Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- προσοχή
- η, Σπαν. A 36, Σπαν. B 38, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 135, Διγ. Z 641, Βέλθ. 436, Ωροσκ. 413, Χρον. Μορ. H 977, 1024, 2392, 7504, Φλώρ. 1314, Καναν. (Pinto) 485, Πτωχολ. α 263, Πορτολ. B 2822, Βουστρ. Μεταφρ. 255· προσεχή, Χρον. Μορ. P 1024, 2372, 2392, 7504.
Το μτγν. ουσ. προσοχή. Η λ. και σήμ.
1) α) Συγκέντρωση του νου σε κ., πνευματική προσήλωση: Ακούσων ταύτα οι αρχιερείς κι όλοι οι καβαλάροι,| επιάσαν κι αναγνώσασιν τα έγγραφα εκείνα| εξαρχής γαρ λεπτομερώς, με προσοχής μεγάλης Χρον. Μορ. H 2372· Απαύτου τον Οκτώβριον, άνθρωπον εις το σχήμα,| είδα τον και ήτον κυνηγός ...·| εις το έναν του χέριν το κλουβίν με το πουλίν εκράτει,| είχεν εις αέρα προσοχήν, και εις το άλλον του το χέριν| είχε χαρτίν Λίβ. διασκευή α 1160. 2) Φροντίδα, έγνοια: το πόσην δ’ είχες προσοχήν και φόβον εις εμέ γε| ουδέ κι αυτό λανθάνει με, πληροφορήθησέ το Σπαν. (Λάμπρ.) Va 39· 3) α) Πρόνοια για αποφυγή ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης κατάστασης, επαγρύπνηση: Ου φέρω γαρ, ω δέσποτα, ...| τους καθημέραν χλευασμούς και τας ονειδισίας·| το «κύρη, ουκ έχεις προσοχήν», το «κύρη, πώς το λέγεις;» Προδρ. (Eideneier) I 44· Καυστηρίαν ποίησον μετά λιγνού σιδήρου, πλην ίνα έχῃς παντοίαν προσοχήν ίνα μη καύσῃς νεύρον Ορνεοσ. 58015· β) περίσκεψη, σύνεση: Αποκρίνεται ο γέρων| προς τον βασιλέα αυτίκα| μετά προσοχής μεγάλης| άπερ ήρμοζεν ως ξένος Πτωχολ. α 358. 4) Φύλαξη, φρούρηση: Όπισθεν δε ταύτης (ενν. της παστίας) εθέσπισεν (ενν. ο δεσπότης των Τούρκων) ίνα ίστανται στρατιώται εκ πασών γενεών του στρατεύματος τούτου τολμηροί και ανδρείοι ... εις προσοχήν της παστίας Καναν. (Pinto) 88.
πρόσωπον- το, Σπαν. (Ζώρ.) V 341, Λόγ. παρηγ. L 231, Προδρ., Δεητ. 222, Ελλην. νόμ. 57321, Ασσίζ. 2759, Διγ. (Trapp) Gr. 1449, 2848, Διγ. A 258, Διγ. Z 200, 3398, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 83, 192, Βέλθ. 613, 634, Χρον. Μορ. H 1046, Χρον. Μορ. P 1374, Βίος Αλ. 889, Φλώρ. 8, Απολλών. (Κεχ.) 625, Λίβ. διασκευή α 289, 492, Λίβ. Va 458, 739, Λίβ. Esc. 836, Ιμπ. 814, Χρον. Τόκκων 1324, Rechenb. 8710, 886, Φαλιέρ., Ιστ.2 212, 405, Μαχ. 16216, 26621, 33835, Διήγ. Βελ. N2 207, Ch. pop. 795, Γεωργηλ., Θαν. 594, Βουστρ. (Κεχ.) 266, 506, 7617, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3110, 3133, Κορων., Μπούας 129, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 4, Κώδ. Χρονογρ. 5310, Hagia Sophia ω 5191, Κυπρ. ερωτ. 364, 496, Βουστρ. Μεταφρ. 257, Σουμμ., Ρεμπελ. 185, Διγ. Άνδρ. 3828, 40413, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11618, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1250, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 18345, Διγ. O 2028, 2438, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ί 1, κ.π.α.· πρόσωπο, Εβρ. ελεγ. 174 δις, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 510, 1525, 1927, 2249, 2535, 3417, 3597, 3879, 5319, Πανώρ.2 Αφ. 40, Πρόλ. 68, Β́ 388, 407, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 246, Έ 56, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 122, Δ́ 129, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1156, Έ 24, Στάθ. (Martini) Γ́ 332, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 24, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 71, Διακρούσ. (Κακλ.) 1113, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53717· πρόσωπο(ν), Σπαν. A 166, Σπαν. B 167, Κομν., Διδασκ. Δ 215, Σπαν. P 91, 104, Αιν. άσμ. 28, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 106, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 566, Ερμον. Δ 116, 149, Η 181, Ψ 291, Αχιλλ. (Smith) O 18, Συναξ. γυν. 542, Σκλάβ. 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 310r, Πεντ. Γέν. I 2 δις, ΙΙ 6, XVI 12, Έξ. X 28, XX 3, Λευιτ. VI 7, XVII 10, Αρ. VIII 2, XII 3, XIX 4, Δευτ. IV 37, VII 10, XXXI 11, κ.α., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1004, Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 405, Ψευδο-Σφρ. 2223, Διακρούσ. (Κακλ.) 1097· γεν. εν. πρόσωπου, Πεντ. Έξ. XXV 37· πληθ. προσώπατα, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2752, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 679, Μαλαξός, Νομοκ. 87, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 430100‑1, Πανώρ.2 Β́ 463, Μπερτολδίνος 92.
Το αρχ. ουσ. πρόσωπον. Ο τ. προσώπατα ήδη αρχ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.· για τον πληθ. σήμ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 43-5, αλλά και Προμπονάς, Γλωσσ. ομηρ. 42). Ο τ. πρόσωπο και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πρόσωπο(ν), Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου).
1) α) Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ανθρώπου από το μέτωπο μέχρι το πιγούνι: Διγ. (Trapp) Gr. 1149, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 523, Λίβ. Va 2231, Ch. pop. 232· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.· βλ. και Belleli, REG 3, 1890, 304): είδε την ο Ιουδα και ελογάριασέ την για κούρβα, ότι εσκέπασεν τα πρόσωπά της Πεντ. Γέν. XXXVIII 15· (σπανιότ. προκ. για ζώο· η χρ. ήδη αρχ.): Ορνεοσ. αγρ. 56410· β) (συνεκδ.) μορφή, όψη· φυσική παρουσία: Λίβ. διασκευή α 3450, Χάρο, και τις αξώθηκε να δει το πρόσωπό σου| να μην τον πάρεις μετά σε εις κατοικητήριό σου; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 17, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10525· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): είπεν ο Μωσέ· αλήθεια εσύντυχες μη να προσμίξω πλια να ιδώ τα πρόσωπά σου Πεντ. Έξ. X 29· (μεταφ.): εβάλθην προς εσέ ...| με της γραφής το πρόσωπον προθυμερώς να στείλω| εκείνην την παρηγοριά Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 16. 2) Συνεκδ. α) έκφραση, ύφος: Συναξ. γυν. 403, χαιράμενο είδα το πρόσωπό ντου Στάθ. (Martini) Γ́ 420· ομπρός του εσταλάρανε ...| με πρόσωπο λυπητερό, τα μάτια βουρκωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17414· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): και ερώτηξεν τους μουνούχους του Φαρω ός μετ’ αυτόν ... του ειπεί· γιατί τα πρόσωπά σας κακά σήμερα; Πεντ. Γέν. XL 7· β) η όραση· τα μάτια: Νεράιδα μου ομορφότατη ...,| θαράπειο του προσώπου μου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 464. 3) Αναπαράσταση στην τέχνη της μορφής ανθρώπου, ζώου ή πράγματος: έχει τριγύρου ο τροχός πρόσωπα ιστορισμένα Λόγ. παρηγ. L 427· ειπέτε του να με γυρεύει όπου είναι τα αμάξια τα χρυσά, οπού είναι γραμμένα των λεόντων τα πρόσωπα Διήγ. Αλ. G 26831· (με την πρόθ. εις): Είχεν γραμμένους εις το παλάτι του και τους δώδεκα μήνες εις πρόσωπα έμορφα ανθρώπινα Διήγ. Αλ. G 28825. 4) (Προκ. για πράγμα) α) μπροστινή πλευρά· πρόσοψη: να κάμεις τα λυχνάρια της εφτά και να ανάψει τα λυχνάρια της και να φέγξει ιπί μεριά του πρόσωπού της Πεντ. Έξ. XXV 37· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): να διπλώσεις το βηλάρι το έξατο προς ανάγναντις πρόσωπα της τέντας Πεντ. Έξ. XXVI 9· (μεταφ.): άντικρυ του προσώπου μου κάστρον έκτισε μέγα Θρ. Κων/π. B 77· β) εξωτερική πλευρά: Είς πύργος είναι κτισμένος με τούβλα και με ασβέστην ... Και έναι πρόσωπα δ́, ήγουν τετράγωνος Rechenb. 872· γ1) (στις εκφρ. πρόσωπον της γης/του νερού) επιφάνεια, έκταση: εις του νερού το πρόσωπον πάλιν να τ’ ανηβάσω (ενν. τα ομμάτια) Βέλθ. 634· Επικατάρατος λοιπόν να τρέμεις και να φεύγεις,| κι από το πρόσωπον της γης όρη, βουνά να οδεύγεις Χούμνου, Κοσμογ. 200· εξολοθρευθήκασιν όλοι κακούς θανάτους,| από το πρόσωπον της γης εσβήσθη τ’ όνομά τους Ιστ. Βλαχ. 1324· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): Ιδού, έδιωξες εμέν σήμερα αποπάνου τα πρόσωπα της ηγής Πεντ. Γέν. IV 14· επορεύτην το κιβωτό ιπί πρόσωπα των νερών Πεντ. Γέν. VII 18· γ2) η εξωτερική επιφάνεια υφάσματος (για το πράγμα βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β́2 33): ο ιεριάς ... να ραντίσει εφτά φορές ομπροστά στο Κύριο εις τα πρόσωπα της κουρτίνας Πεντ. Λευιτ. IV 17. 5) Ο άνθρωπος ως ξεχωριστή οντότητα, άτομο: εγώ γαρ και η εμή αδελφή υπάρχομεν προσώπατα δύο Ελλην. νόμ. 56829· Έρως εις την ασχόλησιν πρόσωπα ου διακρίνει Λίβ. διασκευή α 926· ο δίκαιος Κριτής γυρεύει να χωρίσει| το δίκαιο από το άδικο και πρόσωπον δεν βλέπει Πένθ. θαν.2 497· (στη θέση αντων.): οι αυτοί νόμοι και συνήθειαι να είναι οι αυτοί ... και να τους διαφεντεύω, ως καθώς διαφεντεύω το πρόσωπόν μου όλον Επιστ. Μωάμ. 6713· πάντα πλούτη και χαρές να ’ναι στ’ αρχοντικό σας| κι όλες του κόσμου τες τιμές να ’χει το πρόσωπό σας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13610· (σε περίφραση): από ομπροστά γερατειό να σηκωθείς και να διαπρεπίσεις πρόσωπα γέρου Πεντ. Λευιτ. XIX 32. 6) Το «πρόσωπο» του Θεού, ο Θεός (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. IB): Έχομε θάρρος στο Θεό ...| να τωσε δώσει κόλαση, κρίση πολλά μεγάλη,| γιατί μας εχωρίσασι απού το πρόσωπόν Του| κι επέψασί μας εδεπά εις τον αφορεσμόν Του Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 239· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): επαρακάλεσεν ο Μωσε τα πρόσωπα του Κύριου του Θεού του και είπεν Πεντ. Έξ. XXXII 11· (προκ. για το Χριστό): έστειλε (ενν. ο Ιησούς) μαντατοφόρους μπροστά εις το πρόσωπόν Του ... και εμπήκαν εις μίαν χώραν των Σαμαρειτών διά να τον ετοιμάσουν τόπον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. θ́ 52. 7) (Θεολ., προκ. για την αγία Τριάδα) υπόσταση: Πιστεύομεν ότι εισίν εν τῳ Θεῴ άλλα τρία ιδιώματα ... Και ταύτα τα τρία ιδιώματα ονομάζομεν τρεις υποστάσεις, ήγουν τρία πρόσωπα Ιστ. πατρ. 854· (εδώ προκ. για το θεό Έρωτα): λέγει με διά τα πρόσωπα του Έρωτος τα τρία Λίβ. Va 735. 8) Διάθεση, τρόπος συμπεριφοράς: ο βισκούντης εντέχεται ... με αγάπην και καλόν πρόσωπον να ακούσει το έγκλημαν του αγκαλεσίου Ασσίζ. 2623· φρ. δείχνω πρόσωπον (+επιθετ. προσδ.) = συμπεριφέρομαι (με ορισμένο τρόπο): επεί λείψουν χαρίσματα και τα δωρήματά σου,| δείχνει (ενν. η κοπέλα) σε άλλον πρόσωπον και σκυθρωπόν και μαύρον Σπαν. (Ζώρ.) V 380· να δείξει (ενν. η βασίλισσα Ευδοκία) πρόσωπον καλόν και αγάπην εις την χώραν Χρον. Τόκκων 1269· Διά καλόν πρόσωπον όπου τους έδειξεν ο κύρης της Τύρου εκόμπωσέν τους Μαχ. 4213· (προκ. να δηλωθούν ντροπή ή ενοχές): Εις εκατόν επιλεκτούς ποτέ ουκ εφοβήθην| και εδάρτε εις έναν μοναχόν θέλω στέκειν να εβλέπω;| Και μετά ποίον πρόσωπον την Μαξιμού να ιδούμεν; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1438. 9) (Γραμμ.) κάθε τύπος αντωνυμίας ή ρήματος, που φανερώνει εκείνον που μιλά: η αντωνυμία, διά να γενεί τέλειος ο λόγος, δίδει τα πρόσωπα εις τα ρήματα Σοφιαν., Γραμμ. 77. Εκφρ. 1) α) Από προσώπου + γεν. = μπροστά από, ενώπιον: ηνίκα την εμήν ράβδον ετιναξάμην,| έφυγον ωσεί πρόβατα από προσώπου λύκου Διγ. Z 3093· β) από προσώπου μου, σου, του ... = δικός μου, σου, του ... (πβ. και Επιτομή, από (I) 5α): έτσι του κάμνει εκείνη η θαυμαστή Πουλιχερία η αδελφή αυτού· γράφει τον μίαν γραφήν ως από προσώπου του Κατάλ. οικουμ. συν. 98v. 2) Εις πρόσωπον + αιτιατ. = με τη μορφή κάπ.: να σμιχθεί (ενν. ο Κτεναβώ) με την βασίλισσαν την Ολυμπιάδα εις πρόσωπον τον θεόν των Ελλήνων τον Ναβόν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1036. 3) α) Εις (το/τα)/στο πρόσωπον/α = (α) βλ. ά. εις Εκφρ. 31· (β) μπροστά, ενώπιον: καθένας εις το πρόσωπον του βασιλέως επολέμα προθυμότερον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 424· β) εις πρόσωπον + γεν. = για λογαριασμό, για όφελος κάπ.: το μεν άρρεν (ενν. παιδίον) ανδρωθέν λαμβάνομεν ενταύθα| εις πρόσωπον αυτού πατρός, εκεί δε προς μητέρα| το θήλυ συναυλίζεται Βίος Αλ. 4829. 4) Ιπί (τα) πρόσωπα + γεν. = (α) βλ. ά. επί Ά1 εκφρ.· (β) μπροστά· απέναντι· ενώπιον: επλίκεψαν από την Χαβιλα ως τη Σουρ ος ιπί πρόσωπα της Αίγυφτος ...· ιπί πρόσωπα ολωνών των αδερφιών του έπεσεν Πεντ. Γέν. XXV 18 δις· να μην είναι εσέν είδωλα άλλα ιπί τα πρόσωπά μου Πεντ. Δευτ. V 7· (με χρον. σημασ.): και απέθανεν ο Αραν ιπί πρόσωπα του Θεραχ, του πατρός του Πεντ. Γέν. XI 28. 5) Ιπί πρόσωπα + αιτιατ. = εις βάρος κάπ.: την ημέρα οπού κλερονομήσει τα παιδιά του το ός να είναι αυτουνού, να μη μπορέσει να πρωτοκοκίσει τον υιόν της αγαπημένης ιπί πρόσωπα υιόν της μισισμένης τον πρωτόκοκο Πεντ. Δευτ. XXI 16. 6) Με πρόσωπον = από πολύ κοντά: ουδείς πυρός πολλού την καύσιν δεν ’πομένει| με πρόσωπον να την ιδεί, αλλά μακρά πηγαίνει Κορων., Μπούας 58. 7) Προς πρόσωπα = μπροστά, απέναντι: να σιμώσουν αυτήν τα παιδιά του Ααρων ομπροστά στο Κύριο προς πρόσωπα το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. VI 7. 8) Πρόσωπον προς πρόσωπον = (προκ. να δηλωθεί άμεση επικοινωνία δύο ατόμων) πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά: Των μαρτύρων οι λόγοι πιάνονται, ουχί των ανθρώπων εκεινών, οπού ακούσουν λόγους από τους μάρτυρας ...· πρόσωπον γαρ προς πρόσωπον ερωτώνται οι μάρτυρες Μαλαξός, Νομοκ. 95· τοιούτος (ενν. ο Μωυσής γίνεται), ώστε να μιλεί στόμα κατά στόμα με τον Θεόν και πρόσωπον προς πρόσωπον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· (στον πληθ.): Και δεν εσηκώθην προφήτης πλια εις τον Ισραελ σαν το Μωσε, ός τον ήξερεν ο Κύριος πρόσωπα προς πρόσωπα Πεντ. Δευτ. XXXIV 10. Φρ. 1) Βάνω τα πρόσωπά μου εις, προς ... = στρέφω το πρόσωπό μου προς μια κατεύθυνση· κατευθύνομαι: εσηκώθην και απέρασεν το ποταμό (ενν. ο Ιαακωβ), και έβαλεν τα πρόσωπά του εις το όρος του Γιλεαδ Πεντ. Γέν. XXXI 21· έβαλεν προς την έρημο τα πρόσωπά του (ενν. ο Βιλεαμ) Πεντ. Αρ. XXIV 1. 2) Βγαίνω από το πρόσωπο της γης, βλ. ά. βγαίνω 1β φρ. (α). 3) Βγαίνω από τα πρόσωπα κάπ. = φεύγω, απομακρύνομαι από κάπ.: εβγωμό εβγήκεν ο Ιαακωβ από τα πρόσωπα του Ιτσχακ του πατρός του Πεντ. Γέν. XXVII 30. 4) Γελώ (μέσα/ομπρός) στο πρόσωπον κάπ. = κοροϊδεύω, εμπαίζω φανερά: εσύ γελάς μας φανερά μέσα στο πρόσωπόν μας Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 60· εσύ γελάς μας φανερά ομπρός στο πρόσωπόν μας Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 107. 5) Γνωρίζω/θωρώ πρόσωπον/α = κάνω διακρίσεις, ξεχωρίζω, μεροληπτώ: μη κλίνεις κρίση, μη γνωρίσεις πρόσωπα και μη πάρεις φιλοδωριά Πεντ. Δευτ. XVI 19· να κρίνεις (ενν. βασιλεύ) την αλήθειαν με την δικαιοσύνην,| να μην θωρείς εις πρόσωπον, μηδέ να παίρνεις δώρα Ιστ. Βλαχ. 1389. 6) Δείχνω πρόσωπον, βλ. ά. δείχνω IÁ2. 7) Δίδω (το/τα) πρόσωπο/α, βλ. ά. δίδω IÁ7β φρ. 8) Δίδω εις πρόσωπον = μονομαχώ πρόσωπο με πρόσωπο: ει βούλει, ανάστηθι και λάβε σου τα όπλα| και δώσομεν εις πρόσωπον, ως δοκεί τοις ανδρείοις Διγ. (Trapp) Gr. 2601. 9) Έχω δύο πρόσωπα = είμαι υποκριτής, διπρόσωπος: όσ’ είχασι δυο πρόσωπα ανθρώπους να κομπώνου,| θέλουσι να ’χουν κατοικιά στο σπίτι του δαιμόνου Τζάνε, Κατάν. 429. 10) Έχω πρόσωπον = (α) έχω το θράσος, έχω τα μούτρα να ...: έχεις λοιπόν και πρόσωπον και στέκεις και δηγάσαι| και δε θυμάσαι τά ’καμες, να τρέμεις να φοβάσαι; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1703· έχεις πρόσωπον και βλέπεις,| ουδέ χάριτας μοι λέγεις ...; Πτωχολ. α 773· (β) έχω το θάρρος, το κουράγιο να ...: κακορίζικες εμείς, πώς έχομεν πλέον πρόσωπον να γυρίσομεν ομπροσθά εις τον βασιλέα ...; Μπερτόλδος 39· (γ) έχω αξία, κύρος: πλέον εις τον βασιλέα δεν έχω πρόσωπον, μόνον εντροπήν και ονειδισμούς Δωρ. Μον. XXXVII. 11) Δε θωρώ Θεού πρόσωπο, βλ. ά. θεωρώ (Ι) IÁ1γ φρ. 12) Κάνω πρόσωπον = προσποιούμαι: Ο δε βασιλεύς, κάνοντας πρόσωπον πως μανίζει, λέγει ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 905. 13) Πέφτουν τα πρόσωπά μου, βλ. ά. πέφτω Φρ. 10. 14) Πηγαίνω στο πρόσωπο(ν) + γεν. = φθάνω κοντά σε κάπ.· παρουσιάζομαι: αυτός υπάρχει, γνώριζε, όπου κρατεί την κόρην·| ας μην πηγαίνομεν λοιπόν στο πρόσωπον εκείνου,| αλλά ας ερευνήσομεν ένθα την κόρην έχει Διγ. A 3462· Πούρι να πέψει η χάρη Του, σαν πάει στο πρόσωπό Του| τούτη η θυσία που μελετώ, να πάψει το θυμό Του Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 371. 15) Ποιώ πρόσωπον = (στρατ.) παρατάσσομαι μετωπικά: πρόσωπον εποίκασιν κοντά στο παραγιάλιν| κι εβλέπαν την αρμάδαν του έξω να μην την βγάλει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 63. 16) Ποιώ καλόν/κακόν πρόσωπον, βλ. ά. ποιώ Φρ. 83. 17) Ποιώ το πρόσωπον, βλ. ά. ποιώ Ά9β. 18) Σηκώνω (τα) πρόσωπα, βλ. ά. σηκώνω. 19) Φέγγω τα πρόσωπά μου, βλ. ά. φέγγω. Η λ. ως επίρρ. = μετωπικά: στην χώραν ήταν καταυτού χωσμένοι μες στ’ αργάκιν,| και πρόσωπον εμπήκασιν σ’ όλον το παραγιάλιν Θρ. Κύπρ. M 21.
προφήτης- ο, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 36312, 20, Διγ. Z 603, 614, 1098, Σωσ. 5, Λίβ. Esc. 2475, Λίβ. Va 2280, 2786, Καναν. (Pinto) 202, 216, 242, 244, 252, 277‑8, 283, Ορισμ. Σινανπασίας (Rigo) 6217‑8, Βεν. 21, 22, 72, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 196, Δευτ. Παρουσ. 47, Σκλέντζα, Ποιήμ. 135, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2713, 2887, 3723, 3770, 4177, 4528, 4539, 4826, Πένθ. θαν.2 459, Βουστρ. Μεταφρ. 256, Βεντράμ., Γυν. 54, Διήγ. Αλ. G 26528, 31, 2668, 17, 26, 2716, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 325r δις, 349r, Πεντ. Γέν. XX 7, Δευτ. XIII 4, XVIII 15, Θρ. Κύπρ. M 407, Δωρ. Μον. XXXII δις, Κυπρ. ερωτ. 1535, Διγ. Άνδρ. 32417, Εις Θεοτ. 7· γεν. πληθ. προφήτων, Πιστ. βοσκ. IV 3, 148.
Το αρχ. ουσ. προφήτης. Η λ. και σήμ.
1) (Θεολ.) α) (στην ΠΔ) πρόσωπο που αποκαλύπτει στους ανθρώπους τη θέληση ή τα σχέδια του Θεού: Ω Μωυσή πανθαύμαστε, των προφητών η ρίζα Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. (Βασιλείου) 136· Τότες στον κόσμο ήστειλε προφήτες κι ελαλούσα| κι ελέγα κι έρχεται ο Χριστός Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1536· (προκ. για τον Αδάμ): Λοιπόν πάλιν να σας ειπώ τον λόγον του προφήτου,| τούτον τον λόγον είπεν τον Αδάμ γαρ ο προφήτης Περί ξεν. (Μαυρομ.) 476, 477 κριτ. υπ.· β) (στην ΚΔ) θεόπνευστος κήρυκας και διδάσκαλος: Ο παπάς είπεν του: «Τούτος (ενν. ο Χριστός) ήτον ένας ψεματινός προφήτης» Μαχ. 1218· φανερά οι άνομοι προφήτη σε ονομάζουν (ενν. οι Τούρκοι τον Χριστό) Διακρούσ. (Κακλ.) 793· (στον ισλαμισμό): εψήφισε (ενν. ο Μωάμεθ) δώδεκα μαθητάς, τους οποίους εχειροτόνησε να είναι προφήται· κι ούτοι οι δώδεκα εδίδαξαν εις το Κιαμπέ Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 269· γ) (στον ισλαμισμό) Προφήτης = ο Μωάμεθ: ου φίλημά μοι δέδωκε, μα τον λαμπρόν Προφήτην Διγ. Z 499. 2) Άτομο που έχει την ικανότητα να προλέγει τα μελλούμενα: Οι στίχοι τούτοι ανθρώπου έναι προφήτου και προγνώστου Λίβ. διασκευή α 2605· εγώ να φθάσω και να δηλώσω την ώραν της συμπλοκής του πολέμου ... Και γινώσκω δε τούτο ως προορατικός και προφήτης Καναν. (Pinto) 224. 3) Αυτός που φανερώνει, που αποκαλύπτει κ.: Ήκουγα ξενιτεύθησαν πολλοί εκ τα γονικά τους,| επαραδείρασιν πολλά, τα βάσανα χορτάσαν·| ουδέν με εφαίνετον ποτέ αλήθεια τό λέγουν (παραλ. 1 στ.), τώρα θωρώ τά έλεγαν ωσάν να ’σαν προφήτες Περί ξεν. (Μαυρομ.) 127· Ως γνωριστής των φανερών και των κρυπτών προφήτης (ενν. ο Χριστός)| τον λογισμόν του εγροίκησε Σκλέντζα, Ποιήμ. 139.
πτερόν- το, Διγ. (Trapp) Gr. 3171, Διγ. Z 2787, 2790, 2886, 3801, 3804, Βέλθ. 266, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 380, Βίος Αλ. 4292, Λίβ. διασκευή α 145, 425, 603, 604, 729, 899, 3741, Λίβ. Esc. 361, 534, 650, 3622, Λέοντ., Αίν. I 3, Φυσιολ. (Legr.) 698, Λίβ. Va 479, 717, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 210, 1326, Ιστ. Βλαχ. 167· πτερό, Λίβ. Esc. 820, 3983, Λίβ. Va 3677· πτερό(ν), Ιερακοσ. 50613, Σαχλ., Αφήγ. 423, Λίβ. διασκευή α 227, 234, 702, 1430, 2551, 2856, Λίβ. Esc. 2419, 2718, Αχιλλ. (Smith) N 807, Φυσιολ. (Legr.) 1094, Ch. pop. 208, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 35, Λίβ. Va 212, 222, 1198, 2498, Κορων., Μπούας 32 δις, 44, Αχέλ. 1849, Διγ. Άνδρ. 31633, 3345, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 120, Διγ. O 1657· φθερό(ν), Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· φτερό, Gesprächb. 2917, Πεντ. Γέν. VII 14, Δευτ. XIV 9, Λευιτ. XI 9, Ολόκαλος 79, 506, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 198, 947· φτερό(ν), Φαλιέρ., Ενύπν.2 14, 41, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 132, Πεντ. Γέν. I 21, Δευτ. IV 17, XXXII 11, Αλφ. 1181, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 69, Έ 68, Ιστ. Βλαχ. 328, 329, 336, Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1052, 1216, Γ́ 253, 255, Ροδολ. (Αποσκ.) Τοις αναγν. 21, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 141, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16723, 17925· φτερόν, Κορων., Μπούας 152, Ολόκαλος 119, 7410.
Το αρχ. ουσ. πτερόν. Ο τ. πτερό σε έγγρ. του 16. αι. (Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′ 17013, Β́ 2397, Γ́ 2107, 34914). Ο τ. φτερό στο Meursius και σήμ. Ο τ. φτερόν στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Πιλαβάκης, Κυπρ. Σπ. 30, 1966, 49). Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 1514, 2914, 3731 κ.α., Μαράς, Κατάστιχο 149 Β′1215, 9641, Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 (τ. Β́), 1961-62, 270) και στο Βλάχ. (λ. φτερό).
