Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 16 εγγραφές  [0-16]

  Βιβλ.αναφορά : Γαδ. διήγ. (Pochert)

  • όπου (I),  
    επίρρ., Σπαν. A 318, 482, Ασσίζ. 45628, Διγ. Z 1808, Βέλθ. 359, Χρον. Μορ. H 110, 4746, Λίβ. Esc. 1156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 928, κ.π.α.· άπου, Βουστρ. 442· απού, Ασσίζ. 14613, 1541, Μαχ. 8017, 36231, Βουστρ. 414, 493, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, 123, Κυπρ. ερωτ. 447, 537, Πανώρ. Γ΄ 440, Ε΄ 76, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 26, Α΄ 386, Β΄ 311, Πιστ. βοσκ. IV 5, 338, Βοσκοπ. 86, Θυσ.2 1129, Στάθ. (Martini) Β΄ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 558, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Α΄ 107, κ.π.α.· όπο, Συναξ. γυν. 943· οπό, Ασσίζ. 14031, Συναξ. γυν. 726· οπού, Σπαν. A 229, Ασσίζ. 3113, 543, Διγ. Z 181, 2639, Βέλθ. 266, Χρον. Μορ. H 430, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 271, 393, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 955, 986, Φλώρ. 1676, Λίβ. Sc. 2522, Λίβ. Esc. 3769, 3771-2, Ιμπ. 851, Μαχ. 8013, 1124, Απόκοπ.2 81, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 107, Πανώρ. Γ΄ 551, 579, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 14, 889, 1302, 1782, Θυσ.2 599, 622, κ.π.α.· ουπού, Ασσίζ. 22225· πο, Εκατόλ. M 18· που, Ασσίζ. 31513, Διγ. Z 257, Χρον. Μορ. H 815, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 404, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 437, 524, Κυπρ. ερωτ. 10112, 1106, Πανώρ. Β΄ 437, 455, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) χορ. Α΄ 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 922, Β΄ 1676, Δ΄ 1236, κ.π.α.
    Το αρχ. επίρρ. όπου. Ο τ. απού και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ε΄ 187, Σακ., Κυπρ. Β΄ 466, Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 82, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 74). Οι τ. όπο και οπό από αρχικούς τ. όπου και οπού (κατά το σχ. οπού έτρεχε g οπὄτρεχε g οπό τρέχει). Ο τ. οπού στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. ουπού πβ. τ. ούπου σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πο < που αναλογ. προς το σχηματ. των τ. όπο και οπό. Ο τ. που στο Somav. και σήμ. (Για την ετυμ. του βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. που, όπου και παλαιότ. ετυμ., και Bakker, Pronomen· πβ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 198-215). Η λ. και σήμ.
    Α´ Επίρρ. 1) Τοπ. αναφορ. αοριστολ. α) σε όποιο μέρος, οπουδήποτε: Διγ. Z 695, Πανώρ. Β΄ 161, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 127· (ενν. θέλω) να στρατεύω μετ’ εσάς όπου και αν υπάμεν Αχιλλ. (Smith) O 159· β) φρ. όπου κ(α)ι αν είναι = «όπου να ’ναι», από στιγμή σε στιγμή: όπου και αν είναι φθάνουν οι ειδικοί Μπερτόλδος 64· Να ’ρθει εδεπά τση μήνυσα κι όπου κι αν εί προβαίνει (ενν. η Ερωφίλη)| τ’ άξο να δει το χάρισμαν απού την ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 229. 2) Τοπ. αναφορ. οριστικό α) στο μέρος που: Αλλήλως μέσα εμπαίνουσιν (ενν. ο Αδάμ και η Εύα), κάμνουν την κατοικιάν τως,| ώστε να τσ’ εύρει ο θάνατος, απὄναι η παροικιά τως Χούμνου, Κοσμογ. 152· και μένα ας ακλουθήξει| εκεί απού σε γυρί μικρό περίσσια, (παραλ. 1 στ.) βρίσκεται σφαλισμένο| τ’ άγριον θεριόν ετούτο Πιστ. βοσκ. I 1, 14· Έτσι λοιπόν ο αρχιερεύς και ο κλήρος πάμεν όλοι| στον Άγιον Γεώργιον, και ήτον ημέρα σχόλη,| οπού εδεκεί πολλά θρονιά ήσαν ετοιμασμένα Λίμπον. Επίλ. 49· στο σημείο όπου: Αλλά διά την εξέλευσιν του Κυρίου εις Γαλιλαίαν πολύς είναι ο λόγος περί το πλιας, οπού ο Ιωάννης βάνει και σημασίαν χρόνου, λέγοντας «τῃ επαύριον» Πηγά, Χρυσοπ. 51· β) (προκ. για κατάσταση): αυτού όπου τα κατήφερες και συ να συνηθίσεις Γλυκά, Στ. 307. 3) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. τόπου α) στον οποίο: Στον τόπον που εγεννήθηκε χρεωστεί περισσοτέρα| αγάπη να ’χει άνθρωπος παρά προς τον πατέρα Λίμπον. 52· (προκ. για κατάσταση): πολλά με κατεδίκαζες στην παιδωμή οπού ’μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 999· β) από τον οποίο: εβάλθησαν κι εφεύγαν (ενν. οι Ρωμαίοι)| την στράταν όπου ήλθασιν απέκει εκ την Βλαχίαν Χρον. Μορ. H 9023. 4) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. χρόνου α) κατά τον οποίο: άχρι την ημέραν απού επέθανεν Ασσίζ. 46327· Στους χίλιους εξακόσιους οκτώ και εβδομήντα| που οι Αθηναίοι τα είδασι και εις μνήμη εγράψασίν τα Λίμπον. 338· οπού ’παιρνα αναγάλλιαση όλη την ώρα κείνη| οπού ετραγούδιε (ενν. ο τραγουστής) κι ήλεγε τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 872· β) (προκ. να δηλωθεί χρον. αφετηρία) από τότε που: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι οπού| όσοι σ’ εγνωρίζασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 804· λίγο ’ναι απού ’ρθε ο λογισμός ετούτος εις το νου μου Πανώρ. Ε΄ 121. 5) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αιτίας) εξαιτίας του οποίου: Τι ήτον οπού ήργησες, αφέντη μου, το τόσον; Αχιλλ. (Smith) O 594· η αφορμή απού έκλεψα τα καρτσά ήτον τούτη Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 116. 6) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αναφοράς) για τον οποίο: Αυτός (ενν. ο Έρωτας) μας έσμιξε τα δυο με το γλυκύ του βλέμμα| και με το τόξο που ρωτάς μας έσφαξεν το πνέμα Φαλιέρ., Ενύπν.2 44. 7) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. οργάνου) με τον οποίο: Το γκόλφι της εκκλησίας το μεγάλο οπού ελειτούργουνα … να το δώσετε του γκαστάλδου Σεβήρ., Διαθ. 19192· να περιγράψω τσ’ αρετές οπού ήτον στολισμένος Λίμπον. 98. 8) (Τοπ. ερωτ. σε πλάγια ερώτηση) πού: ας ερευνήσομεν, όπου την κόρην έχει Διγ. (Trapp) Gr. 2817. 9) (Τροπ.-αναφορ., με το τροπ. επίρρ. σαν) όπως: σαν οπού πολλές φορές αυτείνοι οι περισσάροι| κομπώνουνται και πιάνουνται στο δίκτυ σαν το ψάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 603. Β´ Αντων. αναφορ. άκλ. 1) α) Ο οποίος (Βλ. Sophocl., στη λ. σημασ. 4 και Bakker, Pronomen 87-95): Όχι οι αθρώποι μοναχά, πὄχου ομιλιά και γνώση,| τρέχουν εις τούτο το δεντρό τσ’ αγάπης, για να τρώσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1271· ούδε να ’σαι διακονιάρης| εκ τα σπίτια ωσάν το φράρη,| όπο υπάγει από τας πόρτας| και γυρεύει τας κουλούρας Συναξ. γυν. 943· Τα γεράκια πὄβλεπες εισίν άρπαγες άνδρες Διγ. A 755· β) (μετά από συσχετική δεικτ. αντων.): εκείνην, οπού αγάπησε, με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 622· γ) (σε κλητ. προσφών.): Έρωτ’, απού μ’ εδόξεψες και σκλάβο σου έκαμές με Πανώρ. Β΄ 443, δ) (πλεοναστικά): μηδέν αφήσετε τον Τούρκον να ριζώσει| εις την Κωνσταντινούπολιν, ότ’ είναι φόβος μέγας,| το οποίον που ξεύρετε και ουδέν το αναφέρω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 643· ε) (ως β΄ όρος σύγκρισης) από τον οποίο (Βλ. και σημασ. Β΄ 5): να τους πουλήσω εξαίρετον κοράσιον, ωραιωμένον,| οπού καμιά ουκ εφάνηκεν ευμορφοτέρα εις κόσμον Φλώρ. 928· Σάλο-Φεράντε δ’ έπειτα, που κάλλιον δεν ηυρίσκε,| εις όλον το στρατόπεδον εξουσιαστήν αφήκε Κορων., Μπούας 55· ϛ) (με επόμ. το να, βλ. να III Ζ΄)· ζ) πράγμα που: Εθέλησες τον έρωτα, εσύ, να τονε φύγεις,| που δεν ετόλμησεν τινάς εις τον παρόντα κόσμον Διγ. Z 207· ουδέν είναι καλλιότεροι εις άπασα στρατείαν| παρά τους Φράγκους του Μορέως, όπου το εξεύρει ο κόσμος Χρον. Μορ. H 8931. 2) α) Αυτός που: είπε γαρ οπού το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· ο καιρός κάθε κουρφό είν’ απού φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 476· ενθυμίζω οπού τ’ ακούουν Πτωχολ. α 498· β) (βραχυλογ., έπειτα από επιφωνηματική λ.): Χαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά κι έχει πτωχού να δώσει Απόκοπ.2 216. 3) Όποιος: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνησιν ουκ έχει,| ουκ ημπορεί να οικονομεί τα πράγματ’ εις τιμήν του Σπαν. A 219· Π’ αφήνει σπίτια πτωχικά κι αρχοντικά γυρεύει,| ο διάβολος στον κώλο του κουκκιά τού μαγερεύει Γαδ. διήγ. (Pochert) 160c. 4) Τέτοιος που: τότε να δεις τον άγουρον, οπού δεν έχει ο κόσμος Διγ. Z 1896. 5) Ως β΄ όρος σύγκρισης, με την πρόθ. παρά α) όσος (Πβ. σημασ. Β΄ 1ε): θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 346· διδεί περίτου παρά που εμπορεί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100· β) (προκ. για κατάσταση ) ό,τι: δεν τους φέρνει ούτε και εις την προτέραν τιμήν, αλλά χειρότερα παρά οπού ήσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 349v· γ) (βραχυλογ.): να τον συμβουλέψει το καλλιότερον οπού ηξεύρει Ασσίζ. 22015. 6) (Σε πλάγια ερώτηση) ποιος: Οπού το γνώθει η μοίρα μου μαζί με την Ποθούλα| και θέλομεν ιδεί εκ τους δυο πὄχει διπλήν καρδούλα Φαλιέρ., Ιστ.2 558· ξεύρω γαρ στο μέσον| των αρίστων γαρ Ελλήνων| όπου μέλλει χολωθήναι| όπερ έστιν μέγας πάντων Ερμον. Η 269. Γ´ Σύνδ. 1) Χρον. α) όταν: Ντορίντα μου (παραλ. 4 στ.), τότες εδική μου| δεν ήσουν, οπού μπόρου| ζήσην πολλά γλυκιάν να σου χαρίσω; Πιστ. βοσκ. IV 8, 180· Παιγνίδια αγάπα (ενν. η κόρη) και χορούς διά να παίζει πάντα,| θρονί εκράτει και γυαλί εις το κλουβί οπού ’τον Διγ. A 256· β) με το επίρρ. εκεί β1) τη στιγμή που, ενώ, καθώς: εκεί οπού στρέφετο ο Καπλάν με τσ’ άλλους,| εκείνους τσι πασάδες τσι μεγάλους,| πάγει ομπροστά ευθύς το παλληκάρι Λεηλ. Παροικ. 575· Εμαζωχτήκασι πολλές γυναίκες κι εθωρούσα| τους αντρειωμένους και τους δυο εκεί που πολεμούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1822· β2) μόλις: εκεί οπού εκοίταζεν γυναίκα, εδαιμονίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 28v· γ) (με τα επιρρ. έπειτα, ύστερα) αφού: Ο αγνώριστος καβαλιέρης, έπειτα όπου αναποδογύρισε όλην την διάταξιν του εχθρού, επέρασε εις το στράτευμα του βασιλέως της Λεχίας Καλόανδρ. (Δανέζης) 72 (44v)· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μωσέ, ύστερα απού απέθαναν τα δυο παιδιά του Ααρών Πεντ. Λευιτ. XVI 1· δ) (με τα επιρρ. ευθύς, παρευθύς) μόλις: όλον το μερονύκτιον πάντες αναπαυθήκαν,| κι ευθύς που εξημέρωσε εις τ’ άρματα σεβήκαν Κορων., Μπούας 20· Τότ’ ο ρήγας τού μήνυσε (ενν. του Μερκούριου) και εις τον Φράντζα διέβη,| και παρευθύς όπ’ έσωσε στην κάμαράν του σέβη Κορων., Μπούας 64· ε) με το μόρ. έως, το επίρρ. όσον ή το σύνδ. ώστε ε1) εωσότου, μέχρις ότου: Εγώ θέλω να ομώσετε πως να τους κρατήσετε έως οπού να στραφώ Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 133· σκαμνιτσαούσην έστειλε (ενν. ο βεζίρης) μαζί με τον ολάκη,| διά να πιάσουν το σκαμνί, όσο που να κινήσει| αφέντης ο Αλέξανδρος στον θρόνον να καθίσει Ιστ. Βλαχ. 783· Προσέχετέ το (ενν. το βρέφος) τῃ νυκτί και την ημέραν μάλλον,| ώστ’ απού να το φέρητε της ηλικιάς μεγάλον Ιμπ. (Legr.) 62· (πλεοναστικά με το έως ότου): απ’ εκείνην την ημέραν οπού απέθανεν ο Σολομών και έως ότου οπού εχάλασε ο ναός, ήσαν τετρακόσιοι ένδεκα χρόνοι και έξι μήνες και ένδεκα ημέρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 216v. ε2) όσο, ενόσω: τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν του πατρός τους έως όπου ο πατήρ τους ζει Ασσίζ. 38317· να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· Δεν ξεύρεις πως η φύση μας θνητήν επήρε κρίση| και ουκ έναι πλιο μπορούμενον για ’δώ να την αφήσει| και ώστε που ζούμε μετά μας τον θάνατον βαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 37· ϛ) (με το κάθε ως χρον. σύνδ., βλ. κάθε 3). 2) Χρον.-υποθ. α) αν, όταν: μη βουληθείς, ω αμιρά, να έβγεις κρυφώς απ’ ώδε,| και όπου σε καταφθάσομεν, άλλον Συρίαν ου βλέπεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 349· β) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν): ωσάν όπου εις τέτοιον άνθρωπος λιβάδιν κατουνέψει| και ζήσει εις τέτοιας χάριτας ζωής του τας ημέρας,| και χρήζει τον παράδεισον, λοιπόν ουκ έν’ στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 199. 3) (Χρον.-αιτ.) αφού: πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλα άθη| μέσα της πλιο να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1422. 4) Αιτ. α) επειδή, γιατί: όταν ο Λωτ έμεινεν έτσι με τες δύο του θυγατέρες, ήτον πολλά λυπημένος και δεν ήξευρε τι να κάμει, οπού δεν είχεν τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· Δεν εγροίκησα, μόν’ τη δική μου ζάλη,| οπὀπλακώθη το παιδί, το κανακάρικό μου Σκλάβ. 74· Ελέγουντον και Διγενής, όχι που τ’ όνομά του| να λέγουντον τέτοιας λογής γή το ’πιτήδευμά του,| μα επειδή εκ δύο φυλές και γένη γεννημένος,| εκ Χριστιανών και Αγαρηνών ήτονε κυημένος Διγ. O 1239· β) (με προηγ. το επίρρ. ως + ουσ. ή επίθ.): Όρισέν την ότι: «Εκδύσου»,| και εκδύθη η κόρη,| ουκ εντράπηκεν καν όλως,| ως παρθένος τάχα οπού ήτον Πτωχολ. (Κεχ.) P 232· έχω και χείλη κόκκινα και ομμάτια πλουμισμένα,| και πρέπουν με οι κάλτσες μου, ως πέρδικα οπού είμαι Πουλολ. (Τσαβαρή)2 190· γ) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν, σαν): Είχεν αγάπην στον λαόν και εις τον Θεόν φόβον,| ωσάν που ήξευρεν καλά πως θε να δώσει λόγον Διγ. O 10· με αφοβιά επήγαινε σαν που ’τον παλληκάρι Διγ. O 1428· δ) αφού: Πώς να μη σε καταλάβω| πως φουρνάρη γιος υπάρχεις,| που, αντίς να μου χαρίσεις| δώρα και χωριά και άλλα (παραλ. 8 στ.), συ με έκαμες ταΐνι,| έν’ αφράτο παξιμάδι Πτωχολ. B 370· Πώς να κάμω, πώς να διάξω| και ποια στράτα έχω να πιάσω,| που ’μου καλομαθημένος,| ο φαλλίδος ο καημένος … Φαλλίδ. (Παναγ.) 258· ε) (βραχυλογ.) γι’ αυτό το λόγο: το παιδί μου| δεν είν’ τόσον πολλά μικρόν, …,| να μην της κάνει ό,τι πει και ό,τι και ορίσει,| οπού παρακαλώ τον Θεόν πολλούς χρόνους να ζήσει Ευγέν. 210· ϛ) έκφρ. έσοντας όπου = εξαιτίας του ότι, επειδή: όταν δέρνονται οι δύο και αποκάμουν και αποσταθούν από τον δαρμόν, όταν έλθει άλλος τρίτος απάνω εις αυτούς, γίνεται πρώτος, έσοντας οπού τους ευρίσκει και τους δύο αποκαμωμένους από τον δαρμόν Ιστ. πατρ. 10714. 5) Αποτελεσματικός α) ώστε: είχεν (ενν. το άλογο) την σέλαν την χρυσήν, οπὄλαμπεν ο τόπος Διγ. A 2233· τραγουδεί (ενν. η σερένα) ίτσου γλυκιά, οπού πολομά ν’ αποκοιμηθούν οι λας Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφη ’σαι| τόσον, οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· επήρεν απάνω του (ενν. ο Ψιχίδης) να βλεπίσει τον κοντοστάβλην εις μόδον όπου να μεν πάγει Μαχ. 37638· β) (πλεοναστικά με το επίρρ. όσον και τους συνδ. ότι, ώστε): τόσον τον εστίλβωσαν τες πέτρες οι τεχνίτες, όσον οπού εφαίνετον πως είναι εκ μακρόθεν ότι έχει μάλαγμα (ενν. το οσπίτιον) Διγ. Άνδρ. 39832· ωσάν ήπεσε (ενν. η θυγατέρα του), στένεται και δίδει τση ξυλιές, ότι οπού την εφήκε μισαποθαμένη Κατά ζουράρη 76· τοσούτον δε εστίλβωσαν τους λίθους οι τεχνίται,| ώστε οπού εφαίνουντο πορφύρα τε και βύσσον Διγ. A 3949. 6) (Εναντιωματικός) ενώ, αν και, μολονότι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 419]): εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα,| που ο κύρης σου την μαρτυριάν εβάσταν εις τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 880· Μετά τρομάρας δε πολλής εις την Μουρτάρα πήγαν| κι εκ τον θυμόν του Μερκουρίου, που δεν ελπίζαν, φύγαν Κορων., Μπούας 43· έκφρ. μ’ όλον οπού, βλ. μετά Α΄ 19β. 7) Ειδικός α) ότι: τούτο το ξύλον ήτονε εκείνο το δένδρον οπού είπαμεν οπού ο Λέρικος το έβγαλεν από το στόμα του Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172r· β) (με προηγ. τις εκφρ. έ-με, έν-τηνε, κ.τ.ό., καθώς και το επιφ. έδε): Έν-τηνε που τη φέρνουσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 81· Έδε που με λυπάσαι! Φαλιέρ., Ιστ.2 71· Έδε νιος οπού ’ναι ετούτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 90· γ) (σε επεξήγηση) ότι δηλαδή: τούτα τα ξηλώματα, που ο κύρης σου αμποδίζει| και το Ρωτόκριτο ’πεψε στα ξένα να γυρίζει,| κάτεχε πως τελειώνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 161· δ) έκφρ. έξω οπού = εκτός του ότι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του, έξω οπού χάνει και την τιμήν του και πλέον κυβέρνηση δεν του δίδουν Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 8) (Μτβ., σε διήγηση) και: Οπού εις ολίγον καιρόν όλος ο λαός οπού ήτον αποκατωθιό της εξουσίας του … Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13629· απού ’ρχουμου στον Αβραάμ να πω να το κατέχει| πως είν’ στην ύστερη αναπνιάν και γλυτωμό δεν έχει Θυσ.2 1071. 9) (Τελικός) για (να): είχασιν δε και μετ’ αυτούς, οπού να τους δουλεύει,| καμήλαν την κυμπόραχην και μακροσφονδυλάτην Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 83· η μάννα τους όταν ήτονε σιμά οπού να τα γεννήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 135v. Δ´ Μόρ. 1) Επιφωνηματικό α) (μετά από ουσ. ή επίθ.): ω λωλός οπού είσαι Μπερτολδίνος 144· ώφου κακόν οπού ’καμε, ώφου αδικιά που εγίνη! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 702· β) (μετά από ποσοτικό επίρρ.): Του πόθου ο Σίλβιος είν’ εχθρός; Ω πόσον που γελάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [723]. 2) (Ευχετικό, σε ευχή ή κατάρα) μακάρι: Και που ’δα να μετάνωνε, να μου ’λεγε: «Έλα, να τη,| την κοπελιά οπού εύρηκες, αφέντη κυνηγάρη» Ευγέν. 856· γιαύτος περίσσα σ’ αγαπώ, απού να ’χεις την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 266· Αφήτε μ’ οπού να ’μουνε σήμερ’ απόθαμένη Θυσ.2 311.
       
