Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- οράριο(ν)
- το, Διγ. Άνδρ. 40028, ουράριο(ν), Παϊσ., Ιστ. Σινά 674.
Το λατ. orarium. Ο τ. στο Du Cange (λ. ωράριον) και σε έγγρ. του 19. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 43). Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex., λ. *ωράριον), σε επιγρ. (L‑S Suppl., λ. οράριον), σε έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 4017) και σήμ.
Χαρακτηριστικό άμφιο του διακόνου, οράριο (Για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Lampe, Lex., λ. *ωράριον, σημασ. 2, Du Cange, (λ. ωράριον), και Πάλλας, ΕΕΒΣ 24, 1954, 158-184): πολυσταύρια φαιλόνια, στιχάρια, οράρια και σκεύη αργυρά ωραία Ιστ. πατρ. 2026· σκεύη ιερά παντοία και στιχαροφέλονα συν πετραχήλοις τε και οραρίοις Βησσαρ., Διαθ. 234.
οργίζω,- Σπαν. A 385, Καλλίμ. 2072, Ιων. IV1, Ασσίζ. 7416‑17, Διγ. Z 2354, Πόλ. Τρωάδ. 241, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 157, Απολλών. 76, Λίβ. P 1189, Λίβ. Sc. 974, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1077, Χρον. Τόκκων 1194, Μαχ. 5020, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 67, Θησ. Γ΄ [438], Ch. pop. 78, Χούμνου, Κοσμογ. 1082, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 818, Byz. Kleinchron. A΄ 9524, Αλεξ. 2750, Έκθ. χρον. 317, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1357], Σκλάβ. 198, Τριβ., Ταγιαπ. 158, Πεντ. Γέν. XXXI 35, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 177v, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 457, Πανώρ. Β΄ 395, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 245, Πιστ. βοσκ. I 3, 26, Σταυριν. 32, Διγ. Άνδρ. 36415, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 948, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 243, Μαρκάδ. 446, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4579, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ε΄ 22· αόρ. εργίστην, Ιων. IV 9, Διγ. O 815.
Το αρχ. οργίζω. Τ. ορκίζομαι και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 703). Το μέσ. οργίζομαι και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Προκαλώ το θυμό κάπ., εξοργίζω κάπ.: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [180]. 2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ: ο δε οργιζόμενος υπό του κυρίου αυτού θεωρεί (ενν. κατ’ όναρ) φυλακάς και μάστιγας Μάρκ., Βουλκ. 35025· τινά (ενν. σώματα) πολλάκις οργιζόμενα παρά αυθεντών Μάρκ., Βουλκ. 35018. IΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Θυμώνω, οργίζομαι εναντίον κάπ.: Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 79· (με γεν. ή αιτιατ. προσ.): όταν ο Θεός οργισθεί ενός λαού διά τες αμαρτίες τους, τότε και εκείνα χάνουν την χάριν οπού είχαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 24· παρακαλώ σε, μηδέν μου οργισθείς εις κανέναν λόγον απού να πω άπρεπον Μαχ. 2548· επειδή ούτω επαρέβη την εντολήν του Θεού, ο Θεός πολλά τούς οργίσθη και θάνατον εις αυτούς έδωσεν Βησσαρ., Διαθ. 236127· Άδικον έχουσι πολύ να με καταφρονούσι,| μα εγώ δεν τους οργίζομαι ό,τι κι α θενα πούσι Στάθ. (Martini) Πρόλ. 10· (εδώ και με σύστ. αντικ.): οργίσθην του (ενν. ο Κύριος) όργηταν πολλήν διά την ’δωλολατρίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2135. 2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ: διά τούτο εχόλιασεν ο Θεός κι η υπεραγία Θεοτόκος| κι έδωκε νίκος των Φραγκών και των Ρωμαίων οργίστη Χρον. Μορ. H 4802· ώσπερ αυτός οργίζεται τους χριστιανούς καθ’ εκάστην έτσι και ο Χριστός θέλει οργισθεί αυτόν αιωνίως Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 369v. 3) Αποστρέφομαι, αποφεύγω κάπ. ή κ.: εμαύρισεν η γιόψη μου, τα μάτια μου ετσιμπλιάσα| κι οι κορασές μ’ οργίζουνται και δε μπορά με δούσι| και τσ’ ασκημιές μου τσι πολλές φεύγουσι και μισούσι Πανώρ. Δ΄ 15· την νύκταν οπού περπατεί ως διά κακόν γυρίζει| πάσα καλός τού οργίζεται κι εις μιαν αποχωρίζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 59· οργίσου των των αζαριών από τον νουν σου ας έβγουν,| ότι οπού τα αγαπούν αυτά τες ατυχιές δουλεύγουν Σαχλ. N 110. 4) Mισώ, απεχθάνομαι: να ’ργίζεσαι και ν’ αγαπάς, να δίδεις και να παίρνεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 83· οργίζουνταί τον (ενν. τον πλούσιον) πάντες| και φανερά δεν έχουσι φίλον καλόν οι πλούσιοι Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 147. 5) Καταριέμαι: Τοτ’ ο Θεός σαν τ’ άκουσε, εκαταράστηκέ την (ενν. την αχελώνα),| πολλά το εβαρέθηκεν, ευθύς οργίστηκέ την| και είπε την να το κρατεί το σπίτι της μαζί της Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10414· μας οργίστη (ενν. ο Θεός) διά να καταφρονεθούμεν από τους κατωτέρους μας, ως έγινε κιόλας Σουμμ., Ρεμπελ. 1667. Β´ Αμτβ. 1) α) Καταλαμβάνομαι από οργή, θυμό: Βίος Αλ. 937, Ιστ. πατρ. 1383, Θρ. Κων/π. B 95, Χούμνου, Κοσμογ. 867· (με τις προθ. εις, επί, απάνου και αιτ.): Κόντος πολλά χολομανεί, οργίζεται εις αύτους Χρον. Τόκκων 659· οργίστην ο Μωσέ ιπί τους αναγραμμένους του φουσσάτου Πεντ. Αρ. XXXI 14· οργίστην ο Κύριος απάνου σας να ξαλείψει εσάς Πεντ. Δευτ. IX 19· β) (ως απρόσ. με γεν. προσ.): οργίστην τον Κάιν πολλά και έπεσαν τα πρόσωπά του Πεντ. Γέν. IV 5· οργίστην του Μωσέ πολλά Πεντ. Αρ. XVI 15. Φρ. οργίζεται ο θυμός μου = εξάπτεται ο θυμός μου, οργίζομαι: θυμός του Κύριου οργίστην εις το λαό και έδειρεν ο Κύριος εις το λαό δαρμό πολύ πολλά Πεντ. Αρ. XI 33· οργίστην ο θυμός του Ιαακώβ εις τη Ραχέλ Πεντ. Γέν. XXX 2. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κακομοίρης, δύστυχος, ταλαίπωρος: επήδα (ενν. ο γάδαρος) και εχόρευε ’κ τον πόνον ο καημένος,| το τι να κάμει δεν είχε ποσώς ο οργισμένος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1146· απ’ αύτους όλοι έρχονταν εκείνοι οργισμένοι,| οπού τους επιάσασι στον πόλεμον για σκλάβους Θησ. Β΄ [913]. 2) Καταραμένος: «Απέχετ’, οργισμένοι| από την χάριν του θεού, εσείς καταραμένοι» Ρίμ. θαν. 101· Τέτοια ’ντροπήν επάθασιν οι Τούρκ’ οι οργισμένοι Σταυριν. 413· ως ειδε ο Χαμ τον κύρην του κι ήτονε μεθυσμένος (παραλ. 2 στ.), ενέπαιζεν κι εγέλα τον, το τέκνον τ’ οργισμένον Χούμνου, Κοσμογ. 544· Στες χώρες τούτες άλθομεν και τόπον, οργισμένον| σ’ αυτόν τον πονηρόν λαόν και τον κριματισμένον Χούμνου, Κοσμογ. 1115· (υβριστ.): στην φυλακήν επέσωσεν η κούρβα η οργισμένη| εμπήκεν και εκάθησε σιμά μου σαν ’γουμένη Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 663.
παντάπαν,- επίρρ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 837, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 864· παντάπας, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 574 κριτ. υπ., Λεξ. I 148, Βησσαρ., Διαθ. 23459‑60.
Από το α΄ συνθ. παντ(ο)‑ και το επίρρ. άπαν. Ο τ. αναλογ. με τα επιρρ. σε ‑ς. Η λ. στο Steph., Θησ.
α) Εντελώς, ολότελα, τελείως: άστρα τα μικρούτσικα να σκοτισθούν παντάπαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 574· ζώον γαρ άγριον ειμί και ανήμερον παντάπαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 157· β) ολοκληρωτικά, ολοσχερώς: εκείνος (ενν. ο διάβολος) το διάφορον ετότες των το δίδει| διά να πλανώνται οι ταπεινοί, να λείψουσιν παντάπαν| εκ του Κυρίου τον ναόν, χριστιανών της μοίρας Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 801· να τον ξεριζώσετε (ενν. τον Τούρκον) παντάπαν αφ’ τον κόσμον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 452.
παρήκοος,- επίθ., Φλώρ. 1462, Δωρ. Μον. XXXVI· παρήκουος, Βησσαρ., Διαθ. 23324, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. 12833, 24412.
[Από το αρχ. παρακούω. Ο τ. παρήκουος στο Somav. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παρήκουος). Τ. παράκουος στο Somav. και σήμ. Η λ. τον 4. αι. (Steph., Θησ.).]
Ανυπάκουος, απειθής: ο γονής ο έχων τέκνον παρήκοον και αντίλογον Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XI 97· ει δε φανείς παρήκουος εις όσα διηγούμαι,| εγγυητής δεν γίνομαι, ότι πολλά φοβούμαι Ιστ. Βλαχ. 2003· κράξασα (ενν. η Ζωή) αυτόν (ενν. τον Μιχαήλ) έδωκεν αυτῴ όρκους ευαγγελικούς, ότι πως να είναι ευπειθής και επήκουος εις αυτήν και επίβουλος και παρήκουος ποτέ να μη γένει Χρον. βασιλέων 1191· αυτός (ενν. ο Ντεβήσαγας) έγινεν παρήκουος και έχασεν το κεφάλιν του Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 53v.
περιβόλαιον- το, Μαχ. 9819, 19029‑30, 6241, Προσκυν. Ιβ. 845 1262, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 614, 1178.
[Το αρχ. ουσ. περιβόλαιον. Η λ. σε έγγρ. (στη σημασ. 3) του 12., 13. (Caracausi, Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ. 322) και 16. αι. (Πατρινέλης, ΕΜΑ 17, 1967, 57, Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 117) και σε κείμ. του 18. αι. με διαφορ. σημασ. (Κακρ., Ελλην. 30, 1977-78, 141-2).]
1) Κάλυμμα της κεφαλής (Για τη σημασ. πβ. ΚΔ, Επιστ. Κορ. Ά́ 11, 15): πάντες Τούρκοι το αυτό χρώντες ως κεφαλής περιβόλαιον, ..., κοκκινοβαφές τούτο χρώνται, όσοι δε των αλλογενών τῳ της δουλείας υπέπεσον ζυγῴ ..., ούτοι λευκόχροα φορούσι τα της κεφαλής περιβόλαια εκ πίλου λευκοτάτου Δούκ. 17921, 24. 2) Η περιοχή που βρίσκεται γύρω από κάπ. κτίσμα (εδώ τείχος): απερικαλύπτους όντας, των τειχέων καταπεσόντων ... εξήρχοντο (ενν. οι Ρωμαίοι) ... περισκεπόμενοι τοις τείχεσι τοις υγιαίνουσι και αντεμάχοντο τοις Τούρκοις εν τῳ περιβολαίῳ Δούκ. 35318. 3) Περιβόλι: κτήματα και μούλκια, αμπέλια, χωράφια, κήπους τε και περιβόλαια Βησσαρ., Διαθ. 23476· ήλθαν (ενν. οι Γενουβήσοι) εις τα περιβόλαια της Τζιλίρης, και ... ελαβώσαν και πολλούς περβολάρηδες Μαχ. 34021.
περισκοπεύω,- Βησσαρ., Διαθ. 23454.
Από την πρόθ. περί και το σκοπεύω· πβ. και περισκοπέω. Η λ. το 12.-13. αι. (LBG, TLG) και στο Lampe, Lex.· η μτχ. περισκοπευθείσα στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ., στη λ.
Κοιτάζω προσεκτικά, εξετάζω, ερευνώ: Από των εκ των μοναστηρίων ένα ήτον και το παρόν μοναστήριον, το οποίο έστοντας να το περισκοπεύσω καλύτερα από τα άλλα Βησσαρ., Διαθ. 23461.
πλουσιοπάροχα,- επίρρ., Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 168288, Λίμπον. 493, Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. K 73, Χριστ. διδασκ. 152, 404.
Από το επίθ. πλουσιοπάροχος. Η λ. και σήμ.
α) Γενναιόδωρα, άφθονα: δεν εφύλαγε (ενν. ο αρχιεπίσκοπος Λαρίσης) το σιτάρι να ακριβήνει, και τότε να το πωλήσει εις περισσοτέραν τιμήν, καθώς κάνουσιν οι δημοκατάρατοι, αλλά έδιδεν εκείνους οπού εχρειάζονταν πλουσιοπάροχα Βησσαρ., Διαθ. 274162· β) πολυτελώς: Ήτον τούτος πλουσιοπάροχα ενδυμένος, με πολυτίμητον σπαθί εις το πλευρόν Καλόανδρ. (Κεχ.) 406.
πολιτεύω,- Γλυκά, Στ. 482, Ελλην. νόμ. 5562, Διγ. A 1301, Φυσιολ. 3482, Rechenb. 362, Χειλά, Χρον. 357, Byz. Kleinchron. Ά 6592, Σοφιαν., Παιδαγ. 110, Βησσαρ., Διαθ. 23587, Μαλαξός, Νομοκ. 244, Λούκαρ., Διάλογ. 22218, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 745, Ιστ. πατρ. 873, 10‑11, Πηγά, Χρυσοπ. 107 (49), Κανον. διατ. 345, Ιστ. Βλαχ. 83, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 348, 16026, Ψευδο-Σφρ. 3168, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 23651, Λίμπον. 125, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 86, 278, 397, Ροδινός (Βαλ.) 147, Ροδινός Νεόφ. 226, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Θεσσ. Β́ γ́ 6· πολιτεύουμαι, Πηγά, Χρυσοπ. 107 (49), Ιερόθ. Αββ. 334, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 74r.
Το αρχ. πολιτεύω. Η λ. και σήμ. (πολιτεύομαι).
I. (Ενεργ.) ζω, διαβιώνω: η δείνα θυγατέρα του δείνα ... ποιεί την αγιοσύνην σου να εγνωρίζεις ότι ο πατήρ αυτής ... εμνηστεύσατο αυτήν ... μετά του δείνα· πολιτεύοντες εν τῳ άμα έχει την σήμερον ημέραν χρόνους δ́ και αυτός ο δείνα ου δύναται συναφθήναι μετ’ αυτής Ελλην. νόμ. 5308. II. Μέσ. Ά Αμτβ. 1) Παίρνω μέρος στην πολιτική ζωή, συμμετέχω στη διοίκηση, στη διακυβέρνηση της πολιτείας: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 142. 2) α) Κυβερνώ, διοικώ· εφαρμόζω, ακολουθώ ορισμένο τρόπο διακυβέρνησης, διοίκησης: Σοφιαν., Παιδαγ. 110, Ροδινός (Βαλ.) 180· β) ακολουθώ ένα συγκεκριμένο νομοθετικό σύστημα, εφαρμόζω μια συγκεκριμένη νομοθεσία: μετ’ αυτούς τους νόμους των δώδεκα βιβλίων οπού εγράφησαν επολιτεύονταν ο λαός χρόνους υξ’ Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 23754. 3) α) Συμπεριφέρομαι· ενεργώ, πράττω: Και συ ουν, νοητέ άνθρωπε, πολιτεύου ούτως καθώς εποίησεν ο κάστωρ και ελευθερωθήσει εκ του κυνηγού Φυσιολ. (Zur.) XXXIIII 19· Λέγω διά τους ιδιώτας και αγραμμάτους, οπού πολιτεύονται σχεδόν χειρότερα των κτηνών Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 131· β) ζω, διάγω (ακολουθώντας ένα συγκεκριμένο τρόπος ζωής και συμπεριφοράς): τέλος δε τούδε του βίου δέδωκεν εν ειρήνῃ| καλώς πολιτευσάμενος και λαμπρώς αριστεύσας Διγ. Z 1252· (ειδικότ. για το χριστιανικό τρόπο ζωής): όσοι έλαβον ταύτην την πίστιν και επολιτεύσαντο εναρέτως κατά τον Ιησού νόμον έλαβον μεγάλα χαρίσματα Ιστ. πατρ. 9216‑17· (προκ. για μοναχό): τῃ του Ιουλίου μηνός εικοστῄ ... εκειράμην. Ο δε Θεός ... βοηθήσαι μοι τῳ αθλίῳ πολιτεύσασθαι κατά το επάγγελμα Byz. Kleinchron. Α 6592. 4) Προβληματίζομαι, ασχολούμαι με κ.: Για κείνο επολιτεύτηκε κι ηύρηκε (ενν. ο άνθρωπος) τέχνες τόσες| οπού τονε στολίζουνε με πλούτη και με γνώσες Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 9. 5) (Νομ.) ισχύω, εφαρμόζομαι: Έγραψε ... ο Λέων, ο βασιλεύς νεαράς και διατάξεις ..., αλλά την σήμερον δεν πολιτεύονται όλες Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 239142. 6) α) (Προκ. για νομίσματα) είμαι σε κυκλοφορία: κεντηνάρια ιβ́ χιλιάδες ... ποσούμενα εις νομίσματα του τότε καιρού ... επαριθμούμενα μυριάδας εννεακισχιλίας εκατόν εβδομήκοντα ...· άτινα μεταβαλλόμενα προς τα πολιτευόμενα νυν γίνονται μύριαι μυριάδες Metrol.2 1432· β) (προκ. για γλώσσα) χρησιμοποιούμαι, ομιλούμαι: Και έκτοτε άρχισεν η ελληνική γλώσσα να πολιτεύεται εις την Αίγυπτον, διά να γίνεται συναναστροφή Ελλήνων και Αράβων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 243. 7) Υπερισχύω, κυριαρχώ: εχάθην η αγάπη,| η κακοσύνη επλήθυνε, φθόνος επολιτεύθη Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 1150· ουκ εστίν άλλο εις τον οίκον αυτού (ενν. του ανθρώπου), ουδέ πολιτεύεται ... ειμή το πονηρόν και ακάθαρτον όνομα του Διαβόλου Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XI 55. Β́ Μτβ. 1) (Με σύστ. αντικ.) ζω ακολουθώντας κάπ. συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς: επήγαιναν (ενν. οι Ινδοί) εις την έρημον και με το θνητόν σώμα επολιτεύοντο την πολιτείαν των ασωμάτων Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3125. 2) Εφαρμόζω, πραγματώνω κ.: εν τη γη επολιτεύσαντο (ενν. οι άγιοι) πάσας τας αρετάς Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 859. Η μτχ. ως επίθ. = που έχει ορισμένο τύπο διακυβέρνησης και διοίκησης: Δεν ηξεύρω αν ευρίσκεται τόπος ή πολιτευομένη πατρίδα πλια μικρή, ξηρά άκαρπη ... ωσάν το νησί της Ιθάκης Ροδινός (Βαλ.) 159. Το ουδ. της μτχ. παρκ. στον πληθ. ως ουσ. = συμβάντα, γεγονότα: Λύπης αμέτοχον ουδέν των πολιτευομένων| και πραττομένων περί γην και των ενεργουμένων Καλλίμ. 4.
σαρκικός,- επίθ., Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 646, Χρον. Μορ. H 3231, 4146, Φαλιέρ., Ιστ.2 243, 500, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 452779, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 82, 85, Μαλαξός, Νομοκ. 291 τρις, Ιστ. πατρ. 1522, Μορεζ., Κλίνη φ. 439v, 440r, 527v τρις, Χριστ. διδασκ. 150.
Η λ. στον Αριστοτέλη (TLG) και σήμ.
1) α) Που σχετίζεται με τη σάρκα, που αποτελείται από σάρκα: η μακαρία Παρθένος Μαρία ... είδε με τα ομμάτια τα σαρκικά ουράνιον άγγελον Μορεζ., Κλίνη φ. 3r· στις εκφρ. σαρκικός αδελφός/πατήρ/συγγενής/φίλος, σαρκικόν παιδίον (βλ. και Stanitsas Act. VIIIe Congr. Intern. Neo-hell. franc. 115, Lex. Chron. Mor., στη λ.) = συγγενής εξ αίματος: πολύν σκοπόν εσκόπιζεν το πώς να έχει πράξει,| εις ποίον πρώτον ν’ απελθεί να του έχει βοηθήσει,| του πρίγκιπος, που ευρίσκετον λίζιός του αφέντης| και συγγενής του σαρκικός —θείος του γαρ υπήρχεν—,| ή του Μεγάλου του Κυρού, του γυναικαδελφού του Χρον. Μορ. P 3231· μόνον μην έναι άδικον να επαίρνω συγγενή μου,| να ακληρώ την σάρκα μου, τους σαρκικούς μου φίλους Χρον. Μορ. P 4146· άρχισα με την βοήθειαν του Θεού μετά και του αδελφού μου του σαρκικού κυρ Ιγνατίου και επισκόπου Φαναρίου να το ανακαινίσαμε (ενν. το παρόν μοναστήριον), μάλιστα εκ θεμελίων να το ανακτίσομε Βησσαρ., Διαθ. 23465· Εάν δε είπει σοι, ότι ο πατήρ σου ο σαρκικός μετά του πατρός σου του πνευματικού πόσου εισί βαθμού προς αλλήλους, ειπέ αυτῴ δύο Μαλαξός, Νομοκ. 291· εάν έχει τινάς παιδίον σαρκικόν και παιδίον υιοθετόν, ου δύναται να έλθουν εις γάμον έως εις τον όγδοον βαθμόν Μαλαξός, Νομοκ. 300· β) (κατ’ επέκταση) ανθρώπινος (για τη σημασ. βλ. και Lampe, στη λ. A2): Λοιπό τη πρίκα, ως φρόνιμη, διώξε απού την καρδιά σου,| διώξε και πάσα σαρκική λύπη αποκοντά σου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 162. 2) Που σχετίζεται με την υλική υπόσταση του ανθρώπου και ιδιαίτερα με την ερωτική ζωή του: Ω συ, οπού ευρίσκεσαι στο τάγμα των αφρόνων,| επιθυμίας σαρκικής δούλος όλον τον χρόνον,| όχι να τρώγεις πάντοτε, να πίνεις, να κοιμάσαι| σ’ έστειλεν ώδε ο Θεός, κάμνε να το θυμάσαι Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β́ 4· και έκανέν τηνε (ενν. το δαιμόνιον) και ενεθυμείτονε (ενν. η γυναίκα) πράγματα σαρκικά, μάλιστα διότις ήτονε πρωτύτερα γυναίκα του κόσμου απού εδούλευεν εις τας ηδονάς της σαρκός Μορεζ., Κλίνη φ. 349r. Το αρσ. πληθ. ως ουσ. = αυτός που ενδιαφέρεται μόνο για τα υλικά αγαθά και γενικ. τις σαρκικές απολαύσεις: Ας ακούσουν το λοιπόν οι σαρκικοί, οπού δεν χαίρονται εις άλλο, μόνον εις το να δώσουν ηδονήν της σαρκός των και όχι της ψυχής των Ροδινός (Βαλ.) 80. Το ουδ. πληθ. ως ουσ. = υλικές, σαρκικές ανάγκες και απολαύσεις: τα συμφέροντα των ψυχών αυτών (ενν. των πνευματικών τέκνων) ου μεριμνώμεν αλλά, την σωτηρίαν αυτών καπηλεύοντες, τα σαρκικά ημών τρέφομεν (ενν. οι πνευματικοί) Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 213.
σπλαγχνίζομαι,- Λόγ. παρηγ. L 597, 634, Λόγ. παρηγ. O 619, 652, Διγ. (Trapp) Gr. 414, 3533, Διγ. Ζ 4381, Σπανός (Eideneier) D 623, 640, Λίβ. διασκευή α 521, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2254, Χρον. Τόκκων 3136, 3213, 3724, Φυσιολ. (Zur.) VIII 15, Φυσιολ. (Kaim.) 16a7, 16b7, Μαχ. 28817, 53015, 57024, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι III 68, Επιστ. κλήρου Καλλιπ. 15893, Βεντράμ., Γυν. 103, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 30510, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 75r, 354v, Δεφ., Σωσ. 365, Βησσαρ., Διαθ. 23448, Χρον. 307, Μορεζ., Κλίνη φ. 115v, 324r, 400v, κ.α., Hist. imp. (Iadevaia) IIa 3464, Διον. ρήτ., Ιστ. 255, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 13921, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1253, 14014‑15, Ψευδο-Σφρ. 5688 (έκδ. σπλαγχισθείς), Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 17518, Χριστ. διδασκ. 421· σπλαχνίζομαι, Λίβ. Esc. 456, Φαλιέρ., Ιστ.2 612, Λίβ. Va 448, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 6612, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 30411, Πηγά, Χρυσοπ. 321(1), 397(2), Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1533, Hist. imp. (Iadevaia) I 1246, Θυσ. (Bakk.-v Gem.) 298, 871, Διαθ. 17. αι. 380, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9417, 9986, κ.α., Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 162, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ά́ 41, ή́ 2, Παύλ. Ρωμ. θ́ 15· μτχ. ενεργ. ενεστ. σπλαγχνίζοντας, Μορεζ., Κλίνη φ. 262v.
Το μτγν. σπλαγχνίζομαι. Ο τ. σπλαχνίζομαι σε κείμ. του 18. αι. (Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ.-Μπουμπ.) Κμ. Δ́ 223) και σήμ. λαϊκ. Τ. σπλαγνίζομαι σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Ερωτόκρ., Γλωσσάρ.). H λ. και σήμ. λαϊκ. και λογοτ. (ΧΛΝΓ).
Α´ Μτβ. 1) α) Συμπονώ, λυπάμαι κάπ. ή κ., αισθάνομαι συμπάθεια ή οίκτο για κάπ. ή κ., ελεώ κάπ.: Όταν δε ταύτα έλεγεν ο Δυσσεύς μετά θρήνους,| από την θλίψιν την πολλήν τήν είχεν, εις τον κόσμον| πούπετε ουκ ήτον άνθρωπος να μη τον εσπλαγχνίσθη| και να μην εθαυμάζετον τα δύσκολα της τύχης Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13828· όλοι να πέσομεν εις προσευχήν να παρακαλέσομεν τον δεσπότην Χριστόν ... να σπλαγχνισθεί την πόλιν ετούτην, να βοηθήσει του βασιλέως Μορεζ., Κλίνη φ. 106v· Ένα δεντρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένο,| μα ’χε τες ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένο· (παραλ. 2 στ.) κι ο κηπουρός το κοίταξε τότες και το σπλαγχνίστη| και του ’ριξε πολύ νερό, ώστε που τ’ αναμπλήστη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13424· Αν έχεις πάλιν συγγενήν να έχει πτωχείαν μεγάλην, (παραλ. 3 στ.) μη τον αφήσεις καν ποσώς διά ξένο να πεινάσει,| σπλαγχνίσου αυτόν πρωτύτερα, λέγω, παρά τους ξένους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2401· Λοιπό ετότες ο Θεός το πλάσμαν του ελυπήθη| και δεύτερο να κατεβεί στον κόσμο εβουλήθη.| Την πρώτη εκατέβηκε κι έπλασε κι έκαμέ τσι| τη δεύτερη εγιάγειρε και εσπλαχνίστηκέ τσι.| Γιατί δεν ήτον μπορετό άλλος να τσι λυτρώσει,| εθέλησε να κατεβεί (ενν. ο Θεός), το πλάσμαν του να σώσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1533· (σε προσωποπ.): τα κάλλη ου σπλαγχνίζονται (ενν. ο Θάνατος, ο Χάρων και ο Άδης), αλλά κόνιν ποιούσιν,| πηλόν και τέφραν άπαντα εργάζονται δυσώδη Διγ. (Trapp) Gr. 3643· (σε παρομοίωση): καθώς ελεημονάται ο πατέρας τα παιδιά του, έτσι σπλαγχνίζεται ο Κύριος εκείνους οπού τον φοβούνται Χριστ. διδασκ. 377· (ενεργ.): να δώσεις (ενν. Παρθένε) πάλι τα αμμάτια αυτεινής της τιμίας γυναικός, τα οποία ήμουνε εγώ αιτία και ήβγαλέν τα ... και πιστεύω πως ετούτο θέλεις το κάμει, ωσάν μάννα του ευσπλάχνου Θεού, σπλαγχνίζοντας την τιμίαν γυναίκαν αυτείνην και εμέναν τον αμαρτωλόν σου δούλον Μορεζ., Κλίνη φ. 262v· β) προβαίνω σε εκδηλώσεις φιλοφρόνησης και εγκαρδιότητας προς κάπ.: Τιμητικά τους χαιρετά (ενν. ο δούκας τους άρχοντες με τον μητροπολίτην), γλυκέα τους εσπλαγχνίσθη,| πλησίον του τους εκάθισεν, εδείπνησαν εντάμα Χρον. Τόκκων 1507· γ) τιμώ: Το τέκνον οπού ζήτηξε, πράμα δικό του θέλει·| σκλάβος του εγώ, η μάννα του, σκλάβος και το κοπέλι.| Κιανένα πόνο δε γρικώ, μα ’χω χαρά μεγάλη| πως μ’ εσπλαχνίστη ο Θεός στα γερατειά μου πάλι.| Πλια άξον εδιάλεξεν εμέ παρά κιανέναν άλλο| εις το κανίσκι τό ζητά, και θέλεις να του σφάλω; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 710. 2) Αγαπώ, συμπαθώ κάπ.: άλλον παιδίν ουδέν έχεις μόνον εμένα, και φιλείς με εγκαρδιακά και σπλαχνίζεσαί με και χαίρεσαι μετ’ εμένα, μητέρα μου Διήγ. Αλ. E (Konst.) 6711· Εβλέπαν τον οι μπιστικοί, και συνεπλέκουντάν τον.| Ήσαν και άλλοι έτεροι, πλήθος αυτού ποιμένες,| γνωρίζουν και σπλαγχνίζουνται, τον Πάριν αγαπούσιν Βυζ. Ιλιάδ. 188. Β´ (Αμτβ.) νιώθω λύπη, οίκτο, δείχνω συμπόνια: Αν ημπόρουν καν πούπετε να την είδα (ενν. εκείνη οπού αγαπώ) και μόνον,| ελεημοσύνην να έπεσα πολλά να της εζήτουν.| Και αν λάχαινε από τα πολλά ολίγον να εσπλαγχνίσθη| και οκάτι παρηγόρημα να επήρα εγώ απ’ εκείνην,| τήν ουκ εβλέπω πούπετε, και πώς να της συντύχω; Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7766· εάν γεννήσει (ενν. ο πελεκάνος) τους νεοσσούς, και ολίγον αυξηθώσι, ραπίζουσιν εις το πρόσωπον των γονέων· οι δε γονείς κολαφίζουσιν αυτά και αποκτείνουσιν· είτα σπλαγχνιζόμενοι οι γονείς πενθούσιν τρεις ημέρας τα τέκνα ά απέκτειναν Φυσιολ. (Kaim.) 17a7· Εις την δευτέρα παρουσιά όταν αυτός καθίσει| αυτός ο δίκαιος κριτής απόφασιν να ποίσει·| «εσείς οπού σπλαγχνίζεσθε, υπερευλογημένοι,| άμετε στην παράδεισον την περικοσμημένη (παραλ. 2 στ.) εσείς που … τ’ ορφανά βοηθάτε| που ξένους αποδέχεσθε, στην βασιλειά μου ελάτε» Δεφ., Σωσ. 341· κύριε φιλάνθρωπε, ... ωσάν ποτε εις τον παλαιόν καιρόν ήκουσας την δέησιν του βασιλέως Μανασσή και ελευθέρωσας αυτόν, έτσι παρακαλώ σε να ακούσεις και της εδικής μου δεήσεως και να σπλαχνισθείς ως μόνος συμπαθής και ελεήμων Διγ. Άνδρ. 40924· (σε προσωποπ.): Η αγάπη μακροθυμεί, η αγάπη σπλαχνίζεται, η αγάπη δεν φθονεί, η αγάπη δεν είναι προπετής Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά́ ιγ́ 4. — Βλ. και ευσπλαγχνίζομαι.
στάσις- η, Καλλίμ. 210, Δούκ. 16912, Byz. Kleinchron. Á́ 25984, Έκθ. χρον. 3215, Ιστ. πολιτ. 442, 527, 674, Ιστ. πατρ. 1139‑10, Ψευδο-Σφρ. 15020, 24026, 36824, 4042, 24, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 18862, 1579 λ́ 1, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1811· στάση· πληθ. στάσες.
Το αρχ. ουσ. στάσις. Ο τ. και σήμ.
1) Σημείο όπου μπορεί να σταματήσει κανείς: Δεν έχει ο κόσμος πούπετες αναπαμένη στάση,| όλα με πόνους και πικριές πάντα κυλιούν και πάσι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 231· (σε μεταφ.): Εις ύλην έφθασα βυθού και στάσιν ουχ ευρίσκω,| εις θάλασσαν ενέπεσα πολλών πλημμελημάτων Προδρ., Δεητ. 62· φρ. ποιώ την στάσιν = (προκ. για πλοία) αράζω: Ελθόντες (ενν. ο στόλος) εκ της εώων περαίας κάτωθεν ολίγον τι του Διπλού Κίονος και μέχρι της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου εγγύς την στάσιν μετά αγκύρων εποίησαν Ψευδο-Σφρ. 38433. 2) Θέση, τοποθεσία: είδα πάντα τα προλεγόμενα κελλία τε και μοναστήρια· και τα μεν πολλά απ’ αυτά έτερα ευρίσκονταν εις την αρχαίαν στάσιν τους με του Θεού την βοήθειαν και καλώς εκυβερνούνταν, τα δε άλλα εφθάρησαν Βησσαρ., Διαθ. 23456· (μεταφ.): να γυρίζομεν και ημείς εις τον καλόν τόπον των αρετών, ... να έλθομεν εις την καλήν στάσιν των καλών έργων, οδιά να γένομεν και κληρονόμοι της ουρανίου βασιλείας Μορεζ., Κλίνη φ. 415r. 3) α) Σταθερότητα: Μη θαρρευτείς και συ ποτέ της γυναικός τα λόγια,| να μη σε βρούνε δυστυχιές, δάκρυα και μοιρολόγια (παραλ. 2 στ.). Διατί σ’ αυτές στάση δεν έν’, καμμιά εμπιστοσύνη,| ’ς κείνο που δείχνει και αγαπά δεν έχει ελεημοσύνη Δεφ., Λόγ. 409· β) επιβολή, επίδραση· ισχύς: «... όνειρον είδα τρομερό, άνθρωπον πτεροφόρον (παραλ. 1 στ.). Φωτιά εκράτιεν κι έθελεν να με καταφλογίσει ...» (παραλ. 1 στ.). Οι βάγιες σαν το ’κούσασι ...,| ... λέγουν της (ενν. της κόρης) ποσώς να μην τρομάζει,| ’τι τ’ όνειρον του δαίμονος για τούτον έχει στάση·| τον πειρασμόν απόδιωξε και άφεις τον να σκάσει Διγ. Ο 115. 4) Κατάσταση (βλ. και Κακουλίδη-Πάνου [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. σ. 130 σημ. 48]): οπόταν το αίμα λείπει πλέον, τότες πλέον αύξει και γυρίζει πάλι προς την πρώτην αυτού στάσιν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 40r. 5) Σειρά: Είναι δε το μάκρος της καθολικής εκκλησίας ... οργίαι δεκοκτώ, το δε πλάτος, οργίαι δέκα. Όμως το τόσον πλάτος μερίζεται εις τρία, επειδή έχει δύο στάσες κολώνες, μίαν από κάθε μέρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 154. 6) Τάξη: Ο δε πρωτοπαπάς ετιμήθη λαβών την μετά τον πρωτονοτάριον στάσιν και μετ’ αυτόν Μαλαξός, Νομοκ. 518. 7) α) Σύσταση, δημιουργία· έκφρ. από στάσεως κόσμου = ανέκαθεν (πβ. εκφρ. από κτίσεως/καταβολής κόσμου): Πού να βρουν οι φτωχοί δεκάξι σολδία να τως δούδουν διά να μπορού ν’ αλέθουν να τρώσι, πού να δούδουν πλιότερα στο μουζούριν τ’ άλας από σολδία 14, από πλέρωναν από στάσεως κόσμου, να τως το βάλουν τώρα σολδία 96, απού έρχεται 600 στα ’κατό πλιότερα Επιστ. Κρ. 1574 148· β) αποκατάσταση, επανόρθωση· (εδώ μεταφ.): Δούλη και μήτηρ του Χριστού, χαρά των λυπουμένων, (παραλ. 7 στ.) ... έγερσις των πεσμένων,| ζωής η ανακαίνισις, στάσις των χαλασμένων Σκλέντζα, Ποιήμ. 716. 8) α) Αναταραχή, αναστάτωση: διαβολάς και συσκευάς κατά της χώρας των Ιωαννίνων οι Μαλακασσαίοι περιεργάζονται ... συνεργόν έχοντες τον κωφόν Νικηφόρον τον περάτην, όστις ... πλήθος αναρίθμητον εν τῳ νησίῳ διαπερᾴ και ούτω στάσις μεγάλη εν τῃ πόλῃ εγεγόνει Ιστ. Ηπείρ. XVIII7· β) εξέγερση, επανάσταση, ανταρσία: οι χριστιανοί, οί κατοικούν τανύν εις την Κωνσταντινούπολιν, μέλλει ποιήσουν στάσιν και επιβουλία κατά της σης βασιλείας εις το ποιήσαι έτερον βασιλέα Byz. Kleinchron. Á́ 42635· ίνα μη ο συρφετώδης όχλος ατακτήσας αφηνιάσῃ, έθος γαρ ην αυτοίς (ενν. τοις Τούρκοις) εν ταις αλλαγαίς των ηγεμόνων ενεργείν στάσιν, διά τούτο και την τελευτήν πολλάκις κρύπτοντες λέγουσι τῳ λαῴ, ως ο ηγεμών ασθενεί Δούκ. 2833· γ) ρήξη, διχόνοια: σκάνδαλα ανεφύησαν και στάσις μεγάλη εγεγόνει αναμεταξύ των Ενετών και Λιγουρίων· έλεγον γαρ οι Λιγούριοι και διισχυρίζοντο του είναι αυτούς εμπειροτάτους των Ενετών εν παντί πράγματι Ψευδο-Σφρ. 40214· τούτο γαρ εστίν ίδιον της γνώσεως του στρατηγού το ου μόνον μετά αρμάτων μάχεσθαι, αλλά και μετά ειρήνης και ετέρας εργασίας μεθ’ ης δύναται καταβαλείν τον εχθρόν ...· καθώς και ο βασιλεύς εφαίνετο ποιών. Θέλων γαρ στάσιν και μάχην αναμέσον του Βαϊμούντου και των κομήτων εμβαλείν τοιούτον τι εμηχανήσατο ... Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 341. 9) α) Τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κανείς μια κατάσταση: Και καλά και ο Θεός κυριεύει και κυβερνά τα πάντα, πλην δεν τα κυβερνά και κυριεύει όλα όμοια εις μίαν στάσιν, αμή εις τινάς τρόπους και αποκάτω εις τινάς αυθέντας και ηγεμόνας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 39r· β) συμπεριφορά: ην ιδείν ξένην στάσιν εν τοις εμπιστευθείσιν ακούειν λογισμούς ανθρώπων. Και ερχόμενοι οι χριστιανοί του εξομολογήσασθαι ... ηρωτώντο παρ’ εκείνων ... ει έτυχεν ακούσαι λειτουργίαν παρ’ ενωτικού ιερέως Δούκ. 3239· 10) α) Σχήμα, μορφή: ο Θεός εις την αρχήν έκαμε μία ύλην χοντρή, η οποία δεν είχεν τύπωσιν μήτε στάσιν. Και έκαμέ την εις τοιούτον τρόπον ότι να ημπορεί να εβγάλει και να κάμει είτι ήθελεν. Και εδιεχώρισέ την πολυποίκιλα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 17v· β) (προκ. για το ανθρώπινο σώμα· πβ. νεοελλ. παράστημα, κορμοστασιά): Και το κορμί της (ενν. της κόρης) έλεγες κυπαρισσίτσιν έναι,| το όλο του κορμίου της εξ εκλογής να κείται.| Τοιαύτη προσώπου σύνθεσις, τοιαύτη κορμίου στάσις! Λίβ. Va 2240. 11) Προσευχή ή ακολουθία κατά την οποία στέκεται κανείς συν. όρθιος (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., σημασ. B2)· έκφρ. πανύχιος/πάννυχος στάσις (βλ. ά. παννύχιος και πάννυχος): Ην γαρ ο αυτός πατριάρχης άκρος την αρετήν και πεπαιδευμένος την μοναχικήν πολιτείαν ως άλλος ουδείς· ήν γαρ εν αυτώ αγρυπνία και στάσις πάννυχος και νηστεία και ακτημοσύνη Έκθ. χρον. 4724· Μίαν και μόνην λύπην είχεν, ότι δεν έκαμνεν παιδίον, και διά τούτο πάντοτε επαρεκάλει τον Θεόν και έκαμνεν ολονυκτίους δεήσεις και στάσεις παννυχίους Διγ. Άνδρ. 40217. 12) Συμβούλιο, συνέλευση: να μηνύσει (ενν. ο βασιλεύς) τον μέγαν δούκα τον Νοταράν, ότι το μεσαστίκιον ... «... να το αφήσει εκείνος, να έχει δε και το πρωτείον της στάσεως και της βουλής και πρόσοδόν τινα δι’ άλλου τρόπου ...» Σφρ., Χρον. (Maisano) 12016.
στιχαροφέλονο(ν)- το.
Από τα ουσ. στιχάρι(ον) και φελόνι(ον). Λ. στιχαροφελόνιον τον 6.-7. αι. (TLG). Βλ. και LBG (λ. στιχαροφέλονον).
(Περιληπτ.) στιχάριο και φελόνιο μαζί: Εσυνάξαμεν και διάφορα βιβλία και σκεύη ιερά παντοία και στιχαροφέλονα συν πετραχήλοις τε και οραρίοις πολλά και ωραία και επλουτίσαμεν και εστολίσαμεν τον ναόν Βησσαρ., Διαθ. 23473.
συμβουλεύω,- Μυστ. 56, Γλυκά, Αναγ. 382, Καλλίμ. 1216, Διγ. Ζ 664, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 337, Χρον. Μορ. Η 166, Χρον. Μορ. P 3115, 3116, Βίος Αλ. (Aerts) 2603, Φλώρ. 242, Σαχλ., Αφήγ. 89, Απολλών. (Κεχ.) 134, Λίβ. διασκευή α 773, Λίβ. Va 2709, 2710, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 55, Χρον. Τόκκων 1255, Παρασπ., Βάρν. C μετά στ. 140, Δούκ. 38125, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 671, Χούμνου, Κοσμογ. 1144, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4618, Κορων., Μπούας 19, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 336v, Βησσαρ., Διαθ. 237154, Πτωχολ. α 898, Αχέλ. 381, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 795, Ιστ. πατρ. 13023, Άλ. Κύπρ. 1198, Βίος Δημ. Μοσχ. 366, Παλαμήδ., Βοηβ. 1202, Ιστ. Βλαχ. 2145, Σουμμ., Ρεμπελ. 164, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11110, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 71, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 352, Χριστ. διδασκ. 477, Λεηλ. Παροικ. 177, Διγ. Ο 694, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 51320, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιε΄ 1, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1551, κ.π.α.· συβουλεύω, Χρον. Μορ. P 1757, 1827, 5602, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1235, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 183, Αχιλλ. L 319, Φαλιέρ., Ιστ.2 124, 246, 319, Μαχ. 48830, Θησ. Έ́ [607], Αλεξ.2 556, 557, 659, κ.α., Πεντ. Έξ. XVIII 19, Χρον. σουλτ. 485, 877, Μορεζ., Κλίνη φ. 30v, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 75· συμβουλεύγω, Ασσίζ. 2923, 27721, Λίβ. Esc. 807, 1171, 2822, Μαχ. 37411, 47413, 4908, 54228, κ.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1928, Γ́ 671, Δ́ 347, Έ́ 823, 876, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 233· προστ. αορ. συμβουλεύτουν, Μαχ. 21215.
Το αρχ. συμβουλεύω. Ο τ. συβουλεύω με αποβολή του ‑μ‑ (Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. XXXIX], Dieterich, Unters. gr. Spr. 291)· απ. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 804, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. συβουλεύου), όπου και τ. συββουλεύgω (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου), συββουλεύκω (Σακ., ό.π.), συβουλεύγω (Κωστ., Λεξ. τσακων.) και συβουλεύκομαι (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex., στη λ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Δίνω συμβουλές, καθοδηγώ, νουθετώ: τους εζήτησεν του να τον συβουλέψουν| περί τον τόπον του Μορέως πώς να τον κυβερνήσει Χρον. Μορ. P 7829· το πρώτον λέγω σου τες νύκτες μη γυρίζεις,| δεύτερον συμβουλεύω σε το ζάρι μην το χρήζεις Δεφ., Λόγ. 92· συμβουλεύεις τους πτωχούς με λόγια σωφροσύνης Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1456· (προκ. για νομικές συμβουλές): οι κριτάδες ουδέν έχουν άδειαν να συβουλέψουν τινάν ουδέ να ακούσουν τινός, αφήν καθίσουν εις τον θρόνον τους Ασσίζ. 2829· από την χείρα τον κρατεί (ενν. ο αβουκάτος τον πλούσιον), καλά τον συμβουλεύει| και τάσσεταί του από ψυχής πάντα να τον δουλεύει Σαχλ., Αφήγ. 394· β) προτείνω: όλα γαρ τα ποιήματα και τες μεγάλες τάξες| εσύ τες εσυμβούλεψες και εκατέστησές τες Χρον. Μορ. P 1857· γ) προτρέπω, παροτρύνω: όποιος άνθρωπος ή γυναίκα συμβουλέψει άλλο άθρωπο οπούρι γυναίκα εισέ κακή εργασία, ήγου να κάμει κακά, βάι (έκδ. βαι) και κακό εις του λόγου του! Αποκ. Θεοτ. ΙΙ 212-3· δ) διατάζω: Ακούσας ταύτα παρευθύς ο βασιλεύς αντέφη:| «Τον ορισμόν μου ποίσε τον, εγώ σε συμβουλεύω,| το θέλημά μου πλήρωσον και απειθής μη γίνου» Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 219. 2) Δίνω οδηγίες, πληροφορώ: Βουλήν απήραν μ’ εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,| όπου τους τόπους έξευραν …,| κι είπαν κι εσυμβουλέψαν τους το πώς ένι η Ανδραβίδα Χρον. Μορ. Η 1426. 3) Αποφασίζω: Εσυμβουλεύσαν το λοιπόν πως να τον θανατώσουν,| με πάσα μόδον γύρευαν πώς να το διορθώσουν Βίος Δημ. Μοσχ. 309. 4) Φανερώνω, αποκαλύπτω: ιδού εγώ πάγω εις το λαό μου, έλα να σε συβουλέψω το ος να κάμει ο λαός ετούτος του λαού σου εις το υστερνό των ημερών Πεντ. Αρ. XXIV 14. II. Μέσ. 1) α) Συμβουλεύω, καθοδηγώ: Εσέ δε λέγω πρόσεχε και συμβουλεύομαί σε·| μη εμβείς εκεί ασκόπευτα της Δυστυχίας το κάστρον,| αλλά τριγύρου ύπαγε και σκόπησον εκείσε Λόγ. παρηγ. Ο 146· να σε δώσω τρόπον| και να σε συμβουλεύσομαι το πώς να την αρπάξεις (ενν. την κόρην) Λίβ. Va 2605· Ω παίδες Αθηναίων, (παραλ. 1 στ.), καλώς συμβουλευσώμεθα τα πρέποντα τῃ πόλει Βίος Αλ. (Aerts) 2666· β) προτείνω: Ο Αχιλλεύς … συβουλήν εποίκεν.| Τινές εσυβουλεύτησαν νύκτα να τους εδώσουν| και να τους περιπέσουσιν αμέριμνα ως κοιμούνται Αχιλλ. (Smith) O 227· διά να μην είναι ο λιμένας επιτήδειος διά ξεχείμασμα, οι περισσότεροι εσυμβουλεύθηκαν να σηκωθούμεν απεκεί Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 12. 2) Ζητώ τη γνώμη κάπ., συμβουλεύομαι κάπ.: διά τούτο ο πατριάρχης, εγνωρίζοντα αυτόν δίκαιον, τον είχε πάντοτε σιμά του και τον εσυμβουλεύετον Ιστ. πατρ. 9823. 3) Σκέπτομαι, μελετώ, σχεδιάζω: Ο δε Σελήμ … άλλο δεν εσυμβουλεύετο, παρά να έλθει να πολεμήσει να πάρει κανένα χριστιανικόν τόπον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 361· Απέθανεν ο βασιλεύς κι έγινεν ο Παρίσης| της Μοσχοβίας βασιλεύς και πάσης Καζανίσης.| Αυτό εσυμβουλεύετο και κατασκεύασέν το·| τό επεθύμα έκαμε και ετελείωσέν το Βίος Δημ. Μοσχ. 211· Αυτείνος είναι ο θάνατος, αυτείνη και η λακτάρα,| απού σας ήδωκε ο Θεός παντοτινή κατάρα·| γιατί εσυμβουλευτήκετε θεοί για να γενείτε Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1308. 4) α) Συζητώ· συσκέπτομαι, διαβουλεύομαι: ήτον ο τόπος μοναξός και η θάλασσα εμπρός μας| και εσυνεβουλευόμεθεν ποίαν οδόν να υπάμεν Λίβ. Va 2516· με πολλούς άλλους όπου έτυχαν εδώ είχα συμβουλευθεί με ποίον τρόπον ήθελεν διορθωθεί το πάθος τούτο της απαιδευσίας Σοφιαν., Παιδαγ. Αφ. 92· Έκραξε τους πασάδες του, για να συμβουλευτούσι| πώς έχουνε να διάξουνε, κι εκείνοι να του πούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 47723· Μετά δε τον θάνατον τούτου (ενν. του Ραφαήλ) εσυνάχθη σύνοδος μεγάλη μητροπολιτών, αρχιεπισκόπων …, αρχόντων … και του κοινού λαού. Και συνεβουλεύθησαν ποίον να κάμουν πατριάρχην Ιστ. πατρ. 1157‑8· (με σύστ. αντικ.): και την καλήν του τα λαλεί και την βουλήν του λέγει| και τέτοια συμβουλεύεται και ούτως την συντυχαίνει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Εsc. 306· (αμτβ.): ο άκαιρος είναι τοιούτος: Παγαίνοντας εις κανένα άνθρωπον οπού να έχει πολλές δουλειές, να γυρεύει να συμβουλεύεται μετ’ αυτόν Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126· ο βασιλεύς ως ήκουσεν απόκρισιν τοιαύτην,| κάθεται, συμβουλεύεται με την ομόζυγόν του| και μετά δόλου ορθώσασιν όρθωμαν το τοιούτον Φλώρ. 250· Βλέπω τα κι εσυνάχθησαν εντάμα τα πουλία,| κάθουνται, συμβουλεύονται και συχνοψιθυρίζουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 375· Ούτως συμβουλευσάμενος συν πάσι τοις σατράπαις| Δαρείος συναθροίζεσθαι προσέταξε τα πλήθη Βίος Αλ. (Aerts) 2989· β) συναποφασίζω, συμφωνώ: εσυμβουλεύθηκαν εκείνοι εις το κάστρον| να φύγουσι διά νυκτός Ιστ. Βλαχ. 915· Εσυμβουλεύθησαν ανάμεσόν τους αυτοί οι αδελφοί να συνάξουν φουσσάτα, να έλθουν κατά του Μορέως διά να πολεμήσουν, να πάρουν τόπους, να αφεντέψουν και να ορίσουν Δωρ. Μον. XVIII· (με σύστ. αντικ.): ευθύς εσυμβουλεύθηκα βουλήν μετά της κόρης Διγ. Α 1048· γ) συνωμοτώ, μηχανορραφώ: έπαρε σκοπόν απέ τους Βουργάρους, ότι συμβουλεύγουνται να σε σκοτώσουν και να πάρουν το κάστρον του Αγίου Ιλαρίου, και βλέπε το κορμίν σου Μαχ. 54627· Συνωμοσία έναι όταν τινές κατά τινός συμβουλευθούν να τον εβλάψουν Μαλαξός, Νομοκ. 117· εσυμβουλεύθηκαν (ενν. οι Φαρισαίοι) με τους Ηρωδιανούς εναντία του πώς να τον χαλάσουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. γ́ 6· (αμτβ.): αυτός (ενν. ο Μιχαήλ) συμβουλεύεται με τινάς πρώτους της χώρας διά να πάρει την βασιλείαν του Λέοντος, και έτσι το έκαμε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 318v. 5) Κοινοποιώ, φανερώνω: άνθρωπος γαρ τις … προς το φονεύσαι τον βασιλέα ητοιμάσθη και συνεβουλεύσατο τούτο και τῳ αδελφῴ Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 304.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Διγ. Άνδρ. 40028, ουράριο(ν), Παϊσ., Ιστ. Σινά 674.