1) Φτερό: Πουλολ. (Τσαβαρή)2 162, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 97, Διγ. Άνδρ. 3753· (σε παρομοίωση): Σαν του κοράκου το πτερόν είναι τα δυο σου μάτια Ch. pop. 374· α) φτέρωμα· (εδώ προκ. για το φτέρωμα της ουράς του πουλιού): ούτως δε και του τσυκνέα,| τα πουλία γαρ τοιαύτα| εκ μικρόθεν η ουρά τους| διχαλή και τεθλασμένη,| άμαν έλθει εις την φύσην| του πατρός του, μεγαλύνει,| πίπτει το πτερόν εκείνον Πτωχολ. (Κεχ.)2 α 817· β) πούπουλο: η αμαρτία οπού εγίνετον εκεί ήτονε πολλά κακή ... και εναντία της φύσεως, διότι το νερόν τουτουνού του λάκκου την φανερώνει, ότι ... αν ρίξουν αλαφρόν ώσπερ ένα φτερόν ή φελλόν παρευθύς υπάγει κάτω Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 131v· γ) το γέμισμα από φτερά για στρώμα ή προσκέφαλο και συνεκδ. το πουπουλένιο στρώμα (για το πράγμα βλ. Κουκ., ΕΕΚΣ 3, 1940, 37): τελαρόντυμα ένα με λίγο φτερό Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 8317· Προσκεφαλάδια δ́, γεμάτα φτερό Ολόκαλος 3515· Στίμα ρουχών και αλλονού πραμάτου τά δίδει η κερά παπαδιά ... Και πρώτον: φτερό ά, λίτρες μά ... ένα ζευγάρι σεντόνια ... ένα ζευγάρι προσκεφαλάδια Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 975· (εδώ στον πληθ.): Με το παλέτσι το χοντρό και μ’ άχερα τση κάνει (ενν. ο ρήγας)| στρώμα· ...| δίχως σεντόνι και φτερά, δίχως προσκεφαλάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 583· δ) (προκ. για την ιατρική και τη μουσική) επεξεργασμένο φτερό ως εργαλείο: μέλι άκαπνον λαβών μετά πτερού τον ουρανίσκον υπάλειφε Ορνεοσ. 5729· εγώ έκρουα την κιθάραν με το πτερόν του ορνέου, και εσυνέριζεν η φωνή της κιθάρας και της κόρης ομοίως Διγ. Άνδρ. 37714· ε) διακοσμητικό στοιχείο σε πολεμιστή για εντυπωσιασμό στη μάχη: φτερά εις το κεφάλι του, φτερά και εις την ράχη,| φτερά εις τους αγκώνες του αγάπα πάντα να ’χει,| ... φτερά εις τ’ άλογόν του| (παραλ. 2 στ.) να τον φοβούνται οι εχθροί Ιστ. Βλαχ. 327· έβαλε (ενν. ο Μπαγιαζίτης) ... σκλάβους καβαλαραίους ... Ούτοι είναι κατά πολλά εύμορφα στολισμένοι, με φακιόλια περιχρυσωμένα και πτερά εις τα κεφάλιά τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 337· Ήλθεν Διόνυς ανδρειωμένος| μετά Σέρβων κομπανάτων| και πτερών λαζοφαρδάτων,| μ’ αλαμάνικον σκουτάριν,| έχων βίτσαν σφυρισμένην Χρησμ. Ι 23· στ) (συνεκδ., πιθ.) το σύμβολο έναρξης του πολέμου: ορών ο Μουσταφάς ήδη σαλευόμενον το του πολέμου πτερόν Δούκ. 19127. 2) (Στον πληθ., συνεκδ.) φτερούγα: Ασσίζ. 19919, Διγ. Άνδρ. 39818· (εδώ σε μεταφ., προκ. για την ταχύτητα): ας είχα τα φτερά του αετού να φύγω,| τ’ άγρια θεριά της Αφρικής εκεί να πα να σμίγω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 227· (εδώ προκ. για τα φτερά μυθικών πλασμάτων, όπως του Έρωτα και της Μούσας): Λίβ. διασκευή α 4128, Κυπρ. ερωτ. 182, Ροδολ. (Αποσκ.) Τοις αναγν. 6· (εδώ σε φρ. ή έκφρ. προκ. για πουλιά): (1) από πτερού, βλ. Επιτομή λ. από 17 έκφρ. (ζ)· (2) χύνω πτερόν = ορμώ πετώντας: ελύσαν το φαλκόνιν| και σύντομος εφάνηκεν ατός ουρανοδρόμος·| χύνει πτερόν επάνω του και απήρε το φαλκόνι Βέλθ. 772· φρ. (μεταφ.) (1) έχω κάπ. εις τα πτερά μου = προστατεύω κάπ.: και τότες ας μου ευχηθεί εμέν (ενν. τον Διγενή) η πεθερά μου| οπού την κόρη της εγώ έχω εις τα πτερά μου Διγ. O 2016· (2) κάμνω πλάτες και πτερά εις κάπ. = ενδυναμώνω, ενισχύω κάπ.: η συμβουλή σας η καλή και η συγκρότησή σας| να κάμει πλάτες και πτερά εις όλους τους αυθέντας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 899· (3) βαστώ/έχω φτερά/πτερά = είμαι γρήγορος: πολλά ’πιδέξα ανέβηκε (ενν. ο Ρωτόκριτος) ...| Ετούτον είναι φυσικό κεινών οπ’ αγαπούσι:| εις έτοιες χρείες σα λάχουσι, πουλιώ φτερά βαστούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 578· Να είπεις πτερά είχα, φίλε μου, και εις μίαν την ώραν τότε,| ωσού να τρίψεις οφθαλμόν, κατέλαβα εις τον τόπον Λίβ. διασκευή α 2324· (4) ρίχνω το πτερόν εις κ. = πετώ προς κάπου· (εδώ) στρέφω την προσοχή μου προς κ.: Μη πας και ρίξεις το πτερόν εις άλλης κόρης αγάπην,| ... κι εμέν ελησμονήσεις Ερωτοπ. 675. 3) Φτερωτό βέλος: Λίβ. διασκευή α 587. 4) (Μεταφ.) α) η δύναμη της ψυχής και του πνεύματος: Οι λογισμοί επετάξασι, στον ουρανόν εφτάσα| κι εκεί εκαήκαν τα φτερά και την εξά μου εχάσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 508· εκφρ. (1) τα φτερά της θεωρίας/το πτερόν της προσευχής = η δύναμη της θέασης του Θεού/της προσευχής: από τον ουρανόν ανaβαίνομεν εις τον Θεόν με τα φτερά της θεωρίας Βουστρ. Μεταφρ. 257· αν το πτερόν της προσευχής κούφον προς πόλον θέλεις| ανέρχεσθαι ... και σώζειν τας αισθήσεις,| έασον, άνες τας προς σε των άλλων αμαρτίας Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 227· (2) τα πτερά της τύχης = η δύναμη που δίνει η τύχη: Ει γαρ της τύχης τα πτερά διά παντός κατείχον| άνθρωποι πολυτάλαντοι Κέκροπες επηρμένοι,| ούκουν εσώθη πάσα σαρξ, ουκ αν εταπεινώθη Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 350· β) (μεταφ. στον πληθ.) το θάρρος: ως τώρα επέτουν χαμηλά μα ’δά ’χω τα πτερά μου| μεγάλα, και θα καυχισθώ κι εγώ για όνομά μου Τζάνε, Φιλον. 58517· γ) (σε παρομοίωση)· (εδώ προκ. για κοντάρια που εξακοντίζονται ελαφρά και γρήγορα): τα κοντάρια επήγα| εις τον αέρα ωσά φτερά, κι ωσάν πουλάκια εφύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2138· (εδώ προκ. για την καλή διάθεση που επιφέρει ο έρωτας): Θέλω... να χαρώ| με άλλον νέον τρυφερόν,| να με ποίσει ωσάν πτερό| ’λαφρικήν και γλυκασμένη| την καρδία μου την καμένην Συναξ. γυν. 768. 5) Καθετί που λειτουργεί ως φτερό: α) πτερύγιο στον τροχό του μύλου, φτερωτή (για το πράγμα βλ. Πλατάκης, Κρητολ. 4, 1977, 169· πβ. και λ. πτερωτός): Έρχεται Μαρία εκ τον μύλον| σύρνει και πτερόν του μύλου| και βαστάζει και το αλεύριν Χρησμ. I 81· β) (εδώ σε μεταφ., προκ. για το λόγο) κουπί (για τη σημασ. βλ. Κριαρ., Κρ. Χρ. 12, 1958, 108): Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 63. 6) Το δεξί ή αριστερό μέρος της στρατιωτικής παράταξης: Και ούτως έγινε το φουσσάτον του Ισμαήλ ωσάν δύο πτέρυγες ... Το μεν ουν ένα πτερόν ... έπεσεν εις το δεξιόν μέρος των Τουρκών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 366. 7) Το άκρο ενός πράγματος, η προεξοχή: Νυχτά ’τον κι εκοιμούντανε τα ζώα κι οι ανθρώποι, (παραλ. 1 στ.) εις τα χαράκια, στα πτερά, στα δένδρη κι οπ’ αλλού ’σαν Αχέλ. 451· ένας λεβέντης βλέποντας το κάλλος,| οπού ’χε ο Σταυρωμένος ο μεγάλος,| που στ’ Άγιον Βήμα απάνω είναι βαλμένος| και όλος ... είν’ χρυσωμένος,| και δε μπορώντας στα ψηλά να σώσει| και με τα χέρια απάνω του ν’ απλώσει| έσυρε μια πετριά και εκτύπησέν του| κι απ’ το πτερό κομμάτι ετσάκισέν του Λεηλ. Παροικ. 500.
πυκνός,- επίθ., Ιερακοσ. 38725, 4034, Ορνεοσ. 5789, Διγ. A 2839, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 899, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 118, Θησ. ΙΒ́ [598], Μάρκ., Βουλκ. 33926, 34620, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [852], Δ́ [577], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16225.
Το αρχ. επίθ. πυκνός. Η λ. και σήμ.
α) Πυκνός, δασύς: Ιερακοσ. 38328, Σπανός (Eideneier) D 649· (προκ. για δάσος): Πανώρ.2 Ά 1, Κυπρ. ερωτ. 1123· (μεταφ.): πυκνόν σκότος της καρδίας μου Βουστρ. Μεταφρ. 255· β) (στρατ.) που είναι σε πυκνή διάταξη, συμπαγής, ισχυρός: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 389· γ) πολυάριθμος: Θησ. Δ́ [161]· δ) συχνός, αλλεπάλληλος: Βίος Αλ. 514, Βίος Αλ. 4637· ε) (προκ. για βροχή) δυνατός, έντονος: Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (33r)· στ) εύφορος (βλ. Schilbach [Metrol.] 241): και ει μεν εστί άνυδρον (ενν. το λιβάδιον) και πυκνόν, λογίζεσθαι τούτο ίσον του υποπότου Metrol.2 7932. Το ουδ. ως επίρρ. = α) συχνά: Ιερακοσ. 43815· β) κοντά: έναι το στόμα του πυκνόν εις το μέτωπον του ανθρώπου Λίβ. διασκευή α 459.
ρωμαίικος,- επίθ., Πουλολ. (Τσαβαρή)2 357, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 7, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 40, Βουστρ. Μεταφρ. 254, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 281, 286· ρωμαίκος, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 150, Gesprächb. 2515‑16, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1210, Μαχ. 1425, 8, 11, 12, Χούμνου, Κοσμογ. 571, Βουστρ. (Κεχ.) 8412, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 7944.
Από το ουσ. Ρωμαίος και την κατάλ. -ικος (βλ. και Jannaris, Hist. Gramm. 1077). Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου)· ουσ. ρωμαίκα τα και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.), καθώς και ουσ. ρωμαίκα η στο ΑΛΝΕ λογοτ. H λ. και σήμ.
Σχετικός με τους Ρωμαίους (βλ. ά. Ρωμαίος (I) σημασ. 2): Κι όσον εκατεχόρτασαν φιλήματα ρωμαίικα| εκίνησαν κι εδιάβησαν ολόρθα εις την Άρταν Χρον. Μορ. H 8884· Και να μην με θάψετε εις μνήματα τούρκικα ουδέ εις ρωμαίκα, μόνον χώρια εις τον τρίστρατον τόπον σιμά εις την Μπελίτσα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 27r. Το ουδ. πληθ. ως ουσ. = η (δημώδης) ελληνική γλώσσα (της εποχής): Και δεν εμείναν παρά οι δυο Τσιτσιλιάνοι. Και λαλεί ο τσαμπερλάνος του αποστολέ, διά να τους εβγάλει έξω. Και λαλεί του: «Δεν ηξεύρουν ρωμαίκα». Και ο τσαμπερλάνος επίστευσεν Βουστρ. (Κεχ.) 816· Ήξερε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) πέντε γλώσσες καλά: τούρκικα, ρωμαίικα, φράγκικα, αράπικα, χαλδαίικα, πέρσικα Χρον. σουλτ. 12126· Ο δε Ούμαρος άρχισε με θάρρος να αποκρίνεται ... λέγοντας ότι ήλθομεν διά να προσκυνήσετε, να γενείτε και εσείς μουσουλμάνοι, ότι έτσι είναι εκ Θεού. Αλλά ένας σκλάβος εδικός του, οπού ήτον σιμά του, ... τον εγλύτωσε, διότι εγροίκα τα ρωμαίικα και όσα έλεγον οι χριστιανοί τα άκουε Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 281. — Βλ. και ρωμαϊκός.
ρωμαϊκός,- επίθ., Ασσίζ. 2595, Διγ. Z 2269, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 150 κριτ. υπ., 1471, Βέλθ. 26, 752, Θρ. Κων/π. (Mich.) 35, Ορισμ. Σινανπασίας (Rigo) 6223, Διήγ. Αλ. V 45, 73, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 475, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 464, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 16710, 27510, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1669, 27410, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 312, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 58.
Το μτγν. επίθ. ρωμαϊκός. Η λ. και σήμ.
1) Σχετικός με τους Ρωμαίους (βλ. ά. Ρωμαίος (I) σημασ. 2): Τότε τα ρωμαϊκά μέρη των ορθοδόξων και οι τόποι επερνούσαν με ειρήνην και είχαν τον (ενν. τον Ακρίτην) ως προστάτην και βοηθόν από τους πολέμους και φόνους τους απείρους οπού εγίνουνταν καθημέραν Διγ. Άνδρ. 36218· γίνωσκε, κράτιστε βλαστέ της ιεράς πορφύρας,| γίνωσκε, φως ρωμαϊκόν, γίνωσκε, κόσμου λύχνε,| γίνωσκε, θείε βασιλεύ, περί του σου Προδρόμου Προδρ., Στ. δεητ. 13· (προκ. για τους αρχαίους Έλληνες): Ειδέ και αδύνατον έναι να βυζάνουν αι μητέρες τα παιδιά τους, ... η βυζάστρια να μηδέν έναι ποταπή· αλλά μάλιστα, όσον έναι δυνατόν, να έναι φρόνιμη και προκομμένη· και πρώτον μεν να έχει τάξεις και ήθη αρχοντικά και ρωμαϊκά Σοφιαν., Παιδαγ. 100. 2) (Προκ. για γλώσσα) α) η λατινική: μισόν μίλιον από το μοναστήριον ευρίσκεται μέσα εις τον δρόμον μία πέτρα μεγίστη ολίγον φαινομένη απάνω από την γην· έχει δε αυτή η πέτρα σκαμμένα γράμματα μεγάλα, τα οποία τινάς να αναγνώσει εις τους καιρούς μας ούτε εις τους πατέρας μας δεν εδυνήθη, διότι ούτε ρωμαϊκά είναι, ούτε ελληνικά, ούτε αράπικα ή τούρκικα ή εβραϊκά Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 171· β) η (δημώδης) ελληνική γλώσσα (της εποχής): Ήξευρε και τούτο, ω αδελφέ, το πως αυτό το βιβλίον σε το έγραψα πολλά απλά ήγουν ρωμαϊκήν γλώτταν διά να καταλάβεις πάντα το σύντομον και να μην χρειαστείς άλλον τινάν να σε το εξηγήσει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 193r. 3) Ρωμαιοκαθολικός: ηθέλησα διά ψυχικήν ωφέλειαν να μεταγλωττίσω το παρόν βιβλίον που ονομάζεται «Περί αναβάσεως του νου προς τον Θεόν», του εξοχοτάτου καρδινάλη της αγίας ρωμαϊκής εκκλησίας, Ρωβέρτου του Βελλαρμίνου ... Βουστρ. Μεταφρ. 254· Δε φέρνω περισσότερον, ογιά να μην πομπεύγω| το ρίτο το ρωμαϊκό, γιαύτος το λόγο φεύγω.| Μόνο σας λέγω: «Κλαψετε για τη χριστιανοσύνη,| για τούτα όλα τα νησιά, στο κρίμα οπού γίνη!» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26118. Το ουδ. ως ουσ. = η (δημώδης) ελληνική γλώσσα (της εποχής): Και τούτο εκινήθηκα, για τα πολλά του πάθη (ενν. τ’ Απολλωνίου),| να βάλω στο ρωμαϊκό, καθένας να το μάθει:| ανέν τινάς κι ευρίσκεται εις τον τροχό να τρέχει,| όλος να μην απορικτεί, μα πάντα ας απαντέχει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1868· ο δουξ εκείνος ο Ιερώνυμος Δονάτος, οπού ήτονε και σοφότατος διδάσκαλος και εις ρωμαϊκά και εις ελληνικά Μορεζ., Κλίνη φ. 46r κριτ. υπ. — Βλ. και ρωμαίικος.
σεντούκι- το, Ασσίζ. 3307, 17, Σπανός (Eideneier) A 453, Χρον. Μορ. H 7060, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 79, Φαλιέρ., Ιστ.2 732, Θησ. Β́ [737], Αλεξ.2 675, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 235, Πεντ. Γέν. L 26, Έξ. XXV 10, 22, XXVI 33, XXX 6, 26, XXXI 7, XL 20, Λευιτ. XVI 2, Αρ. III 31, IV 5, VII 89, Δευτ. X 1, 2, 3, 5, XXXI 9, 25, 26, Βυζ. Ιλιάδ. 146, Ιστ. πατρ. 1229, 1231, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 1132, 10, 16313, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 125, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 168271, Αγαπ., Καλοκ. 344, Hagia Sophia ψ 6048, Ροδινός (Βαλ.) 129, 131· σενδούκι(ν), Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 17· σενδούκιν, Βυζ. Ιλιάδ. 138, 139· σεντούκι(ν), Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 40, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1539, 16, 1554, 11, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1528, 15, 16, 1544‑5, 12, 22, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 415, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 26, 1155· σεντούκιν, Ασσίζ. 7929, 30, 31, 802, 4, 5, 8, 10, 17, 18, 22, Χρον. Μορ. P 7060, 7789, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2096, 2106, Μαχ. 622, 32, 31838, Σφρ., Χρον. (Maisano) 2811, 12, 14, Βουστρ. (Κεχ.) 1741, Υγρομαντ. φ. 165r 9, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 103, 106, 116, Βυζ. Ιλιάδ. 142, 320· σεντούκι(ον), Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 129, 439 κριτ. υπ.· σεντούκιον, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 287.
Αβέβ. ετυμ. Πιθ. αραβ. προέλ. (<αραβ. sanduq), βλ. Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ.2 326, λ. σανδούκιον) ή από από τουρκ. sandık (<sanduk, βλ. Redhouse, λ. sandık· βλ. όμως και ιδιωμ. τουρκ. sanduk, Συμεων., Ελλην. 26, 1973, 161 σημ. 21)). Πβ. και λ. σάνδυξ στον Ησύχ. Ο τ. σενδούκι σε σχόλ. (TLG) και σε έγγρ. του 16. αι. (Γρηγορόπουλος 2715). Ο πληθ. σενδούκια σε σχόλ. (TLG) και τον 12. αι. (Act. Saint-Pantél. 737). O τ. σεντούκι(ν) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο τ. σεντούκιν σε σχόλ. (TLG), στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 779, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Ο τ. σεντούκιον τον 13. αι. (LBG, λ. σεντούκιν) και στο Meursius (βλ. λ. σεντούκιν). Πβ. και λ. σανδούκιον το 12. αι. (LBG), καθώς και σημερ. ιδιωμ. σαντούκιν (Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. σενδούκιον σε σχόλ., στο Du Cange (λ. σεντούκιν), τον 14.-15. (TLG, LBG, λ. σεντούκιν) και 18. αι. (Κομνηνού, Προσκυν. 69). Τ. σινδούκιον τον 14. αι. (LBG, λ. σεντούκιν). Πληθ. συνδούκια τον 11. αι. (TLG). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.· βλ. και LBG, λ. σεντούκιν.
1) Κιβώτιο φτιαγμένο από διάφορα υλικά, συν. ξύλινο, για την αποθήκευση και μετακίνηση πραγμάτων: Κρόκους, πιπέρια, … νεράντζια και κούστους,| … σταφύλια και μούστους,| κίτρα και τα λεμόνια, κάστανα και φουντούκια,| όλα τούς τα γεμίζουσιν καφάσια και σεντούκια Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9292· ένα χρυσόν ποτήρι, ένα σεντούκι κυπαρισσένιον ή μαργαριταρένιον, ένα σπίτι από μάρμαρα καμωμένον, αν είχανε γλώσσαν ήθελαν ειπείν δίχως άλλο του τεχνίτου οπού τα έκαμεν: «Από σένα έχω το είδος και την μορφήν, αμή όχι την ύλην, και ευγενικότερον και τιμιότερον είναι εκείνο οπού έχω από του λόγου μου παρά εκείνο οπού έχω από του λόγου σου» Βουστρ. Μεταφρ., Περί αναβάσ. (Κακ.-Πάνου) 57· Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έτσι κι εγώ όσο θωρώ κι αυξαίνουσιν οι χρόνοι,| τόσο γερώ, δε βλέπω πλια με όλη μου τη γνώμη. Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: Επήγα κι ηύρα τα καλά τα θαυμαστά γυαλιά σου| μεσ’ στο σεντούκι τ’ όφκαιρο εκείνα τα παλιά σου Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1530· Πώς εδιαγούμισεν την χώραν το φουσσάτο:| Άρχισαν ετσακίσασιν τα σπίτια, τα σεντούκια Χρον. Τόκκων 658· Εάν τύχει ότι μία νάβα ή καράβιν εύρει το ο κακός καιρός και κιντυνεύσει, και ρίψει απέ το γομάριν του, ... το εναπόμεινεν απέ το γομάριν του μέσα εις το καράβιν, ουδίχα τα ρούχα τά φορούν όσοι είναι απάνω, ή αν έχουν εις τα σεντούκια τους χρυσάφιν ή ασήμιν, όλα ταύτα να ψηφιστούν εις τιμήν και να μοιρασθεί απάνω σ’ όλα εις ράτα η ζημία Ασσίζ. 4716· είχαν τον πούντον διπλόν· ότι ομπρός είχαν έναν μικρόν, ο ποίος είχεν κοντά εις τον πούντον τον μέγαν έναν σεντούκιν γεμάτον πέτρες και εσοζύγαζεν· και το να ’ρταν Γενουβήσοι ν’ ανέβησαν, έπαιρνέν τον και έπεφτεν κάτω εις το χαντάκιν, και πάλε εστρέφετον ο πούντος Μαχ. 46027· ο άπιστος είναι τοιούτος, ώστε … όταν κοιμάται εις το κρεβάτι με την γυναίκα του, να την ερωτά συχνά αν έκλεισε το σεντούκι, και αν εβούλλωσε το κελάρι, και αν έβαλε τον μάνταλον της έξω πόρτας· και αν ειπεί η γυναίκα του: «Ναι, αυτά όλα τα έκαμα», αυτός πάλιν να μην πιστεύει, αλλά να σηκώνεται γυμνός από το στρώμα και ξεπόλυτος, ανάπτοντας λαμπάδα ή λύχνον, να υπάγει να τα ερευνήσει το καθένα, και έτσι μετά βίας να κοιμάται Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 129· Ο πτωχός ο άντρας της γροικώντα την ταραχήν άνοιξεν έναν σεντούκιν και εδωκεν μέσα. Τούτοι (ενν. οι Γενουβήσοι) ενέβησα και εγυρεύσαν απόθεν και αποκείθθεν οτόσον, ότι εγανακτήσαν πως ουδέν ευρίσκετον, και επήγαν και αννοίξαν το σεντούκιν και ηύραν τον Μαχ. 42817, 19· (συχν. για φύλαξη ρούχων): τα φουστάνια τα χρυσά βενέτικα ραμμένα| που τα ’χασιν οι άρχοντες σεντούκια γεμωσμένα·| τώρα οι Τούρκοι έχουν τα στ’ αμάξια φορτωμένα,| στα κάτεργα τα παίρνουσιν όλα κουβαλισμένα Θρ. Κύπρ. M 372· Να φυλάξεις ρούχα άβλαβα από βότριδα ...: Έχε μέσα εις το σεντούκι δύο κίτρα πάντοτε ή αψινθίας κορυφάς και, όταν ξηρανθούν, βάνε άλλα τρυφερά Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 259· (συχν. για φύλαξη χρημάτων): ετσακίζανε (ενν. οι Τούρκοι) τα σεντούκια των αρχόντων με τα τσεκούρια και ευρίσκανε πολλά φλωρία, νέα και παλαιά, βίον πολύ Χρον. σουλτ. 9222· Χρεία το λοιπόν, αν θέλει και ο πλούσιος να λάβει από τον Θεόν ελεημοσύνην, να σκορπίσει τον πλούτον του εις τους δεομένους, εις τους πτωχούς, και εις τες χήρες και εις τους ορφανούς, και να μην τον φυλάγει ανωφέλετον εις το σεντούκι Ροδινός (Βαλ.) 132· εις τα σεντούκια κείτουνται ασήμιν και χρυσάφιν,| δουκάτα και δηνέρια, εις πλησμονήν πολλάκις·| και πάλιν αποδύρουνται και κλαίουν, ως μη έχουν (ενν. οι πλούσιοι).| Μάλλον πολλάκις ο πτωχός, αν έχει δέκα γρόσια,| με προθυμίαν δίδει τα και μετ’ ευγνωμοσύνην Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 80· (για φύλαξη εγγράφων ή βιβλίων ): Η ταραχή ήτον πολλά μεγάλη· ο λαός της Αμοχούστου επήγα να χαλάσουν την λότζαν τους Γενουβήσους ... Και έδραξεν ο λαός το σεντούκιν των γραψιμάτων της λόντζας των Γενουβήσων και ετσακκίσαν το Μαχ. 31417· τα βιβλία άπρακτα κείτουνται στα σενδούκια·| εφθάρησαν εκ των σητών και υπό των σκωλήκων,| και είναι πράγματα αργά, χείρα ουδέν τα πιάνει,| ανάγνωσις δεν φαίνεται, διδασκαλία ουδόλως Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 17· (γενικ. για φύλαξη πολύτιμων αντικειμένων): τους … σταυρούς …και τα ... καρφία και τον στέφανον έβαλέν τα εις το σεντούκιν, με τους β́́ σταυρούς εις το κάτεργον, και ανέβην η αγία Ελένη και ήρτεν εις την Κύπρον Μαχ. 618· Και ανοίξαν το έναν σεντούκιν και ηύραν έναν ρούχον χρυσόν χαρμίζε και έναν χρουσόν βένετον και πολλά ρούχα βιλουσένα και ασήμιν πολύν και πολλήν ζάχαριν τρίψητον, τα ποία εστιμίασαν δ́ χιλιάδες δουκάτα Βουστρ. (Κεχ.) 23010· Και τότες επήγαν εις το αμπέλιν του Χαρέρη, εις τον Άγιον Δομέτην, και επήραν του ιϚ́ σεντούκια ζάχαριν και άλλα πολλά πράματα Βουστρ. (Κεχ.) 1108· (εδώ για κηπουρικές εργασίες): Εάν δε πάλιν ορέγεσαι να τα κάμεις (ενν. τα αγγούρια) ... πρωιμότερα, βάλε εισέ κασέλαν, ήγουν σεντούκι, χώμα παχύ όταν περάσει ο χειμώνας και φύτευσε τον σπόρον, βάλε κοπρίαν κατά την τάξιν και πότισέ τες ολίγον και φύλαγέ τες μέσα εις το σπίτι έως την άνοιξιν και τότε, ... βάλε τες εις την γην με το χώμαν εκείνον επιδέξια να μη τες ξεριζώσεις Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 210· (εδώ προκ. για την κιβωτό της διαθήκης· βλ. και Έκφρ. 1): Και ήτον όνταν εσυνέπαιρνεν το σεντούκι και είπεν ο Μωσέ: «Σήκω, Κύριε, και να σκορπιστούν οι οχτροί σου και να φύγουν οι μισητάδες σου από ομπροστά σου» Πεντ. Αρ. Χ 35. 2) α) Φέρετρο: αντάν εκείνος επέθανεν (ενν. ο Αλέξανδρος ο Μέγας) οι μπαρούνηδές του εβάλαν τον εις ένα σεντούκιν χρουσόν και περνώντα να τον θάψουσιν πολλοί φιλόσοφοι έρκουντα τάπισά του κλαίοντα Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 91· β) οστεοθήκη: Όρισε (ενν. ο πρίγκιπα Γυλιάμος) κι επαρήγγειλεν, μεθ’ ότου αποθάνει (παραλ. 1 στ.) τα οστέα του μοναχά να βάλουσι εις σεντούκι| στον άγιον Ιάκωβον Μορέως, εκεί εις την Ανδραβίδαν,| στην εκκλησίαν, όπου έποικεν και έδωκεν στο Τέμπλο,| εις το κιβούριον, το έποικεν, οπού ήτον ο πατήρ του·| εις την δεξιάν του την μερέαν να ένι ο αδελφός του,| κι εκείνος να ένι αριστερά, και ο πατήρ του μέσα Χρον. Μορ. H 7789· (εδώ προκ. για λείψανα αγίων): μετά τιμής και ψαλμωδίας, κηρών τε και θυμιαμάτων έθεσαν τα δύο λείψανα (ενν. των πατέρων ημών Βαρλαάμ και Ιωάσαφ) εις τα δύο πολύτιμα και χρυσωμένα σεντούκια Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 16324· γ) τεφροδόχος: Με μοιρολόγια αρίφνητα, με θρήνος πονεμένον (παραλ. 2 στ.) εκαίγαν τα κορμία τωνε κι εις τέφραν τα ’ξορθώναν.| Την τέφραν τους εβάνασι...,| εισέ σεντούκια ολόχρυσα Θησ. Β́ [804]. Εκφρ. 1) α) Σεντούκι διαθήκη = η κιβωτός της διαθήκης: Την ώρα εκείνη εχώρισεν ο Κύριος το σκήφτρο του Λεβί να σηκώνει το σεντούκι διαθήκη του Κύριου, να στέκει όμπροστε στο Κύριο, να τον δουλεύγει και να βλογάει εις το όνομά του ως την ημέρα ετούτην Πεντ. Δευτ. Χ 8· β) σεντούκι της μαρτυριάς, βλ. Επιτομή, ά. μαρτυρία 4α έκφρ. 2) Σεντούκια και σεπέτια = τα πράγματα που ανήκουν προσωπικά σε κάπ. (βλ. και έκφρ. sandık sepet, Redhouse, λ. sandık): τότες επρόσταξεν αυτή η Ιουδήθ η νέα,| η Μαλτεζίνα, η σύμβιος Μοράτη βασιλέα,| να πάρουν την κατούνα της, σεντούκια και σεπέτια,| που ’χαν λογάριν άπειρον με μόσχους και ζαμπέτια.| Τρεις μήνες τα κουβάλησαν εις τα καράβια μέσα| παλτατζήδες κι οι αγάδες της εκεί κοιμώντο μέσα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 721.
σηκώνω,- Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 254, 381, Ασσίζ. 91, 19816, 21523, 46728, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7166, Ερμον. Μ 90, Χρον. Μορ. H 1952, 4208, 9234, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 355, Ιμπ. 869, Χρον. Τόκκων 1890, Φυσιολ. (Legr.) 801, Rechenb. 785, Φαλιέρ., Ιστ.2 291, Διήγ. Βελ. χ 279, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 273, 274, Μαχ. 5208, Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813, Θησ. Ζ́ [1143], ΙΒ́ [238], Κάτης (Τικτοπούλου) 61, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 830, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2695, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 450, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1043, Πεντ. Γέν. XVIII 16, XXI 16, L 13, Έξ. XXVIII 12, Λευιτ. XI 25, Αρ. VII 9, Δευτ. I 9, XXIX 21, Κώδ. Χρονογρ. 6911, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1513], Μορεζ., Κλίνη φ. 9v, 39v, 107r, Κρασοπ. (Eideneier) S 3, Δωρ. Μον. XXIII, Πανώρ.2 Ά 328, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 195, Έ 91, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 135, 1009, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 44, Παλαμήδ., Βοηβ. 328, 424, Ιστ. Βλαχ. 239, 2117, Διγ. Άνδρ. 3208, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3728, 15237, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 583, Γ́ 84, 534, Δ́ 1954, Διαθ. 17. αι. 3157, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 535, Β́ 378, Έ 617, Διήγ. πανωφ. 56 δις, 60, Λίμπον. 38, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 185, Δ́ 87, Ιντ. ά 142, δ́ 1, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 6516, Ροδινός (Βαλ.) 128, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 211, Β́ 62, Έ 381, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14714, 5475, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. γ́ 9, κ.π.α.· ασηκώνω, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 ΑΖ 6, 47, Αλεξ.2 633, 1619, Επίλ. 42, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2357, Ζήνου, Βατραχ. 374, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 60r, 76v, 81v, 167v, 243r, 250r, 318r, κ.α., Τριβ., Ρε 251, Τριβ., Ταγιαπ. 101, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Έ [325], [360], Ή [103], κ.α., Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 44r, 50r, 53r, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 15, 35, Κατζ. Ά 325, Γ́ 536, Μπερτόλδος 6, 19, Μπερτολδίνος 115, 167, Ιερόθ. Αββ. 331, Εγκ. αγ. Δημ. 10519, Καλόανδρ. (Δανέζης) 75 (1v), Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1274], Χριστ. διδασκ. 78, 80, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 23, 31, Διακρούσ. (Κακλ.) 137· ασκώνω, Επιστ. 16. αι. 2512‑13· εσηκώνω, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3411-12· σηκών(ν)ω, Μαχ. 631, 2012, 2619, 15430-31, 27627, 31632, 47630, 52019, 53810, 58013, 60830, 66631, κ.α.· σηκώννω, Μαχ. 20632, 24834, Ξόμπλιν φ. 134v, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 97, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 290, Θρ. Κύπρ. M 248, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 267, 269, 281, 483· σκώνω, Διγ. A 2319, Διγ. Z 222, Φυσιολ. (Legr.) 53, Χρον. σουλτ. 10819, Επιστ. 16. αι. 255, Βοσκοπ.2 261, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26817· γ́ πρόσ. εν. ενεργ. αορ. ασήκουσε, Αλεξ.2 957· γ́ πρόσ. εν. μέσ. αορ. εσήκωθαν, Πεντ. Αρ. XXV 7· β́ εν. πρόσ. ενεργ. προστ. ασήκω, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1172]· σήκα, Sprachlehre 190· σήκω, Πεντ. Δευτ. III 27· β́ εν. πρόσ. μέσ. προστ. σήκου, Αχιλλ. L 843, 916, Sprachlehre 88, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 527· σηκώθησαι, Σφρ., Χρον. (Maisano) 586· β́ πληθ. πρόσ. μέσ. προστ. σήκωτε, Πεντ. Γέν. XIX 14 (έκδ. σήκωμε· διορθώσ.), Έξ. XII 31, Δευτ. II 13, 24· σηκώτε, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 7.
Από το μτγν. σηκόω. Ο τ. ασηκώνω (με προθετ. α‑) στο Βλάχ. (λ. ασικώνω), καθώς και μτχ. ασηκωμένος στο Meursius (λ. ασικομένος), και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ. 140). Ο τ. ασκώνω σήμ. ιδιωμ. (Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. σηκώννω σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Σακ., Κυπρ. Β́ 780, λ. σηκόννω, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Τ. #13’κώνου σήμ. ιδιωμ. (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 343). Τ. σ’κώνω (με συγκ. του ‑η‑) καθώς και τ. εσ’κώνω στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. στο Meursius (λ. σικόννειν) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Μεταφέρω από χαμηλά ψηλότερα, μετακινώ προς τα επάνω· υψώνω, ανεβάζω: Ευθύς την σπάθην εσήκωσε και προς θηρίον τρέχει Διγ. A 1492· εξέβη ο ευνούχος·| βλέπει, γινώσκει την γραφήν ...| σκύπτει, εκ την γην σηκώνει την Λίβ. Esc. 1425· είδε (ενν. ο Κτεναβώ) τους πλανήτας και τα ζώδια· και ουδέν ήτον ώρα καλή· και είπε των γυναικών και ασήκωσαν τα ποδάρια της, να μηδέν πέσει το παιδίν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1053· Η δε κόνις εσηκώθη εκ πεζών τε και ιππέων| ... έως εις τα νέφη απάνω Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Γ́ [11]· (προκ. για σημαία): αφνίδιως, ως ευρέθησαν, εκίνησαν κι υπάγουν,| ούτε φλάμουρα εσήκωσαν, ούτε αλλάγια εποίκαν Χρον. Μορ. H 9020· β) (προκ. για μέλος του σώματος ανθρώπου ή ζώου) κινώ προς τα πάνω, υψώνω: τας χείρας του εσήκωσε και τον Θεόν δοξάζει Χρον. Μορ. H 4810· συχνά πηδά (ενν. ο γάδαρος), τσιλιπουρδά και την οράν σηκώνει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 455· εσήκωσε τον δάκτυλόν του και έσεισεν και εφοβέρισέν τον Διγ. Άνδρ. 32023· φρ. (1) σηκώνω τα αμμάτια/βλέμμαν/τα μάτια/τα ομμάτια = (α) στρέφω τα μάτια μου προς τα πάνω, υψώνω το βλέμμα μου: Κλαίγει, θαρρώ, κι ο βασιλιός, για κείνο δε σηκώνει| τ’ αμμάτια του να τηνε δει κι όσο μπορεί τα χώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 397· Βλέμμαν ουδέν εσήκωσεν (ενν. ο Φλώριος) καμίαν ν’ αντρανίσει Φλώρ. 844· να αφήσει (ενν. η ψυχή) πάσαν βιοτικήν μέριμναν και να σηκώσει τα ομμάτια της εις τον ουρανόν Βουστρ. Μεταφρ. 254· από την εντροπήν του δεν αποκότουνε να ασηκώσει πλέον τα μάτια του Μπερτόλδος 32· (β) στρέφω την προσοχή μου, βάζω στο μάτι κάπ.: και ήτον ύστερα τα λόγια ετούτα και εσήκωσεν η γεναίκα του αφεντός του τα μάτια της προς το Ιωσεφ και είπεν: «πλάγιασε μετά μεν» Πεντ. Γέν. XXXIX 7· (2) σηκώνω την χείρα/το χέριν = (α) χειροδικώ: αν σηκώσει (ενν. ο λαός ο πτωχός) το χέριν του καταπρόσωπα του ψουμάτου, να χάννει το χέριν το δεξιόν Μαχ. 2428· (β) επιτίθεμαι: Και δεν τους έσωσαν αυτά π’ όρισαν και επήραν,| αμή και εις την Βενετιάν εσήκωσαν την χείρα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5550· γ) μεταφ. γ1) προκ. για κοινωνική άνοδο: αν κάμεις τό σου θέλω πει, μπορώ να σε σηκώσω| και να σε κάμω άνθρωπον τον πρώτον εις τη χώρα Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1222· κάποιο ριζικό τον κόσμο ανακατώνει| και πλούσους ρίχνει χαμηλά κι ανήμπορους σηκώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 566· γ2) προκ. για ηθική άνοδο: ο περιστάτης σου λαός ζητά να τονε σώνου,| να ξεπλυθεί τα πταίσματα και οπόθεν έχει κρίμα| να τον σηκώσ’ η χάρις σου εκ του βυθού το φρίμα Σκλέντζα, Ποιήμ. 542· Έχεις το βάπτισμα οπού σε σηκώνει, έλα και εις την θείαν μετάληψιν, και αν σου φαίνεται δύσκολον, έχεις την εξομολόγησιν οπού σε κρατεί Lucar, Sermons 110· δ) (με υποκ. το Θεό ή το Χάρο) ανεβάζω την ψυχή κάπ. στον ουρανό, παίρνω την ζωή κάπ.: ας απομεινίσκομεν ώστι να θέλει ο Θεός να σηκώννει τους γονίους μας και να παίρνομεν την κληρονομίαν Μαχ. 210· Αν μέλλεται ποτέ να με σηκώσεις,| Χάρε, μηδέν ιστέκεις ν’ ασκοπίζεις| καλλιότερον καιρόν για να με σώσεις Κυπρ. ερωτ. 521· ε) (συνεκδ.) βαπτίζω: η δείνα ... εμνηστεύσατο εαυτήν μετά του δείνα, μη γινώσκουσαν ότι υπήρχεν αδελφός αυτής πνευματικός, διατό εσήκωσεν αυτήν ο δείνα και πατήρ αυτού από της αγίας κολυμβήθρας Ελλην. νόμ. 55726. 2) α) Φέρνω κάπ. ή κ. που έχει πέσει στην όρθια θέση: ως ... είδεν ότι έπεσον, ήρξατο του γελάν με,| εκβαίνει και σηκώνει με γοργόν από του πάτου Προδρ. (Eideneier)2 Ά 191· Και αφότου επαρεκάλεσα μετά πολλών δακρύων,| σκύπτει η Αγάπη, από την γην σηκώνει με και λέγει Λίβ. διασκευή α 416· (με σύστ. αντικ.): μη διεις το γαϊδούρι του αδερφού σου γή το βοΐδι του πέφτουν εις τη στράτα ...· σηκωμό να σηκώσεις μετ’ αυτόν Πεντ. Δευτ. XXII 4· β) (μεταφ.) επαναφέρω κ. στη σωστή θέση, διορθώνω: εντέχεται εκείνος (ενν. ο δεσπότης) απαύτα να ’σάσει πολλά και να σηκώσει, πάντα τον καλόν ποιών, και μετά ταύτα εντέχεται να εξεύρει ότι εις τοιούτην τάξιν ως κρίνει τους άλλους κριθήσεται Ασσίζ. 2746. 3) α) Κρατώ το βάρος κάποιου πράγματος, υποστηρίζω κ.: ανάγναντις την κλειδαριά να είναι τα κρικέλια ... να σηκώνουν το τραπέζι Πεντ. Έξ. XXV 27· (εδώ προκ. για το βάρος των αμαρτιών που επιρρίπτονται στον αποδιοπομπιαίο τράγο): και να σηκώσει το ’ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους ... και να απεστείλει το ’ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22· (προκ. για τον αμνό του Θεού): ελπίζοντες εις τον μεσίτην μας Ιησούν Χριστόν, ο οποίος είναι το αρνίον οπού σηκώνει και εβγάνει την αμαρτίαν του κόσμου Χριστ. διδασκ. 431· β) μεταφ. β1) αντέχω το βάρος κάπ. πράγματος· αντιμετωπίζω: Φρόνιμος έναι και καλός όπου φρονεί το τέλος,| και αν τον έλθει τίποτε, να το σηκώσει ως άνδρας Κομν., Διδασκ. Δ 374· β2) επαρκώ, φτάνω: και δεν εσήκωσεν αυτουνούς (ενν. τον Αβραμ και τον Λωτ) ηγής να κάτσουν αντάμα, ότι ήτον το πλούτος τους πολύ Πεντ. Γέν. XIII 6· β3) ανέχομαι: μη σηκώσεις άκουσμα ψοματένιο Πεντ. Έξ. XXIII 1. 4) α) Κουβαλώ, μεταφέρω, φέρνω: Έσω εις κοφίνια βάλλουσι τα ρόδα των ανθέων,| βάγιλοι τα σηκώνουσιν, τον αμιράν τα πάσι Φλώρ. 1593· και είς σοφός διδάσκαλος μετά των μαθητών του| ευρέθηκεν εις τον γιαλόν, θωρούσιν το κιβώτιον,| σηκώνουν το οι μαθηταί, εις το σκολείον το παίρνουν Απολλών. (Κεχ.) 408· το πουρνό ήτον και ο άνεμος ο ανατολικός εσήκωσεν την ακρίδα Πεντ. Έξ. X 13· φρ. σηκώνω την κατούνα(ν) = διαλύω το στρατόπεδο (βλ. και ά. κατούνα Φρ. (και Επιτομή)): εδώκαν τα σαλπίγγια,| τα τούρκικα τα βούκινα, όπου είχαν μέγα πλήθος,| σηκώνουν τες κατούνες τους, εβάλθησαν στον δρόμον Χρον. Μορ. H 5202· β) μεταφέρω κάπ. σε πλοίο, επιβιβάζω: επήγεν εις το καράβιν τους Βενετίκους και παρακάλεσέν τους να τον σηκώσουν να τον βάλουν εις το καράβιν του το γενοβήσικον Μαχ. 22819· γ) (προκ. για νεκρό) μεταφέρω στον τόπο ταφής: και έκαμαν ... και πολλά αμάξια και μουλάρια οπού τους ασήκωναν (ενν. τους απεθαμένους) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 312v· όταν απέθανεν, εγύρεψαν εις το οσπίτιόν του και δεν ευρήκασι πανί να τον σαβανώσουσι, μήτε ξυλοκράβατον να τον σηκώσουσι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 292. 5) Ξυπνώ κάπ. που κοιμάται: κουτάβι λοντάρι Ιουδα· από άρπαγμα, υιέ μου, ανέβεις, εγονάτισεν, εστάλισεν σαν λοντάρι και σαν λονταρίνα· τις να τον σηκώσει; Πεντ. Γέν. XLIX 9· Χήρα γυναίκα ήτονε κι αγάπα την δουλεία| και είχε σκλάβες περισσές διά υπηρεσία·| νύκτα πολλά τες σήκωνε πάντα εις την δουλεία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 793· φρ. σηκώνω τον ύπνο τινος = ξυπνώ κάπ.: Αμέ φοβούμαι αληθινά ο χτύπος τση καρδιάς μου| μην ασηκώσει ογλήγορα τον ύπνο τση κεράς μου Πανώρ.2 Β́ 242. 6) Ξεσηκώνω κάπ.: Και συ τούτο μου έκαμες, τ’ αδέλφια να σηκώσεις;| τάχατες εβαρέθης με και θες να με σκοτώσεις; Διγ. O 825. 7) α) Κάνω καλά κάπ. που είναι άρρωστος: ο Θεός εις δοκιμήν της ώρας σήκωσέ τον,| απέκει οπού κείτουντον ευθύς ανάστησέ τον Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 183· Αφήνω να ειπώ όσους ύγιανεν ... και όσους παραλύτους εσήκωσε και όσους ζουγλούς και κουτσούς ύγιανεν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 12116· φρ. σηκώνω αρρωστιάν = θεραπεύω ασθένεια: Και ο άρρωστος θέλει να γλυτώσει, θωρεί (ενν. το πουλλίν ο καλανδρίνος) τον στεριά και συχνά και σηκώνει πάσαν αρρωστιάν απού πάνω του Άνθ. χαρ. 29028· β) συνεφέρνω: τι ήτον αυτόν το καλομύρωδον είδος, οπού με εσήκωσεν από την λιγοθυμίαν; Σπανός (Eideneier) A 278· γ) (προκ. για νεκρό) ανασταίνω: Ω καλή μου χριστιανή, βούλεσαι να αποθάνεις| δι’ άνδραν, όπου έχασες; Πρέπει να τον σηκώνεις; Συναξ. γυν. 395. 8) (Προκ. για κατασκευή) ορθώνω, στήνω: Οι Έλληνες εξόρθωσαν και του Επιού τον ίππον| εις τέσσαρας χοντρούς τροχούς, φοβερούς εν μεγέθει,| εσήκωσαν απάνου τους την μαλαγήν της τέχνης Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 12042· (εδώ μεταφ.): Σκοπός μας εδώ δεν είναι να σηκώσομεν άλλην βαθμίδα, διά να σώσομεν εις την θεωρίαν του Θεού Βουστρ. Μεταφρ. 256. 9) (Προκ. για κτίσμα) α) κτίζω: Οι Ιουδαίοι λοιπόν είπαν: «Ο ναός ετούτος εκτίσθη εις σαρανταέξι χρόνους —και εσύ εις τρεις ημέρες να τον σηκώσεις;» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. β́ 20· β) κατεδαφίζω, γκρεμίζω: Εάν κανείς άνθρωπος ... πακτώνει μία εδικήν μου γην διά να οικονομήσει οικίαν ... και γίνεται μετά ταύτα ότι ... ουδέν θέλει πλείον να το κρατήσει εκείνον το έφυτον, το δίκαιον κρίνει ότι ... ημπορεί καλά να σηκώσει απέ την γην μου, ού να το πουλήσει αν θέλει Ασσίζ. 45318· (εδώ μεταφ.): παρακαλούμεν τον Θεόν να δει την ταπείνωσίν μας και να σηκώσει την σουπερπίαν τους (ενν. των Γενουβήσων) Μαχ. 45621. 10) α) Παίρνω, αφαιρώ κ. από κάπ.: αν λάχει ότι κανείς άνθρωπος επιάστην εις κανέναν άσχημον αμάρτημαν, ώσπερ εμοιχίαν, και διά τον φόβον σηκώνουν του κανέναν πράγμαν απέ το εδικόν του ... ένι κρατημένος να το στρέψουν με κείμενον, διότι διά φόβον το έδωκεν Ασσίζ. 16231· Καί έρισεν ο ρήγας και εσήκωσάν του (ενν. του αποστολέ) την αρχιεπισκοπήν Βουστρ. (Κεχ.) 1017· (με δύο αιτιατ.): εθελήσαν οι Γενουβήσοι δυναστικώς να σηκώσουν τα άρματα τους Λευκωσιάτες και ... αρχέψαν ταραχάς μεγάλες Μαχ. 4168· (σε παροιμ. φρ.): Του γουρουνίου και του βαθράκου μην ασηκώσεις την λάσπην Μπερτόλδος 28· φρ. (1) σηκώνω την ζωήν τινος = αφαιρώ τη ζωή κάπ., σκοτώνω κάπ.: εκείνη ελόγιασεν ότι να του ασηκώσει την ζωήν ολότελα Μπερτόλδος 51· (εδώ προκ. για αυτοκτονία): Το χέριν του σήκωσεν την ζωήν του Κυπρ. ερωτ. 10131· (2) σηκώνω τινός την ιεροσύνην = καθαιρώ ιερέα: τον ιερέαν οπού τους όρμασεν ... πρέπει να του σηκώσουν όλας τας ημέρας της ζωής του την ιεροσύνην Ασσίζ. 36524· (3) σηκώνω τον αθό τση παρθενιάς = παίρνω την παρθενιά, διακορεύω: λέγει μου: «Η βασιλική πίστη απ’ εσύ έδωκές μου| και τον αθό τση παρθενιάς τσ’ άξας εσήκωσές μου ...» Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 280· (4) σηκώνω τη φιλιά τινός = στερώ τη φιλία μου από κάπ., παύω φιλική σχέση: Μάλλιος φοβούμαι να τση πω πως καίγομ’ ογιά κείνη| μη μου σηκώσει τη φιλιά κι ο πόνος μου πληθύνει Πανώρ.2 Ά 174· β) αρπάζω, κλέβω: Αυτός την βασιλείαν σου ταχέως θέλει πάρει,| να μη περάσει τρίμερον και να σε την σηκώσει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 452· ως είδαν και την ωραιοτάτην εκκλησία, οπού εξέστραπτε μέσα και έξω, την εξεσκέπασαν οι άνομοι και εσήκωσαν εκείνη τη σκέπη τη χρυσοπάμφυλο Ιστ. Βατοπ. 39· ό,τι και αν ηύρισκεν (ενν. ο ιατρός) εις το σπίτι της γραίας, όλα τα ασήκωνε Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 19. 11) α) (Προκ. για αντικείμενο πώλησης) παίρνω κ. πίσω, αποσύρω: Ανίσως είς άνθρωπος επούλησεν έναν πράγμαν ..., και γίνεται ότι ο πουλητής θέλει να μετανώσει ..., το δίκαιον ... ορίζει ότι ουδέν ημπορεί να του το σηκώσει εκείνον το πράγμαν απ’ εκείνον οπού το αγόρασεν Ασσίζ. 3819· β) κατάσχω: το δίκαιον ορίζει ότι εκείνος ή εκείνη του ποιού ένι εγγυητής ή χρεωφελέτης, ημπορεί καλά να του σηκώσει το κτηνόν του διά το χρέος του Ασσίζ. 7011· γ) απαγορεύω να γίνει κ.: απέ την Κυριακήν του Ασώτου άχρι της Κυριακής του Θωμά ένι οι ημέρες και σηκώνουνται οι ορμασίες Ασσίζ. 12527· δ) καταργώ: μετά το ελθείν τον ρε Ζακ έμαθεν το πως ο αδελφότεκνός του εχάρισεν πολλά χαρίσματα και εποίκεν πολλές ελευθερίες και ... εσήκωσέν το Μαχ. 55019. 12) (Προκ. για χρήματα) α) αναλαμβάνω, παίρνω: Την σήμερον φανερά, έστοντας και η κερά Ζαμπέτα Φιλιμοπούλα ... να θέλει να πιάσει και να σηκώσει το προυκίο τση, το οποίον, ως λέγει, είναι υπέρπυρα φ́ ... Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 24· ο ίδιος μισσέρ Σταμάτης ... να πάγει με δύναμιν του προυκοχαρτίου ... να σηκώσει απού την κάμεραν τσ’ Αφεντίας ... υπέρπυρα χίλια διακόσια Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 17327· φρ. σηκώνω το μερτικόν μου (σου, του ...) = (προκ. για περιουσία) παίρνω το μερίδιό μου: ορίζει το δίκαιον ότι τα παιδιά ουδέν ημπορούν να σηκώσουν το μερτικόν τους (ενν. εκ της κληρονομίας της μητρός τους) απέ τον πατέρα τους εωσπού ζει Ασσίζ. 1322· β) έχω αξία (σε χρήματα), στοιχίζω: λόγιασε, υψηλότατη δικαιοσύνη, είντα σηκώνουνε τα τριανταδύο μουζούρια η ταγή και τα εφτά μουζούρια το στάρι Κατά ζουράρη 35. 13) Απομακρύνω κ., διώχνω: ήρτεν έναν κοπάδιν ακρίδα και ... με λιτανείες και ελεημοσύνες και παρακάλησες εσήκωσέν την ο Θεός από το νησσίν Μαχ. 62412· Δίωξε και σήκωσε έξω απέ την ψυχήν σου πάσαν θλίψιν και πόνον Ξόμπλιν φ. 122r. 14) Αναδεικνύω: Προφήτη απομεσοθιό σου από τα αδέρφια σου σαν εμέν να σηκώσει ο Κύριος ο Θεός σου· προς αυτόν να ακούγετε Πεντ. Δευτ. XVIII 15· και πήραν τον κυρ Γαβριήλ έτσι καθώς ευρέθη,| αφέντην τον εσήκωσαν (ενν. οι άρχοντες και οι στρατιώτες) και κείνος εβαρέθη Ιστ. Βλαχ. 790. 15) α) Δημιουργώ: Διατί είναι γραμμένον πως ο Θεός ημπορεί από ετούτες τες πέτρες να σηκώσει παιδία του Αβραάμ Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11231· φρ. (α)σηκώνω ελπίδες = γεννώ, δίνω ελπίδες: με τες ανεμικές ελπίδες π’ ασηκώνεις (ενν. συ, Αφροδίτη)| πρώτα με γαλιφιές πλανάς Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1103]· β) προκαλώ: Δεν με εκόμπωσες, ω επικατάρατε απατεών, να μην εγνωρίσω ποίος είναι οπού μου τα σηκώνει ετούτα (ενν. τα κακά) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15326. 16) Καταργώ (τα όρια του ουρανού), ανοίγω τον ουρανό: Οι άγγελοι καθημερνόν σ’ εσέναν (ενν. Μαρία) εσιμώναν| επτά φορές των ουρανών το ύψος εσηκώναν.| Άκουες ύμνους, ψαλμωδιές και γλυκομελωδίες Σκλέντζα, Ποιήμ. 1190. 17) (Απρόσ., προκ. για φυσικά φαινόμενα) γίνεται, συμβαίνει: και τα μεσάνυκτα πάλε εσήκωσε ωσάν και την ημέραν με φωτιές και με βροντές Διήγ. πανωφ. 57· τῃ Κυριακῄ μετά τον όρθρον εσήκωσεν ένα σύννεφον ωσάν ένα φοβερόν και μέγα βουνόν Διήγ. εκρ. Θήρ. 10913. II. Μέσ. 1) α) Έρχομαι σε όρθια θέση: Και παρευθύς τον βασιλιάν βλέπει ότι εσηκώθην,| στέκεται εις πόδας όρθιος Φλώρ. 406· Ωσάν ουν καθῃρέθη ο αυτός κύρης Ιωάσαφ, εσηκώθη από του θρόνου και έκαμε μετάνοιαν των αρχιερέων δεξιά και αριστερά Ιστ. πατρ. 18710. φρ. σηκώνεται η αυλή = λήγει η συνεδρίαση του δικαστηρίου: εκείνος ο πουργέζης ουπού ουδέν έλθει εις την ημέραν του πριν να σηκωθεί η αυλή, θέλει χάσει την ημέραν του με το δίκαιον Ασσίζ. 887· β) η προστ. (α)σήκω/σηκώσου σε σχ. ασύνδετο ή με δευτερεύουσα πρόταση δηλώνει προτροπή ή επιθυμία να γίνει κ. άμεσα: Ασήκω, φύγε, μίσευσε, μην κάθεσαι εις τον γάμον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 173 κριτ. υπ.· Πατέρα μου, ασηκώσου να φάγεις από το κυνήγι μου διά να με ευλογήσει η ψυχή σου πριν παρά να αποθάνεις Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 137v· Το λοιπόν σηκώσου, φύγε από τα ομμάτια μου και να μην σε ιδώ πλέον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3721‑2. 2) α) Υψώνομαι, ανεβαίνω: και το φεγγάρι ας χαθεί και τ’ άστρα ας σκοτεινιάσου| κι ας σηκωθούσι νέφαλα τον κόσμο να σκεπάσου Πανώρ.2 Δ́ 126· (εδώ μεταφ.): η μακαρία Παρθένος ήτονε εβγαλμένη από την γην ..., αλλά ωσάν απού έγινε του Θεού μητέρα εσηκώθη υπεράνω των ουρανών Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405· Πνεύμα κράζεται, καθότι σηκώνεται επάνω από τις σωματικές ετούτες ενέργειες Ροδινός (Βαλ.) 94· φρ. σηκώνονται οι τρίχες μου = προκ. για σωματική αντίδραση σε αίσθημα φόβου, τρόμου ή φρίκης: και ετρόμαξα τόσον, ότι εσηκώθησαν αι τρίχες μου Διγ. Άνδρ. 36811· β) (προκ. για ζύμη) φουσκώνω· (εδώ σε παρομοίωση): Ο δε Μωσής εισδύς ευθύς τῃ πέτρᾳ εκρυβήθη (παραλ. 2 στ.) κι η πέτρα εκ της στενωσιάς ως ζύμη εσηκώθη Παϊσ., Ιστ. Σινά 102. 3) Αφήνω το κρεβάτι που κοιμήθηκα, ξυπνώ: Οκάποτε εξημέρωσε, σηκώνομαι εκ του ύπνου Λίβ. διασκευή α 1473· Ζούσιν οι ξένοι πανταχού και ζουν ωσάν δε θέλουν (παραλ. 1 στ.) κοιμούνται και σηκώνονται πικρά, φαρμακωμένα Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 36. 4) α) (Προκ. για άρρωστο) γίνομαι καλά: Περί μετανοούντων και εξομολογουμένων και κανονισμένων πόσους χρόνους, αν έλθωσιν εις θάνατον, να μεταλάβουν, και αν σηκωθούσι, πάλιν δουλεύουσι Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1072 κέ 3· β) συνέρχομαι, συνεφέρνω: μέγαν καιρόν οπίσω| ποτέ δεν εσηκώθησαν από τον τόσον πόνον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7311· γ) (προκ. για νεκρό) ανασταίνομαι: Να σηκωθούσιν οι νεκροί, άνδρες, γυναίκες κι όλοι| και οι άγγελοι να ’ναι δεξιά, ζερβά οι διαβόλοι Τζάνε, Κατάν. 95. 5) α) (Προκ. για πλοίο) σηκώνω άγκυρα, αποπλέω: Θωρώντα τα κάτεργα πως διάφορος δεν είχαν, εσηκώθησαν. Και επήγαν εις την Πάφον Βουστρ. (Κεχ.) Μ 1311· (μετων.): Αν είσαι καταβολάρης, κάτεχε ότι με τρεμουντάνα δυνατήν ουδέν σε αφήνει να σηκωθείς Πορτολ. A 4012· β) (προκ. για οδοιπόρο ή ταξιδιώτη) ξεκινώ (ή συνεχίζω) ταξίδι, αναχωρώ, φεύγω: έπειτα δε από την Τρίπολιν σηκώνεται πεζός άνθρωπος και υπάγει έως το Χάμα οδιά ημέρες τρεις Ουζούχασαν 24· εσηκώθη από την Φιορέντσα μετά λύπης μεγάλης ... και ήλθεν εις την Βενετίαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18· (μεταφ.): στο μίσεμάν της (ενν. της κυράς μου) εσηκώθην| πάσα χαρά κι η πλήξη μου πιντώθη Κυπρ. ερωτ. 9410. 6) α) (Προκ. για καιρικό φαινόμενο) εκδηλώνομαι, ξεσπώ: τότες εσηκώθην ένας κακός καιρός και εφοβήθησαν διά τα κάτεργα Μαχ. 27410· Την νύκταν εκείνην ... σηκώνεται ένας άνεμος και αγριεύγεται η θάλασσα Μορεζ., Κλίνη φ. 388r· μερικούς καιρούς σηκώνεται δυνατός νότος και σηκώνει τα βουνά του άμμου ολόκληρα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 256· (σε μεταφ.): εσηκώθηκε αέρας σωτηρίας εις τον λαόν του Θεού, ο Μεθόδιος, ο καλός αληθινά βοσκός των προβάτων του Χριστού Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 677· β) (προκ. για ουράνιο σώμα) ανατέλλω: Ακόμη ο ήλιος δεν ήτονε καλά σηκωμένος από την ανατολή ... και οι Τούρκοι επεριλάβανε την ελεεινή Πόλη Χρον. σουλτ. 9210· Εκείνο το ψοματινό και το μισό φεγγάρι,| που ’γέρθη και σηκώθηκε μ’ έτοια μεγάλη χάρη ... Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 106· γ) (προκ. για χρονικό διάστημα) ακολουθώ· φτάνω: και να σηκωθούν εφτά χρόνια πείνας καταπόδου τους και να λησμονηθεί όλη η χόρταση εις την ηγή την Αίγυφτο, και να αποτελέψει η πείνα την ηγή Πεντ. Γέν. XLI 30. 7) α) Ξεσηκώνομαι, εξεγείρομαι: να σηκωθώμ’ απάνω του, να τον ’πιβουλευτούμεν Παλαμήδ., Βοηβ. 734· ο λαός όλος της χώρας του άνωθεν νησιού εσηκώθηκαν καταπάνου του Πρίντζιπό τους και των αρχόντων τους Σουμμ., Ρεμπελ. 157· β) επιτίθεμαι, ορμώ σε κάπ.: και ήτον όνταν ήτον εις το χωράφι και εσηκώθην ο Κάιν προς τον Έβελ τον αδερφό του και εσκότωσέ τον Πεντ. Γέν. IV 8. 8) Δημιουργούμαι: και ιδού εσηκωθήκετε κατωθιό τους γονεούς σας ανάθρεμμα αθρώπων φταισμένων Πεντ. Αρ. XXXII 14· Μαλιές εσηκωθήκασι κι έχθρητες εγενήκα Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 35. 9) Παρουσιάζομαι, φανερώνομαι: Τῳ αυτῴ χρόνῳ εσηκώθη ένας άνθρωπος μαύρος και εκήρυττε τον εαυτόν του, ότι είναι κι αυτός προφήτης μέγας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 275· τον αυτόν καιρόν οπού εις τους Μωαμεθίτας εσηκώθη η αίρεσις του Χαϋντάρ, τον αυτόν και εις τους χριστιανούς η αίρεσις του Λουτέρου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 318. 10) Ανεβαίνω σε αξίωμα: και εσηκώθην βασιλεάς καινούριος ιπί την Αίγυφτο, ός δεν ήξερεν τον Ιωσεφ Πεντ. Έξ. I 8. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = επηρμένος, αλαζόνας: Οι πρησμένοι και σηκωμένοι, τουτέστιν οι υπερήφανοι Ροδινός (Βαλ.) 60. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = κουβαλητός: έρχονται προς αυτόν (ενν. τον Ιησού) βαστώντες έναν παράλυτον σηκωμένον από τεσσάρων Πηγά, Χρυσοπ. 49. Φρ. 1) Σηκώνω το αίτιον = αναιρώ την αιτία: αφόν να σηκώσεις το αίτιον, παύουν και τα τούτων ακόλουθα Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 527. 2) Σηκώνω ανακάτωμαν/ζάλην/θόρυβον/ταραχήν κ.τ.ό. = προκαλώ αναστάτωση, κάνω φασαρία: Ως το ήκουσαν, ως το έμαθαν οι άνθρωποι της χώρας,| σηκώνουν ανακάτωμαν και ταραχήν και ζάλην Διήγ. Βελ. χ 356· εκάμνασι συμβούλια θόρυβον να σηκώσουν Λίμπον. 291. 3) Σηκώνω άρματα απάνω εις τινά = παίρνω τα όπλα εναντίον κάπ., επιτίθεμαι: εις αυτούς (ενν. τους μοναχούς του Σίναιου Όρους) απάνω να μη σηκώνει τινάς άρματα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 273. 4) α) Σηκώνω το γεμάτο = κάνω πρόποση: εις του Θεού το όνομα σηκώνουν το γεμάτο Ιστ. Βλαχ. 2115· β) σηκώνω το ποτήρι, βλ. ά. ποτήριον 1. 5) Σηκώνω το γεφύριον/γιοφύρι = (προκ. για κινητή γέφυρα) μαζεύω: προλαβόντες οι εν τῳ Ευρίπῳ εσήκωσαν το γεφύριον, και ακουσίως εμείναμεν εις τας έξωθεν του γεφυρίου πέτρας Σφρ., Χρον. (Maisano) 761· Σιμώνει μέσα για να μπει και βλέπει το γιοφύρι| πως σηκωμένο του ’χανε, κι έπρεπε να γιαγείρει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2528. 6) Σηκώνω δόγμα = προκαλώ θρησκευτικό ζήτημα: οι Τούρκοι ... εσήκωσαν δόγμα μεγάλο και εγίνη σύγχυσις και ταραχή Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 19r. 7) Σηκώνω το έκκλημαν = αντιμετωπίζω κατηγορία στο δικαστήριο: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος θελήσει να σύρει μαρτυρίαν ... δι’ αγάπην εκείνου οπού θέλει να σηκώσει το έκκλημαν, το δίκαιον ορίζει ότι οι κριτάδες ουδέν εντέχουνται να τους δεχτούν διά μάρτυρας τοιούτους ανθρώπους Ασσίζ. 1012. 8) Σηκώνω την ελπίδαν = σταματώ να ελπίζω: Τούτον ούλον εγίνετον, διατί εσήκωσεν την ελπίδαν απέ τον Θεόν και εθάρρησεν εις το νουν του και εις την αγάπην του ρηγός Μαχ. 57614. 9) Σηκώνω το καταλόγι μου = (αρχίζω να) απαγγέλω προφητεία, προφητεύω: Και εσήκωσεν το καταλόγι του και είπεν· «λέει ο Βιλεάμ υιός του Βεορ ...» Πεντ. Αρ. XXIV 15. 10) Σηκώνω κατάστιχο/ινκάντο = δηλώνω στο κτηματολόγιο/βγάζω σε δημοπρασία (περιουσιακό στοιχείο): οι λεγόμενοι πουλητάδες ... δίδουν θέλημα του άνωθεν αγοραστή να το καταστιχάρει γή να το ’καντάρει (ενν. το αμπέλι) και σηκώνοντας κατάστιχο γή ικάντος να το ντελιμπεράρει απάνω του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6138. 11) Σηκώνω κέρας σωτηρίας = στέλνω βοήθεια (πβ. Κ.Δ., Λουκ. 1, 69: ήγειρε κέρας σωτηρίας): να ζητήξομεν την βοήθειαν του Θεού ... να σηκώσει κέρας σωτηρίας να έλθει πάλι η Κωνσταντινούπολις εις τα πρώτα της Μορεζ., Κλίνη 23v. 12) α) Σηκώνω κεφάλι, βλ. ά. κεφάλι(ν) Φρ.· β) σηκώνονται κεφάλια = γίνονται εξεγέρσεις, επαναστάσεις: από τους πολλούς πολέμους και τες πολυαρχίες και τα πολλά κεφάλια οπού εσηκώνουντα και εκεί συχνά, εκλείοντο οι δρόμοι και δεν εδύνοντο οι οικονόμοι ... να στείλουσιν τίποτες εις το μοναστήριον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 201. 13) Σηκώνω το κεφάλι/τον λογαριασμό/το ψήφος = καταμετρώ πληθυσμό, κάνω απογραφή: να σηκώσεις τον λογαριασμό παιδιών του Ισραελ εις τους αναγραμμένους τους Πεντ. Έξ. XXX 12· Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεαθ απομεσοθιό παιδιά του Λεβη εις τις γενεές τους Πεντ. Αρ. IV 2· ανάγραψε παν πρωτόκοκο ασερνικό εις τα παιδιά του Ισραελ ... και σήκωσε το ψήφος ονόματά τους Πεντ. Αρ. III 40. 14) Σηκώνω κόπια = αντιγράφω κείμενο, αποκτώ αντίγραφο κειμένου: Δέξου τα (ενν. τούτα τα βέρσα) το λοιπόν α θες και απήτις τα αναγνώσει| ότις ζητήξει κόπια δος του να την σηκώσει| διά να μπορούν να δούσινε και άλλοι την δούλεψίν μου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 28. 15) Σηκώνω το κρίμα/(το) φταίσιμο = διαπράττω αμαρτία, είμαι ένοχος αμαρτίας: αυτός μάρτυρας γή είδεν γή ήξερεν, αν δεν αναγγείλει, και να σηκώσει το κρίμα του Πεντ. Λευιτ. V 1· μη μισήσεις τον αδερφό σου εις την καρδιά σου ... και να μη σηκώσεις απάνου του φταίσιμο Πεντ. Λευιτ. XIX 17· ανήρ ότι να καταριστεί τον Θεό του και να σηκώσει το φταίσιμό του Πεντ. Λευιτ. XXIV 15. 16) α) Σηκώνω την κρίση = (πιθ., προκ. για το εβραϊκό αρχιερατικό επιστήθιο) φέρω τα διακριτικά σημάδια του θελήματος του Θεού: και να σηκώσει ο Ααρων τη κρίση παιδιών του Ισραελ ιπί την καρδιά του ομπροστά στο Κύριο πάντοτες Πεντ. Έξ. XXVIII 30· β) σηκώνεται η κρίσις = (τριτοπρόσ.) ανακοινώνεται καταδικαστική απόφαση (πβ. ΚΔ, Πράξ. Αποστ. 8, 32, ΠΔ, Ησ. 53, 8): Με την ταπείνωσίν του ασηκώθη η κρίσις του, αμή το γένος του τις να το λογαριάσει; Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 72r. 17) Σηκώνω το λαμπρόν = σβήνω τη φωτιά· (εδώ μεταφ.): Έναι χρήση να σηκώσεις| το λαμπρόν από ’ξαυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 11842. 18) Σηκώνω μαχαίριν απάνω εις κάπ. = επιτίθεμαι σε κάπ. με μαχαίρι: Έκοψεν (ενν. ο ρε Τζάκες) το κόμμαν του χεριού εκείνου όπου να σηκώσει μαχαίριν απάνω εις καβαλλάρην ή λιζίου Μαχ. 886. 19) α) Σηκώνω (τη) μάχη/σεφέρι = ξεκινώ σύγκρουση, αρχίζω πόλεμο: Ήλθε καιρός και εσηκώθησαν μάχαι ανάμεσον των χριστιανών και των βαρβάρων Μορεζ., Κλίνη φ. 479v· Μα αλήθεια σου όποιος βασιλιός λογιάζει να σηκώσει| τη μάχη, πρέπει ολονομπρός βλέπηση να ’χει τόση Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 9· εγώ ωσάν οργισθώ και σηκώσω σεφέρι, όλος ο κόσμος ... δεν δύναται να με αντισταθεί Βίος Αλ.2 113· β) σηκώνομαι εις μάχην = ξεκινώ για πόλεμο: Κι ο βασιλεύς μετά στρατού εις μάχην εσηκώθη Κορων., Μπούας 114. 20) Σηκώνω μοιρολόγι, βλ. ά. μοιρολόγιον Φρ. 2. 21) Σηκώνω νερόν, βλ. ά. νερόν Φρ. 7. 22) α) Σηκώνει ο νους, βλ. ά. νους Φρ. 59· β) σηκώνω τον νου(ν), βλ. ά. νους Φρ. 60. 23) Σηκώνω πόλεμον/(εις) πόλεμον, βλ. ά. πόλεμος Φρ. 18α, β. 24) Σηκώνω πουλία = εκτρέφω κατοικίδια πτηνά: ο Σατούρνος ήτονε ο πρώτος οπού έδειξεν να δουλεύουν την γην και να φυτεύουν δενδρά και να ασηκώνει πουλία Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 7r. 25) α) Σηκώνω (τα) πρόσωπα κάπ. = φέρομαι σε κάπ. ευνοϊκά, παίρνω το μέρος κάπ.: μη σηκώσεις πρόσωπα φτωχού και μη διαπρέψεις πρόσωπα μεγάλο· με δίκο να κρίνεις τον σύντροφό σου Πεντ. Λευιτ. XIX 15· ιδού, εσήκωσα τα πρόσωπά σου απατά για το πράμα ετούτο να μη γυρίσω το κάστρο ος εσύντυχες Πεντ. Γέν. XIX 21· β) σηκώνω τα πρόσωπα προς κάπ. = στρέφω το βλέμμα μου σε κάπ., κοιτάζω κάπ.: να σηκώσει ο Κύριος τα πρόσωπά του προς εσέν και να βάλει εσέν ερήνη Πεντ. Αρ. VI 26. 26) Σηκώνω τον σταυρόν = οργανώνω σταυροφορία: ω πάπα αγιότατε, της πίστεως ο στύλος (παραλ. 1 στ.) ποίσε ...| όλοι αυθέντες της Φραγκιάς να κάμουσιν αγάπην (παραλ. 1 στ.) και να σηκώσουν τον σταυρόν εσύ πρώτος και κείνοι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 544· οι χριστιανοί ήλθαν εις τα μέρη της Συρίας και της Παλαιστίνης ... διά να ελευθερώσουν την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ και εσήκωσαν τον σταυρόν δι’ αυτήν την υπόθεσιν Ροδινός (Βαλ.) 190. 27) Σηκώνω το στοίχημα = κερδίζω στοίχημα: μάντευσέ το εσύ ... διά να ημπορέσω εγώ να ξεκαθαρίσω το άνωθεν αίνιγμα και να ασηκώσω το στοίχημά μου Μπερτολδίνος 138. 28) Σηκώνω το τραπέζι(ν) = μαζεύω τα σκεύη του φαγητού μετά το γεύμα, καθαρίζω το τραπέζι: και όταν σηκώσουν το τραπέζι, να λογαριάζει (ενν. ο βδελυρός) πως επερίσσευσαν μισού ασπρού ρεπάνια, διά να μην τα φάγουν οι δούλοι του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126· ο Μανόλης ήτον άνθρωπος ως νέ χρονών ... και τόσος ήτον φιλόξενος ότι το τραπέζιν του δεν το εσήκωνεν από μία εβδομάδα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 56r. 29) Σηκώνω φουσσάτα = συγκεντρώνω στρατεύματα: Δεν ηθέλησε την αυτήν σύβαση και εκοίταζε να σηκώσει φουσσάτα ... διά ν’ αντισταθεί του σουλτάνου Χρον. σουλτ. 10135. 30) Σηκώνω την φωνήν = ανεβάζω την ένταση της φωνής μου, φωνάζω: Ιδέ μου εκείνους τους άλλους κατακειτάμενους εις τα καπηλεία, να τρώγουσι, να πίνουσι, να μεθύουσιν, έπειτα να μου σηκώσουσι την φωνήν εις το τραγούδι Πηγά, Χρυσοπ. 305· Φωνή εσηκώθη φοβερή από όλον το φουσσάτον| ότι Έκτορας εκρέμνισεν Έλληναν βασιλέα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7062. 31) Σηκώνω τσι ψύλλους μου και φεύγω = (ειρων., προκ. για άτακτη υποχώρηση) τα μαζεύω και φεύγω: και ό,τι ώρα οι Τούρκοι εκούσασι ...| τον ερθομό μου εμένα εδώ, πάραυτας εσηκώσα| τσι ψύλλους τως κι εφύγασι Φορτουν. (Vinc.) B́ 88. 32) Σηκώνω την ψυχή μου προς κ. = έχω την ελπίδα μου σε κ.: Μη αδικήσεις μισταργόν φτωχόν και πένητον ... Εις την ημέρα του να δώσεις το μιστάρι του ... ότι φτωχός αυτός και προς αυτό αυτός σηκώνει τη ψυχή του Πεντ. Δευτ. XXIV 15.
σκεύος- το, Καλλίμ. 396, 2578, Ασσίζ. 25616, 3301, Διγ. (Trapp) Gr. 2162, Ερμον. Ω 3, Βίος Αλ. (Aerts) 2073, Θρ. Κων/π. (Mich.) 43, Θρ. αλ. 27, 30, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11410, Hagia Sophia α 45919, Ιστ. πατρ. 13013, 14, 16922, Hagia Sophia k 48416, Hagia Sophia φ1 50222, Hagia Sophia ω 5311, 6, κ.α., Μ. Χρονογρ. 3411, Παϊσ., Ιστ. Σινά 996, Αλφ. 1519, Μορεζ., Κλίνη φ. 387v, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 906 ξγ́ 3, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [413], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55511, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 8113.
Το αρχ. ουσ. σκεύος. Η λ. και σήμ.
1) α) (Γενικ.) οποιοδήποτε χρηστικό αντικείμενο: λάθρα της κοίτης αναστάς επέστρωσε τους ίππους| και τον χρυσόν αφείλατο, τα κρείττονά τε σκεύη Διγ. Z 2567· Φουσσάτον εχωρίσαμεν, επήραμεν κατούνας,| σκεύη και πράγματα πολλά προς την αποδημίαν Καλλίμ. 2512· β) (συν. στον πληθ.) επιτραπέζια σκεύη: Το δε χρυσίον το πολύ εκείνης της τραπέζης| όχι, ουδείς δεν δύναται να βάλλει κατά νουν του,| σκευών των υπέρ άπειρων εκείνων των μεγάλων,| εκ του χρυσίου καθαρού Αρσ., Κόπ. διατρ. [644]· τράπεζαν εύρεν εγγύς ετέραν (παραλ. 1 στ.). Λίθινα σκεύη παρ’ αυτής των πολυτίμων λίθων.| Εις σκεύη μετελάξευσε παντοδαπά, ποικίλα:| πελάξιν λίθον τηλαυγήν, λυχνίτην άλλον λίθον Καλλίμ. 393, 394· γ) (ειδικ.) δοχείο, βάζο· κύπελλο, ποτήρι: (Τότες βγαίνει η ασκιά του Γαζαίου κρατώντας ένα βάζο ασημένιο και λέγει): ΑΣΚΙΑ: Τούτο το σκεύος κάτεχε πως αίμα θα γεμίσει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 271· Πιάσε το σκεύος το χρυσόν και φέρε μου το άλλο,| το αργυρόν με τ’ άγιασμα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄[419]· Οι πινεγχύται τοιγαρούν πυκνότερον εκίρνων| οίνον αυτόν Αλέξανδρον εν σκεύεσι χρυσέοις Βίος Αλ. (Aerts) 3474· δ) (συν. στον πληθ. με τα επίθ. θείος, ιερός, πανάγιος, τίμιος) ιερά, εκκλησιαστικά αντικείμενα: Ρημάσσουν όλες τσ’ εκκλησιές, τα σκεύη εσηκώνα| κι επαίρνασίνε χάρισμα κάθά ’μορφην εικόνα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5475· εκεί γαρ υποκάτωθεν, ως αι Γραφαί λαμβάνουν,| τα θεία σκεύη του Μωσή και Ααρών τυγχάνουν Παϊσ., Ιστ. Σινά 558· όσοι επροσήλωσαν σκεύη ιερά εις την αυτού πατριαρχείαν, άπαντα γενήσονται αυθεντικά Έκθ. χρον. 4618· Ο κόσμος της Αγιάς Σοφιάς, τα πέπλα της Τραπέζας| της παναγίας, της σεπτής, τα καθιερωμένα| τα σκεύη τα πανάγια και πού να καταντήσαν; Ανακάλ. 111· τα της μονής τίμια σκεύη αρπάσαντες ῴχοντο Δούκ. 3639· ε) έπιπλο (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β́2 60): Τούτος ο πατριάρχης ... έκαμε και δύο αναλόγια οπού κανοναρχούν εις τον δεξιόν χορόν και εις τον αριστερόν και άλλα τινά σκεύη Ιστ. πατρ. 1789· στ) (προκ. για σύμβολα εξουσίας): εκράξανε τον κυρ Λούκα, οπού ήτονε πρώτος άρχος, οπού εκράτιε τα σκεύη της βασιλείας και ήρθε ομπρός του Χρον. σουλτ. 937. 2) (Στον πληθ.) αποσκευές: και ήτον λαίλαπας μέγας εν τῃ θάλασσᾳ ... Κι εφοβήθησαν οι ναύτες ... κι έριξαν τα σκεύη ος ειν καράβι προς τη θάλασσα το αλαφρύνει Ιων. I 5. 3) (Μεταφ.) α) το ανθρώπινο σώμα ως το δοχείο της ψυχής και όργανο του καλού ή του κακού: δούλην με απέργασαι του σου Υιού, Παρθένε,| σκεύος τε πάλιν εύχρηστον Πνεύματος του Αγίου Εις Θεοτ. 94· ει ην μεταποιήσαι ο Θεός αντίτυπα των κτισμάτων, έν προς άλλο ευρίσκεται, το δε του διαβόλου σκεύος ουκ αν άλλο ευρίσκετο, ει μη του του Θωμά σκεύος Ιστ. Ηπείρ. XXIV5, 6· Η γραυς η κακομήχανος, το σκεύος των δαιμόνων Καλλίμ. 1304· έφθειρα και ηχρείωσα ψυχήν μου τε και σώμα (παραλ. 1 στ.), σκεύος εγίνην μιαρόν, άχρηστον, εφθαρμένον Εις Θεοτ. 64· (προκ. για την Παναγία): Σκεύος τιμής κι ευπρέπειας, χάριτος ουρανίας,| του Ποιητού το ιερόν, εύρεσις σωτηρίας Σκλέντζα, Ποιήμ. 713· β) έκφρ. σκεύος εκλογής = άνθρωπος ο οποίος γίνεται το εκλεκτό όργανο του Θεού· (εδώ προκ. για τον απόστολο Παύλο): Εγώ Παύλος ο υβριστής και διώκτης … των αγίων του Θεού εκκλησιών γέγονα τίμιον σκεύος εκλογής Χριστού του Θεού Ιατροσ. 262. 4) α) Πράγμα το οποίο κατασκευάζει κάποιος με τεχνητά μέσα· δημιούργημα, επινόηση: αυτών (ενν. των θηρίων) τα στόματα παρά των πυρουμένων| κατακαιόμενα σκευών, ουκέτι προς ανθρώπους| κατίσχυον επιπηδάν Βίος Αλ. (Aerts) 4636· τάχιστα συναγαγών (ενν. ο Πώρος) τα πλήθη των βαρβάρων (παραλ. 2 στ.) συν σκεύεσι μηχανικοίς, έτοιμος εγεγόνει Βίος Αλ. (Aerts) 4603· το κελλίν το θαυμαστόν του δράκοντος εκείνου| ή μάλλον πιλατήριον και φυλακήν της κόρης·| σκεύος βασάνων αν ειπείς, ουκ αστοχήσεις λέγων Καλλίμ. 536· (μεταφ., προκ. για το ανθρώπινο σώμα): εις ολίγον καιρόν να με έχεις και εμένα εκεί να με γηροκομήσεις, οπόταν τούτο το οστράκινον σκεύος του σώματός μου θέλει ραγίσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ Ιστ. 127· β) (προκ. για τον ήλιο) δημιούργημα: Σκεύος θαυμαστόν (ενν. ο ήλιος), έργον Υψίστου, μέγας Κύριος ο ποιήσας αυτόν Βουστρ. Μεταφρ. 257. 5) α) Είδος πυροβόλου όπλου (για τη σημασ. πβ. ά. σκευή 5α): τσάγγρας και μπαλεστρέρηδες, τόξα και τοξατόρους,| σκεύη και πουμπαρδιέρηδες …,| ενέπλησε τα κάτεργα και ναυς τας μαχικάς του Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.–v. Gem.) 128· β) (γενικ.) πολεμικός εξοπλισμός: να φορούμεν άρματα, να σύρνομεν φουσσάτον| όσον ειπείν προς πόλεμον …,| να σύρνομεν βαρέματα και μηχανάς και σκεύη Καλλίμ. 973.
σκόνταμμα- το, Σπαν. O 258, Βουστρ. Μεταφρ. 257.
Από το σκοντάπτω και την κατάλ. ‑μα. Η λ. στο Βλάχ. (σκόνταμα) και σήμ.
1) Η ενέργεια του σκοντάφτω, πρόσκρουση σε εμπόδιο κατά το βάδισμα: Για δε θυμάσαι, αφέντρα μου, τα παραδάρματά μου,| της νύκτας τον παρεδαρμόν και τα σκοντάμματά μου ...; Ch. pop. 316· (σε μεταφ.): Άσφαλτα δίχως σκόνταμμα ήριχνε κάθε ζάλο| και πάντα με τη φρόνεψην ήδειχνεν ένα γι’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1323. 2) (Μεταφ.) α) εμπόδιο, πρόσκομμα: Αλίμονον, την ιεροσύνην πουλούμεν με τα αργύρια, τον λαόν δεν διδάσκομεν, γινόμεσθεν εξόμπλι της κακίας εις τον λαόν ..., είμεστεν πρόσκομμα και σκόνταμμα των ανθρώπων να σκοντάφτουν οι άνθρωποι από ημάς και να σκανδαλίζονται Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 451· τ’ άδικο εθεμέλιωσε κι η δικιοσύνη φεύγει| κι η τύχη χωρίς σκόνταμμα στο Κάστρο βασιλεύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 43110· έκφρ. πέτρα σκοντάμματος = ηθικό εμπόδιο, αιτία ηθικής διαμάχης (πβ. ΚΔ, Παύλ. Ρωμ. 9, 33): Να οπού βάνω εις την Σιών πέτραν σκοντάμματος και πέτραν σκανδάλου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. θ́ 33· β) δυσκολία· παγίδα: αυτείνη (ενν. η Παρθένος Μαρία) αμποδίζει και τον εχθρόν να μην μας καταπίει μονοτάρου, διά τούτο εις την σκοτεινήν νύκταν της ζωής ετουνής απού είμεσθεν, ας περιπατούμεν με το φως το εδικόν της ..., οδιά να ημπορέσομεν να περάσομεν τα σκοντάμματα του κόσμου ετουνού να φτάξομεν εις την ειρηνικήν κατοικίαν την αιώνιον Μορεζ., Κλίνη φ. 493r.
σμίξις- η, Χρον. Τόκκων 1999, Μαλαξός, Νομοκ. 187, 289, Πηγά, Χρυσοπ. 124, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 450703, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 88, 176, Διγ. Άνδρ. 37226, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1481 ιθ́ 3, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1014], Χριστ. διδασκ. 70, 379, 382, 423, Βουστρ. Μεταφρ. 255, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Γαλ. β́ 9· έσμιξη, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 473, 532, 782, 1230, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 405, 450, 622, Β́ 463, Γ́ 199, Έ́ 104· έσμιξις, Διγ. Z 252, Ασσίζ. 3341, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1539, 1544, 1582, 1583, Μετάφρ. "Χαρακτ." Θεοφρ. 126, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 10936, Χριστ. διδασκ. 419, 426, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά́ ιέ́ 33, Β́ ς́ 14, Ρωμ. ιγ́ 13· σμίξη, Διγ. Z 2123, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά́ 132, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 178r.
Από το αρχ. ουσ. σύμμιξις (Ανδρ., Λεξ., λ. σμίξη). Για το σχηματ. των τ. με προθετ. ε βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 232. Ο τ. έσμιξη σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) και λογοτ. (ΑΛΝΕ) και ο τ. έσμιξις στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 545). O τ. σμίξη στον Κατσαΐτ., Θυ. Έ́ 483 και σήμ. λαϊκ. Η λ. σε έγγρ. του 11.-16. (TLG, Caracausi) και στο Βλάχ.
1) Σύνδεση, συνένωση· (συνεκδ.) το σημείο ένωσης δύο αντικειμένων, ο αρμός: Έσωθεν ως εξώθεν| εφαίνετό σου μάρμαρον ένα γλυπτόν υπάρχει| η τσάμπρα η πανεξαίρετος· όλη ην καλά κτισμένη·| σμίξιν ουκ έβλεπες ποτέ ετέρου λιθαρίου,| τοσούτον κατεκάλυνε το έργον ο τεχνίτης Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 6408. 2) Ένωση (φυσική ή πνευματική): το σώμα του ανθρώπου με όλα τα μέλη έχει μίαν έσμιξιν αχώριστον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1081· Εκολλήθηκε γαρ πρεπόντως η ψυχή αυτεινού (ενν. του Ιωάσαφ) οπίσω του Χριστού, εσμίγοντας μετ’ αυτόν με μίαν έσμιξιν αχώρισθον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 16340· (εδώ προκ. για την ψυχή και το σώμα κατά τη Δευτέρα Παρουσία): Έστι δε η ανάστασις έσμιξις πάλιν ψυχής τε και σώματος. Διατί αυτό το σώμα, το σαπημένον και διαλυόμενον, θέλει ανασταθεί, να γενεί αχάλαστον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5439. 3) Σαρκική ή ερωτική ένωση· α) σεξουαλική πράξη, συνουσία: Καθώς όταν σμίξει η πέτρα με το σίδηρον και κτυπηθούν, εβγαίνει φωτία, ούτω και από την σμίξιν του ανδρός και της γυναικός, εν τῳ άμα, Θεού οικονομίᾳ, σώμα συν τῃ ψυχῄ γίνεται Γιατροσ. Ιβ. 20· από την σμίξιν οπού κάνει ο άνδρας με την γυναίκα γεννώνται τα κορμία ως καθώς έχει η φύσις Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 17r· φρ. πίπτω εις έσμιξιν = συνουσιάζομαι: πολομούν (ενν. οι γυναίκες) ως πολομά η αρκούδα, το να στηρνιάσει κολακεύει τον άνθρωπον ή το ζώον το αρσενικόν, και το να ππέσει εις έσμιξιν μετά της, και ν’ αποστηρνιάσει τότε θανατώννει το Μαχ. 57427· β) γάμος: Εκέρδαισε τους κόπους του, ήσμιξε μετά κείνη·| στον κόσμον έτοια πεθυμιά και σμίξη δεν εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 630· (σε παροιμ. φρ.· βλ. Ερωτόκρ. Παροιμ. σ. 780): Λοιπόν αποφασίσετε το ρήγα, να κατέχει| το πώς η θυγατέρα σας σ’ τούτα όρεξη δεν έχει| και μηδέ θε να παντρευτεί, α δεν περάσου χρόνοι (παραλ. 1 στ.). Η έσμιξη που ’ναι στανικώς, οι φρόνιμοι λογιάζου,| μάχη ’ν’ κουρφή, βάρος πολύ, κι όχθρητα τηνε κράζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 359· έκφρ. έσμιξη/σμίξις (του) γάμου = γαμήλια ένωση: Γροικά το κι ο Πολύδωρος, παράξενο του εφάνη| πως μ’ άλλον άντρα η Αρετή έσμιξη γάμου κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1168· Τα περί της σμίξεως του γάμου, ήγουν της πανδρείας γενόμενα Χριστ. διδασκ. 379. 4) α) Συνάντηση ανθρώπων, συγκέντρωση: απήλθομεν εις την Χαλυβίαν μετά του βασιλέως ..., ήγουν μετά την εν Κερασούντι εισέλευσιν αυτού και έσμιξιν μεθ’ ημών Πανάρ. 7333· β) λατρευτική σύναξη: εκείνοι οπού εδέχθησαν τον λόγον του (ενν. του Πέτρου) ... εκαρτερούσαν εις την διδαχήν των αποστόλων και εις την έσμιξιν και εις το κόψιμον του ψωμίου και εις τες προσευχές Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. β́ 42. 5) Συναναστροφή, σχέση· φιλία: Υιέ μου, βλέπε με πονηρούς ποτέ μη συντροφεύσεις,| μήδ’ εσεβείς μετ’ αυτεινούς ποτέ εις την χαράν τους.| Λείπε από την σμίξιν τους και από την ομόνοιάν τους Σπαν. (Ζώρ.) V 125· Δεν θέλουσι την έσμιξιν τ’ άρχου και την φιλιά του,| αμή όταν θέλουνε του φανεί, χρειάζονται την δουλειά του Δεφ., Λόγ. 355. 6) Ένωση ανθρώπων για εμπορικούς σκοπούς, συνεταιρισμός: Εάν λάχει ότι β́ ή γ́ άνθρωποι συντροφεύγουν εν τῳ άμα, ως ένι κουστούμιν, και πραγματεύγουνται, και γίνεται ότι πολομούν όρκον εν τῳ άμα εις τα άγια, εις την έσμιξιν οπού να πορευτούν με καλήν οδόν και με καλήν πίστιν εις την συντροφίαν, και λαχάνει μετά ταύτα ότι έχουν μεσόν τους καμμίαν αδυσκεψίαν … Ασσίζ. 843. 7) Πρόσμειξη, προσθήκη: με κάθε δίκαιον και πρεπούμενα αποστρεφόμεσθε κάθε λογής ανακατώματα και σμίξες οπού επανωβάλασι και επροσθέσασι, με τα σιχαντερά και μισητά όλα ευρέματα οπού εις τα Μυστήρια εράψασιν Χριστ. διδασκ. 154. 8) Συγκέντρωση βοήθειας, έρανος: έγιναν αυτοπροαίρετοι (ενν. αι εκκλησίες της Μακεδονίας) εις τούτο το έργον, παρακαλώντες μας με πολλήν παρακάλεσιν να δεχθούμεν εμείς την χάριν και την σμίξιν της διακονίας οπού γίνεται απ’ εκείνους εις τους αγίους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Β́ ή 4· εθέλησαν η Μακεδονία και Αχαΐα να κάμουσιν κάποιαν έσμιξιν εις τους πτωχούς, από τους αγίους οπού είναι εις την Ιερουσαλήμ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ιέ́ 26.
στοιχείον- το, Διγ. (Τrapp) Gr. 2653, 2659, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 475, Διήγ. Αλ. V 26, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) VI4, VII6, 7, 8, Χρησμ. (Brokkaar) 61, Χρησμ. I 245, Βουστρ. Μεταφρ. 256, Πηγά, Χρυσοπ. 338 (14) τρις, Κυπρ. ερωτ. 1458, Lucar, Sermons 20, 21 δις, 147, Διγ. Άνδρ. 38413, Ψευδο-Σφρ. 52011 (έκδ. στοιχέων· διορθώσ.), Πρόλ. άγν. κωμ. 49, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13620, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 111, 160, 206, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1861, 5, 14, 18, , 25, 27· στοιχειό, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 254, Κορων., Μπούας 29, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 21· πληθ. στοιχά, Πεντ. Λευιτ. XVII 7, Δευτ. ΧΧΧΙΙ 17.
Το αρχ. ουσ. στοιχείον. Ο τ. και σήμ με διαφορ. σημασ. Για το σχηματ. του πληθ. στοιχά βλ. Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. XXXII-XXXIII]. Η λ. και σήμ. στον τ. στοιχείο.
1) Το απλούστερο δομικό συστατικό α) του λόγου, δηλ. φθόγγος ή γράμμα: Ουαί σοι πόλις επτάλοφε· όταν το εικοστόν| στοιχείον ευφημίζεται εις τα τείχη σου,| τότε ήγγικεν η πτώσις ή η απώλεια| των δυναστών σου Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) X3· Ο δε Αίσωπος υπήγεν εις μίαν λάρνακα και είχεν χαραγμένα … επτά γράμματα. Και κράζει τον Ξάνθον και λέγει του: —Καταλαμβάνεις, ω δέσποτα, την έννοιαν των στοιχείων αυτών, το τι διαλαμβάνουν; Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 18528· β) της ύλης: β1) σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, ένα εκ των: γη, νερό, αέρας, φωτιά: Παρακινά με ο ουρανός, η ανατολή και η δύσις,| στοιχεία και τα τέσσερα του κόσμου οπού ’χει η κτίσις,| νερό, αέρας και φωτιά και η παραπονεμένη| η γη μου, οπού βρίσκεται με αίματα βαμμένη Λίμπον. 2· Ο μεν αήρ πρωτόκτιστον πάντων υπάρχει στοιχείον, υπό δε του αέρος το ύδωρ γεννάται …, υπό τεσσάρων στοιχείων (έκδ. στοιχέων· διορθώσ.) και ο άνθρωπος συνηρμοσμένος υπάρχει και πάσα η κτίσις Ψευδο-Σφρ. 52029, 31· το μεν σώμα υπό των τεσσάρων στοιχείων συνίσταται, και εις την ώραν του θανάτου ψυχραίνονται τα τέσσαρα αυτά στοιχεία, και μετά ημέραν μίαν και έμπροσθεν διαλύονται οι χυμοί και γίνονται ως ύδωρ Μάρκ., Βουλκ. 3456, 7· β2) (στον πληθ.) τα φυσικά φαινόμενα, οι δυνάμεις της φύσης: ο Ζευς, μέγας εις τη θεότη| και τω στοιχείων ολωνώ πρώτος στην κυριότη Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Γ 2· Δίδει (ενν. ο ήλιος) … τες ακτίνες του και θερμαίνει την γην και τελειοί τα σπέρματα, μα τέλεια παρευθύς δεν δύνεται να τα δώσει ουδέ μοναχός του δύνεται να τα κάμει, παρά να του συντρέχουσι και τα άλλα στοιχεία και του γεωργού η επιτηδειότης Μορεζ., Κλίνη φ. 482r· και κάμει αντάρα και βροχή κι ο ουρανός μαυρίσει (παραλ. 1 στ.) και τα στοιχειά ανακατωθού και τ’ αστρικά μανίσου … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1829· β3) έκφρ. τα στοιχεία του ουρανού = τα ουράνια σώματα (οι πλανήτες, τα άστρα)· (εδώ σε προσωποπ.): τα στοιχεία τ’ ουρανού κλαίουν, θρηνούν την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 429· γ) του ανθρώπινου σώματος· σύμφωνα με την Ιπποκρατική αντίληψη, ένας από τους τέσσερις χυμούς, δηλ. αίμα, φλέγμα, ξανθή και μαύρη χολή: Δεν είμαι εγώ άγγελος, μα είμαι ολόμοιός σου, ομοιοπαθής άνθρωπος και κάτοικος εις την γην και βαστώ σάρκα χωματένιαν με αίμα και με τα άλλα στοιχεία συνθεμένη Μορεζ., Κλίνη φ. 358v. 2) α) Υπερφυσικό ον, πνεύμα (που φυλάγει, προστατεύει έναν τόπο)· βλ. και Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 130]· πβ. σημερ. στοιχειό: Αν ήτον άνθρωπος αυτός (ενν. ο Διγενής) στον κόσμον ως οι άλλοι,| είχεν αν σώμα και ψυχήν, θάνατον να φοβάται,| ου πάντως ώσπερ άσαρκος έτρεχεν στα σπαθία·| αλλά στοιχείον εκ παντός ετύγχανε του τόπου| και φαντασίᾳ μεθ’ ημών τον πόλεμον να κάμει Διγ. Z 3189· Θαρρούμεν ότι να είναι στοιχείον και εφύλαττε τον τόπον και διά τούτο δεν έχει χρεία τες σπαθές μας. Και επήδα ωσά να επέτα ωσάν πουλίον Διγ. Άνδρ. 3847· Του λόγγου τούτου την αρχήν μόνον οι ανεράιδες| και τα στοιχεία αν ήξευραν τίποτες απ’ εκείνον Θησ. ΙΆ́ [204]· β) κακοποιό πνεύμα, δαίμονας: σήμερον εγώ σωματωμένον άλλον| δαίμονα, κακομήχανον, ψυχώλεθρον στοιχείον| λυτρώσω προς υπόμνησιν του γένους των ανθρώπων; Καλλίμ. 2586· εις τους μάντεις υπήγεν, εκείνη εις τους γόητας, εκείνη εις την κατσιβέλαν, εκείνη η άλλη εις την ρίκτραν, εκείνη υπήγεν εις τα στοιχεία … δαιμόνια απατηλά Πηγά, Χρυσοπ. 338 (14).
συγχύζω,- Βίος Αλ.2 126, Θρ. Κων/π. B 1, Χούμνου, Κοσμογ. 868, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1110, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4798, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 109r, Τριβ., Ταγιαπ. 287, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 729, Μορεζ., Κλίνη φ. 52v, 53r, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Διγ. Άνδρ. 36629, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3919, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1578 κθ́ 3, Καλόανδρ. (Κεχ.) 408, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 167, Δ́ 173, Λίμπον. 247, Επίλ. 21, 25, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 40, 352, Χριστ. διδασκ. 160, Ροδινός (Βαλ.) 216, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 104, Έ́ 13, Διγ. O 814, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1601, 24913, Τζάνε, Κατάν. 102, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 228, Ροδινός, Ιγνάτ. Παφλαγ. 969, 1011, Μπερτόλδος 41, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιδ́ 26, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5907, 8645, κ.α.· συχύζω, Θησ. Έ́ [573], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1178, Συναξ. γυν. 352, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 233r, Τριβ., Ταγιαπ. 287 κριτ. υπ., Παλαμήδ., Βοηβ. 286, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 572· μτχ. παρκ. συγχεσμένος, Χρον. Τόκκων 1304.
Από το ουσ. σύγχυσις και την κατάλ. ‑ίζω (Ανδρ., Λεξ., ΛΚΝ) ή από τον αόρ. του συγχέω με μεταπλ. (Μπαμπιν., Ετυμ. Λεξ., γρ. συγχίζω). Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Τ. συχύζου (Κωστ., Λεξ. τσακων., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ.) και συ#20#20ίζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο Βλάχ. (γρ. συγχίζω) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Ανακατεύω, σκορπίζω από δω και από κει: Ο δ’ οξύθυμος Πηλείδης (παραλ. 2 στ.) ελογίσθηκεν αυτίκα (παραλ. 2 στ.) να φονεύσει τον Ατρείδην, και τους Αχαιούς τους άλλους| να συγχύσει ομού πάντας Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ά́ [461]· ωσάν εκατέβηκεν (ενν. το λιοντάριν) από το όρος, ... γεμάτον από πολύν θυμόν, συγχύζοντας το θέατρον, και κάμνοντάς το δύο μερτικά, πολλούς εξέσκισε με τα δόντια του και τα νύχια του Ροδινός (Βαλ.) 218. 2) α) Προκαλώ ταραχή, αναστάτωση ή μπέρδεμα: ώσπερ ο ιερεύς σφαλιζεται μέσα εις το άγιον Βήμα, έτσι και ημείς ... να κλείσομε καλά την ψυχήν και το κορμί από παντός λογισμού κακού και ρυπαρού διά να μην μας συγχύζουν την ψυχήν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 400r· Γιατί χολιάς κι έτσι πολλά το λογισμό συγχύζεις; Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 668· β) ανατρέπω τη σωστή λειτουργία (συνόλου ή πράγματος), χαλώ: εχάλασαν και εσύγχυσαν την εκκλησιαστικήν τάξιν (ενν. όσοι επονηρεύθησαν εις αυτήν την γενεάν) Ροδινός, Ιγνάτ. Παφλαγ. 7332· Σύρε απεδώθε παρευθύς, μήπως οχ την αγάπη| την πατρικήν, οπού βαστάς σ’ ετούτον τον αζάπη,| τούτην την άγια θυσιά μη λάχει και συγχύσεις| και τούτο το θεάρεστον έργο μας αμποδίσεις Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 537· οι ιερείς εκείνοι, οπού βαπτίζουν των Τουρκών τα παιδία ... εις κόλασιν έρχονται ψυχής τε και σώματος και την Εκκλησίαν συγχύζουν Μαλαξός, Νομοκ. 256· (προκ. για το ανθρώπινο σώμα): Η περισσή δ’ αθυμία σύγχυσε τα στοιχειά του| και νόσον του κατέστησε, και ’κόψε την καρδιάν του.| Κι εξ μήνας τότε έζησε, κι ύστερον αποθάνε ... Κορων., Μπούας 29. II. Μέσ. 1) α) Ανακατεύομαι, μπερδεύομαι: εκείνο οπού είναι ... μόνης της σοφίας του Θεού ίδιον, ότι από το όμοιον μέρος του αέρος περνούσι αντάμα αναρίθμητα είδη χρωμάτων δίχως να ανακατωθούσιν ή να συγχυσθούσιν ανάμεσά των Βουστρ. Μεταφρ. 256· β) (προκ. για τη θάλασσα) ταράζομαι, αναταράζομαι: Όταν θωρούμεν ουρανός και μ’ αστραπές αρχίζει| και με βροντές αγριότατες να συχνοψιχαλίζει.| Κι η θάλασσα εσυχύστηκε κι εφούσκωσε περίσσα,| που τα καράβια επά κι εκεί τα κύματα εχωρίσα Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 241. 2) α) Αναστατώνομαι από αίσθημα φόβου, λύπης, θυμού, κ.τ.ό.: Λέγω τον: «Τι συγχύζεσαι; Ο φόβος τι σε πιάνει; ...» Λίβ. Va 2785· Ο ρήγας δ’ απεκρίθηκε, πολλά ’τον μανισμένος,| κι από τους λόγους τους σκληρούς ήτονε συγχυσμένος Κορων., Μπούας 54· Και ωσάν εμπήκε μέσα (ενν. ο Ιησούς), τους είπε: «Τι συγχύζεσθε και κλαίετε; Το παιδίον δεν απέθανεν, αμή κοιμάται» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. έ́ 39· β) (με υποκ. τη λ. νους) χάνω την ηρεμία μου, ταράζομαι: Και όρισεν (ενν. ο βασιλεύς) τες βαΐες της να την μανθάνουν (ενν. την κόρην) γράμματα, διά να μην συγχύζεται ο νους της εις άλλες μέριμνες Διγ. Άνδρ. 31420· Ο νους μου και ο λογισμός συγχύζεται να γράψει,| να στιχοπλέξει αστοχεί την άλωσιν της Πόλης Θρ. Κων/π. H 1. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = μπερδεμένος, ταραγμένος: Τούτο είναι το μυστήριο που μου ’χε σκεπασμένο| το έργο και δεν το ’βλεπα στο νου τον συγχυσμένο! Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 1078· σαν φρόνιμοι επέρασαν να έχουν την ειρήνην·| εκυβερνούσαν τον καιρόν να μη συνέβει μάχη (παραλ. 1 στ.). Ήσαν κι οι δύο φρόνιμοι, είχαν μεγάλη γνώση,| τον συγχυσμένον τον καιρόν τον είχαν ημερώσει Ιστ. Βλαχ. 1184.
συμφωνώ,- Ελλην. νόμ. 5257, 52818, Χρον. Μορ. P 2779, Πανάρ. 7927, Lettres 1453 414, Byz. Kleinchron. Ά́ 23329, 24832, 42838, Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 271, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3417, Ιστ. πολιτ. 318‑9, Ιστ. πατρ. 11215, Ιστ. Βλαχ. 832, Διγ. Άνδρ. 36620‑21, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 159, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κγ́ 30, Λουκ. ια’ 48, Πράξ. κγ́ 20, κη’ 25, Βουστρ. Μεταφρ. 254, Χριστ. διδασκ 462· ασυμφωνώ, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 251· συφωνώ.
Το αρχ. συμφωνέω. Ο τ. συφωνώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. συφωνού). Η λ.και σήμ.
1) α) Βρίσκομαι σε αντιστοιχία με κ., ταιριάζω: Οϊμένα ο κακομοίρης,| το πράγμα απατόν του φανερό ’ναι·| το κάμωμα και η τύχη| και τ’ όνειρον ομάδι συμφωνάει Πιστ. βοσκ. V 5, 285· ου συμφωνεί πυρ μετά αχύρων Χειλά, Χρον. 357· Όλα ’ναι πάντα και παντού τα πράματα δικά του (ενν. του Θεού),| μόνον ο τρόπος ο κακός δεν συφωνεί μετά του Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 182· β) (για πρόσωπα) ταιριάζω στο χαρακτήρα, συνεννοούμαι, επικοινωνώ με κάπ.: Εύκολα συμφωνά τινάς εις αλλοτρίους τόπους| μ’ εκείνους που ’χουν όμοιες τες γνώμες και τους τρόπους,| με συντοπίτες μάλιστα, και είναι παρηγορία| κρατώντας σαν πατρίδα τους κείνη την μετοικία Λίμπον. 135. 2) α) Έχω την ίδια γνώμη με κάπ.: με τον Τέρτυλλον εσυμφώνησαν και οι Ιουδαίοι, λέγοντες: «Ετούτα έτσι είναι» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κδ́ 9· Ο βασιλιός σου τον κρατεί (ενν. τον Τρωσίλο) φίλο πολλ’ ακριβό του| κι είναι σου χρειά να συμφωνάς κι εσύ στο λογισμό του,| γιατ’ η γυναίκα νόμο τση να ’χει τ’ αντρός τση πρέπει| τη θέληση, να την τιμά πολλά και να τη βλέπει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 650· β) εγκρίνω, επικροτώ, επιδοκιμάζω: όσους έβλεπεν (ενν. ο Φώτιος) οπού εσυμφωνούσαν εις την γνώμην του και εις αυτά τα άτοπά του καμώματα και υπόγραφαν εις τα όσα έκαμνε, τους είχε διά πρώτους φίλους και γνησίους συλλειτουργούς Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 7925· ήλθεν ένας άνθρωπος από την Αριμαθέμ ..., ο οποίος ήτον βουλευτής. (Ετούτος δεν εσυμφώνησεν εις την βουλήν και εις την πράξιν αυτών· ...) Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. κγ́ 51· γ) συναινώ, συγκατατίθεμαι: ο πονηρότατος Φώτιος, έστοντας να ράψει πολλές πονηριές και τέχνες εναντίον του πάπα Νικολάου, μη εμπορώντας να του κάμει άλλο τίποτις, καταπείθει τον βασιλέα με πολλά του μιλήματα να συμφωνήσει να γένει σύνοδος και να τον καθήρει και να πέμψει να αφορίσει όλους όσοι εσυγκοινωνούσαν μετ’ εκείνον Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9827· δ) αποδέχομαι: Και εάν κάμω εκείνο το οποίον δεν θέλω, συμφωνώ εις τον νόμον, ότι είναι καλός Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ζ́ 16. 3) Συνεννοούμαι, συναποφασίζω: Σαν ήκουσαν οι άρχοντες και όλ’ οι στρατιώτες,| συμβούλιον εποίησαν κατά την ώραν τότες,| και όλοι εσυμφώνησαν, μίαν βουλήν εβάλαν,| μικροί μεγάλοι όρμησαν κι εκάμασι ναβάλαν Ιστ. Βλαχ. 787· Ευθύς εσυμφωνήσασι να μηδέν πολεμήσουν,| αλλά το περισσότερον τον δούκαν να πουλήσουν Κορων., Μπούας 49. 4) (Νομ.) συνάπτω συμβόλαιο, συμφωνητικό· (εδώ για γαμήλιο συμβόλαιο): Γύρισε μόνον να υπάμεν εις το οσπίτιόν μας και μηδέν βάνεις εις τον νουν σου τίποτις κακόν από εμένα, αμή να συμφωνήσομεν τους γάμους και να πάρεις και την προίκα σου από την σήμερον ημέραν Διγ. Άνδρ. 36011‑12· Πατήρ προς τον γάμον της αυτεξουσίας θυγατρός προίκαν επιδιδούς, καλώς συμφωνεί, εάν συμβεί προς την θυγατέραν θάνατος, να ζητεί την προίκα Ελλην. νόμ. 52817. 5) Συνομολογώ, συνάπτω σύμβαση, συνθήκη: εστράτευσεν ο σουλτάνος και υπήγεν εις τον Μορέαν. Ήσαν δε εκεί οι δύο δεσπόται, Δημήτριος και Θωμάς Παλαιολόγοι, και μη δυνάμενοι πολεμήσαι μετ’ αυτού εσυμφώνησαν να του δίδουν χαράτσιον δύο χιλιάδες φλωρία τον κάθε χρόνον και τον τόπον όσον επάτησαν τα άλογα αυτού Μ. Χρονογρ. 3634· έλαβαν δε οι Βενέτικοι και τας σκευάς των κάστρων και τας καμπάνας των εκκλησιών, ότι ούτως εσυμφώνησαν, όταν εποίησαν την αγάπην Byz. Kleinchron. Ά́ 44226· (προκ. για σύναψη συμμαχίας): υιέ μου, βεβαίως και αληθώς επιστάμεθα εκ μέσης της καρδίας αυτών δη των ασεβών, ότι πολλά τους φοβεί, μη συμφωνήσομεν και ενωθώμεν με τους Φράγκους Σφρ., Χρον. (Maisano) 826· Αυτοί οι δύο βασιλιάδες εφέρθησαν ανδρειωμένοι. Και συμφωνώντας αντάμα, ενίκησαν το φουσσάτο των Περσών Ροδινός (Βαλ.) 170. Η μτχ. παθητ. αόρ. ως επίθ. = που έχει καθοριστεί κατόπιν συμφωνίας: ελθόντες δε περί τον συμφωνηθέντα τόπον περί ώραν αλεκτροφωνίας, και ευρόντες και τους ανθρώπους, και ιδόντες αυτούς και απράκτους και άπρακτα λέγοντας, απεπέμψαμεν Σφρ., Χρον. (Maisano) 444. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παθητ. αορ. ή παρκ. ως ουσ. = αυτά που έχουν οριστεί με συμφωνία, με συμβόλαιο ή συνθήκη: υποσχεθέντος του επιδούναι μοι ποσότηταν προικός τόσην, μετά δε του πληρώσαι τον γάμον ουκ απέδωκάν μοι τι ...· δι ον ανάθομαι εις την σην αγιότητα και αιτώ μέσην απόφασιν του στρέψαι και δούναι μοι τα συμφωνηθέντα, κἀγώ ετοίμως έχω του λαβείν ταύτην, κατά την αίτησιν αυτής Ελλην. νόμ. 54623· εβουλεύσατο ο βασιλεύς, ίνα εις τον Μορέαν αποστείλας φέρῃ ένα των αδελφών αυτού, ος αν καταδέξηται τούτο και τα συμπεφωνημένα στέρξῃ Σφρ., Χρον. (Maisano) 11820‑21.
συνάγω,- Σπαν. Α 418, Σπαν. Β 399, Προδρ. (Eideneier)2 Ά́ 125, 210, 240, Δ́ 166, Καλλίμ. 874, 1026, Βέλθ. 1317, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 934, 1867, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 119, Φλώρ. 371, 397, 1820, Απολλών. (Κεχ.) 123, 608, Λίβ. διασκευή α 846, 1208, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 88, 95, Καναν. (Pinto), 162, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) XII5, Λέοντ., Αιν. (Knös) 17111, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 69, Διήγ. Αλ. V 23, Λίβ. Va 915, Σοφιαν., Παιδαγ. 110, Πτωχολ. α 90 κριτ. υπ., Zygomalas, Synopsis 138 Α 96, Αλφ. 1486, Ψευδο-Σφρ. 15832, κ.α.· συνάγω ή συνάζω, Ορνεοσ. αγρ. 54425, Ερμον. Γ 214, Διήγ. παιδ. (Eideneier) 42, Αχιλλ. (Smith) N 282, 1823, Αχιλλ. (Smith) O 752, Διήγ. Βελ. χ 95, Αργυρ., Βάρν. Κ 111, 285, Διήγ. Βελ. N2 101, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1140, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 139, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 410, Iμπ. (Yiavis) 889, Προσκυν. Ιβ. 535.28 (Σινά) 195, 212, 272, Προσκυν. Ιβ. 845 (Σινά) 195, Διήγ. Αλ. G 28617, Αχέλ. 876, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 324, Θρ. Κύπρ. M 117, Χρον. 308, Επιστ. Ηγουμ. 17520, Βίος Δημ. Μοσχ. 555, Παλαμήδ., Βοηβ. 54, 661, 1153, Διγ. Άνδρ. 35720, Λίμπον. 401, Ροδινός (Βαλ.) 124, 198, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 7212, 8214, κ.α.· συνάζω, Χρον. Μορ. P 342, Φλώρ. 1601, Δευτ. Παρουσ. 4, 86, Λίβ. Esc. 2838, Χρον. Τόκκων 149, 3672, Χρησμ. (Βέης) 1317, Λίβ. Va 2109, 2110, Έκθ. χρον. 26, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1591, Ιστ. Βαρλαάμ 103, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 149v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 12711, Ιστ. πατρ. 802, 1152, Πηγά, Χρυσοπ. 345 (15), Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 759, 1018, 16328, Ιστ. Βλαχ. 1436, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Β 423, Βεστάρχης, Πρόλ. Θεοτ. 231, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1736, 9003, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 238, Διγ. O 1866, Διακρούσ. (Κακλ.) 68, 116, 157, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1638, κ.α.· συνάζω ή συνάσσω, Χρον. Μορ. Ρ 502, 1043, 1169, Λίβ. Esc. 1122· συνάσσω, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 62, Χρον. Μορ. P 3246, Λίβ. Esc. 767, Χρον. Τόκκων 739, 1007, 1258, 3860, Θησ. Ζ́ [1102], Ί́ [751], Αλεξ.2 1029, 1266, 1610, Άνθ. χαρ. 3015, Κορων., Μπούας 14, 68, 129, Πένθ. θαν.2 305, Βυζ. Ιλιάδ. 385, Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 302, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 320.
Το αρχ. συνάγω. Οι τ. συνάζω-συνάσσω με μεταπλ. από τον αόρ. εσύναξα (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 117, 280, 282). Ο τ. συνάζω το 13. αι. (TLG), στο Du Cange (λ. συνάζειν) και σήμ. λαϊκ. Ο τ. συνάσσω στο Βλάχ. (λ. συνάσσομαι) και σήμ. ιδιωμ. (Τσικής, Γλωσσ. Χίου). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) (Για ανθρώπους) μαζεύω, συναθροίζω σ’ ένα μέρος: Εις τον καιρόν οπού ηθέλησεν να πάρει γυναίκα (ενν. ο βασιλεύς Θεόφιλος), εσύναξε δώδεκα κορίτσια. Και από εκείνα ήτον η μία ονόματι Κασσία και η άλλη Θεοδώρα Χρον. βασιλέων 932· από παντού εσύναξε (ενν. ο Βελισάριος) τέκτονας πελεκάνους.| Μέσα εις μήνας τέσσαρας επλήρωσαν τα πλοία Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 365· την επαύριον εσύναξε το πλήθος της χώρας και τους εδίδαξεν ο Ιωάσαφ, και έγιναν όλοι χριστιανοί Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 14924· υπερίσχυσαν οι Αγαρηνοί και έλαβον την πόλιν ταύτην (ενν. την Μεθώνην). Έπειτα συνάξαντες πάντας τους άνδρας από ιβ́ ετών και άνω απεκεφάλισαν Ιστ. πολιτ. 5715· Και όλες τες δουλεύτριές της εσύναξεν ομπρός της (ενν. η Αιμίλια),| και λέγει τους ... Θησ. Ζ́ [771]. 2) (Για στρατεύματα) συγκεντρώνω στρατό, στρατολογώ: ευθύς στρατόν μισθοφορικόν πολύν συνάξας ... Ψευδο-Σφρ. 2003‑4· Τον αδελφόν του όρισεν (ενν. ο δούκας), τον κόντον Λεονάρδον,| και εσύναξεν φουσσάτα του, πεζούς, καβαλαραίους,| να στέκεται παρέτοιμος Χρον. Τόκκων 1486· φουσσάτο γαρ εσύναξεν (ενν. ο Μιχαήλ ο Παλαιολόγος), Τούρκους και άλλες γλώσσες,| την μάχην επεχείρησεν να μάχεται τους Φράγκους Χρον. Μορ. P 1269· φουσσάτα σύναξαν αμέτρητα το πλήθος,| δοκιμασμένα ’ς πόλεμον και στερεά το στήθος Κορων., Μπούας 82· (προκ. για το σατανά): όταν τελειωθούν οι χίλιοι χρόνοι, θέλει λυθεί ο σατανάς από την φυλακήν του και θέλει εβγεί να πλανέσει τα έθνη οπού είναι εις τες τέσσερες γωνίες της γης, ... και να τους συνάξει εις πόλεμον Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 269. 3) Συγκαλώ σε σύσκεψη, συνεδρίαση: Τους άρχοντας εσύναξεν (ενν. ο δούκας), όπου είχαν εις βουλήν τους,| και την βουλήν εκάμασιν το πώς θέλουν ποιήσει Χρον. Τόκκων 537· τους μπαρόνους του ο ρήγας όλους ’κράξε,| και μέσα στο παλάτι του ευθύς τους εσυνάξε,| καλήν απ’ αύτους συμβουλήν ηθέλησε να πάρει,| ότι την γνώσιν την αυτού μόνην ουδέν εθάρρει Κορων., Μπούας 32· μαθόντες οι κληρικοί τον θάνατον του πατριάρχου εσύναξαν αρχιερείς, διά να ιδούν ποίος έναι αρμόδιος να κάμουν πατριάρχην, και καθίσαντες επί συνόδου εζήτησαν ομοφώνως τον πρώην Ιστ. πατρ. 1414. 4) (Για πράγματα) α) μαζεύω, συγκεντρώνω: έκβαλε τα εκκλησιαστικά και γίνου προσχεριάρης,| και φόριε το προσώμιν σου και τον πηλόν κουβάλιε| και τα χαλίκια σύνασσε, να επάρεις τον μισθόν σου Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 212· αυτός (ενν. ο Ιακώβ) το λέγει των γυναικών του και συνάζουν το τίποτές του μίαν νύκταν και παίρνουν και φεύγουν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 145r· Το δένδρον δε εκ του καιρού ύστερ’ αφού γηράσει| και όλην την ποιότητα τελείως θέλει χάσει,| τότε συνάσσει ο γεωργός τα κάλλιο του κλαδία| και εις την γην φυτεύει τα Κορων., Μπούας 113· β) (για καρπούς) κάνω συγκομιδή: Ηύρηκα τον Σεπτέβριον του να τρυγά απαύτου| αμπέλιν δροσερόν, δένδρη και καρπόν, σταφύλια να συνάγει Λίβ. διασκευή α 1152· όλοι σου οι άνθρωποι του κράτους σου να συνάξουν τούτους τους καλούς καιρούς ... τόσο σιτάρι ..., ότι να τους σώσει διά εκείνους τους άλλους τους κακούς και τους ακριβούς οπού θέλουν έλθει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 149r· συνάζει (ενν. το μερμήγκι) το καλοκαίρι την θροφήν του διά να την έχει όλον τον χρόνον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 36r· γ) αποθησαυρίζω, συσσωρεύω (χρήματα, πλούτη, κέρδη, κ.τ.ό.): εκείνοι τα νομίσματα συνάγουσιν απλήστως,| ημάς δε κατηχίζουσιν περί φιλαργυρίας Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 406· καλά και εσύναξες εις τα αμπάρια σου πλούτον και λέγεις: «Φάγε, ω ψυχή», και ο θάνατος ως κλέπτης αύριον σε αρπάζει Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 103· Εσύναζε γαρ βίον (ενν. ο Θεόληπτος) σκορπίζων εν τοις μεγιστάσιν, όπως πατριαρχεύῃ τυραννικώς Έκθ. χρον. 684· Ο μύθος λέγει μας εδώ τινάς που κοπιάζουν,| και άλλοι τα κερδίζουσι, το κέρδος το συνάζουν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3812. 5) Φιλοξενώ· περιθάλπω: Ξένος ην και ανέγνωρος και συνηγάγετέ με·| γυμνός, δίχως ιμάτιον κι επεριβάλετέ με Τζάνε, Κατάν. 223· Ο δε ο αυτός ανήρ, ελεήμων και φιλόπτωχος και φιλόξενος καταπολύ, γυμνούς έντυνεν, τους ξένους και οδοιπόρους εσύναζεν και καλό προς αυτούς έκαμεν Βίος Φιλαρ. 238. 6) (Προκ. για χτυπήματα με βέργα) δέχομαι επάνω μου, υφίσταμαι (πβ. νεοελλ. φρ. «μαζεύω ξύλο»): αυτίκα γαρ ανάρπαστον σηκώνουν τον αθλίως,| και ως ίνα τον εκβάλωσι την πόρταν, καν ου θέλει,| βίτσαν συνάγει και ημισή ο κακοδοικημένος Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 256. 7) Συνενώνω, συναιρώ: αυτή (ενν. η φύσις) σιάζει τα πράγματα τα ξεχωρισμένα, ήγουν εκείνα οπού δεν ημπορούν να σιαστούν, εις τοιούτον τρόπον, ότι όλα τα πολυποίκιλα τα συνάζει εις ένα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 17r. 8) Συμπεραίνω: Από τα οποία (ενν. τες τέσσερις αιτίες) θέλω συνάξει πως ό,τι και αν ευρίσκεται εις εμένα, όλον είναι καμωμένον από τον Θεόν και όλον είναι του Θεού Βουστρ. Μεταφρ. 255. 9) (Μαθημ.) παράγω ως άθροισμα: α’ β́ γ́ δ́ ε’ ς’ ζ́ η’ θ́ ι’ ια’ ιβ́, ομού συνάγουσι οη’ Rechenb. (Vog.) 366. 10) (Μεταφ., με αντικ. τις λ. λογισμός, νους) συγκεντρώνω τις σκέψεις, την προσοχή μου: εκάθισεν (ενν. ο Καλλίμαχος) εφ’ ικανόν προς την του κήπου θύραν·| εκάθισεν, εγνώρισεν ...| ... και την της κόρης φλόγαν,| θέλων λαλήσαι και σιγών και λογισμόν συνάγων Καλλίμ. 1623· αποτώρα και έμπροσθεν τον νουν μου να συνάξω,| την πράξη μου εις ολιγολογίαν βαθέα να την στήσω| και την αλήθειαν να ειπώ Συναξ. γυν. 465· Εξενίσθη ο Αλέξανδρος το πρόσωπον της κόρης,| και έφριξεν το κάλλος της, ο νους του επαρήλθεν,| έχασεν και την όψιν του, δεν είχεν τι συντύχειν·| και οκάποτε μετά πολλής εσύναξεν τον νουν του,| και συντυχαίνει θαρρετά και ερωτά την κόρην: ... Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Β 864. II. Μέσ. 1) Μαζεύομαι, συναθροίζομαι σ’ ένα μέρος· συγκεντρώνομαι σε μεγάλη ποσότητα, αριθμό: όρισεν η ηγουμένη ... να κρούσουν το ξύλον να συναχθούν όλες οι αδελφές Γεωργίου ρήτορος, Αρχιληστ. 63· εσυνάζουνταν πολλοί άνθρωποι από την χώραν να ιδούν το πώς ο δείνας άνθρωπος έχει να λάβει θάνατον από ορισμόν του βασιλέως Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10936· Κάμε ένα φανάρι με γυαλία ή κρύσταλλα ... και, όταν θέλεις να ψαρεύσεις, κατέβαζέ το εις την θάλασσαν και τότε συνάγουνται εις το φως όλα τα οψάρια Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 246· ηθέλησα πολλές φορές μαχαίριν να πιάσω,| να τ’ ακονίσω δυνατά και να σφαγώ ατός μου (παραλ. 1 στ.), να συναχθούν τα όρνεα να με διαμοιράσουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 225· έκαμεν (ενν. ο Θεός) αυτήν την ημέραν και εσυνάχθη (ενν. το νερόν) εις έναν τόπον όλο και εφάνηκεν όλη η γης Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 53v· (μεταφ.): θεωρώ εσυνάχθησαν του κόσμου οι πικρίες,| και εζυμώθησαν καλά με την χολήν εντάμα,| κι εις τον λαιμόν μου στέκονται και δαπανίζουσί με Περί ξεν. (Μαυρομ.) 240· (προκ. για στατιωτική δύναμη): Να τους ιδώ, αν δύνονται τώρα οι Μαλτεζάνοι| ν’ αντισταθούν τη δόξα μου, καθώς ο νους τους βάνει·| αν κάμουν και τη λέγα τους, όλοι να συναχθούσι,| δε θέλουν δυνηθούν ποτέ εμέ ν’ αντισταθούσι,| που έχω τόση δύναμη και άμετρο φουσσάτο Διακρούσ. (Κακλ.) 419. 2) Συμπιέζομαι, περιορίζομαι σε μικρότερο χώρο: πληρουμένης της γαστέρας, ήγουν γεμάτης ούσης των υγροτήτων μετά του πνεύματος, πληττομένη η γαστήρ από του κρούσματος, συνάσσεται ενδότερον τῃ αυτῄ γαστρί και βιαζόμενον το πνεύμα εξέρχεται από του γαργαρεώνος και των μυκτήρων Μάρκ., Βουλκ. 34927. 3) Συνέρχομαι σε σύσκεψη, συμβούλιο: εσυνήχθησαν πολλοί από τους αρχιερείς και ηνώθησαν μετά των κληρικών της μεγάλης εκκλησίας και σύνοδον εκάμαν, ποίον να κάμουν και στήσουν πατριάρχην Ιστ. πατρ. 1016· εσυναχθήκασι, στον τόπον εκαθήσαν| να κάμουσι κυβερνητήν όλοι κι αποφασίσαν.| Είπε καθείς την γνώμην του και κείνο οπού ξεύρει| και παρευθύς εκάμασι τον σερ Μπαστιά Βενιέρι Άλ. Κύπρ. 1710· ο γενεράλες κράζει| Ρωμαίους τότες Κρητικούς κι είπε να συναχτούσι| όλοι να δώσουνε βουλή, ογιά να διαλεχτούσι| δώδεκα για να κάμουνε πρώτους, για να μπορούσι| τα βάρη όλων των Ρωμιών εκείνοι να θωρούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53525. 4) Συγκεντρώνομαι σε κ., επικεντρώνω την προσοχή μου: Εδά συνάξου, λογισμέ και λεπτινή μου γνώση,| και μίλιε, γλώσσα, φρόνιμα και ο νους μου ας θεμελιώσει Βεν. 1. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = ενωμένος, συνδεδεμένος: διέστησαν δη τα πάλαι συνηγμένα Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) VI5.
συντροφία- η, Ασσίζ. 49, 305, 8419, 1637, 17610, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 598, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 613, 3670, Χρον. Μορ. Η 304, 2279, 2414, Χρον. Μορ. P 2312, 2432, 4209, Φλώρ. 30, Χρον. Τόκκων 2093, 3911, Rechenb. 81, 911, 101, 2, Μαχ. 303, 567‑8, 1082, 11427‑28, 14623, 24, 25, Θησ. Β́ [38], [177], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1642, 1733, 3941, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 72r, 179v, 214v δις, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 372, Χρον. σουλτ. 255, 8415, 10531, Μορεζ., Κλίνη φ. 6v, 138r, 258v, 421v, Ολόκαλος 1024, Ιστ. Βλαχ. 502, 665, 2848, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 163, Διγ. Άνδρ. 34736, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1011, Μπερτόλδος 20, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 4221, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1491 μβ́ 1, 3, 5, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 64, 76 δις, 79 δις, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 195, κ.π.α.· συντροφιά, Βέλθ. 148, 1095, 1103, Σαχλ. Β́ (Wagn.) P 196, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 134, 266, Φαλιέρ., Ιστ.2 360, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 696, Μαχ. 1503, 17017, Βουστρ. (Κεχ.) 1884, Βουστρ. (Κεχ.) Μ 7315, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1640, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 78, 92, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 245, Θρ. Κύπρ. Μ 507, 543, Πανώρ.2 Αφ. 48, Β́ 596, Γ́ 557, 597, 635, Έ́ 327, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 162, Βοσκοπ.2 368, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 73, 824, Δ́ 332, 739, Έ́ 1135, Στάθ. (Martini) Γ́ 442, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 353, 458, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 1283, Β́ 308, 643, Δ́ 525, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 77, 292, 398, Ιντ. β́ 17, Ροδινός (Βαλ.) 100, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 62, Λεηλ. Παροικ. 348, 508, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20113, 22023, κ.π.α.· πληθ. συντροφές, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Ε 159.
Το μτγν. ουσ. συντροφία. Τ. συνδροφία σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 94). Η λ. και ο τ. και σήμ.
1) α) Σχέση, επαφή· συναναστροφή: … διατούτο θέλουσι γένει μάλιστα φιλότεκνοι (ενν. αι μητέρες), και πρεπόντως, διότι η καθημερινή συντροφία και συναναστροφή σύρνει μάλιστα την αγάπην Σοφιαν., Παιδαγ. 99· β) (συνεκδ.) β1) σύντροφος στη ζωή, ταίρι: Απήτι η Άννα εγέννησε κι ήκαμε την Μαρία,| επόθανε ο Ιωακείμ τόν είχε συντροφία.| Τότε εξαναπαντρεύτηκε τση Δέσποινας η μάννα ... Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2481· β2) (για ζώο) ταίρι: Και ποια ποτέ λεόντισσα το αρσενικόν λεοντάρι| αγάπησε διά να το ιδεί σφαμένο με κοντάρι;| Γνώτε, θηρία τ’ άγρια φυλάγουν την συντροφιά τους| και οι γυναίκες οι πονηρές θέλουν τα ενάντιά τους Βεντράμ., Γυν. 153. 2) (Συνεκδ.) α) ομάδα φίλων, παρέα: επήρε (ενν. ο Ρώκριτος) φίλους κι εδικούς να πα να ξεφαντώσει.| Σύρνει γεράκια και σκυλιά με συντροφιά μεγάλη| κι ο κύρης του αναγάλλιασεν ωσάν τον είδε πάλι| πως με τσ’ αγαπημένους του επήγε στο κυνήγι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 817· Τη νύκταν, ωσά θέσω εγώ, απού το σπίτι βγαίνεις (παραλ. 1 στ.)· με συντροφιές πολλά κακές γλακάς και λεβεντεύγεις| οληνυχτίς, και μαριολιές και αντραγαθιές γυρεύγεις Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 41· β) ακόλουθοι, συνοδοί· φίλοι: Άρχοντες θέλομεν γενεί ενδυμένοι με ορμιζία,| στον φόρον να παγαίνομεν με πλήσια συντροφία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 440. 3) α) (Γενικ.) ομάδα, σύνολο (συν. με γεν.): το κείμενον ορίζει, … εκείνον τον κριτήν να τον διώξουν απέ την συντροφίαν των άλλων κριτάδων Ασσίζ. 27830‑31· εκφρ. (1) συντροφιά των ζωντανών = οι ζωντανοί: οπὄναι νιος, και δεν πατεί στον έρωταν απάνω,| στην συντροφιά των ζωντανών εγώ δεν τονε βάνω Ριμ. κόρ. A 90· (2) συντροφιά του Ισραήλ = οι Ισραηλίτες, το γένος των Ισραηλιτών: Στου Ισραήλ την συντροφιάν ήτον είς προκομμένος,| στην Βαβυλώναν βρίσκετον, κι ήτονε τιμημένος Δεφ., Σωσ. 11· (3) Συντροφία του Ιησού (Γιεζή) = το τάγμα των Ιησουιτών: Βιβλίον συνθεμένον παρά του εξοχοτάτου και αιδεσιμοτάτου Ροβέρτου του Βελλαρμίνου της αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας, καρδινάλεως της Συντροφίας του Ιησού Βουστρ. Μεταφρ., Περί αναβάσ. (Κακ.-Πάνου) 56 τίτλ.· β) (προκ. για ζώα) κοπάδι: Ερίφι έξω έτυχε από τη συντροφιά του| κι έτρεχε το ταλαίπωρον να βρει την κατοικιά του Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 941. 4) Στρατιωτικό (μισθοφορικό) σώμα· έκφρ. Μεγάλη Συντροφία (βλ. και ά. κομπανία) = η Καταλανική Εταιρεία (για το πράγμα βλ. ODB, λ. Catalan Grand Company): Ως ηύραν ότι ήλθασιν ετότε οι Κατελάνοι,| όπου τους ονομάζασι Μεγάλη Συντροφίαν,| εκείσε εις τον Αλμυρόν … Χρον. Μορ. P 7273. 5) Συνεταιρισμός· συνεργασία: εστίν δίκαιον και κείμενον ότι η συντροφία ημπορεί να χωριστεί … όταν ο είς σύντροφος ένι δύσκολος, … ή ποια ζημία της συντροφιάς Ασσίζ. 8323, 26‑27· Συντροφία απλή. Άνθρωποι τρεις σύντροφοι γεγονότες, ο μεν βαλών φλουριά βε’, ο δε γε’, ο δε δβ́́ … Rechenb. 71· Περί συντροφίας ανθρώπων εις πραγματείαν, εις χωράφι, εις κήπον Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 17587. Έκφρ. εις συντροφία = μαζί, παρέα: πάντα ετρέχασι (ενν. τα δάκρυα), ως βρύση κατεβαίναν,| ομοίως όλες έκλαιαν, εις συντροφία με κείνη Θησ. Β́ [344]. Φρ. 1) Κάνω συντροφία, βλ. ά. κάμνω Φρ. 2) Ποιώ συντροφίαν/συντροφιάν, βλ. ά. ποιώ Φρ. 86. 3) Πολομώ συντροφίαν (τινός) = συνοδεύω: Μηδέν έχεις έννοιαν και μεις πολομούμεν σου συντροφίαν ως εκεί όπου μέλλει να πεζεύσεις, και τότε πάμεν την δουλειάν μας Μαχ. 52615· Ως επίρρ. = μαζί, συντροφιά: Με την Αθούσα συντροφιά ήμαστε στο κυνήγι Πανώρ.2 Β́ 129.
σύρω,- Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 242 χφ K κριτ. υπ., Δ́ 509, Διγ. Α 2648, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 86, Βίος Αλ. (Aerts) 4376, 5274, Άλ. Κων/π. (Matzukis) 123, Έκθ. χρον. 135, 146, 5116, Επιστ. ιατρ. ποδ. 27, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 101294· σέρνω, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1227, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 435, 1103, Κορων., Μπούας 38, Πανώρ.2 Γ́ 321, Δ́ 21, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 132, Πιστ. βοσκ. V 2, 136, Σταυριν. 1085, Ιστ. Βλαχ. 565, 2091, 2842, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1189, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 16, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 1451, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 274, Διγ. O 2605, Διακρούσ. (Κακλ.) 956, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1683, 18321, 38713, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 129, κ.α.· σέρνω ή σύρνω ή σύρω, Σπαν. (Ζώρ.) V 324, Σπανός (Eideneier) A 12, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 913, Πανάρ. 6526, Ερωτοπ. 419, Αχιλλ. (Smith) Ν 264, 596, 1103, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 307, Βουστρ. (Κεχ.) 26219, Διήγ. Αλ. V 22, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3271, Ιμπ. (Yiavis) 924, Βεντράμ., Φιλ. 207, Διήγ. Αλ. G 27112, Δεφ., Λόγ. 645, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 72, Βίος Δημ. Μοσχ. 593, Διγ. Άνδρ. 34014, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 896, Εγκ. αγ. Δημ. 111218, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 26v, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 3, Χριστ. διδασκ. 29, Διακρούσ. (Κακλ.) 87, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19327, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9721, Μπερτολδίνος 168, κ.α.· σύρνω, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 383 χφφ PK κριτ. υπ., Ασσίζ. 7517, 10331, 3513, Διγ. Z 231, Βέλθ. 341, Ερμον. Υ 270, Χρον. Μορ. Η 1481, Χρον. Μορ. Ρ 4036, Φλώρ. 1617, Σαχλ., Αφήγ. 132, Λίβ. διασκευή α 222, 354, Λίβ. Va 356, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1482, Χρησμ. I 81, Θρ. Κων/π. B 82, 108, Θησ. Β́ [262], Γ́ [287], Γεωργηλ., Θαν. 51, Αλεξ.2 2335, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1140, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 87, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) E 25, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 13116, Πεντ. Λευιτ. XI 44, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 589, Αχέλ. 1784, Ιστ. πατρ. 11422, Zygomalas, Synopsis 125 Α 23, Μορεζ., Κλίνη φ. 221v, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1368, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1634, Κυπρ. ερωτ. 10044, 1456, Πανώρ.2 Β́ μετά στ. 428, Παλαμήδ., Βοηβ. 379, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1977, Στάθ. (Martini) Ά́ 259, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 12 δις, 24, Διγ. O 1305, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιγ́ 48, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 166, Βουστρ. Μεταφρ. 256, κ.π.α.· γ’ εν. παρατ. εσύρνε, Μαργουν., Βίοι2 274· παθητ. αόρ. εσύρτηκα, Διγ. Άνδρ. 38125· εσύρτην, Ασσίζ. 1367, 3879, 4192, 4261, 4613, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 802, Μαχ. 9021, 31436‑37, 5006, 61626· υποτ. παθητ. αορ. σερθώ, Πιστ. βοσκ. III 6, 393· μτχ. ενεργ. ενεστ. συρνόντας, Θησ. Πρόλ. [49]· μτχ. μέσ. ενεστ. σερνούμενος, Πανώρ.2 Δ́ 288· συρνάμενος, Χούμνου, Κοσμογ. 22, 60, 241, 447, 794, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1028, 1508, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 101, Ζήνου, Βατραχ. 98· ?συρναμένος, Πεντ. Δευτ. XXXII 24· συρνούμενος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 64r, v, 66v, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896· μτχ. παθητ. αορ. συρείς, Hagia Sophia k 48912· μτχ. παθητ. παρκ. σερμένος, Πιστ. βοσκ. IV 3, 47, 107, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 344, Δ́ 598.
Το αρχ. σύρω. Ο τ. σέρνω (<σύρνω με τροπή του ‑υρ‑ σε ‑ερ‑· βλ. και CGMG 1284, 1351) στο Du Cange (λ. σέρνειν) και σήμ. Ο τ. σύρνω (<σύρω με μεταπλ. κατά το σχ. σπείρω-σπέρνω, φέρω-φέρνω, κλπ.· βλ. και CGMG, ό.π.) στο Meursius (λ. σύρνειν) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 303, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Σακ., Κυπρ. Β́ 811, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου)· βλ. και LBG. Η μτχ. συρνάμενος και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., ό.π., Παγκ., ό.π., λ. συρνάμενη, Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ., λ. συρνάμενον). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Τραβώ κάπ. ή κ. προς το μέρος μου, έλκω: νεύω τον συψωμίτην μου, σύρω τον εκ το ιμάτιν,| λέγω τον «τι ένι τό τρώγομεν;» και λέγει με «αγιοζούμιν» Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 383· εμπορεί να μοιάσει η ζωή τούτου του κόσμου εις ένα μέγαν δίσκον με έναν κοντόν και μικρόν μαντήλιν, το ποιον πάσα άνθρωπος σύρνει το εις την μεριάν του και πάντα αποσκεπάζει εκείνην του συντρόφου του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 77· ως μαγνήτης ήκουσες εκείνο το λιθάρι| το σίδηρον πώς βιάζεται να σύρει και να πάρει Δευτ. Παρουσ. 188· (σε μεταφ.): Ήτον μεγάλη συμφορά, πρέπει να σιωπήσω,| και λύοντας την γλώσσαν μου πάλι την σύρνω οπίσω,| αποκοτώ να διηγηθώ, και πάλι μετανιώνω,| γροικώντας μέσα στην ψυχήν αμέτρητον τον πόνο Λίμπον. Αφ. 6· β) μετακινώ κ. τραβώντας το στο έδαφος, χωρίς να το σηκώσω: αιφνιδίως έσυραν σκευήν μίαν και ευθέως ευρέθησαν εν τοις ίπποις και όρμησαν κατά των Τουρκών Έκθ. χρον. 7328· γ) τραβώ κάπ. ή κ. πίσω μου (καθώς κινούμαι): Επεριπάτει δε το παιδίον και έσερνεν τα θηρία οπού εσκότωσεν. Και εις μεν την δεξιάν του χείραν είχεν τες δύο αρκούδες και εις την αριστεράν την έλαφον Διγ. Άνδρ. 34527· ητοιμάστη ο βασιλεύς ... και εκαβαλίκευσεν απάνω εις ένα αμάξι χρυσόν και το έσερναν τέσσερα άλογα άσπρα Hagia Sophia ω 5345· (με σύστ. αντικ.): είδεν παλληκάριον ξανθόν, νέον ... και ήτον καβαλάρης εις άλογον και έσυρνε και άλλο συρτόν Διγ. Άνδρ. 37035· (σε παροιμ. φρ.): Σαν πεισματώσει η αγελιά δε σέρνει πλιο τ’ αλέτρι Πανώρ.2 Γ́ 373· (προκ. για πλοίο): Ένα καράβι των Τουρκών είχασι τότες πιάσει| τα κάτεργα τ’ Αγιού Γιαννιού και σύρνου το και πάσι| στη Μάλτα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18124. 2) α) Τραβώ κάπ. ή κ. προς τα πάνω· ανασύρω, ανεβάζω, σηκώνω: Αν εύρεις (ενν. ποντικέ) δε ασκέπαστον ρογίν με το ελάδιν,| χαλάς κάτου την ούρην σου και σύρνεις το ελάδιν| και λείχοντα την ούρην σου κοιλίαν να χορταίνεις Διήγ. παιδ. (Eideneier) 139· ο Φλώριος εκάθετον απέσω εις το κοφίνιν| και εσύρναν τον οι βάγιες της απέ το παραθύριν Φλώρ. 1622· Σύρνου την κόρην ’πό την γην, πιάνει καταφιλεί την Απολλών. (Κεχ.) 341· β) τραβώ έξω, βγάζω (από το νερό): έκραξεν το όνομά του (ενν. του παιδιού) Μωσε, και είπεν ότι από το νερό τον έσυρα Πεντ. Έξ. II 10· Ψαράδες εις τον αιγιαλόν εβάλασι πλεμάτι| και με χαράν το σύρνασι, θαρρούσαν κι είχε κάτι·| ότι εβάριε περισσά, θαρρούσαν κι είχε ψάρια Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 132· (προκ. για πλοίο): εκάψαν την Λεμεσόν και έναν καράβιν κρητικόν και έναν κάτεργον κουρσάρικον, τα ποία ήσαν συρμένα εις την γην Μαχ. 6325· τα πλοία εις την ξηράν γην σύραντες διά το ίνα ταύτα μετά της ασφάλτου πλέον εξασφαλίσωσι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 62· φρ. σύρ(ν)ω τα σίδερα = (ναυτ.) σηκώνω τις άγκυρες (βλ. και ά. σίδερο(ν) σημασ. 3β): εκίνησεν το φουσσάτο,| ολόρθα εκεί απήλθασιν όπου ήτον ο λιμνιώνας,| όπου έστεκαν τα κάτεργα, εκείνα των Γενουβήσων (παραλ. 1 στ.)· ιδών τούτο τα κάτεργα εσέβησαν παρέσω| κι εσύρασιν τα σίδερα κι εστήκαν εις το βάθος Χρον. Μορ. H 9207· γ) (προκ. για νερό) αντλώ: Ιδού εγώ στέκω ιπί βρύση του νερού και θεγατέρες αθρώπων του κάστρου εβγαίνουν να σύρουν νερό Πεντ. Γέν. XXIV 13· παξιμάδι πιάσασι λίγο κι εφάγασί το| και το νερό του πηγαδιού όλον εσέρνασί το Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2198· (με σύστ. αντικ.): ανήρ Αίγυφτος εγλύτωσέ μας από χέρι των βοσκών και απατά συρμό έσυρεν εμάς και επότισεν το ποίμινιο Πεντ. Έξ. II 19· (με παράλ. του αντικ.): του άρχου της Μιδιαν εφτά θυγατέρες, και ήρταν και έσυραν και εγέμωσαν τις γούρνες να ποτίσουν το ποίμινιο του πατρός τους Πεντ. Έξ. II 16· φρ. σύρνω νερά = (προκ. για τόπο) είμαι βαλτώδης: ο τόπος έσυρνε νερά, είχεν δε και καλάμιν Αχιλλ. L 1194· δ) (προκ. για κτίσμα) υψώνω: Έχει δε το καθολικόν ... όχι εις το μέσον του μοναστηρίου, αλλά πλαγιότερον ...· διότι ο τόπος δεν έδιδε χέρι να σύρουσι τα τειχία παρέξω, να μείνει εις το μέσον η εκκλησία Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 154· (σε μεταφ.): Όντασ σε ’δα να στεγνώννεις| τα μαλλιά τα χρουσαφένα| που μ’ έδησες, αγιμένα (παραλ. 1 στ.), είπουν και καλά ’ποσώννεις| μόνον να με λευτερώσεις,| νοιάζοντα να τα σηκώσεις| να δω κείνον που μου χώννεις.| Αμμέ σ’ όσον κι ένωσές με| κι έμελλεν να δω το φως μου,| έσυρες τειχιόν ομπρός μου| με τακιάν κι εμπόδισές με Κυπρ. ερωτ. 12719. 3) α) Τραβώ κάπ. ή κ. μακριά· απομακρύνω: Εγώ δε ... απέκοπτά την από τον δαρμόν και τα κλάηματα και έσυρνα τα χέρια της και έβγανά τα από τα μαλλία της και επαρηγόρου την Διγ. Άνδρ. 37026· (μεταφ.): αυτή (ενν. η Παρθένος Μαρία) με φώτισεν και απ’ την πλάνη με σέρνει,| και μέσα στον παράδεισον η χάρη της με παίρνει Μαρκάδ. 169· ήσανε τόσοι αιρετικοί, οι οποίοι με τες πολλές ... ψευδολογίες επλανούσανε τους πολλούς και εσύρνασίν τους από την αληθινήν διδασκαλίαν της ορθοδόξου πίστεως εις τα διεστραμμένα τως δόγματα Μορεζ., Κλίνη φ. 183r· β) (προκ. για δέρμα σκοτωμένου ζώου) βγάζω, αφαιρώ· γδέρνω: Λέγω ν’ αφήσω τα πολλά, να παραβλέψω πάντας,| να σύρω το δερμάτιν σου (ενν. της αλεπούς), να ’κδάρω την ουρήν σου| και να το δώσω τον γναφέαν, τον δερματογουνάρην Διήγ. παιδ. (Eideneier) 210· γ) (προκ. για φάρμακο) κάνω κ. να περάσει, γιατρεύω: ένα ζεστό γλυστήρι| τση βάνω κάτω να μπορεί τον πόνο να τση σύρει Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 168· αν έχει τραύμα η πληγή, βάλε αλοιφήν το καλούμενον βασιλικόν, διατί αυτό σέρνει και παστρεύει καλά την πληγήν Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 34. 4) α) Τραβώ κάπ. ή κ. απότομα ή βίαια: ως είσαι γέρων και κοντός και ωσάν αδυνατίζεις,| ίσως να απλώσει επάνω σου και να σε σύρει εμπρός της,| και αν τύχει και αποδείρει σε, να σε εξεσφονδυλίσει Προδρ. (Eideneier)2 Ά́ 162· μια σαγίτα κάθισε στο χέρι του Γιλδάση,| μα κείνος δεν τη λόγιασε, μα σέρνει να τη σπάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28424· (με αντικ. τις λ. γένια, μαλλιά για εκδήλωση μεγάλου πένθους, θλίψης ή απελπισίας): άρχοντες, πλούσιοι και πτωχοί, όλοι μαζί εκλαίγαν,| κι εσύρναν γένια και μαλλιά και «Οϊμέ» ελέγαν Σκλάβ. 36· ετρόμαξε ο Ρωτόκριτος μην πα και τηνε χάσει (ενν. την Αρετούσα).| Ήσυρνε γένια και μαλλιά, τά ’βαλε ο νους του ψέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1055· στενάζει (ενν. ο Βελισάριος), κλαίει οδυνηρώς, τίλλει τας τρίχας κλαίων| και ολολύζει, δέρνεται, βρυχάται ώσπερ λέων,| εξανασπά τα γένια του, σύρνει και τα μαλλιά του Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 613· Λέγουσα δε τους λόγους τούτους και κλαίουσα έσυρνεν και τα μαλλία της και εκτύπαν και το στήθος της Διγ. Άνδρ. 37024· β) τραβολογώ: στου Ιησού την κεφαλή ουδέν ελείπα κτύποι (παραλ. 2 στ.). Σύρε εδεπά, ξέσυρε εκεί, χάμαι τονε κυλιούσι| και πάλι ορθό τον στέσασι, το πρόσωπόν του φτυούσι Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3112· (μεταφ.): Οι χρεοφειλέται σύρνουν σε τα πέρπυρα να δώσεις,| και εσύ κομπώνεις, λέγεις τους ότι κρυμμένα τα ’χεις Πουλολ. (Eideneier) 294. 5) α) (Προκ. για όπλο) α1) τραβώ, βγάζω έξω: σύντομα ο Βέλθανδρος σύρει το απελατίκι| και εις το μέγα, το άπειρον εφόνευσε τους δέκα Βέλθ. 207· Ως είδαν ότι ενόησέν τους (ενν. η βίγλα), έσυραν τα σπαθία,| εφώναξαν, ευφήμισαν το όνομα του δούκα Χρον. Τόκκων 995· α2) πετώ, ρίχνω: ο νέος έχει χάρη,| είναι ανδρείος σαν εμάς να σύρνει το κοντάρι,| με μια ραβδιά να δύνεται να σκοτώνει λιοντάρι; Διγ. O 1505· Ελθόντος του κοντοστάβλη, εδιαλάλησεν εις την Αμόχουστον μηδέν είναι κανένας απότορμος να σύρει βερετούνιν απάνω τους Γενουβήσους Μαχ. 34236· οχ τη χρυσή φαρέτρα του μια πιάνει| σαΐτα, κι εις του δοξαριού την κόρδα τηνε βάνει (παραλ. 1 στ.) κι εις το θηριό τ’ αγριότατο και φοβερό τη σέρνει Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 244· (με εμπρόθ. προσδ.): ορίζει τους να σύρνουσιν όλοι με τας σαγίτας| στο αλλάγι εκείνο που έσμιξε μετά τους Αλαμάννους Χρον. Μορ. H 4036· (εδώ προκ. για πέτρες): ... και με τον άνθρωπον στέκεται (ενν. η άρκος), πολεμίζει,| όταν στέκει απομακρά και βλέπει προς τον άνδρα,| πατεί οπίσω στα πόδια της και ίσταται ολόρτη,| και σύρνει πέτρας δυνατά Φυσιολ. (Legr.) 353· β) (με αντικ. τις λ. αρκομπουζά, κονταρέα, σαϊτιά, σπαθέα, τουφεκιά, κ.τ.ό.) επιφέρω χτύπημα (με το αντίστοιχο όπλο): κύκλῳ περιεχύθησαν ως αετοί εις βρώμα,| στην μέσην τους με έβαλον και έπληττον πανταχόθεν,| οι μεν σπαθέας έσυρον, οι άλλοι κονταρέας Διγ. A 3595· τουφεκιά του σύρασι κι εις το κορμί του μπαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20526· με πολλή αποκοτιά μέσα στους λάκκους σώνου| κι εσμίξα με τους χριστιανούς και εδίδασι κι επαίρνα,| και σαϊτιές και αρκομπουζές κι οι δυο φυλές εσέρνα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31418· γ) (με παράλ. του αντικ.) τραβώ όπλο εναντίον κάπ.· χτυπώ με όπλο: στο κάστρον επλησίασαν και τρέβαν εζητήσαν·| ελάλησαν από μακρέα μη σύρουσιν εις αύτους,| ο μπάιλος γαρ τους έστελνεν εκεί μαντατοφόρους Χρον. Μορ. H 8402· ως γιον έτρεχεν, επίασέν τον ο Διέγο τε Κατσόρλας απέ τα ρέτινα, και παραύτα ο Τζακός του μισέρ Μαρτή σύρνει να σκοτώσει τον Μοραπίτον Βουστρ. (Κεχ.) 1185. 6) (Γενικ.) πετώ, ρίχνω κ.: Έσυρα το πιττάκι μου πάλε με την σαγίτταν| και πάλε εις τον ηλιακόν το επέτασα της κόρης Λίβ. Esc. 1658· εβίγλισεν ψηλά και θωρεί έναν κεράτσιν εις το κλαδίν της κερατσίας ... και σηκώθην και σύρνει το ραβδίν του να ρίψει το κεράτσιν, και επεριπλέκτην εις τα κλαδία το ραβδίν· τότε επίασεν πέτραν και έσυρε να ρίψει το ραβδίν Μαχ. 644, 6. 7) α) Έχω μαζί μου κάπ. ως συνοδεία, φέρνω κάπ. μαζί μου: η κυρά Κολομπούδαινα με τ’ άσπρα τα μαλλιά της| σύρνει κοπέλες περισσές, οπού ’ναι τα πουλιά της Σαχλ., Αφήγ. 693· Ο κόντε Μάρκος έσερνε όλη τη συντροφιά του,| στρατιώτες αξιότατους απάνω στ’ άλογά τους Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1513· φτάνει (ενν. ένας Ρωμιογενίτης Τούρκος) ’ς τση Μονοβασάς τη χώρα ένα βράδι| το δουλευτή σου σύρνοντας και το παιδί σου ομάδι Στάθ. (Martini) Γ́ 324· (μεταφ.): είναι (ενν. ο πόθος) μι’ αγάπη οπού συχνά αστροπελέκια σέρνει| κι αγάπη με του λόγου της ουδέποτε δε φέρνει Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 1201· β) υποχρεώνω κάπ. να με συνοδεύσει χωρίς τη θέλησή του, με το ζόρι: οι Μακεδόνες όλοι τους τότε εμουρμουρίζαν.| «Και δεν τον σώνει», λέγασι, «Δάρειον οπ’ ορίζει (ενν. ο Αλέξανδρος),| μα σύρνει μας στην ερημιά, θε να μας τυραννίζει ...» Αλεξ.2 1740· ήρθανε (ενν. ο λαός) εις τα χοντρά με τους συνδίχους ... φοβερίζοντας και υβρίζοντας τους άρχοντες, λέγοντας εις το φανερό το πως ... δεν είναι ομπλιγάδοι, μήτε σολτάδοι πλερωμένοι να παίρνουν την ρεσίνια αφεντικήν ... και το πως οι άρχοντες δεν το έκαναν με άλλο τέλος, παρά ... διά να τους σέρνουν οπού και αν θέλουν εισέ πόλεμο και εις δούλεψη και εις πάσαν άλλην υπόθεση Σουμμ., Ρεμπελ. 165. 8) α) Παίρνω, λαμβάνω: Εγώ ταχέως έμπροσθεν, φίλοι μου, υπαγαίνω,| να σύρω χάρισμα καλόν από της ποθητής μου,| μη με προλάβει άλλος τις και λάβει το εκείνος Διγ. A 1204· β) παίρνω· επιλέγω: αν ηθέλασιν είσται τεφερέντοι, να μπορούν οι λεγόμενοι στιμαδόροι να σύρνου ένα τέρτσο, όποιο θέλουν οι δύο τωνε, να μην είναι αληθινά απ’ εκείνο ρεσπέτο απού τα άνωθεν μέρη Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 39. 9) α) Πηγαίνω, οδηγώ κάπ. κάπου: ο ευγενής εκείνος ο Ρουμπέρτος| του κιβιτάνου εζήτησεν άλογα να του δώσει,| όπως να απέλθει σύντομα εκείσε εις τον μπάιλον| και να του δώσει οδηγόν εκεί να τονε σύρει Χρον. Μορ. P 2277· μετ’ αυτήν, ώσπερ τυφλό σύρνοντα από τη χέρα,| επαίρνει με (ενν. η Μοίρα) και βγάνει με στο νυκτικόν αέρα Φαλιέρ., Ιστ.2 173· όσοι σέβονται αυτά (ενν. τα επτά μυστήρια), οι άγγελοι τους σύρνουν εις την βασιλείαν του Θεού· όσοι δε τα καταφρονούν, τους σπρώχνουν εις την αιώνιον κόλασιν Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 155· (προκ. για στρατό): να φορούμεν άρματα, να σύρνομεν φουσσάτον| όσον ειπείν προς πόλεμον, προς μάχην και προς έχθραν Καλλίμ. 971· Ο ... Μουσάς είχε εις τα φουσσάτα του πολλούς Βλάχους εις βοήθειαν και Βουλγάρους, και είχε τον Στέφανο, υιόν του δεσπότου Λαζάρου, οπού τις έσυρνε Χρον. σουλτ. 444· (σε παροιμ. φρ.): ανισώς και είς στραβός σύρνει τον άλλον, πέφτουν και οι δύο στον γούππον Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 115· (μεταφ.): Οι τρίχες μας ασπρίσασιν, το δέρμα μας ζαρώνει| και προς τον Άδην με σπουδήν μας σύρνουσιν οι χρόνοι Πένθ. θαν.2 12· β) φέρνω κάπ. κάπου· (μεταφ.): πότες ήρθες, κι αφορμή στην Κρήτη ποια σε σέρνει; Στάθ. (Martini) Γ́ 285· γ) περιφέρω: Ορίζει ο Βελισάριος ...| να φέρουσιν τους δύο αδελφούς, Αλέξιν, Πετραλίφην (παραλ. 2 στ.), εκείνοι οπού ετίμησαν και εδόξασαν τους πάντας·| ορίζει και εκαθίσαν τους εις δύο φαρία μεγάλα| με σέλας χρυσιοτσάπωτας, με αλλάγια εξῃρημένα.| Όλον το κάστρον σύρνουν τους και ευφημίζουσίν τους Διήγ. Βελ. χ 239. 10) (Νομ.) οδηγώ κάπ. σε δίκη, ενάγω: Έρισεν (ενν. ο ρε Τζάκες) είτις να ποίσει αγανάκτησιν κανενού πουρζέζη ού άλλου πτωχού να διαφεντέψει τον καβαλλάρην ού τον λίζιον απού την μεριάν του ρηγός, παρευτύς να συρτεί Μαχ. 889· Ο εναγόμενος εν ταις παραγραφαίς ενάγων γίνεται· εκείνος που εις κρίσιν σύρνεται εις τας αποδείξεις σύρνει τότε εκείνος την υπόθεσιν Zygomalas, Synopsis 177 Ε 22 δις· Εάν γυνή εγγυήτρια γένηται ανηλίκου τινός, ει μεν ο ανήλικος πλουτεί, δεν σύρνεται η γυνή· αμή αν είναι πτωχός, πιάνεται η γυνή και ενέχεται Zygomalas, Synopsis 190 Ε 85. 11) α) Σπρώχνω προς μια κατεύθυνση, παρασύρω: εφάνιστή τση κι ο γιαλός είς ποταμός εγίνη,| πέτρες, χαράκια και δεντρά σύρνει την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 58· Ιδές τα νέφη του ουρανού, τά σύρνουν οι ανέμοι,| τα μεν ελαύνει χαμηλά και τ’ άλλα παραπάνου Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 54· (μεταφ.): εκ τα γλυκά της μάτια| συρμένος ήρθα ’δώ Πιστ. βοσκ. II 1, 385· (σε παρομοίωση): ο πόλεμος, οποίος όλα τα σύρει μακρά και μεγάλα άνω και κάτω ωσάν ξεροπόταμον, μόνην την προκοπήν ουδέν δύναται να μετακινήσει Σοφιαν., Παιδαγ. 105· β) (μεταφ.) β1) επηρεάζω κάπ. (αρνητικά ή θετικά)· ωθώ κάπ. σε μια ενέργεια, παρακινώ: Τούτα τα ξόμπλια φέγγουσιν του καθενός να βλέπει,| να μην τον σύρνουν οι όρεξες σ’ εκείνα τά δεν πρέπει Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 136· καπουριόνοι ήτον, οπού εσέρναν τον λαόν εις το κακό, εναντίον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 170· Και με τα έργα του και με μύθους έσυρνε (ενν. ο Αίσωπος) τους πάντας εις ωφέλειαν Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 20911· Εγώ καλά κι εις κόμπωμα τόσα πολλά μεγάλο| εγνώρισα πως μ’ έσερνεν ο φίλος μου να σφάλω Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 200· β2) πείθω: μια και δυο και τρεις φορές με γνώση τηνε λέσι (ενν. την Αρετούσα),| πάσκου να τηνε σύρουσι να πει το πως τσ’ αρέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 336. 12) α) Κουβαλώ, μεταφέρω κ.: Λαγήνιν, τι λιμπίζομαι τα πάντερπνά σου κάλλη·| εσύ σταμνίν κι εγώ άνθρωπος, κάλλιαν μου τύχην έχεις,| εσύ να σύρνεις κρυόν νερόν στης λυγερής τα χείλη Ερωτοπ. 456· Οκτώβρη, μήνα δολερέ, μήνα κατακαημένε,| μήνα οπού είσαι κυνηγός, πλην εις μικρά πουλία (παραλ. 3 στ.), τα δίκτυα σου να σύρνουσιν αγκάθια και τριβόλια| και να θωρούν τα ομμάτια σου εύκαιρα τα κλουβιά σου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 117· Χέοψ δε βασιλεύσας Αιγύπτου ... ετυράννησε τους Αιγυπτίους ... Είχε ... εκατόν χιλιάδας ανθρώπους τεταγμένους να σύρνουσι πέτρας από τα κατά την Ερυθράν Θάλασσαν βουνά ... να κτίζει τας λεγομένας πυραμίδας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 238· (σε παροιμ. φρ.): ο άγιος Σίστος λαλεί: Τα νερά τα τρεχάμενα δεν σύρνουν φαρμάκιν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 111· από το πλούτος το πολύ, την αυθεντίαν τήν είχα,| ουδέν επήρα μετ’ εμέν όσον το σέρνει τρίχα,| ειμή έξι πήχεις σάβανον Νεκρ. βασιλ. 66· β) (μεταφ.) επιφέρω, προκαλώ: η καθημερινή συντροφία και συναναστροφή σύρνει μάλιστα την αγάπην Σοφιαν., Παιδαγ. 99· δεν είχες μάθει| πόσο βαρά είναι η ζήση μας και πόσα σέρνει πάθη Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 332· (σε παροιμ. φρ.): το γλυκύν κατηγόρημα εις το κρυφόν φέρνει αγάπην και το σκλερόν και φανερόν σύρνει μισιτιάν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107. 13) Έχω κ. πάνω μου, φέρω κ.: ο θαυμάσιος ο βασιλεύς Ιάγγος,| εκρέμετον οπίσω του πολύτιμον χρυσίον,| κόρνεον μεγαλόφωνον τό σύρνουν οι αφέντες| με αλυσίδαν πάγχρυσον, φούντες, μαργαριτάριν Παρασπ., Βάρν. C 433· (προκ. για έμβλημα): Εφόριεν (ενν. ο Ιμπέριος) στο κεφάλιν του κασσίδιν ωραιωμένον·| κόρακαν είχεν εγκοφτόν στου κασσιδίου την τρούλλαν| και εις του πουλίου την κεφαλήν, στην κορυφήν του απάνω| είχεν πτερόν του παγωνιού βαμμένον κιτρινόχροιον.| Τούτο ήτον το σημάδιν του τό σύρνει εις τα άρματά του Ιμπ. 394. 14) Υποβάλλω κάπ. σε βασανιστήρια, βασανίζω: έπιασέν τους ο καπετάνος, τον Δημήτρην τον Ψιχιστήν και τον υιόν του ..., και εσύραν τους, και δεν εμολογήσαν Βουστρ. (Κεχ.) 16613. 15) α) Υποφέρω, υπομένω: ο Ποτόσκης ήτονε πρότερον σκλαβωμένος (παραλ. 1 στ.)· εκεί μέσα στην φυλακήν εστάθη δύο χρόνους,| πολλές ανάγκες έσυρε και αμετρήτους πόνους Ιστ. Βλαχ. 724· να λέγουσιν τους πόνους τους, που ’σύραν σκλαβωμένοι Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 613· β) (με υποκ. τις. λ. αρρωστιά, πόνος) είμαι άρρωστος/πονώ, υποφέρω (για πολύ καιρό): η αρρωστιά μου αρχίνισε στα έβγα τ’ Απριλίου| και τυραγνώντας μ’ έσυρε στα έμπα Δεκεμβρίου Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 370· ολίγον με εκόμπωσεν (ενν. ο Αγκύλας) και μ’ έδωσε ραβδέαν (παραλ. 14 στ.), απήλθον εις την τένταν μου μετά μεγάλον πόνον (παραλ. 3 στ.). Χρόνον λοιπόν ετέλειωσα και έσυρνέ με πόνος| και μετά την συμπλήρωσιν του εναντίου χρόνου,| καθ’ εαυτόν ενόμισα να τον ανταποδώσω Διγ. A 3094. 16) (Χρον.) α) τραβώ κ. σε μάκρος, παρατείνω: Αυτήν την ιστορίαν την εσύνθεσεν (ενν. ο Σολομός Ροδινός) εις απλήν γλώσσαν ... Έσυρεν αυτόν τον κόπον έως δεκαπέντε χρόνους Ροδινός (Βαλ.) 204· φρ. σύρνω τον καιρό = χρονοτριβώ, καθυστερώ: Σαράντα μέρες έστεκαν τα κάτεργα τριγύρου| κι ελέγαν πως «πεινούσινε κι είντα καιρό να σύρου»,| κι απόκεις θα παραδοθού, να μπούσι να τους πιάσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36624· Μεγάλο πόνο έχει τινάς στο θάνατο όντας τρέχει,| κι όσο οπού σύρνει τον καιρό, το γλυτωμό απαντέχει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 303· β) αναβάλλω: ΠΕΤΡΟΥ: Όριζε, αφέντη Θόδωρε. ΘΟΔΩΡΟΣ: Το γάμο αυτό να σύρεις| δυο μέρες πούρι γή και τρεις να τονε τρατινίρεις Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 107. 17) (Προκ. για διήγηση) ξεκινώ (την αφήγηση)· αφηγούμαι: Με δόξαν του Ιησού Χριστού ...,| για να μου δώσει δύναμην λόγον καλόν να πούμε,| διήγησιν ωραιότατην που βάλθηκα να σύρω| ογιά τον Απολλώνιον, αφέντη από την Τύρο Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 3. 18) α) Ονομάζω, αποκαλώ κάπ. με ορισμένο τρόπο (για τη σημασ. βλ. και Coureas, The Assizes 142 σημ. 313)· (εδώ με παράλ. του αντικ.): Περί εκείνου οπού ευλογάται γυναίκαν και συγγενιάζει του ..., και αν ουδέν θελήσουν ... να γίνουνται μοναχοί ή συναδελφοί, καθώς σύρνουν οι Λατίνοι ... Ασσίζ. 11521· β) θεωρώ: «Διχωστάς αντρός ευρέθης γαστρωμένη.| Λοιπό ειπέ μας την αιτιά ... (παραλ. 1 στ.)». Επιλογήθη η Κερά και ήμοσε στον Κύριο·| το να τ’ ακούσουν οι ιερείς εσύρα το μυστήριο.| «Πώς είναι ετούτο μπορετό ...;» Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1979. 19) (Με αντικ. τη λ. τιμή) ορίζω, καθορίζω την τιμή, την αξία ενός πράγματος: αν έχει να πει στες παρτίδες απού τως έχω στελμένες ... τόσους καιρούς τίποτις, να κοντραδίρει ή όχι και να σύρει και τις τιμές των πραμάτων Επιστ. Κρ. 1574 151. 20) Οργανώνω: μετά τον πατέραν της εις μηχανιάν εμπήκεν (ενν. η Μαργαρώνα),| να σύρει ρένταν θαυμαστήν τον έκαμεν κι εποίκεν Ιμπ. (Yiavis) 884. 21) Χαράζω· σχεδιάζω: Α δε διαβάζω στο χαρτί, γράμματα κάνω πάλι (παραλ. 1 στ.) ... Στον τοίχο μας με το μαχαίρι σέρνω| τό θέλω, και κρατώ τονε για σκέδα και καδέρνο Στάθ. (Martini) Ά́ 211. 22 (Προκ. για ποτό) ρουφώ· πίνω: Ήσυρα και δυο ποτηρές, μα απού την τόση σκάση| τήν είχα, εις τσι φτέρνες μου εγροίκησα να πάσι Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 57. Β´ Αμτβ. 1) α) (Προκ. για εκηβόλο όπλο) βάλλω, εκτοξεύω: μέσα είχεν (ενν. ο πάφυλος) έναν μάγγανον ως γιον τραπουτσέττιν και έσυρνεν ίχια ως γιον τζάκρα, αμέ έσυρνεν κοντά Μαχ. 46218 δις· Τα τριπουτσέτα εσύρνασιν γύροθεν εις τους πύργους| κι οι τζάγρες ουκ αφήνασιν άνθρωπον να προσκύψει| έξω εκ τα δόντια του τειχίου να ιδούν το ποίος τοξεύει Χρον. Μορ. H 1481· β) (προκ. για άνθρωπο που χειρίζεται τέτοιο όπλο) σημαδεύω και χτυπώ: ήτον ένας παιδίος καλός τζακράτορος και κόρδαινεν όμορφα ... και έσυρνεν πολλά καλά και δεν έχαννεν βερετούνιν Μαχ. 45821. 2) α) (Σε προστ.) α1) πήγαινε· φύγε: εσύ ηξεύρεις ρωμάνικα σύρε εις την Ρώμην, εσύ πέρσικα σύρε εις την Περσίαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 304r δις· σύρε εις τον τόπον σου το κάστρον να φυλάττεις Χρον. Μορ. P 3787· αν εύρεις παραπόνεσιν από τους εδικούς σου,| ξένε μου, πάλιν μίσεψε και σύρε εις τα ξένα Περί ξεν. (Μαυρομ.) 322· Φύγε απομπρός μου ογλήγορα. Μη θες τση κεφαλής σου| τον τσακισμό, βαριόμοιρε. Σύρε ποθές, γκρεμίσου Πανώρ.2 Β́ 250· α2) (ως προτροπή) εμπρός, έλα: λοιπόν απάρτι την οδόν σύρε ας περιπατούμεν Λίβ. διασκευή α 2864· ρίψε, ρίψε το λοιπόν τον φόβον, μη φοβάσαι.| Σύρε, ας καβαλικεύσομεν, θάρρεσε εις τά μας λέγει (ενν. η γραία) Λίβ. Va 2797· β) στη φρ. σύρε και έλα = (προκ. να δηλωθεί δισταγμός) πίσω μπρος (βλ. και Croce 41: volta e rivolta· πβ. ιδιωμ. συρεκέλια τα [Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ.], συρεκιέλια τα [Τσιντίλη-Βλησμά, Λεξ. Ιθάκ.], συριgέλα το [Κοσμάς, Ιδίωμ. Ιωανν.], συρικέλα τα [Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ.]· πβ. επίσης τη νεοελλ. έκφρ. το σύρε και έλα [ΛΚΝ, λ. σέρνω σημασ. ΙΙ 1] και το νεοελλ. ουσ. πηγαινέλα το): σαν απελπισμένες δεν ήξευραν (ενν. οι γυναίκες) τι στράταν να πιάσουν, περί το να γυρίσουν έμπροσθεν του βασιλέως διά το σφάλμα οπού έκαμαν· και ομοίως απορούσαν αν κάνει χρεία να γυρίσουν εις την βασίλισσαν, ή ναι ή όχι. Άλλη έλεγεν σε έναν τρόπον, άλλη εις άλλον· άλλη επαρακίνουνε να υπάσι, άλλη να σταθούσι ... Τέλος πάντων, σύρε και έλα, αποφάσισαν να παρρησιασθούν εις την βασίλισσαν και να της διηγηθούν το έργον Μπερτόλδος 40. 3) (Προκ. για ποτάμι) ρέω: Είναι δε ο Ιορδάνης ποταμός ... ταπεινός και βαθύς σύρνοντας κρυφίως και καμπόσον πλατύς Προσκυν. Κουτλ. 390 14434. 4) (Προκ. για τον άνεμο) φυσώ: Έσυρεν άνεμος πολύς, στο πέλαος με εξοριάζει.| Ευρίσκει με κουρσάρικον, στο Κάιρος με πουλούσι Ιμπ. 801· ο άνεμος ο μέγας, όταν σύρει, πολλά ξύλα τσακίζει Διήγ. Αλ. G 27236. 5) (Προκ. για κέρας) σημαίνω· καλώ: όνταν σύρει το βούκινο, αυτοί να ανέβουν εις το όρος Πεντ. Έξ. XIX 13. II. Μέσ. 1) α) Προχωρώ στο έδαφος με το σώμα, έρπω: Όφις εκείνον τον καιρόν ήτονε πλουμισμένος| κι ο Θεός του καταράστηκε κι ευρέθην οργισμένος:| να σύρνεται, να περπατεί στο στήθος, στην κοιλιά του Χούμνου, Κοσμογ. 93· τουφεκιές του δώκασι και σπουν του το ποδάρι (παραλ. 1 στ.) κι εκείνος εκυλιέτονε με πόδια και με χέρες·| με τα νεφρά εσέρνετο απάνω εις το χώμα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1865· β) (προκ. για πράγματα) κρέμομαι ώς το έδαφος και μετακινούμαι πάνω σε αυτό: Λατίνικα τα ρούχα της ήτασιν της ωραίας,| επάνω χρυσοκόκκινον εφόρει σουκανία,| μακρέα εις γην εσύρετον λαμπροχρωματισμένη Λίβ. διασκευή α 2309· Ευθύς γουν επήδησεν ο κυρ Κρομμύδιος μετά κοκκίνης στολής, το γένειον αυτού χαμαί συρόμενον Πωρικ. (Winterwerb) I 54· γ) (προκ. για πλεούμενο) πλέω: ετσακίζανε τα κουπία των κατέργων με λουμπάρδες και ... πάλι άναψε ο πόλεμος ... και την αρμάδα την εχαλούσανε δυναμότερα παρά πρώτα. Και τόσο τα εχαλάσανε, ότι δεν εδυνόντησάνε να συρθούνε με τα κουπία, να ’ρθούνε εις την γη Χρον. σουλτ. 826. 2) α) Κινούμαι, μετακινούμαι: όλη η ψυχή η ζωντανή οπού σύρνεται εις τα νερά και παν ψυχή οπού σερπετεύγει ιπί την ηγή Πεντ. Λευιτ. XI 46· Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε ... και να αρχεύετε τα ψάρια της θαλάσσου και του ουρανού όλα όσα πέτονται και όλα τα κτήνη και όλα όσα είναι εις την γην και όσα σύρνονται εις την γην και πέτονται όλα να τα κυριεύετε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 64v· (μεταφ.): σε δειλοσκόπησην εστέκουμου μεγάλη,| κι ο νους μου εσέρνετο συχνιά σε μια μερά κι εις άλλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 44· β) πηγαίνω: Αν θέλεις να υπάς εις τους Απαξούς, ... θέλεις έχειν έτοιμην την βάρκα με το πλωρήσιν και πιάνεις το εις το ακρωτήριν του σιρόκου και σύρνεσαι μέσα Πορτολ. Α 3916· γ) έρχομαι· πλησιάζω: Επαρέστησαν τοίνυν οι επιστήμονες της μωράς σοφίας ... Σέρνεται λοιπόν ο Ναχώρ τον Βαρλαάμ υποκρινόμενος ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 10013· Μα στάσου, κι ένα (ενν. σολντάδο) συντηρώ επώδες και προβαίνει.| Σύρσου κοντά, να στέκομε κι οι δυο συντροφιασμένοι Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 208. 3) α) Τραβιέμαι, αποτραβιέμαι· αποσύρομαι: Ώφου! πώς κλαίγει (ενν. ο Γύπαρης) αδυνατά! Ο πόνος του με σφάζει.| Σε μια μερά θε να συρθώ κι αν τύχει να γροικήσω| την αφορμή απού τον κινά στο κλάημα το περίσσο Πανώρ.2 Β́ 427· τούτος (ενν. ο Τζαβάρλας) πλια πρωτύτερα ήθελεν έμπει μέσα| ογιά να κλέψει τίβετας ...| Και ως με ’δε, μέσα εσύρθηκε στο μαγερειό και μπαίνει| τάχατες ογιά να χωστεί Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 33· Σύρσου αποδώ μη μας ιδεί εις το στενό κι αρχίσει,| σαν είναι το συνήθιο του, σάλια να μας γεμίσει Κατζ. Ά́́ 243· για να μη γνωρίσουσιν οι άλλοι τη χαρά τση,| με σιγανάδα εσύρθηκε μέσα στην κάμερά τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1790· (μεταφ.): Η εμιλιά του εχάθηκεν, ελίγανε η πνοή του,| κάτω στον ουρανίσκο του εσύρθην η φωνή του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 940· (σε προσωποπ.): του Θεού απού εξαρχής υπακούσασι όλα τα νερά και εσυρθήκασι εις τους τόπους τως Μορεζ., Κλίνη φ. 184r· β) απομακρύνομαι: Δε στέκου πλιο να καρτερού (ενν. ο Ρωτόκριτος και ο Δρακόκαρδος), μ’ αφήκασι τα λόγια| και σύρνουνται με μάνητα είς απ’ τον άλλο χώρια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1468· γ) (με τα επιρρ. οπίσω/ξοπίσω) γ1) γυρίζω πίσω, επιστρέφω (εκεί από όπου ήρθα): Μαντατοφόρους έπεψε (ενν. ο πασάς) να πάνε να σιμώσου,| τη χώρα να ζητήσουνε μ’ αγάπη να του δώσου.| Και παρευθύς επήγανε ...,| στη χώραν έξω ήρθανε κι ανθρώπων εμιλήσα:| «Να έβγουν δύο άρχοντες ογιά να τωνε πούμε,| καθώς μας είπεν ο πασάς, κι οπίσω να συρθούμε ...» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16321· γ2) κάνω πίσω, οπισθοχωρώ, υποχωρώ: εξώφευγε (ενν. ο Κρητικός) τσι κοπανιές κι ήβλεπε το σπαθί του| κι ωσάν αϊτός επά κι εκεί επέτα το κορμί του·| σύρνεται οπίσω, πηαίνει ομπρός, ζερβά δεξά γιαγέρνει| και πρίχου σώσει η κοπανιά εις το σπαθί την παίρνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1073· (μεταφ.): φοβούμαι τον τον κύρη μου, το πράμα ντρέπομαί το,| και θέλω οπίσω να συρθώ, νένα μου, κάτεχέ το,| μα Έρωτας στέκει ανάδια μου και τ’ άρματα μου δείχνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1652· έστεκ’ αρίφνητο καιρό δίχως ν’ αποφασίσω| να κάμω τό ’χα πεθυμιά γή να συρθώ ξοπίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 46· όλοι να συγκλίνομεν στον άγιον τον πάπαν (παραλ. 1 στ.), τινάς οπίσω μη συρτεί από τον ορισμόν του Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 802. 4) Φέρομαι, συμπεριφέρομαι: Η αγνωσία η πολλή και η χονδρότητά του,| το τι του ενθυμήθηκε και εφαντάσθη ο νους του.| Εις τα Ιωάννινα ευρίσκονταν ραφτάδες, τσακαράδες,| που εσύρνονταν καλύτερα από τον Ζενεβέση Χρον. Τόκκων 1789. 5) (Νομ.) παρατείνομαι· παραμένω ενεργός, ισχύω: Των μοναστηρίων και εκκλησιών αι αγωγαί, αι κρίσεις, έως μ́ χρόνους κινούνται, ήγουν σύρνονται, μακραίνουσι. Αφού δε περάσουν οι μ́ χρόνοι δεν κρίνονται, μόνον παύουσιν Zygomalas, Synopsis 122 Α 9. Φρ. 1) Σύρ(ν)ω κάπ. αποκάτω = αναζωογονώ, συνεφέρω κάπ.: οι γιατροί του εδώσανε πότιο, διά να τονε σύρει αποκάτω, αμή το πότιο έσφιξε τα έντερά του και απόθανε Χρον. σουλτ. 12120. 2) Σύρνω το γένος = προέρχομαι, κατάγομαι: είχε (ενν. ο Αθανάσιος) ... γεννήτορας δε ευγενείς και φιλοθέους, αλλ’ ο μεν πατέρας του εσύρνε το γένος από την Αντιόχειαν, η δε μητέρα του ήτον αναθραμμένη εις αυτήν Μαργουν., Βίοι2 274. 3) Σύρνω γλώσσα σε κάπ. = αυθαδιάζω, αντιμιλώ: Όταν και ιδείς την άτακτην (ενν. τη γυναίκα), να μη έχει εμπιστοσύνη,| να τη διατάσσεις φρόνιμα και γλώσσα να σου σύρνει (παραλ. 2 στ.), καρβούνιν έχε, κάτεχε, να καίει τα σωθικά σου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1655. 4) Σύρ(ν)ω εις ζυγό = (προκ. για ζώο) μπαίνω στο ζυγό, ζεύομαι: να πάρουν οι γέροντες του κάστρου εκείνου μουσκάρι βουκόλιο ος δεν εδουλεύτην εις αυτήν (ενν. την ηγή), ος δεν έσυρεν εις ζυγό Πεντ. Δευτ. XXI 3. 5) Σύρ(ν)ω εις (την) κρίσιν κάπ. = (νομ.) πηγαίνω κάπ. στο δικαστήριο, κάνω καταγγελία εναντίον κάπ.: Ορίζομεν να μηδέν έχει κανείς άδειαν του αποθανόντος τους γονείς ή την γυναίκα του ή τα παιδία του ..., προτού να διαβούσιν αι εννέα ημέραι της λύπης, ότι να τους πειράζει ή να τους ενοχλεί ή να τους σύρνει εις κρίσιν Νομοκριτ. 111· Περί γυναικός, ότι δεν σύρει εις κρίσιν τον υιόν της διά έγκλημα δημόσιον Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 613 μζ́ 1· εκείνος (ενν. ο Ιησούς) βλέποντας τον λαόν ... τους εδίδασκε λέγοντας: ... όποιος θέλει να σε σύρει εις την κρίσιν να πάρει το πουκάμισόν σου, άφησ’ τον και το ρούχον σου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. έ́ 40. 6) Σύρ(ν)ω λαλίαν/φωνήν/φωνίτσα = μιλώ· μπήγω φωνή, φωνάζω: αφότου τους εσυνέτριψεν εκείνους τους αγούρους,| λαλίαν έσυρεν μικράν ο Αχιλλεύς ο μέγας: ... Αχιλλ. (Smith) N 156· Σύρνει φωνή (ενν. ο επιτραπέζης) προς Φλώριον, μετά θυμόν ελάλει:| «Υιέ μου, τις είσαι και ποιος; ...» Φλώρ. 649· εστράφην ο νεότερος, φωνήν μεγάλην σύρνει:| «Εύχου με, κύρη στρατηγέ, μετά της θυγατρός σου».| Και εκείνος ως το ήκουσεν και τον ηχόν του μαύρου,| φωνήν μεγάλην έσυρεν: « Εχάσα το παιδίν μου! ...» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 917, 920· Μικρόν παιδίν εφάνηκεν απάνου εις άγριον όρος·| στριγγέαν φωνίτσαν έσυρεν, όσην και αν εδυνέτον Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 139. 7) Σύρ(ν)ω λίθους εις κάπ., βλ. ά. λίθος 10δ. 8) α) Σύρνω κάπ. μάρτυρα/εις μαρτυρίαν = (νομ.) καλώ κάπ. στο δικαστήριο ως μάρτυρα: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος ένι ξημερωμένος ημέραν τακτήν ... και ηύρεν τον χείμαρρον πολλά μέγαν ... και ουδέν ημπόρησεν να τον περάσει, το δίκαιον ορίζει ... να φωνάξει ... εις την πέραν μερίαν του χειμάρρου, άρχοντες, σύρνω σας μάρτυρας το πως ουδέν ημπορώ να περάσω Ασσίζ. 893· Δεν έρχονται δε εις μαρτυρίαν και δεν σύρνονται από τους κριτάς αρχιερείς, ιερείς, πρωτοσπαθάριοι και όσοι είναι εις τιμήν μεγάλην και εις οφφίκια. Αν θέλουσι δε με το θέλημά τους, τότε μαρτυρούσιν Zygomalas, Synopsis 230 Μ 13· β) σύρ(ν)ω μαρτυρίαν, βλ. ά. μαρτυρία Φρ. 6. 9) α) Σύρ(ν)ω το όνομα κάπ. = διασύρω, εξευτελίζω: ο Αίσωπος είπεν προς αυτούς: «Άνδρες Δελφιώτες, ... σας εθαυμάζουμουν ωσάν τινάς αξίους. Και τώρα οπού ήλθα προς εσάς, ηύρα σας χειρότερους και πια αναξιότερους παρά όλους τους ανθρώπους ...». Όταν λοιπόν ήκουσαν οι Δελφιώτες αυτά τα λόγια, εφοβήθησαν να μηδέν υπάγει ο Αίσωπος εις άλλες χώρες και σύρει το όνομάν τως Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 28024· β) σύρνεται το όνομα κάπ., βλ. ά. όνομα Φρ. 13. 10) Σύρνω οπίσω = αντιστέκομαι (για τη σημασ. πβ. Vincent [Φορτουν. σ. 253]): Εκείνος είναι (ενν. ο Φουρτουνάτος) απ’ αγαπά (ενν. η Πετρονέλα), για κείνο οπίσω σύρνει,| και να τηνε γυρίσομε ποσώς δε μας αφήνει.| Και βρίσκει χίλιες αφορμές· λέγει πως είσαι ξένος,| πως είσαι γέρος κι άνοστος ... Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 353. 11) Σέρνω/σύρ(ν)ω πάγα = (α) λαμβάνω μισθό: απής εφτάξαν (ενν. οι σολντάδοι) εδεκεί ... (παραλ. 1 στ.) ... γίνη ανακάτωσις εις το νησίν απάνω| που φάγαν όλα τα οζά, μα δεν αναθιβάνω.| Μια λίτρα επήγαινε τ’ αβγό, οπού τα ’ρνίθια εφάγα,| γιατ’ είχανε πολλά σολδιά κι εσέρναν πολλή πάγα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4187· (β) καταβάλλω (μισθό), πληρώνω: έδωκέ μου ο μισέρ Στέφανος πενήντα δουκάτα, διά να σύρει όλην την πάγαν μου διά όλον τον Φεβρουάριον Σεβήρ., Σημειώμ. 1γ. 12) Σύρνω πατάλιαν = οδηγώ σε μονομαχία προκειμένου να κριθεί το αποτέλεσμα της δίκης (πβ. φρ. σύρνω πόλεμον): οι άνθρωποι οπού υπάσιν διά θαλάσσης, αν τύχει να έχουν καμίαν δυσκεψίαν ..., το δίκαιον ορίζει ότι τούτο να κριθεί διά της αυλής της θαλάσσου, ουδέν σύρνουν πατάλιαν, τουτέστιν πόλεμον διά πρόβαν Ασσίζ. 4613. 13) Σύρνω την περπατησιά = βαδίζω, περπατώ: Η άργητα δεν έσωνε ’ς τούτη τη συντροφία,| που σύρνει την περπατησιά με τόση παρρησία Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 1672. 14) Σύρνω (κάπ. εις) πόλεμον, βλ. ά. πόλεμος (Ι) Φρ. 21. 15) Σύρνω πτένην = (ναυτ.) έχω αβαθή νερά: αν υπάγεις εις τον λιμνιώνα, σίμωνε το ακρωτήριν του μεσημερίου, ότι το της τρεμουντάνας σύρνει πτένην και κρατεί μίλια β́ προς το μεσημέριν Πορτολ. A 55. 16) Σύρνω το σχήμα = έχω την εξωτερική εμφάνιση, τη μορφή: Ανέβηκα και βλέπω την (ενν. την Δυστυχίαν) κι εκάθετον εις θρόνον.| Σύρνει το σχήμα σοβαρώς να έναι πολλά αγριωμένη Λόγ. παρηγ. L 587. 17) Σύρ(ν)ω τον φόνον κάπ. = (νομ.) κινώ δικαστική έρευνα για τη δολοφονία κάποιου: Περί κληρονόμων των φονεμένων, ότι οι κληρονόμοι πρέπει να τους σύρουν τον φόνον, ποίος τον εσκότωσε να τον ζητούν ... με κρίσιν να τον εκδικήσουσι Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 962 ρλς́ 2. 18) Σέρνω τον χορόν = ανακατεύομαι σε κ., συμμετέχω σε μια δραστηριότητα: εφαινόντανε καθαροί οι πταίσται και καπουριόνοι οπού έσερναν τον χορόν ετούτον και ήτον η αιτία της ρεμπελιάς Σουμμ., Ρεμπελ. 187. Η μτχ. μέσ. ενέστ. ως επίθ. = (προκ. για βιβλίο, πιθ.) συνήθης· χρηστικός (για το πράγμα βλ. και Atsalos, Term. 237 σημ. 3): άλλο βιβλίον μετάφρασις του δευτέρου όλου εξαμήνου ...· έτερα βιβλία δ’ πανηγυρικά ...· βιβλίον άλλο έχον τους δεσποτικούς κανόνας ερμηνευμένους. Έως ώδε τα συρνόμενα (ενν. βιβλία) Κώδ. Πάτμου Ι 91. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = που έχει καταναλωθεί· χρησιμοποιημένος: ένι κρατημένη η γυναίκα να του στρέψει πάντα όσα να ευρεθούν απέ τά της εποίκεν, και να μηδέν ευρεθούν, και τα ποντισμένα και τα συρμένα, ουδέν πρέπει η γυναίκα να τα ικανώσει Ασσίζ. 16323. Το ουδ. της μτχ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = α) οικόσιτο ζώο που το τραβάει κάπ. με χαλινάρι ή σκοινί: αφήνει του κυρ Κωσταντή, του αδερφού του, ό,τι πράμα και αν έχει, έτις στάμπελε ωσάν και μόμπελε, συρνούμενα, πορπατούμενα ... Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896· β) ερπετό: Αρχίζουν τα τετράποδα και τα ’ρπετά κινούσι,| πετούμενα, συρνάμενα, στην κιβωτόν να μπούσι Χούμνου, Κοσμογ. 464· γ) (γενικ.) κάθε είδους ζώο που κινείται πάνω στη γη: να αρχεύει και να κυριεύει (ενν. ο άνθρωπος) τα ψάρια της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και να αρχεύει και κυριεύει όλην την γην και ολουνών των συρνουμένων επί την γην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 64v.
σφαλτός,- επίθ., Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 228, Αχέλ. 62, Ερωφ. (Αλεξ. Στ-Αποσκ.) Έ́ 580, Πιστ. βοσκ. IV 5, 126, V 2, 17 (έκδ. άσφαλτη· διορθώσ.), Ροδολ. (Αποσκ.) Τοις αναγν. 4, Ά́ 238, 302, Δ́ 329, Βουστρ. Μεταφρ., Νουθ. Άβιλ. (Κακ.-Πάνου) 59, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 119, 1523, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5036, Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 395, 812.
Από το σφάλλω. Τ. σφαρτός σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. σφάλλω, Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Η λ. το 12. αι. (LBG), στο Βλάχ. (λ. σφαλερός), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 100 και στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ. Θηλ. σφαλτή σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Φραγκάκι, Δημ. ιατρ. 260).
1) Εσφαλμένος, λανθασμένος (με τις λ. γνώμη, λογισμός): Φοβάσαι ακόμη, αφέντρα μου, στέκεις εις πρίκα ακόμη;| Ν’ αλλάξεις σε παρακαλώ τέτοια σφαλτή σου γνώμη Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 100· Ουαί εις τους ταλαίπωρους … (παραλ. 1 στ.). Εκείνους λέγω που ποτέ τον φθόνον δεν εβγάζουν,| μόν’ πάντοτε στις όργητες κι εις τα κακά κοιτάζουν.| Ω λογισμοί πολλά σφαλτοί, ω γνώσις τυφλωμένη,| ω των ανθρώπων ολωνών όργητα κομπωμένη! Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 935. 2) Που σφάλλει, που κάνει σφάλμα, λάθος (συχν. με τη λ. νους): ο νου μας είν’ έτσι σφαλτός, απ’ όντε λογαριάζει| πως πιάνει ό,τι τονε φελά, το βλάψιμο αγκαλιάζει Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 59. 3) Ψεύτικος· απατηλός, παραπλανητικός: Πες μου, ποια πράγματα βαστάς, γυναίκα, μετ’ εσένα,| και δεν είν’ όλα ψεύτικα, σφαλτά και δολωμένα;| Τα χείλη σου αν ανοίξουσι, ψέματα λογαριάζεις| κι α ’ναστενάξεις, πάντα σου ψέματ’ αναστενάζεις Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 1256· πει σου θέλω πράγμα να σε κάμω| καθάρια να γνωρίσεις πόσον έναι| σφαλτή γη ελπίδα πάντα και κομπώτρα| τ’ αγαφτικού, και ο πόθος| γλυκιά πως έχει ρίζα, μα πρικαίνει| πολλά το πωρικόν τση Πιστ. βοσκ. II 1, 78. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Λάθος· (εδώ προκ. για διήγηση, ποίημα, κ.τ.ό.): Όσοι αναγινώσκετε και όσοι διηγάσθε,| εάν ευρείτε και σφαλτόν, να μη με βλασφημάτε,| ότι εγώ ως αμαθής είπα να γράψω ρίμα Σταυριν. 1292. 2) Σφάλμα, παράπτωμα: ώσπερ Αδάμ, απέναντι του παραδείσου| εθρήνει τε και έλεγεν: «Διατί να με χωρίσουν| αποτ’ εμέν τα κάλλη σου διά την παρακοήν μου (παραλ. 1 στ.), ω πάντιμε παράδεισε, που διά ’μέν εγίνης| και διά Εύας το σφαλτόν εμένα με αφήνεις» Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9924.
σφονδυλέα- η, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 736 κριτ. υπ., Διγ. Άνδρ. 34914· σφενδυλιά, Χούμνου, Κοσμογ. 271· σφεντυλέα, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3074· σφεντυλιά, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3034, 3110, 3577, 3596· σφονδυλία, Νεκρ. βασιλ. 60, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 261v· σφοντυλέα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 697· σφοντυλία, Μαχ. 4061, Βουστρ. (Κεχ.) 3123, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 245r, 276v· σφοντυλιά, Αχιλλ. L 1164, Αχιλλ. (Smith) O 663, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 605 δις, 608· πληθ. σφονδυλές.
Από το ουσ. σφόνδυλος και την κατάλ. ‑έα. Ο τ. σφεντυλέα και σήμ. στην Κάρπαθο (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου), όπου και τ. σφεντυλά. Ο τ. σφεντυλιά και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. σφεντύλι). Ο τ. σφοντυλία και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.). Ο τ. σφοντυλιά και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., ΑΛΝΕ). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Georgac., Glotta 31, 1951, 219, γρ. σφονδυλαία).
Χτύπημα με το χέρι (για τη σημασ. βλ. και Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 244]) (1) στον αυχένα, σβερκιά: Και τότε ο Βασίλειος ο Διγενής εκείνος| επήρε το ραβδίον του και εις το μέσον ήλθεν,| τους μεν ραβδέας έκρουε, τους δ’ άλλους σφονδυλέας| και πάντων υπελύθησαν αι χείρες των ανδρείων Διγ. Z 1618· (2) χαστούκι: Ευχαριστώ σε (ενν. Χριστέ) διά την σκληρότατην σφονδυλίαν με την οποίαν εκτυπήθηκε το θεϊκόν σου πρόσωπον από το διαβολικό χέρι ενός αναισχύντου δούλου του αρχιερέως Βουστρ. Μεταφρ. 257· (3) γροθιά: εις τον Σαρακηνόν υπάγει| και σφόνδυλον τον έδωκε κι εξεσαγόνιασέ τον:| «Ειπέ, μωρέ Σαρακηνέ, πού έναι τα φουσσάτα;»| «Θεέ μου, σαλά ρωτήματα τά έχουν οι ανδρειωμένοι,| πρώτα να κρουν τες σφονδυλές και τότε να ρωτούσιν! ...» Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 60.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Σπαν. A 36, Σπαν. B 38, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 135, Διγ. Z 641, Βέλθ. 436, Ωροσκ. 413, Χρον. Μορ. H 977, 1024, 2392, 7504, Φλώρ. 1314, Καναν. (Pinto) 485, Πτωχολ. α 263, Πορτολ. B 2822, Βουστρ. Μεταφρ. 255· προσεχή, Χρον. Μορ. P 1024, 2372, 2392, 7504.