  • ορδινιά  
    η, Θησ. ΙΑ΄ [546], Χούμνου, Κοσμογ. 2198, Γαδ. διήγ. (Pochert) 289a, Αλεξ. 2712, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1360], [1439], Κορων., Μπούας 149, Βεντράμ., Γυν. 242, Πεντ. Έξ. XXXIX 37, Αχέλ. 161, 559, 1661, 1955, Άλ. Κύπρ. 913, Κατζ. Δ΄ 70, 279, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4424, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1282, Β΄ 1181, Δ΄ 1126, 1532, Θυσ.2 24, 561, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 167, Γ΄ 113, Δ΄ 493, Ε΄ 389, Διακρούσ. 8810, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1517, 30524, 50025, 53222· ορδίνια, Ντακορώνιας, Νησιωτ. Επετ. 1, 1918, 131, Κορων., Μπούας 26, Αρσ., Κόπ. διατρ. 636, Σουμμ., Ρεμπελ. 183· ορδινία, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 127, Θησ. IB΄ [471], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 38, 68, Αλεξ. 2571, Διαθ. Πασχαλίγ. 79, Ριμ. Απολλων. 370, Κορων., Μπούας 26, 59, 131, Βεντράμ., Φιλ. 100, Ζήνου, Βατραχ. 216, Αχέλ. 594, 862, 1198, 1228, Χρον. σουλτ. 13720, Αρσ., Κόπ. διατρ. 449, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 148, Ιστ. Βλαχ. 1258, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, 176, Ιερόθ. Αββ. 334, Χριστ. διδασκ. 139, Μαρκάδ. 708, Διγ. O 1178· ορδουνία, Θησ. Ϛ΄ [116]· ορδουνιά, Χούμνου, Κοσμογ. 1234, 1746.
    Από το ορδινιάζω ή, πιο πιθ., από το ουσ. όρδινος ή ορδίνιον (Βλ. Kahane Η.-R., BZ 66, 1973, 12). Ο τ. ορδίνια σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Παπαδ. Στ., Απελευθ. αγώνες κείμ. Α′ 44, 49, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 457, 525, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 87, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 56). Ο τ. ορδινία σε έγγρ. του 12. αι. (Kahane Η.-R., BZ 66, 1973, 12), πολλ. σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 297, Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 18, 1981, 315, Κόλιος, Θησαυρ. 18, 1981, 146, κ.α.), στο Meursius και σήμ. στο ιδίωμα της Καρπάθου (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ. 313). Τ. ορδονία σε κώδ. του 18. αι. (Διήγ. Αγ. Σοφ. (Μουζ.) 2). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Dieterich, BZ 10, 1901, 591, Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. Ε΄, 1970, 76). Η λ. στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 Β΄, 1961-2, 301, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 219, 234, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 270, Σιγάλας, Ελλην. 2, 1929, 28) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 482, Ϛ΄ 183, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
    1) Σειρά πραγμάτων τοποθετημένων το ένα δίπλα στο άλλο, στοίχος, αράδα: να βάλεις αυτά (ενν. τις πίτες) δυο ορδινιές· έξι η ορδινιά Πεντ. Λευιτ. XXIV 6. 2) α) Κανονική σειρά, αλληλουχία, τάξη· διευθέτηση: Ούτε ορδινία είχασι, μόνον ετρέχαν όλοι Θησ. Η΄ [207]· οποίον άστρο βγει ’κ την ορδινιάν σβένει, χαλά τη βρότη Κορων., Μπούας 152· έκφρ. εις ορδινιάν = στη σειρά, με τη σειρά: εις ορδινιάν τις κορασιές καθίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [169]· όλαι καλά εστέκονταν (ενν. οι αρχόντισσες) εις εύμορφην ορδίνιαν| όλαι κατά την τάξιν τους Αρσ., Κόπ. διατρ. [965]· όταν κλωθογυριστώ και ιδώ σε περιστέριν,| να κάθεσαι εις ορδινίαν μετά παντός ορνέου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 522· β) (συνεκδ.) ακολουθία προσώπων, συνοδεία: ήσαν και αι βάιες μου και όλη μου η ορδινία και να ερχόμεσθεν με μεγάλην φήμην Διγ. Άνδρ. 36022. 3) α) (Προκ. για στράτευμα) παράταξη· στην έκφρ. με ορδινιά: Δύο χιλιάδες ήβαλεν ομπρός του Αραβίτες| χρυσόζωνους με ορδινιά και πήγαιναν οδίτες Διγ. O 1180· Έπειτα καβαλίκευσαν, ήλθαν στην Ρωμανίαν,| μέσα στην χώρα ήμπασιν μ’ όμορφην ορδινίαν Διγ. O 2092· β) (συνεκδ.) στρατιωτικό σώμα: στους σταυρωμένους τους πιστούς τώρα γοργόν ας δράμω,| καθώς και όταν εκίνησα τον τούρκικον τον στόλον| κι έστειλα τόσες ορδινιές και τον λαόν τους όλον Αχέλ. 1275· Ετότες εμισεύσαμε μ’ όλην την ορδινία,| ήλθαμε κι εγυρίσαμε εις την Βαβυλωνία Αλεξ. 2656. 4) Προκ. για αφήγηση α) συνοχή, ειρμός· στις εκφρ. κατά ορδινίαν, σ’ ορδινίαν = με τη σειρά· διεξοδικά, λεπτομερειακά: αράδ’ αράδα, καταλεπτώς = κατά ορδινίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. α΄ 3 σχόλ.· ουδεποσώς δεν είχεν την αδείαν| μέσα στες ανακάτωσες να γράφει σ’ ορδινίαν| στον Δον Καρτσία τα πικρά γενόμενα εκείνα Αχέλ. 1129· β) λεπτομέρεια: να δηγηθώ τα άθλα του και τες ανδραγαθίες,| τες νίκες οπού έκαμεν μ’ όλες τες ορδινίες Διγ. O 4. 5) α) Ετοιμασία, προετοιμασία: Εις δέκα μέρες ήκαμεν όλην την ορδινία,| την ενδεκάτη έβγηκεν από την Ρωμανία| με δόξαν και παράταξιν Διγ. O 951· κάμνει και την ορδινιά ως για να ταξιδεύσει Αλεξ. 320· της μάχης πάσα ορδινιάν εκεί οι Τούρκοι ετοιμάζαν Παλαμήδ., Βοηβ. 122· β) (συνεκδ.) εφόδια, χρειώδη: πάπλωμα ένα άραφο με πάσα του λογής ορδινία Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 62612· γ) (προκ. για άλογο) ιπποσκευή: εδώ κι εκεί εγύρευαν να δούσι τ’ άλογά τους,| αμή αυτά ελείπασιν μ’ όλην την ορδινιά τους Μαρκάδ. 556· δ) (προκ. για στρατό) εξοπλισμός: ελάβανε τ’ άρματα εις το χέρι και έτερες ορδινιές του πολέμου και εδυναμώθησαν Σουμμ., Ρεμπελ. 177. 6) Μέθοδος, τρόπος: Με πάσα μόδον και ορδινιά κάμε να την σκοτώσεις Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1223]· ’πόθεν να μπει ο Θησέας| και με τι τέχνην κι ορδινιά και με τι τρόπον πάλιν Θησ. (Foll.) I 40· εκφρ. με ορδινιά = με μεθοδικό τρόπο· τακτικά: στον στάβλον του τον έβαλεν, να βλέπει τ’ άλογά του| και να λατρεύει μ’ ορδινιά εκείνα τα φαριά του Ιμπ. (Legr.) 702· με ορδινιά ότι = με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε: ο Θεός εξολόθρεψε και όλους τους κουμέσους με ορδινιά ότι τα σπίτια τα χαλασμένα να μην ημπορούν ποτέ τον καιρόν να φτιαστούν Σουμμ., Ρεμπελ. 191· φρ. κάμνω τρόπον κι ορδινιά, ευρίσκω μόδο κι ορδινιά = βρίσκω τρόπο, καταφέρνω: Το δειν τον (ενν. τον Χάρον), εφοβήθηκα κι είπα: «Ας διαγείρω πίσω| και ας κάμω τρόπον και ορδινιά την στράταν να γυρίσω» Πικατ. 73· αποφασίζουνε κι οι δυο τσ’ άρχοντες να μαζώξουν,| να εύρουν μόδο κι ορδινιά τον εχθρόν να διώξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 17322. 7) α) (Προκ. για στρατιωτική επιχείρηση) πολεμική τακτική, στρατηγική: εσκούσαν από την χολήν, δεν είχαν τι να κάμουν,| με είντα τρόπον και ορδινιάν στην νίκην τους να δράμουν Αχέλ. 765· τους πολέμους πὄκαμεν και όλες τες ορδινιές του,| με Ούγγρους, με Τατάριδες, με Τούρκους, με Μπογδάνους Σταυριν. 6· β) (συνεκδ.) σκέψη· μυαλό (Βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Λόγ. σ. 132]): Μην κάθεσαι άνεργος ποτέ κατά την πολιτειά σου,| ενέργα ή με το κορμί ή με την ορδινιά σου Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 78. 8) Συνήθεια, τάξη· στη φρ. κρατώ ορδινιά = έχω τη συνήθεια: Του ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που ’κράτει,| που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ’ το κρεβάτι,| ήφηκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 451. 9) α) Παραγγελία· εντολή, διαταγή: να τονε συντροφιάσουσιν είναι ορδινιά του ρήγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2451· να λαβαίνει ορδινία εισέ ποίον τόπον έχει να υπάγει Σουμμ., Ρεμπελ. 158· ήλθε η ορδινιά από το υψηλότατο Σενάτο της Βενετίας Σουμμ., Ρεμπελ. 186· φρ. δίδω, έχω, ποιώ, στήνω ορδινιά = εκδίδω διαταγή, διατάσσω: Ο κόντες Μάρκος ορδινιά δίδει να μαζωκτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 3205· θέλει εύρει (ενν. η Ρήγισσα) τους δούλους της πολλά να τσ’ ερμηνέψει,| με την Ευγένα συντροφιά στο δάσος να τους πέψει| και να τους έχει ορδινιάν να πα να την σκοτώσουν Ευγέν. 107· τότε ο Θησέας| όρισε και εγύρευσαν όλους τους λαβωμένους.| Και ορδινία γαρ έποισε όλους να ιατρεύουν Θησ. Β΄ [833]· τότε ορδινία στήκασι να πα να προσκυνήσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1631]· ορίζω μ’ ορδινία = διοικώ κατόπιν εντολής, επιτροπεύω: Αφήνω στην πατρίδα μου, εις την Μακεδονία,| Ιδαίος να ’ναι αρχηγός, να ’ρίζει μ’ ορδινία Αλεξ. 2828· Όταν αυτός (ενν. ο Αλέξανδρος) εξέβηκε εκ την Μακεδονία,| φίλον του άφηκε εκεί να ’ρίζει μ’ ορδινία Αλεξ. 2684· β) (θεία) εντολή: Ό,τι μ’ ορίζεις σήμερα κι ως είναι η ορδινιά σου| θέλει γενεί, άξε θεέ, κατά το θέλημά σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 179· (εδώ) ιερός κανόνας ζωής (Βλ. Bakker-van Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 132, 141, 183]): έν’ καλό να ζούμε| κατά την ίδιαν ορδινιά την άγιαν τή χρωστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 80. 10) Συμβουλή· νουθεσία, διδασκαλία: Λέγει και ο Σολομών μέσα στις παροιμιές του,| γέρος που να ’ναι πελελός, δεν ’ξίζουν οι ορδινιές του Αλεξ. 394 κριτ. υπ.· οι γαβροί με τα παιδιά τους·| λέγουν τόν καλόν πατέρα:| «Φώτισε και ερμήνευσέ μας,| δο μας ορδινία να ζούμεν» Πτωχολ. (Κεχ.) P 51. 11) Διαθήκη: ήκραξα εσένα τον παρών νοτάριον …, οδιά να γράψεις … το παρόν μου τεσταμέντο και υστεράν μου ορδινιάν και θέλησιν Διαθ. 17. αι. 312· το μήνα τον Απρίλη … ήκαμα τούτη μου την ορδινιά και τούτη θέλω να στέκει και να ’ναι φέρμη και να ’ναι η γύστερή μου θέληση Διαθ. 17. αι. 62· είμεθα κρατημένοι εγώ και ο Ιωάννης να το πλερώνομεν, εγώ τας δύο μοίρας και ο Ιωάννης την μίαν, ωσάν το έφηκεν ορδινίαν ο κύρης μας Διαθ. Ακοτ. 14717. 12) α) Κανονισμός· νόμος: με τσι συνηθικές ορδινίες να καταστιχάρουν εις τ’ όνομαν και κορμίν τως το άνωθεν αμπέλι και δενδρά Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 13127· β) νόμος (της φύσης): αν ημπορείς, να μελετάς τις ορδινιές της φύσης Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 263. 13) Διακανονισμός, συμφωνία: να γίνει μία κοινή κατάστασις και ορδινία διαμέσου των εξουσιαστάδων Χριστ. διδασκ. 493. Φρ. 1) α) Βάζω εις ορδινία, βλ. βάζω, (II) 28· βάνω εις ή σε ορδινιά, βλ. βάνω 27 α· β) βάνω κάπ. σ’ ορδινιά(ν) = (α) υποδεικνύω, καθοδηγώ: να μ’ ορμηνέψεις,| … σε στράτα να με πέψεις| και να με βάλεις σ’ ορδινιάν τι στράτα έχω να πιάσω| να με ’γαπήσει ο Ρήγας μου Ευγέν. 317· Άγγελος εκ τον ουρανόν νερόν τής ετοιμάζει| και βάνει την εις ορδινιάν και τον υιόν της κράζει,| να πα να πιει εκ το νερόν Χούμνου, Κοσμογ. 1234· (β) διοικώ: Τούρκοι Χριστιανοί επέσανε ετότες κι αποθάνα,| που το λαό ορίζανε και σ’ ορδινιά εβάνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 48610· γ) βά(λ)νομαι εις ή σ’ ορδινία(ν) = (α) ετοιμάζομαι: Ο ρήγας δ’ αφού το ’κουσεν εβάλθη σ’ ορδινίαν| και εκ την Φράντζα μίσευσε μετά καλήν καρδίαν Κορων., Μπούας 129· εβάλθη σ’ ορδινιάν τό ’ταξε να πλερώσει,| την κεφαλήν του στον ναόν νά ’ρθει ν’ αφιερώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [287]· (β) παρατάσσομαι, παίρνω θέση μάχης, βλ. βάνω Β΄ 5β φρ. 2) Βάνω ορδινιά = α) βάζω τάξη, οργανώνω: Μ’ αν έν κι εβάλαν ορδινιά το λοιπονίς οι τρόποι,| δεν πρέπει ώσπερ τα κτήματα να ζούσιν οι ανθρώποι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 29· β) αποφασίζω, βλ. βάνω 28 φρ. 3) Είμαι, ευρίσκομαι, στέκω εις ή σ’ ορδινιά = είμαι έτοιμος, σε ετοιμότητα, (συνήθως για πολεμιστή) σε θέση μάχης: όντας πάντα εις ορδινιά διά να πολεμήσει| και των εχθρών του ανδρικά τα αίματα να χύσει Μαρκάδ. 627· ευθύς ορισμόν έποικεν εις όλην την στρατείαν,| πάντες ευθύς να ευρεθούν καλά εις ορδινίαν Κορων., Μπούας 125· Ούτως ο Μέγας Μάστορας έστεκεν σ’ ορδινίαν,| την μάχην εκαρτέριε με λέοντος καρδίαν Αχέλ. 183. 4) Έχω κ. σ’ ορδινιά = έχω έτοιμο, τακτοποιημένο: μα έρχοντας με τον καιρόν έχε τα πλωρήσιά σου εις ορδινία ότι ο τόπος έναι στενός Πορτολ. A 2491· είχανε βάρκες σ’ ορδινιά Τζάνε, Κρ. πόλ. 55016. 5) Κάμνω ορδινιά = ετοιμάζω, προετοιμάζω: έδειξε ο Θεός σ’ εσέν το πράγμαν οπού μέλλει,| διά να κάμεις ορδινιά στο πράγμαν οπού θέλει Χούμνου, Κοσμογ. 1746· πέμπουν στην Ρωμανία| ανθρώπους για να κάμουσιν εισόδου ορδινία Διγ. O 502. 6) Μπαίνω εις ή σ’ ορδινιά, βλ. μπαίνω Φρ. 39. 7) Ορθώνω εις ορδινιάν = οργανώνω, τακτοποιώ· παρατάσσω: καπετάνιον έβαλεν εκείνον που γηράσε| στην τέχνην της στρατηγικής, που ’χ’ ανδρειάν και γνώση,| το τάγμα εις ορδινιάν να ξέρει να τ’ ορθώσει Κορων., Μπούας 55. — Βλ. και όρδενε, όρδινας, όρδινο, όρδινος.
       
  • ορέγομαι,  
    Βέλθ. 967, Χρον. Μορ. H 6012, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 22, Φλώρ. 1419, Σαχλ., Αφήγ. 25, Περί ξεν. A 209, Λίβ. P 1234, Λίβ. Esc. 3271, Λίβ. (Lamb.) N 558, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 945, Αχιλλ. (Smith) O 114, Ιμπ. 592, Χρον. Τόκκων 2549, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 270, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1246, Θησ. (Schmitt) 337 VII, 12, Χούμνου, Κοσμογ. 2323, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 495, Αλεξ. 1495, Απόκοπ.2 20, Πεντ. Δευτ. XIV 26, Αχέλ. 48, Πηγά, Χρυσοπ. 232 (5), Κυπρ. ερωτ. 14115, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 457, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 8, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [80], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 128, Διγ. O 478, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 62, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 182, κ.π.α.· αόρ. ορέκτην —ηκα, Λίβ. Sc. 16, 1703, 1726, Αχιλλ. N 607, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 266 χφ L κριτ. υπ., Θησ. Ζ΄ [833], Χούμνου, Κοσμογ. 765· ορέγουμαι, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 554, 1850, Β΄ 634, Γ΄ 206, Πηγά, Χρυσοπ. 173 (3)· ορεύγομαι, Σαχλ. N 326· ’ρέγομαι, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 280, Φαλιέρ., Ιστ.2 671, Θησ. Γ΄ [293], Θησ. (Foll.) I 1, Χούμνου, Κοσμογ. 1315, Ιμπ. (Legr.) 318, Τριβ., Ρε 20, Δεφ., Λόγ. 524, Πανώρ. Γ΄ 152, Πιστ. βοσκ. I 1, 136, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 655, Β΄ 161, Γ΄ 466, Δ΄ 922, Ε΄ 115, Στάθ. (Martini) Β΄ 164, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 16, Α΄ 654, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 730, Πρόλ. άγν. κωμ. 42, Διγ. O 89, 674, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23027 κ.α.· αόρ. ’ρέκτην, Αλφ. (Mor.) IV 29· ’ρέγουμαι, Φαλιέρ., Ιστ.2 11, Πανώρ. Α΄ 315, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1114, 1301, 2040, Θυσ.2 422, Στάθ. (Martini) Α΄ 242· ’ρεύγομαι, Φαλιέρ., Ενύπν.2 23 χφ Ν κριτ. υπ.
    Το αρχ. ορέγομαι (L‑S, λ. ορέγω). Για το σχηματ. του τ. ’ρέγομαι βλ. Apostolopoulos, Καλλίμ. 9. Ο τ. ορεύγομαι στο Somav. (στη λ.) και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 1043. Ο τ. ’ρέγομαι στο Somav., (στη λ.), και σήμ. Ο τ. ’ρέγουμαι στο Somav., (στη λ.), όπου και τ. ’ρεύγουμαι. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 769, λ. ρέομαι, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορέχκομαι, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. ορεγόμνε, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. ερέγομαι και Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. ερέομαι). Η λ. και σήμ.
    Α´ Μτβ. 1) α) θέλω, επιθυμώ: Λίβ. Sc. 2210, 2247, Γαδ. διήγ. (Pochert) 26d· β) επιθυμώ έντονα, ποθώ, λαχταρώ: γράφε, μη οκνήσεις τας γραφάς, η κόρη ορέγεταί τας Λίβ. Esc. 1364· ορέγεται να την ιδεί, γοργόν την πείτε νά ’λθει Φλώρ. 966· ακόμη χθες ορέγετον να ποντισθεί η ψυχή μου Λίβ. Sc. 970· γ) επιθυμώ, ποθώ (ερωτικά) κάπ.: σιάξ’ το το τζαμπουρλί μου,| για να με δει να με ’ρεχτεί τούτ’ η αγαφτική μου Κατζ. Α΄ 248· Κόρη πολλά σε ορέγομαι, να σε καταχορτάσω Αχιλλ. (Smith) O 521· αγάπησες κι ορέχτηκες ένα μικρότερό σου; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 154· (με την πρόθ. εις = αιτιατ.): να διεις εις την αμαλωσιά γεναίκα ομορφόθωρη και να ορεχτείς εις αυτήν και να πάρεις εσέν για γεναίκα Πεντ. Δευτ. XXI 11· ο Σεκέμ ο υιός μου ορέχτην η ψυχή του εις τη θεγατέρα σας· δώσε εδά αυτήν αυτουνού για γεναίκα Πεντ. Γέν. XXXIV 8· δ) ενδιαφέρομαι ζωηρά για κ.: όποιος χριστιανός είναι οπού επιθυμεί και ορέγεται περί Θεού να μάθει και να καταλάβει όσον είναι δυνατόν εις το Ευαγγέλιον το ευρίσκει Κύριλλ. Κων/π. 371· ε) εποφθαλμιώ: Διά την αχορταήλα του (ενν. του Κύρου) θέλω ν’ αναθιβάλω,| που ορέκτη της Σαμίραμης το βίος το μεγάλο Βεντράμ., Φιλ. 90· μη ορεχτείς το σπίτι του σύντροφού σου, μη ορεχτείς την γεναίκα του σύντροφού σου και τον σκλάβο του και την σκλάβα του και το βόδι του και το γαδούρι του και όλο ος του σύντροφού σου Πεντ. Έξ. XX 17· στ) επιθυμώ έντονα να φάω κ., λιγουρεύομαι: είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.| Ευθύς τ’ ανέβην όρμησα και την τροφήν ορέχθην Απόκοπ.2 35· σίτου κουκκί να ορεχθεί (ενν. ένα πουλί) εις την παγίδα πιάστη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 542. 2) α) Μου αρέσει, με ευχαριστεί κ.: αρέσασί του (ενν. τα τραγούδια) κι εκεινού κι έχει τα επά γραμμένα| κι ωσάν τα ’ρέχτηκες κι εσύ, τα ’ρέχτηκε κι ετούτος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1471· τα ρόδα και τριαντάφυλλα τους κάπους να μυρίζουν (παραλ. 1 στ.) … στην θωριά τα ορέγουνται, γιατί μοσκοβολούσι Τζάνε, Κατάν. Αφ. 4· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· θυμώντας πως οκάποτες, εις τον καιρόν εκείνον,| αγάπας και ορέγουσιν …| ν’ ακούς ιστόριες ’ξάκουστες, και να τες αναγνώθεις Θησ. Πρόλ. [92]· β) απολαμβάνω: επαρεπήδησα το πύργωμαν του κάστρου| και κατά μέρος ’ρέγομαι τας καλλονάς εκείνου Καλλίμ. 2533· γ) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.) αισθάνομαι ερωτική ευχαρίστηση: να είναι αν δεν ορεχτείς εις αυτήν (ενν. τη γεναίκα) και να την απεστείλεις του θελήματού της και πουλημό μη την πουλήσεις Πεντ. Δευτ. XXI 14· δ) αγαπώ· (εδώ μεταφ. προκ. για φυτό): Η καστανέα ορέγεται τον ψυχρόν τόπον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα), 157. 3) Καμαρώνω, θαυμάζω κάπ. ή κ.: Ξένοι, δικοί το ’ρέγονται το τέκνο όσοι το δούσι,| γιατί περίσσα γνωστικό παρ’ άλλο το κρατούσι Θυσ.2 685· Τα κάλλη μην τα ’ρέγεστε, αδέλφια, τση ελικιάς σας,| το χώμα και ο σκούληκας τελεύγει τα κορμιά σας Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 13· ορέγεται (ενν. ο ρήγας) τσι χάρες σου και τα όμορφά σου κάλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 697. 4) Εκτιμώ ιδιαίτερα κ. σε κάπ.: Ειπέ, Παρθένε, ειπέ, Παναγία, τι σου εσυντήρηξεν ο Θεός, τι σου ορέκτηκεν ο Κύριος Πηγά, Χρυσοπ. 90 (17)· παρθενεύετε (ενν. γυναίκες), να γενείτε μητέρες Χριστού, να ορεκτεί και εσάς το μέσα κάλλος ο βασιλεύς, να συντηρήξει την ταπείνωσιν την εδικήν σας ο Θεός Πηγά, Χρυσοπ. 91 (18). 5) Προτιμώ, διαλέγω: Δυο στράτες έχει ο άνθρωπος να ζει στον κόσμον τούτον (παραλ. 3 στ.). Δεν ξεύρω ποιαν να ’ρέγεσαι και βούλεσαι να πιάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 149· εκείνο τό ορέγονταιν άλλοι να το αγοράσουν (παραλ. 2 στ.) κείνο ιδές και αγόρασε Σπαν. (Ζώρ.) V 331· (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): όχι από τη πληθότητά σας από όλα τα έθνη ορέχτην ο Κύριος εις εσάς και εδιάλεξεν εις εσάς Πεντ. Δευτ. VII 7· Μόνε εις τους γονεούς σου ορέχτην ο Κύριος ν’ αγαπάει αυτουνούς Πεντ. Δευτ. X 15. 6) α) Δέχομαι, συμφωνώ: του αφηγήθησαν τες συμφωνίες εκείνες,| όπου έποικεν ο υιός αυτού μετά τον πάπα Ρώμης·| αν αγαπά κι ορέγεται να τες έχει στερεώσει Χρον. Μορ. H 573· β) (προκ. για συμβουλή) αποδέχομαι: Ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, μεγάλως το ορέχτη Χρον. Μορ. P 2640. 7) Αποφασίζω: αν είν’ κι ορέγετον κανείς να γράψει τα κακά της (ενν. της φυλακής),| ποτέ να μη εσχόλαζεν, αν έζη χίλιους χρόνους Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 221· ο Βαλτουβής ο βασιλεύς ορέχτηκεν να απέλθει| εκεί εις την Αδριανόπολιν Χρον. Μορ. H 1083. Β´ Αμτβ. 1) Επιθυμώ, θέλω: Τριβ., Ταγιαπ. 275, Διγ. O 681. 2) Αισθάνομαι ευχαρίστηση, ευφραίνομαι: όντε μιλεί, να σου φανεί ότι πουλίτσιν έναι,| να κιλαδεί, να ορέγεσαι πολλά στην ομιλιάν της Ντελλαπ., Ερωτήμ. 292· να έλθω να δω τον θαυμαστόν τον πύργον … (παραλ. 3 στ.) … να δουν τα μάτια μου, να ορεκτεί η ψυχή μου Φλώρ. 1421.
       
  • οσπιτάκι  
    το· σπιτάκι, Περί ξεν. V 360, Γαδ. διήγ. (Pochert) 29 Β, Πορτολ. A 1679 κριτ. υπ., Ιστ. Βλαχ. 1586· σπιτάκιν, Πορτολ. A 5710, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 208, Θρ. Κύπρ. M 167.
    Από το ουσ. οσπίτιον και την κατάλ. ‑άκι. Ο τ. σπιτάκι στο Βλάχ. και σήμ.
    α) Μικρό σπίτι, μικρό κτίσμα: Ο πύργος … έναι κολλημένος με την καζάτζαν και έχει σπιτάκιν Πορτολ. A 1679· β) (θωπευτ. προκ. για κατοικία) Γάλα μυζήθρα και τυρί, λουκάνικο κι απάκι| κι ό,τι άλλο θέλει βρίσκεται στο φτωχικό σπιτάκι Πανώρ. Α΄ 390· δώσε μας το σπιτάκι μας, δώσε μας την πατρίδα,| σώνει η αγανάκτησις και η πολλή πικρίδα Ιστ. Βλαχ. 2475.
       
  • οσπίτιον  
    το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
    Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
    1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης  = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
       
  • όταν,  
    σύνδ., Χρον. Μορ. P 3456, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 222, 378, 437, Περί ξεν. A 187, Περί ξεν. V 30, Αχιλλ. L 515, Διήγ. Αλ. G 26724, 26821, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 135, Λίμπον. 19, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 16, 316· άνδα, Εβρ. ελεγ. 172· άντα, Ασσίζ. 162, Χρον. Τόκκων 2688, Μαχ. 2433, 9438, 3526, 3547, 43228, 51227, Κανον. διατ. 394· αντά, Ασσίζ. 11028, Κυπρ. ερωτ. 431, 612, 7544, 814, 9537, κ.α.· άνταν, Μαχ. 1023, 1032, 2615, 4426, 10014, 1907, 2629, 40014, 6068, Βουστρ. 426, 449, 461, 471, 509, 537, 542, Κανον. διατ. 380, κ.α.· αντάν, Μαχ. 2144, 5506, Κυπρ. ερωτ. 2414, 495, 506, 528, 10515, κ.α.· ’νταν, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 2657 όνδες, Εβρ. ελεγ. 160· όντα, Ασσίζ. 4029, 5210, 3054, 33322, 45321, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 676, Σαχλ. N 308, Σαχλ., Αφήγ. 121, 844, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2271, Φαλιέρ., Λόγ. 294, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 321, Μαχ. 45815, 58632, 65436, Θησ. (Foll.) I 34, 68, Γαδ. διήγ. (Pochert) 30e, 294f, Διήγ. Αλ. V 56, Απόκοπ.2 386, Αγν., Ποιήμ. Γ΄ 15, Ριμ. Απολλων. 22, Σκλάβ. 251, Πένθ. θαν.2 535, Βεντράμ., Γυν. 56, 174, Δεφ., Λόγ. 452, Πεντ. Δευτ. VI 7, Κυπρ. ερωτ. 51, 795, 1074, Πανώρ. Α΄ 157, 362, Γ΄ 415, 594, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 447, Β΄ 300, Γ΄ 113, Δ΄ 751, Ε΄ 169, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 101, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 56, Πιστ. βοσκ. V 6, 57, Βοσκοπ.2 326, Θυσ.2 134, 340, Στάθ. (Martini) Α΄ 2, 97, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 626, Διήγ. ωραιότ. 956, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 362, κ.α.· οντά, Αλεξ. 2682, Συναξ. γυν. 971, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 578, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27516· όνταν, Κομν., Διδασκ. Δ 56, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 2207, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 484, Χρον. Μορ. P 348, Σαχλ., Αφήγ. 704, Φαλιέρ., Ιστ.2 15, Μαχ. 1433, 20418, 42016, 59225, Ch. pop. 229, Βουστρ. 534, Γαδ. διήγ. (Pochert) 90Β, Πεντ. Λευιτ. XXVI 44, Δευτ. IV 46, Κυπρ. ερωτ. 10524, Πανώρ. Β΄ 357, Γ΄ 99, Θυσ.2 388, κ.α.· οντάν, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ.· όντας, Θρ. Κύπρ. M 625, Πανώρ. Β΄ 12, 32, Δ΄ 382, Φαλλίδ. 35, 52, Θυσ.2 346, 826, 829, Στάθ. (Martini) Α΄ 121, Β΄ 80, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 302, Ε΄ 53, 334, κ.α.· όντε, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1711, Σαχλ., Αφήγ. 448, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1601, Φαλιέρ., Ιστ.2 633, Καραβ. 4965, Απόκοπ.2 104, Πανώρ. Α΄ 376, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 118, 153, Β΄ 648, Γ΄ 1389, Δ΄ 962, Ε΄ 381, Θυσ.2 828, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 393, Β΄ 59, Ε΄ 605, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 535, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57215, κ.α.· οντέ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ' 664· όντεν, Σαχλ. N 396, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 823, Φαλιέρ., Ιστ.2 245, Ch. pop. 118, Ριμ. κόρ. 584, Πεντ. Γέν. XXV 6, Δευτ. XXXI 27, Πανώρ. Α΄ 163, Δ΄ 1, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 340, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 857, Δ΄ 1013, Λεηλ. Παροικ. 621, κ.α.· οντέν, Τσιρίγ., Επιστ. 1694, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6612, 769, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 707· όνυενε, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ μετά στ. 78· όντες, Πανώρ. Γ· 181, Δ΄ 311, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1810, Β΄ 332, Στάθ. (Martini) Α΄ 240, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 280· ότα, Σπαν. (Ζώρ.) V 90, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2620· ότεν, Βουστρ. 469.
    Ο αρχ. σύνδ. όταν. Ο τ. άντα σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 442) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Σακ., Κυπρ. Β΄ 454)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντά σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. άνταν και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντάν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 47). Ο τ. όντα στο Κατσαΐτ., Θυ. Δ΄ 98 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. όνταν στο Somav. (στη λ.), σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Λουκά, Γλωσσάρ. 47, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505, Psich., Qu. tr. ΙΑ΄, 115. Ο τ. οντάν στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντας στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 31, Β΄ 559, Γ΄ 470, Κλ. Α΄ 551 και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ. 347, λ. όνταν, Παπαδ. Α., Λεξ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Πασπ., Γλωσσ. 265, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 103)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. όντε και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντες και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ., Λουκά, Γλωσσάρ. 47)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. ότα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
    Α´ (Με υποτ.) 1) (Με υποτ. αορ. προκ. για πράξη προσδοκώμενη) α) όταν: υμείς δε, όταν έλθει ο Ατάπακας …, μη ομολογήσετέ με Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 8· ν’ αργήσει να ’ρτει ο χάρος εις αυτόν σου| κι αντά γεράσεις να ’σαι δίχα βάρη Κυπρ. ερωτ. 10448· β) μόλις, τη στιγμή που: Μοναύτα ο ρήγας όρισεν όλους τους καβαλλάρηδες να είναι δηγημένοι, αντάν τους τάξου, να μπου εις τα κάτεργα να παν διά τους εχθρούς τους Μαχ. 10220· επήρεν (ενν. ο Αποστολές) και τους δύο Τζιτζιλιάνους και επαρήγγειλέν τους πως, άντα να τους ορίσειν, να τον σκοτώσου τον τζαμπερλάνο Βουστρ. 416. 2) α) (Με υποτ. ενεστ. ή αορ. προκ. για πράξη αορίστως επαναλαμβανόμενη) κάθε φορά που, όσο χρόνο: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 341· Κακά γνωρίζει την καρδιάν κανένας,| αντάν το πρόσωπον τινός βιγλίζει Κυπρ. ερωτ. 492· Όνταν την ευγιένειά σου να βιγλίσω| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Κάτεχε, Αλεξάντρα μου, και πάσα όντας λογιάσω| την ευτηνιά τω γυναικώ, μὄρχεται να κτικιάσω Στάθ. (Martini) Α΄ 69· κάθα όντας με δούσι (ενν. οι φίλοι), φεύγου Φαλλίδ. (Παναγ.) 114. 3) Για εισαγωγή παρομοίωσης με προηγ. τα γιον, σαν (Πβ. και L‑S, λ. όταν II 1): Πάθος δεν έν’ σ’ εκείνους που ποθούσιν,| γιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος| κι αντάν την πεθυμιάν τους πιντωθούσιν Κυπρ. ερωτ. 532· ως άγνωστη εκομπώθηκα κι επιάστηκα στο βρόχι,| σαν όντε στένει ο κυνηγός και την ελπίδα τὄχει| να ’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,| κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 952. 4) (Σε ιδιάζ. χρ.) τότε, στην περίπτωση που: οι ανθρώποι οπού παν της θαλάσσου, εάν γίνεται ότι έχουν καμιά δυσκεψίαν με τους ναύτες τους … το δίκαιον ορίζει ότι άντα να κριθούν με την αυλήν της θαλάσσου Ασσίζ. 29418. Β´ (Με οριστ.) 1) (Με οριστ., για να εκφραστεί ένα πραγματικό γεγονός προτερόχρονο, σύγχρονο ή υστερόχρονο με εκείνο της προσδιοριζόμενης πρότασης) όταν: να φερθούν οι λοστοί σου εις τα κρικέλλια, και να είναι οι λοστοί ιπί τα δύο πλάγια του θεσιαστηριού όνταν σηκώνουν αυτό Πεντ. Έξ. XXVII 7· Ω! καλορίζικοι καιροί αλλότες που ’σαν κείνοι,| όντα προυκιό τση κορασάς ήταν η προκοσύνη Πανώρ. Ε΄ 246· όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε, το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ταχυτέρου, όντε ξημερώνει, άμε ομπροστάς του βασιλέως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 425· όλ’ η αρμάτα ν’ ακλουθά, όντα θα πολεμήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4178. 2) (Με το σχήμα ήθελα + απαρέμφ. ή υποτ. για να εκφραστεί κάτι το δυνατό ή ενδεχόμενο στο παρελθόν): Όντε γυρέψειν ήθελα να πάρω την τιμή σου| η γης ας ήθελε σκιστεί ζιμιό να με ρουφήξει Πανώρ. Β΄ 325· λιγοθυμνιές μού δίδουσι και πόνοι του θανάτου,| οντά ’θελα συλλογισθεί το τέλος του πραγμάτου.| Τι ’γίνης, το παιδάκι μου, η φρόνιμή μου κόρη Μαρκάδ. 380· εγνώριζε πάσα χριστιανός το πατριαρχείον, όταν ήθελεν ιδεί τον σταυρόν Ιστ. πατρ. 17815. 3) α) (Για να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που, όσες φορές: Ώχου, τ’ αδέρφια όνδες μαζώνονδαι, Θε μου, χαρά οπού ’ναι Εβρ. ελεγ. 162· πρίκα δεν είναι πάλι,| σαν όντε δυο χωρίζουνται πὄχου φιλιά μεγάλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 258· (εδώ με οριστ. αορ. και το να πλεοναστικά): όντα νἄππεσεν ο ρήγας να κοιμηθεί, αγγάλιζεν το αυτόν αποκάμισον και εκοιμάτον Μαχ. 11419· άντα νάρταν τα ξύλα της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας, και ούλης της Δύσης, εύρισκαν τας σπετζίας Μαχ. 8026· άντα να χωρίστησαν ο υιός ή κόρη να αρμαστείν, επλέρωννεν πασαείς το μερτικόν του Μαχ. 836· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Πάσα όντας είναι αρχιμενιά, τέσσερις λίτρες παίρνεις| και φαίνεταί μου αληθινά και το πετσί μου γδέρνεις Στάθ. (Martini) Α΄ 179· άλλα πολλά εκάνασι (ενν. οι Ρωμιοί) κάθα όταν είχαν έβγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5323· όποιος τιμά την αγία Κυριακή, τον Κύριον τιμά, ωσάν και τση Παναγίας Θεοτόκου να τιμά, κάθα όντεν είναι και σκολάξει την εορτήν της, τιμά την Θεοτόκον Αποκ. Θεοτ. II 146. 4) (Σε διηγήσεις για να δηλωθεί κ. το αιφνίδιο και απροσδόκητο) και τότε, τότε όμως (Βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 282, ΙΙΖ΄): δεν ξεύρει πού να δώσει (ενν. η Αρετούσα)| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει,| όντες θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 65· θέλου να μπούνε σ’ ορδινιά (ενν. οι αφεντόπουλοι), γιατί άλλοι δεν ελείπα,| όντε γροικούν από μακρά σα βούκινο κι εκτύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 582. ΄Εκφρ. Απάνω όταν, όνταν, όντε, όντεν, βλ. επάνω (I) Β΄.
       
  • ουρά (I) 
    η, Διγ. (Trapp) Gr. 1133, Διγ. Z 2834, Βέλθ. 301, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 321, Γαδ. διήγ. (Pochert) 170, Πεντ. Έξ. XXIX 22, Δευτ. XXVIII 13, κ.α.· νορά, Λεξ. Μακεδ. 32· νουρά, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 124 τρις, 129· ορά, Ζήνου, Βατραχ. 145, Αχιλλ. L 810, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 337 κ.α., Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Αποκάλ. Ιω. θ΄ 10, κ.α.· ορέα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1102· ούρα, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 139 (αιτιατ. ‑ην).
    Το αρχ. ουσ. ουρά. Οι τ. νορά, νουρά από τη συνεκφ. της αιτιατ. εν. του άρθρου και των ορά, ουρά αντίστοιχα (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 411)· ο τ. νουρά στο Meursius και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.). Ο τ. ορά στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ 212, Δ΄ 482, Μουσούρης, Γλωσσάρ. Ιθάκ. 40)· για το σχηματ. του τ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 411. Για τον τ. ορέα βλ. Καραγιάννη, Διγενής 110-1· πβ. τ. οριά στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. S΄ 183, Καραγιάννη, Διγενής 110-1). Ο τ. ούρα από μετρ. αν., αν δεν πρόκειται για σχηματ. ανάλογο με τα θηλ. μεγεθ. σε ‑α (Πβ. Μηνάς, Μορφολ. μεγεθ. 41-8). Η λ. και σήμ.
    1) α) Ουρά ζώου: Διγ. Άνδρ. 34610, Σπανός (Eideneier) D 1070· ο Σαψών έκαμε κυνήγι και πιάνει αλεπούδες ζωντανές και ανάφτει κερία και δένει τα εις τες ορές τους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 182r· λείχοντα την ούρην σου (ενν. συ ποντικέ) κοιλίαν σου χορταίνεις Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 140· φρ. κρύπτω την ουρά εις τα σκέλη = υποχωρώ νικημένος: ο Μπατοργάμπορος αρχίνισε να φύγει (παραλ. 1 στ.) έπεσεν η μπερέττα του, έπεσαν τα φτερά του,| σαν σκύλος εις τα σκέλη του έκρυψε την ουρά του Ιστ. Βλαχ. 324· β) (προκ. για ψάρι): ψάριν με δύο νουράδες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· γ) (προκ. για πτηνό): τα πουλία γαρ τοιαύτα| εκ μακρόθεν η ουρά τους| διχαλή και τεθλασμένη Πτωχολ. α 813· δ) (προκ. για έντομο): Οι μέλισσες έχουν το μέλιν εις το στόμα και το σφηκούντριν εις την νουράν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Σκορπίε, … ος έχεις το στόμαν ίσον και την ουράν στραβήν Σταφ., Ιατροσ. 10278· ε) (προκ. για ερπετό): Οπού κόπτει την οράν του φιδίου, ήγουν δακώνει τον Άνθ. χαρ. 3013. 2) (Μεταφ.) το μέρος πίσω από κ.: επολομούσαν (ενν. οι Ρωμάνοι) του (ενν. του νικητή της μάχης) τρεις τιμές … Η δεύτερη τιμή ήτον ότι εφέρναν τον απάνω εις ένα αμάξιν … ως την μέσην του Καμπουδόλιου. Η τρίτη τιμή ήτον και ούλοι οι σκλάβοι και ούλα τα καμωμιά τά ήθελεν πιάσειν ήτον δημμένα εις την νουράν τούτου του αμαξιού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 140. 3) (Μεταφ.) εξουσιαζόμενος: αυτός να σου δανείσει και εσύ να μη του δανείσεις, αυτός να είναι για κεφάλι και εσύ να είσαι για ουρά Πεντ. Δευτ. XXVIII 44. Ο τ. Ορά και ως τόπων. (Βλ. και Τσοπ., Ελλην. 13, 1954, 193): Πορτολ. A 25028, 29.
       
  • ουρανός  
    ο, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 103, 116, 511, Φλώρ. 641, Λίβ. Esc. 1690, 3093, Δούκ. 22320, Απόκοπ.2 86, 92, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 43v, Κρασοπ. (Eideneier) V 3, 109, Πεντ. Γέν. II 1, Λευιτ. XXVI 19, Δευτ. I 10, Πανώρ. Πρόλ. 27, Β΄ 430, Γ΄ 573, Δ΄ 489, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 439, 498, Δ΄ 466, Ε΄ 146, Πιστ. βοσκ. I 4, 176, III 3, 184, 7, 4, 24, Βοσκοπ.2 145, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 45, 83, 333, Β΄ 357, 1164, Γ΄ 115, 1524, Δ΄ 1672, Στάθ. (Martini) Α΄ 263, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 730, Β΄ 98, Γ΄ 366, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 168, Ε΄ 247, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1908, 19210, 44817, 5525, κ.π.α.· ορανός, Πεντ. Γέν. II 19, VIII 2, XI 4, XIV 19, Έξ. IX 8, 22, XVI 4, 10, Δευτ. I 28, Πανώρ. Α΄ 143, 324, Β΄ 480, Γ΄ 80, Δ΄ 279, Πιστ. βοσκ. I 1, 231, 2, 379, II 2, 45, Θυσ.2 28, 638, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 14, Γ΄ 508, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 60, Ιντ. β΄ 62, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 209, Γ΄ 127, Δ΄ 104, κ.α.
    Το αρχ. ουσ. ουρανός. Για τον τ., που απ. και σήμ. στην Κρήτη, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 232, Αναγνωστόπουλος, Αθ. 38, 1926, 156, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. S΄ 183, λ. ορανίτα. Η λ. και σήμ.
    1) α) Ο ουράνιος θόλος, το στερέωμα, ο ουρανός: Περί ξεν. A 193, Ριμ. κόρ. 598, Πεντ. Γέν. I 1, Πανώρ. Δ΄ 123, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 354· να πληθύνω τη σπορά σου σαν τα άστρα ορανού Πεντ. Γέν. XXVI 4· Γης, σκίσου, ρούφηξέ με| γή, εσύ οσανέ, το σήμερο πέσε και πλάκωσέ με Πανώρ. Ε΄ 204· (σε πληθ.· πβ. 1α1) Ω κρουσταλλένιοι μου ουρανοί, πλανήτες, τώρα ελάτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20813· ανέν κι απάνω ’ς τσ’ ορανούς εμπόρου να πετάξου,| με δίχως φόβο το ’κανα γι’ αγάπη σου, σου τάσσω Πανώρ. Γ΄ 485· εκφρ. (1) ακτίνα τ’ ουρανού = προκ. για τον ήλιο: Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη| απού με τη φωτιά σου τη μεγάλη| σ’ όλη χαρίζεις φως την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 711· (2) άπλωμα του ορανού, βλ. άπλωμα 1 φρ.·αποκατωθιό τον ορανό ή τους ορανούς = σε ολόκληρη τη γη, (από) παντού, εντελώς: να δώσει (ενν. ο Θεός) τους βασιλιούς τους εις το χέρι σου και να χάσεις το όνομά τους αποκατωθιό τον ορανό Πεντ. Δευτ. VII 24· λειωμό να λειώσω την αναφορά του Αμαλέκ αποκατωθιό τους ουρανούς Πεντ. Έξ. XVII 14· (3) στρατιά του ορανού = τα ουράνια σώματα: πρόσποτε να σηκώσεις τα μάτια σου εις τον ορανό και να δγεις τον ήλιο και το φεγγάρι και τα άστρη, παν στρατιά του ορανού, και να κουντηθείς και να προσκυνήσεις αυτά Πεντ. Δευτ. IV 19· α1) (ειδικότερα, κατά τη μεσν. αντίληψη) η διαφανής ουράνια σφαίρα που κάλυπτε τη Γη και γύριζε γύρω της, πάνω στην οποία ήταν στερεωμένα τα άστρα ή καθεμιά από περισσότερες (επτά, οκτώ ή δώδεκα) επάλληλες τέτοιες σφαίρες (Πβ. Αλεξ. Στ., ΕΕΦΣΠΚ 3, 1986, 269-70, καθώς και Somav., λ. ουρανός: «κατάστιχον των δώδεκα ουρανών»): ο ουρανός γυρίζει| κι η γης στο κέντρον στέκεται, τον κόσμον συστολίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [341]· ο ουρανός, λέγουν, είναι στρογγυλός και η γης στέκει εις την μέσην ανάμεσα του ηλίου και του φεγγαρίου …, και όταν γυρίζει ο ήλιος και έλθει εις τούτον τον κόσμον οπού ηβλέπομεν ημείς, τότες κάνει την ημέραν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 49v· ο ουρανός τον κύκλο ντου σήμερο ας τονε στέσει Πανώρ. Δ΄ 124· Ω! του μεγάλου μας θεού, του Ζευ η θυγατέρα (ενν. η Άρτεμη ως θεότητα της σελήνης),| ω! του Ηλίου αδελφή …,| οπ’ οχ τον πρώτον ουρανόν τον κόσμον τριγυρίζεις| κι ως δεύτερος Απόλλωνος λάμπεις και μας φωτίζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [309]· Θεά μου (ενν. η Αφροδίτη), απού στον ουρανό τον τρίτο κατοικίζεις Πανώρ. Δ΄ 277· Εγώ ’μαι εκείνος ο θεός που Άρη μ’ ονομάζου (παραλ. 1 στ.) και στέκω απάνω ’ς τσ’ ορανούς, κι έχω αποκατωθιό μου| την Αφροδίτη, τον Ερμή κι Ήλιο τον αδερφό μου,| κι άστρο μ’ ονοματίζουσι της θλίψης, του πολέμου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 7· β) (σε προσωποπ.): Φρίξε, ουρανέ, και στέναξε θλίψη γι’ αυτούς να δείξεις| και κλάψε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1733· γ) (προκ. για ζωγραφική παράσταση του ουρανού): Είχεν εκείνο το κελίν —αλλά και πώς εκφράσω;— (παραλ. 3 στ.), αλλ’ είχεν στέγην ουρανόν και των αστέρων δρόμους Καλλίμ. 423· δ) (σε όρκο· για τη χρ. πβ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 386): Μά τον ουρανόν, και εγώ δεν είδα το πλέον ασχημότερον ζώον από τ’ εσένα Μπερτόλδος 60· Μά τ’ άστρη, μά τον ουρανό, μ’ Ανατολή και Δύση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1621· Μά τ’ άστρη, μά τον ουρανόν,| μά τον αφέντη τον Χριστόν Ch. pop. 547. 2) (Προκ. για κ. με το σχήμα του ουράνιου θόλου) α) θολωτή οροφή: οι κλάδοι των δένδρων ανακατώνουνταν απ’ αλλήλων, των δε φύλλων αι συμπλοκαί έκαμνον επάνωθεν ουρανόν Διγ. Άνδρ. 39814· β) θολοειδές υφασμάτινο επιστέγασμα επίπλου (λ.χ. θρόνου ή κλίνης, εδώ προκ. για Αγία Τράπεζα· πβ. Du Cange, λ. ουρανός, καθώς και παραπάνω ά. ουράνισμα): άνωθεν δε της Αγίας Τραπέζης κρέμαται ο ουρανός εκ χρυσοϋφάντου πέπλου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 157. 3) α) Ο αέρας επάνω από τη γη, η ατμόσφαιρα: Γαδ. διήγ. (Pochert) 100, Απόκοπ.2 112, Διακρούσ. 8910, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 94· πετούμενο του ορανού Πεντ. Γέν. II 19· (σε πληθ.) σαν όντε θα χιονίσει| και θαμπωθούν οι ουρανοί σ’ Ανατολή και Δύση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 62· β) (σε μεταφ.) β1) (προκ. για υπερβολική ευτυχία· πβ. φρ. 1): τα πράγματα ένι του κόσμου πλάνη| και βάνουσιν τον άνθρωπον απέσω και πλανούν τον (παραλ. 1 στ.), πτερά τον δίδουν και πετά στους ουρανούς απάνω·| και όσον τον ψηλώσασιν, διπλά τον ατιμώνουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 208· β2) (προκ. για υπερβολική αλαζονεία· πβ. φρ. 2): Γυρεύεις τση περηφανειάς να ’χεις φτερά, να πηαίνεις| στον ουρανό, και παραμπρός κιόλας, α θες, να μπαίνεις; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 82. 4) Ο ουρανός ή οι ουρανοί (βλ. παραπάνω σημασ. 1α1) ως παράγοντες που επηρεάζουν, με την κίνησή τους και τη θέση των άστρων επάνω τους, τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του πεπρωμένου των ανθρώπων (Βλ. και Αλεξ. Στ., ΕΕΦΣΠΚ 3, 1986, 269-70): Σε λύπες κι εις οδύνες| … πως μασε ρίχνου| στον ουρανό οι πλανήτες μασε δείχνου Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. β΄ 5· των αστρώ τ’ απόκρυφα κατέχεις| και με το νου σου εις τσ’ ουρανούς επά κι εκεί ξετρέχεις,| και ξεύρει είντα ριζικό πασακανείς θέλει έχει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 98· γραμμένον είναι ’ς τσ’ ουρανούς χρόνους πολλούς να ζείτε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 97· Ό,τι κι α σου ’πα, ήξερε, του ριζικού είν’ δοσμένο| κι εις τα βιβλία του ορανού είναι χρυσά γραμμένο Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 130. 5) Ο τόπος κατοικίας των θεών: Ερμον. Α 242, Γύπ. Πρόλ. Διός 58· ο Ζευς απού τον ορανό φωτιά ας μου ’χε ρίξει Πανώρ. Β΄ 328· (σε πληθ.) αν το μάθει ο βασιλιός, ξεύρε, πως δε μπορούσι| μηδ’ όσοι στέκου ’ς τσ’ ουρανούς βοηθοί σας να γενούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 36· βάνω| όρκο και μάρτυρα το Ζευ, που ’ς στ’ ορανούς απάνω| βρίσκεται η επαρχία του κι εκεί ’ναι η κατοικιά του Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 337. 6) α) (Συν. στον πληθ.) το άπειρο διάστημα ως νοητή κατοικία του Θεού, των αγγέλων και των δικαίων μετά το θάνατό τους, ο παράδεισος: Οπού θυμάται θάνατον εκείνος κυριεύει,| τα γήινα καταφρονεί και ουρανόν γυρεύει Ιστ. Βλαχ. 1350· ήρθε (ενν. ο Χριστός) κι εκρούσεψε ζιμιό τον Άδη … (παραλ. 1 στ.) και νικητής εγύρισε …| στους ουρανούς, και στέκεται πάσ’ ώρα δοξασμένος Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 18· όσοι των εκούσασιν την υμνωδίαν τήν είχεν| … και την γλυκύτητά του| έλεγαν να ’ναι άγγελος από τους ουρανούς απάνω Απολλών. 226· Μα ανισωστάς και βρεθεί πάλι η ψυχή να είναι καθαρά και αναμάρτητος, τότες έρχεται με χαρά μεγάλη εις τους ορανούς και συναπαντούσιν τη οι γιάγγελοι, … και παίρνουν τη ως εις τον δεσποτικόν θρόνον, ογιά να προσκυνήσει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Αποκ. Θεοτ. II 57· (ως πηγή χάριτος, ευλογίας) Περί βαπτιζομένων ανθρώπων, ότι οι ουρανοί είναι ανοιγμένοι και των αβαπτίστων είναι κεκλεισμένοι Βακτ. αρχιερ. 138· Μέγα τι πράμα είναι και η προσευχή. Ανοίγει τους ουρανούς Πηγά, Χρυσοπ. 278 (7)· εκφρ. (1) η βασιλεία των ουρανών, το βασίλειον του ουρανού = η βασιλεία του Θεού· ο παράδεισος: χρεωστούμεν καθ’ ημέραν να μετανοούμεν, καθ’ εκάστην ημέραν να ετοιμαζόμεστεν, διά να τύχωμεν και της βασιλείας των ουρανών Διήγ. πανωφ. 61· Πόλη μου, το βασίλειον του ουρανού ομοιάζεις,| και πάλιν με την κλήραν σου ταιριάζεις των αγγέλων Θρ. Κων/π. B 54· (2) επίγειος ουρανός = προκ. για πάνσεπτο και περικαλλή ιερό ναό: η επ’ ονόματι του Θεού Λόγου κτισθείσα Σοφία, ο επίγειος ουρανός, η νέα Σιών Έκθ. χρον. 164· Εκ τούτων των παραθυρίδων πέμπεται μέσα εις την εκκλησίαν φως πολύ, το οποίον την κάνει λαμπροτέραν … και ως έναν άλλον επίγειον ουρανόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 160· β1) (προκ. για τη Θεοτόκο): Υψηλοτέρα ουρανών, ασύγκριτε αγγέλων Θρ. αλ. 47· αγγέλων και των ουρανών δέσποινα και κυρία Σκλέντζα, Ποιήμ. 75· την πλατυτέρα ουρανών …| Ω Δέσποινα του ουρανού, της γης και της θαλάσσης Αλφ. 746, 47· β2) (αλληγορικά) σαρκοφόρος δι’ εμέ γεγονώς, πλαστουργέ μου,| την μητέραν την άχραντον ουρανόν απειργάσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1818· γ) (σε μεταφ. προκ. για υπερβολική ευτυχία· πβ. φρ. 8): χέρα που επιάσε το κλειδί και μ’ όλο το σκοτίδι| ήνοιξε τον Παράδεισο και τσ’ ουρανούς μού δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1498. 7) (Συνεκδ.) το θείο, ο θεός: Τον ουρανό παρακαλώ βοήθεια να σου δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 83· αμνόγω σου στον ουρανό, σ’ εκείνον οπού ορίζει| την κτίση Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 75· Ο ουρανός να σε φυλάξει και να σε πολυχρονά, ω γαληνότατε βασιλέα Μπερτολδίνος 105· (σε πληθ.) Φίλε, την πρίκα ξόρισε, τα ανακατώματά σου| τα στείλασιν οι ουρανοί, για να βγου εισέ χαρά σου Στάθ. (Martini) Γ΄ 282. Φρ. 1) Αγγίζω με την κορφή στον ουρανό, πετώ ’ς τσ’ ουρανούς = είμαι καλότυχος, χαρούμενος, ευτυχισμένος: όσο πλια τονε θωρρείς (ενν. τον άνθρωπο) στα ύψη πως καθίζει| τση τύχης και με την κορφή στον ουρανό πως ’γγίζει| τόσο θα γδέχεσαι να δεις πεσμένη την τιμή του Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 570· Ω βασιλιέ κακότυχε … (παραλ. 1 στ.), σήμερο επέτας ’ς τσ’ ουρανούς κι έβανες εις το νου σου| χαρές και καλοριζικιές εσέ και του παιδιού σου,| κι εσένα πρίκες σ’ ηύρασι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 655. 2) Αγγίζω στον ουρανό = κατέχομαι από αλαζονεία: στολισμένος με χρυσό διάδημα τώρα αρχίζει| να ’ναι πολλά περήφανος, στον ουρανό ν’ αγγίζει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 276. 3) Ανεβάζω κάπ. στον ουρανό = τιμώ κάπ. υπερβολικά, εξυψώνω: ο κόσμος τσι τιμά (ενν. τους πλούσους) και τσ’ ατυχιές τως κράζει| χάρες, κι εκείνο απού μισά στον ουρανό ανεβάζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 328. 4) Ανεβάζω το νουν κάπ. εις τσ’ ουρανούς = «αναπτερώνω» τις ελπίδες, εξάπτω τις φιλοδοξίες κάπ.: αντίς τά θάρρειε (ενν. η τύχη) κι άλπιζε κι έδειχνε κι έτασσέ μου| κι εις τσ’ ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,| μου κτίζει πύργους στο γιαλό Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 74. 5) Ανοίγουν ή ανοίγονται οι καταρράκτες του ουρανού = προκ. για νεροποντή (βλ. ά. καταρράκτης· πβ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 30): Πεντ. Γέν. VII 11, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 86, κριτ. υπ. 6) Κατεβάζω τον ουρανό με τ’ άστρα, βλ. κατεβάζω Φρ. 2. 7) Πετώ στου ουρανού τα ύψη = δείχνω επιπολαιότητα: Εσείς (ενν. κουζουλοκοπελιές) πετάτε σήμερο στου ορανού τα ύψη,| αμ’ έρθει θέλει και καιρός η ομορφιά να λείψει Πανώρ. Δ΄ 65. 8) Υψώνω κάπ. εις τον ουρανόν, ψηλώνω κάπ. εις τσ’ ορανούς = καθιστώ κάπ. υπερβολικά (συν. όμως απατηλά) ευτυχή: τα πράγματα του κόσμου πλάνος είνιαι| και βάνουσιν τον άνθρωπον, απέσω και πλανούν τον·| υψώνουν τον εις τον ουρανόν και θέτουν τον εις τα νέφη (παραλ. 1 στ.)· ωσάν τον εψηλώσασι, διπλούν τον εντροπιάζουν Σαχλ., Αφήγ. 422· Εμάκρυνε (ενν. η ποθητή μου) τσι μέρες μου, …| και απού τον Άδη εις τσ’ ορανούς σήμερο με ψηλώνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 516.
       
  • οψαρεύω·  
    ψαρεύγω, Μαχ. 27021· ψαρεύω, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 171, Προσκυν. Κουτλ. 390, 14611, Προσκυν. Αγ. Αθ. 6 1827, Προσκυν. α′ 1234, 9.
    Από το ουσ. οψάριον και την κατάλ. ‑εύω. Ο τ. ψαρεύγω στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 356, Σακ., Κυπρ. Β΄ 869, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ψάρι(ν)). Ο τ. ψαρεύω στο Meursius (λ. ψαρεύειν) και σήμ. Τ. ψαρεύκω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 869). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ίδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    Α´ (Αμτβ. και μτβ.) ψαρεύω: Μέσα σ’ αυτήν (ενν. τη βάρκα) εμπήκασιν (ενν. ο γάδαρος, ο λύκος και η αλουπού), όχι για να ψαρέψουν,| μα πέρα στην Ανατολήν να παν να ταξιδέψουν Γαδ. διήγ. (Pochert) 94α· εκράτουν εις το χέρι μου καλάμι με τ’ αγκίστρι| και ψάρευα του ποταμού τα ψάρια Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [978]. Β´ (Μτβ.) (Μεταφ.) παρασύρω κάπ. με δόλιο τρόπο σε σφάλμα: να τον παγιδέψουν (ενν. τον Ιησού) εις κανένα λόγον ή ψαρέψουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ιβ΄ 13 σχόλ. Φρ. 1) Ψαρεύγω εις τα βουνιά/στα δάσητα = κοπιάζω μάταια, ματαιοπονώ: οπού τα δάκρυα τους ψηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,| τ’ αγρίμια ’ς λίμνην κυνηγά κι εις τα βουνιά ψαρεύγει Απόκοπ.2 264· ποτέ κιανένα| δε θέλω γι’ άντρα μου ποσώς κι όποιος κι α με γυρεύγει| για τέτοιο πράμ’ απού μου λες στα δάσητα ψαρεύγει Πανώρ. Γ΄ 526. 2) Ψαρεύω εις πληθότητα = πληθαίνω όπως τα ψάρια, υπέρμετρα: ο άγγελος οπού ξαγοράζει εμέν από πάσα κακό να βλογήσει τα παιδιά και να κραχτεί εις αυτουνούς το όνομά μου και το όνομα των γονεών μου Αβραάμ και Ιτσχάκ και να ψαρέψουν εις πληθότητα μεσοθιό την ηγή Πεντ. Γέν. XLVIII 16.
       
  • παζάρι(ο)ν  
    το, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319v, Λούκαρ., Διάλογ. 225· παζάρι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121 χφ Ζ κριτ. υπ., Γαδ. διήγ. (Pochert) 4b, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1399], Συναξ. γυν. 603, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 393, Αρσ., Κόπ. διατρ. [72], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122, 125, Βίος Δημ. Μοσχ. 311, Σταυριν. 480, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 33v, 166r, Βακτ. αρχιερ. 143, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, 241, Πτωχολ. B 81, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 286, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ζ΄ 4, Hagia Sophia ω 5146, ν 5461, Νομοκριτ. 73, κ.α.· παζάριν, Σαχλ., Αφήγ. 866 (έκδ. παζαρευόσουν· διορθώσ.· βλ. παζαρεύω), Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 600.
    Το τουρκ. pazar. Ο τ. παζάρι στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον), σε έγγρ. του 18. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 349, 468), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 725, Κλ. Α΄ 733, Β΄ 669, 873, Γ΄ 538 και σήμ. Ο τ. παζάριν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον).
    1) α) Τόπος αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αγορά, παζάρι: τα δε αβγά πουλιούνται εις το παζάρι Rechenb. 431· επήγαμε και εις το Πορτάτο, εις το παζάρι των καλογέρων, και εκάμαμεν σεριάνι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38r· έξελθε ταχέως … εις τας πλατείας … και εις τους φόρους και εις τα παζάρια της χώρας Πηγά, Χρυσοπ. 220 (30) β) (προκ. για αγοραπωλησία σκλάβων): δεμένον εκ τραχήλου| τον επήγαν στο παζάρι| ωσάν σκλάβον, ωσάν δούλον,| κι άρχισαν και διαλαλούσαν| πως πουλούν εις το παζάρι| ένα γέρο γεροντάκη Πτωχολ. B 35, 38· Χαράτσι όταν δεν έχουσι να πληρώσουν,| τα πουνιά παιδιά τους θέλουν να δώσουν (παραλ. 1 στ.), κι έρχονται στο παζάρι και τα πωλούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1404· γ) (προκ. για μίσθωση εργατών): εστέκουνταν εις το παζάρι χωρίς δουλεία Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κ΄ 3· δ) (συνεκδ.) οικήματα, μαγαζιά της αγοράς: οπίσω εκατέβην ο ποταμός της Λεμεσού … και επήρεν τα σπιτία του Βαθυμπέρτου … και το παζάρι τα χανουτία τους Τούρκους και τα μαγαζένια και το Καστέλλι έχωσε το ήμισο Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄. 2) α) Διαπραγμάτευση της τιμής αγοράς ή των όρων αγοραπωλησίας ενός πράγματος ή ανθρώπου, παζάρεμα: έως να κάμουν του σπιτίου το παζάρι ανέμεινεν πάσα χρόνον Διήγ. Αγ. Σοφ. 14937· είπε τους ο βασιλέας:| «Σύρετε αγοράσετέ τον (ενν. το γέρο)»!| Τότε πάσι στον υιόν του| να ποιήσουν το παζάρι (παραλ. 2 στ.). Λέγει τους ο υιός του γέρου (παραλ. 1 στ.): «Πέντε χιλιάδες γρόσια| δότε, αγοράσετέ τον».| Κι είπανε οι μεγιστάνοι:| «Σαν πολλά ’ναι! Συ, καλέ μου,| σε πολλή τιμή τον λέγεις·| μόν’ κατέβασέ τον λίγο»! Πτωχολ. A 67· β) (προκ. για αγοραίο έρωτα): σκολάζω με πολιτικές, μαζώνω και γαμούν τες,| και φέρνουν εις το σπίτι μας και κάμνουν το παζάρι Σαχλ., Αφήγ. 871· πέντε μεγάλες πολιτικές εμείναν μετ’ εκείνην,| παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816· γ) εμπορική συναλλαγή· πώληση: τόσον πανί επέμεινεν από το δεύτερον παζάρι Rechenb. 8417. — Βλ. και λ. μπιτ παζάρι.
       
  • παίζω,  
    Προδρ. (Eideneier) I 11, 15, Ασσίζ. 1227, Διγ. (Trapp) Gr. 122, Διγ. Z 1156, Βέλθ. 127, 698, Λίβ. P 518, Λίβ. (Lamb.) N 655, 795, Λίβ. N 1130, Αχιλλ. L 274, Αχιλλ. (Smith) O 180, Μαχ. 1769, 2701, 4621, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 329, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Διγ. Άνδρ. 3771, Πεντ. Γέν. XXI 9, Αχέλ. 12, 737, Κυπρ. ερωτ. 1516, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 515, Β΄ 665, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 336, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 270, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15916, 2153, 28524, 39619, κ.π.α.
    Το αρχ. παίζω. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίζω α) παιγνίδι: Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1047], Γ΄ [56]· (προκ. για βιτάλι· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 164): καβαλικεύω το ραβδίν και παίζω το βιτάλιν; Προδρ. (Eideneier) II 26-13 χφ Η κριτ. υπ.· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): να φέρουν (ενν. οι Τούρκοι) το κεφάλι του (ενν. του γενεράλε) έμπροσθεν του βιζίρη| και μπάλα να το παίξουνε του διπλοκακομοίρη! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52516· β) (με την πρόθ. μετά + αιτιατ.): όταν ποιήσουν νεοσσούς (ενν. οι πελεκάνοι), η θηλυκή καθέζει| και βλέπει τα πουλία της και παίζει μετ’ εκείνα Φυσιολ. (Legr.) 791. 2) (Προκ. για άθλημα ή αγώνισμα) συμμετέχω, παίρνω μέρος: Ρέντες και τζούστρες έπαιξα, κανείς ου νίκησέ με Ιμπ. 772· εκεί να ίδεις τον Χορδόν μετά του Παντολέοντος,| πώς κουρταλίζουν εύνοστα και παίζουν και τους πύξους Προδρ. (Eideneier) IV 368· Εκεί να ιδείς παιζόμενον ένδον το σφαιροδρόμιν Προδρ. (Eideneier) IV 366· Οι δε άρχοντες … παίζουσι το τσουγκάνιον Διαθ. Νίκωνος 2251· αφόν εφάγαν (ενν. οι καβαλλάρηδες), εκατέβησαν εις την αρχιεπισκοπήν και επαίζαν την τζάκραν Βουστρ. 430. 3) α) Ερωτοτροπώ: Καλλίμ. 949, 2089· β) συμμετέχω σε ερωτικά παιγνίδια: έλεγόν μου να παίξω με γυναίκας και δεν τως άκουα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 138. 4) α) Παίζω τυχερό παιγνίδι: Περί επισκόπου και των άλλων του κλήρου, οπού να παίζουν χαρτία ή να μεθούν Μαλαξός, Νομοκ. 190 τίτλ.· συμβουλεύω σε τα ζάρια να μη παίζεις| και μετ’ αυτά τα χέρια σου ποτέ να μη τα πιάσεις Σαχλ. N 108· μετά των αρχόντων παίζων ζάρια (ενν. ο πρωτοβεστιάριος) Έκθ. χρον. 284· οπού παίζει τα χαρτιά με τούτον κείνον ’μάδι,| πότε τον βλέπεις κι έν’ πτωχός και πότε έναι ρημάδι Δεφ., Λόγ. 95· Ανάμεσά τους μοίρασαν τα ρούχα τα δικά μου,| τα ζάρια επαίξασιν διά την φορεσιάν μου Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· β) διακινδυνεύω κ. σε τυχερό παιγνίδι: όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· Έπαιξες και τα ρούχα σου και εχάσες τα εις το αζάριν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121· όταν δεν έχει ο ζαριστής, τα ρούχα του ’μαχεύγει,| και παίζει τα και χριώνεται κι από την χώραν φεύγει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 135. 5) Παίζω μουσικό όργανο: Λίβ. P 1050, Απολλών. 223, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1017, Βοσκοπ.2 445· (εδώ προκ. για καμπάνα): εις τες μαντίνες το πωρνόν επαίξαν την καμπάνα Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 341· φρ. παίζω τρουμπέτες της νίκης = (σε στρατιωτική χρ.) σαλπίζω νικητήριο σάλπισμα: Τα κούρση όλα ήφερε (ενν. ο Γιλδάσης) στο Κάστρο κι έδειξέ μας·| τρουμπέτες, όταν έμπαινε, της νίκης έπαιξέ μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23810. 6) α) (Με αντικ. τη λ. μουσική): Οι μεν να παίζουν μουσικήν και άλλοι να παίζουν λύραν Λίβ. Esc. 931· β) (σε στρατιωτική χρ., με υποκ. μουσικό όργανο) δίνω (μουσικό) παράγγελμα: Εβράδιασε κι οι σάλπιγγες επαίξα να σκολάσου,| οι σκοτωμοί να πάψουσι για τότες, να περάσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1193· το τρουμπέτι έπαιξεν στρέμμαν Μαχ. 6624· (εδώ μεταφ.) Παίξετε θλιβερότατα, σάλπιγγες τους καημούς μας Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 383. 7) α) Χειρίζομαι όπλο· πυροβολώ: οι καβαλάροι τω Φραγκώ με τ’ άλογα γλακούσα,| κι επαίζα τ’ αρκομπούζα τως και των Τουρκώ κτυπούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20222· τα μουράγια ν’ άφτουσι, να ρίχνουσι μορτάρια,| να παίζουν οι γιανίτσαροι τουφέκια και δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2844· ετρέχασι με πόλεμο τότες να μπούνε μέσα (παραλ. 1 στ.). Να παίζου κόρδες και σπαθιά, δοξάρια και μοσκέτα,| λουμπάρδες, μπόμπες ν’ άφτουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2927· να παίζου τότες τουφεκιές (ενν. οι χριστιανοί) και λουμπαρδιές να σύρου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15224· (εδώ πρόκ. για το τόξο του Έρωτα): πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· (εδώ προκ. για σκριμίδα μεταφ.): ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Καλά το λέγεις, μα όντας δεις καλή γουλιά στο πιάτο| να θα την πιάσω, το ζιμιό μου λέγεις: «Άσ’ την κάτω!»| ΜΠΡΑΒΟΣ: Να ξέρεις πως κι εκεί καλά κατέχω τη σκριμίδα.| ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Να τηνε παίζει πλια κολλά ποτέ μου άλλο δεν είδα Στάθ. (Martini) Α΄ 124· (εδώ μεταφ.): τ’ αστραποβροντίσματα το νέφαλο ας παίξει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55125· β) (με την πρόθ. με + αιτιατ.): έπαιξεν (ενν. ο παχιάς) τόσον δυνατά με την αντελλαρίαν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 266· γ) (με αντικ. τη λ. κοντάρι) παίρνω μέρος σε κονταροχτύπημα: ξένοι, δικοί να μαζωκτούν, να παίζονν τα κοντάρια Ιμπ. (Legr.) 330· Καβαλικεύει ο Λίβεστρος και παίζει το κοντάριν| μετά τους συντοπίτας του τους εκατόν τούς είχεν Λίβ. N 658· (με τη λ. κονταριές σε διάφ. τ.): να ποίσουν τον Ιμπέριον άδειαν να πολεμήσει,| να παίξουσι τες κονταριές μετά του Αλαμάνου Ιμπ. 411· Ας έλθει οπού έχει θέλημα να παίξει κονταρέας Αχιλλ. N 142· να ’ρθει να παίζει κονταρές, αν τύχει να νικήσει Ιμπ. (Legr.) 407. 8) Πολεμώ, μάχομαι με κάπ.: όπου κι αν εκατάλευκες με χίλιους η αφεντιά σου (παραλ. 1 στ.) και τ’ άλλο μέρος να ’τονε τέσσαρες, πέντε κι έξι| χιλιάδες, και να σμίγετε, να θέλετε τες παίξει,| τους ημισούς εσκότωνε πάραυτα η αφεντιά σου Κορων., Μπούας 149· Επαίζαν (ενν. οι Τούρκοι) και ακτυπούσαν της (ενν. της Αμμοχώστου) με την μεγάλην ζάλην Θρ. Κύπρ. M 726. 9) (Με υποκ. τη λ. μοίρα ή συνώνυμές της) ταλαιπωρώ, βασανίζω: το πώς παίζει τον άτυχον (ενν. η μοίρα), ωσάν παιγνιώτης λύραν Σαχλ., Αφήγ. 26· έδε και τι να ποίσεις| θέλεις ου θέλεις έκδεξαι, παίζει κι εσέν η τύχη Γλυκά, Στ. 312· (σε βυζ. παροιμ.· για το πράγμα βλ. Πολ. Ν., Παροιμ. Β΄ 456): άφες, μη τον ζηλεύεις,| η άρκος μετ’ εσέν παίζει· να παίξει και μετ’ αύτον Γλυκά, Στ. 369. 10) α) Κοροϊδεύω, περιπαίζω: Πως με γελάς και παίζεις με, το λόγιασα περίσσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [72]· κρυφογελούν τον (έκδ. κρυφογελούνται· διορθώσ.· βλ. κρυφογελώ) δε κρυφά (ενν. εκείνον οπού ψάλλει), παίζουν τον σαν κοπέλες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 222· Ζητώ τη φαμελία μου αυτείνος να μου δώσει,| αυτείνος δεν προσδέχεται να μου την παραδώσει·| και να του δώσω έταξα πράμα πολύ μεγάλο,| κι εκείνος με περηφανεί, παίζει με δίχως άλλο Αλεξ. 1312· κείνος οπού ’ρέγεται ως διά να την πηδήσει (παραλ. 11 στ.) τυφλώνει (ενν. η πολιτική) και εγδέρνει τον, παίζει τον και γελά τον Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 292· β) πειράζω, ενοχλώ: μία χήρα άπορος …| είχεν και όρνιθαν χοντρή κι ελάλιε την Καβάκαν (παραλ. 6 στ.)· … έχει κάτον η γραία,| χοντρόν κοτσάκιν κόκκινον την τρίχα μου (ενν. της αλουπούς) ομοιάζει (παραλ. 6 στ.)· θεωρεί η γραία πως έρχομαι, έχει το κάτος έναι (παραλ. 5 στ.). Εγώ καλοζυγώνω την και πιάνω την Καβάκα,| θεωρεί η γραία και λέγει με: «Την αδελφή σου παίζεις;» Συναξ. γαδ. (Pochert) 184· γ) (με τις προθ. με, μετά + αιτιατ.) αστειεύομαι με κάπ., δεν τον παίρνω στα σοβαρά: Βασιλιός αληθινός εφάνηκα ’ς καθένα,| να μην αποκοτά ποτέ να παίζει μετά μένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 256· μπορούσι να θωρούσι| κι οι άλλοι, οπού στω βασιλιώ τα σπίτια κατοικούσι,| το θάνατό του (ενν. του Πανάρετου) το σκληρό, να τρέμου σαν καλάμι| να παίζου με τσι βασιλιούς σε τέτοιο τρόπο αντάμι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 238· δ) χλευάζω, γελοιοποιώ: τα κοπέλια ευρίσκουν σε, δένουν σε με το ράμμαν| και το χωρίον γυρίζουν σε, τον θάνατόν σου παίζουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 98 χφφ ΑΖ κριτ. υπ.· να ’ρίσει ο σκύλος τα σκυλιά να με κακολογήσουν,| να παίξουσιν το στέμμα μου, να βρίσουν την τιμήν μου Ανακάλ. 51· ηθέλησε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) να παίξει το αγγελικό σχήμα των καλογήρων Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45· ε) διασκεδάζω κάπ.: να τους παίζει (ενν. η καμήλα) να γελούν, να τους παραμυθίζει Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 85. 11) α) Εξαπατώ, ξεγελώ: Ακόμη άλλην αίρεσιν έχουσιν οι τοιούτοι (παραλ. 5 στ.). Ω της απανθρωπότητος, ουαί της δυστυχίας,| πώς τους πλανά και παίζει τους εχθρός της αλήθειας Ιστ. Βλαχ. 1736· οι Τούρκοι μάς επαίζασι εκείνη την ημέρα,| το πως εγελαστήκαμε κι εβάλαμε παντιέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2223· Όλους γελάς και παίζεις τους (ενν. κόσμε δολερέ) με τα πλανέματά σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 117· β) (με υποκ. τη λ. οίνος) μεθώ, ζαλίζω: Πόσους ο οίνος έπαιξεν οι οφθαλμοί το δείχνουν Ημερολ. 16. 12) Κουνώ, σείω: Ένα δεντρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένο,| μα ’χε τις ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένο (παραλ. 1 στ.), … το ’παιζεν ο άνεμος ωσάν λιανό καλάμι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13423· συντροφιές εμπαίνασι κι επαίζαν τες παντιέρες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2454· την ουράν του (ενν. ο σκύλος) άρχισε να σείει, να την παίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1286· Κάθοντας … επάνω εις το φαρίν (ενν. ο Κωνσταντίνος) έπαιζεν μοναχός του το κοντάριν του Διγ. Άνδρ. 31913· Ο δε Βούλγαρης ήτον δυνατός …, είδεν το κορμίν του Βασιλείου, γυρίζει το και παίζει το απάνω και κάτω και κατεφρόνησέ τον Hist. imp. C 98· φρ. παίζω κοντογύρισμα = κάνω ελιγμό: απαίρω το σκουπόραβδον γοργόν από την χρείαν| παρακαλών, ευχόμενος και δυσωπών και λέγων:| «Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα και επάρει το ραβδίν μου …» Προδρ. (Eideneier) I 176. 13) (Με αντικ. τη λ. άλογο) ιππεύω: όταν σηκωθείς ποτέ από τραπέζης,| το άλογόν σου πρόσεχε ότι να μην το παίζεις (παραλ. 2 στ.), μόνον να βγαίνεις νηστικός να περιδιαβάσεις| και παίξε και το άλογον ώστε που να χορτάσεις Ιστ. Βλαχ. 2134, 2138· Στον Διγενή πάνω ’ρχουνταν (ενν. η Μαξιμίλλα) κι έπαιζεν τ’ άλογό της Διγ. O 2919. Β´ Αμτβ. 1) Παίζω: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1042], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4522, Καλλίμ. 1320· (ειρων.): ο μαρκέζης Μάντουας τον ζήτησε (ενν. τον καπετάνιο που είχε συλλάβει ο κόντες) του κόντου,| διατί του ήταν γενεά κι είχε τον ιδικόν του.| Κι ο κόντος τον εχάρισε διά όνομα μαρκέζη,| μα αν ήτον άλλος παρ’ αυτόν, του ’θελε πει να παίζει Κορων., Μπούας 11· (μεταφ.): αφότου κουρταλίσουσιν και παίξουσιν ως το έθος (ενν. τα κρομμύδια μέσα στο κακκάβι) Προδρ. (Eideneier) IV 370· (πρόκ. για πουλί) πετώ εδώ κι εκεί: Αι άλλες πάλιν ήσαν ελεύθερες εις το πέτασμα και έπαιζαν και έκαμναν κύκλους και πάλιν εκάθιζαν εις τα δένδρα Διγ. Άνδρ. 3756. 2) Χορεύω: Αλεξ. 2728, Πεντ. Έξ. XXXII 6, Διγ. Άνδρ. 4036. 3) α) Διασκεδάζω: εκεί (ενν. εις την βρύσην) παίζουσα (ενν. η κόρη) και βρέχουσα (ενν. τα ποδάρια της), παρευθύς ευρέθη ένας δράκων Διγ. Άνδρ. 37523‑4· Του Μερκουρίου δε ο νους δεν ήτον στο τραπέζι,| ούτ’ εις φαγίν ούτ’ εις ποτόν να κάθεται να παίζει Κορων., Μπούας 15· (ειρων.): Παίζεις τοιαύτα ακούων, ω ιερεύ; Έχεις νουν; ειπέ μοι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 721· β) (προκ, για στίχο) έχω διασκεδαστικό, ψυχαγωγικό περιεχόμενο: ουκ είχον ουν ο δύστηνος το τι προσαγαγείν σοι (παραλ. 2 στ.), ειμή τινάς πολιτικούς αμέτρους πάλιν στίχους,| συνεσταλμένους, παίζοντας, αλλ’ ουκ αναισχυντώντας Προδρ. (Eideneier) I 10· γ) (Προκ. για μάτια) φανερώνω παιγνιδιάρικη, εύθυμη διάθεση: τα ομμάτια του (ενν. του Ιμπέριου) ολόμαυρα χαμογελούν και παίζουν Ιμπ. 84· δ) αστειεύομαι: όσοι χριστιανοί υπάσιν εις γάμον οπού γίνεται, σεμνά και έντιμα να κάθουνται, μηδέ να χορεύουσιν μηδέ να παίζουσιν μηδέ να γελούσιν άσεμνα Νομοκριτ. 71· βάλε στρατηγόν εις ταύτα τον μαρκέζη| τον θαυμαστόν της Μάντουας, που ’ς πόλεμον δεν παίζει,| αλλά με γνώσιν και ανδρειάν δείχνει το τι αχρήζει Κορων., Μπούας 58· Τούτον τον λόγον ει μεν τις ούτως απλώς νοήσει| προς μόνον το φαινόμενον, ουδέν σπουδαίον έχει,| αλλ’ ή χυδαίον νόμιμον παιζούσης θεωρίας Γλυκά, Αναγ. 248. 4) α) Ερωτοτροπώ: Ημερολ. 66, Διγ. Άνδρ. 39618· β) επιδίδομαι σε ερωτικά παιγνίδια: Εγώ δε ωσάν εξύπνησα από τον ύπνον, επίασα και εστολίζουμουν … και εκάθουμουν και επάντεχα τον νέον να παίξομεν ως είμεσθεν συνηθισμένοι Διγ. Άνδρ. 3701· φρ. παίξε γέλασε = (εδώ) διασκέδαση με ερωτικό σύντροφο: θέτομε αγκαλιασμένοι εγώ κι εκείνη| και με το παίξε γέλασε αρχινίζει| όλη η ανατολή να κοκκινίζει Βοσκοπ.2 227. 5) α) (Προκ. για μουσικό όργανο) παράγω ήχο· εκτελώ μουσικό κομμάτι: Βιολιά να παίζου, τσίτερες, λαγούτα να λαλούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57017· άρχεψαν τα όργανα και παίξαν οι τυμπάνοι Βίος Δημ. Μοσχ. 450· β) (σε στρατιωτική χρ.) δίνω παράγγελμα: στην τριντζέρα οληνυκτίς στέκουσι κι αγρυπνούσι| όντε οι τρουμπέτες παίξουσι, στον πόλεμο να βγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19026· ευθύς τον καπετάν-πασά θωρούσι (ενν. οι Παριανοί)| και ήρχετο μέσα με όλη την αρμάδα (παραλ. 1 στ.) και οι σάλπιγγες επαίζαν και ελαλούσαν| και άλλα πολλά παιγνίδια οπού βαστούσαν Λεηλ. Παροικ. 309· όνταν έπαιξεν η τρουμπέτα τη νύκταν εκείνην της Κυριακής, εκαβαλλίκεψεν ο ρήγας και ο πρίντζης και ο κοντοστάβλης Μαχ. 36415. 6) (Προκ. για όπλο) βρίσκομαι σε χρήση: Εβρυάζασιν οι τουφεκιές κι επαίζαν τα δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38821· Πού ’σαι, Γιλδάση ευγενικέ, και πού ’ναι η κατεχιά σου ’ς τούτη τη μάχη να σταθείς, να παίξουν τ’ άρματά σου; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31312. 7) (Προκ. για τη γνώση, τη φρόνηση) ενεργοποιούμαι, λειτουργώ: μη δώσεις κακόν αντί κακού, συγκέρνα τον εχθρόν σου,| συμπαρηγού απ’ αύτον σου, η γνώσις σου ας παίξει Σπαν. (Μαυρ.) P 94· Να παίξει η φρόνεψή σου| θέλω σε τούτη τη δουλειά κι εσέ και τσ’ αδερφής σου Στάθ. (Martini) Α΄ 159· Στέκει, διαλογίζεται πώς να τους ταπεινώσει| και λέγει τότε μέσα του: «Τώρα να παίξει η γνώση» Γαδ. διήγ. (Pochert) 10η. 8) (Προκ. για άλογο) καλπάζω με ιδιαίτερη επιδεξιότητα: Ο φάρας έπαιζεν τερπνώς πάντας υπερεκπλήττων,| τους γαρ πόδας τούς τέσσαρας εις έν επισυνάγων,| καθάπερ ως εν μηχανῄ εκάθητο εκείσε,| άλλοτε δε εφαίνετο λεπτοπυκνοβαδίζων,| ως δοκείν μη περιπατείν, αλλά χαμαί πετάσθαι Διγ. (Trapp) Gr. 137· ανέβην, εκατέβηκε να παίζει το φαρίν μου Λίβ. Sc. 11ρ2· Το άλογον ήτον άγριον και επιτήδειον να παίζει Διγ. Άνδρ. 34717· IΙ. (Μέσ.) Διασκεδάζω: ήτον (ενν. ο Αίας) αφροντιστικός, ελαφρός από λόγια,| πολλά πάντα επαίζετον μετά χαράς εκείνος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2107 (Δωδώνη 8, 1979, 366). Φρ. 1) Παίζω λεβάδα, βλ. λεβάδα Φρ. 2. 2) Παίζω τα μάτια = κοιτάζω δεξιά αριστερά, προς όλες τις κατευθύνσεις: ώρες τες βάρδιες έλλασσα κι ώρες εις τη ντεστέζα| εσύρνουμου, κι αποδεκεί τα μάτια μόνο επαίζα,| κι αποδεκεί των ήσυρνα συχνιά κατά τα νάτα| πόντες, μαντρέτα, στρογγυλά, ροβέρσα, σγαλεμπράτα Στάθ. (Martini) Γ΄ 32. 3) Παίζω με το μάτι, βλ. ομμάτιον Φρ. 17. 4) Παίζω την πεζάλαν = βαδίζω, πηγαίνω με τα πόδια: ειδέ και αφήσουν με ποτέ (ενν. οι ηγούμενοι) να έκβω προς ολίγον,| ως μυλωνάς εξέρχομαι καί παίζω την πεζάλαν Προδρ. (Eideneier) IV 312. 5) Παίζω και πηδώ = εκδηλώνω έντονη χαρά: οι Τούρκοι σαν το μάθανε, χαρές πολλές αρχίζου (παραλ. 1 στ.), πως ο Γιλδάσης έφυγε και πλιο δεν πολεμάει (παραλ. 1 στ.). Επαίζαν κι επηδούσανε, πως εξελυτρωθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 30513· Κάτω παν οι γυναίκες μας … (παραλ. 1 στ.), … οι Τούρκοι τσι θωρούσι| πως στο καράβι μπαίνουσι, παίζουσι και πηδούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22510.
       
  • πανταχού,  
    επίρρ., Διγ. Z 376, 4191, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1101, Ιμπ. 887, Μαχ. 52425, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 173, Γαδ. διήγ. (Pochert) (519), Σταυριν. 1062, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57912.
    Το αρχ. επίρρ. πανταχού. Η λ. και σήμ. στην έκφρ. ο πανταχού παρών και ως ουσ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ 223, λ. παdαχού η).
    1) α) Παντού, σ’ όλα τα μέρη: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5893, Ιμπ. 279· έκφρ. τα πανταχού = προς όλες τις κατευθύνσεις, παντού: τα πανταχού ετρέξασι, τον κόσμον εξετάζουν (παραλ. 1 στ.), εμάθασιν πως έλειψεν ο Δήμος Μαρκάδ. 409· β) (μεταφ.) σε οποιαδήποτε περίσταση: εις Πέρσας, εις Σαρακηνούς, εις κούρση και εις μάχας·| εύτυχος ήτον πανταχού Διήγ. Βελ. N2 128. 2) Από παντού, απ’ όλες τις πλευρές· (εδώ μεταφ.): κατά τον νουν γαρ πάντα| τον τε άνδρα καθορώσα (ενν. η Ελένη)| δι’ αυτόν και μη παρόντα| πανταχού φυλαττόμενα Ερμον. Β 364.
       
  • παπίτσα  
    η, Ανακάλ. 82, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 234, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 72.
    Από το ουσ. πάπια και την κατάλ. ‑ίτσα. Τ. παπίτζα σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. με διαφορετική σημασ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Meursius (λ. παπίτζα) και σήμ. στην ανατολική Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
    Πάπια: όσες παπίτσες κι όρνιθες, χηνάρια κι αν βρεθούσι,| όλα σκοτώνω, πνίγω τα, να μην πολυλογούσι Γαδ. διήγ. (Pochert) 141 c· όσα ζώα τρέφονται εισέ λίμνες και ποτάμια είναι καταπολλά βλαβερόν το κρέας τους, ωσάν οι παπίτσες, χήνες και άλλα παρόμοια Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191.
       
  • παραβγαίνω,  
    Πικατ. 384.
    Από το παρεκβαίνω (βλ. λ.). Η λ. σε έγγρ. του 17. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 99), του 18. αι. (Σιγάλας, Ελλην. 3, 1930, 81) και σήμ. με διαφορετική σημασ.
    1) (Αμτβ.) βγαίνω λίγο έξω: ηθέλησε να παραβγεί, γιατ’ ήτον πρικαμένος,| κράζει τον Απολλώνιον εκείνην την ημέρα,| λέγει του ας πάμε ως εδώ να πάρω σαν αέρα Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [540]· Αβγά εγέννα δίκροκα (ενν. η όρνιθα), χοντρά παρά την φύσιν,| να παραβγεί την πόρτα της δεν ήθελε ν’ αφήσει (ενν. η χήρα) Γαδ. διήγ. (Pochert) 163 Β. 2) (Αμτβ., μτβ. και με εμπρόθ.) παρεκκλίνω ηθικά, παρανομώ, παραβαίνω, παραβιάζω: Η Εύα μού το ποίκε| κι ετάγισέ με εκ τον καρπόν· αυτείνη επαραβγήκε Πικατ. 503· Ακόμη παραβγαίνομεν και το η΄ κεφάλαιον της εν Καρθαγένῃ αγίας συνόδου Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 455· ηθέλησεν (ενν. ο Θεός) … να παραγγείλει των υιών του … ότι να μηδέν παρέβγουν από την παραγγελίαν αυτού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 355r.
       
  • παραβούνι  
    το.
    Από την πρόθ. παρά και το ουσ. βουνί. Τ. παραβούνιν σε έγγρ. του 12. αι. (Act. Ivir. II 52491). Τ. παραβουνί στο Du Cange.
    Λόφος: Δεν έδιδα ποτέ τινός από αυτό μπουκούνι,| αμ’ έσυρνα και το ’κρυβα| κοντά στο παραβούνι Γαδ. διήγ. (Pochert) 129b.
       
  • παραγεμίζω. 
    Από την πρόθ. παρά και το γεμίζω. H λ. στο Somav. και σήμ.
    Γεμίζω το κύριο φαγητό με άλλα υλικά ή καρυκεύματα: να τονε σκίσουν (ενν. το γάδαρο) στην κοιλιά, να τον παραγεμίσουν,| να τονε κάμουσι ψητόν Γαδ. διήγ. (Pochert) 295η. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = παραγεμιστός: πασπαλάδας λιπαράς και παραγεμισμένας Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 380.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης