Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 213 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Βουστρ. (Κεχ.)

  • παρακάλεμα 
    το, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1210]· παρακάλημα, Μαχ. 46812· παρακάλημαν, Ξόμπλιν φ. 128r.
    Από το παρακαλώ και την κατάλ. ‑μα. Τ. παρακάλεμαν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Somav., σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 157), στον Κατσαΐτ., Θυ. Δ́ 121, Ιφ. Γ́ 610, Δ́ 81, Έ́ 291 και σήμ.
    α) Παράκληση, ικεσία: με τα πολλά λόγια και παρακαλέματα θέλει γυρίσει την γνώμην του πατρός του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 349· εμήνυσέν της παρακαλέματα, να τον αφήσει να πάγει εις την Λευκουσίαν Βουστρ. (Κεχ.) 20814· β) αίτημα: γίγνωσκε ότι οι άρχοντες των κουμμουνίων εμηνύσαν μου παρακαλέματα να σου μηνύσω να τελειωθεί η αγάπη Μαχ. 2882.
       
  • παρακάλεσις ‑ση 
    η, Τρωικά 5298, Ελλην. νόμ. 5219, Χρον. Μορ. H 143, 486, 5987, 6197, 6858, Χρον. Μορ. P 2891, Μαχ. 826, 15621, 15817, 17224, 2941, 47215, 59624, Θησ. Γ́ [831], Ζ́ [766], Θησ. (Foll.) I 59, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101, Διήγ. Αλ. G 27916, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 81v, 398r, Ξόμπλιν φ. 138r, Μαλαξός, Νομοκ. 80, Θρ. Κύπρ. M 97, Χρον. σουλτ. 7120, 8536, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1671, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 943, 16427, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5317, 9511, 11320, Διαθ. Νίκωνος 255, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [289], [1193], Έ́ [156], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 186, 360, Χριστ. διδασκ. Προοίμ. [δ́], Ροδινός (Βαλ.) 83, Hagia Sophia ω 51227, Μπερτόλδος 14, Μπερτολδίνος 137· παρακάλησις, Ασσίζ. 11319, 47027, Μαχ. 62412, Ξόμπλιν φ. 138r, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 139, Καβαλίστας 53, 57· παρεκάλεσις, Θησ. Πρόλ. [187]· πληθ. παρακαλέσες, Βουστρ. (Κεχ.) 9614.
    Από το παρακαλώ και την κατάλ. ‑σις. Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 324, σε έγγρ. του 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 22, 1977, 9) και σήμ. στο κύπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 716).
    α) Παράκληση: να πέσεις εις τα πόδια τους με μεγάλες παρακαλέσες, να σ’ ελεημονηθούν Βουστρ. (Κεχ.) 9614· ελεημόνησε την παρακάλεσίν μου ... και ελευθέρωσέ με από τους ... Μακεδόνας Διήγ. Αλ. E (Lolos) 28920· Αδώρημα φαίνεται εκείνον οπού αγοράζεται με παρακάλησες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101· β) ικεσία, δέηση: ο Θεός έστειλεν δώδεκα αγγέλους διά την παρακάλεσιν του Αδάμ, να βοηθήσουν της Εύας εις τη γέννησίν της Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 5r· με παντοτινήν παρακάλεσιν να ζητούμεν από τον Θεόν την χάριν του Αγίου Πνεύματος Χριστ. διδασκ. 325. Φρ. κάμνω/ποιώ παρακάλεσιν = παρακαλώ, ικετεύω: να κάμνει παρακάλεσες εις όλες τες γυναίκες,| να θυμηθούν τό έταξαν, στερκτές να είναι εις αύτο Θησ. (Foll.) Ι 40· Να κάμω παρακάλεσιν με την ταπεινοσύνην,| γι’ αυτό το πράγμα στους θεούς, να κάμουν ελεημοσύνην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [527]· όρισεν (ενν. ο ληγάτος) και εποίκαν παρακάλεσες εις τον Θεόν Μαχ. 15216‑7.
       
  • παραπόνεμα 
    το, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 123, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [328], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 356, Χριστ. διδασκ. 284 σημ.· παραπόνημα, Βουστρ. (Κεχ.) 1382.
    Από το παραπονώ και την κατάλ. ‑μα. Ο τ. στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ. Τ. παραπόνεμαν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β́ 579 και Γ́ 471 και σήμ. λαϊκ. (Βλαστού, Συνών.2).
    Παράπονο, έκφραση δυσαρέσκειας: Δίκια παραπονέματα να λέγεις ομπροστά μου,| συχνά με κράζεις άσπλαχνον κι όλο παραπονάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [396]· στελμένος από την γαληνοτάτη Αυθεντία της Βενετίας, διά να κρίνει εκείνον τον λαόν εις τα παραπονέματά τους Σουμμ., Ρεμπελ. 158.
       
  • παραπόνεσις ‑ση 
    η, Προδρ. (Eideneier) IV 290, 428, 634, Χρον. Μορ. H 828, 3497, 5262, 8436, Χρον. Μορ. P 3499, Φλώρ. 1099, Ιμπ. 766, 785, Βουστρ. (Κεχ.) B 1515, Ιμπ. (Legr.) 894, Διήγ. Αλ. G 2735, Βοσκοπ.2 258, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 401, Β́ 212, 923, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 568, Στάθ. (Martini) Γ́ 461, 483, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 149, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19513, 57023· παραπόνησις ‑ση, Μαχ. 5389, Βουστρ. (Κεχ.) 14215, A 14215 (πληθ. παραπονήσες), Β 14315, Κυπρ. ερωτ. 512, 1131· παρεπόνεσις ‑ση, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 397 κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ιστ.2 471 κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ενύπν.2 80 κριτ. υπ., Θρ. Κων/π. (Mich.) 47, 78.
    Από το παραπονώ και την κατάλ. ‑σις. Ο τ. παραπόνησις [ήδη στο Βίος Αισώπ. W (Παπαθωμ.) 141, 138] και ο τ. παραπόνηση και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 717, λ. παραπόνησις, Λουκά, Γλωσσάρ. 359, λ. παραπόνηση). Η λ. παραπόνεση στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 60, Θυ. Δ́ 144, Κλ. Β́ 720 και σήμ. στο κρητ. και στο καρπαθιακό ιδίωμα (Andr., Lex., Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.).
    1) α) Ψυχικός πόνος, θλίψη, μεγάλη στενοχώρια, καημός, παράπονο: Δάκρυα κι αναστενάγματα, πείρασες και φαρμάκια,| και πάσαν παραπόνεσιν και την πτωχεία γεμάτος Θησ. Δ́ [452]· Είχεν γουν παραπόνεσιν ο βασιλές εκείνος (παραλ. 1 στ.), η καρδιά του εκαίετον, εθλίβετον η ψυχή του Αχιλλ. (Smith) O 10· β) δυσαρέσκεια: εδώξαν τον αυτόν φρε Γιλιάμ από την αυλήν του ρηγός. Και από την παραπόνησήν του επήγεν εις την Ρόδον Βουστρ. (Κεχ.) A 1416. 2) Παράπονο: Δεν έχω παραπόνεσην ’πού σέναν| αμμά ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 211. 3) Παρηγοριά, ανακούφιση: εγώ την ζωήν την ιδικήν μου να δώσω διά την παραπόνεσιν της καρδίας σου Διήγ. Αλ. E (Lolos) 26115.
       
  • παραπονώ, 
    Προδρ. (Eideneier) I 54, Διγ. Z 1912, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 400, 900, Φλώρ. 466, Ιμπ. 770, Μαχ. 24413, Βουστρ. (Κεχ.) 418, Πεντ. Λευιτ. XIX 33, Δευτ. XXIII 17, Χρον. σουλτ. 319, Κυπρ. ερωτ. 7513, 21, Πανώρ. Ά́ 30, Γ́ 93, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 316, Έ́ 465, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2379, Δ́ 407, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 211, Διγ. O 184, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1789, 55122, κ.π.α.· παρεπονώ, Φαλιέρ., Ενύπν.2 70 κριτ. υπ., Ch. pop. 312, 314, Αγν., Ποιήμ. Β́ 6· μέσ. παραπονιέμαι, Εβρ. ελεγ. 172, Θρ. πατρ. O 85· παραπονιούμαι, Φαλιέρ., Ιστ.2 573 κριτ. υπ., Ροδινός (Βαλ.) 130· υποτ. αορ. παραπονευτώ, Εβρ. ελεγ. 66, Σουμμ., Ρεμπελ. 16410· μτχ. παραπονημένος.
    Από την πρόθ. παρά και το πονώ. Ο τ. παραπονιέμαι και σήμ. Ο τ. παραπονιούμαι και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Μτχ. παρεπονεμένος στο Meursius. Μέσ. παραπονούμαι τον 4. αι. (TLG· βλ. και Steph., Θησ., λ. παραπονέω), στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 717, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 359).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Στενοχωρώ, δυσαρεστώ κάπ., κάνω κάπ. να έχει παράπονα: Έθλιψες την καρδίαν μου και επαραπόνεσές με Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1364· ξένον μη παραπονέσεις και μη τον στεναχωρέσεις Πεντ. Έξ. XXII 20· Εις τούτον η ρήγαινα με πολλήν πλήξην και παραπονημένη απέ τον Τιπάτ, ότι εποίκεν της πολλές περιβάρυσες Μαχ. 5702. 2) Αισθάνομαι λύπη για τον πόνο κάπ., συμπονώ, οικτίρω κάπ.: τις τον εβλαστήμα (ενν. τον Χριστόν) και τις έκλαιγεν όπισθεν προς αυτόν παραπονώντας το πάθος οπού ελάμβανεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 279r· ’Δέ πώς μας παραπονά ο φρένιμος Σολομών, και λαλεί: «Ψέματα των ψεμάτων, όλα είναι ψέματα» Μαχ. 211. Β́ (Αμτβ.) παραπονούμαι, εκφράζω παράπονα ή δυσαρέσκεια: διά τον Βελισάριον οι πάντες να λαλούσιν,| να κλαίγουν και να θλίβουνται και να παρεπονούσιν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 56· εδώ κι εκεί εγύριζαν, όλοι παραπονώντας,| και τους θεούς υπάγαιναν, όλοι κατηγορώντας Θησ. ΙΘ́ [207]. II. Μέσ. (αμτβ. και μτβ.) 1) α) Παραπονούμαι, εκφράζω παράπονα ή δυσαρέσκεια: Ό,τι μου μέλλει θα γενεί και δεν παραπονούμαι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4997· αν παραπονούμεστεν, να μη το πάρεις βάρος,| ότι πατέρα σ’ έχομεν κι ερχόμεστε με θάρρος Ιστ. Βλαχ. 2603· Δε δύνεσαι να με θωρείς πώς κλαίγω, πώς θρηνούμαι,| πώς λακταρίζω, πώς πονώ και πώς παραπονούμαι; Πανώρ. Β́ 392· γιατί παραπονούνται όσοι αγαπούσι; Κυπρ. ερωτ. 178· β) παραπονούμαι σε κάπ., σε κάπ. για κάπ. ή κ., κλπ.: μάλλον κι εις τον αφέντη του πολλά παραπονάτον| γιατί τον έστειλεν εκεί στην τέχνη των αρμάτων Αχέλ. 281· κλαίει και θρηνοβολεί, αρχίζει και δηγάται| και προς τον Πρώτον Έρωτα πολλά παραπονάται Φαλιέρ., Ενύπν.2 70· τση τύχης του πολλά παραπονάται Πανώρ. Γ́ 508· εξέσκισεν τα ρούχα του κι ήτον διά ν’ αποθάνει,| παραπονάται ’ς τό ’τυχεν, τον θάνατόν του κράζει Χούμνου, Κοσμογ. 1905· μη μου παραπονεθείς, αν κλαίω, α θρηνούμαι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 775· ο Αδάμ και η Εύα επαραπονούτον οπού δεν είχε να φάγει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 76r· ως άνθρωπος κι εγώ ’ς τούτο πολλά λυπούμαι| πως εις το σκότος είμεθεν πάντες, παραπονούμαι Κορων., Μπούας 66· εδιάβησαν και εις τον σουλτάνο του Κάερου και επαραπονέθησαν πως εδιάβησαν εις τους Βενετσάνους και δεν τους εδώσανε τις λουμπάρδες μηδέ μαστόρους Χρον. σουλτ. 12917· γ) έχω από κάπ. παράπονα, είμαι δυσαρεστημένος: μήτε είχανε αφορμή και δίκαιο κανένα να παραπονούνται από αυτούς Σουμμ., Ρεμπελ. 165. 2) Παρηγοριέμαι, ανακουφίζομαι: Επειδή μας επέταξε ωσάν αετός ταχύπτερος ο πατέρας μας, ας παραπονεθούμεν καν ολίγον με την εικόνα του, επειδή ουδέ καν το σώμα του έχομεν Χίκα, Μονωδ. 175-6. 3) Λυπούμαι: από στενοχωρίας μου να πνίξω τον εαυτόν μου·| παντί να γένει εξάκουστον, ο κόσμος να θαυμάσει·| ναι, να το ποιήσω ου μέλει με, πολλά παρεπονήθην Γλυκά, Στ. 290. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) Που εκφράζει παράπονα, που είναι γεμάτος παράπονα: η εμιλιά σου είναι κλιτή και παραπονεμένη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) κριτ. υπ. 566· μ’ έναν αναντράνισμα σαν παραπονεμένο| είπε ένα λόγο σιγανό: «Μπάρμπα μου, εδά αποθαίνω» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1911· β) λυπητερός: Πενήντα σώνουν κι εκατό δίστιχα πρικαμένα,| της Κρήτης η αθιβολή, τα παραπονεμένα Σκλάβ. 278. 2) α) Θλιμμένος, πικραμένος: Τον ήλιο αφήνεις δίχως σου σβηστό και θαμπωμένο,| κι όλο τον κόσμο σκοτεινό και παραπονεμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 576· β) ταλαίπωρος, δυστυχισμένος: ήτον χλωμοί και κίτρινοι κι ωσάν αποθαμένοι| απού τον κόπο τον πολύν οι παραπονεμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16219· (για εκδήλωση συμπάθειας): οι Φράγκοι εστέκα στα τειχιά απόξω σφαλισμένοι,| κι εκάθονταν αξέγνοιαστοι, οι παραπονεμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20226· γ) δυσαρεστημένος: ήσαν (ενν. οι Κυπριώτες) πολλά παραπονημένοι Βουστρ. (Κεχ.) 14078.
       
