.) να τηνε δουλεύσω Μπερτολδίνος 137. Β´ Τελικές 1) α) Εισάγει συν. μετά ρ. κίνησης τελική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (άρν. μη· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 76): ο βασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 536· μ’ έστειλε να σε κάμω| να συβαστείς Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 99· τους Ρωμαίους έκραξε να πάσι να βοηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28325· είπεν ο Θεός: «ας είναι φεγγίτες εις άπλωμα του ορανού να χωρίσει ανάμεσα την ημέρα και ανάμεσα τη νύχτα» Πεντ. Γέν. I 14· β) β1) με προηγ. το σύνδ. (ο)για: μ’ εθανάτωσε …| … μόνο για να μου πάρει| τη βασιλειά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 295· Πολλές φορές εγρύπνησα για να σ’ αποκοιμίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 95· ήρθα ως επά μόνο για να σε δούσι| τ’ αμμάτια μου Ερωφ. Γ΄ 77· Επήγασίνε κι εις τη Χιο ογιά να τηνε πάρουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4163· Τούτος ο ανθός ευρίσκετο ’ς τση ρήγισσας τη χέρα,| ογιά να τονε δώσει ενούς εκείνη την ημέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 136· β2) με προηγ. το σύνδ. διά: πήγαν εις πηγάδι,| διά να το κατοικήσουσι Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 196· να ποίσω ορισμόν διά να γένει φόνος Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 546· β3) με προηγ. το σύνδ. όπως: τα κάστρη να φυλάξουσιν, όπως να μη τα χάσουν Χρον. Τόκκων 127· εις κείνους τα μοιράσασιν, όπως να του θυμούνται Κορων., Μπούας 104· Φιλοδωρίες, χαρίσματα άρχισεν να τους τάζει,| όπως να προθυμήσουσιν όλοι μετά καρδίας Χρον. Τόκκων 1358· β4) με προηγ. το σύνδ. ως: μας εκαταδίκασες εις χείρας των εχθρών μας·| πολλά καλά το έκαμες ως να σωφρονισθούμεν Ιστ. Βλαχ. 2479 [= Γέν. Ρωμ. 101]· β5) με προηγ. το σύνδ. ότι: καλά να την φυλάσσει,| ότι να μη τον γελάσει Συναξ. γυν. 702· στην γειτονίαν γλήγορα μέλλει να γένουν γάμοι| και θέλω γένει και εγώ παχύς, ότι να φάγεις Αιτωλ., Μύθ. 349· γ) με επόμ. το θα: θέλ’ έβγει ο δράκος πάλι| να θα σ’ αρπάξει το ζιμιό με μάνητα μεγάλη Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 14. 2) Με προηγ. το άρθρο σε θέση παλαιού απαρεμφ.: καλούσιν των Ελλήνων| άρχοντες του να δικάσουν| περί των αρμάτων τούτου Ερμον. Φ 354· Το δε νεκρωθέν γαρ σώμα| επαρέλαβεν η μήτηρ| προς το να κηδεύσει τούτο Ερμον. Ψ 252. Γ´ Αποτελεσματικές 1) Εισάγει αποτελεσματική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. όπου το αποτέλεσμα: α) εμφανίζεται ως απλή σκέψη εκείνου που μιλεί ή ως ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): δεν ήτο ποιος να του μιλεί και να τονε διατάσσει,| να του αλαφρώσει ο λογισμός Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 620· θωρείς πως έναι δυνατή καρδιά της| τόσον να πεις ότ’ είναι διαμαντένη Κυπρ. ερωτ. 9024· περισσά σπλαχνικός να θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 345· β) δηλώνει συμφωνία ή όρο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 182): Η δε Πάρος και η Αξία και η Μήλος ... επροσκύνησαν να δίδουν χαράτσιον ... και διά τούτο δεν τους επήρεν αιχμαλώτους Κώδ. Χρονογρ. 49· γ) εξαρτάται από την προστ. κάμε, ‑ετε του ρ. κάμνω: τα λόγια που σου θέλει πει κάμε να τα θυμάσαι Γαδ. διήγ. 322· Πιάσ’ τη βουλή μου, αφέντη μου, και κάμε να νικήσει| τη μάνητά σου η φρόνεψη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 545· κάμετε να τους κόψετε κι ουδ’ ένας να γλυτώσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 3· δ) δ1) με προηγ. το σύνδ. για (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): ο σκλαβωμός κι η μοίρα μου ...| ξόμπλι ας γενούν παντοτινό του λογισμού σου ...| για να μην είσ’ αλύπητος Ερωφ. Ιντ. δ΄ 103· αργεί ... την παιδωμή να δώσει| για να’ χει φταίστης τίβοτας καιρό να μεταγνώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 308· δ2) με προηγ. το σύνδ. και: Αλλ’ όμως δεν επήγασι μακρά και να γλυτώσουν Κορων., Μπούας 97· όρισε καβάτοράν σου| να ελθεί εις το παλάτι,| να το σχίσει το λιθάριν| και να εύρεις το σκωλήκι Πτωχολ. α 404· μπόριε να γελάσει| η ζγουραφιά κάθ’ άνθρωπον οπού να μην κατέχει| και να θαρρεί κι απαρθινά ο τόπος σπήλιον έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 244. 2) Σε δυνητικη οριστ., όπου το αποτέλεσμα εμφανίζεται ως δυνατό ή πιθανό (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 95): στον Άδη να μπορώ να στέκω μετά σένα,| δυο πρικαμένες να ʼμεστα μ’ όνομα μόνον ένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 442· έθελα θωρείν το πρόσωπόσ σου| να ʼδα ποτέ μου αγάπην εις αυτόν σου Κυπρ. ερωτ. 8620· (εδώ με προηγ. το σύνδ. για): φυτεμένο στην καρδιά πως σ’ έχω να σου δείξω| για να ʼχες πει, Πανάρετε, «χωρίς το θάνατό μου| ν’ ανασπαστώ, Ερωφίλη μου, δεν είναι μπορετό μου» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 127. 3) Εισάγει μόνο του ή με προηγ. το σύνδ. (ο)γιά είδος τελικής - αποτελεσματικής πρότασης που εκφέρεται σε υποτ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 182 σημ.): δώσ’ μου μια γλυκιά θωριά να ξοριστούσι| σα νέφαλα εκ τον άνεμον οι πόνοι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 401· ο τυφλός ... πέφτει χάμαι ... από την πολλήν δίψαν ... και ο Λέων ... ελυπήθη περισσά και αρχίζει ... να γυρεύει μήπως και εύρει νερόν να του δώσει να μην αποθάνει Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396· τη γη ποτίζεις για να μπορού να ζιου τα πλάσματά σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 719· ν’ αφήσεις| τη διαφορά σου ...| ογιά να μη δυσκολευτεί το κάλεσμα οπού γίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 925. Δ´ Υποθετικές 1) Εισάγει υποθ. πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. ιστορικού χρόνου όταν η υπόθεση λαμβάνεται ως κ. αντίθετο από το πραγματικό ή ως απλή σκέψη αυτού που μιλεί: να ʼμπόρουν εις χαρτίν να γράψα| τα πάθη μου ... (παραλ. 1 στ.), ... έθελεν πάψειν απού μεν η κάψα Κυπρ. ερωτ. 231· τό έποικες δίχως το θέλημά μου,| έτσι να ήτον τίποτες πράγμαν πολλά μεγάλον,| ... μ’ έχανες εκ τον κόσμον Ιμπ. 147· σιδερή την εμιλιά να ʼβγανα, τον καημό μου| σωστά να πω ... δεν είναι μπορετό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 25. 2) α) Σε υποτ. συν. αορ. όταν η υπόθεση λαμβάνεται ως κ. ενδεχόμενο ή προσδοκώμενο ή αόριστα επαναλαμβανόμενο: καμία εκ τες βαγίτσες μου ...| να εύρω να δέχεται γραφάς και αντιγραφάς να πέμπει,| ας εγνωρίζει απ’ εμέν: γουργόν ο θάνατός της Λίβ. Esc. 1440· να σιγανέψουν οι καιροί, ολπίζω να ψαρέψω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 480· Σπουδαίον άνδρα να ιδούν (ενν. οι αμαθείς), πολλά τονε μισούσιν Γκίνου, Στ. 11· β) ακολουθεί πλεοναστικά τον υποθ. σύνδ. εάν: εάν κανείς να δώσει ετέρου, εκείνος ή εκείνη οπού να τα λάβουν ένι κρατημένος να τα στρέψει εις την αγίαν του Θεού εκκλησίαν Ασσίζ. 15518· γ) στην έκφρ. ανίσως και να = αν τυχόν, αν συμβεί να (βλ. ά. ανίσως 1): ανίσως και ποτέ να καταντήσεις| εκεί που να θαφτούν τα κόκκαλά μου,| μηδέν είσαι τόσον σκλερός μιτά μου Κυπρ. ερωτ. 10477· Ανίσως και να πίστευγες, κυρά μου (παραλ. 3 στ.), έλπιζα ...| να γνώρισες πως είμαι δουλευτής σου Κυπρ. ερωτ. 541. Ε´ Ενδοτικές· ακολουθεί πλεοναστικά τον εναντιωματικό σύνδ. μόλον που σε ενδοτική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. και εκφράζει κ. το αόριστο χρονικά (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 75): το σίδερον και η φωτιά μόλον που να πονούσι,| είν’ ακριβά κι ωφέλιμα εις όσους γιατρευτούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1648]. Ϛ´ Χρονικές α) Εισάγει χρον. πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. αορ. και φανερώνει πράξη προσδοκώμενη (= μόλις, όταν· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 99 και 190): Να την ιδεί ο Αχιλλεύς, λιγοθυμιά τον πιάσεν Αχιλλ. (Haag) L 492· εδιάβην ώρα περισσή να της αποκριθούμεν Απόκοπ.2 391· ασηκώνοτουν τρεις ώρες να ξημερώσει, εις το να ιδεί πώς αύξαινεν ένα σύκον Μπερτολδίνος 91· οι Ισραηλίτες| ομοφωνούν να δώσουσιν την χώραν του Ολοφέρνη.| Και να το ακούσ’ η Ιουδήθ ...| εσύναξεν την γερουσίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1791· με προηγ. το ουδ. άρθρο: Το να τ’ ακούσει παρευθύς ο Αχιλλεύς τους λόγους,| συντόμως γράφει γράμματα Αχιλλ. N 402· το να προκύψει η λυγερή να βλέπει προς εκείνους,| ελάκτισεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλην Αχιλλ. N 1146· Το να το ιδεί ο Ιμπέριος (ενν. το παρανυχίδιν), ετρώθην η ψυχή του Ιμπ. 293· Το να τον δουν εγλήγορα οι γυναικάδελφοί του,| πεζεύγουν, ... προσκυνούν τον Αχιλλ. (Haag) L 1047· β) ακολουθεί πλεοναστικά β1) τους χρον. συνδ. όταν (όντα, όνταν, άντα, αντάν): όταν να θέλει να λουστεί η θαυμαστή η κόρη,| τις έναι οπού να δυναστεί να είπει και να γράψει; Αχιλλ. L 515· όντα να τελειώσει η πρώτη λειτουργία, ... άννοιξε το χαρτίν το βουλλωμένον Μαχ. 1433· Όνταν την ευγενειάσ σου να βιγλίσω,| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· Άντα να μηδέν έχετε τό θέλετε, να ʼχετε το ποίσειν νώσιν του πάπα Μαχ. 3547· Γλυκιά και δροσινά ʼναι τα λαμπρά μου (παραλ. 2 στ.), αντάν την ευγενειάσ σου να βιγλίσω Κυπρ. ερωτ. 508· β2) το σύνδ. ότι: τότες να καθεριστείς από την ανάρα μου, ότι να έρτεις προς τη γενεά μου Πεντ. Γέν. XXIV 41· β3) τους συνδ. πριν, πριχού(ν), πρίχου: αποθαίνει ού ο είς ού ο άλλος πριν να παντρευτούσιν Ασσίζ. 36917· Μα ʼρθαν και τον ευρήκασιν οι μπιστικοί του φίλοι,| πριχού να κάμει η χέρα του ό,τ’ είπασι τα χείλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 728· Φοβούμαι μεν το κλίνω το κεφάλιν| πριχούν με λύπην να με δουν τα μμάτια της θέισσάς μου Κυπρ. ερωτ. 10826· πρίχου ν’ αποθάνει,| σα λιόντας εμουγκίστηκε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 160· β4) το σύνδ. αφόν: αφόν στον ουρανόν να λάψουν τ’ άστρα,| στρέφουνται ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1064· γ) με προηγ. το σύνδ. ώστε· η πρόταση αναφέρεται στο τέλος συν. μεγάλης χρον. περιόδου: θέλω πασαείς να δει τη μπόρεσή μου,| για να φοβάται ώστε να ζει, περίσσα την οργή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 626· δεν τελειώνει η μάχη σας ώστε να μπεις στον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 184· σε χέρι γή σε μάγουλο ποτέ δε θες μου ʼγγίξει| ώστε να φέρουν οι καιροί γλυκύς καιρός ν’ ανοίξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 684· Ώστι να ζει και να θωρεί δεν θέλει λησμονήσει Κυπρ. ερωτ. 11310· δ) με προηγ. το συνδ. κάθα· η πρόταση δηλώνει αόριστη επανάληψη: Κάθα να δω το βγενικόν το ʼδεισ σου,| όλος αφταίννω Κυπρ. ερωτ. 691· ε) με προηγ. το σύνδ. ωσόπου, εωσόπου· η πρόταση δηλώνει το χρον. διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί κ. να ισχύει: Γλυκύν και δροσινόν έν’ το λαμπρόν μου| ωσόπου να βιγλώ τα γλυκιά ʼμμάτια Κυπρ. ερωτ.10532· δεν έχει νίκος να με πάρει| ωσόπου να ʼχω την γλυκιάν της χάρην Κυπρ. ερωτ. 288· εντέχεται να τον κρατεί εις την φυλακήν του ... εωσόπου να τον πλερώσει Ασσίζ. 31218. Ζ´ Αναφορικές 1) Εισάγει μόνο του ή συνοδεύει αναφορ. αντων. ή επίρρ. σε αναφορ. πρόταση που εκφέρεται σε οριστ. α) απλή: δεν ευρέθηκεν κανείς ...| να είπεν, να με σύντυχεν καλόν διά τα ξένα Περί ξεν. V 166· β) πιθανολογική: εκείνος ού εκείνη οπού να έβαλαν τοιούτους ανθρώπους μάρτυρας, ... εντέχεται όλα να ένι κρατημένα του αυθέντη του τόπου Ασσίζ. 14410· γ) ευχετική (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 106): τοιούτα έχουν οι κορίτσες| όταν είναι κοπελίτσες,| ήγουν όταν έν’ μικρά,| όπου να τα ʼθαψα νεκρά Συναξ. γυν. 499· Αφήτε μ’, οπού να ʼμουνε σήμερ’ αποθαμένη Θυσ.2 311. 2) α) Σε υποτ. και δηλώνει κ. το ενδεχόμενο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 106-7)· συν. προηγείται αποφατική πρόταση: άθρωπος δεν ήτονε μηδένας να θελήσει| με τέτοιους δυνατούς εχθρούς να βγει να πολεμήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 571· δεν είναι βάσανο να μοιάζει του δικού μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 424· στη μεγαλότητα κιανείς δεν είν’ να του σιμώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 410· τινάν ουδέν έχω δι’ εμέναν να σε αναφέρει Λίβ. Sc. 171· β) με προηγ. αναφορ. αντων. ή επίρρ.: το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ή εκείνη απού να το ποιήσει, πρέπει να χάσει είτι και αν έχει Ασσίζ. 19522· να οικοδομήσει ναόν οπού να μην έγινεν άλλος δεύτερος απ’ αυτόν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1481· μπόριε να γελάσει| η ζγουραφιά κάθ’ άνθρωπον οπού να μην κατέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 243· (εδώ με προηγ. το σύνδ. και στη θέση του αναφορ. που): ίσα του δεν εγίνη άλλος κιανεις και να βαστά την ομορφιάν εκείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 286. 3) Συνοδεύει το αναφορ. επίρρ. απού, οπού σε αναφορ. - αποτελεσματική πρόταση που εκφέρεται σε υποτ. (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 108)· συν. προηγείται στην κύρια πρόταση το δεικτ. τόσον: φοβούμαι| να μη ζηλέψει (ενν. το ριζικό) ...| και ρίξει με σε βάσανο τόσον απού ποτέ μου| να μη μπορέσω να ’γερθώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 480· όμορφή ’σαι| τόσον οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· θες γροικήσει| τόση καλή θαράπαψη απού να φχαριστήσεις| την ώραν οπού βάλθηκες να τωνε συμπαθήσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ 547. 4) Συνοδεύει το σα(ν), ως, ώσπερ σε αναφορ. προσδιοριστική πρόταση όπου εκφράζεται υποθ. παρομοίωση (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 111): στέκομαι τρεμάμενη σαν να’χα να περάσω| μια θυμωμένη θάλασσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 7· Φράγκοι, Ρωμαίοι στέκουνε σα να ’τον χριστιανοσύνη,| σα να μην ήτονε Τουρκιά, έχουσι καλοσύνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 41615, 16· αγάπα τον και τίμα τον ως να ήτον συγγενής σου Σπαν. (Ζώρ.) V 122· όσοι αποθάνουν εις αυτό εκείνο το ταξίδιν| να έχουν συμπάθιον κι άφεσιν από τες αμαρτίες τους,| ώσπερ να αποθάνασιν εις του Χριστού τον τάφον Χρον. Μορ. H 493.
νάπη- η, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1814, Βέλθ. 1302, Σπανός (Eideneier) D 583, Φυσιολ. (Legr.) 702, Δούκ. 33719, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 408, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 456.
Το αρχ. ουσ. νάπη. Η λ. και σήμ. ως τοπων. (Rohlfs, Et. Wört. 347, Βαγιακ., Αθ. 55, 1951, 44, Γιαννουλέλλης, Πλωμάρι 44).
— Βλ. και ά. νάπα.
νησίον- το, Χρον. βασιλέων 1002, Παρθεν., Γράμμ. 22825· νησί, Πανώρ. Αφ. 12, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 269, 588, 870, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13928, 23213, 3925, 41014, 47418, 51311, 53723, 5784, κ.α.· νησίν, Διγ. Z 108, 109, Απολλών. 625 δις Φυσιολ. (Legr.) 500, Σφρ., Χρον. μ. 13832, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 236, Αχέλ. 1229, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3879· νησί(ο)ν, Χρον. Μορ. H 2893, 4613, 8039, Διήγ. πανωφ. 57, 59, Διακρούσ. 7611· νησσίν, Μαχ. 549, 1645, 29230, 36814, 4784, 51827, 6405, 25, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 459 (ορθογραφία έκδ. νηχχιού), 592 (ορθογραφία έκδ. νησκιού), κ.α.· πληθ. νησά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3971, 7.
Το μτγν. ουσ. νησίον. Ο τ. νησί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. νησσίν σε ροδιακά ιδιώμ. (Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 78 και Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 415). Τ. νεσίν στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο πληθ. νησά και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄).
1) α) Νησί: επήραν οι Βενέτικοι το νησί των Κορυφών με τα καατέλλια Byz. Kleinchron. Α΄ 3637· το νησί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 320· αφεντεύγεις την Λευκωσίαν και ούλον το νησσίν Μαχ. 38018· β) (μεταφ.): Ω στήθος μ’ ομορφότατον, νησί πολλ’ ακριβόν μου| που ήσουν οχ τον άνεμον των αναστεναγμών μου| κι οκ των δακρύων μου τα πολλά κύματα κτυπημένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1405]. 2) (Εδώ γενικά για τα βόρεια παράλια της Μεσογείου και ειδικ. τα νησιά του Αιγαίου): Από ετούτα εχωρίστηκαν νησιά των εθνών εις τις ηγές τους, ανήρ εις τη γλώσσα του, εις τις γενεές τους, εις τα έθνη τους Πεντ. Γέν. X 5. Η λ. ως τοπων. = οι Κυκλάδες: Χρόνοί ’ναι οπού ήμου στα Νησά κι ήμουνε παντρεμένος Στάθ. (Martini) Γ΄ 377.
νίκος- το, Διγ. (Trapp) Gr. 2715, Διγ. Z 359, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 20, Πόλ. Τρωάδ. 378, Χρον. Μορ. H 5102, Χρον. Μορ. P 4004, 6610, Διήγ. Βελ. N2 9, Λίβ. Esc. 2321, Αχιλλ. O 271, Χρον. Τόκκων 1794, Λέοντ., Αίν. I 158, Χρησμ. I 160, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 810, Μαχ. 17615, 65032, Θησ. (Foll.) I 59, Θησ. Β΄ [386], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 281, Διήγ. Αλ. V 28, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 119r, Διγ. Άνδρ. 31925, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 17, Δ΄ 980, 982, κ.π.α.
Το μτγν. ουσ. νίκος. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Andr., Lex. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 675).
1) α) Επικράτηση σε πολεμική αναμέτρηση ή μονομαχία, νίκη: επολεμήσαμεν κι ηπήραμεν το νίκος Χρον. Μορ. P 3657· σήκωνε τα χέρια σου στον ουρανόν ολόρθα,| διά να ’χει νίκος ο λαός εις τους εχθρούς οπὄρθα Χούμνου, Κοσμογ. 2608· Τσι δυο φορές που τρέξαμεν ομάδι το κοντάρι| νίκος πολύ δεν ήλπιζα με τέτοιο παλληκάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2090· οι μεν εκείνοι ήθελαν, φίλε μου, να νικήσει,| οι δε εις εμέναν ήθελαν πάλι να ιδούν το νίκος Λίβ. Esc. 2287· (μεταφ. προκ. για τον Έρωτα): νίκος έχει (ενν. ο Έρωτας) στην αρχή, στο τέλος κι εις τη μέση,| κιανένα δεν εμάλωσε να μην τονε κερδαίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1055· είντα δεν κάνει ο ʼπίβουλος (ενν. ο Έρωτας), όντε το νίκος έχει,| και πού τα βρίσκει τα πολλά τα τόσα που κατέχει! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1039· β) (γενικά) υπερίσχυση, υπεροχή: Τοις αρχιερεύσιν και πάσιν τοις του ιερατικού καταλόγου ορθοτομία και ευσέβεια και ελπίς αγαθή και πολλαί διαλέξεις περί πίστεως και νίκος κατά των αντερούντων αυτοίς Ωροσκ. 404· γ) (προκ. για δικαστικό αγώνα) δικαίωση: αφόν δοθεί η κρίσις, ουδέν ημπορούν πλείον οι κριτάδες να τους συμπάψουν, ότι ηγνωρίζουν καλά ποίος από τους δύο έχει το νίκος, του αγκαλούντος, του αγκαλεμένου Ασσίζ. 2918-9. 2) (Συνεκδ.) λάφυρα, λεία: ευεργέτησεν τους στρατιώτας όλους| κι εμέρισεν το νίκος του, το κούρσο τό ηπήρεν Χρον. Μορ. P 7108· Φοβούμαι μη ο άγουρος εκ της πολλής της τόλμης| λάβει την αδελφήν αυτού και όλον μας το νίκος Διγ. Z 326. 3) (Μετων.) νικητής: τον Βελισάριον τον μέγαν ετυφλώσαν,| τον νικητήν, τον κραταιόν, το νίκος της Ρουσίας Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 853· (με προηγ. πρόθ., σε θέση κατηγ.): όποιος στρατιώτης σήμερο κερδαίσει και νικήσει (παραλ. 2 στ.) και να σκοτώσει τον οχθρό, με νίκος ν’ απομείνει,| του αποθαμένου ο βασιλιός τον πόλεμο ν’ αφήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1613· Τα βούκινα ξαναφυσού κι οι σάλπιγγες επαίξα| κι απ’ όλους το Ρωτόκριτο στο νίκος εδιαλέξα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2424· Επόμεινε ο Ρωτόκριτος ’ς μεγάλο νίκος τότες Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1525. 4) α) Εξουσία, επικυριαρχία: Τα γλυκόξινα κουλλίκια| είν’ τα κούρση και τα σκύλα,| τα ψωμιά εισίν αι χώραι| και η πίττα είν’ το νίκος Χρησμ. I 124· καθημερνώς επλήθαινεν η όχθρητα κι η μάχη| κι ο είς κι ο άλλος ήθελε ’ς νίκος τη χώρα να ’χει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 856· β) δύναμη, ισχύς: νιώθω, πολλά κοντά με τρέχει ο Χάρος,| αμμέ δεν έχει νίκος να με πάρει| ως όπου να ʼχω την γλυκιάν της χάρην Κυπρ. ερωτ. 287· γ) λαμπρότητα, ακτινοβολία: ως νικά το φως ηλίου| τους αστέρας και σελήνην,| ούτως έχει και το νίκος| όσα υπό την γην επάνω| το Βυζάντιον το μέγα Πτωχολ. α 891. 5) Ευημερία, προκοπή: Και εφύλαξέ το (ενν. ο Δαβίδ το ξύλον) και είχε το εις μεγάλην τιμήν λέγοντας: «Μεγάλην χαράν και νίκος θέλει έχει όλος ο κόσμος και το σπίτι μου» Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v· Δηλοί τοις βασιλεύσιν υγείαν και ευθυμίαν και νίκος και ευφροσύνην και χαράν εντός των παλατίων Ωροσκ. 3915. Φρ. 1) Αίρω, πιάνω, ποιώ (το) νίκος = νικώ: τον δε (ενν. Δαβίδ) δραμόντα τάχιον και μάχαιραν λαβόντα| και τέμοντα την κεφαλήν και άραντα το νίκος Διγ. Z 3888· Δήσετέ με και πάρτε με μετά σας, και άντα να πιάσετε το νίκος, ποίσετέ μου ζωήν, ειδέ αν σας τζενιάσω, δότε μου θάνατον Μαχ. 43228· τοις ανισχύροις και σαθροίς δέδοται το εξαίφνης·|ει γαρ και νίκος ποιήσομεν, εις εντροπή μας έναι Αχιλλ. N 429. 2) Μου έρχεται το νίκος = νικώ: πολλάκις κι έλθει από αμαρτίας και έλθει αυτού το νίκος| και χάσει ο ρήγας Κάρουλος την αφεντίαν της Πούλιας Χρον. Μορ. H 6877· εγώ εις Θεόν ελπίζω| και εις το δίκαιον που έχομεν να μας έλθει το νίκος Χρον. Μορ. H 6945.
νόμισμα- το, Προδρ. III 408 χφ g κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 1010, Λίβ. (Lamb.) N 872, Notizb. 23, Δούκ. 39515, 17, 18, Byz. Kleinchron. Α΄ 7129, Πτωχολ. α 927, Διγ. Άνδρ. 36013, Ψευδο-Σφρ. 2602, Metrol.2 5924, 13916, 1406, 1416, 10, 13· νόμισμαν, Ασσίζ. 16421, 29021-2· νούμισμα, Ψευδο-Σφρ. 5401· ονόμισμαν, Ασσίζ. 872, 13826, 19327-8, 48725, Μαχ. 833, 5225, 35, 546,27, 14033, 19617, 33612, 42628, 45810, 4985, 52415, 60813, 67827.
Το αρχ. ουσ. νόμισμα. Για το σχηματ. του τ. ονόμισμαν βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 110. Η λ. και σήμ.
1) α) Χρήμα (σε κέρμα), νόμισμα: Ελεημοσύνην είδα| να στέκει και νομίσματα το χέριν της να γέμει Λίβ. P 723· εκείνοι τα νομίσματα συνάγουσιν απλήστως Προδρ. III 323· τ’ όνομάν του (ενν. του Βελισαρίου) έγραψες εις τα νομίσματά σου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 772· β) (εδώ προκ. για συγκεκριμένες νομισματικές μονάδες του Βυζαντίου· βλ. και Dawkins [Μαχ. σ. 46]): έππεσεν πασανού τον χρόνον από τρία πέρπυρα χρυσά, όπου ήσαν ονομίσματα ϛ΄, όπου ευρίσκουνταν εις την Κύπρον Μαχ. 831· πολλές φορές γίνεται ότι το νόμισμαν χρήζει πέντε σόρδια και ... το πέρπυρον χρήζει δέκα σόρδια Ασσίζ. 30026· Είτις να μπει από τες σκάλες εις το κάστρον, ... ο πρώτος να έχει ονομίσματα ˏα΄ Μαχ. 4585· έδωκέ μοι ο παπα-Σίμων ... άσπρα ιη΄. Ην δε το καθόλου τίμημα του ελαιώνος νομίσματα ζ΄ Notizb. 15· κεντηνάρια ιβ΄ χιλιάδες και επτακόσια τεσσαράκοντα επτά· ποσούμενα εις νομίσματα του τότε καιρού ... επαριθμούμενα μυριάδας εννεακισχιλίας … άτινα μεταβαλλόμενα προς τα πολιτευόμενα νυν γίνονται μύριαι μυριάδες Metrol.2 14225. 2) (Συνεκδ.) ρευστό χρήμα, «μετρητά»: αν ουδέν θελήσει να το πλερώσει (ενν. το κτηνόν) με χαρατάν, τουτέστιν με νομίσματα Ασσίζ. 3256· όρισεν (ενν. ο ρήγας) και εδώκαν της ονομίσματα ˏα΄ γρόσια αργυρά Μαχ. 22617.
ξαρματώνω,- Χρον. Μορ. H 5445, Θησ. Β΄ [653, 863], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 27, Ερωφ. Ιντ. α΄ μετά στ. 164, Ιντ. δ΄ 42, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 833, 1223, Ε΄ 38· ξερματώνω, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 708· ξηρματώνω, Μαχ. 16010.
Από το στερ. ξ(ε)‑ και το αρματώνω. Για τον τ. ξερματώνω βλ. Τριαντ., Άπ. Α΄ 335 και για τον τ. ξηρματώνω πβ. επίθ. ξηρμάτωτος, ά. ξαρμάτωτος, ετυμολ. Τ. εξαρματώνω στο Meursius (λ. εξαρματώνειν). Μέσ. ξαρματώνομαι στο Βλάχ. Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 140, σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983, 108, 112, 136), στο Somav. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Αφαιρώ, βγάζω τα όπλα από κάπ.: λέγει τους: «Εβγάλετέ μου-τα τούτα τα άρματα αποπάνω μου». Και όταν εξαρματώθηκε (ενν. ο Δαβίδ), υπήγε έξω εις έναν ποταμόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 190v· πρώτον εξαρματώσαν τον (ενν. τον Έκτορα), απαύτου τον επλύναν Πόλ. Τρωάδ. 694· β) (ειδικ.) αφαιρώ, βγάζω τμήμα της πανοπλίας ή ολόκληρη την πανοπλία από κάπ.: την κεφαλή έξαρμάτωσε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1735· Το στήθος του εξαρμάτωσα και μια πληγή τού βρίσκω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 917· Την κεφαλή και το κορμί ζιμιό του ξαρματώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1923. 2) (Προκ. για πλοίο) α) αφαιρώ τον οπλισμό, τα άρματά του: Είχασιν τεσσαράκοντα κάτεργα στον λιμένα| Μάρτσα Μουτσέτου, παντελώς όλα ξαρματωμένα Αχέλ. 2007· β) αφαιρώ όλον τον εξοπλισμό, παροπλίζω: είπεν (ενν. ο Βελισάριος) να σύρουσιν τα κάτεργα εις γην ...| ... και να τα ξερματώσουν·| κουπία τε και άρμενα και άρματα παντοία,| όλα να τα ξεβάλουσιν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 250· όρισε και τα κάτεργα πέμπει και ξαρματώνει.| Και τα χοντρά τα κάτεργα γδύνουν κι αρσίλια μένουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 51612. Β´ (Αμτβ.) παύω να εξοπλίζομαι (για πόλεμο), αφοπλίζομαι: είπαν του (ενν. οι μαντατοφόροι του σουλτάνου) πως εποίκαν τον ρήγα και εξηρμάτωσεν να μεν πάγει κούντρα του και να του πέψει μαντατοφόρους να τελειώσουν την αγάπην Μαχ. 16010. IΙ. Μέσ. α) βγάζω τα όπλα μου, τον οπλισμό μου: Στο γεύμα δε τους εύρηκε πάντας ξαρματωμένους| και όλους τους επιάσασιν ώσπερ παραδομένους Κορων., Μπούας 130· συντροφιά πανέμνοστη, όλες ξαρματωμένες (ενν. οι κόρες),| φορεμένες ολόχρυσα, μ’ ατίμητα λιθάρια Θησ. (Foll.) I 98· β) βγάζω τμήμα της πανοπλίας ή ολόκληρη την πανοπλία μου: Ευθύς εξαρματώθηκεν (ενν. ο Ιμπέριος), όλοι τον εγνωρίσαν Ιμπ. 129· ο Ρώκριτος μισεύγει,| πάγει και ξαρματώνεται και το κορμί ανεπεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1240.
ξεβαίνω,- Προδρ. ΙΙΙ 132b χφφ HgSA κριτ. υπ., Απολλών. 690, Κορων., Μπούας 143, Βυζ. Ιλιάδ. 874, Αχέλ. 194· εξεβαίνω, Βυζ. Ιλιάδ. 414, 936· (ε)ξηβαίνω, Διήγ. Βελ. χ 527, Άνθ. χαρ. 29114· αόρ. (ε)ξέβηκα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 112, Βέλθ. 832, Πόλ. Τρωάδ. 321, Χρον. Μορ. H 2759, Χρον. Μορ. P 252, 1100, Λίβ. P 1111, Λίβ. Esc. 289, Λίβ. N 1525, Αχιλλ. L 1102, Χρον. Τόκκων 128, Κορων., Μπούας 16, 80, 133, Σταυριν. 539, Διγ. Άνδρ. 33629, κ.α.· (ε)ξέβη(ν), Καλλίμ. 968, 975, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1721, Χρον. Μορ. H 5061, Χρον. Μορ. P 7261, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 501, Φλώρ. 640, Απολλών. 643, Λίβ. Esc. 3434, Αχιλλ. N 1373, Ιμπ. 652, Χρον. Τόκκων 601, 759, Μαχ. 15026, 20425, Θησ. Β΄ [482], Βουστρ. 495, Αλεξ. 1593, Αχέλ. 2419, 2432, κ.π.α.· εξήβηκα, Ιμπ. (Lambr.) 233· (ε)ξήβην, Χρον. Μορ. P 8824· υποτ. αορ. (ε)ξέβω, Χρον. Μορ. H 4314, Χρον. Μορ. P 5601, Ιμπ. 245, 660, Χρον. Τόκκων 125, Θησ. (Foll.) I 108, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 468, Κορων., Μπούας 144, Αχέλ. 1857· (ε)ξεβώ, Πόλ. Τρωάδ. 12, Χρον. Τόκκων 117, 1698, Θησ. Β΄ [506], Θησ. (Foll.) I 72, Κορων., Μπούας 136· (ε)ξηβώ, Χρον. Μορ. P 1117, Ιμπ. 491, Διήγ. Βελ. χ 391.
Από τον παρατ. του αρχ. εκβαίνω. Τ. ξεβαίννω και ξηβαίννω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 681), καθώς και τ. ξηβαίνου στη Σαμοθράκη (Κρεκούκιας, Πρακτ. Β′ Συμπ. Γλωσσολ. Bορειοελλ. Χώρου 156). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Α´ Αμτβ. 1) α) Βγαίνω (συν. από κλειστό σε ανοικτό χώρο): ακούσας ταύτα παρευθύς εκ το παλάτι ξέβη Κορων., Μπούας 55· λέγει το δίκαιον περί εκείνου του κλέπτη οπού εξέβην εκ του οίκου ετέρου Ασσίζ. 4424· Εξέβην και εδέχθη τον δούκας ο αδελφός του·| σφιχτά τον επερίλαβεν, γλυκέα τον εφίλει Χρον. Τόκκων 526· με σχήμα γαρ εμπαίνουσιν πάντες στην εκκλησίαν,| είθ’ ούτως εξεβαίνουσιν κι υπάν κι ολονυκτίζουν:| οι γέροντες εις το κρασίν, οι νέοι στα τραγούδια Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 558· εξέβηκαν οι προεστοί από τα μοναστήρια| και την επροϋπάντησαν με τα θυμιατήρια Βίος Δημ. Μοσχ. 497· τα διάβατα όλα έπιασεν, τες στράτες και κλεισούρες,| όπως μη σέβει ή εξεβεί άνθρωπος εις το κάστρον| να φέρει ή επάρει τίποτε μαντάτο εκ τους Ρωμαίους Χρον. Μορ. H 8348· πήγαν (ενν. δύο βαθρακοί) εις πηγάδι| διά να το κατοικήσουσι ...| Ο ένας αποκρίθηκε και είπε ... :| τώρα εδώ τον κίνδυνον τον έχομεν μεγάλον·| ότι φοβούμαι περισσά την στράταν να κατέβω,| ότι σαν ξηρανθεί κι εδώ δεν έχω πώς να ξέβω Αιτωλ., Μύθ. 1910· β) (από πλοίο ύστερα από επίσκεψη σ’ αυτό): απήτις το ευτρέπισεν (ενν. το κάτεργον) απ’ άρματα και πλούτη (παραλ. 1 στ.) αυτός εσέβη μετ’ εμάς κι εμείς μ’ αυτόν αντάμα (παραλ. 7 στ.). Και απήτις μας ευχίστηκεν, εδάκρυσεν κι εξέβην| και τον υπόλοιπον λαόν τότ’ όρισεν κι εσέβην Απόκοπ.2 323· γ) (ιδιάζ. χρ·): Ως χυμίζεται φάλκονας όταν ξεβεί ʼκ την σκούφια,| εχυμίζετον ο Νέστορας όλο χαρά γεμάτος Θησ. (Morgan) I 33· δ1) (από μέρος του σώματος): είδεν ο Πρίαμος όνειρον ... Εφάνη του γαρ ότι εξέβην από την μήτραν της Εκάβης δαυλός αφτούμενος και έκαψεν όλην την Τροίαν Τρωικά 5212· δ2) (μεταφ.): να τα φίλουνα τα μαύρα (ενν. ματάκια σου)| και να ξέβαινεν η λάβρα| εκ τα σκώτια μου τα μαύρα Ch. pop. 194· δ3) (προκ. για την ψυχή): Εσύ με τους συντρόφους σου να το ʼχεις κερδεμένο (ενν. το νίκος)| και η ψυχή μου τίποτες δόξα να απολάβει (παραλ. 4 στ.). Και τούτο θέλω πάρει ʼγώ παρηγοριά στον Άδην,| μετά χαράς θέλει ξεβεί (ενν. η ψυχή) απέσω ʼκ το κορμί μου Θησ. Β΄ [642]· ε1) (από τη θάλασσα): το κάτεργόν του όρισεν (ενν. ο Θησέος) στην γην να το σιμώσουν| και χώρις σκάλα παρευθύς πηδάει απ’ αύτο κάτω (παραλ. 3 στ.) κι εδιαφεντεύετον φρικτά απόθεν κι απεκείθεν| κι εκ το νερόν εξέβηκεν, τα μάτια του όλο ασπίθες Θησ. (Foll.) I 67· Κάβουρας, ήγουν τσαγανός ʼκ την θάλασσαν εξέβη,| στην στερεάν ηθέλησεν, ορέκτη να ανέβει Αιτωλ., Μύθ. 951· ε2) (από λιμάνι): ενέβησαν (ενν. τα κάτεργα) εις τον λιμνιώναν διά να πολεμίσουν το κάστρον· και εξέβησαν γ΄ καραβία τούρκικα και επολεμίσαν Μαχ. 13027· ς) (προκ. για έξοδο πολιορκημένων): μέρος εκ τους εχθρούς εις το ποτάμι μέναν| κι άλλοι στην χώραν έστεκαν κι ουδόλως εξεβαίναν Κορων., Μπούας 95· εκ το κάστρον εξεβαίνουν (ενν. οι Τρωαδίται)| ωσεί άμμος της θαλάσσης Ερμον. Ρ 378· να φαρμακέψουν το νερόν, μπομπάρδες να καρφώσουν| κι οι έσωθεν χριστιανοί να ξέβουν να γλυτώσουν Αχέλ. 883. 2) α) Βγαίνω από τη φυλακή, αποφυλακίζομαι: ετσακκίσαν (ενν. οι κάτοικοι της Αμμοχώστου) τα σίδερα και εξέβησαν (ενν. οι Γενουβήσοι) από την φυλακήν, απού τα σίδερα και απέ το χαντάκιν Μαχ. 59422· ανοίκτησαν οι φυλακές, εξέβησαν οι Γενουβήσοι και εξέβησαν και οι αιχμάλωτοι από την Γένουβαν Μαχ. 59635· β) απελευθερώνομαι: Τους Τούρκους εφυλάκισαν να εξαγοραστούσιν.| Πράγματα έδωσαν πολλά ώστε να εξεβούσιν Χρον. Τόκκων 683. 3) Αποβιβάζομαι: σιμών’ η βάρκα προς την γην, ξεβαίνει δε ο κόμης,| βλέπει κἀκεί τον Βέλθανδρον Βέλθ. 1228. Καράβιν όπου μ’ έφερνεν εστάθην εις νησάκιν.| Εξέβηκα εις το νησίν, λουλούδια, ρόδα βλέπω Ιμπ. 813· Πώς ο Θησεύς ηθέλησεν να εξέβει από τα καράβια και αντιστάθησαν οι Αμαζόνες Θησ. (Foll.) I πριν από το στ. 48. 4) α) Φεύγω (από κάπ. τόπο), αναχωρώ· απομακρύνομαι: αύθις απεχαιρέτησε, εξέβη απ’ την χώραν Κορων., Μπούας 32· Οι αποκρισάροι εξέβησαν ενταύτα από την Άρταν,| επέρασαν εις τον Μορέαν, ήλθαν στην Ανδραβίδα Χρον. Μορ. H 8824· Καπετάνιος απόκοπτεν, ποσώς δεν τον αφήνει| να εξεβούσιν αποκεί, εκ τον οχερόν τόπον Χρον. Τόκκων 1716· ο καπετάνιος εκ τον στρατόν εξέβη| να υπάγει να αναπαυθεί στον οίκον του κι εσέβη Κορων., Μπούας 26· εκαβαλίκευσε (ενν. ο δούλος) με πάσαν εξουσίαν| κι εξέβηκεν ως βασιλεύς με πλείστην παρρησίαν Βίος Δημ. Μοσχ. 346· (με γεν.): Πριν δε της Ρώμης να ξεβεί είπε μιαν λειτουργίαν| στ’ Αγίου Πέτρου τον ναόν Κορων., Μπούας 68· β) (σε συνεκδ.): πόσοι εβουλήθησαν να με την αφαρπάξουν| την πάγκαλον, πανέμνοστον, ωραίαν ποθητήν μου,| αρχήν όνταν εξέβηκεν από τα γονικά της Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1739· επήραν ορισμόν και εξέβησαν από μπρος του (ενν. του ρηγός) Μαχ. 2525· γ) (από κάπ. εκδήλωση ή δραστηριότητα, γάμο, μάχη, κλπ.): μ’εντροπήν εξέβηκεν (ενν. ο παραγιαλίτης) εκ την χαράν εκείνην Πουλολ. (Τσαβαρή)2 μετά στ. 323 χφφ ΑΖ κριτ. υπ.· αλλάγια τρία εχωρίσθησαν από του Αχιλλέως,| αλλάγια δέκα έδεραν και εξέβησαν ως άνδρες Αχιλλ. L 410. 5) α) Αποπλέω: όντα τα κάτεργα τα βενέτικα εξέβησαν από την Κύπρον, επήγαν γυρεύγοντα την αυτήν νάβαν Μαχ. 58632· Τούτη η αρμάδα εξέβην την άνωθεν ημέραν και επήγεν εις την Αλικήν Μαχ. 10432· καράβιν είχε (ενν. ο Βαλδουίνος) εξαίρετον, μέγα, λαμπρόν υπήρχε,| εις αύτο εδιέβηκεν εκεί με τρεις χιλιάδες άλλους·| από την Πόλη εξέβησαν, την θάλασσαν επλέψαν Χρον. Μορ. H 1305· β) ανοίγομαι (στο πέλαγος): ο δε Απολλώνιος εις πέλαγος εξέβη.| Στέκεται, διαλογίζεται το πού θέλει να υπάγει Απολλών. 89. 6) α) Πηγαίνω, μεταβαίνω (σε κάπ. τόπο): εις τον Μορέαν εξέβηκε (ενν. ο κυρ Μανουήλ) να κτίζει το Εξαμίλι Χρον. Τόκκων 2124· ευθύς εσυμβουλεύθησαν το πώς θέλουν ποιήσει.| Και η βουλή απόκοψε ʼς Βόδιτσα να εξεβούσιν,| να μάσουν τα φουσσάτα τους, εκεί να καρτερούσιν Χρον. Τόκκων 754· ο Μουσταφά πασάς όρισε να ξεβούσι|στον κάμπον τα φουσσάτα του για να διορθωθούσι Αχέλ. 271· Φαρίν εκαβαλίκευσα, εξέβην εις τον κάμπον Διγ. Z 2990· β) (με την πρόθ. εις και τις αιτιατ. απαντή(ν), απάντησιν, συναπάντησιν) πηγαίνω να προϋπαντήσω, να συναντήσω κάπ.: Μαθών δε τούτο ο Αχιλλεύς, έρχονται οι γονείς του,| εις απαντήν εξέβησαν άνδρες τε και γυναίκες Αχιλλ. O 326· απαύτου ο Αιγέος| εις απαντή του ξέβηκε, πατέρας του Θησέως Θησ. Β΄ [908]· είδα τον και εις απάντησιν εξέβην του ευνούχου Λίβ. Sc. 993· Εξέβηκαν οι άρχοντες εις συναπάντησίν της,| από μακρά προσκύνησαν ως ήτον η τιμή της Βίος Δημ. Μοσχ. 495· τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας| και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας Απόκοπ.2 251· γ) (συνεκδ. για πλήθος) συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι (για να παρακολουθήσω κ.): ο Κωνσταντίνος ... εκαβαλίκευσεν τον μαύρον του και επιλάλησεν και υπήγεν εις τον αμιράν. Και ... οι αδελφοί του ... έφθασαν καταπόδιν ... Εγύρισεν ουν ο αμιράς και είδεν οπίσω και βλέπει τον Κωνσταντίνον ότι έρχεται απάνω του ... και όλοι εξέβησαν διά να ιδούν τον πόλεμον Διγ. Άνδρ. 31914. 7) α) Βγαίνω έξω (από το σπίτι για βόλτα, διασκέδαση, κ.τ.ό.): εν μιᾳ ουν των ημερών, Κυριακήν ημέραν,| Διονυσία ξέβηκεν μετά και την Ζαπέταν,| κι η Ταρσία μετ’ αυτές κι άλλες πολλές γυναίκες.| Ακ την μέσην εδιάβησαν την αγοράν του φόρου Απολλών. 470· μετά μέρας γαρ τινάς η κόρη εγγαστρώθη.| Και παίρνει την (ενν. ο Απολλώνιος) κι εξέβησαν έξω να ευθυμήσουν,| εις περιβόλια έμορφα διά να παραδιαβάσουν Απολλών. 345· Εξέβηκεν ο Διγενής ίνα παραδιαβάσει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1097· β) κυκλοφορώ: την νύκτα ʼξέρχεσαι και εξεβαίνεις έξω| και την ημέραν κρύβεσαι διά να μην σε βλέπουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 181 χφ Ζ κριτ. υπ. 8) Περνώ, διαβαίνω, διέρχομαι: Οι δε Φραντσόζοι να ξεβούν ουδόλως ημπορούσαν,| διότι ο τόπος ην στενός Κορων., Μπούας 74· Πιέδε το ονομάζουσι (ενν. το ποτάμι), κοντά ʼναι στο καστέλλι| και να ξεβεί μέσα ʼξ αυτό ή ʼκ το καστέλλι θέλει,| ότι ουκ έστιν έτερη στράτα για να περάσει Κορων., Μπούας 95· Εκείνο (ενν. το Κάστελ-Νόβον) δ’ ήτον δυνατόν, γιατ’ είχ’ ένα ποτάμι,| όστις δε θέλει να ξεβεί ʼκείθεν έχει να κάμει Κορων., Μπούας 95. 9) α) Ξεκινώ, πηγαίνω για ... : Ο ρήγας επήρεν όλην του την παρουνιάν και εξέβην γυρεύγοντα τα παιδιά του Μαχ. 7417· Το δειλινόν οι άρχοντες πιάννουσιν τ’ άλογά τους| κι εξέβησαν συνέμπλα τους όλοι με τ’ άρματά τους Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 248· β) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): ουδέν εβλέπουσιν κανείν προς αύτους να εξέβει| εις όχλησιν, εις πόλεμον, ως έναι συνηθεία Χρον. Τόκκων 602· και μηδέν θαρρείς εις τους Πέρσας να εξέβεις εις πόλεμον μετ’ αυτουνούς, ότι έναι ώσπερ γυναίκες στολισμένες Διήγ. Αλ. G 26418· μίαν ημέραν ξέβηκεν ο Πέτρος εις κυνήγιν Χρον. Τόκκων 881· να εξέβω εις αναγύρευσιν ωραίας της Μαργαρώνας,| να μάθω ζει, απέθανεν, να το πληροφορέσω Ιμπ. 810· πάλιν εις αναζήτησιν εξέβηκα της κόρης Λίβ. Sc. 1418· γ) ξεκινώ, αναχωρώ: επερίλαβα το χαρτίνσ σου και μοναύτα ως γιον ευρίσκουμουν, εξέβηκα να έλθω εις την αφεντιάνσ σου, αμμέ το πλήθος του λαού δεν με αφήκεν Μαχ. 37833· Ευθύς εκαβαλίκευσαν, εξέβησαν οι πάντες·| και τρέχουσι μετά σπουδής κι εις ώρα φθάνουσίν τον Βέλθ. 120· Ειπόντος ταύτα του ρηγός πας ο στρατός εξέβη Κορων., Μπούας 24. 10) α) Εκστρατεύω· κάνω επιδρομή: Τον δε καιρόν εκείνον εξέβη ο Κρούμνος ο αυθέντης των Βουλγάρων μετά στρατιάς και δυνάμεως πολλής Hist. imp. ΙΙ 16· Στες Αμαζόνες ξέβηκα (ενν. ο Αλέξανδρος) μ’ όλη μου τη δυνάμη,| εις τον Πριάνην όρμησα, σ’ εκείνο το ποτάμι Αλεξ. 2555· εξέβησαν εκείνα τα φουσσάτα| του Καλοϊάννη ... (παραλ. 1 στ.) έδραμαν και εκούρσεψαν τους κάμπους και τους τόπους Χρον. Μορ. P 1101· είχεν (ενν. ο αμιράς) και τους αγούρους του άλλους πεντακοσίους.| Επήρεν τους και εξέβηκεν έξω εις Ρωμανίαν·| το Ηρακλέως εκούρσευσεν, το Κόνιον και Αμόρι Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 731· β) βγαίνω (από τα όρια της δικαιοδοσίας μου για πολεμικές επιχειρήσεις): άρχισεν (ενν. ο δούκας), εξέβαινεν έξω εκ τα νησία Χρον. Τόκκων 155· γ) επιτίθεμαι: Ο Πέντε - Βόιας έπειτα μέρος εκ του στρατού του| να ξέβει τότ’ επρόσταξεν ʼναντίον του εχθρού του Κορων., Μπούας 70· κι εκείνοι ξέβαινον θυμούμεν’ ως λεοντάρια| και καβαλάριοι κι απεζοί άξια παλληκάρια Κορων., Μπούας 70. 11) Απομακρύνομαι προσωρινά από το πεδίο της μάχης: εφώναζεν (ενν. ο Αχιλλεύς) και εκ της φωνής πάντες αναισθητούσιν,| ποσώς ουδέν ηυρήκασιν άδειαν ίνα φύγουν,| αλλ’ ως φαλκόνιν έστρεφεν και εκατεφόνευέν τους.| Αφήκεν τους και ανέσαιναν και εξέβηκεν παρέξω,| το απελατίκιν έσυρεν και πάλιν κατεβαίνει Αχιλλ. N 1315· εγύριζεν (ενν. ο Αχιλλεύς) ως αετός κι επήδαν ωσάν πάρδος (παραλ. 1 στ.) ουδέ καθόλον ευρίσκασιν άδειαν διά να φεύγουν (ενν. οι εχθροί)·| εφήκεν κι ενεπαύτησαν κι εξέβησαν παρέξω Αχιλλ. L 999. 12) Εκδιώκομαι, (πιθ.) εκθρονίζομαι: συ δεν είσαι άξιος να έχεις βασιλεία| και γλήγορα θέλεις εξεβεί από την Μοσχοβίαν Βίος Δημ. Μοσχ. 618. 13) Προβάλλω, εμφανίζομαι (βγαίνοντας από κάπου): Εκεί οπού έκλαιεν η κόρη και εσυντύχαινέν με, πάραυτα εξέβησαν από το δάσος Αραβίτες εκατόν, όλοι με κοντάρια Διγ. Άνδρ. 37110-11· το γέλιον της καλής μου| λέοντας μέγας το ήκουσεν απέσω απέ καλάμιν·| και κτύπον ήκουσα ουράς και τα πλευρά του δέρνει| και εκ το καλάμι εξέβηκεν ως θάλασσα αγριωμένη Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1125· (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Γδύνονται ʼκ τους στρατιώτες μου, στον ποταμόν εμπήκαν,| θηριό εξέβη εις αυτούς, σαράντα επνιγήκαν Αλεξ. 2046· (με γεν.· για το χωρίο βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 49]): όνταν εξημέρωσεν η Δευτέρα και εξέβησαν οι φρέρηδες του όχλου, έρχεψεν η λύπη και το κλάμαν Μαχ. 1016. 14) Βγαίνω, ξεχωρίζω από κάπ. ομάδα· προχωρώ (στο μέσον συγκέντρωσης ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους): Εξέβη εκ το αλλάγιν του απάνω εις το φαρίν του (παραλ. 1 στ.)· και ανάμεσον των Φραγκών και το δικόν του αλλάγι| υπήγαινεν και έρχετον φημίζοντα δρομαίως Χρον. Μορ. P 5061· Ασκορδιαλός ως ήκουσεν της πάπιας τα λόγια,| εξέβηκεν, εκάθισεν κοντά εις το πλευρόν της Πουλολ. (Τσαβαρή)2 ΑΖ 59· ο λύκος δε ως ήκουσεν εκεί το όνομάν του,| εξέβηκεν κι εστάθηκεν και αυτός εις το μέσον Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 810· τότε ο Βελισάριος ξηβαίνει εις το μέσον,| το έναν του χέριν να κρατεί καυχίν ελεημοσύνης Διήγ. Βελ. χ 527· επαίρνω το κοντάριν μου και εξέβην εις την μέσην,| ανέβην, εκατέβηκα, να παίζει το φαρίν μου Λίβ. Sc. 1191. 15) (Μεταφ.) αποσκιρτώ, αποσχίζομαι, αποστατώ: ο κύρης της Τύρου με την συντροφίαν του έσσω του, και τα ονόματα του(ς) συντροφούς του είναι τούτοι: ... αμμέ από τους άνωθεν ιβ΄ εξέβησαν γ΄ και επήγαν με τον ρήγα, ... ότι αγρωνίσαν πως ήτον κακόν τό εποίκασιν Μαχ. 5617. 16) (Με την πρόθ. εκ + γεν. ή αιτιατ. των ουσ. θέλημα, ορισμός) παραβαίνω: εγώ την βασιλείαν σου ποτέ ουκ έπταισά την (παραλ. 1 στ.) έξω ουδέν εξέβηκα εκ του θελήματός σου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 203· τον Σολομών εκείνον,| οπού περίσσια ηγάπησεν γυναίκας αλλοτρίους (παραλ. 3 στ.) εξέβην εκ τον ορισμόν του Κυρίου εκείνος Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2128· «Εσύ Αδάμ, προπάτορ μου, ήμαρτες και η Εύα,| να ʼξέβητ’ εκ τον ορισμόν, ν’ απλώσετε στο ξύλον ...» Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 110. 17) Κατεβαίνω: αφότου ελειτούργησεν (ενν. ο πάπας) κι εξέβην από το βήμα,| τον μισίρ Κάρλον έστεψεν ρήγαν της Σικελίας Χρον. Μορ. H 6174· αδελφέ, χαρείς σε απέ τώρα. Εξέβης το κατήφορον εσύ της Δυστυχίας Λόγ. παρηγ. L 406. 18) Κατεβαίνω από άλογο, πεζεύω (Πβ. Λίβ. Sc. 1391 : πεζεύει): συναπαντώ τον πραγματευτήν ανάμεσα του κάμπου,| άλογα να έχει περισσά και ανθρώπους μετά κείνον (παραλ. 1 στ.). Εξέβην, ήλθεν προς εμέν και προσεκύνησέ με Λίβ. Esc. 2529. 19) (Με κατηγ. ) α) καταλήγω σε ορισμένη κατάσταση: Άγορος εκ την χώραν του και από τα γονικά του| αιχμάλωτος εξέβηκεν και μυριοτυραννείται Λίβ. N 1389· εβάλασιν β΄ Μαμουλούκηδες τα κονταριά τους και εκατέβησαν απάνω του και ο νείς έδωκέν του μίαν κονταρίαν εις το πρόσωπον κι εδιαφεντεύτην ... και ο άλλος Σαρακηνός εξέβηκεν εύκαιρος Μαχ. 6646· β) αποδεικνύομαι, αναδεικνύομαι, γίνομαι: εκείνος γαρ εξέβηκεν στ’ άρματα αντρειωμένος·| στρατιώτης ήτον φοβερός, φρόνιμος κι επιδέξιος Χρον. Μορ. H 3091· έναι πολύς κίνδυνος ...| ʼς τόσους μουντάρμους κι απεζούς μ’ ανθρώπους σου να σέβεις| και νικητής μετέπειτα απ’ αύτους να εξέβεις Κορων., Μπούας 90· εκ γένους χαμηλότατου εξέβηκεν τοιούτος (ενν. ο Βελισάριος),| μάλλον ο κόσμος εις αυτόν δοξάζουν και ευφημούν τον Διήγ. Βελ. χ 29· ένα σκυλίν Αγαρηνόν, αδιάντροπον κοπέλιν (παραλ. 1 στ.) εξέβηκεν σοφότερον από τον κόσμον όλον,| έγινεν δοκιμότερος, έγινεν πολεμάρχος Θρ. Κων/π. διάλ. 72· να δώσουν κονταρέας| και είτις εξέβει θαυμαστός, ’πιδέξιος να με αρέσει,| εκείνον θέλω από του νυν άνδρα να τονε πάρω Ιμπ. 312· εγώ πουλία τά γεννώ ή πάλε τά αναθρέφω| εξέβησαν επίσκοποι, έξαρχοι και παπάδες Πουλολ. (Τσαβαρή)2 260· γ) φαίνομαι: είτις εξέβει πρόθυμος να πράξει αντρειωμένα,| πλούτον και δόξαν και τιμήν εκείνῳ να ποιήσω Διήγ. Βελ. N2 195· να κονταροκτυπήσουσιν εις την αυλήν του ρήγα·| κι είτις εξέβει πρόθυμος ανδραγαθίας να ποίσει (παραλ. 2 στ.) … άνδραν να της τον δώσει Ιμπ. 332· δ) (με εμπρόθ. προσδιορ.): ούτω το πλήθος και ημείς στου εχθρού όταν σεβούμεν,| ουδένα κόπον έξομεν με σκλάβους να ξεβούμεν.| Πολλοί γαρ έναι κι άνανδροι και φοβιτσάρ’ ως ’λάφια Κορων., Μπούας 36. 20) Αναδεικνύομαι (σε κάπ. αξίωμα): εις το κουμού της Βενετίας εξέβησαν ανθρώποι| γνώσεως μεγάλης και στρατειάς Χρον. Μορ. H 950. 21) α) (Προκ. για ουράνια σώματα) ανατέλλω: πριν το εξημέρωμα, πριν να ξεβεί ο ήλιος Βέλθ. 929· εβράδυνεν, ενύκτωσεν, εξέβην η σελήνη Καλλίμ. 937· αργά βραδί όταν έφεξεν, εξέβην το φεγγάριν Λίβ. N 1527· β) (σε συνεκδ.): το πρωί, πριχού ξεβεί η λάμψις του ηλίου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 396. 22) (Προκ. για φήμη) διαδίδομαι: Άκουσμα εξέβην πανταχού εις άπαντα τον κόσμον Ιμπ. 887· Εξέβη τον η ακοή εις άπαντα τον κόσμον,| ανδρειωμένος, ευγενής, πρώτος εις το κοντάρι Ιμπ. 255· εξέβην ο κατάλογος και η φήμη του Λιβίστρου Λίβ. Sc. 2057. 23) Προέρχομαι, πηγάζω: από τες γυναίκες εξεβαίνει το τίποτες της χάριτος της αγάπης Άνθ. χαρ. 2932· Κρήτη, από σεν εξέβηκεν στον κόσμον όλη η φρόνα Σκλάβ. 185. 24) (Με αιτιατ. προσ.· προκ. για μαντεία) έρχομαι στο μυαλό κάπ.: βλέπω βραδίν τον ουρανόν, ανερωτώ το φέγγος,| τα άστρα εξακριβίζομαι και εξέβηκέ με τούτο:| ό,τι αν ορμήσει ο βασιλεύς, κατευοδώσει θέλει Λίβ. P 1944. 25) (Προκ. για το αποτέλεσμα αριθμτ. πράξης, λογαριασμού): Είπεν του: «δώσ’ μου τ’ άσπρα μου, πο σου ’πουν να ξοδιάσεις| και πιάσε το δεφτέριν σου να μου τα λοαργάσεις».| Κοστάντζος πιάνει γλήγορα και ελοάργασέν τα,| ʼκατόν ρεάλια ξέβησαν, παραύτα πλέρωσέν τα Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 626. 26) Βγαίνω, παρεκκλίνω από τη σειρά της αφήγησης: Αμή ας γυρίσομεν τον λόγον μας άλλην μίαν βολάν από εκεί οπού εξέβημεν Ροδινός (Βαλ.) 227. 27) (Προκ. για μέλος του σώματος) ξεσκεπάζομαι, γυμνώνομαι: Χαίρε, σπανέ τριγένη, στάσου, ο κώλος σου εξέβηκε και βάλε τον Σπανός (Eideneier) Α 309. 28) α) (Προκ. για υγρό) τρέχω, χύνομαι: Βροντή εγένετον φρικτή και ουρανός ερράγη,| οι καταρράκτες έρρευσαν άσπρο κρασί ακράτο,| ζαχαρογλυκοπίπερα εξέβηκεν ο μούστος Κρασοπ. (Eideneier) L 77 (110)· β) (προκ. για υγρό του σώματος): ο ιατρός σκίζει την κοιλίαν του εκεί όπου ήτον το κακόν και τούτος ουδέν ήξευρεν να εβγάλει το νερόν οπού ήτον απέσω με δίκαιον και με μέτρος, αμμέ αφήκεν και εξέβην επεσαύτα την πρώτην φοράν ού εις την δευτέραν και απ’ αυτό εκείνος εχάμνισεν επεσαύτα ότι εχάσεν την οπνάν και απέθανεν Ασσίζ. 18320· εις την δεξιάν του την πλευράν έμπηξε (ενν. ο στρατιώτης) το κοντάριν| και εξέβην αίμα και νερόν Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 429· γ) (προκ. για ιδρώτα) εκκρίνομαι: το αίμαν εκατέρρεεν εις τα σκαλόλουρά των| και ο ίδρος τους εξέβαινεν απάνω απ’ τα λουρίκια Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 41. 29) (Προκ. για μέρος του σώματος ανθρώπου ή ζώου που αποσπάται από το σημείο όπου θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται) α) χύνομαι: Κύριος συντρίψει την σπλήναν του και τα έντερα αυτού εξέβουν Σπανός (Eideneier) Α 64· β) ξερριζώνομαι: και αναγέμισον τον αυτόν όνυχα μετά του αίματος και έμπηξον εις τον τόπον εξ ου εξέβη Ορνεοσ. αγρ. 5571. 30) Φυτρώνω: Εστερεώθη η καρδία του τραγογένη· εξέβην κέρατον εις το ’φθίν του Σπανός (Eideneier) A 76. 31) α) (Προκ. για ήχο) παράγομαι, εκπέμπομαι: Γοργόν επήρα το ραβδίν και προσυπήντησά τους| και εκείνοι εμέν εκρούγασιν και εξέβαιναν οι κτύποι Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1174· β) (προκ. για την ανθρώπινη φωνή) βγαίνω: Κι ευθύς προς αύτους όρμησεν έξω του γεφυρίου| με όλην του την συντροφιάν και φωνή λεονταρίου| στο στόμα του εξέβηκε και οι εχθροί τρομάξαν Κορων., Μπούας 64. 32) (Προκ. για ασθένεια) φεύγω, εξαλείφομαι: αν το φέρουν (ενν. το πουλίν) ομπρός εις τον ασθενήν και έναι διά να αποθάνει από την ασθένειαν, γυρίζει το κεφάλιν του και ουδέν τονε βλέπει, ειδέ και έναι ο ασθενής διά να εγλυτώσει, εβλέπει τον και πάσα ασθένεια εξηβαίνει απ’ αυτόν Άνθ. χαρ. 29114. 33) Ξεφεύγω, διαφεύγω: ο Αχιλλεύς εξέβη| από του πολλού κινδύνου Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ΄ [155]. 34) (Προκ. για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) περνώ, τελειώνω: Παρέδραμεν, εμίσευσε, εξέβηκεν η νύκτα,| πάλιν θεωρώ-την την αυγήν Λίβ. Esc. 829. 35) Φεύγω, εγκαταλείπω την εργασία μου: να ποίσει (ενν. ο σεργέντης) την δουλειάν του ως το τέλος του τερμένου τόν εσυνεβάστησαν καιρόν, ότι εφειδή εξέβην δίχως την είδησίν του (ενν. του κυρού) και χωρίς να τελειώσει ο καιρός του τερμένου Ασσίζ. 7119· να ομόσει του αφέντη του ού της κυράς του να τους δουλέψει ως τον καιρόν, τουτέστιν απέ την ημέραν απού εξέβησαν ώσπου να τελειωθεί το τάρμε τους, ότι εφειδήν εξέβη άβουλα του αφέντη του και δίχως να διαβεί το τάρμε του Ασσίζ. 32012. Β´ Μτβ. 1) Βγαίνω από κάπου: εμπαίνω-την την θάλασσαν, βιτσώνω το άλογόν μου (παραλ. 3 στ.), το πώς επεριεπάτησε την θάλασσαν θαυμάζω (παραλ. 2 στ.)· εξέβηκα την θάλασσαν, επάτησα την άμμον Λίβ. Sc. 1884. 2) Αφήνω κάπ. τόπο, φεύγω: τον δούκα αποχαιρέτησαν κι όλους τους Βενετίκους,| την Βενετίαν εξέβησαν, την Λουμπαρδίαν οδέψαν Χρον. Μορ. P 374. 3) Περνώ, διέρχομαι (ποτάμι, στενό, πόρτα, δύσβατο δρόμο): ευθύς με την στρατείαν του τον ποταμόν εξέβη Κορων., Μπούας 124· Και ο Μουρίκης έσωσεν, στην Κορδοβίτσα εσέβη,| το στένωμα εξέβην το, άπλωσε εις τον κάμπον Χρον. Τόκκων 758· Οκάποτε εσιμώσαμεν το κάστρον της Ροδάμνης,| εξέβημεν τα δύσκολα και εσέβημεν λιβάδιν Λίβ. N 618· (με γεν.): ενέβην εις την χώραν και εξέβην της απάνω πόρτας και επήγεν εις την Κερυνείαν Βουστρ. 446 κριτ. υπ. 4) Διανύω, βαδίζω, προχωρώ: όταν τον αποχαιρέτησαν και εξέβησαν τόπον ικανόν, ελάλησεν μόνον την Θεοδώραν και εστράφη και είπεν την Hist. imp. (Rochow) 19544. 5) (Πιθ.) εισβάλλω, εκστρατεύω σε ... : Αφότου γαρ ηπήρασιν της Αντιοχείας την πόλιν,| εκεί εξεχειμάσασιν μέχρι τον Μάρτιον μήνα·| κι εκείθεν εξεβήκασιν τα μέρη της Συρίας,| κουρσεύοντα, κερδίζοντα τα κάστρη και τες χώρες Χρον. Μορ. P 88. 6) (Με αντικ. τις λ. ορισμός, νόμος) παραβαίνω: Αν αγαπώ την θεάμ μου κι εκείνη μέναν,| ποτέ της δεν εξέβηκεν τον ορισμόν μου| κι εις την αγάπην είμεστεν και πίστην έναν Κυπρ. ερωτ. 10214· (με γεν.): Άδικα επιόρκησα, βλάσφημα από λόγου,| πολλούς εσυκοφάντησα, εξέβηκα του νόμου Δαρκές, Προσκυν. [220]. Φρ. 1) Ξεβαίνω από τον νουν = παραλογίζομαι: πάντα κακά μ’ ευρήκασιν οπόθεν καν γυρίσω.| Αϊλί, φωνή φαρμακερή πάλιν οπού με συνέβη| κι από τον νουν θαμάζομαι το πώς ουδέν εξέβη Φαλιέρ., Θρ. 250. 2) Ξεβαίνει κ. από, εκ τον νουν μου = (το) ξεχνώ: αν δεν αγωνίζεσαι να μάθεις τό ου γινώσκεις,| τό έμαθες εχάσες το κι εξέβη από τον νουν σου Κομν., Διδασκ. Δ 225· Ολότελα λησμόνησαν κι εξέβη εκ τον νουν τους| η Θήβα η πανέμορφη και το ψηλόν το γένος Θησ. Γ΄ [361]. 3) Ξεβαίνω εις το φως του κόσμου = γεννιέμαι: όταν εγεννήθη το παιδίον και εξέβην εις το φως του κόσμου και έκλαυσεν Διήγ. Αλ. V 26. 4) Ξεβαίνει λόγος = γίνεται γνωστό: Και όνταν επερίλαβεν ο ρήγας τα χαρτία, επολογήθην τους με γραφές κρυφές και έπεψέν τους εις την Αμόχουστον ... ο καπετάνος των κατέργων ανάγνωσεν τες γραφές έμπροσθεν της βουλής του και εποίκαν αντιλόγους και εξανάπεψέν τους του ρηγός, και δεν εξέβην λόγος είντα ζητούν Μαχ. 33829. 5) Ξεβαίνει η ψυχή, ψυχίτσα μου = πεθαίνω: τα μάτια της εκάμμυσεν, πλέον ου συντυχαίνει| και έπεσεν εις τα χέρια του και εξέβην η ψυχή της (παραλ. 5 στ.) χρυσόν κιβούριν έκαμεν κι έβαλέν-την απέσω Αχιλλ. L 1328· δίδει του δυο τρεις ξυλιές με όλην την δύναμίν του,| ότι ολίγον έλειψε να ξέβει η ψυχή του Τριβ., Ρε 288· Ήθελα, αφέντρια και κυρά, την ώραν, την ημέραν,| όταν επιβουλεύτηκες άλλον άνδρα να πάρεις,| να ξήβην η ψυχίτσα μου Ερωτοπ. 640· (οκτώ μηνών, με φαίνεται, ήμουν εγγαστρωμένη) (παραλ. 2 στ.). Ευθύς τα εντός μου εσπάθησαν και συγκοπή μ’ εσέβη| κι επήγεν κάτω το παδίν και άνω η ψυχή μου εξέβη Απόκοπ.2 430.
ξεπληρώνω,- Βέλθ. 1017, Χρον. σουλτ. 2635· εξεπληρώνω, Πορτολ. A 273, 4613 (υποτ. αορ. εξεπληρώσεις)· εξοπληρώνω, Καλλίμ. 1303 (προστ. αορ. εξοπλήρωσε)· ξεπλερώνω, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1066· ξηπλερώνω, Ασσίζ. 758, 3945, 40015, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 60.
Από τον αόρ. του αρχ. εκπληρόω. Ο τ. ξηπλερώνω στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β́ 691, λ. ξηπλερόνω). Η λ. στο Somav. και σήμ.
Ά́ Μτβ. 1) Συμπληρώνω: Σαράντα εξεπλήρωσαν να σώσουσιν ημέρας.| Και το λοιπόν εφθάσασιν κι εμίχθησαν ομάδιν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 594. 2) Τελειώνω, ολοκληρώνω κ.: Ας έλθω εις τελείωσιν, τον λόγον να πληρώσω,| μη ξεψυχήσω αποδά πριχού το ξεπληρώσω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 869. 3) α) Εκτελώ, φέρω κ. εις πέρας, πραγματοποιώ: Ναι, μοιρογράφημα κακόν, ναι, μαινομένη τύχη,| ποίσε τό θέλεις, ποίσε το και εξοπλήρωσέ το Καλλίμ. 1064· β) φρ. ξεπληρώνω την αγάπη = ολοκληρώνω την ερωτική μου σχέση: Εξέβησαν πάλιν οι τρεις έξω στο περιβόλιν,| εκεί οπού ξεπλήρωσαν αρχήθε την αγάπην Βέλθ. 1017. 4) Ικανοποιώ, εκπληρώνω: ο Έρως εξεπλέρωσε πάσας των τας ελπίδας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1066. 5) (Ναυτ.) προσπερνώ πλέοντας και αφήνω πίσω (Βλ. ωστόσο και Τσοπ., Ελλην. 13, 1954, 186): μίλια κ’ ωσάν εξεπληρώσεις τες Τζιμέρες, ευρίσκεις κορφόπουλον και λέγουν το Πάνερμον Πορτολ. A 273· μίλια ϛ́ ωσάν εξεπληρώσεις το νησίν της Σάντα Μαύρας, ευρίσκεις το κανάλιν Πορτολ. A 4613. 6) α) Εξοφλώ (χρέος): Εκείνος ουδέν ημπορεί να τον ελευθερώσει δίχως το θέλημαν εκείνου ή εκείνης οπού τον κρατεί αμάχιν, εάν ου μη τον ξηπλερώσει τό χρεωστεί Ασσίζ. 1502· αν ουδέν ημπορεί να ξηπλερώσει το χρέος του απέ την πούλησιν της κληρονομιάς του, καλά ορίζει ... το δίκαιον Ασσίζ. 13624· θέλω να με ξηπλερώσεις τα ρ́ πέρπυρα Ασσίζ. 31418· β) (συνεκδ. με αντικ. πρόσ.): Εκείνος λέγει ότι τίποτες ουδέν να δώσει, ότι εξηπλέρωσέν τον Ασσίζ. 3283· το δίκαιον ορίζει ότι καλά ημπορεί να στραφεί εις τα λοιπά του τεθνεώτος και να επουλησεν επεσαύτα εωσόπου να ξηπλερωθει Ασσίζ. 14225. Β́ (Αμτβ.) πληρώνω οφειλή, εξοφλώ χρέος: δέκα χιλιάδες ασλανιά είπαν του να τους δώσει,| γιατί ο θρόνος έχει χριος και θεν να ξηπλερώσει Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 442· Λοιπόν εδιάβη στην Βενετία και επλήρωσε· αμή δεν εσώσανε να ξεπληρώσει Χρον. σουλτ. 2635. — Βλ. και ά. εκπληρώ και εκπληρώνω.
ξεσκαλώνω.- Από το ξε‑ και το σκαλώνω. Τ. ξησκαλώννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 692, λ. ξησκαλόννω και Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. Β. 9119,161,258, λ. ξισκαλώννω). Η λ. και σήμ. με διαφορετική σημασ.
Φτάνω σε λιμάνι και βγαίνω στη στεριά (Η σημασ. και σήμ. στην Κύπρο, βλ. Σακ., Κυπρ. Β́ 692) Όταν επλησιάσασιν εις γην της Εγγλιτέρας,| εράξαν, εξεσκάλωσαν, εβγήκαν οι Ρωμαίοι Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 241.
ξυλένιος,- επίθ., Πεντ., Λευιτ. XI 32, Αρ. XXXI 20· ξυλένος, Ασσίζ. 4155, Μαχ. 49623, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 689.
Από το ουσ. ξύλο και την κατάλ. ‑ένιος (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. (για τον οποίο βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 555) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 698). Η λ. σε έγγρ. του 1644 (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 477), στο Somav. και σήμ.
Κατασκευασμένος από ξύλο, ξύλινος: εποίκαν έναν σταυρόν μέγαν, ξυλένον κάρυνον Μαχ. 7027· απέζευσεν ο ρήγας εις το γιοφύριν το ξυλένον Μαχ. 6782· (εδώ προκ. για ξύλινο ομοίωμα): Ένας ξυλένιον θεόν ειχε κι επαρακάλιε| να τονε ποίσει άρχοντα Αιτωλ., Μύθ. 1271.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Ελλην. νόμ. 53512-13, Απολλών. (Wagn.) 412, Σφρ., Χρον. μ. 13036, Έκθ. χρον. 51, 6, 8326, Παϊσ., Ιστ. Σινά 301, 1255, 1366, 1869, Δωρ. Μον. XXXII, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, 165, 177, Ιστ. Βλαχ. 1114, κ.π.α.· μοναστήρι(ν), Ιμπ. 575 κριτ. υπ., 590 κριτ. υπ., 605 κριτ. υπ., 734 κριτ. υπ., Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μαναστήριον, Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μοναστήρι, Νεκρολ. φ. 38 δις, Χρον. Μορ. H 2736, 4672, Χρον. Μορ. P 2745, Gesprächb. 8327, 841-2, 3, Απολλών. 409, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1621], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 100r, 134r, Πορτολ. A 32726, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v, 36v, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 114, 689, Διακρούσ. 7420, 1067, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23429, 25124, 4149, κ.π.α.· μοναστήριν, Προδρ. II Η 25e, III 224α χφφ CSA κριτ. υπ., 337, 378, 391 χφφ C8A κριτ. υπ., Ασσίζ. 4328, 1241, 36512, Χρον. Μορ. P 4672, Gesprächb. 11723, Ιμπ. 572, 734, Μαχ. 24632, 35, 2484, 62834, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 507, Πορτολ. A 2314, Βεντράμ., Γυν. 227, κ.π.α.· μοναστήριο, Μηλ., Οδοιπ. 640.