  • πάραυτα, 
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) IV 135 χφ C κριτ. υπ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 464, 566, 1118, Βέλθ. 134, 696, 743, 959, 1194, Φλώρ. 804, Αχιλλ. (Smith) N 1592, Ιμπ. 432, Γεωργηλ., Θαν. 437, Απόκοπ.2 327, 356, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1607, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 560, 661, 796, κ.π.α.· πάραυθα, Κορων., Μπούας 111, Δαρκές, Προσκυν. [237], Παλαμήδ., Βοηβ. 83, 97, 105, 113, 126, 229, 300, 620, 759, 1061, Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 50, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1204· παραύθα, Μαχ. 3823, Δαρκές, Προσκυν. [132]· πάραυθε, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 23215· πάραυθες, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 259, 266, 780· παραύτα, Αναγν., Στ. πολιτ. 9, Ασσίζ. 5911, Βέλθ. 947, Αχιλλ. (Smith) O 735, Μαχ. 1420, 448, 6212, 1029, 42022, 4221, 43010, 55435, 66631, Βουστρ. (Κεχ.) M 4514, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 101, 156, 213, 226, 626· παραυτά, Σοφιαν., Παιδαγ. 98, 99, 117· πάραυτας, Πανώρ. Ά́ 333, Έ́ 48 κριτ. υπ., Γύπ. Πρόλ. Διός 71, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 320, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ πριν στ. 27, 38, 97, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 11, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12018, 12317, 13212, 1417, Βοσκοπ.2 376, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 335, Β́ 280, Γ́ 1285, Δ́ 997, Έ́ 1075, Στάθ. (Martini) Ά́ 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 282, Δ́ 220, Έ́ 315, Διήγ. πανωφ. 61, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 163, Δ́ 244, Έ́ 248, Ιντ. ά́ 164, β́ 163, γ́ 134, Πρόλ. άγν. κωμ. 10, Λεηλ. Παροικ. 13, 27, 78, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29312, 30518, 3378, 3697, 44817, 54619, κ.α.· παραύτας, Πιστ. βοσκ. II 1, 328, V 5, 271· παραυτάς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3496· πάραυτε, Κορων., Μπούας 79· πάραυτες, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 138, Άλ. Κύπρ. 1204, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 131, 1238· πάρευθα, Χρον. Τόκκων 2513· πάρευτα, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [484], Δ́ [245], Έ́ [1212]· πάρφτας, Κατά ζουράρη 144.
    Το αρχ. επίρρ. πάραυτα ή παραυτά. Ο τ. πάραυθα (με δάσυνση του τ· βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 112) στο Somav. (λ. παρευθύς) και σε κυπρ. δημ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 114). Ο τ. πάραυτας αναλογ. με επιρρ. σε ‑ας (Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 81). Ο τ. πάραυτες και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Ο τ. πάρευθα (απ. στο Somav., λ. παρευθύς) και πάρευτα πιθ. με επίδρ. του επιρρ. παρευθύς. Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).
    1) (Χρον. επίρρ.) αμέσως: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1262, Λίβ. Esc. 3792, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6726, 8224· Εγώ αν ήθελα αγαπήσει το βασίλειόν σας, εμένα ο αυθέντης μου ο Αλέξανδρος πάραυθα με το ήθελεν δώσει Διήγ. Αλ. E (Lolos) 23317· απέζευσεν παραύθα απ’ το αλογάρι Δαρκές, Προσκυν. [71]. 2) (Με επόμ. το σύνδ. οπού· πβ. όπου (Ι) Γ́1δ) μόλις: πάραυτα οπού εκείνος (ενν. ο Μπερτόλδος) είχεν έμπει εις την αυλήν, αυτοί (ενν. οι σκυλοφύλακες) να είχαν αφήσει τα σκυλία να υπάν καταπάνω του Μπερτόλδος 54· πάραυτα οπού τον είδεν (ενν. η βασίλισσα τον Μπερτολδίνο), γελώντας είπεν ... Μπερτολδίνος 152.
       
  • πάροικος 
    ο, Ασσίζ. 23414, Ιστ. Ηπείρ. XXVI6, ΧXXI3, Χειλά, Χρον. 352, Μαχ. 810, 14021, 3585, 36233, 54013, 67626, Βουστρ. (Κεχ.) 283, 6611, 9816, 18, M 293, 6710, 1414, Θρ. Κύπρ. M 424, 467, Βακτ. αρχιερ. 150· παροίκος, Μαχ. 61210, Βουστρ. (Κεχ.) A 669, 679· παροικός, Βουστρ. (Κεχ.) A 284, 1404, B 294, 1414.
    [Το αρχ. ουσ. πάροικος. Η λ. και σήμ.· βλ. και Andr., Lex., στη λ.]
    1) Έποικος: επρόσταξε (ενν. ο Μωάμεθ) και έφερον συργούνιδας λεγομένους ήτοι μετοίκους ή παροίκους από Μηδείας της προς Πόντον και των χωρίων αυτής Ιστ. πολιτ. 256. 2) Δουλοπάροικος: Αυτού λέγει το δίκαιον περί τω πραγμάτων των χαμένων, ποταπόν δίκαιον εντέχεται να γίνεται και περί τους παροίκους σκλάβους οπού φεύγουν έξω του ρηγάτου Ασσίζ. 42320· έβαλε (ενν. ο ρήγας) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τους καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους Μαχ. 60633· ευρέθην ο Νικόλας ... ο ποίος ήτον πάροικος του κούντη της Τρίπολης και ελευθερώθην Βουστρ. (Κεχ.) 1404. 3) Εξαρτημένος αγρότης του Βυζαντίου που αναλάμβανε την καλλιέργεια γης βάσει συμφωνίας με τον ιδιοκτήτη (βλ. ODB, λ. paroikos και Maniatis, Byzantion 73, 2003, τεύχ. 1, 64 κε.): όσοι των από της Εκκλησίας πάροικοι από την κακοπραγίαν αυτού εναπελείφθησαν άνθρωποι, εξέβαλε μεν αυτούς από της προνοίας Ιστ. Ηπείρ. XXIII13. — Βλ. και παροίκισσα.
       
  • παρού, 
    σύνδ., Κομν., Διδασκ. Δ 352, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 337, 394, 509, Καλλίμ. 2375, Ασσίζ. 406, 684, 20311 κ.α., Χρον. Μορ. P 509, 2106, 3236 κ.α., Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 22, Απολλών. 576, Λίβ. P 821, Λίβ. Sc. 285, 286, 1372, Λίβ. N 1259, 1260, Χρον. Τόκκων 2942, 3288, Μαχ. 2246, 51016, 54236 κ.α., Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 334, ΙΙ 27, Θησ. Γ́ [697], [754], Γεωργηλ., Θαν. 394, Βουστρ. (Κεχ.) Β 25518, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 79, 80, 131 πολλ. κ.π.α., Πτωχολ. α 243 χφ Ν κριτ. υπ., Κυπρ. ερωτ. 1342, 13819, κ.π.α.· παρούν, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 153 κριτ. υπ.· περού.
    [Από τη συνεκφ. της πρόθ. παρά και της γεν. της αναφορ. αντων. ος (Πολ. Λ., Ελλην. 21, 1968, 232, Τριαντ., Άπ. 3, 207, πβ. Κοραή, Άτ. Ά́, 75-76). Κατά Τσοπ., Ροδιακά 147 (= Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 73) από την παρό. Κατά Χατζιδ., Βυζαντίς ΙΙ, 1911-12, 517, από την παρά με επίδρ. των αλλού, πριχού, κ.τ.ό. Ο τ. περού πιθ. με επίδρ. της περί (πβ. τη σύγχυση παρά/περί, βλ. Pern., Ét. linguist. II 394, 395 σημ. 1, πβ. Χατζιδ., Βυζαντίς ΙΙ, 1911-12, 517). Η λ. σε κείμ. του 11. αι. (Κεκ., Στρατ. 85), σε έγγρ. του 15. (Richard-Papadopoullos, Livre des remembr. 55, Τσοπ., Ροδιακά 128, 130, 131), 16. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37), 16.-17 αι. [Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 55], σε κείμ. του 18. αι. (Δαβίδ 104, 233, Αγν., Θρησκ. δράμ. 176, 230, 335) και στο Somav.]
    I. Σύνδ. Α´ Συγκρ. 1) Εισάγει β́ όρο σύγκρισης έπειτα από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού α) ομοιόπτωτα α1) (με αιτιατ.): άνθρωπον είχες ευγενήν και χώρας βασιλέαν,| έχεις κάλλιον σήμερον άνδρα παρού εκείνον Λίβ. Sc. 2161· εγώ στέκω πάντα εις μεγαλύτερον φόβον παρού εκείνον οπού ήσουν εσού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 129· (με προηγ. το παρκάτω): Εάν κοράσιν ορμαστεί παρκάτω παρού τα ιβ́ έτη ουδέν λογίζεται η ορμασία εκείνη γάμος Ασσίζ. 54112· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): όλον το πλήθος αγαπούν, τον Βελισάριον θέλουν,| εκείνον τιμούν και προσκυνούν παρού την βασιλείαν Διήγ. Βελ. χ 322· φρόντιζε του φίλου σου την τούτου θεραπείαν| παρού την σην θεράπευσιν και την ανάπαυσίν σου Σπαν. (Λάμπρ.) Va 213· α2) (με ονομ.): Καλλιόν ένι το καλόν όνομα παρού η μεγάλη αρχοντιά Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 130-1· Ο Ιησούς Χριστός είπεν: καλλιόν είναι ο θάνατος παρού η άτυχη ζωή Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 90· ουκ είν’ καλλίο τίποτε παρού η φιλία εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 1126· (με παράλ. του επιρρ.): κανέναν πράμαν πολομά τον άνθρωπον φοβητσιάρην παρού η άτυχη κουσιένζα απού έχει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 129· β) με γεν. (σε σχ. έλξης): Πολλοί λογαριασμοί γίνουνται χωρίς ρίζαν της τέχνης, μόνον με σκοπόν. Και είναι ακριβότερος εκείνος ο λογαριασμός του σκοπού παρού εκείνου, οπού γίνεται με την τέχνην Rechenb. 8614· γ) (με εμπρόθ. προσδ.): λέγει (ενν. ο Σολoμών): Ο άνθρωπος … έναι κάλλιον διά να υπομένει| με δράκαιναν, όταν πεινάν …| παρού με την γυναίκαν του, όταν έναι θυμωμένη Συναξ. γυν. 257· να γενεί η συμπεθερία εκείνη| κάλλιο εις τον αφέντη μας παρού εις τον ρήγα εκείνον Χρον. Μορ. P 2522· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): Και άλλοι πλείστοι, άπειροι, από τον κόσμον όλον| έχουν καλόν στην ξενιτείαν παρού στα γονικά τους Περί ξεν. (Μαυρομ.) 153· διά της διδαχής ημών επιστρέφετε τους ανθρώπους τους πεπλανημένους εις θεογνωσίαν και ούτω δύνασθε σωθήναι εις τον κόσμον παρού εις τα μοναστήρια Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 695· δ) με βουλητική πρόταση: κάλλιον ο πατέρας μας να ορίσει να με κόψουν| παρού στα ξένα χέρια να τύχει ν’ αποθάνω Βυζ. Ιλιάδ. 750· κάλλιον ήτον να βάνασιν (ενν. αι γυναίκες) κόπρον στο πρόσωπόν των (παραλ. 1 στ.) παρού να παραλλάσσουσιν την πλάσιν του Κυρίου Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 725· κάλλιον το είχεν να κατακοπεί κομμάτια παρού να ρίψει το σπαθίον Διγ. Άνδρ. 32721· (με παράλ. του επιθ. ή του επιρρ.): Ατός μου με τα χέρια μου μαχαίριν είχα πάρει| να εμπήξω εις την καρδίαν μου, να σέβω εις τον Άδην| παρού να ζω δίχως εσέν εις τον παρόντα κόσμον Ιμπ. 145· Ας σφάξω την καρδίτσα μου … (παραλ. 1 στ.) παρού να ζήσω επώδυνα τον άπαντά μου βίον Βέλθ. 1179· (με το ότι πλεοναστικά, βλ. ά. ότι 1γ́): επροτίμευα να αποθάνω εγώ παρού ότι να βλαβείς εσύ Διγ. Άνδρ. 40737· (με επόμ. το και που ισοδυναμεί με το βουλητικό να): κἀγώ η ’λεεινή ας είχα αποθάνει| παρού κι έχω πολλές πικριές και δάκρυα και πόνους Απολλών. 676· Να ’χα το φως μου, να ’βλεπα και ας ήμουν σ’ όλα χρειάρης| περού κι εγίνουμου τυφλός Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 746· ε) με αναφορ. πρόταση: Καλλιότερον το είχα να ήθελεν είσθαιν ο θανατός μου σήμερον παρού οπού είδα τέτοιον πράγμα Διγ. Άνδρ. 40128· αν τίποτες περίσσια ειπώ παρού που πρέπει … Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 129· (με παράλ. του αναφορ.· ισοδυναμεί με τα παρ’ ό,τι, απ’ ό,τι, απ’ όσο): Πλέον σας εφοβούντησαν, όταν ήλθετε πρώτον,| παρού φοβούνται σήμερον διά την άργιάν σας Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2949· Αλήθεια ωσάν κατέχουσιν όσοι και με γνωρίσαν| εγώ έπαιρνα ολιγότερον παρού επαίρναν άλλοι Σαχλ., Αφήγ. 342· στ) με ειδική πρόταση (βλ. και ότι 1στ́): να άνοιγα το αρμάριν μου, να τό ’βρισκα γεμάτον (παραλ. 2 στ.) παρού ότι τώρα ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους Προδρ. (Eideneier) III 95 χφ P κριτ. υπ.· πότε να εγένου εξουσιαστής εις την εμήν αγάπην,| εξουσιαστής να την κρατείς, να εθάρρουν εις εσέναν| παρού ότι αιχμαλωτίζομαι διά πόθον ιδικόν σου| παρού το κάστρον της εμής προδίδεται καρδίας Λίβ. P 1371, 1372· ζ) με χρον. πρόταση: ουδέν έναι χειρότερη κακοριζικία εις τον άνθρωπον, παρού όταν έχει εχθρούς τους οικιακούς του Χρονογρ. (Λαμψ.) 233. 2) α) (Με προηγ. χρον. επίρρ. εισάγει χρον. πρόταση) προτού (να): Η γυναίκα η χήρα εάν ορμασθεί πρωτύτερον παρού να πληρωθεί ο χρόνος της χηρείας αυτής ατιμούται Ελλην. νόμ. 58218· ένι διαφεντεμένον να μηδέν λάβει κανείς διά γυναίκαν εκείνην τήν έλαβεν εκ των βυθών της κολυβήθρας … ουδέ ο υιός του να μηδέν λάβει εις γάμον την θυγατέραν της θυγατρός της … αλλά αυτά τα παιδιά του εγεννήθησαν πρωτύτερα παρού να την βαπτίσει Ασσίζ. 12620· Ταύτα δε και τα πράγματα στέκονται φυλαμένα| και πριν παρού να σκορπισθεί και να τα τρικυμίσουν,| ως κάμουν πράξιν και ορμήν Χρον. Τόκκων 2944· β) όταν (Bλ. Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) σ. 294-95]): έκρινα ότι να καγούν τα κάτεργα και ξύλα,| περού λαός ο των Γραικών ενωθεί με τους Φράγκους,| να πολεμίζουν δυνατά, να μη έχουν πόθεν φύγει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 266. 3) (Σε καταφ. πρόταση ύστερα από το άλλος για δήλ. εξαίρεσης, βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 229) εκτός από: Από κανέναν κρίμαν δεν χαίρεται περίτου ο διάβολος … απέ την πορνείαν, και η αφορμή ένι τούτη, ότι εμπορεί να ποίσει ούλα τα άλλα κρίματα παρού εκείνον Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 148. Β́ (Αντιθ.) αλλά, παρά: καλόν σαρμούνιν ήρχισες και να ’χες το τελειώσει,| περού ότι εφήκες το, μέμψουν σε θέλουν τιόσοι Γεωργηλ., Θαν. 455· (με προηγ. άρν.): Ζητά … να δει και τον βεζιραζέμην,| αμμέ στην Πόλιν δεν είναι παρού στην Κρήτην ένι Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 142· παρακαλούμεν σε και εις το βάπτισμαν τό είσαι βαπτισμένος να κωλύσεις την αρμάδα να μεν πάγει εις την Συρίαν παρού να γενεί η αγάπη τήν ζητά ο σουλτάνος, και το να σηκώσομεν το δικόν μας, ποίσε ως θέλεις Μαχ. 15810. ΙΙ. Επίρρ. (Για την επιρρ. χρ. πβ. παρά Γ́ και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 227-28· ως σύνδ. αντιθ. στο ΛΚΝ, λ. παρά2) 1) Σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού α) παρά μόνο: τινάς δεν ημπορεί να είναι ζηλιάρης εις τίτοιαν ζήλαν παρού διά δύο αφορμές Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 121· κανέναν έγκλημαν τό να ποίσει η γυναίκα του ανδρός της ού ο άνδρας της γυναικός του ου χρη γενέσθαι παρού εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 3802· εγώ γαρ λέγω, ομολογώ, ομολογίαν δίδω·| ουδέν έν γέγονεν παρού ο ορισμός Κυρίου Αργυρ., Βάρν. K 453· (με επόμ. αναφορ. πρόταση): ουδέν ημπορεί να έχει απέ το αμάχιν του παρού όσα εδάνεισεν ομπρός Ασσίζ. 3046· είς άνθρωπος ενοικίασεν το σπίτιν του … και εκείνος … οπού ενοικίασεν το σπίτιν εκείνον και ένι κακοποιός … τοιούτον κορμίν ένι θεσπισμένον εις την ασσίζαν να μηδέν πλερώσει παρού όσον καιρόν εκαθέζετον μέσα εις το σπίτιν Ασσίζ. 7419· (με επόμ. χρον. πρόταση): ο ακριβός δεν πολομά ποττέ καλόν δίκαιον πράμα παρού αντάν πεθανίσκει Ξόμπλιν φ. 125v· (με επόμ. ενδοιαστ. πρόταση): σου έγραψα να μας στρέψεις το κάστρον μας εις την εξουσίαν μας και σου αφορμολογάς λαλώντα δεν το πολομάς παρού μηδέν σηκωθεί απέ το χέριν σου και δοθεί εις τας χείρας των εχθρών μας Μαχ. 5022· (πλεοναστικά με επόμ. ή προηγ. το μόνον): τινάς από τους φιλοσόφους δεν ήλθε παρού μόνον αυτός Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 3223· (επιτ. με προηγ. τα άλλος, έτερος, κανείς άλλος): έχει ψέματα με ’μοσμα, τουτέστι να παραμόσει τον λαιμόν του και τούτον δεν είναι άλλον παρού άρνημαν της πίστης του Θεού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 125· δεν καταγνώννω άλλον παρού τον εμαυτόν μου Μαχ. 23023· το δίκαιον και η ασσίζα ορίζει … ότι κανείς άνθρωπος ουδέν χρη εκκλητεύειν εις ετέραν αυλήν της βουργεσίας παρού εις εκείνην την πόλιν απαύτα ην οπού ην τα κρατήματα Ασσίζ. 16822· καμμία άλλη αυλή αν ουδέν εντέχεται να μετέξει εις την υπόθεσιν του ανδρογύνου παρού η αγία του Θεού εκκλησία Ασσίζ. 12725· (με προηγ. το άλλος σε πρόταση με ιδιάζ. σύντ.· βλ. Κακουλίδη [Σκλέντζα, Ποιήμ. σ. 139]): εσύ, ο άρτος της ζωής … Του νου μου ευεργέτησον να σε γλυκοφημίζει,| φαγίν τε άλλον παρού συ τα μέλη να στηρίζει Σκλέντζα, Ποιήμ. 620· β) (εδώ με προηγ. το επίρρ. έξω) εκτός από: ουδέν εντέχουνται να ποίσουν δίκαιον (ενν. τα κουμμούνια) έξω παρού η αυλή η ρηγική Ασσίζ. 10521· κανείς απ’ αυτούς τους νόμους, …, εντέχουνται να αγκαλούνται εις καμμίαν αυλήν … έξω παρού εις την αυλήν του φούντικος Ασσίζ. 2345. Έκφρ. εξού παρού, βλ. εξού Έκφρ. — Βλ. και παρά, πάρεξ, παρό.
       
  • παρπούντου, 
    επίρρ.
    [(Πιθ.) από το βενετ. per apunto (Boerio, λ. per aponto) - ιταλ. per appunto (Battaglia, λ. appunto1), βλ. Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 132-33, 480]· πβ. και ιταλ. per punto (Battaglia, λ. punto2) και per l’ apponto (Somav., It.-gr., λ. appunto).]
    (Πιθ.) αμέσως, επιτόπου (Για τη σημασ. βλ. Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 480, 482]): τῃ ιή Δικεβρίου έπεψεν η ρήγαινα τον σιρ Πιερ Πιλιστρήν και τον σιρ Πάγο Κροκ και έναν καντζιλιέρην (έκδ. ‑ήν), τον σιρ Σαλάχα, και επήγαν εις τον αποστολέν διά να τον πιάσουν παρπούντου Βουστρ. (Κεχ.) 6016.
       
  • πάσα, 
    αντων. άκλ., Σπαν. O 51, Ασσίζ. 711, 8323, 15019, Σπανός (Eideneier) D 1352, Χρον. Μορ. H 1160, 5220, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 839, Ερωτοπ. 665, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 1, Μαχ. 88, 14427, Βουστρ. (Κεχ.) 482, Πεντ., Έξ. XVIII 26, Αχέλ. 172, Χρον. σουλτ. 7918, 11312, Κυπρ. ερωτ. 301, 7813, 19, 10442, Πανώρ. Πρόλ. 23, Ά́ 262, Β́ 19, Γ́ 41, Δ́ 2, Έ́ 34, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 356, Δ́ 67, Κατζ. Ά́ 46, Β́ 26, Βοσκοπ.2 359, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 482, Δ́ 28, Έ́ 224, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 162, 461, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 16, Ά́ 179, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21429, 4316, κ.π.α.· πάσαν, Διγ. Z 109, 915, Ιμπ. 887 κριτ. υπ., Χρον. Τόκκων 2297, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 54 κριτ. υπ., 57, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 224 κριτ. υπ., Χούμνου, Κοσμογ. 2419, Κορων., Μπούας 61, Πένθ. θαν.2 214, Κώδ. Χρονογρ. 584, Πηγά, Χρυσοπ. 125 (53), Πανώρ. Γ́ 566, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 190r, Διήγ. πανωφ. 55, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [88], Γ́ [619].
    [Το θηλ. του επιθ. πας ως άκλ. κοινό και για τα τρία γένη (Hatzid., Einleit. 144). Ο τ. πάσαν και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. σε έγγρ. του 13. (Caracausi, λ. πας), 15. (Τσοπ., Ροδιακά 126, 127, 129), 16. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 121), 17. (Αμάλθ. 10, 1979, 160-162, Κρ. συμβόλ. 142, 151, 244, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 475, Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 11, κ.α.), 18. αι. (Κουρσάρ. 31, Βουρδουμπάκις, Χρ. Κρ. 1, 1912, 479), στον Κατσαΐτ. Ιφ. Β́ 161, Γ́ 116, στην Ιστ. Αθέσθη 722 και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. 441, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πάσα ένας) και λαϊκ. (ΛΚΝ).]
    1) O καθένας ξεχωριστά, κάθε: πάσα στρατιώτης μου να ’ναι φχαριστημένος,| χίλια δουκάτα το λοιπόν για να ’ναι πληρωμένος Αλεξ. 1437· εδώσαμε εις πάσα μοναστήρι ως καθώς μας εκοίταξαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 36v· εποίκεν δ́ σανιδία απού τα ποία έβγαλεν ις́ γωνίες, απού πάσα σανίδιν δ́ κομματία Μαχ. 67. 2) Oποιοσδήποτε (πιθανός), κάθε είδους: ο αποστολές δεν ημπόρησεν να το βαστάξει. Και εγύρεψεν με πάσα στράταν να έχει την αρχιεπισκοπήν Βουστρ. (Κεχ.) 1018· (με τα ουσ. τρόπος, μόδος): σπούδαξε με πάσα τρόπον να στολίσεις την ψυχήν σου με πάσαν αρετήν Πηγά, Χρυσοπ. 291 (36)· με πάσα τρόπο και μόδο να κοιτάξει να γράψει (ενν. ο πρεβεδούρος της Ζακύνθου), ήγουν να αρολάρει όλον τον λαόν της χώρας Σουμμ., Ρεμπελ. 161· (με επόμ. την αντων. άλλος ή με την αντων. άλλος και ουσ.): είναι η φιλαυτία μία κάποια αγάπη του λόγου της αποσπασμένη και χωρισμένη από πάσα άλλο Πηγά, Χρυσοπ. 286 (28)· ημείς οπού ήμεσθεν γεμάτοι πορνείες, μοιχείες … και πάσα άλλον κακόν, διατί δεν κοιτάζομεν εκείνα, αμή κατακρένομεν των αλλουνών τα αμαρτήματα; Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 377r· (με προηγ. την αντων. ό,τι): τόσον πολλά βιαστήκανε κι εκεί στην Κρήτ’ εφτάσαν| εκεί οπού ’χαν λόγον κι ορδινιά να πάρουν ό,τι πάσα Άλ. Κύπρ. 913· εκφρ. (1) πάσα καιρό, βλ. καιρός Δ́́ Εκφρ. 4· (2) πάσα κόσμου, βλ. Επιτομή, λ. κόσμος Εκφρ.3· (3) πάσα λογής/λογήν (πβ. κάθε 1 έκφρ. κάθε λογής) = κάθε είδους: η ψυχή, η οποία δίδει πάσα λογής δύναμιν και ενέργειαν τῳ σώματι Πηγά, Χρυσοπ. 355 (13)· Μύγες πολλές πάσα λογής η Αίγυπτος γεμίζει Χούμνου, Κοσμογ. 2317· (σε σχ. κατά το νοούμενο): εφέραν πάσα λογήν άρματον τό είχασιν| και ερίψαν τα εις την τζαρδαχάναν Μαχ. 42631. 3) α) (Ως προσδ. σε λέξεις με επιρρ. χρ. που δηλώνουν χρόνο, για δήλ. επανάληψης σε τακτά χρον. διαστήματα· βλ. και σημασ. 3β2): πάσα πουρνόν εφόρτωνε το γάδαρον εκείνον,| κι εις το παζάρι πήγαινε Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 11· ας τρώγει πάσα βραδί και πρωί κουταλέα μία Σταφ., Ιατροσ. 8231· εκφρ. (1) πάσα (ο)λίγο = πολύ συχνά: σ’ όλα τα πράματ’ ακριβειά πάντοθ’ ότ’ είναι λέσι| και πάσα ολίγο οπού πουλού πιάνου πολύ τορνέσι Στάθ. (Martini) Ά́ 72 κατέχει πως την αγαπώ, κι όντα με δει γελά μου,| και πάσα λίγο με νερό τα ρούχα λαντουρά μου Κατζ. Ά́ 300· (2) (την) πάσα(ν) (η)μέρα(ν) = καθημερινά, πάντοτε: το ουαί δεν έλειπεν από τους ανθρώπους την πάσαν ημέραν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 60r· στην εκκλησίαν πρόθυμος ας είσαι πάσα μέρα| και ταπεινός με υπακοήν Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 152· εσπουδάζαν όλοι τως να ’χουσι πάσα μέρα| χίλιω λογιώ ξεφάντωσες στη νιότη κι εις τα γέρα Πανώρ. Πρόλ. 23· (3) πάσα ώρα = συνεχώς, πάντοτε: νίκες και πλούτη και τιμές πάσ’ ώρα μου πληθαίνου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 351· χάμαι στη γη είχε κείτεσται το κλήμα ξαπλωμένο,| από κουράδια και βοσκούς πάσ’ ώρα πατημένο Πανώρ. Γ́ 122· β) (ως πρόθ. για δήλ. επιμερισμού/κατανομής = ανά) β1) (με αριθμητ.): Οι γιανίτσαροι πάσα δέκα έχουν έναν άλογον και μίαν τέντα Τάξ. Πόρτ. 49· β2) (με αριθμητ. και ουσ. για δήλ. επανάληψης σε τακτά χρον. διαστήματα, πβ. και σημασ. 3α): απ’ αυτό δίδε του ασθενούς μίαν ουγγίαν πάσα δέκα ημέρας Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 237· τούτοι θέλουν πάσα δυο χρόνους να αλλάσσουν τον ηγούμενον Επιστ. Ηγουμ. 174. 4) (Ως χρον. σύνδ.) (με τους συνδ. όντε(ν), όντας ή με το που· βλ. και όταν Ά́2β και Β́3β) κάθε φορά που (Για τη χρ. βλ. και Κριαρ., ΕΕΒΣ 9, 1932, 368): σε τόση| τρομάρα πέφτει ο ταπεινός πάσα όντε σου σιμώσει Πανώρ. Γ́ 502· δεν θέλω να μου κάμνουσι πλιο άλλα μνημόσυνα, μοναχάς πάσα όντεν είναι το μνημόσυνο ολονών των αποθαμένων Διαθ. 17. αι. 3225· και πάσα που ’θελε φυσά να κάνει γρεγαλάκι| την βρόμα ήφερνε Διήγ. ωραιότ. 879.
       
  • πασαείς, 
    αντων., Φαλιέρ., Ιστ.2 437, 675, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 65, 126, 330, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 493, Μαχ. 43, 1223, 17623, 33615, 51437, Χούμνου, Κοσμογ. 1868, Γεωργηλ., Θαν. 240, Βουστρ. (Κεχ.) 385, 887, Αλεξ. 840, 1727, Συναξ. γυν. 1124, 1163, Βεντράμ., Φιλ. 388, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 61, 156, 345, 631, Πηγά, Χρυσοπ. 69 (7), 196 (17), 288 (32), 323 (4), Παϊσ., Ιστ. Σινά 407, 409, Πανώρ. Γ́ 11, Δ́ 290, Έ́ 226, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 497, Κατζ. Ά́ 231, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2453, 14, Βοσκοπ.2 93, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1023, 2356, Στάθ. (Martini) Ά́ 234, Γ́ 551, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 258, Δ́ 224, Έ́ 9, Διήγ. ωραιότ. 948, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 270, Λεηλ. Παροικ. 43, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3894, κ.π.α.· πασαγείς, Μαχ. 2861, 41634, Πανώρ. Γ́ 443, Διαθ. 17. αι. 5113· πασαένας, Rechenb. 96, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 312, Αλεξ. 1938, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 204, 207, 760, Θρ. Κύπρ. M 355, 716, Πηγά, Χρυσοπ. 65 (29), 104 (40), 108 (51), 132 (20), (21), 134 (27), 142 (47), 143 (49), 148 (63), 178 (16), Ιστ. Βλαχ. 1201, Στάθ. (Martini) Γ́ 464, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 254· πασάνας, Χούμνου, Κοσμογ. 558, 559, Αλεξ. 1789, 2057, 2108, 2338, 2674, 2728, 2800, 2826, 2874, Διήγ. Αλ. G 28936, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 138, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348, 618, 906, Θρ. Κύπρ. M 306, 574, Κυπρ. ερωτ. 9436, 9739, Ιστ. Βλαχ. 1613, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 894· πασανείς, Βουστρ. (Κεχ.) 388, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 29015‑16, Κυπρ. ερωτ. 192, 15416, Πανώρ. Γ́ 152, Βοσκοπ.2 279, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 7· πασένας, Πένθ. θαν.2 563, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 167235, Πανώρ. Πρόλ. 4, Παλαμήδ., Βοηβ. 186, 258, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 16, Δ́ 155, Έ́ 281, 366, Διήγ. ωραιότ. 144, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 190· γεν. εν. πασαενού, Rechenb. 83, Διήγ. Αλ. G 28825, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 694· πασάνα, Γεωργηλ., Θαν. 314· πασανός, Φαλιέρ., Ιστ.2 674, Θησ. ΙΒ́ [343], Σκλέντζα, Ποιήμ. 166, Γεωργηλ., Θαν. 354, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 1659, Πανώρ. Ά́ 288, Β́ 309, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2459, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 148, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54620· πασανού, Μαχ. 830, 1424, 15418, 25219, 47625, 50422, 55426, 59831, 6128· πασενός, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 7· αιτιατ. εν. πασαέν, Δεφ., Σωσ. (1569) 13· πασαέναν, Μαχ. 10229, Πηγά, Χρυσοπ. 125 (54)· πασάνα, Χούμνου, Κοσμογ. 1866, Γεωργηλ., Θαν. 185, 473, 477· πάσαναν, Κυπρ. ερωτ. 9818· πασάναν, Μαχ. 22010, 43613‑14, Γεωργηλ., Θαν. 595· πασανένα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 227· πασανέναν, Μαχ. 5018‑19· πασένα, Πανώρ. Ά́ 344, Δ́ 420, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 80, Β́ 118, Δ́ 105· πασέναν, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 59· θηλ. πασαμιά, Πανώρ. Γ́ 148, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 580, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 139· γεν. εν. πασαμίας, Μαχ. 547, 22433· ουδ. πασαένα, Γεωργηλ., Θαν. 138, Πηγά, Χρυσοπ. 56 (13), 98 (19), 130 (16), 141 (45), 255 (11), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 31124, Λεηλ. Παροικ. 35, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4438· πασαέναν, Μαχ. 22621, Αχέλ. 1777· πασένα, Πανώρ. Ά́ 160, Γ́ 120, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52410.

    I. (Ως ουσ.) 1) α) Ο καθένας, κάθε πρόσωπο (χωριστά)· (έναρθρ.): θέλει ανταποδώσει ο Θεός του πασανού κατά τα έργα του Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 64· Καλά κι εις μάχην δεν θεν να κοπιάζω| αμμέ γιατί δεν θέλει να σιγήσω| μάχομαι και τον πάσαναν πειράζω Κυπρ. ερωτ. 9818· (χωρίς άρθρο): Μεσίτρια γένου το λοιπόν, κερά, διά πασαένα| και παρακάλει τον Χριστόν διά όλους και δι’ εμένα Σκλέντζα, Ποιήμ. 1215· Σήμερο θέλω πασαείς να δει τη μπόρεσή μου,| για να φοβάται, ώστε να ζει, περίσσα την οργή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 625· (σε σχ. κατά το νοούμενο): πασαείς ας βλέπετε, κανείς μηδέν πιστέψει| ποτέ του την πολιτικήν κι εισμιάν χειροτερέψει Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 412· β) ο καθένας, η καθεμιά, το καθένα από ένα σύνολο (συν. ύστερα από λ. που δηλώνουν σύνολο ανθρώπων ή πραγμάτων, πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 110, α)· (έναρθρ.): ο βασιλεύς θωρώντα την στενήν ζωήν τους αρχιερείς της Κύπρου ... έδωκέ τους χωριά και άλλα εισοδέματα του πασανού κατά του εφάνην Μαχ. 2634· (χωρίς άρθρο): εφάνησα σε γούργουθα βαθύτατον ελίγοι| ναύτες, πασένας πάσκοντας το θάνατο να φύγει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 272· (σε σχ. κατά το νοούμενο): έδωσε θέλημα του φουσσάτου και εδιάβη πασαείς εις τον τόπον του χαρούμενοι Χρον. σουλτ. 943· (με επόμ. εμπρόθ. προσδ. ή τους εγκλιτικούς τ. της προσωπ. αντων. ως γεν. διαιρετική, βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 67, 4β): έξω ’κ την χώραν ήβγηκεν μ’ όλην του την στρατεία| με άνδρες πολλά θαυμαστούς όσους έκαμνεν χρεία,| ήτον χιλιάδες έως επτά πεζοί και καβαλάροι| και πασένας απ’ εκεινούς ήτ’ άξιον παλληκάρι Παλαμήδ., Βοηβ. 586· Στρατιώτες ξακουστοί, κι εσείς, απόκοτοι και νιοι άξοι,| ό,τι μπορεί πασένας σας ογιά τιμή του ας πράξει Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 56· (με προηγ. το επίθ. όλοι): εμόσαν όλοι πασαείς, ότι να κρατούν το αυτόν κάστρον διά τον αφέντην τον ρε Πιέρ Μαχ. 10017· έκφρ. εις όλους (...) κι/ ακόμη εις πασαένα = (για έμφαση) σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά: Πολλά θαυμάσματά ’καμα στου Ισραήλ την γέννα,| πολλήν θαράπαψη έδωκα σ’ όλους κι εις πασαένα Χούμνου, Κοσμογ. 2648· στέλνω το διάθεμα σ’ εμένα κι εις εσένα| σ’ όλους από το γένος σου, ακόμη εις πασαένα Χούμνου, Κοσμογ. 526· έκφρ. πασαένας και πολλοί μαζί = (για έμφαση) ο καθένας ξεχωριστά (από σύνολο) και όλοι μαζί: η κακία έχει τα της κακίας πνεύματα, οπού πασαένα και πολλά μαζί περιτρέχουσι τον άνθρωπον Πηγά, Χρυσοπ. 306 (4). 2) (Με επόμ. την άκλ. αντων. οπού, βλ. όπου IΒ́) ο καθένας (που), όποιος· (έναρθρ.): ο πασαείς οπού παραδέρνει διά την σωτηρίαν του πλησίου του πρώτα ωφελεί τον εμαυτόν του και τάπισα τον πλησίον του Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 395· (χωρίς άρθρο): πασαείς οπ’ αγαπά να γιάνει την ζωήν του| ας διώχνει τά πικραίνεται από την θύμησίν του Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 163. 3) Οποιοσδήποτε, ο τυχών· (έναρθρ.): να έχουν (ενν. οι Τεμπλιώτες) απομονήν ό,τι τους πει ο πασαείς Μαχ. 1234· (χωρίς άρθρο): μην πιστεύεις έτσι εύκολα πασαενός Πηγά, Χρυσοπ. 181 (27). 4) Κάποιος, ένας: Είτι εκράτει πασαείς, πάλι ας το μετέχει (παραλ. 1 στ.). Είτις επήρε άρματα, ...,| πάλι ας τα στρέψει όπισθεν Αλεξ. 1425. 5) (Σε αρνητ. πρόταση) κανένας: πασαένας εξ αυτόν (ενν. από τον θάνατον) δεν ημπορεί να γλύσει Αλεξ. 2822. II. (Ως επίθ.) κάθε: αντιβολώ, παρακαλώ εις πάσαναν αυθέντην,| Σπανιόλους, Προβεντζιάλους τε με των Μπουρτογαλέων· μόνον να ομονοιάσουσιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 436· αμελούμεν τούτα, τα έργα τα εύχολα, τα δυνατά πασαενός ανθρώπου κατά την δύναμίν του και κατά την τάξιν του Πηγά, Χρυσοπ. 145 (56)· Τούτ’ είναι γνώσις πασανός αξίου στρατιώτη| όταν θωρεί απάνω του καιρού εναντιότη Παλαμήδ., Βοηβ. 1073· (προκ. για καθένα από δύο άτομα): Τα ... δουκάτα ... θέλω να μοιράσουν τα ήμισυ πασαενός μου παιδίου (ενν. του Ανδρέα και της Ελένης) οι ειρημένοι κουμεσάριοι Διαθ. Ντεφαΐτζ. 77.
       
  • πασάς 
    ο, Byz. Kleinchron. Ά́ 4089, 52318, Αχέλ. 1587, 1974, 1980, 2286, Χρον. σουλτ. 285, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 373, Λεηλ. Παροικ. 63, 79, 97, 120, 124, 151, 158 κ.α., Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1542, 16321, 16419, 1656, 16823, 1749, 1755 κ.π.α.· μπασάς, Byz. Kleinchron. Ά́ 44226, Αχέλ. 79, 296, 760, 1166, 2357, Καβαλίστας 85, 87, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 296· μπάσιας, Byz. Kleinchron. Ά́ 4117· μπασίας, Byz. Kleinchron. Ά́ 26088, 51410, Έκθ. χρον. 271, 28, 3426, 3916, 407, 496, 17, Παλαμήδ., Βοηβ. 268, Ψευδο-Σφρ. 20231, 22223‑24· μπασιάς, Χρον. Τόκκων 3078, 3186, 3311, Σφρ., Χρον. (Maisano) 8416, 24, 28, Byz. Kleinchron. Ά́ 29426, Έκθ. χρον. 492, 5413, 15 δις, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 323v, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 17, Στ. Βοεβ. 9, 55, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 3825 κριτ. υπ., Παλαμήδ., Βοηβ. 111, 121, 146, 152, Ψευδο-Σφρ. 3821, 18· πασίας, Ορισμ. Σιναν­πασίας (Rigo) 621, Δούκ. 16512, 28326, 29321, 30113, 3077, 31121, 3777, Σφρ., Χρον. (Maisano) 8416, 24, 28 κριτ. υπ., Βουστρ. (Κεχ.) 13219, 1343, Byz. Kleinchron. Ά́ 27734, 40017, Έκθ. χρον. 97, 1711, 2418, Αιτωλ., Βοηβ. 101, Hagia Sophia ω 5105 κριτ. υπ., Σταυριν. 199, Ψευδο-Σφρ. 32039, 40828, 4361· πασιάς, Σφρ., Χρον. (Maisano) 6614, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 17, Κώδ. Χρονογρ. 5125 δις, 26 τρις, Ιστ. πολιτ. 386, 528, 676‑7, Ιστ. πατρ. 973, 16115, 16221, Μ. Χρονογρ. 361, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 46, Σταυριν. 75, 403, Ιστ. Βλαχ. 663, 753, 906, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 26r, 30v, 33r, 52r, 71r, Διακρούσ. 7713, 9126· παχίας, Βουστρ. (Κεχ.) 13218· παχιάς, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 240, 263, 391, 793, Κυπρ. χφ. 144, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 111, 685, 738, 744, 759, 795.
    [Από το τουρκ. paşa. Ο τ. μπασάς στο Somav., λ. πασάς και bαšάs στο καππαδοκικό ιδίωμα (Dawk., Modern Gr. 638). Ο τ. μπασίας στο Meursius (βλ. και Du Cange) και ο τ. μπασιάς στο Somav., λ. πασάς και σε κείμ. του 18. αι. (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 17)· πβ. και Μπασιάς σήμ. ως παρων. στη Θράκη (Τριαντ., Οικογ. ονόμ. 63). Για τους τ. μπασ‑ πβ. και παλαιότ. τουρκ. başa (Redhouse, EI, λ. pasha). Ο τ. πασίας σε έγγρ. του 14. αι. (Act. Esph. 295) και στο Meursius, λ. μπασίας (βλ. και Du Cange, λ. μπασίας). Ο τ. πασιάς στο Somav., It.-gr., λ. passa, σε έγγρ. του 17. (Οικονομ., Σύμμ. 3, 1979, 245), του 17.-18. (Αθανάσιος εξ Αγράφων 132) και κείμ. του 18. αι. (Γριτσόπουλος, Αθ. 71, <1969-70> 1970, 117) και σήμ. ως επών. (Βαγιακ., Βίος επων. 127). Πληθ. πασιάδες το 15. αι. (Rödel, Chalkok.-Kritob. 3), σε κείμ. του 18. αι. [Διήγ. Αγ. Σοφ. (Μουζ.) 17] και σε ελληνοεβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 228). Ο τ. παχιάς σε χρον. σημείωμα των αρχών του 19. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 5, 1977, 127). Για τους τ. παχίας και παχιάς βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 24, 145-6, Βαγιακ., Αθ. 59, 1955, 58, ΛΔ 12, 1972, 6· πβ. και Παπαδόπουλλος [Θρ. Κύπρ. σ. 72]. Η λ. το 13. αι. (Mor., Byzantinot. 246), στο Du Cange, λ. μπασίας, σε έγγρ. του 15. (Lefort, Documents 77) και 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 15, <1968> 1972, 35) και σήμ.]
    1) Τιμητικός τίτλος ανώτατων αξιωματούχων της επαρχιακής διοίκησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τον οποίο έφεραν κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης του οθωμανικού διοικητικού συστήματος κάτοχοι διάφορων αξιωμάτων, όπως α) μπεϊλερμπέηδες και, αργότερα, άλλοι τοπικοί διοικητές (EI, λ. pasha): έπεσε δε και ο Καρατζιά πασίας μπεγλέρμπεης ων της Ανατολής, και εγένετο αφανισμός μέγας Έκθ. χρον. 916· εξελθών ο μπεγλερμπεής ονόματι Καραγκιόζ μπασίας αντιμαχήσασθαι αυτόν (ενν. το Σαχ Κουλή) ουκ ίσχυσεν Έκθ. χρον. 4819· Είναι δε εκεί (ενν. εν Ραϊθώ) … και κάστρον με αγάν, και φύλακας, εξουσιαζόμενοι υπό του μπασά του Μισιρίου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 174· Κατάστασιν εποίησαν να δίδουν το χαράτσι| και τα κανίσχια του μπασιά, και να κρατούν την Άρταν Χρον. Τόκκων 3087· β) τοποτηρητές απεσταλμένοι του σουλτάνου: επολέμησεν ο σουλτάν Μουράτης το Ρεβάνι και το επήρεν ... και έβαλεν ανθρώπους με πασιάν και το εφύλαγεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 45v· ήλθεν ο Κενάν πασιάς εις τας Σέρρας, επίτροπος του σουλτάν Μουράτη εις όλην την δύσιν να περιπατήσει ... Και έτσι εκάθισεν ο πασιάς αυτός ημέρες κ́ και ήρχονταν από τα όλα χωρία και από τα κάστρη και εύρισκαν μεγάλην δικαιοσύνη Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v. 2) Τιμητικός τίτλος ανώτατων αξιωματούχων της κεντρικής διοίκησης, τον οποίο έφεραν οι βεζίρηδες (βλ. ά. και EI, λ. pasha): είχε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) βεζίρηδες τον τε Χαλή πασιά και Πρέι πασιά άνδρας φρονιμοτάτους και εις ουδένα πράγμα τους ήκουε ... και ελυπούντο πολλά αυτοί οι πασιάδες Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 25· οι δύο μπασάδες και οι δύο δεφτερέγγηδες και ο κατηλισκάρης αυτοί εισίν πάντοτες με την Πόρταν (έκδ. μπ‑), όθεν υπάγει ο αμιράς, απαραιτήτως Τάξ. Πόρτ. 29· (εδώ για τον πρώτο βεζίρη, τον πρωθυπουργό του σουλτάνου): απελογησάμην ουν τῳ τότε πρώτῳ βιζίρη και άρχοντι, τῳ Μπραΐμ Πασιᾴ Σφρ., Χρον. (Maisano) 6614· (εδώ για τους βεζίρηδες του ανώτατου κυβερνητικού συμβουλίου, το οποίο είχε και δικαστικές αρμοδιότητες): Ο Τούρκος, σαν εκάθετον στην Πόλιν στο σκαμνίν του,| της Κύπρου ενθυμήθηκεν κι είπεν πως έν’ δική του.| Έκραξεν τους παχιάδες του, κονσέλιον να ποίσει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 5· εφανίσθη (ενν. ο Πατριάρχης) εις το διβάνι, και ... οι πασιάδες εδικαίωσαν αυτόν Ιστ. πατρ. 17018· έκφρ. μπασάδες του ντιβανίου = τα μέλη του κυβερνητικού συμβουλίου (βλ. και ά. ντιβάνι): Εγροικήθη δε το πράγμα εις τους γιανιτσάρους από τους τέσσαρας μπασάδες του ντιβανίου, και ευθύς άρχισαν μεγαλοφώνως να λέγουν, δεν θέλομεν άλλον βασιλέα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 330. 3) Τίτλος που έφεραν οι επικεφαλής εκστρατειών α) στρατηγοί: ήτον ο τόπος λασπερός, οπού έκαμνεν χρεία| να τον περάσει ο μπασιάς μ’ όλην του την στρατεία Παλαμήδ., Βοηβ. 266· Στείλας (ενν. ο αυθέντης) τον Σουλεϊμέν μπασία μετά τρεις χιλιάδες γενιτσάρων … απέδρασεν εις τα εσώτερα μέρη της ηγεμονίας αυτού Έκθ. χρον. 837· β) ναύαρχοι: ͵ζογ́ έστειλεν ο αυτός αυθέντης τον Πιαλή πασιά με την αρμάδα εις την Μάλταν και εγύρισαν εκείθεν άπρακτοι και τσακισμένοι Byz. Kleinchron. Ά́ 40548· Εις δε την αρμάδαν ην καπετάνος ο Μουσταφά μπασίας, ος γέγονεν ύστερον και βεζίρης και ετελεύτησεν Έκθ. χρον. 4226· έκφρ. πασάς της θάλασσας = αρχηγός του στόλου: ο βασιλιός εμήνυσε του Χοσαΐν να δράμει,| κι ογιά πασά της θάλασσας θέλει να τονε κάμει| απάνω στην αρμάδα του Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 40217. 4) Κατ’ επέκταση τίτλος που έφεραν γενικότερα άρχοντες, ανώτεροι αξιωματούχοι (EI, λ. pasha, ο τιμητικός τίτλος συχνά στη θέση του αξιώματος): ήταν αυτός ο βεζίρης (ενν. ο Μουσταφά πασιάς) εις τα πάντα όλα της βασιλείας κύριος ... και κάν τε αγάδες, κάν τε πασιάδες, όλοι εις αυτόν έτρεχαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 74r· ηξιώθη τιμής μεγάλης εις τα βασίλεια (ενν. ο Πυριπασίας) κι έγινε και πασίας, οπού είναι τάξις πασάς να μη γίνεται, μόνον από τους σκλάβους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 373· (συνεκδ.) προκ. για αξιωματούχους της αρχαιότητας ή της βυζαντινής αυτοκρατορίας: Ο δε βασιλεύς (ενν. της Λυδίας, ο Κροίσος) ως είδε τον Αίσωπον, επικράνθη πολλά και λέγει προς τους μεγιστάνους αυτού, ήγουν τους πασιάδες του· «Ίδετε ποταπόν ανθρωπάριν …» Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά́ 3825· Έκαμε δε και τες έξοδες ο Στρατήγιος, ο χασνατάρπασης αυτού, ο οποίος ήτον πασάς και αδελφοποιτός του βασιλέως (ενν. του Ιουστινιανού) Hagia Sophia ω 51722· Έγινε δε ανάμεσον αυτών (ενν. των χριστιανών) φιλονικία από έναν πατρίκιον, ήγουν πασά και από έναν υπάτιον, ήγουν γιανιτσάραγαν Hagia Sophia ω 5105.
       
  • πατρυιός 
    ο· πατρίος, Βουστρ. (Κεχ.) 2587· πατριός, Κυπρ. ερωτ. 10929.
    [Το μτγν. ουσ. πατρυιός (TLG· βλ. και L‑S). Ο τ. πατριός και σήμ.]
    Θετός πατέρας, πατριός: Περί γάμων επιτετραμμένων και κεκωλυμένων ... Κωλύονται ... οι εξ επιγαμίας γνωριζόμενοι συγγενείς, πατρυιός εις προγονόν, πενθερός προς νύμφην, προγονός προς μητρυιάν Μαλαξός, Νομοκ. 327· Εάν γυνή πέσει με τον πατρυιόν της, ακοινώνητη χρόνους ί Κανον. διατ. Β 592.
       
  • παύω (I), 
    Σταφ., Ιατροσ. 14404, Γλυκά, Αναγ. 366, Διγ. (Trapp) Gr. 273, Βέλθ. 196, Ερμον. Υ 226, Χρον. Μορ. H 1199, 7955, 8056, Χρον. Μορ. P 6772, 7301, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 89 κριτ. υπ., Απολλών. 673, Λίβ. Sc. 2279, Λίβ. N 3083, Μάρκ., Βουλκ. 34013, 35113, 18, Έκθ. χρον. 216, 3917, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 465, Αχέλ. 2129, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 882, Χρον. σουλτ. 6012, Ιστ. πατρ. 11620, 1979, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61r, Πανώρ. Β́ 262, Διήγ. πανωφ. 55, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1157], Δ́ [336], Διγ. O 2192, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28025, 28611, κ.π.α.· παύγω, Μαχ. 9025, 14825, 16816, 67415, Βουστρ. (Κεχ.) 1868, Κυπρ. ερωτ. 234, 594, 644, 9736, 10112, 11851, Πανώρ. Έ́ 32 κριτ. υπ., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 870, Γ́ 271, 1635, Δ́ 1547, Έ́ 80, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1108, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1336], κ.α.· παύτω, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Πανώρ. Β́ 263, Δ́ 361, Έ́ 32, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 103, Ά́ 70, Β́ 462, Δ́ 274, Έ́ 324, 336, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 150, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 14, Ά́ 121, Β́ 20, Δ́ 322, Έ́ 161, Διακρούσ. 7913, 8519, 16611, 4026, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15226, 16124, 2812, 3105, κ.α.· γ́ πληθ. παρατ. επαυόντησαν, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 305· μτχ. παρκ. παμένος, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1263].
    [Το αρχ. παύω. Ο τ. παύγω, για το σχηματ. του οποίου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 49, στο Meursius (λ. παύγειν) και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 206, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο τ. παύτω με μεταπλ. κατά τα ρ. σε ‑φτω (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 286). Η μτχ. παρκ. παμένος και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., στη λ.). Τ. παύγου σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 722, λ. παύκω). Η λ. και σήμ.]
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Σταματώ, διακόπτω, δίνω τέλος σε κ. α) (με αιτιατ.): Θρ. Κύπρ. M 349, Πανώρ. Γ́ 327, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 319, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 761· φρ. παύω τον δρόμον/το σπουδάζειν = βραδύνω το βήμα μου: τότες τον δρόμον έπαυσεν και σιγανά επερπάτει Πικατ. 253· εμείς στον Άδην σώνοντα σώνει κι η αδελφή μας,| κι εβάσταν βρέφος κι έρχετον και το στραφείν και δει μας,| εσκόλασεν το βιάζετον, έπαυσεν το σπουδάζειν| και βλέποντα τό ουκ έλπιζεν ήρχισε να θαυμάζει Απόκοπ.2 373· β) (με γεν.): Ούτως ακούσας παρευθύς ο Αχιλλεύς τους λόγους| εμαλακίστην την ψυχήν, έπαυσεν του πολέμου Αχιλλ. (Smith) N 1445· (εδώ με έναρθρ. απαρέμφ.): ας παύσω και του λέγειν Κομν., Διδασκ. Δ 398· (εδώ με ουσιαστικοπ. βουλητική πρόταση): Εν τούτῳ θέλω από του νυν να πάψω εδώ ολίγον| του να συντύχω, να ειπώ εκ τον δεσπότην Άρτας,| και να σας αφηγήσομαι αφήγησιν τοιούτην| περί του πρίγκιπος Μορέως Χρον. Μορ. P 3138· γ) (με δοτ.): ταις ασεβέσι ματαιοφωνίαις παύσε· διατί θέλουσι προκόψει εις μεγαλύτερην ασέβειαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Τιμ. Β́ β́ 16 σημ.· δ) (με δευτερεύουσα πρόταση) δ1) βουλητική: έπαψε να κλαίγει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 417· (εδώ με το σύνδ. και πλεοναστικά): θέλω από του νυν να πάψω και να λέγω| περί του ρήγα της Φραγκίας Χρον. Μορ. H 3464· (με άρν.): ήτονε εκεί ένας οποίος δεν έπαυτεν πάσα ώραν να την εγκωμιάζει (ενν. την Θεοτόκον) Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433· δεν έπαυε (ενν. ο σουλτάν Μουράτης) μέρα νύκτα να τηνε πολεμά (ενν. την Πόλιν) Χρον. σουλτ. 6012· δεν έπαυσε (ενν. ο πρώην πατριάρχης κύρης Μάρκος) να μηδέν γράφει εις τους αρχιερείς περί της υποθέσεως και συκοφαντίας αυτού Ιστ. πατρ. 10513· δ2) αναφορ.: Ενταύτα θέλω από του νυν να πάψω τά σε λέγω Χρον. Μορ. H 1333. 2) (Προκ. για ιερέα) απέχω από τα καθήκοντά μου κατόπιν επιβολής ποινής: Πρεσβύτερος από μέθης ή από αμελείας τινός αφήσει φωτιά εις το βήμα ή έξω εις τον ναόν και καώσιν βιβλία ή άλλα ιερά εκ των ευρισκομένων έσω εν τῳ ναῴ, να παύσει την λειτουργίαν χρόνον ένα Μαλαξός, Νομοκ. 137. 3) (Προκ. για συναισθήματα) κατασιγάζω, κατευνάζω, καταστέλλω α) (με αιτιατ.): Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 267, Διγ. Άνδρ. 32436· β) (με γεν.): έπαυσε (ενν. ο σουλτάνος των Αγαρηνών) και της κακίας ην είχε κατά του γένους Γραικών Ιστ. πολιτ. 3010· φοβουμένου του σουλτάνου μήπως εν τοις ζώσιν εστί (ενν. ο βασιλεύς Κωνσταντίνος) ... εύρον την κεφαλήν αυτού και ανεγνώρισαν αυτήν ... και ούτως έπαυσε του φόβου Ιστ. πολιτ. 2313. 4) Εμποδίζω, αποτρέπω κάπ. από το να κάνει κ.: Ιστ. πολιτ. 2414. 5) Ανακουφίζω, απαλλάσσω κάπ. από κ.: Το δε καλόν ποδαρικόν του μισθαργού σου τούτου| και του νεροφορήματος τον κόπον έπαυσέ σε Καλλίμ. 2060· Δίδει κι ελεημοσύνην (ενν. ο Καντακουζηνός)| με πολλήν δικαιοσύνην,| τους πτωχούς πολλά να παύει| και του είναι όλοι σκλάβοι Αιτωλ., Βοηβ. 362. 6) Ολιγωρώ, παραλείπω να κάνω κ.: ο ανήρ ος αυτός καθάριος και η στράτα δεν ήτον και να πάψει να κάμει την Πάσκα και να γλοθρευτεί η ψυχή εκείνη από τους λαούς της, ότι την προσφορά του Κύριου δεν επρόσφερεν εις το καιρό του Πεντ. Αρ. IX 13. Β́ Αμτβ. 1) α) Λήγω, σταματώ, τελειώνω: έπαψεν ο πόλεμος Χρον. Μορ. H 4092· έπαυσαν οι αδικίες Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v· ποτέ ουκ έπαυσεν ο θρήνος τους (ενν. των Τρώων) εις αύτον (ενν. τον Έκτορα) Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7285· (εδώ προκ. για αιμορραγία, με αιτιατ. προσωπική): εις την πληγήν της το ’βαλε (ενν. το μπλάστρι), ω θαυμαστή περίσσια| χάρις του χόρτου, παρευθύς οπού της τ’ αποθήσα,| οι πόνοι την αφήκασι, το αίμα τηνε παύγει Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1336]· (με υποκ. δευτερεύουσα πρόταση): ο Αβραάμ και η Σάρα γέροντες, έρχουνται εις τις ημέρες· έπαψεν να είναι της Σάρας στράτα σαν τις γεναίκες Πεντ. Γέν. XVIII 11· β) τελειώνω, ολοκληρώνομαι: Τρεις μήνες την πανήγυριν του γάμου εκρατούσαν (παραλ. 1 στ.). Αφού ο γάμος έπαυσεν και όλ’ ευωχηθήσαν,| ο στρατηγός κι η σύζυγος του Διγεν’ ευχηθήσαν Διγ. O 2103· γ) (προκ. για φυσικά φαινόμενα ή στοιχεία της φύσης) εξασθενώ, κοπάζω· σταματώ: έπαυσαν οι σεισμοί και αι βρονταί Διήγ. εκρ. Θήρ. 1105· ο άνεμος έπαυσε και έγινε γαλήνη μεγάλη Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. δ́ 39· ήπαψε η φωτιά και την εσβήσα Λεηλ. Παροικ. 649· (με υποκ. δευτερεύουσα πρόταση): ψάλλετε προς τον Κύριο και να πάψει από να είναι φωνές του Θεού και χαλάζι Πεντ. Έξ. IX 28· (σε μεταφ.): Αν έπαψεν του πόθου το ψιχάδιν,| να γαληνώσαν προς εμέν οι χρόνοι Κυπρ. ερωτ. 10713· δ) (προκ. για καπνό) διαλύομαι: παύτει όλος ο καπνός κι εγίνη ξεκαθάρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36217. 2) Σωπαίνω, σταματώ να μιλώ (να διηγούμαι, να θρηνώ, κ.τ.ό.): Διγ. Άνδρ. 4094, Χρον. Μορ. P 1199· (σε προστ.): Λίβ. Esc. 3671 δις. 3) Σταματώ να κάνω κ., δίνω τέλος σε κ. α) (με κατηγορηματική μτχ.): έπαυσαν γαρ σφαζόμενοι, πολέμους συγκροτούντες Διγ. Z 4178· δεν επαύσαν τρέχοντες, αλλ’ επεριπατούσαν| μέρα και νύκτα Διγ. O 981· β) (με εμπρόθ. προσδ.): αν εκ του θρήνου έπαυεν, εστέναζεν καθ’ ώραν Λίβ. P 2319· δεν θέλει| να παύσει εκ τον πόλεμον Ιστ. Βλαχ. 132· παύσε από του στεναγμού, μη θλίβεσαι τοσούτον Λίβ. N 3124· ακούσας τούτο ο σουλτάνος έπαυσεν από τον θυμόν οπού είχε Ιστ. πατρ. 7916· Παρακαλώντας τους ο Μωυσής να παύσουσιν από την τοιαύτην άτακτον ορμήν ..., αυτοί μάλλον εφιλονίκουν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 63. 4) (Προκ. για συναισθήματα) καταλαγιάζω, υποχωρώ: ας πάψει ο τόσος σου θυμός κι η θέρμη τση καρδιάς σου Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 52· θε να πάψουν οι χαρές, να τους πλακώσει η πρίκα,| γιατί κοιτάζουν τ’ άρματα του Τούρκο πως πληθαίνου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 51024· άφτει| η πεθυμιά του πόθου μου που στην καρδιά δεν παύτει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 566. 5) α) Ησυχάζω, ηρεμώ: Όλα τα ζα ναπαύγουνται τες νύχτες,| αφόν εις την δουλειάν τους βάλουν τέλος,| κι εγώ ’δέ νύχταν παύγω ’δέ στον ήλιον Κυπρ. ερωτ. 11015· β) (προκ. για πόλεμο) παύω να διεξάγω πολεμικές επιχειρήσεις, απρακτώ: του γενεράλε έδιοξε κι είπε για να γυρίσου| και να χαλάσουν το φορτί και όλοι τως να εμπούσι| στη χώρα και να παύσουνε, να μηδέν πολεμούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45716· ωσάν εκάμανε οι χριστιανοί αυτές τις νίκες, εγυρίσανε και εδιάβησαν εις τους τόπους τους με τη νίκη. Αμή ο Τούρκος δεν έπαυε, μόνε τους επάτιε εις τα σύνορα και εστεκέτονε εισέ τόπους σιγούρους Χρον. σουλτ. 6913. 6) (Με την πρόθ. από + βουλητική πρόταση) απέχω από κ., αποφεύγω να κάνω κ.: ότι να ιδείς γαδούρι του μισούντα σου σταλίζει κατωθιό το γομάρι του και να πάψεις από να απαφήσεις αυτουνού Πεντ. Έξ. XXIII 5· ότι να πάψεις από να τάξεις να μην είναι εις εσέν φταίσιμο Πεντ. Δευτ. XXIII 23. 7) (Με την πρόθ. από + αιτιατ. προσώπου) αφήνω κάπ. ήσυχο, δεν ασχολούμαι με κάπ.: ετούτο το πράμα ος εσυντύχαμε προς εσέν (ενν. το Μοσέ) εις την Αίγυφτο ... : «πάψε από εμάς, ... ότι καλλιό εμάς να δουλεύγομε την Αίγυφτο από να αποθάνομε εις την έρημο» Πεντ. Έξ. XIV 12. 8) (Νομ., προκ. για δικαστή) αφήνω να περάσει ορισμένο χρονικό διάστημα από την έκδοση μιας απόφασης, μετά το οποίο οι διάδικοι μπορούν να ασκήσουν έφεση: Και παύει ο κριτής μέχρι και ημέρας ί και μετά τούτο κρατείται την δίκην ο άνθρωπος λέγων: «Αρνούμαι τα λεγόμενα ως λέγουνται και αιτώ τας αποδείξεις» Ελλην. νόμ. 5759. 9) ?(Νομ.) μεροληπτώ κατά την εκδίκαση μιας υπόθεσης: Οι κριτάδες ... εντέχεται να ποίσουν δίκαιον ... οδίχως να πάψουν, ότι ο νόμος λαλεί ότι οι κριτάδες πρέπει ... καλήν στράτα να περιπατούν της αληθείας και της κρίσεως και ... πρέπει το ίσο να κρίνουν τον μέγα και τον μικρόν, και τον πτωχόν και πένητα, ώσπερ τον πλούσιον και τον άρχοντα Ασσίζ. 2821. IΙ. Μέσ. Α´ (Μτβ.) σταματώ, διακόπτω, δίνω τέλος σε κ. (συν. ομιλία, διήγηση, θρήνο, κ.τ.ό.) α) (με αιτιατ.): τον θρήνον παυσαμένη Καλλίμ. 2259· παύομαι τον λόγον Βέλθ. 1348· β) (με έναρθρ. απαρέμφ.): Εις τούτο θέλω από του νυν να πάψομαι του λέγειν| περί τον ρήγαν Φράτσας Χρον. Μορ. P 3464· γ) (με δευτερεύουσα βουλητική πρόταση): Ενταύτα παύομαι απεδώ να γράφω και να λέγω| περί του Αλαμάνου εκεινού, του εξάκουστου στρατιώτου Χρον. Μορ. H 6813. B́ Αμτβ. 1) α) Λήγω, σταματώ, τελειώνω: Του λοιμού τοίνυν παυσαμένου, ... ήρξατο ο Θωμάς τας χήρας γυναίκας μνηστεύειν μετά των Σέρβων Ιστ. Ηπείρ. XII3· Πατριαρχεύοντος δε του κυρού Μαξίμου του λογίου τα της εκκλησίας άπαντα ειρηνικώς διέκειντο, παυσαμένων πάντων των σκανδάλων Έκθ. χρον. 3518· β) τελειώνω, ολοκληρώνομαι: Ποίημα δε ως ᾴδεται και κόπος τού εις τέλος διαλαμβάνει τοὒνομα και παύεται το μέλος Αξαγ., Κάρολ. Ε′ τίτλ.· γ) (προκ. για ποταμό, πηγή) στερεύω: τρέχουσιν από αρχών πολλών της λίμνης διακεχωρισμένοι ποταμοί εις εκατόν και ου παύονται Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 290· εκείνον το αλλόμενον ύδωρ εκαταφρύγη.| Σοφία γαρ ου δύναται ανθρώπου ερευνήσαι| πόθεν αι φλέβαι των πηγών επαύσαντο εκείσε Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 638. 2) Σωπαίνω, σταματώ να μιλώ (να διηγούμαι, να θρηνώ, κ.τ.ό.) α) (με κατηγορηματική μτχ.): Διγ. Z 493· β) (με εμπρόθ. προσδ. μετά από παράλειψη της μτχ. λέγων): Χρον. Μορ. H 8803.
       
  • πεζά, 
    επίρρ.· απεζά, Βουστρ. (Κεχ.) 1610.
    [Από το επίθ. πεζός I. Ο τ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 460). Η λ. στο Ον. 368313, 314 και σήμ. με μεταφορική σημασ. (Κριαρ., Λεξ.)]
    Πεζῄ, με τα πόδια (όχι ιππεύοντας): ο ρήγας με τους προδελοίπους, όλοι απεζά, εκείνος μοναχά καβαλλάρης Βουστρ. (Κεχ.) Β 1177· θωρώντα (ενν. ο Καζόλης) τον μισέρ Αντρίαν απεζά, απέζευσεν κι εκεινός και έφερέν του το άλογον, να καβαλλικεύσει Βουστρ. (Κεχ.) 19211.
       
  • πεζός (I), 
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 2170, Διγ. Z 2575, 3170, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1212, 1561, Χρον. Μορ. H 334, 644, 1717, Χρον. Μορ. P 45, 633, 1730, Σαχλ., Αφήγ. 633, Λίβ. Sc. 1177, Λίβ. Esc. 2279, Λίβ. N 2011, Αχιλλ. L 353 Αχιλλ. N 653, Ιμπ. 338, Θησ. Β́ [232], Θησ. (Foll.) I 71, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 96, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 523, Κορων., Μπούας 97, Αχέλ. 257, Παλαμήδ., Βοηβ. 585, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 264, Δ́ 862, Διγ. O 2479, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19122, 26512, 27227, κ.α.· απεζός, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 50, Μαχ. 1632, 10615, 27419, 3421, 43012, 48815, Βουστρ. (Κεχ.) 805, 9818, 11417, 18813, B 3054, Κορων., Μπούας 19, 59, 69, 74, 89, 129, 137, Χρον. σουλτ. προσθ. 601δις, 603, Παλαμήδ., Βοηβ. 502, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, κ.α.
    [Το αρχ. επίθ. πεζός. Ο τ. στο Somav., στη λ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 460, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 368). Η λ. και σήμ.]
    1) (Με ρ. κίνησης) που πηγαίνει με τα πόδια, πεζός: Προδρ. (Eideneier) ΙΙΙ 58, Ιστ. πατρ. 1338· (συχνά σε αντιδιαστολή με στρατιώτη του ιππικού) αυτός που πολεμά πεζός: Διγ. (Trapp) Gr. 729· εσμίξανε τα δύο φουσσάτα ... έδραμε ο σουλτάν Μπαγιαζίτης, ... Και ένας Σέρβος του αντιστάθη και επολεμούσαν οι δύο. Και Σέρβος ήτονε απεζός. Και έσυρε μία σαΐττα και του έδωσε στα κρυφά Χρον. σουλτ. 2720· Ουχί αλλιώς τα πρόβατα ο πεινασμένος λύκος (παραλ. 3 στ.) έτσι έκαμεν και ο Θησεύς προς τα κοράσια τότες,| με το σπαθί του απεζός, όλος θυμού γεμάτος Θησ. (Foll.) Ι 75. 2) (Προκ. για στρατιώτες) που ανήκει στο πεζικό: Κορων., Μπούας 36· έκφρ. λαός απεζός, βλ. λαός 5α έκφρ. α. Το αρσ. ως ουσ. = στρατιώτης του πεζικού (συχνά σε αντίθεση με το στρατιώτη του ιππικού): Βίος Αλ. 2084, Ιστ. Βλαχ. 183· Όρισε γουν ο βασιλεύς ν’ αρματωθούν φοσσάτα,| να μαδευτούν, να συνακτούν, κατά Περσών να πάσιν| καβαλαραίοι και απεζοί τριακόσιαι χιλιάδες Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 519· (προκ. για αγώνισμα) αυτός που αγωνίζεται πεζός, όχι πάνω σε άλογο: να στήσει (ενν. η Μαργαρώνα) ρένταν των πεζών και των καβαλλαρίων,| ει τις νικήσει εις τα άρματα και εις τας κονταρέας,| να αρέσει και την ρήγαιναν, άνδρα να της τον δώσει Ιμπ. 780.
       
  • πελεκάνος 
    ο· Χρον. Μορ. P 8429, Ημερολ. 19, Πεντ. Έξ. XXXV 35, XXXVIII 23· πελικάνος, Gesprächb. 539.
    [Από το μτγν. ουσ. πελεκάς (;) (L‑S Suppl.· πβ. και αρχ. πελεκάς, L‑S) με επίδρ. του ουσ. πελεκάνος (πβ. πελεκάν στον Ησύχ.). Για τον τ. βλ. Tzitzilis, Zeitschr. f. Balkanol. 35, 1999, 84. Τ. πι(ε)λι(ε)κάνους και σήμ ιδιωμ. (Λιάπης, Ιδίωμ. Πηλίου). Η λ. τον 9. αι. (TLG), σε έγγρ. του 14. αι. (Act. Lavr. II 109775, 782, 785), στο Meursius και σήμ. λαϊκ. (ΛΚΝ, λ. πελεκάνος3).]
    α)  Ξυλουργός, μαραγκός: εγέμωσεν την γούφαν μίαν κάνναν χώμαν και έβαλεν κάτω πελεκάνον και εκάρφωσάν την με τα σανιδία Μαχ. 21621· (εδώ για κατασκευή πολεμικής μηχανής): ο μπάιλος έστειλεν να ελθούν οι πελεκάνοι,| τεχνίτες γαρ Βενέτικοι να ποιήσουν τριπουτσέτα Χρον. Μορ. H 8429· (εδώ για κατασκευή καραβιών): ‘Ορισε Βελισάριος εις όλα τα καστέλια, (παραλ. 1 στ.) κι ετεκτονήσαν εκατόν καράβια και τριήρεις·| από παντού εσύναξε τέκτονας πελεκάνους Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 365· β) λιθοξόος: κάμωμa πελεκάνου πέτρας σκαφτά βούλλας να σκάψεις τα δυο λιθάρια ιπί ονόματα παιδιών του Ισραέλ Πεντ. Έξ XXVIII 11· γ) (γενικά) τεχνίτης που επεξεργάζεται κάποιο υλικό: καταραμένος ο ανήρ ός να κάμει πελεκητό και χυτό ... κάμωμα χέρια πελεκάνου Πεντ. Δευτ. XXVII 15. Η λ. ως επών. (ήδη σε έγγρ. του 14. αι., Μανούσ., Θησ. 3, 1964, 95): ανοίξαν το σπίτιν του Σάββα του Πελεκάνου του βενετίκου Βουστρ. (Κεχ.) 10610.
       
  • πεντέξι, 
    αριθμητ., Βουστρ. (Κεχ.) 18615, Πανώρ. Έ́ 375, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 164.
    [Από τα αριθμητ. πέντε και έξι. Τ. πέντεξι στο Du Cange (πέντεξη). Η λ. και σήμ. (ΛΚΝ).]
    Πέντε ή έξι περίπου: πύρωσε μίαν πλάκα ατσάλε ... και βούτηξέ το μέσα εις το αχαμνόκρασο πεντέξι φορές ή και δέκα να δριμώσει Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 244· βάλε εισέ κάθα αγγείον πεντέξι πιάσματα, ήγουν ένα μανδήλιον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 170.
       
  • περιλαμβάνω, 
    Καλλίμ. 1443, 1731, Ασσίζ. 598, 15715, 16026, 20026, 2633, 2918, 3054, 32719, 38620, 40730, 42114, Διγ. (Trapp) Gr. 581, 2999, Διγ. Z 1211, 3595, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 287, 533, 1783, Βέλθ. 73, 862, 1311, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 323, 10846, Ερμον. Γ́ 150, Βίος Αλ.2 115, Φλώρ. 269, 1811, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 300, Ερωτοπ. 400, Λίβ. P 2405, Λίβ. Sc. 1093, 2551, Λίβ. Esc. 2171, 3716, Λίβ. N 1101, Αχιλλ. (Smith) N 170, 1158, Αχιλλ. (Smith) O 105, Ιμπ. 882, Χρον. Τόκκων 527, Μαχ. 1031, 5620, 16020‑21, 20610, 22616, 33820, 37032, 3729, 47432, 59621, 6066, Θησ. ΙΒ́ [697], Χούμνου, Κοσμογ. 1169, Βουστρ. (Κεχ.) 19412‑13, 1983‑4, Απόκοπ. (Παναγ.) 172, Ιμπ. (Legr.) 1036, Χρον. σουλτ. 7016, 9211‑12, 11323, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17514, κ.π.α.· περιλαμπαίνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 372, 609· περιλαμπάνω, Βέλθ. 1014, Φλώρ. 1670, Σαχλ. N 245, 265, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 397, Σαχλ., Αφήγ. 620, Ερωτοπ. 352, 547, Λίβ. Esc. 4106, 4183, Λίβ. N 1911, 3163, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2050, Αχιλλ. L 173, 927, 1204, Αχιλλ. (Smith) O 616, 664, 703 (περιλαπάνω χφ και έκδ.· διόρθ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 193, 195), Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 46, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 316, 389, Φαλιέρ., Ιστ.2 519, Χούμνου, Κοσμογ. 1449, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1656], Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1055, 1379, Δ́ 1510, Έ 1186, 1384, 1455, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 456, κ.α.· αόρ. επεριλαμπάθηκα, Αχιλλ. (Smith) O 529 (επεριλαπάθηκαν χφ και έκδ.· για τη διόρθ. βλ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 192)· περιλαμπάσσω, Ερωτοπ. 134, 364· πιριλαμπάνω, Σαχλ., Αφήγ. 786· αόρ. επερλάμπασα, Πεντ. Γέν. XXIX 13, ΧΧΧΙΙΙ 4· υποτ. περιλαμπαστώ, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1125· περιλάμπω, Ch. pop. 491· προστ. περιλάμπασε, Ch. pop. 838.
    Το αρχ. περιλαμβάνω. Ο τ. περιλαμπάνω και σήμ. ιδιωμ. (Pern., Ét. linguist. III 502). Για τον αόρ. επερλάμπασα πβ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 501. Τ. περιλαβαίνω σε έγγρ. του 18. αι. (ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 380, Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ, 472) (πβ. και μτχ. περιλαβασμένος σε έγγρ. του 17. αι., Δικαιοπρ. έγγρ. (Σερ.) 135) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν.), όπως και τ. περιλαβαίννω και περιλαμπάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Καταλόγ., Λαογρ. 24, 1966, 33) και πιριλαβαίνου (Τάσιος, Γλωσσ. Πολυγ., Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., κ.α.). Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Περικλείω· (συμ)περιλαμβάνω (εδώ με τη δοτ. τῳ λόγῳ· η σημασ. και χρ. ήδη αρχ.): Γλυκά, Στ. 460. 2) Κλείνω στην αγκαλιά μου, αγκαλιάζω: Βέλθ. 47· Κρατεί, περιλαμπάνει με, μυριοκαταφιλεί με Λίβ. N 2739· Οι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν| άλλους περιλαμπάνουσιν κι εσάς καταλαλούσιν Απόκοπ.2 172· Περιλαμπάνει και φιλεί και δεν τονε χορταίνει| τον φίλο του τον ακριβό και δάκρυα τονε ραίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1455. 3) Σφίγγω κάπ. στην αγκαλιά μου, τον πιάνω, συμπλέκομαι μαζί του, παλεύω: έρχεται ένας άγγελος και περιλαμπάνει τον και παλαίει με τον Ιακώβ και ο Ιακώβ με τον άγγελον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 144v· (εδώ προκ. για ζώο κατά τη διάρκεια κυνηγιού): Ο ... Ακρίτης εγληγόρευσεν και περιλαμβάνει την (ενν. την θηλείαν άρκον) και έσφιξέν την εις το στήθος του και εβγήκαν τα έντερά της έξω Διγ. Άνδρ. 34422. 4) (Βλ. και παραλαμβάνω (Ι) Ά1)   α1) παίρνω, κάνω κ. δικό μου: εάν επερίλαβεν (ενν. ο ιατρός) τίποτες απέ τον απεθαμένον πρέπει να στραφούν εις τους συγγενείς του τεθνεώτος απέ τα αγαθά του ιατρού Ασσίζ. 17922· α2) (με αντικ. αφηρημένο ουσιαστικό) παίρνω, δέχομαι: Εκείνος οπού πολομά κακόν άλλου, εκείνος θέλει το περιλάβειν μοναχός του και δεν να το δει αππόθεν του έρχεται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 119· Ποίσε τιμήν άλλου, ότι η τιμή ένι εκείνου απού την πολομά και όχι εκείνου απού την περιλαμβάνει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 139· Οποιός (ενν. ο Θεός) σκορπίζοντα, διαμοιράζοντα και διδόντα τες χάριτές του περίτου χαίρεται και αγάλλεται παρά εκείνον οπού τες περιλαμβάνει διά μεγαλότατήν του σωτηρίαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 446· β) παίρνω πίσω κ.: εκείνος οπού δανείζει το εδικόν του ουδέν ένι παντός κρατούμενος με δίκαιον, αν ουδέν θέλει να περιλάβει έτερον πράγμα παρά εκείνον τοιούτον ως γιον εδάνεισεν Ασσίζ. 30018· γ) γίνομαι νόμιμος κύριος περιουσιακών στοιχείων (μέσω κληρονομίας, δωρεάς, προίκας, κ.τ.ό.): ημπορούν να το περιλάβουν (ενν. το πράγμα) οι κληρονόμοι του τεθνεώτος Ασσίζ. 1236· Περί την δωράν τήν διδοί είς άνθρωπος ετέρου ανθρώπου, να το περιλάβει διά λόγου του και διατί του χρεωστεί Ασσίζ. 188· αν δε γράψει μόνον ότι υπεδέξατο προίκα και ουδέν επερίλαβεν, ουδέ απαιτείται προίκαν ως μη δεξάμενος Ασσίζ. 5287· δ) δέχομαι, παραλαμβάνω αλληλογραφία (συνήθ. με τα ουσ. γραφή/‑ές, χαρτίν/‑ία): διά τούτον μηνούμεν σου, όσον περιλάβεις την γραφήν μας, ... να εβγείς νά ’ρτεις ίτσου Μαχ. 37214· όσον επεριλάβαν οι αφέντες οι Kυπριώτες τα χαρτία, εμήνυσέν τους να ποίσουν εκείνον τό ποίκασιν Βουστρ. (Κεχ.) 18216. Φρ. περιλαμβάνω όρκον = ορκίζομαι: μετά ταύτα ένι κίτες, εφειδήν εκείνος επερίλαβεν τον όρκον εξαυτόν του εις την αυλήν Ασσίζ. 46914· περιλαμβάνω την βασιλείαν/της βασιλείας = καταλαμβάνω την εξουσία: οι άθεοι Τούρκοι επερίλαβαν την βασιλείαν από τας χείρας των Ρωμαίων Προσκυν. Κουτλ. 390 12726· Διήγησις βασιλέων των Ισμαηλιτών· εις πόσα έτη επεράσαν και επερίλαβαν βασιλείας της οικουμένης όλης Μικρ. χρον. Yale 69r· περιλαμβάνω την εξουσίαν κάπ. = γίνομαι κύριος κάπ.: Ο δε Ζηνάς, ως εξαίφνης επερίλαβε την εξουσίαν του Αισώπου, εχάρη κατaπολλά Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 436. 5) α) Παραλαμβάνω κάπ. (από κάποιο σημείο): το κάτεργο έστεκε εκεί αντίκρυτα του μοναστηρίου διά ναν τα περιλάβει (ενν. τα παιδία)  Σουμμ., Ρεμπελ. 179· β) υποδέχομαι, δεξιώνομαι: ο ρήγας θέλει σας περιλάβειν με μεγάλην χαράν, και θέλει σας μερετιάσειν πασανού κατά τό πρέπει Μαχ. 4565· ο Μπαγιαζίτης έστειλε ένα φλαμπουριάρη με πολλούς Τούρκους και επερίλαβε την αφεντία της Χρον. σουλτ. 326. 6) Δέχομαι, υφίσταμαι (τιμωρία, αδικία, κ.τ.ό.): Απ’ εκείνον ζήτα να ’χαμεν άγιταν, απέ τον ποιον ο άνθρωπος ένι άξιος να περιλάβει πέναν. Εγδέχου να περιλάβεις απού άλλον εκείνον τό να ποίσεις εσού άλλου Ξόμπλιν φ. 127v δις· Ειπέ, αδελφέ, το δίκαιόν σου, τίποτε μη φοβάσαι| να περιλάβεις άδικον εσύ ποτέ απ’ εμέναν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1023· φρ. περιλαμβάνω κρίμα = παίρνω το φταίξιμο, καθίσταμαι υπεύθυνος: αν πέσω ν’ αποθάνω,| επερίλαβες το κρίμα Ch. pop. 167. 7) Κυριεύω, καταλαμβάνω: να είπει ...| ... πώς την επερίλαβαν οι ασεβείς την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 169· με τούτες τις δύναμες και βοήθεια επερίλαβε ο Μουσάς τις χώρες και τόπους της Ρούμελης Χρον. σουλτ. 4321· Ωσάν εδιάβ’ Αλέξανδρος στην χώρα Βακτηρίνη,| αυτήν την επερίλαβε μ’ αγάπη και με ’ρήνη Αλεξ. 1084· (εδώ μεταφ. προκ. για συναίσθημα): σκύψε και καταφίλησε τα μάτια μου, αυθέντη,| τά επερίλαβεν ο ερωτικός σου πόθος Αχιλλ. L 1269· επερίλαβεν άπαντας φόβος και τρόμος εις τόσον μέγα κακόν, οπού εγένηκε εις μίαν ώρα Διήγ. πανωφ. 60· ως ήκουσε ταύτα ο αυθέντης του, επερίλαβέν τον θυμός πολύς Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Δ́ 9520. 8) Αναλαμβάνω θέση ή αξίωμα: Αυτή (ενν. η Ιππόλυτα), καλά κι αν ήτονε γυναίκα από φύσης| (παραλ. 1 στ.)| την αυθεντιά επερίλαβε με άνδρειαν καρδίαν,| κι ολότελα έβγαλε απ’ αυτήν το δείλος το γυναίκειον Θησ. (Foll.) I 10· Τώρα με λείπει να σε ειπώ ως διά το αναβασίδι,| τό επιάσα, τό επερίλαβα, τό εκράτουν ως και τώρα,| είχα το εις ανακουφισμόν και εις παραδιαβασμόν μου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 529. 9) α) Αποδίδω σε κάπ. αξίωμα, ιδιότητα, αποδέχομαι κάπ. σε μία θέση: α θελήσουν οι Γενουβίσοι να τον αφήσουν μοναχόν, τότες να τον περιλάβομεν δι’ αφέντην μας Μαχ. 59610· β) (απο)δέχομαι κάπ. ως μοναχό/ή: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος λάβει παρθένον δυναστικού τρόπου ... εντέχεται να την ποίσει μοναχήν, και πάντα όσα ζητήσει η μονή διά να την περιλάβει και να την εντύσουν, πάντα όλα εντέχεται να τα πλερώσει Ασσίζ. 9712. 10) α) Αποδέχομαι κάπ. ως νόμιμο μάρτυρα ενώπιον του δικαστηρίου: Εάν γένηται ότι οκάτις άνθρωπος του κανόνος, λεγόμενος εντερελετζιούν, έλθῃ εις την αυλήν και θέλει να φέρει μαρτυρίαν, ουδέν ημπορεί να το ποίσει, ουδέ η αυλή εντέχεται να του γροικήσει, ουδέ να τους περιλάβει καταπρόσωπα παντός ανθρώπου κοσμικού, ουδέ ιερέαν, ουδέ αναγνώστην ομοίως Ασσίζ. 1084· Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος θέλει να σύρει μαρτυρίαν διά ένα άλλον άνθρωπον, και έχει μέρος εις το αυτόν έγκλημαν οπού θέλει να σύρει την μαρτυρίαν, ού σύρνει μαρτυρίαν άπιστη ..., το δίκαιον ορίζει ότι οι κριτάδες ουδέν πρέπει να τους περιλάβουν διά μάρτυρας τοιούτους λας, με το κείμενον Ασσίζ. 3517· β) αποδέχομαι έγγραφο ως νόμιμη μαρτυρία: Εάν γίνεται ότι κανείς άνθρωπος, ού καμμία γυναίκα φέρνει εις την αυλή κανένα γράψιμον εις μαρτυρίαν, οι κριτάδες, ουδέ η αυλή εντέχουνται να το περιλάβουν, ουδέ να του ακούσου, ουδέ να του πιστεύσου, κατά το δίκαιον, εάν ουκ έστι προβελίτζιν εσφραγισμένον Ασσίζ. 35328. Β́ (Αμτβ.) αγκαλιάζομαι: όλες της ακλουθήσασιν και αλλήλως εμιλούσαν| σφικτά πιριλαμπάνασιν και τότες εφιλούσαν,| από την τόσην των χαράν όλες των εγελούσαν Σαχλ., Αφήγ. 786· κρατούν, περιλαμβάνουσι, σφικτά συμπεριπλέκουν,| καταφιλούν ενήδονα, και το φιλίν εκείνο| Έρωτος ήτον ηδονή και πράγμαν Αφροδίτης Λίβ. Sc. 2685. IΙ. Μέσ. Ά (Μτβ.) αγκαλιάζω: Γιε μου, ας σε περιλαμπαστώ κι ας σε γλυκοφιλήσω,| τ’ Αφέντη οπού σ’ εγλύτωσε ας πα να φκαριστήσω Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1125. Β́ (Αμτβ.) αγκαλιάζομαι: Σφικτά επεριλαμπάθηκαν, γλυκέα καταφιλούνται Αχιλλ. (Smith) O 529· Ένας τον άλλον να θωρεί, κλαίσι και συγχωρούνται| περιλαμπάνουνται γλυκία, και σπλαγχνικά φιλούνται Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 298. — Βλ. και περιλαμπώνω.
       
  • περισκοπώ, 
    Λίβ. Sc. 1588, Μαχ. 4308 χφ O.
    Το αρχ. περισκοπέω. Η λ. σε έγγρ. του 10. (Act. Ivir. I 928) και 11. αι. (Act. Vat. I 413).
    1) Κοιτάζω ολόγυρα, παρατηρώ με προσοχή (κ. ή κάπ.): Λίβ. Sc. 1587, Διγ. (Trapp) Gr. 2574· (αμτβ.): Λαυρ., Οπτασία Λ. 109. 2) Κοιτάζω για κ., ψάχνω, αναζητώ κ.: Και συν γυναιξί και τέκνοις έτρεχον εν τῳ αιγιαλῴ, περισκοπούντες τας βάλκας Δούκ. 37310. 3) Σκέφτομαι, εξετάζω: Μα τις να γράψει ημπορεί και την χαράν που γίνη| πράγμα που ’ναι αδύνατο ο κάλαμος να χύνει,| κι ο νους να το περισκοπεί και να το καταλάβει Μαρκάδ. 761· φρ. ο νους μου περισκοπάται εις μέριμναν= συλλογίζομαι, προβληματίζομαι, αναρωτιέμαι: Και ενόσῳ εις τέτοιαν μέριμναν ο νους μου περισκοπάτον,| οκάποτε και η ζήτησις γίνεται η εδική μου Λίβ. (Lamb.) N 310. 4) Επιτηρώ, επιβλέπω, εποπτεύω: Και, άφηκα εις την χώραν, να περισκοπά την χώραν, τον σιρ Τζουάν Τερράς Βουστρ. (Κεχ.) Β 2195.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης